WeRead Powered by ReaderPub
Κύρου Ανάβασις Τόμος 1 cover

Κύρου Ανάβασις Τόμος 1

Chapter 10: ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The narrative chronicles a Greek cavalryman's leadership of a mercenary force stranded deep in hostile territory after the death of their patron, focusing on the long, arduous march home. It alternates vivid battle and march episodes with practical observations on logistics, leadership, and morale, and records speeches, negotiations, and tactical decisions that determine the group's survival. Themes include the interplay of personal honor, collective discipline, and the limits of power, while the episodic structure balances action with reflective commentary on command and military virtue.

»Και, λοιπόν, τώρα» είπεν ο Ξενοφών «απερχόμενοι ας πράξωμεν (ας θέσωμεν εις εφαρμογήν) τα αποφασισθέντα. Όστις δε από σας τρέφει την επιθυμίαν να επανίδη τους συγγενείς και φίλους του, ας μη λησμονή ότι από τούδε και εις το εξής οφείλει να ήναι γενναίος. Διότι δεν θα ηδύνατο ή μόνον διά της γενναιότητος να εκπληρώση την επιθυμίαν του ταύτην. Όστις επιθυμεί να ζη, ας προσπαθή να ήναι πάντοτε νικητής (των περιστάσεων), έχων υπ' όψει του ότι των μεν νικώντων ίδιον είναι να φονεύουν, των δε ηττωμένων να φονεύωνται. Και εάν δε κανείς εξ υμών επιθυμή να αποκτήση χρήματα, ας προσπαθήση να γείνη κύριος της επιθυμίας του αυτής. Διότι οι νικηταί έχουν πάντοτε την δύναμιν και τα ιδικά των (χρήματα) να σώζουν και τα των ηττημένων να λαμβάνουν (ν' αποκτούν)».

Κεφάλαιον τρίτον.


Αφού ελέχθησαν ταύτα, ηγέρθησαν και, απελθόντες, κατέκαιον τας αμάξας και τας σκηνάς, από τα περιττά δε, κάθε μεν πράγμα χρήσιμον εμοίραζεν ο ένας εις τον άλλον, τα δε άλλα έρριπτον εις το πυρ. Αφού δε έπραξαν ταύτα, ήρχισαν να ετοιμάζουν το γεύμα των. Αλλά, ενώ το ετοίμαζαν, έρχεται ο Μιθραδάτης με τριάκοντα περίπους ιππείς και, προσκαλέσας τους στρατηγούς εις μέρος, από το οποίον ηδύνατο ν' ακούεται παρ' όλων, λέγει εις αυτούς τα εξής:

«Εγώ, ω άνδρες Έλληνες, και εις τον Κύρον ήμην πιστός φίλος, καθώς γνωρίζετε όλοι σας, και τώρα διάκειμαι προς σας ευνοϊκώς. Αλλά, εδώ όπου ευρίσκομαι την στιγμήν αυτήν, πολύ φοβούμαι μήπως με κρίνετε ως ύποπτον διά την προς τον Κύρον φιλίαν μου αυτήν και πίστιν. Ουχ ήττον εγώ, εάν σας έβλεπα να λαμβάνετε κανένα σοβαρόν μέτρον (να σκέπτεσθε σοβαρόν τι) περί της σωτηρίας σας, θα έσπευδα με όλους τους οπαδούς μου προς βοήθειάν σας. Εις εμέ, λοιπόν, ως εις φίλον σας και καλοθελητήν σας και επιθυμούντα μαζή σας να εκστρατεύση ειπέτε τι σκέπτεσθε να πράξετε».

Αφού συνεσκέφθησαν επ' αυτών οι στρατηγοί, κατ' απόφασίν των και επ' ονόματι όλων απήντησε Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος τα εξής: «Απεφασίσαμεν: εάν μεν κανείς δεν μας εμποδίση να επιστρέψωμεν εις την πατρίδα μας, να διερχώμεθα την χώραν όσον δυνάμεθα αβλαβέστατα. Εάν όμως μας παρουσιάση εμπόδια εις τον δρόμον μας, θα τον πολεμούμεν εφ' όσον προχωρούμεν και όσον δυνάμεθα σφοδρότερον».

Μετά τους λόγους τούτους ο Μιθραδάτης προσεπάθει να τους πείση ότι είναι εντελώς αδύνατον να σωθούν (να επιστρέψουν σώοι εις την πατρίδα των) παρά την θέλησιν του βασιλέως. Εις το σημείον ακριβώς αυτό εγίνετο γνωστόν εις τον στρατόν ότι ο Μιθραδάτης είχε σταλή κρυφά προς κατασκόπευσιν. Διότι (συν τοις άλλοις) και κάποιος εκ των οπαδών του Τισσαφέρνους τον παρηκολούθει λαμβάνων περί του στρατού πληροφορίας.

Ως εκ τούτου δε ενόμισαν οι στρατηγοί ότι η καλλιτέρα απόφασις, την οποίαν ηδύναντο να λάβουν, ήτο να κηρύξουν αδιάλλακτον καθ' όλην την γραμμήν τον πόλεμον κατά του εχθρού, εφ' όσον ευρίσκοντο εν χώρα εχθρική. Εις τούτο προέβησαν και διότι οι πολέμιοι πλησιάζοντες διέφθειρον (μετέβαλλον το φρόνημα) των στρατιωτών. Ένα λοχαγόν μάλιστα, Νίκαρχον ονομαζόμενον, εξ Αρκαδίας, παρέσυραν προς το μέρος των (ξελόγιασαν), ώστε ν' αποσκιρτήση με είκοσι περίπου στρατιώτας προς τους πολεμίους εν καιρώ νυκτός.

Μετά ταύτα, γευματίσαντες και διαβάντες τον Ζαπάταν ποταμόν, εβάδιζαν συντεταγμένοι, έχοντες εν μέσω αυτών τα υποζύγια και τον όχλον. Μόλις δε είχαν προχωρήση, ότε και πάλιν εμφανίζεται ο Μιθραδάτης, έχων μαζή του περί τους διακοσίους ιππείς, τοξότας δε και σφενδονήτας τετρακοσίους περίπου, λίαν ελαφρούς και ελευθέρους (περί τας κινήσεις και το βάδισμα). Και επροχώρει μεν ολίγον κατ' ολίγον ως φίλος δήθεν των Ελλήνων. Άμα όμως τους επλησίασαν, αιφνιδίως άλλοι μεν εξ αυτών, ομού ιππείς μετά πεζών, ετόξευαν, άλλοι δε εσφενδόνιζαν, πάντες δε επλήγωναν.

Οι δε οπισθοφύλακες των Ελλήνων εβλάπτοντο μεν (εκτυπώντο μεν), δεν επροξένουν δε καμμίαν βλάβην εις τον πολέμιον. Διότι και οι Κρήτες κοντήτερα των Περσών ετόξευαν, συγχρόνως δε, όντες ωπλισμένοι ελαφρώς, ηναγκάζοντο να πολεμούν προφυλαγμένοι (περιωρισμένοι) εντός του στρατοπέδου των (του τετραπλεύρου εξ οπλιτών πλαισίου των), και οι ακοντισταί κοντήτερα των σφενδονητών ακόντιζαν, ώστε να μη τους φθάνουν διόλου τα ακόντιά των. Ως εκ τούτου ο Ξενοφών ενόμισε καλόν να τους καταδιώξη (να τους κυνηγήση). Και ήρχισαν, λοιπόν, την καταδίωξιν όσοι εκ των οπλιτών και πελταστών έτυχε να ήναι μαζή του εν τη οπισθοφυλακή.

Καταδιώκοντες όμως δεν συνελάμβαναν κανένα εκ των πολεμίων. Διότι ούτε ιππικόν είχαν οι Έλληνες, ούτε οι πεζοί εξ αυτών ηδύναντο εν μικρώ χώρω να συλλαμβάνουν τους ήδη προ πολλού φεύγοντας πεζούς. Επειδή τους ήτον αδύνατον να καταδιώκουν (τους βαρβάρους) εις μεγάλην από του όλου (Ελληνικού) στρατεύματος απόστασιν.

Οι δε ιππείς των βαρβάρων, ακόμη και φεύγοντες, επλήγωναν τους διώκτας των, τοξεύοντες εις τα όπισθεν αυτών από των ίππων των. Όσον δε κατεδίωκον οι Έλληνες, τόσον έπρεπε να υποχωρούν πάλιν, πολεμούντες. Ώστε καθ' όλην την ημέραν δεν διέτρεξαν περισσότερον των είκοσι πέντε σταδίων, μόλις δε περί το δειλινόν έφθασαν εις τας κώμας.

Ένεκα όλων αυτών κατέλαβε και πάλιν το στράτευμα αθυμία. Ο Χειρίσοφος δε και οι γηραιότεροι των στρατηγών κατηγόρουν τον Ξενοφώντα, διότι, αποσπασθείς της φάλαγγος, ετράπη εις καταδίωξιν του εχθρού, και αυτός ο ίδιος ούτω ριψοκινδυνεύσας και εις τους πολεμίους ουδεμίαν σοβαράν βλάβην προξενήσας.

Ακούσας ταύτα ο Ξενοφών έλεγεν ότι δικαίως τον κατηγόρουν, άλλως τε και αυτά ταύτα τα αποτελέσματα (της καταδιώξεως) εμαρτύρουν την αλήθειαν των λόγων των. «Αλλ' εγώ, είπεν, ευρέθην ηναγκασμένος να καταδιώξω τον πολέμιον, επειδή σας έβλεπα να ζημιώνεσθε μεν απρακτούντες (διατηρούντες τας εν τη φάλαγγι θέσεις σας), να μην ημπορήτε δε, ουδέ κατ' ελάχιστον, ν' αποδώσετε τα ίσα εις τον εχθρόν.

»Τέλος πάντων, αφού ούτω ευρέθην πλέον εις την ανάγκην να τον καταδιώξω, ομολογώ ότι, ως προς τα κατόπιν γενόμενα, είσθε εν τη αληθεία. Διότι δεν ήμεθα εις θέσιν να βλάψωμεν περισσότερον τον πολέμιον, επιστρέφαμεν δε πάντοτε ζημιωμένοι (εις κακήν κατάστασιν). Ας ευχαριστώμεν, λοιπόν, τους Θεούς, διότι ουχί με μεγάλην δύναμιν, αλλά μ' ελαχίστους μόνον εβάδισα κατά του εχθρού ώστε να μη τον βλάψω μεν επαισθητώς, να ήμαι όμως πλέον εις θέσιν να σας φανερώσω τίνων ακόμη έχομεν ανάγκην (ποίας ακόμη έχομεν ελλείψεις).

Είναι ήδη βέβαιον ότι οι μεν πολέμιοι τοξεύουν και σφενδονίζουν εις τοιαύτην (απ' αυτών) απόστασιν, εις οίαν ούτε οι Κρήτες, αντιτοξεύοντες, δύνανται να φθάσουν, ούτε οι ακοντισταί. Όταν δε τους καταδιώκωμεν, εις μεγάλην μεν απόστασιν από του στρατεύματος μας είναι αδύνατον (δεν μας επιτρέπεται) να τους καταδιώξωμεν, εις μικράν δε, ουδέ ο ταχύτερος (εξ ημών) πεζός θα ηδύνατο διώκων να συλλάβη πεζόν (εκ των πολεμίων), έστω και εις απόστασιν βολής τόξου.

»Εάν, λοιπόν, έχωμεν σκοπόν (θέλωμεν) να τηρώμεν τούτους εις απόστασιν, ώστε να μη δύνανται να μας βλάπτουν πλέον πορευομένους, ανάγκη όσον το δυνατόν ταχύτερον να παρασκευάσωμεν σφενδονήτας και ιππείς. Ακούω δ' ότι ευρίσκονται εις το στράτευμά μας άνδρες, καταγόμενοι εκ Ρόδου, οι περισσότεροι εκ των οποίων, όπως λέγουν, γνωρίζουν να ρίπτουν την σφενδόνην, και των οποίων η βολή φθάνει εις διπλασίαν της των Περσικών σφενδονών απόστασιν. Διότι αύται μεν, επειδή οι Πέρσαι σφενδονίζουν με ογκώδεις λίθους, φθάνουν εις απόστασιν μικράν. Οι δε Ρόδιοι γνωρίζουν να μεταχειρίζωνται ακόμη και τας μολυβδίδας (εκ μολύβδου βλήματα).

»Εάν, λοιπόν, εξετάσωμεν ποίοι εξ αυτών κέκτηνται σφενδόνας, και αμείψωμεν άλλους μεν διά την χρήσιν των, άλλους δε διά τον, ον θα λάβουν, κόπον να πλέξουν άλλας νέας (σφενδόνας), εάν δε και τον θέλοντα να καταταχθή εις τας τάξεις των σφενδονητών, από διάφορα άλλα βάρη (φρουράς ή αγγαρείας) τον ανακουφίσωμεν, ίσως τότε φανούν τινες ικανοί να μας ωφελήσουν (και εις το σφενδονίζειν).

»Αλλ' εκτός τούτου, έχω υπ' όψει μου ότι ευρίσκονται εις τον στρατόν και ίπποι, άλλοι μεν εξ αυτών πλησίον μου, άλλοι δε εγκαταλελειμμένοι από τον Κλέαρχον, και ουκ ολίγοι αιχμαλωτισθέντες, προς μεταφοράν δε χρησιμοποιούμενοι σκευών. Εάν, λοιπόν, αφού συλλέξωμεν όλους αυτούς, τους αντικαταστήσωμεν με (πραγματικά) σκευοφόρα υποζύγια (όνους, ημιόνους κ.λ.π.), τους ίππους δε εις ιππείς μεταβάλωμεν, ίσως και ούτοι συντελέσουν κάπως εις το να ενοχλήσουν τον φεύγοντα εχθρόν».

Και ταύτα πάντα εψηφίσθησαν. Κατά την νύχτα δε ταύτην οι μεν σφενδονήται ανήλθον εις διακοσίους, οι δε ιππείς και ίπποι, αφού εδοκιμάσθησαν την επομένην και ενεκρίθησαν, εις πεντήκοντα. Πάντες δε ούτοι επρομηθεύθησαν δερματίνους θώρακας, ίππαρχος δε όλων ωρίσθη, Λύκιος ο Πολυστράτου, Αθηναίος.

Κεφάλαιον τέταρτον.


Αφού δε έμειναν ενταύθα καθ' όλην ταύτην την ημέραν, επορεύοντο την επιούσαν, περί τα ξημερώματα εγερθέντες. Διότι έπρεπε να διαβούν χαράδραν, δι' ην εφοβούντο μήπως κατά την διάβασιν επετίθεντο κατ' αυτών οι πολέμιοι.

Πράγματι δε, ενώ την διέβαιναν, εμφανίζεται και πάλιν ο Μιθραδάτης, έχων χιλίους μεν ιππείς, σφενδονήτας δε και τοξότας έως τέσσαρας χιλιάδας. Διότι τόσους εζήτησε και έλαβεν από τον Τισσαφέρνην, υποσχεθείς εις αυτόν ότι, αν τους λάβη, θα του παραδώση τους Έλληνας, υπερηφανευτείς δ' ότι κατά την προσβολήν της προτεραίας, αν και είχε μαζή του τόσον ολίγους, αυτός μεν τίποτε δεν έπαθε, πλείστας δ' όσας ζημίας εφαντάζετο ότι επροξένησεν εις τους αντιπάλους του.

Ότε δε οι Έλληνες, διαβάντες πλέον την χαράδραν, απείχον αυτής περί τα οκτώ στάδια, ήρχισε να την διαβαίνη και ο Μιθραδάτης με όλην του την δύναμιν. Τότε (από τους Έλληνας στρατηγούς) ειδοποιήθησαν ίνα ήναι έτοιμοι) εκείνοι εκ των πελταστών και οπλιτών του Ελληνικού στρατού, οίτινες ήσαν επιτηδειότεροι εις το καταδιώκειν, επίσης δε επροτρέποντο και οι ιππείς να καταδιώκουν τον εχθρόν με θάρρος, έχοντες υπ' όψει ότι ακολουθούνται (διώκονται) από ισχυράν εχθρικήν δύναμιν.

Είχε πλέον αρκετά πλησιάση ο Μιθραδάτης (τους κατέφθανεν ήδη ο Μιθραδάτης), τοξεύματα δε και σφενδονισμοί έφθαναν ήδη μέχρι των Ελλήνων, όταν εκ του Ελληνικού στρατού εδόθη το σημείον της επιθέσεως διά της σάλπιγγος, κ' ευθύς αμέσως τότε έτρεχαν προς την αυτήν διεύθυνσιν όλοι όσοι είχαν ήδη προειδοποιηθή, μαζή μ' αυτούς δ' εξώρμων (προς όλα τα σημεία) και οι ιππείς. Αλλ' οι βάρβαροι δεν αντέσχον εις την καταδίωξιν και, υποστρέψαντες, ετράπησαν εις φυγήν προς την χαράδραν.

Εις τούτον, λοιπόν, τον διωγμόν εκ μεν των βαρβάρων πεζών εφονεύθησαν πολλοί, εκ δε των ιππέων συνελήφθησαν ζωντανοί (αιχμάλωτοι) εν τη χαράδρα περί τους δέκα οκτώ. Των δε φονευθέντων εξ αυτών απέκοψαν τα μέλη οι Έλληνες αυθόρμητοι, διά να παρουσιάσουν ούτω εις τους πολεμίους όσον το δυνατόν φοβερώτερον θέαμα.

Και οι μεν πολέμιοι τοιαύτην τύχην λαβόντες απήλθον. Οι δε Έλληνες ασφαλώς πλέον πορευόμενοι κατά το υπόλοιπον διάστημα της ημέρας έφθασαν εις τον Τίγρητα ποταμόν.

Ενταύθα ήτο πόλις μεγάλη, εγκαταλελειμμένη υπό των κατοίκων, ονομαζομένη δε Λάρισα, την οποίαν κατώκουν το πάλαι οι Μήδοι. Του τείχους της πόλεως ταύτης το μεν πλάτος ήτον είκοσι πέντε πόδες, το δε ύψος εκατόν. Είχε δε περίμετρον δύο παρασάγγας. Και ήτον εκτισμένον όλον με οπτάς πλίνθους (τούβλα), έχον την βάσιν λιθίνην, ύψους είκοσι ποδών.

Την πόλιν αυτήν πολιορκών ο βασιλεύς των Περσών, ότε παρά των Μήδων ελάμβαναν την αρχήν οι Πέρσαι, κατ' ουδένα τρόπον ηδύνατο να την κυριεύση. Χάρις όμως εις έκλειψίν τινα τότε του Ηλίου, καθ’ ήν εσκιάσθη υπό νεφέλης ούτος (20) , μέχρι τοιούτου σημείου εσκοτείνιασεν η πόλις, ώστε καθ' ολοκληρίαν εγκατέλειψαν αυτήν οι άνθρωποι (εκ φόβου), ούτω δ' ερημωθείσα εκυριεύθη.

Παρά την πόλιν ταύτην υπήρχε πυραμίς λιθίνη, έχουσα πλάτος μεν ενός πλέθρου, ύψος δε δύο πλέθρων. Επί της πυραμίδος ταύτης φοβηθέντες είχαν καταφύγη εκ των πλησίων χωρίων πολλοί εκ των βαρβάρων.

Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμόν ένα, παρασάγγας έξ, και φθάνουν εις τείχος έρημον, μέγα, κείμενον πλησίον πόλεως, ονομαζομένης Μέσπιλα, κατοικουμένης δέ ποτε υπό των Μήδων.

Ήτο δε η μεν βάσις του τείχους από πελεκητόν κογχυλιάτην λίθον, (21) έχουσα πλάτος πεντήκοντα ποδών και ύψος πεντήκοντα.

Επί της βάσεως δε ταύτης ήτον οικοδομημένον πλίνθινον τείχος, έχον πλάτος μεν πεντήκοντα ποδών, ύψος δ' εκατόν. Του τείχους δε η περίμετρος ήτον έξ παρασάγγαι. Ενταύθα λέγεται ότι κατέφυγέ ποτε η σύζυγος του βασιλέως Μήδεια, ότε οι Μήδοι έχασαν την αρχήν, καταληφθείσαν υπό των Περσών.

Την πόλιν δε ταύτην πολιορκών ο βασιλεύς των Περσών δεν ηδύνατο να κυριεύση ούτε διά της επί μακρόν χρόνον πολιορκίας, ούτε διά της βίας. Μόνον δε, αφού ο Ζευς κατετρόμαξε διά κεραυνού τους κατοίκους (και τους ηνάγκασε να εγκαταλείψουν την πόλιν), κατωρθώθη η κυρίευσις αυτής.

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν σταθμόν ένα, παρασάγγας τέσσαρας.

Εις τον σταθμόν δε τούτον ανεφάνη ο Τισσαφέρνης φέρων μαζή του και τους ιππείς με τους οποίους ήλθε και την δύναμιν του Ορόντα του έχοντος (σύζυγον) την θυγατέρα του βασιλέως και τους βαρβάρους με τους οποίους εξεστράτευσεν ο Κύρος και τους βαρβάρους με τους οποίους εβοήθει τον βασιλέα ο (νόθος) αδελφός του και, εκτός τούτων, και όσους ακόμη ο βασιλεύς του έδωκεν, ώστε εφαίνετο ούτω πάρα πολύ το στράτευμα.

Άμα δ' επλησίασεν, άλλα μεν των ταγμάτων του ετοποθέτησεν όπισθεν (του Ελληνικού στρατού), άλλα δε μετέφερεν εις τα πλάγια. Εν τούτοις, ούτε να κάμη έφοδον ετόλμα, ούτε να ριψοκινδυνεύση ήθελε, διέταξε δε μόνον να σφενδονίζουν κατ' αυτού και να τοξεύουν.

Αλλ' αφού, διαταχθέντες, ήρχισαν και οι Ρόδιοι να σφενδονίζουν και οι Κρήτες να τοξεύουν, τότε πλέον ουδείς των Ελλήνων σφενδονητών και τοξοτών ηστόχει του σκοπού του, καθ' οιουδήποτε των πολεμίων και αν έβαλλεν. Ούτε ήτον, άλλως τε, εύκολος η αποτυχία, ακόμη και αν επεθύμει τις να κατορθώση τούτο (ένεκα του μεγάλου πλήθους των βαρβάρων). Ούτω ο Τισσαφέρνης ηναγκάσθη να αποχωρήση, πάρα πολύ ταχέως τεθείς εκτός βολής. Μετ' αυτών δε συναπεχώρησαν και αι άλλαι τάξεις (του στρατού του).

Μετά ταύτα, κατά το υπόλοιπον διάστημα της ημέρας οι μεν (Έλληνες) επορεύοντο, οι δε (Πέρσαι) ηκολούθουν. Και δεν ηδύναντο πλέον να βλάψουν (να ενοχλήσουν) οι βάρβαροι τους Έλληνας ακροβολιστάς (Κρήτας και Ροδίους). Διότι και οι Ρόδιοι εσφενδόνιζαν μακρότερον των Περσών σφενδονητών και οι Κρήτες μακρότερον ετόξευον των Περσών τοξοτών.

Μεγάλα δε ήσαν και τα Περσικά τόξα. (22) Ώστε όσα εκ των Περσικών βελών εκυριεύοντο, εχρησιμοποιούντο από τους Κρήτας, οίτινες μετεχειρίζοντο ούτω βέλη εχθρικά, με τα οποία, ρίπτοντες και επαναρρίπτοντες αυτά προς τάνω, εγυμνάζοντο εις το να τοξεύουν μακράν. Ευρίσκοντο δε και πολλά σχοινία εις τας κώμας και μόλυβδος, χρήσιμα διά τας σφενδόνας.

Και κατά την ημέραν μεν αυτήν, αφού ήδη εστρατοπέδευσαν οι Έλληνες εις χωρία τυχαίως απαντηθέντα εις τον δρόμον των, απεμακρύνθησαν οι βάρβαροι, μειονεκτούντες εκείνων κατά τον ακροβολισμόν. Την δ' επιούσαν διημέρευσαν εκεί οι Έλληνες προμηθευόμενοι τον προς διατροφήν των αναγκαιούντα σίτον. Διότι εξ αυτού υπήρχε πάρα πολύς εις τα χωρία. Την επαύριον δ' επορεύοντο διά μέσου της πεδιάδος, ακολουθούμενοι από τον Τισσαφέρνην ακροβολιζόμενον.

Τότε ενόησαν (οι Έλληνες) ότι το τετράπλευρον εκείνο στρατιωτικόν των σώμα ήτο τακτική δι' αυτούς επιζημία, εις περίπτωσιν καθ’ ήν ακολουθούν πολέμιοι. Διότι ήσαν ηναγκασμένοι οι οπλίται, εάν μεν, ως εκ των συναντωμένων καθ' οδόν ορέων ή γεφυρών ή ως εκ της στενότητος του δρόμου, συμπιέζωνται τα εκατέρωθεν κέρατα του τετραπλεύρου, (23) να στενοχωρούνται και να βαδίζουν με δυσκολίαν και αταξίαν, ούτως ώστε, εν τοιαύτη ανωμαλία διατελούντες, να ήναι εν ώρα ανάγκης δυσκολομεταχείριστοι.

Οσάκις δε πάλιν (ευρυχωρίας επιφανείσης, τα πρότερον συμπιεσθέντα κέρατα) διεχωρίζοντο, παρίστατο ανάγκη τότε οι μέχρις εκείνης της στιγμής συμπιεζόμενοι να χωρίζωνται των εν τω κέντρω οπλιτών, να κενούται ανδρών το μέσον των κεράτων και να περιέρχωνται οι υφιστάμενοι ταύτα (στρατιώται) εις αθυμίαν, ακολουθούντος μάλιστα παρά πόδας του εχθρού.

Και οπόταν ήτον ανάγκη να διαβούν γέφυραν ή άλλην τινά οιανδήποτε δίοδον, έσπευδεν έκαστος προς αυτήν, επιθυμών να φθάση πρώτος. Ως εκ τούτου, λοιπόν, το στράτευμα ήτον ενταύθα λίαν εκτεθειμένον εις τας επιθέσεις των πολεμίων.

Αφού δ' ενόησαν πάντα ταύτα οι στρατηγοί, συνέταξαν (ωργάνωσαν) έξ λόχους, από εκατόν άνδρας έκαστον, και διώρισαν (προς διοίκησίν των) λοχαγούς και άλλους, πεντηκοντάρχους, και άλλους, ενωμοτάρχας. Τούτων δε πορευομένων, οσάκις μεν συνεπιέζοντο αι εκατέρωθεν πλευραί (κέρατα), άλλοι μεν (των λόχων) έμεναν τελευταίοι, ώστε να μην ενοχλούν τα κέρατα (ερχόμενοι όπισθέν των), άλλοι δε προηγούντο αυτών.

Οσάκις δε εχωρίζοντο απ' αλλήλων αι πλευραί του τετραπλεύρου, τότε το εκ του χωρισμού τούτου παρουσιαζόμενον διάστημα επλήρουν (οι λοχαγοί) κατ' ενωμοτίας μεν, εάν ήτο το διάστημα στενώτερον, κατά πεντηκοντάδας δε, εάν ήτο πλατύτερον, κατά λόχους δε, εάν ήτο πλατύτατον (ότε πλέον τα κέρατα επανήρχοντο εις την προτέραν θέσιν των). (24) Ώστε να ήναι πάντοτε πλήρες το εν τω μέσω των πλευρών διάστημα.

Εάν δε και ηναγκάζοντο να διαβούν δίοδόν τινα ή γέφυραν, δεν εταράσσοντο (οι λόχοι), αλλά διέβαιναν έκαστος με την σειράν του. Και οπουδήποτε αλλού της φάλαγγος υπήρχε κενόν τι, αμέσως προσήρχοντο ούτοι (προς συμπλήρωσίν της). Κατ' αυτόν, λοιπόν, τον τρόπον επορεύθησαν σταθμούς τέσσαρας.

Ότε δ' επορεύοντο τον πέμπτον, είδαν κατοικίαν τινά (μεγαλοπρεπή τινα έπαυλιν) και περί αυτήν πολλά χωρία, την δε οδόν, άγουσαν προς το μέρος τούτο διά μέσου υψηλών γηλόφων, οίτινες κατήρχοντο από του όρους, υπό το οποίον υπήρχε το χωρίον (με την μεγαλοπρεπή εκείνην έπαυλιν). Και είδαν μεν, ως ήτον επόμενον, με μεγάλην των ευχαρίστησιν τους λόφους οι Έλληνες, αφού οι επερχόμενοι όπισθεν αυτών πολέμιοι ήσαν ιππείς.

Αλλ' αφού, πορευόμενοι, ανέβησαν από της πεδιάδος εις τον πρώτον γήλοφον, ήρχισαν δε να κατέρχωνται και τούτον, διά ν' ανέβουν τον (αμέσως ερχόμενον) κατόπιν, εμφανίζονται αίφνης επ' αυτού οι βάρβαροι και από τα υψηλότερα σημεία του λόφου επιτίθενται κατά των εν τη κατωφερεία ήδη ευρισκομένων Ελλήνων, τους σφενδονίζουν, τους τοξεύουν με μανίαν, πληγώνουν πλείστους εξ αυτών και τρέπουν εις φυγήν τους ψιλούς (ευζώνους), αναγκάσαντες αυτούς να κλεισθούν εντός του εξ οπλιτών πλαισίου του τετραπλεύρου. Ώστε κατά την ημέραν ταύτην ήσαν εντελώς άχρηστοι τόσον οι σφενδονήται, όσον και οι τοξόται, διότι ευρίσκοντο μαζή με τον εν τω μέσω του πλαισίου όχλον.

Επειδή δε, πιεζόμενοι οι Έλληνες, ηναγκάσθησαν να καταδιώξουν τον εχθρόν, οσάκις μεν οι (εξ αυτών) οπλίται κατώρθωναν με μεγάλην των δυσκολίαν να φθάσουν εις την κορυφήν του όρους, οι πολέμιοι (ιππείς) έφευγαν δρομαίοι. Οσάκις δε πάλιν επέστρεφαν (διά να ενωθούν) προς το απομένον όπισθέν των στράτευμα, (25) επάθαιναν και πάλιν τα ίδια όπως πρότερον (εσφενδονίζοντο κ. λ. π.). Αλλά και επί του δευτέρου λόφου τα αυτά συνέβησαν, ώστε από του τρίτου πλέον απεφάσισαν να μη μετακινηθούν (να μη το κουνήσουν) διόλου, πριν ή μεταφέρουν τους πελταστάς από την δεξιάν πλευράν του τετραπλεύρου προς το υπερκείμενον των λόφων όρος.

Αφού δε, (καταλαβόντες τα υπερκείμενα των λόφων πλευρά του όρους), εδέσποσαν των ακολουθούντων (διωκόντων) αυτούς εχθρών, έπαυσαν πλέον ούτοι να επιτίθενται κατά των καταβαινόντων τους λόφους (Ελλήνων), φοβηθέντες μήπως οι Έλληνες, χωριζόμενοι ούτω (βαθμηδόν), τους περικυκλώσουν και από τα δύο μέρη.

Ούτω κατά το υπόλοιπον της ημέρας πορευόμενοι, άλλοι μεν εκ των Ελλήνων ήρχοντο εις βοήθειαν των βαδιζόντων την επί των γηλόφων οδόν (των μαχομένων επί της διά των γηλόφων αγούσης οδού), άλλοι δε (εις βοήθειαν) των επί του όρους αφιχθέντων, έως ου έφθασαν (όλοι) εις τας επ' αυτού (κειμένας) κώμας, όπου εξέλεξαν οκτώ εκ των εμπείρων περί τας πληγάς (ιατρούς), διότι οι πληγωθέντες ήσαν ουκ ολίγοι.

Ενταύθα έμειναν ημέρας τρεις και ένεκα των πληγωμένων και διότι είχαν άφθονα τα προς τροφήν αναγκαία, άλευρα, οίνον, άφθονον δε και προωρισμένην διά τους ίππους, εις αποθήκας δε μαζή με άλλας τροφάς αποκειμένην, κριθήν. Όλαι δε αι τροφαί αύται, επί ταυτό συνηγμέναι, ανήκον εις τον σατράπην της χώρας. Την τετάρτην δ' ημέραν καταβαίνουν (από του όρους) εις την πεδιάδα.

Επειδή δε τους κατέφθασεν ο Τισσαφέρνης με τον στρατόν του, τα μέχρι τούδε κατά την πορείαν των παθήματα τους εδίδαξαν αμέσως να κατασκηνώσουν εις το πρώτον που συνήντησαν χωρίον, να παύσουν δε πλέον να πορεύωνται μαχόμενοι. Διότι πολλοί είχαν ήδη τεθή εκτός μάχης, οι πληγωμένοι δηλαδή, οι φέροντες αυτούς και οι αναλαβόντες να φέρουν (κουβαλούν) τα όπλα των φερόντων (τους πληγωμένους).

Αφού δε κατεσκήνωσαν, και ήρχισαν ν' ακροβολίζωνται προς αυτούς οι βάρβαροι, πλησιάζοντες βαθμηδόν προς το χωρίον, ήσαν ήδη οι Έλληνες εις πολύ καλλιτέραν τούτων θέσιν. Διότι υπήρχε μεγάλη διαφορά του να εφορμούν ούτοι εξ εφόδου από κατεχομένην θέσιν, προς απομάκρυνσιν των βαρβάρων, από το να πολεμούν κατά πολεμίων επερχομένων βαδίζοντες.

Όταν δε πάλιν εβράδυασε, ενόμισαν καλόν ν' απέλθουν οι πολέμιοι. Διότι οι βάρβαροι ουδέποτε εστρατοπέδευαν εις απόστασιν από το Ελληνικόν στρατόπεδον μικροτέραν των εξήκοντα σταδίων, (26) φοβούμενοι μήπως επιτεθούν κατ' αυτών οι Έλληνες την νύκτα.

Διότι εις πολλάς ταλαιπωρίας και κόπους υπεβάλλετο εν καιρώ νυκτός το Περσικόν στράτευμα. Τους μεν ίππους των, δηλαδή, έδεναν οι βάρβαροι, οι περισσότεροι δ' εξ αυτών ήσαν δεμένοι διά της πέδης (πεδικλωμένοι) με την φάτνην των, διά να μη φεύγουν, εάν τυχόν ήθελαν λυθή. Εάν δε επροκαλείτο κανείς θόρυβος από τον εχθρόν, έπρεπεν ο Πέρσης ιππεύς να σελλώση πρώτα τον ίππον, κατόπιν να του βάλη τον χαλινόν και κατόπιν, αφού θωρακισθή, ν' ανέβη επί του ίππου. Όλα δε ταύτα ήσαν, βέβαια, δυσκολώτατα, γινόμενα εν ώρα νυκτός και κατόπιν αιφνιδίου εκ των πολεμίων θορύβου. Ένεκα τούτου, λοιπόν, κατεσκήνουν εις μακράν από των Ελλήνων απόστασιν.

Αφού δε ήρχισαν να εννοούν οι Έλληνες ότι οι πολέμιοι ήθελαν ν' αποχωρήσουν, ότι δε μετέδιδον κρυφίως αναμεταξύ των το επί τούτω σχετικόν παράγγελμα, ήρχισεν ο κήρυξ των να κηρύττη ότι πρέπει να συσκευάζωνται προς αναχώρησιν, τώρα μάλιστα που έγεινεν αισθητή η πρόθεσις της αναχωρήσεώς των από τους πολεμίους. Και επί τινα μεν χρόνον επεβράδυναν την πορείαν των οι βάρβαροι, περί την εσπέραν, όμως ανεχώρησαν. Διότι δεν ενόμιζαν ασφαλές και σκόπιμον να βαδίζουν και να φθάνουν εις το στρατόπεδόν των εν καιρώ νυκτός.

Αφού δε εβεβαιώθησαν πλέον οι Έλληνες περί της αναχωρήσεως των βαρβάρων, ανεχώρουν και αυτοί, ζεύξαντες πάλιν τους ίππους και τα υποζύγια εις τα άρματα και τας αμάξας, εβάδισαν δε περί τα εξήκοντα περίπου στάδια. Τοσαύτη δε ήτον η μεταξύ των αντιπάλων στρατευμάτων απόστασις, ώστε ούτε την επομένην ούτε την τρίτην ημέραν ανεφάνησαν πουθενά οι πολέμιοι. Κατά δε την τετάρτην προχωρήσαντες (προτρέξαντες) οι βάρβαροι εν καιρώ νυκτός καταλαμβάνουν θέσιν τινά δεξιά και υψηλότερα του μέρους, από το οποίον επροτίθεντο να διαβούν οι Έλληνες, δηλαδή προεξοχήν τινα όρους, υπό την οποίαν ήτον η άγουσα προς την πεδιάδα οδός.

Αφού δε είδεν ο Χειρίσοφος ότι η προεξοχή αύτη είχεν ήδη καταληφθή υπό των πολεμίων, προσκαλεί από της ουράς του τετραπλεύρου τον Ξενοφώντα και τον διατάσσει, αφού παραλάβη τους πελταστάς, να έλθη εις τα έμπροσθεν αυτού (εις το μέτωπον).

Αλλ' ο Ξενοφών τους μεν πελταστάς δεν έφερε. Διότι έβλεπεν εμφανιζόμενον όπισθεν τον Τισσαφέρνην με όλον του το στράτευμα. Ο ίδιος δε (ο Ξενοφών) πλησιάσας τον Χειρίσοφον τον ηρώτα: «Διά ποίον λόγον με προσκαλείς;». Ούτος δε του απαντά:» Είναι περιττόν να ερωτάς, αφού βλέπεις. Έχει ήδη προκαταληφθή ο υπεράνω του δρόμου, από τον οποίον θα καταβώμεν, λόφος, δεν θα ήναι δε δυνατόν να περάσωμεν, εάν δεν τους αποδιώξωμεν εκείθεν. Αλλά διατί δεν έφερες τους πελταστάς;».

Ο δε Ξενοφών του απήντησεν ότι δεν ενόμισε φρόνιμον να εγκαταλείψη (ν' αφήση έκθετα) τα όπισθεν (νώτα) του στρατού, εις στιγμήν καθ’ ήν εμφανίζονται πολέμιοι όπισθέν του. Παρίσταται όμως ανάγκη (είναι όμως καιρός) — είπε — να σκεφθώμεν πώς ν' αποδιώξωμεν τους βαρβάρους από τον λόφον εκείνον (την προεξοχήν)».

Ενταύθα ο Ξενοφών βλέπων ότι η κορυφή του όρους (εξ ου προεξείχεν ο λόφος ούτος) ήτον υπεράνω αυτού του Ελληνικού στρατεύματος και ότι από της κορυφής ταύτης υπήρχε διάβασις προς τον λόφον, επί του οποίου ήσαν οι πολέμιοι, λέγει: «Κάλλιστον νομίζω, ω Χειρίσοφε, να βαδίσωμεν όσον το δυνατόν ταχύτερον προς την κορυφήν. Διότι, εάν την καταλάβωμεν, δεν θα ημπορέσουν να παραμένουν πλέον οι υπεράνω της οδού παραμονεύοντες πολέμιοι. Αλλά συ, εάν θέλης, μείνε εις το στράτευμα, εγώ όμως έχω ήδη αποφασίση να υπάγω. Εάν, εν τούτοις, νομίσης αναγκαίον (να υπάγης συ), πορεύου, εγώ δε μένω ενταύθα».

«Αλλά σου δίδω το δικαίωμα» είπεν ο Χειρίσοφος «να εκλέξης οιονδήποτε εκ των δύο θέλεις». Αφού δε ο Ξενοφών απήντησεν ότι, ως νεώτερος, προτιμά να πορευθή ο ίδιος, παρακαλεί τον Χειρίσοφον να επιτρέψη να τον ακολουθήσουν άνδρες (παρμένοι) από το μέτωπον. Διότι θα απήτει πολύν χρόνον να λάβη τις τοιούτους από την ουράν.

Και ο Χειρίσοφος, λοιπόν, συναποστέλλει τους από του μετώπου πελταστάς, προς αντικατάστασιν των οποίων παρέλαβεν άλλους εκ των εν τω μέσω του πλαισίου. Διέταξε δε ν' ακολουθήσουν τον Ξενοφώντα και οι τριακόσιοι, τους οποίους αυτός είχε τοποθετήση εις το μέτωπον του πλαισίου, εκ των μάλλον επιλέκτων ανδρών του στρατεύματος.

Εντεύθεν, λοιπόν, εβάδιζαν όσον ηδύναντο ταχύτερον. Οι δε επί του λόφου πολέμιοι, μόλις ενόησαν την προς την κορυφήν (του όρους) πορείαν των Ελλήνων, άμέσως και αυτοί ήρχισαν σφοδρώς να αμιλλώνται ποίος να φθάση εις αυτήν πρωτήτερα.

Και, λοιπόν, ενταύθα πολλή μεν κραυγή (ξεφωνητό) ήτον εκ μέρους του ελληνικού στρατεύματος, πάντων παρακινούντων αλλήλους προς έφοδον, πολλή δ' επίσης κραυγή εκ μέρους των περί τον Τισσαφέρνην, παρορμώντων επίσης αλλήλους προς αντέφοδον.

Ο δε Ξενοφών, παρελαύνων επί του ίππου του, ενεκαρδίωνεν όλους λέγων: «Ω άνδρες, λάβετε υπ' όψιν σας ότι την στιγμήν αυτήν αμιλλάσθε όπως φθάσετε εις την πατρίδα σας (ταχύτερον). Ότι υπέρ των τέκνων σας και των γυναικών σας τώρα αγωνίζεσθε. Ότι, εάν ολίγον μόνον τώρα κοπιάσωμεν, αμαχητί πλέον την επίλοιπον οδόν θα πορευθώμεν».

Σωτηρίδας δε ο Σικυώνιος είπε: «Δεν είμεθα, ω Ξενοφών, εις την αυτήν και οι δύο θέσιν (δεν αγωνιζόμεθα υπό τας αυτάς συνθήκας). Διότι συ μεν φέρεσαι επί ίππου, εγώ δε καταπονούμαι (ταλαιπωρούμαι) φέρων την ασπίδα μου».

Ακούσας ταύτα ο Ξενοφών πηδά αμέσως από του ίππου του και τον σπρώχνει βιαίως έξω από τας τάξεις των πεζών, και, αφού του αφήρεσε την ασπίδα, εβάδιζε μ' αυτήν όσον ηδύνατο ταχύτερον. Ετύχαινε δε να φορή και τον ιππικόν θώρακα, ώστε ούτω με την ασπίδα εκείνην ανά χείρας εστενοχωρείτο. Και επειδή, ως εκ του βάρους του οπλισμού του, μόλις ηδύνατο ν' ακολουθή τους στρατιώτας του, διέταξεν όσους μεν ήσαν έμπροσθεν να βαδίζουν αργότερα, όσους δ' ήσαν όπισθεν, ν' ακολουθούν αυτούς εκ του πλησίον.

Οι δ' άλλοι στρατιώται κτυπούν και πληγώνουν και λοιδορούν τον Σωτηρίδαν, έως ότου (επί τέλους) τον ηνάγκασαν να λάβη και πάλιν την ασπίδα του και να βαδίζη. Ο δε Ξενοφών, αφού ανέβη επί του ίππου του, εις όσα μεν μέρη ήσαν διαβατά επορεύετο έφιππος, εις όσα δε αδιάβατα, εγκαταλείπων τον ίππον, έσπευδε πεζός. Τέλος οι Έλληνες, παρατρέξαντες ούτω, μετά τοιαύτην άμιλλαν, τους Πέρσας, κατορθώνουν να φθάσουν πρώτοι εις την κορυφήν του όρους.

Κεφάλαιον πέμπτον.


Τότε, λοιπόν, οι μεν βάρβαροι στραφέντες έφευγαν όπου ηδύνατο έκαστος. (27) Ενώ οι Έλληνες είχαν καταλάβη ήδη την ακρωρείαν. Οι δε περί τον Τισσαφέρνην και τον Αριαίον (οι παρακολουθούντες κατόπισθεν τους Έλληνας), τραπέντες άλλην οδόν (προς ανατολάς), εξηφανίσθησαν. Οι περί τον Χειρίσοφον δε, καταβάντες (την εκ της προεξοχής του όρους άγουσαν προς την πεδιάδα οδόν), εστρατοπέδευσαν εις πλουσιώτατον από τρόφιμα χωρίον. Ήσαν δε εις την παρά τον Τίγρητα ποταμόν πεδιάδα ταύτην και άλλα πολλά αφθονούντα εις τροφάς χωρία.

Περί την εσπέραν όμως αίφνης εμφανίζονται εις την πεδιάδα οι πολέμιοι, και κατέσφαξάν τινας εκ των διεσκορπισμένων εν αυτή προς αρπαγήν (πλιατσικολόγημα) Ελλήνων. Όχι ολίγα δε κοπάδια (προβάτων και άλλων βοσκησίμων ζώων), διαβιβαζόμενα (από τους Έλληνας) εις την αντίπεραν του ποταμού όχθην, συνελήφθησαν.

Ενταύθα ο Τισσαφέρνης και οι μετ' αυτού ήρχισαν να καίουν τα χωρία. Ένεκα τούτου δέ τινες εκ των Ελλήνων πολύ εστενοχωρήθησαν, σκεφθέντες ότι, εάν τα κάψουν, δεν θα έχουν πλέον που να προμηθευθούν τα προς τροφήν των αναγκαία.

Και οι μεν περί τον Χειρίσοφον επέστρεψαν από το μέρος, εις το οποίον είχαν προστρέξη προς βοήθειαν των κατασφαζομένων Ελλήνων. Ο δε Ξενοφών, αφού κατέβη και αυτός (από την κορυφήν εκείνην, ην είχε προ ολίγου καταλάβη), διερχόμενος έφιππος τας τάξεις του στρατού, καθ’ ήν στιγμήν ακριβώς επανήρχοντο οι προσδραμόντες εις βοήθειαν Έλληνες, έλεγε τα εξής:

«Βλέπετε, ω άνδρες Έλληνες, ότι οι βάρβαροι αφίνουν πλέον με τρόπον εις ημάς την χώραν των (εις την διάθεσίν μας). Διότι όσα επεδίωκον καθ’ ήν εποχήν συνήπτον μαζή μας τας συνθήκας, να μη καίωμεν δηλαδή (να μη καταστρέφωμεν) την χώραν του βασιλέως, αυτοί οι ίδιοι διαπράττουν τώρα, καίοντες αυτήν σαν να μην ήναι ιδική των. Εάν, εν τούτοις, αφήσουν διά λογαριασμόν των εις κανέν μέρος τρόφιμα, θα ίδουν και ημάς αμέσως να βαδίζωμεν προς το μέρος τούτο.

»Αλλ', ω Χειρίσοφε, είπε, νομίζω καλόν να σπεύσωμεν να υπερασπίσωμεν την χώραν ταύτην κατά των καιόντων, σαν να επρόκειτο να υπερασπίσωμεν χώραν ιδικήν μας». Ο δε Χειρίσοφος απεκρίθη: «Αλλ' εγώ δεν είμαι της αυτής γνώμης, φρονών ότι και ημείς πρέπει ν' αρχίσωμεν να καίωμεν, διά ν' αναγκασθούν ούτω πολύ ταχέως να παύσουν (καίοντες)».

Αφού δ' απήλθον εις τα καταλύματά των, οι μεν άλλοι ησχολούντο περί τα επιτήδεια. (28) Οι δε στρατηγοί και λοχαγοί συνήλθον όλοι επί ταυτό, διά να συσκεφθούν, ευρισκόμενοι εις πολλήν στενοχωρίαν περί του πρακτέου. Διότι αφ' ενός μεν υψούντο (προ αυτών) όρη υπερύψηλα, αφ' ετέρου δε το βάθος του ποταμού ήτο τοσούτον ώστε οι δοκιμάσαντες να το καταμετρήσουν είδαν ότι ούτε αυτά τα δόρατα έφθαναν μέχρι του πυθμένος του.

Ενώ δε εις τοιαύτην ευρίσκοντο στενοχωρίαν, προσελθών κάποιος στρατιώτης, εκ Ρόδου καταγόμενος, είπεν: «Εγώ δύναμαι, ω άνδρες, να σας διαβιβάσω (εις την αντίπεραν όχθην του ποταμού) κατά τετρακισχιλίους οπλίτας, εάν μου χορηγήσετε όσα μου χρειάζονται μέσα, μου δώσετε δε ως αμοιβήν των κόπων μου ένα τάλαντον».

Ερωτώμενος δε: τίνων έχει ανάγκην, απεκρίθη: «Μου χρειάζονται δύο χιλιάδες ασκοί. Προς τούτο δύνανται να μου χρησιμεύσουν πολλά των όσα βλέπω τριγύρω μου πρόβατα και αίγες και βόες και όνοι, άτινα πάντα, αφού εκδαρούν και τα εξ αυτών δέρματα εμφυσηθούν καλώς, δύνανται να μας διευκολύνουν την διάβασιν.

»Θα λάβω δε ανάγκην και των σχοινίων, τα οποία μεταχειρίζεσθε διά τα υποζύγια (τριχιές). Αφού συνδέσω δηλ. μεταξύ των τους ασκούς με τα σχοινία αυτά, και αφού (ούτω συνδεδεμένους) τους κρατήσω επί της επιφανείας του ύδατος ακινήτους διά λίθων, τους οποίους θα κρεμάσω απ' αυτών και θ' αφήσω ως αγκύρας εις τον πυθμένα, και αφού δι' όλου του πλάτους του ποταμού μεταφέρω την ασκογέφυραν ταύτην από της μιας εις την άλλην όχθην, δένων αυτήν και από δυο της άκρα εις τας όχθας του, θα ρίψω επάνω της διάφορα χόρτα και χαμόκλαδα και επ' αυτών κατόπιν θα επισωρεύσω (κουβαλήσω) χώματα.

»Και ότι μεν δεν θα καταβυθισθήτε (επ' αυτών φερόμενοι), θα το ιδήτε αμέσως με τα μάτια σας. Διότι κάθε ασκός δύναται να φέρη βάρος δύο ανδρών χωρίς κανένα φόβον καταδύσεως. Τα χόρτα δε και τα χώματα εντελώς θα εμποδίζουν του να ολισθαίνη (να ξεγλιστρά) τις επ' αυτού».

Εις τους ακούσαντας ταύτα στρατηγούς η μεν γνώμη αύτη του Ροδίου εφάνη ευφυεστάτη, η πραγματοποίησίς της όμως αδύνατος. Διότι εις την αντίπεραν όχθην ευρίσκοντο πολλοί ιππείς εκ των βαρβάρων, οίτινες θα ημπόδιζαν την διάβασιν και οίτινες ευθύς αμέσως εις τους πρώτους, που θ' απετόλμων τοιαύτην τινά ασκογέφυραν, δεν θα επέτρεπαν τίποτε από όσα ανέφερα να γείνη (να πράξουν).

Ενταύθα την μεν επομένην, αφού έκαυσαν τα καταλύματά των, επανεχώρουν οπίσω εις τας ακαύστους κώμας, βαδίζοντες και πάλιν την άγουσαν προς την Βαβυλώνα οδόν. Ώστε οι πολέμιοι έπαυσαν πλέον να τους παρακολουθούν, θεώμενοι αυτούς (εκ του μακρόθεν) και απορούντες προς ποίαν άρα γε διεύθυνσιν θα τραπούν οι Έλληνες και τι σκέπτονται να πράξουν.

Ενταύθα οι μεν άλλοι στρατιώται εφρόντιζαν περί των επιτηδείων. Οι δε στρατηγοί και πάλιν συνήλθον προς σύσκεψιν και, αφού πρώτον συνήθροισαν τους (εκ των εγχωρίων κατά την πορείαν των) αιχμαλωτισθέντας, τους ηρώτων επισταμένως περί όλων των κύκλω των χωρών, οποία τις δηλαδή ήτον εκάστη εξ αυτών.

Ούτοι δε έλεγαν ότι προς νότον μεν η οδός έφερε προς την Βαβυλώνα και την Μηδίαν, από την οποίαν και είχαν έλθη. Προς ανατολάς δε ότι έφερε προς τα Σούσα και τα Εκβάτανα, όπου λέγεται ότι διέρχεται το θέρος και την άνοιξιν ο βασιλεύς. Η δε προς δυσμάς εις τον διαβαίνοντα τον ποταμόν οδός ότι έφερε προς την Λυδίαν και την Ιωνίαν. Η δε τρεπομένη διά μέσου των ορέων και προς βορράν ότι ήγε προς την χώραν των Καρδούχων.

Περί τούτων δε έλεγαν ότι κατοικούν ανά τα όρη και ότι είναι πολεμοχαρής λαός, μη υποτασσάμενος ουδ' εις αυτόν τον βασιλέα. Ότι δε άλλοτε ποτε είχεν εισβάλη εις την χώραν των και βασιλικός στρατός εξ εκατόν είκοσι χιλιάδων (προς υποταγήν των). Εκ των οποίων όμως, ως εκ των δυσκολιών της διαβάσεως, ουδείς εις την πατρίδα του επέστρεψεν. Οπόταν δε εσυνθηκολόγησαν (κατόπιν συνθηκών ειρήνευσαν) με τον εν τη πεδιάδι οικούντα σατράπην των, (έλεγαν) ότι δι' επιγαμιών συνανεμίγησαν αναμεταξύ των, αυτοί προς τους Καρδούχους και οι Καρδούχοι προς αυτούς.

Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί εκάθησαν ξεχωριστά (απεσύρθησαν) από τους λέγοντας ότι εγνώριζαν τας προς εκάστην χώραν αγούσας οδούς (αιχμαλώτους οδηγούς των), μη ανακοινούντες τίποτε περί της οδού, την οποίαν έμελλον να βαδίσουν.

Ενόμισαν, λοιπόν, οι στρατηγοί αναγκαίον να εισέλθουν διά των ορέων εις την χώραν των Καρδούχων. Διότι έλεγαν ότι, αφού διήρχοντο την χώραν ταύτην, θα ήσαν εις την φημισμένην και ευδαίμονα Αρμενίαν, την οποίαν διώκει ο (ήδη προ πολλού φθάσας εις αυτήν) Ορόντας. Από την Αρμενίαν δ' έλεγαν ότι είναι πλέον η οδός ευκολοδιάβατος, προς οιονδήποτε μέρος και εάν ήθελέ τις να βαδίση.

Μετά ταύτα προσέφεραν θυσίας εις τους Θεούς, ερωτώντες αυτούς πότε θα ήτον η κατάλληλος ώρα διά να ξεκινήσουν (διά να μάθουν την κατάλληλον της αναχωρήσεως ώραν). Διότι εφοβούντο μήπως προλάβουν και διαβούν πρώτοι οι πολέμιοι τα (Καρδούχια) όρη. Και διέταξαν, αφού δειπνήσουν, να αναπαυθούν όλοι, αφού πρώτον ετοιμάσουν τας αποσκευάς των, εις πρώτην δε διαταγήν των να ήναι αμέσως έτοιμοι διά την πορείαν.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον.


Όσα μεν, λοιπόν, κατά την ανάβασιν των Μυρίων έγειναν μέχρι της ημέρας της (περί τα Κούναξα) μάχης και όσα μετ' αυτήν συνέβησαν κατά την διαπραγμάτευσιν των συνθηκών, τας οποίας ο βασιλεύς και οι με τον Κύρον αναβάντες Έλληνες συνωμολόγησαν και όσοι πόλεμοι, αφού βασιλεύς και Τισσαφέρνης παρέβησαν τας συνθήκας ταύτας, επολεμήθησαν μεταξύ των Ελλήνων και του ακολουθούντος τούτους Περσικού στρατεύματος — πάντα ταύτα έγειναν γνωστά εις όσα μέχρι τούδε αφηγήθημεν.

Αφού δε (οι Έλληνες) έφθασαν εις ο μέρος ο μεν Τίγρης ποταμός είναι καθ' ολοκληρίαν αδιάβατος ως εκ του μεγάλου βάθους του και πλάτους, ουδεμία δε υπήρχε διάβασις (πέρασμα), τα δε Καρδούχια όρη, απόκρημνα υπεράνω αυτού του ποταμού εκρέμαντο, απεφάσισαν οι στρατηγοί να πορευθούν διά μέσου των ορέων.

Διότι από τους (καθ' οδόν) συλληφθέντας αιχμαλώτους εμάνθαναν ότι, εάν διέλθουν τα Καρδούχια όρη, θα συναντήσουν εις την Αρμενίαν τας πηγάς του Τίγρητος ποταμού, τας οποίας, εάν μεν θέλουν, δύνανται να διαβούν, εάν δε όχι, δύνανται να παρακάμψουν. Ελέγετο δε ότι και αι πηγαί του Ευφράτου δεν ήσαν και πολύ μακράν των πηγών του Τίγρητος. Τοιαύται δ' εν γένει ήσαν αι πληροφορίαι των μέχρι της στιγμής αυτής (ούτω δ' εν γένει είχον τα πράγματα των Ελλήνων μέχρι της στιγμής αυτής).

Την δε εισβολήν εις την χώραν των Καρδούχων επιχειρούν κατά τον εξής τρόπον, αφ' ενός μεν καταβάλλοντες πάσαν προσπάθειαν όπως διαλάθουν την προσοχήν των εγχωρίων, αφ' ετέρου δε, όπως φθάσουν όσον το δυνατόν ταχύτερο, πριν ή ακόμη προφθάσουν και καταλάβουν τας κορυφάς των ορέων οι πολέμιοι:

Ότε ήσαν περί την τελευταίαν νυκτερινήν φύλαξιν (περί ώραν καθ’ ήν ήλλασσεν η τελευταία της νυκτός φρουρά), υπελείπετο δ' από την νύκτα τόσον μόνον χρονικόν διάστημα, όσον ήρκει διά να διέλθουν εν μέσω ακόμη σκότους την πεδιάδα, τότε, αφού ηγέρθησαν από του ύπνου όλοι διά κατ' ιδίαν (από ανωτέρου εις κατώτερον) διαβιβασθείσης διαταγής, πορευόμενοι φθάνουν με τα ξημερώματα εις το όρος.

Τότε, λοιπόν, ο μεν Χειρίσοφος προηγείτο του στρατεύματος, λαβών το περί εαυτόν στράτευμα και όλους τους ευζώνους υπό την αρχηγίαν του, ο δε Ξενοφών ηκολούθει με τους οπισθοφύλακας οπλίτας, ουδένα έχων εύζωνον. Διότι και ουδείς εφαίνετο να υπάρχη κίνδυνος, μήπως, ενώ προς τάνω εβάδιζαν (ενώ ανέβαιναν τα όρη), τους ηκολούθει εκ των όπισθεν κανείς.

Και, πριν ή ακόμη τον εννοήσουν οι πολέμιοι, ο Χειρίσοφος ανέρχεται εις την κορυφήν. Έπειτα δε εβάδιζε βραδύτερον, ηκολούθει δε πάντοτε όπισθέν του το μεγαλύτερον μέρος του στρατεύματος εις τας ανά τα κοιλώματα και τους μυχούς των ορέων κώμας.

Τότε, λοιπόν, οι μεν Καρδούχοι, εγκαταλείψαντες τας οικίας των, φέροντες δε μαζή των και τους παίδας και τας γυναίκας των, έφευγαν ανά τα όρη. Τα δε τρόφιμα, εάν ήθελαν να λάβουν, ήσαν αφθονώτατα, γεμάται δε και αι οικίαι των από χαλκώματα, από τα οποία, εν τούτοις, ουδέν έλαβαν οι Έλληνες, ουδέ τους ανθρώπους κατεδίωκον, σκοπίμως φειδόμενοι αυτών επί τη ελπίδι ότι θα θελήσουν οπωσδήποτε οι Καρδούχοι να τους επιτρέψουν φιλικήν διάβασιν διά της χώρας των, αφού ήσαν εχθροί του βασιλέως. Εάν που όμως κανείς συνήντα κατά τύχην τρόφιμα, τα κατελάμβανεν. Διότι είχαν μεγάλην έλλειψιν αυτών. Οι δε Καρδούχοι ούτε εις τους προσκαλούντας αυτούς υπήκουον (έδιδαν ακρόασιν) ούτε οιανδήποτε άλλην φιλικήν διάθεσιν εδείκνυον.

Ότε δε κατέβαιναν οι τελευταίοι των Ελλήνων εις τας κώμας από την κορυφήν, εν μέσω πλέον σκότους βαδίζοντες (βραδυάσαντες) — επειδή, διά το είναι την οδόν στενήν, η διά των ορέων ανάβασις και κατάβασις διήρκεσε καθ' όλην την ημέραν — τότε συναθροισθέντες τινές εκ των Καρδούχων επιτίθενται κατά των τελευταίων τούτων και, αν και ήσαν ολίγοι, εφόνευσάν τινας και άλλους με λίθους και τοξεύματα σοβαρώς επλήγωσαν. Διότι εντελώς αιφνιδίως και χωρίς καν ούτε να το φαντάζωνται ενεφανίσθη προ αυτών (επλάκωσεν) ο Ελληνικός στρατός.

Εάν όμως τότε συνηθροίζοντο (προς αντίστασιν) περισσότεροι, θα εκινδύνευεν αφεύκτως να καταστραφή μέγα μέρος του στρατεύματος. Και ταύτην μεν την νύκτα ούτως εις τας κώμας (υπαίθριοι) εξενύκτισαν. Οι δε Καρδούχοι έκαιαν πολλά πυρά γύρω επί των ορέων, ούτω δε φωτιζόμενοι έβλεπαν αλλήλους (πού και πόσοι έκαστοι ευρίσκοντο).

Άμα δ' εξημέρωσε, συνασθροισθέντες οι στρατηγοί και λοχαγοί των Ελλήνων απεφάσισαν, έχοντες μόνον τα χρησιμώτερα και ευρωστότερα των υποζυγίων, να βαδίζουν, εγκαταλείποντες τα άλλα, ν' αφήσουν δ' επίσης και όλους τους προ ολίγου μόλις υπό του στρατού συλληφθέντας αιχμαλώτους.

Διότι ως εκ του πλήθους των υποζυγίων και των αιχμαλώτων επεβραδύνετο η πορεία του στρατού, πολλοί δε και απείχον της μάχης έχοντες την επιστασίαν τούτων, ως εκ του μεγάλου δε αριθμού των αιχμαλώτων παρίστατο ανάγκη να προμηθεύωνται διπλασίας ποσότητος τροφάς. Αφού δ' ενεκρίθησαν και ταύτα, εκήρυξαν ανά το στράτευμα να συμμορφωθούν όλοι προς τας διαταγάς των.

Ότε, λοιπόν, γευματίσαντες, ήρχισαν να βαδίζουν, σταθέντες οπίσω (σταματήσαντες ολίγον) εις κάποιο εκεί στενόν οι στρατηγοί, εάν τυχόν εύρισκαν εις κανένα τίποτε εξ εκείνων, τα οποία κατά τας διαταγάς των ώφειλαν να εγκαταλείψουν, του το έπαιρναν, οι δε στρατιώται υπήκουον, άφηναν δε μόνον (χωρίς να του το πάρουν) παν ό,τι τις είχε κλέψη, ως παραδείγματος χάριν κανένα προς απόλαυσιν παιδί ή καμμίαν εκ των καλοκαμωμένων γυναικών. Και ταύτην μεν την ημέραν ούτως επορεύθησαν, άλλοτε μεν (οπωσδήποτε) μαχόμενοι, άλλοτε δε και αναπαυόμενοι.

Την δε επομένην ενσκήπτει βαρύτατος χειμών, ουκ ήττον όμως ήτον απόλυτος ανάγκη να βαδίζουν. Διότι δεν επήρκουν πλέον τα προς συντήρησιν του στρατού τρόφιμα. Και επροπορεύετο μεν ο Χειρίσοφος, ωπισθοφυλάκει δε ο Ξενοφών.

Οι δε πολέμιοι (Καρδούχοι) ισχυρώς επετίθεντο και, επειδή τα μέρη, από τα οποία διήρχοντο, ήσαν στενά (κλεισούρες), ετόξευαν και εσφενδόνουν τους Έλληνας εκ του πλησίον. Ώστε ευρίσκοντο ηναγκασμένοι ούτοι, καταδιώκοντες αυτούς και πάλιν επιστρέφοντες (στας θέσεις των), να βαδίζουν βραδέως. Και συχνάκις ο Ξενοφών προέτρεπε (κρύφα) τον στρατόν να σταματά ολίγον κάθε φορά που οι πολέμιοι ισχυρώς επετίθεντο εναντίον του.

Ενταύθα ο Χειρίσοφος, άλλοτε μεν, ότε (ιεραρχικώς) διεβιβάζετο τοιαύτη κρυφή διαταγή, έμενεν οπίσω (σταματούσε λίγο), τότε όμως ηρνήθη να συμμορφωθή προς τας προτροπάς του Ξενοφώντος, αλλά ταχέως εβάδιζε και κρυφοδιέτασσε να τον ακολουθούν όλοι, ώστε ήτο πλέον εις πάντας φανερόν ότι θα είχε (πάντως) παρουσιασθή κάποια δυσκολία. Εις τον βαδίζοντα δε (παρερχόμενον) δεν εδίδετο καιρός να ίδη το αίτιον της σπουδής αυτής (ταχυπορίας). Ώστε η πορεία εν τη οπισθοφυλακή ωμοίαζε (μάλλον) προς φυγήν.

Και τότε αποθνήσκει ανήρ γενναίος, Λάκων την πατρίδα, ονομαζόμενος Κλεώνυμος, τοξευθείς διά της ασπίδος και του δερματίνου θώρακος εις τας πλευράς, και Βασίας ο Αρκάς, λαβών διαμπερές κτύπημα εις την κεφαλήν.

Άμα δε έφθασαν εις σταθμόν, ευθύς όπως ήτο κ' ευρίσκετο ο Ξενοφών, ελθών εις τον Χειρίσοφον, τον κατηγόρει διατί δεν εσταμάτησεν ολίγον, αλλ' εξ αιτίας του ηναγκάσθησαν να φεύγουν και να μάχωνται συγχρόνως. «Και ιδού τώρα ταποτελέσματα: Δύο καλοί και γενναίοι άνδρες να φονευθούν (αδίκως), χωρίς να ημπορέσωμεν ούτε τους νεκρούς των να λάβωμεν, ούτε να τους θάψωμεν (ως είχομεν καθήκον)».

Εις ταύτα ο Χειρίσοφος απεκρίθη: «Στρέψε το βλέμμα προς τα όρη ταύτα και ιδέ ό,τι όλα είναι αδιάβατα. Μία δε και μόνη είναι ανηφορική οδός, αυτή ην έχεις ενώπιόν σου, αλλά και επί ταύτης ημπορείς να ίδης μέγα πλήθος ανθρώπων, οίτινες φυλάττουν, προκαταλαβόντες ήδη, την οφρύν του όρους (το υψηλότατον της ράχεως του όρους).

»Διά τούτο, λοιπόν, έσπευδα και διά τούτο δεν σ' επερίμενα διόλου, με την ιδέαν ότι ίσως ηδυνάμην να φθάσω την επί της οφρύος ταύτης διάβασιν, πριν ή ακόμη καταληφθή από τον εχθρόν. Οι δε οδηγοί, τους οποίους έχομεν, λέγουν ότι δεν υπάρχει άλλη (διαβατή) οδός».

Ο δε Ξενοφών λέγει: «Αλλ' εγώ εκράτησα ως οδηγούς δύο (μόνον) άνδρας. Διότι ενεδρεύσαντες εφονεύσαμεν εξ αυτών τινας, επειδή μας ήσαν ενοχλητικοί, πράγμα το οποίον συνετέλεσε και εις το να ανακουφισθώμεν ουκ ολίγον, εάν δε μόνον τους δύο αυτούς επροθυμήθημεν να πάρωμεν μαζή μας ζωντανούς, επράξαμεν τούτο, διά να τους χρησιμοποιήσωμεν ως οδηγούς γνωρίζοντας την χώραν».