WeRead Powered by ReaderPub
Κύρου Ανάβασις Τόμος 1 cover

Κύρου Ανάβασις Τόμος 1

Chapter 5: ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The narrative chronicles a Greek cavalryman's leadership of a mercenary force stranded deep in hostile territory after the death of their patron, focusing on the long, arduous march home. It alternates vivid battle and march episodes with practical observations on logistics, leadership, and morale, and records speeches, negotiations, and tactical decisions that determine the group's survival. Themes include the interplay of personal honor, collective discipline, and the limits of power, while the episodic structure balances action with reflective commentary on command and military virtue.

The Project Gutenberg eBook of Κύρου Ανάβασις Τόμος 1

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Κύρου Ανάβασις Τόμος 1

Author: Xenophon

Translator: Demetrios Anastasopoulos

Release date: May 22, 2012 [eBook #39764]
Most recently updated: January 25, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
his major work in proofreading.

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΚΎΡΟΥ ΑΝΆΒΑΣΙΣ ΤΌΜΟΣ 1 ***

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. A table of corrections has been taken into account. otherwise the spelling of the book has not been changed. I have inserted three notes included in {}. Footnotes have been converted to endnotes.// Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Ένας πίνακας διορθώσεων έχει ενσωματωθεί στο κείμενο. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Έχω προσθέσει τρεις σημειώσεις, εντός {}. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

Δ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ


ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΙΟΥ

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
ΒΙΒΛΙΑ Α'. — Δ'.

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
1911

ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΙΩΤΗ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ 4




Όταν ο Ξενοφών εκστρατεύη με τους Μυρίους προς τα Κούναξα, είναι μόλις ετών τριάκοντα. Είναι πλούσιος. Είναι ωραίος. Και ανήκει εις μίαν των αριστοκρατικωτέρων των Αθηναίων τάξεων, την τάξιν των «ιππέων». Η ωραιότης του έχει αρμονίαν ως η σκέψις του. Ο διαβάζων τα συγγράμματά του, ιδίως την «Κύρου Παιδείαν» και «Ανάβασιν», αντιλαμβάνεται όλον το ύψος της ωραιότητός του αυτής. Ωραιότητος ευρύθμου αριστοκράτου Αθηναίου.

Είναι ο λεπτός μεν, αλλ' εν αρμονία προς αρρενωπότητα ψυχής και ήθους. Ο αβρός, ο μημουακτικός, ίσως και ο χαϊδεμμένος, αλλ' εξ εκείνων οίτινες με τας ομαλότητας αυτάς περιβάλλουν χαλύβδινον ψυχήν και πλαισιούν με όλον το σφρίγος του καθήκοντος κάθε της ζωής των πράξιν.

Εάν ανήκη εις τους αριστοκρατικούς, η αριστοκρατικότης του γαληνιά και έλκει. Δεν ερεθίζει, δεν τρομάζει. Είναι — ως θα ελέγαμεν σήμερα — από τους «μετριοπαθείς», δηλ. από τους σκορπίζοντας γύρω των ένα ωραίον και ευγενέστατον γαλήνης και ηρεμίας πνεύμα. Και αυτή η ορμή του ως στρατιώτου εις τον πόλεμον υπολανθάνει μέσα του. Η ενεργητικότης του είναι εσωτερική. Και ομοιάζει με την αόρατον ορμήν ποταμού, που τρέχει μεν και τρέχει πάντοτε, αλλ' όταν τον βλέπης εις την κοίτην του νομίζεις ότι ονειροπολεί ή κοιμάται . . . Που αισθάνεσαι την ορμήν του, μόνον όταν εισέλθης στα νερά του και αφεθής με υπακοήν εις την Μοίραν του . . .

Ο Ξενοφών είναι ο μαθητής του Σωκράτους, αλλ' όχι όπως ο Πλάτων, υψηλός και θείος. Δεν ανέρχεται αυτός, αλλά βαδίζει. Και είναι τόσον καλόν και τόσον δυνατόν το βάδισμά του! Είναι «ο ισχυρός» χωρίς να φαίνεται. Ο Διογένης ο Λαέρτιος τον λέγει ντροπαλόν. Φαντασθήτε τον Ξενοφώντα «ντροπαλόν» δια μέσου της εποποιίας των Μυρίων! Και όμως ήτο. Είχεν όλην των τοιούτου είδους ντροπαλών την ασφάλειαν εις την χείρα και το μέτωπον.

Οκτώ ολόκληρα έτη διατριβής με τον Σωκράτην του είχαν το φρόνημα ατσαλώση. Η διαλεκτική εκείνου εισήλθεν εις κάθε πτυχήν του πνεύματός του. Ακόμη και αυτή η σοφιστεία δεν του ήτο ξένη, διδαχθείσα αυτώ υπό του ωφελιμωτέρου των Αθηναίων σοφιστών της εποχής του, του Προδίκου.

Εις τον Ξενοφώντα εχρειάζετο, όταν ανέτρεπε λόγους και πράξεις αντιπάλων, έπρεπε δε ν' ανατρέψη αυτάς όχι εκ του συνήθους εν Ελλάδι της αντιδράσεως και της αντιλογίας πνεύματος ορμώμενος, αλλ' εκ του καθήκοντος και εκ της ισχύος και επιβολής των περιστάσεων, εχρειάζετο, λέγω, ουχί σπανίως ως όπλον μαχιμώτατον και η Σοφιστική.

Ουχ ήττον ήτο και τότε, όπως πάντοτε, ηθικός. Με ωραιότητα ηθικός. Ανέτρεπε πάλλων την σοφιστικήν του σπάθην προς όλα τα σημεία. Δεν ήτο ο άνθρωπος του «νόμω καλόν, νόμω κακόν». Δεν ήτον ο άνθρωπος «ο ποιών τον ήττονα λόγον κρείττω», δια να ωφεληθή αυτός και διά να επιβληθή και δεσπόση και νικήση, απλώς από χαιρέκακον εις τούτο ορμήν ωθούμενος.

Και όταν εσοφιστεύετο, η σοφιστεία του είχεν ως σκοπόν την ανωτέραν εκείνην ωφέλειαν, την, είτε υπέρ της προσωπικής του αξιοπρεπείας και ηθικής ακεραιότητος της ψυχής του, είτε υπέρ του γενικού καλού και γοήτρου εκείνων ους διώκει, επιδιωκομένην.

Είναι περίεργον ότι η ζωή του Ξενοφώντος είναι: σταθμοί εδώ και σταθμοί εκεί. Όχι συνέχεια ζωής. Ο έρρυθμος αυτός ήτο πλέον ξένος δια πολιτείαν έκρυθμον, ως η των Αθηνών. Το περιβάλλον των ήτο ξένον προς την αριστοκρατικότητά του. Η Δημοκρατία είχε πέση υπό τον Λύσανδρον. Και είχεν η Ολιγαρχία των Τριάκοντα δαμάση κάθε έκδοτον ροπήν του Δήμου. Μεθ' ό ανέστησαν και πάλιν όσα είχαν απομείνη λείψανα δημοκρατικά, των αρχαίων συντηρητικών μεταβληθέντων εις ποιητικούς πλάνητας ή επαγγελματικούς τυχοδιώκτας της ζωής.

Ο Ξενοφών ήτον από τους τελευταίους. Η αρμονία έχουσα αντιμέτωπον το χάος. Χάος δε ήσαν τα του Άστεως. Ο ωραίος ιππεύς, ο ευγενής ευπατρίδης, ο κομψός και στωμύλος αυτός έφηβος φεύγει εξ Αθηνών, ως έφυγαν όχι ολίγοι αριστοκρατικοί αρχαίοι οίκοι της Γαλλίας μετά την επικράτησιν των Δημοκρατικών της.

Ο Ξενοφών αισθάνεται τας Αθήνας, αι οποίαι όμως δεν δύνανται να τον αισθανθώσι πλέον. Τας αγαπά. Είναι η πατρίς του. Αλλ' η Τύχη του τείνει τον δάκτυλον αυτής ή προς την Ασίαν με τον Κύρον ή προς την Σπάρτην με τον Αγησίλαον, παντού αλλού πλέον εκτός των Αθηνών. Και ο Ξενοφών ακολουθεί την οδόν, ην του δεικνύει η Τύχη του.

*
* *

Εγνώρισα ένα — μέγα και εις το ύψος του μοναδικόν — παράδειγμα στρατηγού εγκολπωθέντος τους εχθρούς της πόλεως που τον γέννησε, διά να φανερώση όλον το προς την Πολιτείαν της μέχρι θανάτου μίσος του, τον Κοριολάνον. Και εγνώρισα εραστάς που αγαπούν με φρίκην, με μίσος την αγαπημένην των. Που την αποστρέφονται μεν ως αναξίαν των, και όμως, διότι επήραν άπαξ μίαν φόραν έρωτος, την αγαπούν, την θέλουν.

Το ιδανικόν των Αθηνών εις την διάνοιαν του Ξενοφώντος ήτο πολύ ανώτερον των Αθηνών των χρόνων του. Ηγάπα το ιδανικόν των Αθηνών εκείνων και, αν δεν εμίσει, δεν προσηρμόζετο όμως η ψυχή του προς τας Αθήνας ταύτας, τας γεμάτας από δημαγωγίαν και παράλυσιν.

Προσκληθείς ίνα μεταβή εις τας Σάρδεις από τον φίλον του Πρόξενον ανεχώρησεν εξ Αθηνών βέβαια με άφατον πίκρα στην καρδία του. Αυτός ανήκεν εις τους Άρχοντας. Και οι Άρχοντες είχαν απολέση όλην την παλαιάν των γοητείαν. Και έφευγε με το μυστικόν δάκρυ του ισχυρού που δύναται μεν να αποχωρισθή, αλλά χωρίς ποτέ να λησμονήση την αποχωριζομένην του.

Τας αναλογίας της ψυχής του Ξενοφώντος αισθάνομαι εγώ, που έχω την Αθηναίαν μητέρα μου όλην εις τα στήθη μου και αγαπώ τας διεφθαρμένας και ακαλλιτέχνους και οχλοκρατικάς της σήμερον Αθήνας με το μίσος εκείνο του εραστού που εσημείωσα άνω. Που φεύγω με μίσος προς αυτάς, διά να τας ποθήσω, επανερχόμενος, περισσότερον. Απόδημος κ' εγώ, ως ο Ξενοφών, ακολουθώ την ωραίαν τυχοδιωκτικήν ζωήν αυτού, κρατών, αντί όπως εκείνος σπάθην, κάλαμον. Και αντί, όπως εκείνος γράφων κατά τύχην, γράφων κατ' ανάγκην και . . . κλαίων με το μειδίαμα πάντοτε στα χείλη.

Ο οργασμός του Ξενοφώντος, με τα τριάντα χρόνια του, με την αγάπην του, με το μίσος του, με τας φιλοδοξίας του, με την εξωσθείσαν εκ της πατρίδος του αρχαίαν αριστοκρατικήν φυήν του, ο οργασμός αυτός εκδηλώνεται εν όλω αυτού τω μεγαλείω με 10 χιλιάδας Έλληνας τυχοδιώκτας εις χώραν μακρυνήν, ξένων και βαρβάρων, εις την Ασίαν.

Φθάνει εκεί χωρίς να γνωρίζη τι θα κάμη ή τι θα γείνη. Η τύχη του δουλεύει όμως. Η Ασία γεννά μίαν ωραίαν ψυχήν φιλόδοξον, την ψυχήν του Κύρου. Που αγαπά και ευνοεί τους Έλληνας. Αλλά και θέλει να εκθρονίση τον αδελφόν του, διά να βασιλεύσω αυτός δυνάμει της αγάπης ταύτης.

Ο Αρταξέρξης, ο αδελφός του, είναι ο πρεσβύτερος. Και η φύσις αναγνωρίζει εις τον πρεσβύτερον αυτόν, ως εις κάθε πρεσβύτερον, πρωτεία. Αλλ' ο Κύρος είναι ο διανοητικώτερος, ο ευγενέστερος. Και το πνεύμα και η ευγένεια, ως φύσις και αυτά, διεκδικούν τα δικαιώματά των επ' εκείνου. Η κτηνώδης κληρονομική βία ετοιμάζεται προς πάλην κατά της αυθαιρέτου μεν, αλλ' εκ της λεπτότητος και της διανοήσεως αντλούσης την ισχύν της, φύσεως του Κύρου.

Η πάλη γίνεται εις τα Κούναξα, παρά την Βαβυλώνα. Και, ως συνήθως συμβαίνει εις τον κόσμον τούτον, η βία ενίκησε το Πνεύμα. Τον στρατόν ακολουθεί και ο Ξενοφών, ως εθελοντής φέρων, μαζή με την μετριόφρονα αυτήν του ιδιότητα, και την μεγαλοφυίαν του.

Εις τας Αθήνας ήτον ο κατ' εξοχήν σπόρτσμαν. Οπλομάχος, φιλόστρατος, φίλαθλος, ιππεύς. Αυτά διά τους μυς, αφ' ενός, και διά την ευρυθμίαν της ψυχής του, αφ' ετέρου. Είπομεν, ήτο και μαθητής του Σωκράτους, μαθών τον τρόπον του πείθειν εις το τέλειον. Αι δύο του αύται ιδιότητες, λέγει ο Πανταζίδης, εξηγούν το στρατηγικόν αυτού δαιμόνιον κατά την Ανάβασιν και Κατάβασιν εκείνην των Μυρίων.

Πεζή, πεζοτάτη η εξήγησις. Οιονδήποτε Δαιμόνιον είναι ανεπίδεκτον οιασδήποτε ερμηνείας συμφώνως προς καθεστώτας νόμους, είτε κοινωνικούς τοιούτους είτε φυσικούς. Το στρατιωτικόν δαιμόνιον του Ξενοφώντος ηδύνατο να υπάρχη και άνευ των σπoρτ εκείνων, και άνευ της Σωκρατικής πειθούς αυτής. Δεν επλάσθη δι' αυτών. Εξωραΐσθη μόνον και ερρυθμίσθη. Εζήτει μίαν τινά διέξοδον εις την ζωήν. Αι Αθήναι δεν ήτο δυνατόν να του την δώσουν πλέον. Και του την έδωκεν ο Κύρος στην Ασίαν.

*
* *

Μέχρι της δολοφονίας των στρατηγών, ο Ξενοφών ήτον και αυτός ένας από τους κάποιους του στρατεύματος. Και θα ήτον ακόμη περισσότερον από τους κάποιους τούτους, εάν δεν κατέβαινε του Κύρου να εκθρονίση τον αδελφόν του διά της βίας. Η Τύχη λοιπόν ειργάζετο υπό την μορφήν της αποφάσεως της εκστρατείας ταύτης και υπό την μορφήν της δολοφονίας των στρατηγών εκείνης, διά να έλθη ένα ωραίον φαινόμενον Στρατηγικής στον κόσμον, ο Ξενοφών αυτός, να έλθη δε ούτω υπέροχον και ούτω μοναδικόν, ώστε να καταπλήξη, ως και κατέπληξε πράγματι, τον κόσμον.

Ο συγγραφεύς των «Απομνημονευμάτων» και της «Κύρου Παιδείας» δεν θα ήτο ικανός να τον δοξάση. Η ζωή του, άνευ της μοιραίας Αναβάσεως αυτής, θα περιωρίζετο ίσως εις ένα άκαρπον λακωνισμόν. βεβαίως εις μίαν μονότονον διέλευσιν των πεζοτέρων κύκλων της, χωρίς ούτε τα «Απομνημονεύματα» ούτε η «Κύρου Παιδεία» ούτε οιανδήποτε άλλο έργον του να δυνηθούν να τον ανυψώσουν μέχρι του θαυμασμού του κόσμου όλου, ως τον ανύψωσε μόνη η «Ανάβασις».

Η Ανάβασις αυτή είναι ένα μεγαλούργημα. Αναπηδά «ο στρατηγός ο δαιμόνιος» εκ του μέσου. Και αναπηδά με τόσην λιτότητα και τόσην ηρεμίαν, ώστε νομίζεις ότι η Τακτική του, παρ' όλα τα, άτινα διήλθε, βάσανα, δεν είναι παρά ένα ωραίον χάιδι του ρυθμού και της συμμετρίας και της αρμονικότητος της καθολικής του Σύμπαντος.

Προσκαλούμενος εις τον στρατόν του Κύρου, ούτε εγνώριζε κατά τίνος θα βαδίση αύριον. Εισήλθεν ως ένα άγνωστον νούμερο εις αυτόν. Και τίποτε άλλο. Ο Κύρος και αυτόν και τους περί αυτόν, εκτός του Κλεάρχου, είχε πείσει ότι θα βαδίσουν κατά των Πισιδών, ενώ αυτοί εβάδιζαν κατά της μεγαλειοτέρας Ειμαρμένης, την οποίαν ήτο δυνατόν ποτε να συναντήσουν άνδρες Έλληνες.

Μία ορμή ήτο και μία ορμή εφέρετο εις τον στρατόν αυτόν. Αλλά με γλύκα, με μυστικότητα, με ταπεινότητα. Και η ορμή αυτή ήτον ο υιός του Γρύλλου. Όταν επεφάνη πλέον κατ' ανάγκην ως Ισχύς και ως Μεγαλείον η ορμή αυτή, μετά την ήτταν του Κύρου παρά την Βαβυλώνα, ήλλαξεν ο ρυθμός δέκα χιλιάδων Ελλήνων τότε αυτοστιγμεί. Ο Ξενοφών είναι τότε η Πρόνοια. Είναι ο άγνωστος, που έλκεται από την αφάνειαν υπό του θεού, διά να εκτελέση τα προστάγματά του.

Και πώς, αλήθεια, τα εκτελεί! Όχι ως Ζευς υψιβρεμέτης, αλλ' ως ωραία χαμογελώσα Μοίρα, η οποία μόνον ένα «Εμπρός!» αιώνιον και σταθερόν και αναλλοίωτον και ακατάβλητον έχει πάντοτε προ οφθαλμών της . . .

Ιδού η Ανάβασις αύτη, διά να ίδη ο αναγνώστης πώς βαδίζει ο Ξενοφών και πώς μάχεται και πώς νικά και πώς αγορεύει και πώς πείθει. Ένα πράγμα μόνον θα εξάρω εδώ. Ότι η Τέχνη είναι τόσον ευρεία εις τους πόθους της, ώστε περιέλαβε και την Ανάβασιν αυτήν ως ένα εκ των θαυμαστοτέρων εις τον κόσμον φαινομένων της. Δεν ομιλώ περί του έργου αυτού ως συγγραφής. Αλλά περί της Αναβάσεως ως εκστρατείας. Εις χείρας του Ξενοφώντος αποτελεί αύτη καλλιτέχνημα. Τόσον ωραία βαδίζει, διατάσσει, αντιπαλαίει, υπερπηδά, καταβάλλει, κατευνάζει, σαγηνεύει, συγχωρεί, επιτιμά, οργίζεται, ώστε όλαι αι διαθέσεις αύται αποτελούν ένα υπέρτατον καλλιτεχνικόν σύμπλεγμα κινήσεων διά μέσου των ορέων και των ποταμών και των ερήμων και των αγρίων της Ασίας, τόσον αρμονικόν ως όλον, τόσω συμμετρικόν εις τα μέρη του, ωσάν να ήτο κάποιο τέλειον μεγάλου της Αρχαιότητος τεχνίτου άγαλμα.

Ο Ξενοφών «έγραψε» την Ανάβασιν, πριν ή την γράψη πράγματι. Αι αναλογίαι των καθ' έκαστα μερών του έργου τούτου, ασχέτως προς τον μέγαν ή μικρόν βαθμόν της ωραιότητός των, νομίζει τις ότι έπρεπε προηγουμένως να υπάρξουν εις τα καθ' έκαστον μέρη της εκστρατείας ταύτης διά να συντεθούν κατόπιν εις σελίδας. Η Ανάβασις λοιπόν δεν υπάρχει ως Έργον μόνον, αλλά και ως Ζωή. Η τέχνη του είναι η τέχνη των βημάτων, των επιθέσεων, των λογχισμών, των πηδημάτων, των φορών, των καταλήψεων, των νικών.

Ο Ξενοφών λοιπόν είναι ο καλλιτέχνης στρατηγός εις τας μεγάλας της εκστρατείας του γραμμάς. Και τόσον μάλιστα, ώστε να κατορθώνη να διοχετεύη την καλλίτεχνον στρατηγικήν του ταύτην και εις την περιγραφήν της. Είναι ο καλλιτέχνης στρατηγός, ούτινος η τέχνη από των μαχών σύρεται και ξεχειλίζει μέχρι των περγαμηνών και των παπύρων, όπου έγραφεν.

*
* *

Επιστρέφει, και ο νόστος τον κατέχει ολόκληρον. Πατεί το πόδι του εις το Βυζάντιον. Αλλά και εντεύθεν ο νόστος προς τας Αθήνας παραμένει πάντοτε ακέραιος. Το ότι είδε «θάλατταν» επί τέλους, θάλατταν Ελληνικήν, και ότι ευρίσκετο από της Τραπεζούντος μέχρι του Βυζαντίου πάντοτε μεταξύ Ελλήνων, δεν τον ικανοποίει.

Εφιλοδόξει Αθήνας. Αλλ' αι Αθήναι του τον φυγαδεύουν διά ψηφίσματος, κατ' άλλους μεν διά τον λακωνισμόν του, κατ' άλλους δε διότι εξεστράτευσε μετά του εχθρού των Αθηναίων Κύρου. Το πολυθρύλητον ζήτημα αυτό δεν θα εξακριβώσω εδώ. Το βέβαιον είναι τούτο: ότι ο Ξενοφών ήτο φιλολάκων. Και ότι ο λακωνισμός του αυτός ένα εκ των χαρακτηριστικωτέρων του αποτελεσμάτων έσχε την μετά του χαρακτηριστικώτατα λακωνίζοντας επίσης Κύρου εκστρατείαν του.

Και λοιπόν, αφού ο Ξενοφών είναι φιλολάκων, είναι μισαθηναίος, άρα! Άρα ο Ξενοφών είναι ένας επαίσχυντος, είναι ένας προδότης! Έτι περισσότερον είναι, αφού φθάνει μέχρι του σημείου: εις την εν Κορώνεια μάχην να είναι εν τω στρατοπέδω των Σπαρτιατών παράπλευρος του Αγησιλάου!

Όχι! μυριάκις όχι! Μία ψυχή ως η του Ξενοφώντος δεν κρίνεται ποτέ εκ των έργων της, αλλ' εκ των προθέσεών της. Ο Ξενοφών ήτο φιλολάκων! Και είθε, μετά τον θάνατον του Περικλέους, ότε ενέσκηψαν εις τας Αθήνας τα ανεμοφορητότερα των τριόδων πνεύματα, διά να διευθύνουν τας τύχας του ήδη παρημελημένου Δήμου, είθε να εγίνοντο όλοι οι Αθηναίοι τότε φιλολάκωνες. Πολιτικώς — εννοώ — να εφρόνουν τα των Λακώνων.

Το εύχαρι και διαυγές και ακτινοβόλον πνεύμα των βεβαίως δεν ήτο δυνατόν να μεταβαπτισθή εις Σπαρτιατικόν ώμον και σκληροτράχηλον. Αλλά το πνεύμα αυτό, του οποίου και μίαν εγώ ακτίνα δεν αντιζυγίζω προς όλον το διανοητικόν και καλλιτεχνικόν (!) της Σπάρτης παρελθόν, το πνεύμα αυτό, μαντεύον την κατωφέρειαν, εις ην εφέροντο τα πολιτικά των Αθηναίων πράγματα, ηδύνατο πράγματι δι' επιδεξίας τινός χειρός να οιακοστροφήση ταύτα προς την ομολογουμένην στιβαρότητα των πολιτικών Σπαρτιατικών ηθών, προς μίμησιν εξ αυτών και παραδειγματισμόν.

Ο Ξενοφών ως πνεύμα ήτον Αθηναίος. Αλλ' ως χαρακτήρ εσπαρτιάτιζε. Και θα εσπαρτιάτιζε, και εάν ακόμη δεν ανήκεν εις τους Αριστοκρατικούς, την τάξιν την βλέπουσαν ομαλώς μεν, αλλά και ισχυρώς, λιτώς μεν, αλλά και τετραγωνικά σωφρόνως, τα πράγματα της ζωής του κόσμου. Ήθος άλλως τε σωκρατικώς συγκεκροτημένον, χαρακτήρ δράσεως μεν, αλλά μετά λογικής, συμμετρία απόλυτος όλων των ψυχικών και διανοητικών αυτού δυνάμεων — χρήσιμα πάντα ταύτα, εάν δεν κατηυθύνοντο προς την Στρατηγικήν, αλλά προς την Τέχνην, να ανεγείρουν νέον Παρθενώνα εις τον κόσμον — όλα αυτά βεβαίως έκλιναν την πλάστιγγα της ψυχής του προς την Σπάρτην.

Ο Ξενοφών ήθελε τότε ό,τι ζητούμεν ημείς σήμερον. Κράτος δηλ. και πάλιν Κράτος και μόνον Κράτος. Το πνεύμα, όπως και σήμερον, έρρεε διά των οδών. Αλλ' η Πολιτεία κατέρρεε διά των τριόδων. Και εθύμωνε και ηθύμει και ηγανάκτει βέβαια μέσα του. Όχι κατά της Πατρίδος του. Αλλά κατά των Αθηναίων, θαπτόντων την ευγενή Πατρίδα του.

Υπάρχουν προδόται που γίνονται τοιούτοι εξ αγάπης ανυπερβλήτου, ασυγκρίτου, ιδανικής προς τα πατρώα εδάφη. Προδόται που εξαγνίζουν και εξωραΐζουν και εξιδανικεύουν την εις άλλα εδάφη δράσεως ζοφεράν της προδοσίας έννοιαν. Όταν οι την πατρίδα μου κατοικούντες Έλληνες είναι ανάξιοι αυτής και του παρελθόντος της, εγώ δε θεωρούμαι πλέον υπ' αυτών ως άχρηστος και απροσάρμοστος εις τα κατ' οίκον και δημοσία αίσχη των, και τους Έλληνάς της τούτους εώ χαίρειν εις τας ατιμίας των και τα όργιά των, έστω και διά παντός, και συμφιλιούμαι ακόμη προς τους εχθρούς αυτής, ων η πολιτεία όμως και η προς τους νόμους υποταγή και ευπείθεια, μεταβιβαζόμενα εις «τη δόλια» εκείνη, θα την ανίστων εκ του τάφου ένδοξον, χωρίς εν τούτοις να υπάρχη καμμία εκείθεν ελπίς μεταβιβάσεως· τοιαύτην, λέγω, πατρίδα, όταν ανεπανορθώτως και ανεκκλήτως βλέπω φερομένην προς την παρακμήν, τις μωρός θα με ονομάση προδότην, εάν, μη δυνάμενος πλέον να την ωφελήσω διά της αγάπης μου, την αγαπώ πλέον διά του μίσους μου ή της αδιαφορίας μου ή και της περιφρονήσεώς μου ;

Όχι μόνον διότι ηκολούθησε τον φιλολάκωνα Κύρον εις την Ασίαν, ή διότι η συντηρητικότης του, ήτις δεν ήτο τίποτε άλλο παρά αρμονία, όχι σχολαστικισμός και όχι νοικοκυροσύνη άνοστη, εστράφη προς την Σπάρτην, ης την πολιτείαν εζήλευε και εφθόνει, αλλ' ακόμη και εάν ύψωνε χείρα εκδικητικήν εν Κορωνεία κατά των συμπολιτών του, ων η συμπολιτοσύνη όμως έβλεπεν ότι ωδήγει τας Αθήνας εις τον εν Χαιρωνεία όλεθρον, ακόμη, λέγω, και εάν τούτο έπραττεν, όχι! μυριάκις όχι! ο Ξενοφών δεν είναι δυνατόν να ονομασθή προδότης. Απέναντι των μεγάλων εκρήξεων ψυχής δικαίας η υψίστη δικαιοσύνη βέβαια φθάνει πολλάκις εις αδικίαν. Αδικίαν όμως που δεν ατιμάζει, αφού προέρχεται από την εξαιρετικήν, εξ εξαιρετικής ψυχής, αντίληψιν αυτής και στάθμην.

*
* *

Φυγάς πλέον ο Ξενοφών. Και φυγάς διά παντός. Εις δωρηθέν αυτώ, τιμής ένεκα, υπό της Σπάρτης κτήμα, τον Σκιλλούντα, ιδιωτεύει ήδη έχων απέραντον υποστατικόν, ναούς, οικίας, τεμένη, κυνήγια, δάση, ό,τι θα ηδύνατο να εμφανίση τον Ξενοφώντα τέλειον διά την εποχήν εκείνην Άρχοντα, υπό την Νεοελληνικήν της λέξεως σημασίαν.

Ο Ξενοφών εκεί δεν είναι παρά μία νότα της Φύσεως ευγενεστάτη. Αι αρμονίαι της ευρίσκουν τόσην ηχώ εις την ψυχήν του! Ο τίμιος αυτός άνθρωπος, ο τίμιος άνευ μεταφυσικών ως ο Πλάτων ιδεολογιών, την μεγαλοφυίαν του οποίου δεν είχε μεν ούτε το ύφος ούτε την λεπτότητα ούτε την τέχνην, ον υπερτερεί όμως εις την «τιμιωτέραν» διατύπωσιν των νοημάτων και διδασκαλιών του μεγάλου Αθηναίου διδασκάλου των, ο τίμιος, λέγω, αυτός άνθρωπος, έγεινεν εκεί εις το κτήμα του, όπου και συνέγραψεν ό,τι υπό το όνομά του φέρεται, ένα κομμάτι Φύσεως τόσω ωραίον και τόσω αρμονικόν, ώστε μόνον διά την ευγένειαν της ζωής του αυτής να δικαιολογήται όλη η προς τους Σπαρτιάτας πολιτεία του.

Ο Ξενοφών είναι ήθος, είναι πνεύμα, είναι κρίσις, είναι χαρακτήρ. Είναι αυτή η υγεία της ζωής η φυσιολογικωτέρα. Καμμίαν ανωμαλίαν δεν επήρεν από την Αττικήν Φύσιν. Και τίποτε από το ευμετάβολον αυτής. Και τίποτε από το πτητικόν και αερινόν και αιθέριον αυτής.

Αλλ' η Αττική φύσις έρχονται ημέραι — και είναι όχι ολίγαι αι ημέραι αυταί — καθ' ας είναι όλω και αρμονία. Άνθησις, ουρανός, ατμόσφαιρα, φως, χρώμα, τα πάντα είναι εν αναλογία. Γύρω δε γαλήνη και ηρεμία και ιερότης έξοχος. Μία ευσέβεια επιτάσσεται τότε αοράτως προς το εκπάγλου κάλλους αυτό όραμα, ευσέβεια, υπό την οποίαν γονατίζει η ψυχή και στρέφονται τα βλέμματα Άνω, προς το Κυανούν, με την θειοτέραν μέσα των αναλαμπήν εκστάσεως και λατρείας.

Ο Ξενοφών λοιπόν είναι η ωραία υγεία της στιγμής αυτής. Ης έχει την ευσέβειαν εκείνην όλην αναρπάση, και ης το μυστικόν ρέει δι' όλης της ζωής του ως νάμα. Ο Ξενοφών είναι η μουσική η προσγειοτέρα, που δεν έχει μεν τίποτε Μπετόβειον, έχει όμως όλους τους ρυθμούς εντός της, παιάνος αρχαϊκού προς μάχην και προς θρίαμβον. Το σώμα του ορθούται ακέραιον, ευθυτενές, σαν σώμα ωραίου Έλληνος ανδρός, με ένα υπέρτατον αριστείον εις τα στήθη του, το αριστείον της τιμής και της συνεπείας εις εαυτόν εις κάθε λόγον του ή πράξιν.

Εκεί, εις την Σκιλλούντα, τα έργα του που γράφει, γίνονται ένα με την πέριξ υγείαν της Φύσεως και της Ζωής. Δεν ανέρχεται εις τας μεταφυσικότητάς των. Αλλά τας παρατηρεί τιμίως και ασφαλώς. Ο Ξενοφών είναι ο τύπος του καλού καγαθού υπό την αρχαίαν έννοιαν των λέξεων. Είναι ο τύπος του χρηστού και του δικαίου. Όλη η «Ανάβασις» θάλλει και ανθίζει και καρποφορεί αδρότατα την χρηστότητα αυτήν, το δίκαιον αυτό, εις κάθε αυτής κύκλον.

Ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται και ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται». Το του Ευαγγελίου Θείον αυτό ρήμα, η φύσει προφητική, αλλ' εκ των γεγονότων προφητική κ' εκ των πραγμάτων, ψυχή του προμαντεύει ούτω: «και ο Θεός (ο Θεός! η γενική του και παγκόσμιος έννοια δεν διαφεύγει την Σωκρατίζουσαν μεν, θυμόσοφον δε διάνοιαν του Ξενοφώντος) και ο Θεός ίσως άγει ούτως, ος τους μεγαληγορήσαντας ως πλέον φρονούντας ταπεινώσαι βούλεται, ημάς δε τους από των Θεών αρχομένους εντιμοτέρους εκείνων καταστήσαι».

Τίποτε το υπερφίαλον δεν έχει. Ντρίτος εις όλα. Ευθύς. Και με κρίσιν, υπό το φως της οποίας ίσως θα ηδύνασο κάποτε ν' αναμνησθής την εν τω Ευαγγελίω, με την οποίαν θα εκρίνοντο «οι τα αγαθά ποιήσαντες» και «οι τα φαύλα πράξαντες». Τόσην ισχύν έχει και τόσην κρυσταλλώδη διαφάνειαν εις το θέτειν τα ζητήματα, εις το ερευνάν αυτά, εις το αποδεικνύειν, εις το συνδυάζειν, εις το σταθμίζειν, εις το συμπεραίνειν.

Η δε ευσέβειά του έχει και αυτή προαναπόλησίν τινα χριστιανικήν, όταν λέγη ότι εν καιρώ κινδύνων και αποριών περί του πρακτέου και επιβουλών και πολέμων και αγνοιών το «συν Θεώ πράττειν» είναι θεσμός της ψυχής υπέρτατος.

Ο «αριστοκράτης» Αθηναίος δεν ήτο δυνατόν ή να είναι ο «ευσεβής» της Αναβάσεως υφ' όλας αυτού τας ποικιλίας. Όταν λέγη «Θεόν» μόνον και ουχί «Θεούς», βεβαίως προφοιβάζεται την Ευαγγελικήν του Ναζωραίου δόξαν. Και βεβαιότερον η τελευταία αυτή, διά των λόγων του, διά των του Πλάτωνος. 400 έτη πριν λάμψη εις τον κόσμον, ενωράθη επί του διανοητικού ουρανού του Άστεως ως Λόγος.

Η ευσέβεια αύτη είναι η μόνη δυνατή φιλοσοφία εις τον Ξενοφώντα. Η μέχρι προλήψεων εδώ, η μέχρι καθολικότητος εκεί. Εκεί φωνάζει εις την ψυχήν του η Παράδοσις και το Καθεστώς. Εδώ φωνάζει η μεγάλη φωνή του Παύλου εμφαίνοντος τον «Άγνωστον Θεόν».

Ο άνθρωπος που διαρκώς μαντεύεται και σπλαγχνοσκοπεί και οιωνοσκοπεί και θυσιάζει και ονειρεύεται απέκτησε καθ' έξιν, γενομένην πλέον εις την ψυχήν του ένστικτον, μίαν σταθεράν ψυχικήν ανάτασιν, από την οποίαν, εάν δεν εκπορεύεται πάντοτε ο ενιαίος και μοναδικός Θεός, πάντοτε όμως εκπορεύεται ο αιώνιος προς το Θείον σεβασμός, έστω και όταν ούτος φθάνη μέχρις αίματος . . .

*
* *

Ο Πανταζίδης γράφων περί του Ξενοφώντος ως συγγραφέως λέγει — υπό τινα βεβαίως τύπον μειώσεως της συγγραφικής του αξίας — ότι «έγινε συγγραφεύς εκ τύχης και περιστάσεων, ουχί δε συναισθανόμενος τοιαύτην εν εαυτώ αποστολήν». Τούτο είναι αληθέστατον. Αλλ' — ερωτάται — τι θα 'πή «γράφειν εκ τύχης» και «γράφειν εξ αποστολής»; Το γράφειν είναι απλούστατα ένστικτον, το οποίον, από δυναμικόν που είναι, το κάνει ενεργητικόν πότε η ανάγκη και πότε η περίστασις.

Δύναται να υπάρχη «αποστολή συγγραφική» και όμως να μην υπάρχη καμμία εις την συγγραφήν αξία. Και δύναται να γράψη κανείς «εκ τύχης» και η τύχη να βγάλη εις το μέσον αριστούργημα. Επαναλαμβάνω: αρκεί να υπάρχη το ένστικτον της πέννας. Και ελησμόνησα να προσθέσω: αρκεί το ένστικτον αυτό να έχη εξευγενισθή ή κληρονομικώς, από προγόνου εις απόγονον, ή διά των εντυπώσεων και της πείρας ή από μίαν μεγάλην μεν, αλλ' ωραίαν της ζωής σφοδρότητα.

Την τέχνην θα την δώση ο όλος του συγγραφέως χαρακτήρ. Το ήθος του, η περιπέτειά του, ο σκοπός του, η ευθύτης του, αι σπουδαί του, το περιβάλλον όπου ζη και η ευγένεια. Ο Πλάτων είχεν αποστολήν, ουδείς βέβαια αντιλέγει. Αλλ' εκ τούτου δεν έπεται ότι η αφέλεια, η απλότης και η σαφήνεια, αι κυριώτεραι των συγγραφών του Ξενοφώντος αρεταί, δεν δύνανται να φθάσουν το ύψος της καλλιτεχνικής μορφής, εις το οποίον έφθασαν εξ άλλων αρετών συγγραφικών τα έργα του εξ αποστολής γράψαντος ιδεολόγου Πλάτωνος.

Τάχα ο Δαυίδ, γράφων τους δαιμονίους του Ψαλμούς, είχεν αποστολήν συγγραφικήν; Ή όλοι οι αρχαίοι Εβραίοι συγγραφείς, Σολομών, Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ, Ιώβ, όλοι εξ Εβραϊκής απόψεως αριστοτέχναι του Θείου Ιερογράφοι, τάχα είναι κατώτεροι των εξ αποστολής γραφόντων συγγραφέων, διότι ο μεν εξ αυτών έγραψεν υπό την πίεσιν της Μετανοίας ή ο άλλος υπό την πίεσιν της Ματαιότητος ή ο τρίτος υπό την πίεσιν των αγρίων της Πατρίδος του δυστυχιών;

Ένα είναι θετικόν, ότι ο Ξενοφών είναι «συγγραφεύς». Αλλ' εκεί όπου φρονούν τινες ότι είναι έξοχος, εις την περιγραφήν, εγώ φρονώ ότι είναι μετριώτατος. Είναι δε πράγματι έξοχος, όπου τον εμπνέει η στρατιωτική του μεγαλοφυία, διά να πείση ή διά να παρορμήση ή διά να ενθουσιάση, εις τας δημηγορίας του.

Η παρατήρησις εν αυτώ είναι μοναδική και οξυτάτη και λεπτομερής. Η σύνθεσίς της όμως χαλαρά ή αδεξία. Ήτον ο Σωκράτης περιγραφικός; Παν άλλο. Ως διαλεκτικός, ως ερωτηματικός, ως συνθετιστής ή αναλυτικός της ανθρωπίνης σκέψεως ήτον αληθώς δαιμόνιος. Και ο Ξενοφών, εκεί όπου η διαφάνεια του Αττικού αιθέρος επιτρέπει δι' αυτής να φαίνεται και η ελαχίστη πτυχή του εγκεφάλου του, όπου γίνεται ένα με αυτόν, όπου όλος ο Σωκρατικός αέρας διέρχεται ως απαλή θωπεία ευγενεστάτη δι' όλων των πτυχών της διανοίας του, ο Ξενοφών είναι αντάξιος μαθητής του διδασκάλου, και η δημηγορία του με ό+λας τας ποικιλίας των γλωσσικών μορίων, αποτελούντων τους στερεωτέρους της αρμούς, εγγίζει τότε όλα του «αριστουργήματος» τα ύψη ανάερος, χαριτωμένη, ελαφρά, ευγενική, ωραία. Ως ιστορικός δε, με την απλότητα, ην έχει, σε ξαφνίζει με τους προσανατολισμούς της τους σεμνούς πολλάκις προς τα Ιερά των Εβραίων Γράμματα.

Ο Ξενοφών έχει δι' όλου του έργου του την επιβολήν δεμένην με τον χαρακτήρα. Πλουτάρχειον χαρακτήρα με χρώματα Ρεμπράν. Επιβολήν επί Αρκάδας και Λακεδαιμονίους και Μαντινείς και Αχαιούς, επί πάντας, ων κατά την Ανάβασιν προέστη. Επιβολήν ούτε εκ τραχύτητος, ούτε εκ σκαιότητος, ούτε εκ συνοφρυώσεων, ούτε εκ θυμών, ούτε εξ εξοργίσεων.

Είναι ο θηριοδαμαστής εκείνου του στρατεύματος, ο με πειθώ και διαλεκτικήν και χάριν. Εάν δεν υπήρχεν αυτός μετά την δολοφονίαν των στρατηγών, το στράτευμα εκείνο θα εγίνετο βορά των βαρβάρων ή των θηρίων· θα εχάνετο μία δόξα, η της Αναβάσεως. Και το ωραίον όνειρον που επέρασε διά των βαρβαρικών χωρών εκείνων ως όνειρον Ελληνισμού υπέροχον, θα έσβυνε σαν σαπουνόφουσκα στο χάος. Τώρα μένει. Η Τραπεζούς, η οποία πρώτη είδε τα αρήια εκείνα σώματα, είναι τουλάχιστον εκεί ακόμη το τέρμα της επί θάλατταν εποποιιακής εκείνης εκστρατείας. Και είναι ο Ξενοφών η δύναμις του ονείρου αυτού, το φως του.

Ολίγας λέξεις ακόμη περί της μεταφράσεως. Εις αυτήν λέγω ότι ηρνήθην σχεδόν εντελώς την ατομικότητά μου. Το ύφος μου εις ελάχιστα σημεία μόνον έχω. Ηθέλησα να σεβασθώ τον συγγραφέα καθ' ολοκληρίαν. Πιστώς δε μέχρι του ελαχίστου του, μέχρι του επουσιωδεστάτου του μορίου. Ο σκοπός μου ήτο μόνον «τι θέλει να 'πή ο Ξενοφών». Τίποτε άλλο. Πώς θα το έλεγα εγώ, με το ιδικόν μου ύφος, ούτε εσκέφθην.

Περιέπεσα επίτηδες εις το «δυστύχημα» να μην έχη σχεδόν κανένα ύφος η μετάφρασίς μου. Και εθυσίασα κάθε εγώ επί των σελίδων του. Έως εκεί ενόμισα ότι έπρεπε να φθάση η ευλάβειά μου. Εάν η Νεοελληνική γλώσσα, ακολουθούσα το ύφος και την ομαλότητα οιουδήποτε αρχαίου συγγραφέως, χωρίς καμμίαν παρεμβολήν ούτε του γούστου, ούτε του ύφους του μεταφραστού εις την μετάφρασιν, παρουσιάζη αυτήν μετάφρασιν διά την σύγχρονων καλαισθησίαν και μουσικήν σύνθεσιν της φράσεως άτονον και λιτήν και ήρεμον, έστω και χαλαράν ακόμη, αδιαφόρησα. Είπα: ηρνήθην τον εαυτόν μου εντελώς. Κ' επρόσεξα μόνον εις την ευσυνειδητοτέραν της φράσεως απόδοσιν. Διά να είναι δε η απόδοσις αυτής τελειοτέρα, εντός παρενθέσεως, όπου μεν επρόκειτο ν' αποδοθή σαφέστερον, ενέθεσα και άλλην μετάφρασιν αυτής αναλυτικωτέραν, όπου δε ζωηρότερον και παραστατικώτερον, και δημοτικήν. Με δύο λέξεις: Ο αναγινώσκων την πολύμοχθον, την απ' ευθείας εκ του κλασικού κειμένου μετάφρασίν μου αυτήν, φρονώ, ότι θα ηδύνατο να είπη απεριφράστως, αρκεί μόνον ολίγον να προσέξη: την κατάλαβα!

Δημήτριος Αναστασόπουλος
Ο Αθηναίος

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον.


Υπό του Δαρείου και της Παρυσάτιδος εγεννήθησαν δύο υιοί, των οποίων ο μεγαλείτερος μεν ωνομάζετο Αρταξέρξης, ο νεώτερος δε Κύρος. Επειδή δε ησθένει ο Δαρείος και προεμάντευε τον θάνατόν του, επεθύμει να είναι πλησίον του και οι δύο υιοί του.

Και ο μεγαλείτερος μεν ήτο παρών. Τον δε Κύρον προσεκάλεσε να έλθη από την έδραν της διοικήσεώς του, της οποίας τον είχεν αναδείξη σατράπην και στρατηγόν όλων των εν τη περιφερεία του Καστωλού αθροιζομένων στρατευμάτων. Αναβαίνει λοιπόν ο Κύρος παραλαβών μαζή του και τον ως φίλον υπ' αυτού θεωρούμενον Τισσαφέρνην, προς τούτοις δε και τριακοσίους Έλληνας οπλίτας υπό στρατηγόν τον Ξενίαν Παρράσιον.

Αφού δε απέθανεν ο Δαρείος και κατέλαβε τον βασιλικόν θρόνον ο Αρταξέρξης, ο Τισσαφέρνης συκοφαντεί τον Κύρον προς τον αδελφόν του, ότι τάχα τον επιβουλεύεται. Ούτος δε πείθεται και συλλαμβάνει τον Κύρον με τον σκοπόν να τον φονεύση. Η δε μήτηρ, παρακαλέσασα αυτόν να τον αφήση ελεύθερον, τον αποστέλλει πάλιν εις την έδραν του.

Ο δε Κύρος, άμα ως απηλλάγη του κινδύνου και της γενομένης εις αυτόν προσβολής, σκέπτεται να απελευθερωθή πλέον της εξουσίας του αδελφού του και, αν το κατορθώση, να βασιλεύση αυτός αντ' εκείνου. Προς τούτο, η μεν Παρύσατις, η μήτηρ του, υπεβοήθει τον Κύρον παραμένουσα πλησίον του, αγαπώσα δε περισσότερον αυτόν ή τον βασιλεύοντα υιόν της Αρταξέρξην.

Οιοσδήποτε δε ήρχετο προς αυτόν παρά του βασιλέως (ως απεσταλμένος), τοιούτων ηξιούτο υπό του Κύρου περιποιήσεων, ώστε, επιστρέφων, να είναι μάλλον φίλος αυτού ή του βασιλέως. Επεριποιείτο δε πάντας όσοι εκ των Περσών ήσαν πλησίον του, ώστε και ικανοί να είναι προς πόλεμον εν καιρώ και ευνοϊκώς να είναι διατεθειμένοι υπέρ αυτού.

Τας δε Ελληνικάς στρατιωτικάς δυνάμεις συνήθροιζεν όσον του ήτο δυνατόν κρυφίως, επί τω σκοπώ να καταλάβη εντελώς απροετοίμαστον προς πόλεμον τον βασιλέα. Κατά τον εξής λοιπόν τρόπον συνέλεγε τα στρατεύματα. Παρήγγειλεν εις έκαστον των φρουράρχων των πόλεων, εις τας οποίας είχε προς φύλαξιν αυτών φρουράς, να λαμβάνουν στρατιώτας Πελοποννησίους όσον το δυνατόν περισσοτέρους και γενναιοτέρους, προφασιζόμενος ότι ο Τισσαφέρνης επιβουλεύει τας πόλεις. Αληθώς δε αι Ιωνικαί πόλεις ανήκον εις παλαιοτέραν εποχήν εις τον Τισσαφέρνην, δωρηθείσαι εις αυτόν υπό του βασιλέως. Ήδη δε όλαι, εκτός της Μιλήτου, είχαν αποστατήση προς τον Κύρον.

Προβλέπων λοιπόν ο Τισσαφέρνης ότι και οι κάτοικοι της Μιλήτου σκέπτονται επίσης ν' αποστατήσουν προς τον Κύρον, άλλους μεν εξ αυτών εφόνευσεν, άλλους δε εξεδίωξεν. Ο δε Κύρος δεχθείς τους φυγάδας και συγκροτήσας στράτευμα επολιόρκει κατά γην και κατά θάλασσαν την Μίλητον και προσεπάθει παντί τρόπω να επαναφέρη τους εκδιωχθέντας εις την πατρίδα των. Και το γεγονός αυτό του εχρησίμευσεν ως νέα πρόφασις και πάλιν προς συλλογήν στρατευμάτων.

Προς δε τον βασιλέα Αρταξέρξην παρήγγειλε να δοθούν μάλλον εις αυτόν, ως αδελφόν του, αι περί ων ο λόγος πόλεις, παρά να είναι άρχων αυτών ο Τισσαφέρνης. Προς επιτυχίαν δε του σκοπού του αυτού συνέπραττε και η μήτηρ του. Ούτω ο βασιλεύς την εναντίον μεν αυτού επιβουλήν του Κύρου δεν ηννόει, ενόμιζε δε ότι ούτος δαπανά διά τον στρατόν, επειδή ευρίσκετο εις πόλεμον με τον Τισσαφέρνην. Ώστε δεν εδυσφόρει διόλου, βλέπων ότι αυτοί επολέμουν κατ' αλλήλων. Άλλως τε ο Κύρος απέστελλε τακτικά εις τον βασιλέα τους εκ των πόλεων εκείνων εισπραττομένους φόρους, αι οποίαι έτυχε να υπάγωνταί ποτε υπό τον Τισσαφέρνην.

Νέον δε στρατόν συνέλεγεν εν τη απέναντι της Αβύδου κειμένη Χερρονήσω κατά τον εξής τρόπον. Ο Λακεδαιμόνιος Κλέαρχος ήτο μεταξύ των φυγάδων. Τούτον γνωρίσας εκ του πλησίον ο Κύρος εξετίμησε και του έδωκε δέκα χιλιάδας δαρεικών (1) . Αυτός δε, παραλαβών τα χρήματα, συνέλεξε δι' αυτών στράτευμα και, εκ της Χερρονήσου ορμώμενος, επολέμει προς τους Θράκας τους υπεράνω του Ελλησπόντου κατοικούντας, γενόμενος ούτω ωφέλιμος εις τους Έλληνας. Ώστε και χρήματα εκουσίως συνεισέφερον αι Ελλησποντιακαί πόλεις προς συντήρησιν των στρατιωτών του. Τοιουτοτρόπως δε και τούτο το στράτευμα συνετηρείτο υπ' αυτού κρυφίως.

Ο δε Αρίστιππος ο Θεσσαλός, όστις είχε ποτε φιλοξενηθή υπό του Κύρου, πιεζόμενος υπό των εν τη πατρίδι του στασιωτών του αντιθέτου κόμματος, έρχεται προς τον Κύρον και του ζητεί ως δύο χιλιάδας στρατιώτας και τον προς διατροφήν αυτών επί τρεις μήνας ανάλογον μισθόν, νομίζων ότι μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον θα ηδύνατο να κατισχύση των αντιπάλων του. Ο δε Κύρος δίδει εις αυτόν τέσσαρας χιλιάδας στρατιώτας και μισθόν δι' έξ μήνας και τον παρακαλεί να μη συνδιαλλαγή μετ' αυτών, πριν ή συνεννοηθή μαζή του. Ούτω δε και πάλιν ετρέφετο υπ' αυτού κρυφίως και το εν Θεσσαλία στράτευμα.

Προς τον επίσης δε φιλοξενηθέντα ποτέ υπ' αυτού Πρόξενον τον εκ Βοιωτίας παρήγγειλεν, αφού λάβη όσον το δυνατόν περισσοτέρους άνδρας, να σπεύση προς αυτόν, επειδή σκοπεύει να εκστρατεύση κατά των Πισιδών (2) διότι οι Πισίδαι ούτοι ενοχλούν την χώραν του. Προς δε τον εκ Στυμφαλίας Σοφαίνετον και τον εξ Αχαΐας Σωκράτην, επίσης και τούτους φιλοξενηθέντας άλλοτε υπ' αυτού, παρήγγειλε να λάβουν όσον το δυνατόν περισσοτέρους άνδρας και να έλθουν προς αυτόν, επειδή σκέπτεται να πολεμήση μετά των φυγάδων της Μιλήτου κατά του Τισσαφέρνους. Όλοι δε αυτοί συνεμορφούντο προς τας παραγγελίας του.

Κεφάλαιον δεύτερον.


Όταν δε πλέον ενόμισεν ότι είναι κατάλληλος ο καιρός να εκστρατεύση (να βαδίση προς τα μεσόγεια), επροφασίσθη κατ' αρχάς ότι θέλει να εκδιώξη εντελώς από την χώραν των τους Πισίδας. Συναθροίζει λοιπόν τα Περσικά και Ελληνικά στρατεύματα ως εάν επρόκειτο να πολεμήση εναντίον των. Συγχρόνως δε παραγγέλλει και εις τον Κλέαρχον να έλθη, αφού παραλάβη όσον είχε μαζή του στράτευμα, και εις τον Αρίστιππον, αφού συμφιλιωθή προς τους εν τη πατρίδι του αντιπάλους του, να του αποστείλη όσον είχε πλησίον του στρατόν. Επίσης και εις τον Ξενίαν τον εξ Αρκαδίας, όστις ήτο στρατηγός του εις τας πόλεις υπάρχοντος ξενικού (μισθοφορικού) στρατού, παρήγγειλε να έλθη, αφού παραλάβη όλους τους στρατιώτας, εκτός εκείνων, οίτινες ήσαν επιτήδειοι προς υπεράσπισιν των φρουρίων (ακροπόλεων).

Προσεκάλεσε δε και τους πολιορκούντας την Μίλητον και διέταξεν όλους τους φυγάδας της να εκστρατεύσουν μετ' αυτού, υποσχόμενος εις αυτούς, εάν ήθελον πολεμήση και συμπεριφερθή καλώς εις τον πόλεμον, να μη τους στερήση της προστασίας του, πριν ή επαναφέρη αυτούς εις την πατρίδα των. Ούτοι δε ευχαρίστως επείθοντο. Διότι έδιδον ιδιαιτέραν πίστιν εις τους λόγους του. Και παραλαβόντες τα όπλα ήλθον (ο είς μετά τον άλλον) εις τας Σάρδεις.

Και ο μεν Ξενίας ήλθεν, αφού παρέλαβεν εκ των ευρισκομένων εις τας πόλεις στρατευμάτων περί τας τέσσαρας χιλιάδας οπλίτας. Ο δε Πρόξενος ήλθε φέρων μαζή του οπλίτας μεν μέχρι χιλίων πεντακοσίων, γυμνήτας δε (ευζώνους — ελαφρούς) μέχρι πεντακοσίων. Ο δε εκ Στυμφαλίας Σοφαίνετος ήλθε φέρων χιλίους οπλίτας, ο δε εξ Αχαΐας Σωκράτης έως πεντακοσίους οπλίτας, ο δε εκ Μεγάρων Πασίων τριακοσίους μεν οπλίτας, τριακοσίους δε πελταστάς. Ούτος δε, καθώς και ο Σωκράτης, ήτον εξ εκείνων, οίτινες επολιόρκουν την Μίλητον.

Και αυτοί μεν έφθασαν εις τας Σάρδεις, όπου ήτον ο Κύρος. Ο δέ Τισσαφέρνης, εννοήσας καλώς όλα αυτά τα τεχνάσματα και αντιληφθείς ότι όλη η πολεμική προπαρασκευή αυτή ήτο πολύ μεγαλειτέρα παρ' όσον εχρειάζετο διά να εκστρατεύση τις κατά των Πισιδών, μεταβαίνει εις τον βασιλέα Αρταξέρξην όσον ηδύνατο ταχύτερον, φέρων μαζή του έως πεντακοσίους ιππείς.

Και λοιπόν ο μεν βασιλεύς, αφού ήκουσε τα καθ' έκαστα από τον Τισσαφέρνην περί της τοιαύτης, προπαρασκευής του Κύρου, αντιπαρεσκευάζετο επίσης και αυτός προς πόλεμον. Ο δε Κύρος, έχων μαζή του πάντα τα στρατεύματα, τα οποία ανέφερα ανωτέρω, εξεκίνησεν από τας Σάρδεις. Και, προχωρών διά μέσου της Λυδίας σταθμούς τρεις, παρασάγγας (3) είκοσι δύο, φθάνει εις τον Μαίανδρον ποταμόν, έχοντα πλάτος δύο πλέθρα (4) . Επ' αυτού υπήρχε γέφυρα αποτελούμενη από επτά συνεχόμενα μεταξύ των πλοία. Διαβάς τον ποταμόν αυτόν προχωρεί διά μέσου της Φρυγίας σταθμόν ένα, παρασάγγας οκτώ και φθάνει εις Κολοσσάς, πόλιν κατοικουμένην, πλουσίαν και μεγάλην. Ενταύθα έμεινεν ημέρας επτά. Και κατά το διάστημα τούτο ήλθεν εις την πόλιν αυτήν προς συνάντησίν του ο εκ Θεσσαλίας Μένων, φέρων μαζή του χιλίους οπλίτας και πεντακοσίους πελταστάς, Δόλοπας και Αινιάνας και Ολυνθίους.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς τρεις, παρασάγγας είκοσι και φθάνει εις Κελαινάς, πόλιν της Φρυγίας, κατοικουμένην επίσης, μεγάλην και πλουσίαν. Ενταύθα υπήρχον ανάκτορα του Κύρου και κήπος απέραντος, πλήρης αγρίων θηρίων, τα οποία εθήρευεν εκείνος έφιππος, οσάκις ήθελε να γυμνάση και τον εαυτόν του και τους ίππους του. Διά μέσου δε του κήπου τούτου ρέει ο Μαίανδρος ποταμός, πηγάζων πλησίον των ανακτόρων, διερχόμενος δε και διά μέσου της πόλεως των Κελαινών.

Υπάρχουν δε και οχυρώτατα ανάκτορα του μεγάλου βασιλέως εις τας Κελαινάς, πλησίον των πηγών του Μαρσύου ποταμού, κάτωθεν της ακροπόλεως. Ρέει δε και ούτος διά μέσου της πόλεως και χύνεται εις τον Μαίανδρον, έχων πλάτος είκοσι πέντε ποδών. Ενταύθα λέγεται ότι ο Απόλλων έγδαρε τον Μαρσύαν, αφού τον ενίκησε διαφιλονεικούντα από αυτόν τα πρωτεία της περί την μουσικήν ικανότητος και τέχνης, ότι δε εκρέμασε το δέρμα του εις το άντρον, από το οποίον πηγάζει ο ποταμός. Διά τούτο, δε και καλείται έκτοτε ο ποταμός: Μαρσύας.

Ενταύθα και ο Ξέρξης, ότε επέστρεφεν εκ της Ελλάδος, μετά την μεγάλην εκείνην εν Σαλαμίνι ήτταν του, λέγεται ότι οικοδόμησε τα ανάκτορα ταύτα και την ακρόπολιν των Κελαινών. Όπου και έμεινεν ο Κύρος ημέρας τριάκοντα. Ήλθε δε εν τω μεταξύ ο Λακεδαιμόνιος Κλέαρχος, φυγάς εκ της πατρίδος του, φέρων χιλίους οπλίτας και οκτακοσίους πελταστάς Θράκας, και τοξότας Κρήτας διακοσίους. Ταυτοχρόνως δε έφθασε και Σώσις ο Συρακούσιος, φέρων τριακοσίους οπλίτας, και Σοφαίνετος ο Αρκάς, φέρων χιλίους οπλίτας. Ενταύθα, εν τη μεγάλη περιοχή του κήπου, επεθεώρησε και αρίθμησεν ο Κύρος τα Ελληνικά στρατεύματα, εύρε δε ότι ανήρχοντο εις ένδεκα χιλιάδας οπλίτας και εις δύο χιλιάδας περίπου πελταστάς.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα και φθάνει εις Πέλτας, πόλιν οικουμένην. Ενταύθα έμεινεν ημέρας τρεις, κατά τας οποίας ο εξ Αρκαδίας Ξενίας εώρτασε την εορτήν των Λυκίων, θύσας εις τους θεούς και συστήσας αγώνας, των οποίων βραβεία ήσαν χρυσαί στλεγγίδες (ξύστραι). Εθεάτο δε τους αγώνας τούτους και ο Κύρος. Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δώδεκα και φθάνει εις την αγοράν των Κεράμων, πόλιν κατοικουμένην, κειμένην δε εις τα έσχατα μεθόρια της Μυσίας.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς τρεις, παρασάγγας τριάκοντα και φθάνει εις την πεδιάδα του Καΰστρου, πόλεως κατοικουμένης. Ενταύθα έμεινεν ημέρας πέντε. Και εις τους στρατιώτας ωφείλοντο μισθοί πλέον των τριών μηνών, πολλάκις δε ούτοι ήρχοντο εις την μεγάλην θύραν της αυλής του Κύρου, ζητούντες επιμόνως τους μισθούς των. Ο δε Κύρος τους έλεγε να περιμένουν, αν και προφανώς εστενοχωρείτο διά την έλλειψιν χρημάτων. Διότι δεν ήτο ίδιον του Κύρου να έχη χρήματα εις χείρας του και να μη πληρώνη.

Ενταύθα έρχεται εις τον Κύρον η Επύαξα, σύζυγος του Συεννέσιος, βασιλέως της Κιλικίας. Διεδίδετο δε ότι του έδωκε πολλά χρήματα. Το βέβαιον εν τούτοις είναι ότι επλήρωσε τότε ο Κύρος εις τον στρατόν μισθούς τεσσάρων μηνών. Συνωδεύετο δε η βασίλισσα και υπό φρουράς εκ στρατιωτών Κιλίκων και Ασπενδίων. Και ελέγετο ότι εσυγγένευε με τον Κύρον. Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα και φθάνει εις το Θύμβριον, πάλιν κατοικουμένην. Ενταύθα, παρά την οδόν την άγουσαν εις την πόλιν, ήτο κρήνη, η ονομαζομένη κρήνη του Μίδου, του βασιλέως των Φρυγών, παρ' αυτήν δ' ελέγετο ότι ο Μίδας ούτος συνέλαβε τον Σάτυρον ενώ έπινεν, αφού πρώτον ανέμιξε τα ύδατα αυτής με οίνον.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα και φθάνει εις το Τυριάειον, πόλιν κατοικουμένην. Ενταύθα έμεινεν ημέρας τρεις, κατά τας οποίας λέγεται ότι η βασίλισσα της Κιλικίας παρεκάλεσε τον Κύρον να της παρουσιάση τα στρατεύματα. Επιθυμών λοιπόν ο Κύρος να συμμορφωθή προς την παράκλησίν της ταύτην επιθεωρεί εις ανοικτήν πεδιάδα πάντα τα στρατεύματα Ελλήνων και Περσών.

Διέταξε δε τους Έλληνας να παραταχθούν, ως εάν ήσαν έτοιμοι προς μάχην, να παρατάξη δ' έκαστος στρατηγός ξεχωριστά τους ιδικούς του. Παρετάχθησαν λοιπόν εις φάλαγγα βάθους τεσσάρων ανδρών. Και του μεν δεξιού κέρατος στρατηγός ήτον ο Μένων και οι υπ' αυτόν αξιωματικοί· του δε αριστερού ο Κλέαρχος και οι αξιωματικοί του. Οι επίλοιποι δε των στρατηγών διηύθυναν το μέσον του στρατεύματος.

Επεθεώρει λοιπόν ο Κύρος πρώτον μεν τους βαρβάρους (τους Πέρσας) παρελαύνοντας ενώπιόν του, το μεν ιππικόν κατ' ίλας, το δε πεζικόν κατά λόχους. Μετ' αυτούς δ' επεθεώρει τους Έλληνας, αυτός μεν ο ίδιος παρελαύνων επί πολεμικού άρματος, η δε βασίλισσα της Κιλικίας επί τεθρίππου αμάξης εις ένδειξιν τιμής. Έφεραν δε όλοι χαλκίνας περικεφαλαίας και χιτώνας κοκκίνους και περικνημίδας και ασπίδας γυμνάς.

Αφού δε επεθεώρησε πάντας, εσταμάτησε το άρμα του προ του μέσου του φάλαγγος και, αποστείλας εις τους Έλληνας στρατηγούς τον διερμηνέα του Πίγρητα, διέταξε να εφορμήση τροχάδην όλη η φάλαγξ με προτεταμένα τα όπλα (τας ασπίδας και τα δόρατα). Οι στρατηγοί ανήγγειλαν ευθύς ενώπιον όλου του στρατεύματος τας διαταγάς του Κύρου και, σαλπίσαντος του σαλπιγκτού, όλη η φάλαγξ με τα όπλα προτεταμένα εφώρμησε προς τα εμπρός. Οι στρατιώται εφ' όσον επροχώρουν, εκσπώντες όλοι εις τον δρόμον των εις αλαλαγμούς ακρατήτους, εφέροντο δρομαίοι προς τας σκηνάς (το μέρος όπου εστρατοπέδευαν), ως εκ τούτου δε κατέλαβε μέγας φόβος τους Πέρσας, και η βασίλισσα της Κιλικίας, ηναγκάσθη να φύγη και αυτή επί της αρμαμάξης της, και οι πωληταί ωνίων επίσης μετ' αυτής, εγκαταλείψαντες τα ώνια, ενώ οι Έλληνες, μόλις συγκρατούντες τους γέλωτας, είχον ήδη φθάση προ του στρατοπέδου των.