WeRead Powered by ReaderPub
Κύρου Ανάβασις Τόμος 1 cover

Κύρου Ανάβασις Τόμος 1

Chapter 8: ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The narrative chronicles a Greek cavalryman's leadership of a mercenary force stranded deep in hostile territory after the death of their patron, focusing on the long, arduous march home. It alternates vivid battle and march episodes with practical observations on logistics, leadership, and morale, and records speeches, negotiations, and tactical decisions that determine the group's survival. Themes include the interplay of personal honor, collective discipline, and the limits of power, while the episodic structure balances action with reflective commentary on command and military virtue.

Εξετείνετο δε η τάφρος αύτη προς τ' άνω διά της πεδιάδος, εις έκτασιν δώδεκα παρασαγγών, μέχρι του τείχους της Μηδίας. Εδώ δε πλησίον ήσαν αι διώρυγες, αι οποίαι ελάμβανον το ύδωρ από τον Τίγρητα ποταμόν. Ήσαν δε τέσσαρες τον αριθμόν, έχουσαι εκάστη πλάτος ενός πλέθρου, τόσον δε βαθείαι, ώστε να πλέουν εντός αυτών σιταγωγά πλοία. Όλαι αυταί χύνονται εις τον Ευφράτην ποταμόν, απέχουσαι η μία της άλλης παρασάγγην, επ' αυτών δε είναι στημέναι γέφυραι. Παρά τον Ευφράτην δε ήτο πάροδος στενή μεταξύ του ποταμού και της τάφρου, έχουσα πλάτος είκοσι ποδών.

Την εν λόγω τάφρον κατεσκεύασεν ο βασιλεύς ως προφυλακτικόν οχύρωμα κατά του Κύρου, ότε έμαθεν ότι ούτος επλησίαζε. Λοιπόν την πάροδον εκείνην διελθόντες ο Κύρος μαζή με τον στρατόν του ευρέθησαν εντός της τάφρου.

Την ημέραν λοιπόν αυτήν δεν επολέμησεν ο βασιλεύς. Ήσαν όμως φανερά πολλά ίχνη ίππων και ανθρώπων του υποχωρούντος βασιλικού στρατού.

Ενταύθα καλέσας ο Κύρος τον εξ Αμπρακίας Σιλανόν του έδωκε τρεις χιλιάδας δαρεικούς, διότι ούτος, ένδεκα ημέρας πρωτήτερα, ότε προσέφερεν εις τους θεούς θυσίας, του είπεν ότι επί δέκα ημέρας δεν θα συγκροτήση μάχην ο βασιλεύς. Ο Κύρος δε του είχεν είπη τότε ότι, εάν την μάχην ταύτην δεν συνάψη ο βασιλεύς κατά το διάστημα των δέκα ημερών αυτών, δεν θα συνάψη μάχην πλέον. Ότι δε, «εάν αποδειχθούν αληθείς οι λόγοι σου, υπόσχομαι να σου δώσω δέκα τάλαντα». Τα χρήματα λοιπόν αυτά του έδιδε τώρα, επειδή είχαν ήδη παρέλθη αι δέκα ημέραι.

Επειδή δε ο βασιλεύς δεν ημπόδισε το στράτευμα του Κύρου να διαβαίνη επί της τάφρου, ο Κύρος και οι περί αυτόν ενόμισαν ότι έπρεπε ν' απελπισθούν πλέον περί συγκροτήσεως μάχης μετά του βασιλέως. Διά τούτο δε ο Κύρος την επομένην εβάδιζε με ολιγωτέραν προσοχήν.

Την δε τρίτην ημέραν επορεύετο καθήμενος επί του άρματος και ολίγους μόνον στρατιώτας έχων προτεταγμένους προ αυτού. Το δε μέγα μέρος του στρατεύματος επορεύετο με ταραχήν και ατάκτως, οι δε στρατιώται είχαν τα περισσότερα όπλα των επί των αμαξών και των υποζυγίων.

Κεφάλαιον όγδοον


Και ήδη ήτο η ώρα, καθ’ ήν η αγορά ήτο γεμάτη από πλήθη, πλησίον δ' εκεί που ήτον ο σταθμός, εις τον οποίον έμελλεν ο στρατός να καταλύση, ότε ο Πατηγύας, ανήρ Πέρσης, εκ των πιστών φίλων του Κύρου, παρουσιάζεται αίφνης τρέχων με καλπάζοντα ιδρωμένον ίππον, εις πάντας δε όσους καθ' όσον συνήντα εκραύγαζεν εις Περσικήν και Ελληνικήν γλώσσαν ότι ο βασιλεύς έρχεται με μέγα στράτευμα, παρασκευασμένος ως προς μάχην.

Ηγέρθη λοιπόν μεγάλη ταραχή. Διότι αμέσως όλος ο στρατός ενόμισεν ότι ο βασιλεύς θα επιπέση εναντίον του, εις μεγάλην ευρισκομένου αταξίαν.

Και ο Κύρος, αφού επήδησε από το άρμα, ενεδύθη τον θώρακα και, αφού ανέβη εις τον ίππον του, έλαβεν εις χείρας τα παλτά (όπλα. Δηλ. την λόγχην και το ακόντιον) και εις όλους τους άλλους παρήγγελλε να εξοπλίζωνται, έκαστος δε να τοποθετήται εις το τάγμα του.

Τότε λοιπόν όλοι, υπακούοντες εις τας παραγγελίας του αυτάς, με μεγάλην ταχύτητα ελάμβανον τας θέσεις των, ο μεν Κλέαρχος πλησίον του Ευφράτου ποταμού, ταχθείς εις τα δεξιά του υπ' αυτόν στρατού, ο δε Πρόξενος πλησίον του Κλεάρχου, και οι άλλοι, μετά τον Πρόξενον, ο δε Μένων και ο στρατός του κατέλαβε το αριστερόν κέρας του όλου Ελληνικού στρατεύματος.

Εκ δε του Περσικού στρατού, Παφλαγόνες μεν ιππείς, περί τους χιλίους, παρετάχθησαν πλησίον του Κλεάρχου, εις τα δεξιά του, μετά τούτων δε και οι Έλληνες πελτασταί. Εις δε το αριστερόν ο ύπαρχος του Κύρου Αριαίος και οι λοιποί Πέρσαι.

Ο δε Κύρος και οι ιππείς του, περί τους εξακοσίους, [εις το μέσον], ωπλισμένοι όλοι, εκτός του Κύρου, με θώρακας και παραμηρίδια (9) και κράνη. Ο Κύρος όμως, μαχόμενος, είχε σχεδόν γυμνήν την κεφαλήν [λέγεται δε ότι και άλλοι Πέρσαι διεκινδύνευαν μαζή του, χωρίς κράνος πολεμούντες].

Ολόκληρον δε το ιππικόν του Κύρου έφερε προμετωπίδια και προστερνίδια (10) , οι δε ιππείς εκράτουν προς τοις άλλοις και Ελληνικάς μαχαίρας.

Και ήτο λοιπόν ήδη μεσημβρία και ακόμη δεν είχαν φανή οι πολέμιοι. Ότε δε ήρχιζεν η δείλη (να βραδυάζη), εφάνη από μακράν κονιορτός, λευκός ως νέφος, επί πολύν δε χρόνον κατόπιν σαν κάποια ανά την πεδιάδα μαυρίλα εις έκτασιν μεγάλην. Όταν δε έφθασαν πλησιέστερον, τότε ήρχιζε πλέον ν' απαστράπτη εδώ κ' εκεί ο χαλκός και αι λόγχαι και να γίνωνται καταφανή τα τάγματα.

Και επί του αριστερού μεν κέρατος των πολεμίων εφάνησαν ιππείς λευκοθώρακες, των οποίων ελέγετο ότι στρατηγός ήτον ο Τισσαφέρνης. Μετά τούτους ήρχοντο οι φέροντες πλεκτάς από κλάδους ιτέας ασπίδας. Μετ' αυτούς δε οπλίται, φέροντες τοιαύτας εκ ξύλου, αι οποίαι έφθαναν μέχρι των ποδών. Οι τελευταίοι δε ούτοι ελέγετο ότι ήσαν Αιγύπτιοι. Κατόπιν ήρχοντο και άλλοι ιππείς. Κατόπιν και άλλοι τοξόται. Πάντες δε ούτοι επορεύοντο κατά έθνη, έκαστον δε έθνος απετέλει ξεχωριστόν τετράγωνον πλήρες ανθρώπων.

Προηγούντο δε αυτών όλων άρματα εις αραιάς μεταξύ των αποστάσεις, τα ονομαζόμενα δρεπανηφόρα, φέροντα υπό τα καθίσματα των ηνιόχων δρέπανα, εκτεινόμενα εκ των αξόνων προς τα πλάγια, όλα δε προς την γην βλέποντα, ώστε να διαμελίζουν οιονδήποτε συνήντων εις τον δρόμον των. Ο σκοπός των δε ήτο: επερχόμενα κατά των Ελληνικών ταγμάτων, να τα κατακόψουν.

Αλλ' ο Κύρος, όσον αφορά την ην είχε δώση προηγουμένως συμβουλήν, ότε συγκαλέσας τους Έλληνας τους παρεκίνει να μη φοβηθούν διόλου τας βαρβαρικάς κραυγάς, τελείως ηπατήθη. Διότι οι βάρβαροι επλησίαζαν ουχί με κραυγάς, αλλά, εφ' όσον ήτο κατορθωτόν εις τόσω μέγα πλήθος, με ησυχίαν και σιγήν, με το βήμα δε ίσον και αργόν.

Και εν τω μεταξύ τούτω ο Κύρος, διερχόμενος έφιππος με τον διερμηνέα του Πίγρητα και με τρεις ή τέσσαρας άλλους, εφώναζε δυνατά εις τον Κλέαρχον να οδηγήση το στράτευμα προς το κέντρον του εχθρού, διότι εκεί ήτον ο βασιλεύς. «Και εάν νικήσωμεν το κέντρον» είπεν «η νίκη θα είναι υπέρ ημών».

Βλέπων όμως ο Κλέαρχος το μέγα στίφος των ιππέων και ακούων τον Κύρον να λέγη ότι ο βασιλεύς ήτο πέραν του αριστερού κέρατος των Ελλήνων — διότι τόσον πολύ υπερτέρει ο βασιλεύς κατά το πλήθος, ώστε, ενώ κατείχε το κέντρον του στρατού του, ευρίσκετο πέραν του αριστερού κέρατος του Κύρου — ο Κλέαρχος όμως, βλέπων και ακούων ταύτα, δεν ήθελε να αποσπάση από του ποταμού το δεξιόν του κέρας, φοβούμενος μήπως περικυκλωθή και από τα δύο μέρη. Εις δε τον Κύρον απεκρίθη ότι αυτός θα λάβη τα μέτρα του να κανονισθή το πράγμα όπως πρέπει.

Εν τω μεταξύ τούτω ο μεν Περσικός στρατός επροχώρει ομαλώς, ο δε Ελληνικός, εξακολουθών ακόμη να τηρή την θέσιν του, συνετάσσετο δεχόμενος τους προσερχομένους ακόμη εις τας τάξεις του. Και ο Κύρος παρελαύνων ουχί πολύ μακράν του στρατεύματος εθεάτο βλέπων και προς τα δύο μέρη, προς τον στρατόν του και προς τους πολεμίους του.

Ιδών δε αυτόν από του Ελληνικού στρατού Ξενοφών ο Αθηναίος και κατευθύνας τον ίππον του πλαγίως αυτού, διά να τον συναντήση, τον ηρώτα αν ήθελε να παραγγείλη τι. Ούτος δε σταματήσας είπε και διέταξε να αναγγείλη εις όλους ότι και αι προς τους Θεούς θυσίαι και τα σφάγια (όσα εις αυτούς προσεφέρθησαν) ήσαν ευοίωνα.

Ενώ δε έλεγε ταύτα, ήκουσε να διέρχεται τας τάξεις του στρατού θόρυβος και ηρώτα τις και πόθεν προήρχετο ο θόρυβος ούτος. Ο δε Ξενοφών είπεν ότι το σύνθημα δευτέραν ήδη φοράν διαβιβάζεται δι' όλων των τάξεων του στρατού. Ο Κύρος ηπόρησε ποίος το έδωκε πρώτος και ηρώτα οποίον ήτο το σύνθημα. Ο δε Ξενοφών απεκρίθη «Ζευς σωτήρ» και «νίκη».

Ο Κύρος, ακούσας τούτο, είπε: «Μάλιστα! Το δέχομαι ευχαρίστως, εύχομαι δε να πραγματοποιηθή». Ταύτα δε ειπών επέστρεψεν εις την θέσιν του. Και δεν απείχον ακόμη παρά τρία ή τέσσαρα στάδια απ' αλλήλων αι δύο φάλαγγες (η του Κύρου και η του βασιλέως), ότε οι Έλληνες ηκούσθησαν ψάλλοντες θούριον πολεμικόν άσμα, ενώ ήδη ήρχιζαν να βαδίζουν κατά των πολεμίων.

Ενώ δε επορεύοντο ούτω κατ' αυτών, κάποιο μέρος της φάλαγγος εξέσπασε πέραν της γραμμής του ως κύμα, το δε όπισθεν εναπομείναν στράτευμα ήρχισε να τρέχη τότε, διά να το προφθάση. Και ταυτοχρόνως όλοι εκραύγασαν καθ' ον τρόπον κραυγάζουν οι εν ώρα μάχης αλαλάζοντες προς τον Θεόν του πολέμου Άρην, ούτω δε όλοι ομού εν αλαλαγμοίς έτρεχαν. Λέγουν δέ τινες, ότι εκτύπησαν και τα δόρατά των εις τας ασπίδας των, προξενούντες φόβον εις τους ίππους.

Πριν ή δε ακόμη φθάσουν εις απόστασιν βολής τόξου, στρέφουν τα νώτα οι βάρβαροι και φεύγουν. Και λοιπόν τότε τους κατεδίωκον κατά κράτος οι Έλληνες και εφώναζαν προς αλλήλους να μη τρέχουν τόσον (να μη παίρνουν δρόμο), αλλά ν' ακολουθούν κατά πόδας τον εχθρόν.

Εκ των αρμάτων δε τούτου άλλα μεν εφέροντο διά μέσου αυτών των πολεμίων, άλλα δε και διά μέσου των Ελλήνων χωρίς ηνιόχους. Ούτοι δε (οι Έλληνες), οσάκις τα έβλεπαν ερχόμενα, έκαμαν αμέσως τόπον, διά να περάσουν. Ένας δε και μόνος κατελήφθη (ανετράπη) υπό άρματος, καταπλαγείς, όπως κάποτε συμβαίνει από τους τρέχοντας ιππείς εις τα ιπποδρόμια. Και όμως ούτε καν αυτός έπαθε τίποτε, όπως λέγουν, ούτε άλλος κανείς εκ των Ελλήνων, εις την μάχην ταύτην, πλην ένας κατά το αριστερόν κέρας, όστις και μόνος, ως ελέγετο, εκτυπήθη από τόξον.

Ο δε Κύρος, βλέπων να νικά ο Ελληνικός στρατός και να καταδιώκη ούτω τον πολέμιον, ευχαριστημένος πλέον και ανευφημούμενος υπό των περί αυτόν ως βασιλεύς, δεν απεμακρύνθη, εν τούτοις, της θέσεώς του προς καταδίωξίν του, αλλ' έχων περί εαυτόν συγκεντρωμένην την εξ εξακοσίων ιππέων δύναμίν του εφρόντιζε να παρακολουθή τας κινήσεις του βασιλέως. Διότι εγνώριζεν ήδη ότι ούτος κατέχει το κέντρον του Περσικού στρατεύματος.

Επίσης και όλοι οι στρατηγοί των βαρβάρων, οσάκις οδηγούν προς μάχην πολεμικόν στρατόν, κατέχουν έκαστος το κέντρον του, νομίζοντες ότι τοιουτοτρόπως και εν μεγαλειτέρα ασφαλεία είναι, όταν η δύναμίς των υπάρχη εξ ίσου και από τα δύο μέρη, και ότι, εάν ελάμβανον ανάγκην να διατάξουν τι, η διαταγή θα ηκούετο από τον στρατόν εις το ήμισυ του προς τούτο απαιτουμένου χρόνου.

Και ο βασιλεύς λοιπόν τότε, ει και κατείχε το κέντρον του στρατεύματός του, ήτον όμως έξω του αριστερού κέρατος του Κύρου. Επειδή δε κανείς εκ του στρατού του Κύρου δεν εμάχετο κατ' αυτού, ουδέ καν με τους έμπροσθεν αυτού παρατεταγμένους (ιππείς του), έστρεψε το κέρας του στρατού του προς τα εμπρός, διά να περιζώση τον εχθρόν (τους Έλληνας).

Οπότε ο Κύρος, φοβηθείς μήπως ο βασιλεύς εκ των όπισθεν ερχόμενος κατακόψη τον Ελληνικόν στρατόν, τρέχει εναντίον του. Και ορμών με τους εξακοσίους του νικά τους προ του βασιλέως τεταγμένους, τρέπει εις φυγήν τους εξακισχιλίους ιππείς, και, ως λέγεται, αυτός ο ίδιος (με το χέρι του) φονεύει τον στρατηγόν αυτών Αρταγέρσην.

Ευθύς δε ως ετράπησαν εκείνοι εις φυγήν, διασκορπίζονται καθ' όλας τας διευθύνσεις και οι εξακόσιοι του Κύρου, ορμήσαντες προς καταδίωξίν των, εκτός ολίγων, οίτινες έμειναν περί τον Κύρον, σχεδόν μόνοι οι ονομαζόμενοι: ομοτράπεζοι.

Ενώ δ' ευρίσκετο μ' αυτούς, βλέπει αίφνης τον βασιλέα και την περί αυτόν σωματοφυλακήν του. Αμέσως δε μη συγκρατούμενος και ειπών μόνον: ΒΛΕΠΩ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ εφορμά εναντίον του και τον κτυπά εις το στήθος και τον πληγώνει διά του θώρακος, καθώς βεβαιοί ο ιατρός Κτησίας, όστις και εθεράπευσε το τραύμα του. Ενώ δε ο Κύρος εκτύπα ούτω τον βασιλέα, κάποιος εκ του βασιλικού στρατού ρίπτει εναντίον του ακόντιον με ορμήν υπό τον οφθαλμόν του.

Ενταύθα λοιπόν μαχόμενοι και ο βασιλεύς και ο Κύρος και οι περί αυτούς υπέρ της σωτηρίας εκατέρου των αδελφών εφονεύθησαν εκ μεν των περί τον βασιλέα όσοι υπό του Κτησίου αναφέρονται. Διότι ούτος ήτο πλησίον του. Και αυτός δε ο Κύρος εφονεύθη και οκτώ εκ των περί αυτόν οι καλλίτεροι, ων τα σώματα είχαν πέση (σωριασθή) επί του ιδικού του.

Ο δε Αρταπάτης, ο εκ των σκηπτούχων πιστότατος εις αυτόν θεράπων, λέγεται ότι, μόλις είδε να πίπτη ο Κύρος, επήδησεν από του ίππου του και τον ενηγκαλίσθη.

Και άλλοι μεν λέγουν ότι ο βασιλεύς διέταξέ τινα να τον σφάξη επί του πτώματος του Κύρου, άλλοι δε ότι ηυτοκτόνησεν επ' αυτού, διατρυπήσας εαυτόν διά της λόγχης του. Έφερε δε χρυσήν τοιαύτην και περιδέραιον και βραχιόλια και όλα όσα συνηθίζουν να φέρουν οι ευγενείς Πέρσαι. Διότι ο Κύρος τον είχε περιβάλη με μεγάλας τιμάς διά την προς αυτόν αγάπην και αφοσίωσίν του.

Κεφάλαιον ένατον


Ο μεν λοιπόν Κύρος ούτως απέθανεν. Ανήρ εξ όλων όσοι διεδέχθησαν τον παλαιόν εκείνον Κύρον ικανώτατος εις το βασιλεύειν και αξιώτατος εις το άρχειν, καθώς ομολογείται παρά πάντων όσοι έλαβαν πείραν των πραγμάτων της διοικήσεως του Κύρου.

Διότι πρώτον μεν, ότε ακόμη ήτο παις, εκπαιδευόμενος με τον αδελφόν του και με τους άλλους των μεγιστάνων παίδας, εθεωρείτο παρ' όλων και εις όλα ικανώτατος.

Διότι όλοι οι των καλλιτέρων Περσών παίδες ανατρέφονται εις την αυλήν του βασιλέως. Όπου θα ηδύνατό τις να διδαχθή πολλήν μεν (περί τον βίον) φρόνησιν, ουδέν δε το αισχρόν ούτε να ίδη ούτε ν' ακούση.

Εις την αυλήν, προς τούτοις, και βλέπουν και ακούουν τόσον τους τιμωμένους υπό του βασιλέως, όσον και τους ατιμαζομένους υπ' αυτού. Ώστε από της παιδικής των ακόμη ηλικίας μανθάνουν να άρχουν των άλλων και να άρχωνται.

Εκεί ο Κύρος εφαίνετο ότι ήτον ο ντροπαλώτερος όλων των ομηλίκων του και ότι υπήκουε περισσότερον από τους κατωτέρους του εις τους μεγαλειτέρους αυτού την ηλικίαν. Έπειτα δε ηγάπα πάρα πολύ τους ίππους, γνωρίζων την τέχνην να τους μεταχειρίζεται μετά δεξιότητος. Πάντες δε τον έκριναν και εις τας πολεμικάς ακόμη ασχολίας, εις το να ρίπτη το τόξον και το ακόντιον, ότι και φιλομαθέστατος ήτο και μελετηρότατος.

Όταν δ' έγεινεν έφηβος (εμεγάλωσεν), έδειξε μεγάλην κλίσιν εις το κυνήγιον, εις τας επιθέσεις του δε κατά των θηρίων ήτο λίαν ριψοκίνδυνος. Όταν δέ ποτε ώρμησεν άρκτος εναντίον του, δεν την εφοβήθη, αλλά συμπλακείς μαζή της έπεσε κάτω από τον ίππον. Και όσα μεν υπέστη εκ της συμπλοκής τα εφανέρωναν αι επουλωμέναι έκτοτε πληγαί του. Την εφόνευσεν όμως επί τέλους. Εκείνος δε, όστις πρώτος έτρεξεν εις βοήθειάν του, εμακαρίζετο παρ' όλων κατόπιν διά τα δώρα που έλαβεν.

Αφού δε απεστάλη από τον πατέρα του σατράπης της Λυδίας και της μεγάλης Φρυγίας και της Καππαδοκίας, και απεδείχθη εκεί στρατηγός όλων των στρατευμάτων όσα είχαν διαταγάς να συναθροίζωνται εις την πεδιάδα του Καστωλού, πρώτον μεν εφάνη ότι εξαιρετικήν κατέβαλε φροντίδα να μη ψεύδεται ούτε προς εκείνον με τον οποίον έκαμε σπονδάς ειρήνης ή ανακωχής, ούτε προς εκείνον με τον οποίον ήρχετο εις συμφωνίας δι' οιανδήποτε υπόθεσιν, ούτε προς εκείνον εις τον οποίον υπεσχέθη τι.

Διά τούτο βεβαίως και τον ενεπιστεύοντο όσαι πόλεις εκήρυττον αυτόν επίτροπόν των. Επίσης και όλος ο στρατός. Και εάν τις εγίνετο εχθρός του, ήτο βέβαιος ότι, εις ενδεχομένας περί ειρήνης σπονδάς μετά του Κύρου, δεν θα υφίστατο καμμίαν από αυτόν ενόχλησιν παρά τας σπονδάς.

Και τω όντι, ότε εκήρυξεν άλλοτε τον πόλεμον κατά του Τισσαφέρνους, όλαι αι πόλεις εκουσίως των είχον προτιμήση αντί του Τισσαφέρνους τον Κύρον, εκτός των Μιλησίων. Ούτοι δε εφοβούντο αυτόν, μόνον και μόνον διότι δεν ήθελε να εγκαταλείψη τους φυγάδας (εις την τύχην των).

Διότι και εμπράκτως και διά λόγου εβεβαίωνεν ότι δεν θα ήθελέ ποτε να τους εγκαταλείψη, αφού άπαξ έγινε φίλος των, ούτε εάν ακόμη μείνουν ολιγώτεροι, ούτε εάν ακόμη περισσότερον δυστυχήσουν.

Εφαίνετο δε πάντοτε καταβάλλων προσπαθείας να υπερτερήση πάντα όστις ήθελε τον ωφελήση ή τον βλάψη. Τινές δε εκ των φίλων του διηγούντο περί αυτού κάποτε κάποιαν του ευχήν, ότι δηλαδή είχε ποτε ευχηθή εις τους Θεούς, τόσον μόνον χρόνον να ζήση, έως ότου κατώρθωνε να υπερτερήση εις το ευεργετείν μεν πάντα ευεργετούντα, εις το βλάπτειν δε πάντα κακουργούντα.

Διά τούτο λοιπόν και πλείστοι όσοι εκ των συγχρόνων μας ενεπιστεύθησαν εις αυτόν (άφησαν εις την διάκρισίν του) ως εις τον μόνον άξιον πάσης εμπιστοσύνης άνδρα και τας περιουσίας των και τας πόλεις των και τα σώματά των (την ασφάλειαν της ζωής των). Παρά πάντα ταύτα όμως, δεν θα ηδύνατό τις βέβαια να είπη ότι άφηνε να τον ξεγελούν οι αδικούντες και οι κακούργοι, αλλ' αμειλίκτως πάντας ετιμώρει. Πολλάκις δε έβλεπέ τις εις τας μάλλον πολυσυχνάστους οδούς των πόλεων ανθρώπους στερουμένους και ποδών και χειρών και οφθαλμών. Ούτω λοιπόν εις τας επαρχίας τας διοικουμένας από τον Κύρον ηδύνατο αφόβως να βαδίζη οιοσδήποτε Έλλην ή βάρβαρος, ήρκει μόνον να μην είχε βλάψη ουδένα, να μεταβαίνη δε όπου ήθελε, φέρων μαζή του ό,τι του ήτο δυνατόν ή εύκολον.

Πάντα δε γενναίον και χρήσιμον προς πόλεμον υπό πάντων ωμολογείτο ότι εξαιρετικώς ετίμα. Και εις τας αρχάς μεν επολέμησε προς τους Πισίδας και τους Μυσσούς. Λοιπόν, ότε αυτός ο ίδιος είχεν εκστρατεύση ποτέ κατά των χωρών αυτών, όλους εκείνους, τους οποίους έβλεπε ριψοκινδυνεύοντας, εκήρυττεν άρχοντας της χώρας την οποίαν εκυρίευε, κατόπιν δε και με άλλα δώρα τους ετίμα. Ώστε εφαίνετο αξιών οι μεν ανδρείοι να είναι ευτυχέστατοι, οι δε δειλοί και άνανδροι, σκλάβοι των. Διά τούτο και ήσαν πάντοτε αφθονώτατοι εκείνοι οίτινες ήθελαν να κινδυνεύουν υπέρ αυτού παντού όπου τυχόν εφαντάζοντο ότι θα το εμάνθανεν ο Κύρος.

Εάν δέ τις εγίνετο γνωστόν ότι εφιλοδόξει να αναδεικνύεται εις δικαιοσύνην (ως φιλοδίκαιος), κάθε τρόπον κατέβαλλε να αποκαθιστά τούτον πλουσιώτερον εκείνου όστις ήντλει τα κέρδη του από τας αδικίας. Αλλά και πολλών άλλων πραγμάτων δικαίως εγίνετο υπέρ αυτού η διαχείρισις και ένεκα πάντων τούτων αληθινόν στρατόν είχεν αποκτήση. Πράγματι δε. Διότι και οι στρατηγοί και οι λοχαγοί, όσοι ένεκα κέρδους έπλευσαν προς αυτόν (κατετάχθησαν εις τον στρατόν του), επείσθησαν ότι είναι επικερδέστερον δι' αυτούς να πειθαρχούν τελείως εις τον Κύρον, παρά ν' αποβλέπουν εις το κατά μήνα ωρισμένον κέρδος των (τον μισθόν των).

Αλλά και ο Κύρος πάλιν, εάν τις ήθελε πιστώς τον υπηρετήση, δεν άφηνε ποτε άνευ ανταμοιβής τον ζήλον του. Αυτή δε είναι και η αιτία, διά την οποίαν, καθώς λέγουν, απέκτησεν ο Κύρος εις κάθε έργον του ικανωτάτους υπαλλήλους.

Εάν δε έβλεπε κανένα να ήναι δεινός οικονομολόγος μετά δικαιοσύνης, να καλλιεργή δε την χώραν, της οποίας ήτον ο αρχηγός και να αυξάνη μετ' επιμελείας τας προσόδους της, από αυτόν όχι μόνον δεν αφήρει τίποτε, αλλά και με περισσότερα (μέσα) πάντοτε τον εφωδίαζε. Τοιουτοτρόπως όλοι και ευχαρίστως ειργάζοντο και παρρησία, ενώπιον όλων, απέκτων περιουσίας, οσαδήποτε δε και αν απέκτα τις δεν τα απέκρυπτεν από τον Κύρον. Διότι προς πάντας τους ούτω φανερώς πλουτούντας, ούτος δεν εδοκίμαζε κανένα φθόνον, προσεπάθει δε μόνον να χρησιμοποιή δι' εαυτόν τα χρήματα εκείνων οι οποίοι τα έκρυπτον.

Όσους δε ήθελε κάμη φίλους και ήτο βέβαιος ότι πραγματικώς τον αγαπούν, τους έκρινε δε ότι θα ήσαν ικανοί συνεργάται του εις παν ό,τι ήθελε να φέρη εις πέρας, τούτους ομολογείται παρά πάντων ότι με μεγάλην προθυμίαν επεριποιείτο.

Και λοιπόν, δι' ον λόγον αυτός ενόμιζεν ότι έχει ανάγκην φίλων, όπως έχη τούτους συνεργάτας του, διά τον αυτόν λόγον και αυτός φρόντιζε να είναι συνεργάτης των (βοηθός) όσον του ήτο δυνατόν περισσότερον, εις κάθε τι που εκαταλάβαινεν ότι έκαστος εξ αυτών είχεν ανάγκην.

Ήτο δε ο μόνος εις το Κράτος ανήρ, κατά την γνώμην μου, ο οποίος ελάμβανε τόσα πολλά δώρα διά τόσον πολλάς αιτίας. Τα δώρα δε ταύτα ουδείς γενναιότερον αυτού εσκόρπιζεν (εδώρει εις τους φίλους του, αποβλέπων κυρίως εις τους τρόπους εκάστου και εις ό,τι έκαστος εξ αυτών εστερείτο περισσότερον.

Και ως προς εκείνα, τα οποία του απεστέλλοντο πανταχόθεν προς στολισμόν του σώματός του, είτε εν πολέμω στολισμόν, είτε εν ειρήνη, και ως προς αυτά ακόμη λέγεται ότι κάποτε είπεν ότι το σώμα του δεν θα ήτο δυνατόν ποτε με όλα αυτά να στολισθή, επίστευεν όμως στολισμόν του μέγιστον να βλέπη όλους τους φίλους του καλώς εστολισμένους.

Και το να υπερτερή μεν τους φίλους του εις τας ευεργεσίας δεν ήτο διόλου παράδοξον, επειδή ήτο βέβαια πλουσιώτερός των. Το να τους υπερτερή όμως εις το να φροντίζη υπέρ των αναγκών των και εις το να ευχαριστήται να ήναι προθυμότατος εις όλα, τούτο, εις εμέ τουλάχιστον, φαίνεται εξαιρετικώς θαυμασμού άξιον.

Διότι πολλάκις ο Κύρος, οπότε θα ελάμβανεν οίνον παρά πολύ γλυκύν, απέστελλεν εξ αυτού εις τους φίλους του ημίκενα αγγεία, λέγων εις αυτούς ότι από μακρού ήδη χρόνου δεν έχει λάβη τόσον γλυκύν οίνον. Τούτον, λοιπόν, σου αποστέλλει και σε παρακαλεί να τον πίης σήμερον με τους μάλλον αγαπητούς σου φίλους.

Ημιφαγωμένας δε χήνας επίσης απέστελλε πολλάκις και ημίσεις άρτους και άλλα τοιαύτα, διατάσσων τον υπηρέτην του να λέγη εις εκείνους εις τους οποίους τα απέστελλεν: Από αυτά έφαγεν ο Κύρος και ευχαριστήθη. Επιθυμεί, λοιπόν, να τα δοκιμάσετε και σεις. Οσάκις δε (ένεκα ανομβρίας) ο σανός ήτο σπανιώτατος, αυτός δε, διότι είχε πολλούς φροντιστάς και υπηρέτας, ηδύνατο να προμηθευθή τοιούτον, απέστελλεν εξ αυτού και εις τους φίλους του, παραγγέλλων εις αυτούς να τον δώσουν εις τους προς ιππασίαν προωρισμένους ίππους των, διά να μη φέρουν ούτοι τους φίλους του πεινώντες.

Εάν δέ ποτε εξήρχετο εις περίπατον και επρόκειτο πλείστοι να τον ίδουν καθ' οδόν, προσκαλών ενώπιόν των τους φίλους του, συνομίλει με σοβαρότητα μαζή των, διά να δείξη φανερά εις όλους εκείνους τους οποίους νομίζει αξίους της εκτιμήσεώς του. Ώστε εγώ τουλάχιστον, εξ όσον ακούω, νομίζω ότι ουδείς ηγαπήθη υπό περισσοτέρων Ελλήνων ή Περσών όσον ο Κύρος.

Απόδειξις τούτου είναι και το εξής γεγονός. Από μεν τον Κύρον, εφ' όσον ήτον υπό τον αδελφόν του, ουδείς έφυγε, διά να γείνη οπαδός του βασιλέως, εκτός του Ορόντα εκείνου (ως είδομεν ανωτέρω). Και αυτός δα ο Ορόντας δεν το κατώρθωσε, διότι εκείνον τον οποίον ενόμιζε πιστότατόν του υπηρέτην, πολύ γρήγορα τον ηύρε να αγαπά περισσότερον τον Κύρον ή αυτόν. Από δε τον βασιλέα, πολλοί προς τον Κύρον απεσκίρτησαν, αφ' ότου οι δύο αδελφοί έγειναν πολέμιοι προς αλλήλους, και μάλιστα εκείνοι οι οποίοι ηγαπώντο από τον βασιλέα περισσότερον. Τούτο δε, διότι ενόμιζαν ότι, εάν ήσαν καλοί (πιστοί) παρά τον Κύρον, θα ηξιούντο περισσοτέρων τιμών υπ' αυτού ή υπό του βασιλέως.

Έτι δε μεγαλειτέρα απόδειξις της αγαθότητός του και της κρίσεως, με την οποίαν ορθώς εστάθμιζε τους εύνους και σταθερούς και αφωσιωμένους φίλους του, είναι και εκείνο το οποίον συνέβη κατά τον θάνατόν του.

Ενώ δηλαδή αυτός απέθνησκεν, όλοι οι περί αυτόν φίλοι και ομοτράπεζοι απέθαναν μαχόμενοι υπέρ του Κύρου εκτός του Αριαίου, όστις έτυχε να ήναι τεταγμένος εις το αριστερόν κέρας, ως αρχηγός του ιππικού. Αλλά και αυτός, μόλις έμαθε τον θάνατον του Κύρου, έφυγε μαζή με όλον το στράτευμα, του οποίου ήτον ηγεμών.

Κεφάλαιον δέκατον


Ενταύθα, λοιπόν, αποκόπτεται η κεφαλή και η δεξιά χειρ του Κύρου. Ο βασιλεύς δε και οι περί αυτόν, διώκοντες τους πολεμίους, επιπίπτουν εις το στρατόπεδον του Κύρου. Και ο μεν μετά του Αριαίου στρατός δεν μένει εκεί πλέον, αλλά φεύγει διά μέσου του στρατοπέδου του εις τον σταθμόν, από τον οποίον είχεν ορμηθή. Ελέγετο δε ότι το διάστημα της μέχρι του σταθμού οδού ήτο παρασάγγαι τέσσαρες.

Ο βασιλεύς δε και οι περί αυτόν πλείστα όσα τότε διαρπάζουν πράγματα, λαμβάνει δε (υπό την κατοχήν αυτού και κυριότητα) και την Φωκαΐδα, παλλακίδα του Κύρου, γυναίκα συνετήν, περί ης ελέγετο ότι ήτον ωραιοτάτη.

Η δε Μιλησία, ήτις ήτο νεωτέρα, αρπαγείσα εις τας αρχάς υπό των περί τον βασιλέα, τους ξεφεύγει κατόπιν, φέρουσα μόνον τον χιτώνα της, και τρέχει προς όσους Έλληνας έτυχε να είναι την στιγμήν εκείνην εις τας σκευοφόρους των αμάξας ωπλισμένοι, οι οποίοι και αντιταχθέντες, πολλούς μεν εκ των διαρπαζόντων εφόνευσαν, τινές δε εξ αυτών και εφονεύθησαν. Δεν ετράπησαν πράγματι εις φυγήν (εγκαταλείποντες την Μιλησίαν εις την τύχην της), αλλά και ταύτην έσωσαν και όσα άλλα πράγματα και ανθρώπους έτυχε να ευρίσκωνται εις τας αμάξας των (καταφυγόντας κατά την ώραν του διωγμού εκεί).

Ενταύθα βασιλεύς και Έλληνες απεμακρύνθησαν αλλήλων έως τριάκοντα στάδια. Αλλ' οι μεν Έλληνες εδίωκον τους προς το μέρος των βαρβάρους, νομίζοντες ότι ενίκων πάντας. Οι δε βάρβαροι ετρέποντο εις διαρπαγάς, νομίζοντες ότι ήσαν ήδη και αυτοί πάντες νικηταί.

Αφού δε οι μεν Έλληνες έμαθαν ότι ο βασιλεύς με όλον του το στράτευμα είχε φθάση μέχρι των αποσκευών, ο δε βασιλεύς, εξ άλλου, εμάνθανεν από τον Τισσαφέρνην ότι οι Έλληνες το καθ' εαυτούς νικούν και προχωρούν προς τα εμπρός διώκοντες, τότε ο μεν βασιλεύς συναθροίζει τον στρατόν του και παρατάσσεται, ο δε Κλέαρχος, καλέσας τον Πρόξενον, διότι αυτός ήτον ο πλησιέστερός του, συνεσκέπτετο μαζή του αν πρέπει ν' αποστείλουν μόνον μερικούς ή όλοι μαζή να σπεύσουν εις βοήθειαν του στρατοπέδου.

Εν τω μεταξύ τούτω οι Έλληνες ενόμισαν ότι ο βασιλεύς εφαίνετο (εκ των κινήσεών του) ότι έμελλε να τους επιτεθή και πάλιν εκ των όπισθεν. Και οι μεν Έλληνες, στραφέντες, ητοιμάζοντο να τον υποδεχθούν ούτω (εκ των όπισθεν) ερχόμενον. Ο δε βασιλεύς (μετανοήσας ίσως) ήλλαξε διεύθυνσιν, δι' ου δε δρόμου είχε προηγουμένως προσπεράση, ότε ήτο πέραν του αριστερού κέρατος των Ελλήνων, διά του αυτού και επέστρεψεν (απεμακρύνθη των Ελλήνων), αναλαβών και τους εν καιρώ της μάχης προς τους Έλληνας λιποτακτήσαντας και τον Τισσαφέρνην με τους περί αυτόν.

Διότι ο Τισσαφέρνης κατά την πρώτην σύρραξιν δεν είχε φύγη, αλλά διήλθεν έφιππος πλησίον του ποταμού, εις ο μέρος ήσαν παρατεταγμένοι οι Έλληνες πελτασταί. Διερχόμενος δ' εκείθεν ουδένα μεν εφόνευσεν, οι Έλληνες όμως, απομακρυνθέντες, τους εκτύπων και τους ηκόντιζον.

Των πελταστών δε αρχηγός ήτον ο εξ Αμφιπόλεως Επισθένης, περί ου ελέγετο ό,τι ενήργησε κατά την περίστασιν ταύτην συνετώτατα.

Ο Τισσαφέρνης, λοιπόν, μόλις απηλλάγη των ακοντισμών, μειονεκτήσας ούτω, δεν επιστρέφει μεν και πάλιν οπίσω, αλλά, φθάσας εις το στρατόπεδον των Ελλήνων, συναντά εκεί τον βασιλέα και, μαζή ανασυντάξαντες πάλιν τας δυνάμεις των, επορεύοντο.

Ότε δ' έφθασαν κατά το αριστερόν κέρας των Ελλήνων, εφοβήθησαν ούτοι, μήπως ο εχθρός πλησιάζων τον στρατόν του προς το κέρας των και περικυκλώνων και από τα δύο μέρη αυτούς, τους κατακόψη. Ενόμισαν δε καλόν ν' αναπτύξουν το κέρας του στρατού των κατά μέτωπον και να βάλουν όπισθεν αυτών τον ποταμόν.

Ενώ δε εσκέπτοντο ταύτα, ο βασιλεύς, αντιπαρελθών (το αριστερόν κέρας των Ελλήνων), παρέταξε τον στρατόν του απέναντί των, εις ο σχήμα τον είχε παρατάξη, ότε το πρώτον επήρχετο ίνα συνάψη μάχην. Μόλις δε είδαν οι Έλληνες ότι οι Πέρσαι τους επλησίασαν και ότι ήσαν ήδη παρατεταγμένοι προς μάχην, ευθύς, αφού έψαλαν το πολεμικόν των άσμα, ώρμησαν κατ' αυτών με πολύ μεγαλητέραν ή πρότερον προθυμίαν.

Οι βάρβαροι όμως δεν εδέχθησαν την επίθεσίν των, αλλ' έφευγαν πολύ πλέον μακρύτερα ή πρότερον. Οι Έλληνες δε τους κατεδίωκον μέχρι κώμης τινός, όπου και εστάθησαν.

Διότι άνωθεν της κώμης ήτο λόφος, επί του οποίου, αίφνης επιστρέψαντες εκ της φυγής, εσταμάτησαν οι περί τον βασιλέα, όχι οι πεζοί, αλλ' οι ιππείς του, από τους οποίους και εγέμισεν ο λόφος τόσον, ώστε, ως εκ του πλήθους των, να μη γνωρίζουν οι Έλληνες ποίαν απόφασιν πρόκειται να λάβουν κατ' αυτών οι βάρβαροι. Έλεγαν δε τότε ότι έβλεπαν το βασιλικόν σημείον, χρυσούν τινα δηλαδή αετόν ανυψωμένον επί ξυλίνου ακοντίου.

Επειδή δε και προς τον λόφον επροχώρουν οι Έλληνες, τον εγκαταλείπουν τότε οι ιππείς, όχι όμως πλέον όλοι μαζή, αλλά καθ' ομάδας και προς διαφόρους διευθύνσεις. (Άλλοι από 'δω και άλλοι από 'κεί). Ούτω δε κατ' ολίγον απεγυμνώθη ο λόφος από τους ιππείς, έως ότου όλοι εκείθεν απεχώρησαν.

Ο Κλέαρχος, λοιπόν, δεν ανεβίβαζε τον στρατόν του εις τον λόφον, αλλά, στρατοπεδεύσας κάτωθεν αυτού, αποστέλλει Λύκιον τον Συρακούσιον με κάποιον άλλον (εις τον λόφον) με την διαταγήν, αφού κατοπτεύσουν τι είναι υπέρ αυτόν, να τον ειδοποιήσουν.

Και ο Λύκιος, αφού τον διέτρεξεν έφιππος και παρετήρησε παντού, του αναγγέλλει ότι οι εχθροί φεύγουν κατά κράτος.

Ότε δε συνέβαιναν ταύτα, ο ήλιος ήτο περί την δύσιν του σχεδόν. Ενταύθα, λοιπόν, εσταμάτησαν οι Έλληνες και, θέσαντες κατά γης τα όπλα, ανεπαύοντο. Συγχρόνως δε ηπόρουν ότι ο Κύρος ουδαμού εφαίνετο, ούτε κανείς άλλος παρουσιάσθη εκ μέρους του ερχόμενος. Διότι δεν εγνώριζαν ακόμη ότι εφονεύθη, αλλ' ενόμιζαν ή ότι είναι μακράν ήδη καταδιώκων τους εχθρούς, ή ότι επροχώρησε προς τα εμπρός (προς βορράν), διά να καταλάβη κανένα τόπον (μέρος εύθετον προς υπεράσπισίν του).

Και εσκέπτοντο αν πρέπει, μείναντες εκεί, να μεταφέρουν ενταύθα και τας αποσκευάς των, ή αν πρέπει ν' απέλθουν εις το στρατόπεδόν των. Ενόμισαν, λοιπόν, καλλίτερον να απέλθουν και φθάνουν σχεδόν κατά την ώραν του δείπνου εις τας σκηνάς των.

Και ούτω μεν ετελείωσεν η ημέρα αυτή. Ευρίσκουν δε τα περισσότερα πράγματά των διαρπαγέντα, ακόμη και ό,τι τρόφιμον και ποτόν υπήρχε. Τας δε αμάξας, αι οποίαι ήσαν γεμάται άλευρα και οίνον, προετοιμασθείσαι ούτω επίτηδες από τον Κύρον, ίνα, εάν ποτε παρουσιασθή εις τον στρατόν μεγάλη έλλειψις τροφίμων, διανεμηθούν εις τους Έλληνας — ελέγετο δε ότι ήσαν τοιαύται αμάξας περί τας τετρακοσίας — και ταύτας ακόμη (τας αμάξας) είχαν ήδη διαρπάση οι περί τον βασιλέα.

Ώστε οι πλείστοι εκ των Ελλήνων έμειναν την εσπέραν εκείνην χωρίς δείπνον. Είχαν δε μείνη και την μεσημβρίαν χωρίς γεύμα. Διότι πριν ή καταλύση ο στρατός, διά να γευματίση, ανεφάνη ο βασιλεύς. Ούτω λοιπόν επέρασαν την νύκτα ταύτην.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον


Κατά ποίον, λοιπόν, τρόπον συνήθροισε τον Ελληνικόν στρατόν ο Κύρος, ότε εξεστράτευσε κατά του αδελφού του Αρταξέρξου, και όσα κατά την ανάβασιν του στρατού αυτού επράχθησαν και πώς έγεινεν η μάχη, και πώς απέθανεν ο Κύρος, και πώς, ελθόντες εις το στρατόπεδον οι Έλληνες, εκοιμήθησαν, νομίζοντες ότι καθ' όλην την γραμμήν ενίκων και ότι ο Κύρος έζη, — πάντα ταύτα έγειναν γνωστά δι' όσων μέχρι τούδε είπομεν.

Άμα δε εξημέρωσε, συνελθόντες οι στρατηγοί ηπόρουν ότι ο Κύρος ούτε άλλον τινά αποστέλλει, διά να τους ειδοποιήση τι πρέπει να κάμουν, ούτε ο ίδιος πουθενά εφαίνετο. Απεφάσισαν, λοιπόν, αφού προετοιμάσουν τα πράγματά των, όσα τους είχαν μείνη από την διαρπαγήν, και εξοπλισθούν, να βαδίσουν προς τα εμπρός, έως ου συναντηθούν με τον Κύρον.

Ενώ δε ήρχιζαν να βαδίζουν, καθ’ ήν στιγμήν ανέτελλεν ο ήλιος, ήλθεν ο άρχων της Τευθρανίας Προκλής, καταγόμενος από τον Λάκωνα Δημάρατον (βασιλέα της Σπάρτης), και Γλους ο υιός του Ταμώ, οίτινες έλεγαν ότι ο μεν Κύρος εφονεύθη, ο δε Αριαίος ότι έχει ήδη φύγη, ευρισκόμενος με τους λοιπούς βαρβάρους εις τον σταθμόν, από τον οποίον την προηγουμένην ημέραν είχαν ξεκινήση, ότι δε τους ειδοποίει ότι καθ' όλην εκείνην την ημέραν θα τους επερίμενεν, εάν εσκόπευαν να έλθουν (πλησίον του), την επομένην όμως ότι εμελέτα ν' αναχωρήση διά την Ιωνίαν, από την οποίαν ήλθεν.

Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί και οι άλλοι Έλληνες ελυπούντο κατάκαρδα. Ο δε Κλέαρχος τους είπε τα εξής: «Είθε ο Κύρος να έζη! Επειδή όμως απέθανεν, αναγγείλατε εις τον Αριαίον ότι και τον βασιλέα νικώμεν και, όπως βλέπετε, ουδείς πλέον μάχεται εναντίον μας, και, εάν δεν ήρχεσθε σεις, θα εβαδίζαμεν ήδη ημείς κατά του βασιλέως. Υποσχόμεθα δε εις τον Αριαίον, εάν έλθη εδώ, να τον ανακηρύξωμεν βασιλέα. Διότι εις τους κατόπιν μάχης νικητάς (καθώς γνωρίζετε) ανήκει και η Αρχή.

Αφού είπε ταύτα, αποστέλλει (προς τον Αριαίον) τους αγγελιοφόρους και μαζή με αυτούς τον Λάκωνα Χειρίσοφον και τον Θεσσαλόν Μένωνα. Όστις και αφ' εαυτού ήθελε (μόνος του επρότεινε) να υπάγη. Διότι και φίλος του Αριαίου ήτο και είχε ποτε φιλοξενηθεί υπ' αυτού. Και αυτοί μεν ανεχώρησαν, ο Κλέαρχος δ' επερίμενε (την απάντησιν).

Το δε στράτευμα επρομηθεύετο τροφήν και ύδωρ, όπως ηδύνατο, σφάζον εκ των φορτηγών του ζώων τους βους και τους όνους. Απομακρυνόμενοι δε ολίγον από του μέρους, εις το οποίον έγεινεν η μάχη, επρομηθεύοντο ξύλα συλλέγοντες τα βέλη, τα οποία ήσαν εκεί αφθονώτατα και τα οποία οι Έλληνες ηνάγκαζον τους λιποτακτούντας από τον στρατόν του βασιλέως να ρίπτουν κατά γης, καθώς και τας πλεκτάς και από ξύλον ασπίδας, τας οποίας μετεχειρίζοντο οι Αιγύπτιοι. Ήσαν δε εν αχρηστία και περιτταί δι' έλλειψιν ζώων και πολλαί άμαξαι, ακόμη δε και πολλά δόρατα και ακόντια. Με όλα, λοιπόν, τα ξύλα αυτά αφού έβρασαν όσα ήθελαν κρέατα, έφαγαν την ημέραν εκείνην.

Και ήτον ήδη η ώρα (η προ μεσημβρίας δεκάτη), καθ’ ήν η αγορά ήτο πλήρης ανθρώπων, ότε έρχονται εκ μέρους του βασιλέως και του Τισσαφέρνους κήρυκες, εξ ων όλοι μεν οι άλλοι ήσαν Πέρσαι, είς δε και μόνον Έλλην, ονομαζόμενος Φαλίνος, όστις έτυχε να ευρίσκεται πλησίον του Τισσαφέρνους, ιδιαιτέρως παρ' αυτού τιμώμενος. Διότι επροσποιείτο ότι εγνώριζε καλώς την στρατιωτικήν τακτικήν και οπλομαχίαν.

Ούτοι, λοιπόν, προσελθόντες και καλέσαντες τους στρατηγούς των Ελλήνων λέγουν ότι ο βασιλεύς, επειδή είναι (αυτός) ο νικητής και επειδή (αυτός) εφόνευσε τον Κύρον, προστάζει τους Έλληνας, αφού του παραδώσουν τα όπλα, να έλθουν εις την αυλήν του βασιλέως, και εκεί, αν ημπορούν, να επιτύχουν παρ' αυτού κανέν καλόν (να τον καταφέρουν να τους φανή καλός).

Και ταύτα μεν είπαν οι κήρυκες του βασιλέως. Οι δ' Έλληνες με αγανάκτησιν ήκουσαν τους λόγους των. Ο δε Κλέαρχος ταύτην και μόνην την απάντησιν τους έδωκεν: ότι δεν είναι ίδιον των νικητών να παραδίδουν τα όπλα των. (Απευθυνόμενος δε προς τους στρατηγούς είπεν:) «Σεις όμως, ω άνδρες στρατηγοί, αποκριθήτε εις αυτούς εδώ ό,τι σεις ευστοχώτερον και καλλίτερον (διά την περίστασιν) νομίσετε. Εγώ δε θα επιστρέψω αμέσως. Διότι τον είχε καλέση κάποιος εκ των υπηρετών του, διά να ίδη βγαλμένα εκεί κάπου τα σπλάγχνα των σφαγίων, επειδή κατά την στιγμήν εκείνην ετύχαινε να προσφέρη εις τους Θεούς θυσίαν.

Τότε, λοιπόν, απεκρίθη Κλεάνωρ ο Αρκάς, ο μεγαλήτερος όλων (σεβαστότερος), ότι είναι αποφασισμένοι όλοι ν' αποθάνουν πριν ή παραδώσουν τα όπλα. Ο δε Πρόξενος ο Θηβαίος προσέθηκεν: «Αλλ' εγώ, ω Φαλίνε, απορώ διά ποίον εκ των δύο λόγων ζητεί ο βασιλεύς τα όπλα; ως νικητής ή ως δώρα, λόγω φιλίας; Εάν μεν τα ζητή ως νικητής, τις η ανάγκη να τα ζητή ούτω δι' απεσταλμένων, και δεν έρχεται να τα λάβη μόνος του; Εάν δε θέλη να τα λάβη διά της πειθούς (φιλικώς), ας μας είπη τι θα δώση εις τους στρατιώτας, εάν ούτοι του τα παραδώσουν χάριν φιλίας (ως εις φίλον)».

Εις ταύτα ο Φαλίνος απήντησεν: «Ο βασιλεύς φρονεί ότι είναι νικητής, αφού εφόνευσε τον Κύρον. Διότι τις άλλος πλέον του διαφιλονικεί την βασιλείαν; Νομίζει δε ότι και σεις είσθε υπό την εξουσίαν του, αφού σας έχει εις το μέσον της χώρας του και εντός αδιαβάτων ποταμών, και τόσον πλήθος ανθρώπων δύναται να οδηγήση εναντίον σας, ώστε, και εάν ακόμη τους παρέδιδεν εις χείρας σας, δεν θα ηδύνασθέ ποτε να τους φονεύσετε».

Μετ' αυτόν Θεόπομπος ο Αθηναίος είπεν: «Ω Φαλίνε, τώρα, όπως βλέπεις και συ, κανέν άλλο καλόν πλέον δεν μας έμεινεν παρά τα όπλα και η ανδρεία. Εάν μεν λοιπόν έχωμεν (στα χέρια μας) τα όπλα, νομίζομεν ότι δυνάμεθα να χρησιμοποιήσωμεν και την ανδρείαν μας. Εάν όμως τα παραδώσωμεν, θα χάσωμεν και την ζωήν μας. Μη φαντάζεσαι, λοιπόν, ότι τα μόνα αγαθά, τα οποία μας έμειναν, θα σας τα παραδώσωμεν, αλλά με αυτά, ακόμη και υπέρ των ιδικών σας αγαθών θα πολεμήσωμεν».

Ακούσας δε ταύτα ο Φαλίνος εγέλασε και είπεν: «Αλλ' (ομιλών ούτω) ομοιάζεις, ω νεανίσκε, με φιλόσοφον και αληθώς χαριέστατα μας λέγεις πράγματα! Μάθε όμως ότι είσαι ανόητος φανταζόμενος ότι η ανδρεία σας θα νικήση την στρατιωτικήν δύναμιν του βασιλέως».

Άλλοι δέ τινες ωμίλησαν με ολιγώτερον θάρρος, ειπόντες ότι όπως και εις τον Κύρον εφάνησαν πιστοί, ούτω και εις τον βασιλέα θα εφαίνοντο πάρα πολύ χρήσιμοι, εάν ήθελε να γείνη φίλος των. Και είτε εις άλλο τι, οιονδήποτε, θέλει να τους χρησιμοποιήση, είτε διά να εκστρατεύση εις την Αίγυπτον, είναι προθυμότατοι να τον βοηθήσουν να την υποτάξη.

Εν τω μεταξύ τούτω επανήλθεν ο Κλέαρχος και ηρώτησεν αν έδωσαν ήδη την απάντησιν. Ο δε Φαλίνος, διακόψας, είπεν: «Πάντες μεν οι προλαλήσαντες, ω Κλέαρχε, έχουν έκαστος ιδιαιτέραν (περί του πρακτέου) γνώμην. Συ δε ειπέ μας τι φρονείς».

Ο δε Κλέαρχος απήντησεν: «Όσον αφορά εμέ, ω Φαλίνε, μ' ευχαρίστησίν μου σε είδα εδώ, νομίζω δε και όλοι οι άλλοι. Διότι και συ είσαι Έλλην και όλοι ημείς επίσης, όσους ενώπιόν σου βλέπεις. Επειδή δε ευρισκόμεθα εις τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις, ζητούμεν να μας συμβουλεύσης τι πρέπει να πράξωμεν εις όσα μας προτείνεις.

»Συ, λοιπόν, εν ονόματι των Θεών, συμβούλευσέ μας ό,τι νομίζεις ότι είναι έντιμον και ωφέλιμον και ό,τι θα σου περιποιήση τιμήν εν τω μέλλοντι, πάντοτε μνημονευόμενον υπό των μεταγενεστέρων, ότι δηλαδή ο Φαλίνος, σταλείς ποτε υπό του βασιλέως, διά να είπη εις τους Έλληνας να παραδώσουν τα όπλα, τους συνεβούλευσε, ζητούντας την συμβουλήν του, τα εξής. Γνωρίζεις δε πολύ καλά ότι εξ άπαντος θα γείνη γνωστόν εις την Ελλάδα παν ό,τι ήθελες μας συμβουλεύση».

Ο Κλέαρχος διά των λόγων τούτων ήθελε να παρασύρη ανεπαισθήτως προς τους σκοπούς του τον Φαλίνον, επιθυμών και αυτός ακόμη ο πρεσβευτής του βασιλέως να τους συμβουλεύση να μη παραδώσουν τα όπλα, και τούτο, διά να γείνουν περισσότερον ευέλπιδες οι Έλληνες.

Ο Φαλίνος όμως, στρέψας τον λόγον επιτηδείως, παρά πάσαν προσδοκίαν του Κλεάρχου είπε τα εξής: «Όσον μεν αφορά εμέ, ω Κλέαρχε, εάν μία και μόνη εκ των απείρων (περί σωτηρίας) ελπίδων, (ας έχετε), ήναι: το να σωθήτε πολεμούντες τον βασιλέα, θα σας συνεβούλευον να μη παραδώσετε τα όπλα. Εάν όμως δεν υπάρχη καμμία ελπίς σωτηρίας άνευ της θελήσεως του βασιλέως, σας συμβουλεύω να σωθήτε δι' ου τρόπου νομίζετε σεις ευκολώτερον».

Εις τους λόγους τούτους ο Κλέαρχος απήντησε: «Και αύτη μεν είναι η γνώμη σου. Όσον όμως αφορά ημάς, ειπέ εις τον βασιλέα τα εξής: ότι ημείς φρονούμεν ότι, εάν μεν ήναι ανάγκη να γείνωμεν φίλοι του βασιλέως, θα του είμεθα επωφελέστεροι φίλοι, έχοντες τα όπλα μας ή παραδίδοντες αυτά εις άλλον. Εάν δε ήναι ανάγκη να γείνωμεν εχθροί του, θα ηδυνάμεθα καλλίτερα να τον πολεμώμεν με τα όπλα εις χείρας μας ή να τα παραδώσωμεν εις χείρας τρίτου».

Ο δε Φαλίνος είπεν: «Όσα μεν μας είπατε θα τα αναγγείλωμεν εις τον βασιλέα. Αλλά, προς τούτοις, και τα εξής ακόμη μας διέταξεν ούτος να σας είπωμεν: «ότι, εάν μεν μείνετε εις ην θέσιν ευρίσκεσθε, θα κηρυχθή ειρήνη (μεταξύ μας). Εάν δε βαδίσετε προς τα εμπρός ή επιστρέψετε (εις τας πατρίδας σας), θα συνεχισθή ο πόλεμος. Ειπέτε, λοιπόν, ποίον εκ των δύο προτιμάτε: να μείνετε και να γείνη ειρήνη ή ν' αναγγείλω εις τον βασιλέα ότι θα συνεχίσετε τον κατ' αυτού πόλεμον;».

Ο δε Κλέαρχος απήντησεν: «Ανάγγειλε, λοιπόν, και ως προς το ερώτημά σου τούτο, ότι και ημείς την αυτήν γνώμην έχομεν οίαν και ο βασιλεύς». «Και ποία είναι η γνώμη αύτη;» ηρώτησεν ο Φαλίνος. Και ο Κλέαρχος απήντησεν: «Εάν μεν μείνωμεν ενταύθα, κηρύττομεν ειρήνην, εάν δε προχωρήσωμεν ή επιστρέψωμεν, πόλεμον».

Ο δε Φαλίνος ηρώτησε και πάλιν: «Ειρήνην ή πόλεμον ν' αναγγείλω;». Και ο Κλέαρχος την αυτήν και πάλιν έδωκεν απάντησιν: «Ειρήνην μεν, εάν μείνωμεν, πόλεμον δε, εάν προχωρήσωμεν ή επιστρέψωμεν». Ποίον δε εκ των δύο επροτίμα, δεν το εφανέρωσεν.

Κεφάλαιον δεύτερον


Και ο μεν Φαλίνος, λοιπόν, και οι μετ' αυτού ανεχώρησαν. Οι δε αποσταλέντες ήδη εις τον Αριαίον Προκλής και Χειρίσοφος επέστρεψαν, εκτός του Μένωνος, όστις έμεινε πλησίον του. Ούτοι, λοιπόν, κατ' εντολήν του Αριαίου, είπαν ότι υπάρχουν πολλοί Πέρσαι καλλίτεροι αυτού, οι οποίοι δεν θα τον ηνείχοντο ως βασιλέα. «Αλλ' εάν θέλετε όλοι μαζή ν' αναχωρήσετε, σας παραγγέλλει να έλθετε αυτήν την νύκτα αμέσως. Ειδεμή, θ' αναχωρήση την πρωίαν μόνος του».

Ο δε Κλέαρχος είπεν: «Εάν μεν έλθωμεν, βεβαίως ούτω πρέπει να πράξωμεν, καθώς λέγετε. Ειδεμή, πράξατε ό,τι σεις νομίσετε συμφερώτερον». Τι δ' εσκόπευεν αυτός να πράξη, ούτε εις αυτούς το ανεκοίνωσεν.

Μετά ταύτα, ενώ ήδη έδυεν ο ήλιος, συγκαλέσας τους στρατηγούς και λοχαγούς, τους είπε τα εξής: «Ενώ, ω άνδρες, προσέφερον εις τους Θεούς θυσίαν, διερωτών αυτούς να μάθω αν πρέπει να βαδίσωμεν κατά του βασιλέως, είδα ότι δεν έδειξαν τα (εκβληθέντα) σπλάγχνα ευοίωνα σημεία. Επόμενον δε ήτο να μη δείξουν. Διότι, όπως προ ολίγου έμαθα, εν μέσω ημών και του βασιλέως υπάρχει ο Τίγρης ποταμός, με πλοία μόνον διαπλεόμενος, τον οποίον ημείς όμως, μη έχοντες τοιαύτα, δεν θα δυνηθώμεν να διαβώμεν (να περάσωμεν). Αλλ' ούτε ενταύθα είναι δυνατόν να μένωμεν. Διότι δεν δυνάμεθα να έχωμεν τα προς τροφήν αναγκαία. Όσον αφορά όμως: το να υπάγωμεν εις τους φίλους του Κύρου, τα σπλάγχνα μας έδειξαν πολύ ευοίωνα σημεία.

Κατά τον εξής λοιπόν τρόπον πρέπει να ενεργήσωμεν: Πηγαίνετε πρώτον να δειπνήσετε με ό,τι έκαστος από σας έχει. Όταν δε σαλπίση η σάλπιγξ σιωπητήριον [όταν δε δοθή διά του κέρατος (νυκτερινής σάλπιγγος) το προς ανάπαυσιν σημείον], αρχίσατε τότε να ετοιμάζετε τα πράγματά σας. Όταν δε σαλπίση το δεύτερον, φορτώσατέ τα εις τα ζώα. Όταν δε τέλος σαλπίση και το τρίτον, ακολουθήσατε τότε τον αρχηγόν σας, τα μεν ζώα έχοντες προς το μέρος του ποταμού, τους δε οπλίτας προς τα έξω».
΄
Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί και λοχαγοί ανεχώρησαν και ενήργουν συμφώνως προς τας παραγγελίας του. Του λοιπού δε, ο μεν Κλέαρχος ήτον ο γενικός αρχηγός του στρατού (αρχιστράτηγος), εκ των περί αυτόν δε οι μεν επείσθησαν εις αυτόν, όχι διότι τον είχαν αναγνωρίση ως τοιούτον, αλλά διότι έβλεπαν ότι μόνος αυτός εξ όλων εσκέπτετο όπως θα έπρεπε να σκέπτεται ένας αρχηγός, οι δε λοιποί ήσαν εντελώς άπειροι.

[Ο από Εφέσου της Ιωνίας μέχρι του τόπου της μάχης αριθμός των σταθμών και παρασαγγών, τους οποίους διέτρεξαν οι Έλληνες, ήσαν ενενήκοντα τρεις σταθμοί ή πεντακόσιοι τριάκοντα πέντε παρασάγγαι ή δέκα εξ χιλιάδες και πεντήκοντα στάδια. Από δε του τόπου της μάχης μέχρι της Βαβυλώνος η απόστασις ελέγετο ότι ήτο τριακοσίων εξήκοντα σταδίων].

Κατόπιν, αφού ήδη ενύκτωσε, Μιλτοκύθης μεν ο Θραξ, έχων και τους ιππείς του, ανερχομένους εις τεσσαράκοντα, και έως τριακοσίους εκ των πεζών Θρακών, ελιποτάκτησε προς τον βασιλέα.

Ο δε Κλέαρχος προηγείτο των άλλων, συμφώνως προς όσα είχεν υποδείξη, ούτοι δε ηκολούθουν. Φθάνουν δε εις τον πρώτον σταθμόν, όπου ήτον ο Αριαίος με τον στρατόν του, περί το μεσονύκτιον. Και αφού (οι στρατιώται) έθεσαν εν τάξει κατά γης τα όπλα, συνήλθον οι στρατηγοί και λοχαγοί των Ελλήνων περί τον Αριαίον. Και Έλληνες και Αριαίος μετά των περί αυτόν αρίστων ωρκίσθησαν να μη προδώσουν ποτέ αλλήλους, αλλά να ήναι πάντοτε μεταξύ των σύμμαχοι. Οι δε Πέρσαι ωρκίσθησαν προς τούτοις και να οδηγούν χωρίς κανένα δόλον τον στρατόν κατά την πορείαν του.

Ωρκίσθησαν δε πάντα ταύτα, αφού επί ασπίδος έσφαξαν και ταύρον και κάπρον και κριόν, εις το αίμα των οποίων οι μεν Έλληνες έβαπτον ξίφος, οι δε βάρβαροι λόγχην. Αφού δε εδόθησαν ούτω αμοιβαίως λόγοι πίστεως, είπεν ο Κλέαρχος: «Εμπρός, λοιπόν, τώρα, ω Αριαίε, επειδή και σεις και ημείς την αυτήν πορείαν πρόκειται να κάμωμεν, ειπέ μας ποίαν γνώμην έχεις περί αυτής, να επιστρέψωμεν δι' ης ήλθομεν οδού, ή άλλην τινά καλλιτέραν ταύτης έχεις κατά νουν;

»Εάν μεν επιστρέψωμεν δι' ης ήλθομεν, θα καταστραφώμεν εντελώς από την πείναν. Διότι μας εσώθησαν πλέον αι τροφαί. (Ενθυμείσαι δε ότι) εις απόστασιν δέκα επτά σταθμών εκ των πλησιεστέρων, ούτε όταν ηρχόμεθα εδώ επρομηθεύθημεν, έστω και το ελάχιστον, από την χώραν ταύτην. Όπου δε (της χώρας) υπήρχε κάτι τι, διερχόμενοι δι' αυτής το απετελειώναμεν. Σκεπτόμεθα, λοιπόν, τώρα (σκοπεύομεν) να βαδίσωμεν μακροτέραν οδόν, ώστε να μη στερηθώμεν των προς τροφήν αναγκαίων.

»Νομίζω δε ότι πρέπει τους πρώτους σταθμούς να πορευώμεθα όσω το δυνατόν μακροτάτους, και τούτο διά να απομακρυνθώμεν όσω το δυνατόν περισσότερον του βασιλικού στρατού. Διότι, εάν εφάπαξ απομακρυνθώμεν αυτού δρόμον δύο ή τριών ημερών, δεν θα υπάρχη πλέον κανείς φόβος να μας φθάση ο βασιλεύς. Διότι με ολίγον μεν στρατόν δεν θα τολμήση να μας ακολουθήση (να μας πάρη το κατόπιν), με πολύν δε, δεν θα δυνηθή ταχέως να βαδίση. Ίσως δε στερηθή και των τροφίμων. Αυτή είναι η γνώμη μου».