WeRead Powered by ReaderPub
Κύρου Ανάβασις Τόμος 1 cover

Κύρου Ανάβασις Τόμος 1

Chapter 9: ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The narrative chronicles a Greek cavalryman's leadership of a mercenary force stranded deep in hostile territory after the death of their patron, focusing on the long, arduous march home. It alternates vivid battle and march episodes with practical observations on logistics, leadership, and morale, and records speeches, negotiations, and tactical decisions that determine the group's survival. Themes include the interplay of personal honor, collective discipline, and the limits of power, while the episodic structure balances action with reflective commentary on command and military virtue.

Όταν ήδη είχαν αρχίση να νικούν τους εχθρούς υπό την αρχηγίαν του, δύο ήσαν οι σπουδαιότεροι λόγοι, οι οποίοι καθίστων τους μετ' αυτού συμπολεμούντας στρατιώτας, πολεμιστάς γενναίους και ευπειθείς: η μεγάλη αφοβία απέναντι των πολεμίων και ο φόβος μήπως, φαινόμενοι δειλοί, τιμωρηθούν από τον Κλέαρχον.

Τοιούτος μεν, λοιπόν, ήτον ως άρχων. Το να άρχεται όμως υπό άλλων (το να ήναι όμως υπό την εξουσίαν άλλων) ελέγετο ότι δεν το πολυήθελεν. Ότε δε απέθνησκεν, ήτον ηλικίας πεντήκοντα περίπου ετών.

Πρόξενος δε ο Βοιώτιος, από της παιδικής του ακόμη ηλικίας επόθει να γείνη ανήρ μεγαλουργός. Δι' αυτήν του δε την επιθυμίαν έλαβεν επί μισθώ ως διδάσκαλον του Γοργίαν τον Λεοντίνον.

Αφού δε (αρκετά) εδιδάχθη παρ' αυτού, νομίσας ότι ήτον ήδη ικανός και να άρχη και, φίλος ων των καλλιτέρων ανδρών της εποχής του, ότι δεν θα ήναι κατώτερος αυτών εις το ευεργετείν, ήλθεν εις τον Κύρον και μετέσχε της (ην ανωτέρω διηγήθην) εκστρατείας του. Ήλπιζε δε ότι εκ ταύτης (της εκστρατείας) ήθελεν αποκτήση και όνομα μέγα και δύναμιν μεγάλην και χρήματα πολλά.

Αν και επιθύμει δε τόσα, ήτον, εν τούτοις, λίαν φανερόν ότι δεν θα ήθελε τίποτε απ' όλα αυτά να αποκτήση με αδικίαν, νομίζων ότι έπρεπε να επιτύχη ταύτα με δικαιοσύνην και τιμιότητα, ποτέ δε άνευ τούτων.

Και καλών μεν και αγαθών στρατιωτών ήτον άξιος να ήναι αρχηγός. Δεν ήτον όμως ικανός ούτε σέβας ούτε φόβον να εμπνεύση εις τους στρατιώτας του, αλλ' αυτός μάλιστα εσέβετο τους στρατιώτας ή αυτοί εκείνον. Και εφαίνετο ότι μάλλον εφοβείτο μη γείνη μισητός εις τους στρατιώτας ή όσον εφοβούντο ούτοι μη δεν είναι πειθαρχικοί εις αυτόν. Ενόμιζε δε ότι ήτον αρκετόν, διά να ήναι και να φαίνεταί τις ικανός εις το άρχειν, να επαινή μεν τον εκτελούντα το καθήκον του, να μην επαινή δε τον αδικούντα. Διά τον λόγον δε τούτον οι μεν καλοί και αγαθοί των συναναστρεφομένων αυτόν διέκειντο προς αυτόν ευνοϊκώτατα (τον ηγάπων), οι δε άδικοι τον επεβούλευον ως ευμεταχείριστον (του χεριού των). Ήτο δε, ότε απέθανεν, έως τριάκοντα ετών.

Μένων δε ο Θεσσαλός εφαίνετο ότι είχε μεγάλην επιθυμίαν να γείνη πλούσιος και ότι ήθελε (επεδίωκε) να ήναι αρχηγός, διά ν' απολαμβάνη όσω το δυνατόν περισσότερα, να τιμάται δε, διά να κερδίζη όσω το δυνατόν πλειότερα. Ήθελε δε να ήναι φίλος των ισχυρών, διά να μη τιμωρήται όταν αδική.

Διά να επιτυγχάνη δε όσα επεθύμει, ως συντομωτέραν εξέλεγεν (ενόμιζεν) οδόν την διά της επιορκίας και του ψεύδους και της απάτης, νομίζων την απλότητα και την αλήθειαν ανταξίαν μόνον ηλιθίων ανθρώπων.

Εφαίνετο δε ότι δεν ηνείχετο (εχώνευε) κανένα, εις όντινα δε έλεγεν ότι ήτο φίλος του, τούτον καταφώρως επεβούλευε (του έσκαβε το λάκκο). Και κανένα μεν εκ των εχθρών του δεν επερίπαιζεν (επίτηδες), συνομιλών όμως με όσους ανεστρέφετο, ωμίλει πάντοτε μαζή των σαν να τους εκορόιδευε.

Και τα μεν κτήματα των πολεμίων δεν επεβούλευε. Διότι ενόμιζεν ότι είναι δύσκολον να σφετερισθή (αρπάξη) κανείς την περιουσίαν εκείνων οίτινες την φυλάττουν (έχουν την έννοια της). Τα των φίλων όμως, μόνος αυτός ενόμιζεν ότι εγνώριζε την τέχνην να τα σφετερίζεται ευκολώτατα ως αφύλακτα.

Και όσους μεν εγνώριζεν επιόρκους και αδίκους, τούτους, ως καλώς ωπλισμένους, (ως ακαταβλήτους, ως ανθρώπους, με τους οποίους δεν μπορούσε να τα βγάλη πέρα), εφοβείτο. Τους δε εναρέτους και την αλήθειαν λέγοντας προσεπάθει να μεταχειρίζεται ως ανάνδρους.

Και καθώς χαίρει κανείς (και όπως κάθε τίμιος άνθρωπος χαίρει) διά την θεοσέβειαν και την αλήθειαν και την δικαιοσύνην, ούτω ο Μένων έχαιρε, διότι ήτον ικανός να εξαπατά, να πλάττη ψεύδη και να περιγελά τους φίλους του. Πάντα δε μη πανούργον ενόμιζε πάντοτε ως απαίδευτον. Και δι' όσους μεν διενοείτο (έβαζε στο νου του) ότι πρέπει ν' αποκτήσουν την πανουργίαν ταύτην, διέβαλλε τους καλλιτέρους φίλους των (14) .

Διά να έχη δε πειθαρχικούς προς εαυτόν τους στρατιώτας, κατώρθωνε να τους έχη συνεργούς στας αδικίας του. Είχε δε την αξίωσιν να τιμάται και να κολακεύεται, εκφοβίζων επιδεικτικώς τον κόσμον (επισείων επιδεικτικώς την απειλήν) ότι και την δύναμιν πολλήν είχε και την θέλησιν να αδική. Οσάκις δ' απεχώρει (απεμακρύνετο) κανείς από αυτόν, του κατελόγιζεν ως ευεργεσίαν ότι, καθ' ον χρόνον τον είχεν εις την υπηρεσίαν του, δεν τον εφόνευσε.

Και όσα μεν ως αναπόδεικτα φέρονται περί αυτού, καλόν είναι να μη πιστεύωνται. Όσα δε πάντες γνωρίζουν, είναι τα εξής: Ότε ακόμη ήτον εις ανθηράν ηλικίαν, κατώρθωσεν ως ερωμένη του Αριστίππου (15) να επιτύχη της στρατηγίας των ξένων. Με τον Αριαίον δε, αν και ήτο βάρβαρος, διότι ούτος ηυχαριστείτο αναστρεφόμενος ωραίους παίδας, ήλθεν εις μεγάλην οικειότητα. Ο ίδιος δε, αγένειος ακόμη ων, είχεν ως ερωμένην του τον Θαρύπαν γενειώντα (φέροντα πώγωνα).

Όταν δ' εφονεύθησαν οι συστράτηγοί του, επειδή εξεστράτευσαν με τον Κύρον κατά του μεγάλου βασιλέως, ει και ηνείχετο διά την αυτήν, εις ην και εκείνοι, πράξιν, δεν εφονεύθη αμέσως, θανατωθείς υπό του βασιλέως μετά τον θάνατον των άλλων στρατηγών, ουχί καθώς ο Κλέαρχος και οι άλλοι στρατηγοί δι' αποκεφαλισμού, όστις θεωρείται ακαριαίος θάνατος, αλλ', ως λέγεται, δι' ακρωτηριασμών ως έσχατος κακούργος, μετά έν έτος (από της συλλήψεώς του) αποθανών.

Κατά τον αυτόν επίσης τρόπον εφονεύθησαν Αγίας ο Αρκάς και Σωκράτης ο Αχαιός. Τούτους δε ούτε ως δειλούς εν ώρα πολέμου ενέπαιξε κανείς ποτε, ούτε ποτέ ως φίλους τους εμέμφθη. Ήσαν δε και οι δύο ηλικίας σχεδόν τριάκοντα πέντε ετών.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον


Όσα μεν, λοιπόν, κατά την ανάβασιν του Κύρου, έπραξαν οι Έλληνες μέχρι της ημέρας της μάχης, και όσα μετά τον θάνατόν του συνέβησαν, εμπιστευθέντων των Ελλήνων εις τας μετά του Τισσαφέρνους συνθήκας, εγένοντο γνωστά εις όσα μέχρι τούδε διηγήθημεν.

Αφού δε οι στρατηγοί συνελήφθησαν (ηχμαλωτίσθησαν), και εθανατώθησαν όσοι εκ των λοχαγών και των στρατιωτών ενέπεσαν εις την παγίδα, οι Έλληνες ευρέθησαν ήδη εις μεγάλην στενοχωρίαν περί του πρακτέου, αναλογιζόμενοι ότι ευρίσκονται εις τα πρόθυρα της βασιλικής καθέδρας (της Βαβυλώνος), και ότι γύρω των ήσαν πολλά και διάφορα έθνη και πόλεις εχθρικαί, και ότι ουδείς πλέον εν τω μέλλοντι θα παρείχεν εις αυτούς τροφάς προς αγοράν, ότι δε απείχον της Ελλάδος όχι ολιγώτερον των χιλίων σταδίων, χωρίς εις τον δρόμον των να έχουν κανένα οδηγόν, ποταμοί δε αδιάβατοι διεχώριζαν εν τω μεταξύ την προς την πατρίδα άγουσαν οδόν, και ότι είχαν πλέον προδοθή και από τους μετά του Κύρου συνεκστρατεύσαντας βαρβάρους, ούτω δε απέμεναν τελείως πλέον εγκαταλελειμμένοι και έρημοι, ούτε ένα καν ιππέα έχοντες σύμμαχόν των (ουδέ συμμαχικόν ιππικόν έχοντες), ώστε να ήναι ήδη κατάφωρον ότι, εάν μεν ενίκων, δεν θα ηδύναντο ούτε ένα να φονεύσουν, εάν δε ηττώντο, δεν θα έμενεν ούτε ένας εξ αυτών — όλα αυτά αναλογιζόμενοι και εν μεγίστη διατελούντες αθυμία, ολίγοι μεν εξ αυτών έφαγαν (ψωμί) την εσπέραν εκείνην, ολίγοι δε άναψαν φωτιά (προς θέρμανσίν των), πολλοί δε την νύκτα αυτήν δεν ήλθαν ούτε εις το στρατόπεδόν των, αναπαυόμενοι όπου ετύχαινε έκαστος, μη δυνάμενοι ως εκ της μεγάλης των λύπης να ησυχάσουν (να κλείσουν 'μάτι) και ως εκ του μεγάλου πόθου πατρίδων, γονέων, γυναικών, παίδων, τους οποίους ενόμιζαν ότι δεν θα ίδουν πλέον. Εις τοιαύτην μεν, λοιπόν, οδυνηράν θέσιν ευρισκόμενοι όλοι, ανεπαύοντο.

Ήτο δε κάποιος εις τον στρατόν, ονομαζόμενος Ξενοφών, Αθηναίος την πατρίδα, όστις ούτε ως στρατηγός, ούτε ως λοχαγός, ούτε ως στρατιώτης συνηκολούθει, αλλ' όστις είχε προσκληθή εκ της πατρίδος του από τον Πρόξενον, φίλον αυτού αρχαίον. Ούτος υπεσχέθη εις αυτόν, ότι, εάν έλθη, θα τον κάμη φίλον του Κύρου, όστις, κατά την γνώμην του, ήτον ο ικανώτερος ανήρ της πατρίδος του.
 
Ο Ξενοφών, λοιπόν, αναγνώσας την επιστολήν, εμπιστεύεται τα περί του ταξειδίου εις τον Σωκράτην τον Αθηναίον (ζητών επ' αυτού την συμβουλήν του). Ο δε Σωκράτης, φοβηθείς μήπως το να γείνη φίλος του Κύρου (ο Ξενοφών) κριθή από την πόλιν των Αθηνών ως πράξις αξιοκατάκριτος (αξιόποινος), διότι ο Κύρος εφαίνετο (τότε) ότι προθύμως θα επολέμει με τους Λακεδαιμονίους κατά των Αθηναίων, συμβουλεύει τον Ξενοφώντα να έλθη εις το μαντείον των Δελφών και να κάμη γνωστά εις τον Θεόν (Απόλλωνα) τα περί του ταξειδίου του, ζητών παρ' αυτού την συμβουλήν του.

Ελθών ο Ξενοφών εις τους Δελφούς ηρώτα τον Απόλλωνα εις ποίον εκ των Θεών πρέπει να προσφέρη θυσίαν και να προσευχηθή (ν' απευθύνη τας ικεσίας του), διά να έχη το, όπερ σκέπτεται, ταξείδιον ευτυχές και ωραίον, επιστρέψη δε, αφού επιτύχη του σκοπού του, σώος και υγιής εις την πατρίδα του. Και εχρησμοδότησεν εις αυτόν ο Απόλλων: «να την προσφέρη εις τους Θεούς, εις τους οποίους πρέπει να την προσφέρη» (!).

Αφού δε επέστρεψεν εις τας Αθήνας, λέγει τον χρησμόν αυτόν εις τον Σωκράτην, όστις, αφού τον ήκουσε, τον εμέμφθη, διότι δεν ηρώτησε πρώτα τον Θεόν, ποίον εκ των δύο να προτιμήση: ν' αναχωρήση ή να φύγη; Εν τούτοις αυτός (ο Σωκράτης), επειδή ήτο της γνώμης ότι πρέπει (του χρησμού μη απαγορεύοντος τούτο) ν' αναχωρήση, περί τούτου προ πάντων ενδιεφέρετο να μάθη τώρα: πώς θα ταξειδεύση όσον το δυνατόν καλλίτερα. «Αφού όμως ούτω ηρώτησες (τον Θεόν)» του είπε «τότε πρέπει να εκτελέσης όσα σου διέταξεν ο Θεός».

Ο μεν Ξενοφών, λοιπόν, αφού προσέφερε θυσίας εις τους Θεούς, σύμφωνα με τον χρησμόν του Απόλλωνος, εξέπλευσε. Προφθάνει δε εις τας Σάρδεις τον Πρόξενον και τον Κύρον, σκοπεύοντας ήδη να βαδίσουν την προς την Άνω Ασίαν οδόν (να εκστρατεύσουν προς την Ά. Α.), εκεί δε (εις τας Σάρδεις) και συνεστήθη ο Ξενοφών προς τον Κύρον (από τον Πρόξενον).

Επειδή δε ο Πρόξενος έδειξε μεγάλην προθυμίαν να μείνη ο Ξενοφών, την αυτήν έδειξε και ο Κύρος, όστις και του είπεν ότι, ευθύς άμα τελειώση η εκστρατεία, θα τον αποστείλη αμέσως στην πατρίδα του. Ελέγετο δε ότι η εκστρατεία θα γείνη κατά των Πισιδών. Και εξεστράτευσε μεν, λοιπόν, (εστρατολογήθη, προσελήφθη εις τον στρατόν) ο Ξενοφών, ούτως εξαπατηθείς — ουχί βέβαια υπό του Προξένου. Διότι ούτε αυτός (ο Πρόξενος) ούτε κανείς άλλος εκ των Ελλήνων, πλην του Κλεάρχου, εγνώριζαν ότι η εκστρατεία γίνεται κατά του μεγάλου βασιλέως. Άμα όμως έφθασαν εις Κιλικίαν, έγεινε πλέον γνωστός εις όλους ο σκοπός του Κύρου. Αν και εφοβούντο δε (ετρόμαζαν) τον δρόμον, εν τούτοις οι περισσότεροι χωρίς να θέλουν, εντρεπόμενοι αλλήλους και τον Κύρον, ηκολούθησαν (διά να μη νομισθούν δειλοί). Εξ αυτών, λοιπόν, ένας ήτο και ο Ξενοφών.

Επειδή δε, εις ην κατάστασιν είχαν περιέλθη πλέον, ευρίσκοντο εις μεγάλην αμηχανίαν περί του πρακτέου, ελυπείτο μεν και ο Ξενοφών μαζή με όλους τους άλλους, μη δυνάμενος να κοιμηθή. Μόλις δε ηυτύχησε να κοιμηθή ολίγον (μόλις τον πήρε ο ύπνος), είδεν όνειρον. Του εφάνη δηλαδή ότι, κατόπιν βροντής, έπεσε κεραυνός εις τον πατρικόν του οίκον, και ότι έλαμψεν ως εκ τούτου ολόκληρος. Τρομάξας αμέσως εσηκώθη. Και το όνειρον εκ της μιας του μεν όψεως εξήγει ως καλόν, διότι, αν και ευρίσκετο εν μέσω τόσων πόνων και κινδύνων, είχεν αξιωθή να ίδη σταλμένον από τον Δία φως τοσούτον μέγα. Εκ της άλλης του όμως όψεως εξηγών αυτό, εφοβείτο, διότι επίστευε μεν ότι προήρχετο από τον βασιλέα Δία, αλλ' ότι το πυρ, το οποίον κατέλαμψεν ολόγυρα τον οίκον του, εσήμαινεν ότι δεν θα ηδύνατο να εξέλθη εύκολα από την χώραν του βασιλέως, εμποδιζόμενος από αρκετάς πανταχόθεν δυσχερείας.

Και ποίαν μεν σημασίαν ηδύνατο να έχη το τοιούτον όνειρον, τούτο θα το έβλεπέ τις από τα μετά το όνειρον μέλλοντα να λάβουν χώραν γεγονότα, άτινα και είναι τα εξής: Ευθύς αφού εξύπνησεν ο Ξενοφών, η πρώτη σκέψις που του ήλθεν ήτο: «Τι κάθημαι αδρανής εδώ; Η νυξ προχωρεί. Μόλις δε ξημερώση, αφεύκτως θα μας καταλάβη ο εχθρός. Εάν, πάλιν, προσέλθωμεν εις τον βασιλέα (ως φίλοι), ουδέν εμποδίζει, ύστερα από τους κόπους τους οποίους υπέστημεν και ύστερα από τας συμφοράς τας οποίας επάθαμεν, να αποθάνωμεν εν τω μέσω των χειροτέρων προσβολών και ύβρεων.

»Ουδεμία δε προετοιμασία γίνεται, ουδ' η ελαχίστη καταβάλλεται φροντίς, διά να υπερασπίσωμεν εαυτούς κατά των πολεμίων, καθήμεθα δε όλοι εδώ αμέριμνοι, σαν να μας ήναι επιτετραμμένον να ησυχάζωμεν. Από ποίαν, λοιπόν, πόλιν περιμένω εγώ να έλθη ο στρατηγός εκείνος, ο οποίος θα βάλη όλα αυτά εις ενέργειαν; Ποίαν δε τάχα ηλικίαν έπρεπε να έχω (διά να κινηθώ); Εγώ τουλάχιστον δεν θα μεγαλώσω βέβαια περισσότερον, εάν σήμερα προδώσω τον εαυτόν μου εις τον εχθρόν». (16)

Μετά τους λόγους τούτους εγείρεται και συναθροίζει πρώτον τους λοχαγούς του Προξένου. Αφού δε συνήλθον, είπεν εις αυτούς τα εξής: «Εγώ, ω άνδρες λοχαγοί, δεν δύναμαι να μένω αδρανής, όπως ούτε σεις, νομίζω, ουδέ να ησυχάζω πλέον (να μένω εδώ κρυμμένος), βλέπων εις ποίας περιστάσεις ευρισκόμεθα.

»Διότι οι μεν πολέμιοι είναι φανερόν ότι δεν εκήρυξαν καθ' ημών τον πόλεμον, πριν ή νομίσουν ότι είναι εντελώς παρασκευασμένοι δι' αυτόν, ενώ, τουναντίον, εξ ημών κανείς διά τίποτε απολύτως δεν φροντίζει, όπως αποδυθώμεν όσον το δυνατόν καλλίτερα εις τον αγώνα.

»Εάν υποχωρήσωμεν και αφεθώμεν εις την εξουσίαν του βασιλέως, διά ποίων άραγε τρόπων ελπίζομεν να τον καταπραΰνωμεν; Αυτόν ο οποίος και νεκρόν ακόμη τον ομομήτριον και ομοπάτριον αδελφόν του ανεσταύρωσεν, αφού πρότερον του απέκοψε την κεφαλήν και την χείρα; Φαντάζεσθε άρα γε τι έχομεν να πάθωμεν, ουδένα έχοντες προστάτην, εκστρατεύσαντες δ' εναντίον του με τον σκοπόν να τον καταστήσωμεν αντί βασιλέως δούλον, και στο τέλος, εάν μας ήτο δυνατόν, να τον φονεύσωμεν;

»Άρα γε δεν θα εξαντλήση όλην την οργήν του καθ' ημών, αποφασισμένος, αφού μας κακομεταχειρισθή μέχρις εσχάτων (αφού μας βασανίση), να εμπνεύση εις όλον τον κόσμον τον φόβον: κανείς να μην εκστρατεύση πλέον του λοιπού εναντίον του; Βεβαίως, λοιπόν, διά να μη περιέλθωμέν ποτε υπό την εξουσίαν του, τα πάντα πρέπει να μετέλθωμεν.

»Όσον μεν αφορά εμέ, καθ' όλην την διάρκειαν των συνθηκών, ουδέποτε έπαυσα να ελεεινολογώ μεν τους εαυτούς μας, να μακαρίζω δε τον βασιλέα και τους ιδικούς του, εξετάζων τα κατ' αυτούς λεπτομερώς, πόσην μεν δηλ. και ποίαν χώραν έχουν υπό τας διαταγάς των, πόσον δε άφθονα τα προς διατροφήν, πόσους δε υπηρέτας, πόσα δε κτήνη και χρυσόν και ενδύματα.

»Όταν δε πάλιν ανελογιζόμην τα του στρατού των, ότι δηλ. ουδενός μεν των αγαθών του μετείχομεν ημείς (εις κανένα μεν από τα αγαθά του δεν ελαμβάναμεν μέρος), εάν δεν το εξαγοράζαμεν, οιονδήποτε δε πράγμα, το οποίον ηθέλαμεν ν' αγοράσωμεν (επαζαρεύαμεν), εγνώριζαν (εκείνοι) ότι ολίγοι ακόμη εξ ημών είχαμε τα μέσα (τον παρά), διά να τ' αποκτήσωμεν, εμποδιζόμενοι πλέον από τους όρκους να προμηθευθώμεν κατ' άλλον ή διά της αγοράς των τρόπον τα προς διατροφήν μας αναγκαία — ταύτα πάντα, λοιπόν, όταν ανελογιζόμην κάποτε, εφοβούμην πολύ περισσότερον τας συνθήκας παρ' όσον φοβούμαι σήμερα τον πόλεμον.

»Αφού όμως, επί τέλους, παρέβησαν (διέλυσαν) εκείνοι τας συνθήκας, νομίζω ότι και η περί αυτάς ολιγωρία και αυθαιρεσία των, καθώς και αι επί της τηρήσεώς των ή μη υποψίαι μας δεν υπάρχουν πλέον (διελύθησαν). Και τώρα μεταξύ ημών και εκείνων προβάλλεται το ευγενέστατον αυτό αγώνισμα: περί του ποίοι εκ των δύο μας θα αναδειχθούν καλλίτεροι άνδρες εις τον αγώνα αυτόν, του οποίου είναι αγωνοθέται οι Θεοί, οίτινες φυσικά θα ήναι με το μέρος μας.

»Διότι οι μεν βάρβαροι προσέβαλον δι' επιορκίας τους Θεούς, ημείς δε, αν και είχαμεν πάντοτε ενώπιόν μας τόσα αγαθά, εμείναμεν όμως σταθερώς (μ' απόφασιν) μακράν των (χωρίς να τα εγγίζωμεν), και τούτο, διά να μην ασεβήσωμεν στους όρκους μας. Ώστε νομίζω ότι μας επιτρέπεται να βαδίσωμεν προς τον αγώνα με φρόνημα πολύ μεγαλήτερον του των βαρβάρων.

»Προσέτι δε έχομεν και σώματα ικανώτερα εκείνων εις το να υποφέρουν το ψύχος και την ζέστην και τους κόπους. Έχομεν δ' ακόμη με την βοήθειαν των Θεών και ψυχάς περισσότερον γενναίας. Οι δε άνδρες των είναι πλέον ευκολοπλήγωτοι και ευκολοθάνατοι ημών, (17) εάν, καθώς προτήτερα, μας χαρίσουν και πάλιν την νίκην οι Θεοί.

»Ίσως και πολλοί άλλοι εξ ημών έχουν υπ' όψει (έχουν στο μυαλό των) όσα είπα, αλλά, δι' όνομα του Θεού, ας μην αναμένωμεν πλέον άλλους να έλθουν προς ημάς, διά να μας παρακινήσουν προς τας ωραίας αυτάς πράξεις (ας ανέφερα), τουναντίον μάλιστα ημείς πρώτοι πρέπει να παρορμήσωμεν και τους άλλους προς την αρετήν και την ανδρείαν. Εμπρός, λοιπόν! Φανήτε σεις οι καλλίτεροι των λοχαγών και οι αξιοστρατηγότεροι των στρατηγών.

»Ως προς εμέ δε, εάν αποφασίσετε να ορμήσετε προς την πραγμάτωσίν των, θα σας ακολουθήσω. Εάν δε πάλιν με νομίσετε άξιον να διευθύνω εγώ την καθόλου προς άμυναν ενέργειαν, δεν θα προβάλω την ηλικίαν μου ως πρόφασιν, τουναντίον μάλιστα νομίζω και ότι έχω όλην την δύναμιν (είμαι εις θέσιν) ν' απομακρύνω από τον εαυτόν μου και όσας τυχόν δυσχερείας απαντήσω».

Και ο μεν Ξενοφών είπε ταύτα. Οι δε λοχαγοί, αφού τον ήκουσαν, του είπαν όλοι ομοθύμως ν' αναλάβη την διεύθυνσιν των υπέρ της αμύνης καθόλου εργασιών. Κάποιος όμως, ονομαζόμενος Απολλωνίδης, ομιλών Βοιωτικήν διάλεκτον, είπεν «ότι θα εφλυάρει πας όστις ήθελε τολμήση να προτείνη ότι ηδυνάμεθα να επιτύχωμεν την σωτηρίαν μας κατά τρόπον διαφορετικώτερον του διά του εξευμενισμού του βασιλέως». Και συγχρόνως ήρχισε, μόλις είπε ταύτα, ν' αναφέρη τους λόγους (ν' απαριθμή τας δυσχερείας).

Διακόψας όμως αυτόν εις το μέσον του λόγου του ο Ξενοφών του είπε τα εξής: «Ω παράξενε άνθρωπε, συ βεβαίως ούτε όσα βλέπεις κατανοείς (νοιώθεις), ούτε όσα ακούεις ενθυμείσαι. Εν τούτοις, ευρίσκεσο και συ εις το ίδιο μέρος με αυτούς εδώ, ότε ο βασιλεύς, αφού εφόνευσε τον Κύρον, επαρθείς διά το κατόρθωμά του αυτό, μας διέταξε δι' απεσταλμένων του να παραδώσωμεν τα όπλα.

»Αφού δε ημείς δεν του τα παρεδώσαμεν, αλλ' εξοπλισμένοι ελθόντες εστρατοπεδεύσαμεν πλησίον του, και τι δεν εμηχανεύθη (διά να μας ελκύση) τότε, αποστέλλων πρέσβεις, ζητών συνθήκας και προσφέρων τα προς διατροφήν μας, έως ότου επί τέλους επέτυχε τας συνθήκας ταύτας;

»Όταν δε πάλιν οι στρατηγοί και οι λοχαγοί, βασιζόμενοι εις τας συνθήκας, προσήλθον, καθώς τώρα δα συ μας συμβουλεύεις, εις τας σκηνάς των άοπλοι, διά να συνομιλήσουν, μη τάχα (για σένα) έπαυσαν πλέον σήμερα να ήναι αυτοί εκείνοι (οι ίδιοι), οίτινες, κτυπώμενοι, κεντώμενοι, υβριζόμενοι, δεν είχαν τα μέσα ουδέ να αυτοκτονήσουν καν οι ταλαίπωροι, αν και φαντάζομαι πόσον θα το επεθύμουν; Πάντα ταύτα, αν και γνωρίζεις πολύ καλά συ, εν τούτοις τους μεν συνιστώντας την περί των όλων άμυναν χαρακτηρίζεις ως φλυάρους, αποφαίνεσαι δε και πάλιν: μεταβαίνοντες προς τον βασιλέα, να καταπραΰνωμεν με παρακλήσεις την οργήν του.

»Εγώ, ω άνδρες, νομίζω ότι ο άνθρωπος ούτος ούτε πρέπει να μας πλησιάζη πλέον όπου και αν είμεθα, αφού δε του αφαιρέσωμεν την λοχαγίαν και τον φορτώσωμεν με σκεύη, να τον χρησιμοποιούμεν πλέον του λοιπού ως σκευοφόρον κτήνος. Διότι ούτος και την πατρίδα καταισχύνει και όλην την Ελλάδα, τοιούτος ων προδότης, αν και Έλλην».

Εις το σημείον αυτό διακόψας τον Ξενοφώντα Αγασίας ο Στυμφάλιος του είπεν: Αλλ' αυτός ουδέν, ουδέ τα ελάχιστον, έχει κοινόν ούτε με την Βοιωτίαν, ούτε με την Ελλάδα. Αφού εγώ, τον είδα άλλοτε να έχη τρυπημένα τα ώτα του (και τα δυο του αυτιά) όπως οι κάτοικοι της Λυδίας». Και πράγματι τα είχεν.

Αυτόν μεν, λοιπόν, τον έδιωξαν από τον στρατόν. Οι δε άλλοι, ελθόντες εις τας τάξεις των (έκαστος εις το τάγμα του), όπου μεν υπήρχε στρατηγός (όπου μεν έζη ο στρατηγός), τον εκάλουν (ν' αναλάβη τα καθήκοντά του), όπου δε είχεν αποθάνη (φονευθή), αντικαθίστων τον στρατηγόν δι' υποστρατήγου. Και όπου πάλιν ήτο σώος (έζη) ο λοχαγός, εκάλουν εις το τάγμα του τον λοχαγόν.

Αφού δε όλοι συνήλθον, ετοποθετούντο έμπροσθεν των όπλων. Ανήλθον δε οι συνελθόντες στρατηγοί και λοχαγοί περίπου εις εκατόν. Ότε δε εγένοντο ταύτα, ήσαν σχεδόν μεσάνυκτα.

Ενταύθα Ιερώνυμος ο Ηλείος, ων ο γηραιότερος (σεβαστότερος) των λοχαγών του Προξένου, ήρχισε να λέγη τα εξής: «Ω άνδρες στρατηγοί και λοχαγοί, βλέποντες τας περιστάσεις, υπό τας οποίας ευρισκόμεθα, απεφασίσαμεν και ημείς να συνέλθωμεν και σας να προσκαλέσωμεν, όπως σκεφθώμεν όλοι μαζή, αν είμεθα εις θέσιν να πράξωμεν τίποτε γενναίον (προς βελτίωσιν της καταστάσεώς μας). Ειπέ μας, λοιπόν, και συ, ω Ξενοφών» είπεν απευθυνόμενος προς αυτόν «όσα φρονείς ότι πρέπει να λεχθούν και εις ημάς».

Εκ τούτου (λαβών αφορμήν) ο Ξενοφών λέγει τα εξής: «Αλλά βεβαίως όλοι γνωρίζομεν όσα μου ζητείτε να σας είπω, ότι δηλαδή βασιλεύς και Τισσαφέρνης όσους μεν ημπόρεσαν εξ ημών συνέλαβον (ηχμαλώτισαν), τους δ' άλλους είναι φανερόν ότι επιδιώκουν (έχουν κατά νουν) πώς να τους φονεύσουν, εάν ημπορούν (αν περνάει απ' το χέρι τους). Νομίζω, λοιπόν, ότι τα πάντα πρέπει να μετέλθωμεν, διά να μη πλησιάσωμεν ποτέ, υπό οιασδήποτε και αν ευρισκώμεθα περιστάσεις, τους βαρβάρους, αλλά να επιτύχωμεν μάλλον να έλθουν εκείνοι προς ημάς.

»Κατανοείτε, λοιπόν, καλώς ότι, αν και είσθε τόσοι μόνον, όσοι αυτήν την στιγμήν συνήλθατε εδώ, σας δίδεται, εν τούτοις, σπουδαιοτάτη ευκαιρία, διά να φανήτε επωφελείς εις τον στρατόν.

»Διότι όλοι οι στρατιώται αυτοί έχουν προς σας τα βλέμματα εστραμμένα, και αν τυχόν μεν σας ίδουν μικροψυχούντας, όλοι θα φανούν δειλοί. Εάν όμως και σεις οι ίδιοι ολοφάνερα παρασκευάζεσθε προς πόλεμον και τους άλλους παροτρύνετε προς τούτο, μάθετε καλώς ότι θα σας ακολουθήσουν και ότι θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπον να σας μιμηθούν.

»Ίσως δε και δίκαιον είναι να ξεχωρίζετε σεις κατά τι από αυτούς. Διότι σεις είσθε στρατηγοί, σεις λοχαγοί και ταξίαρχοι. Και όταν ήναι ειρήνη, σεις απολαμβάνετε περισσότερον από αυτούς και τιμάς και χρήματα. Διά τούτο, λοιπόν, αφού τώρα ευρισκόμεθα εις εμπόλεμον κατάστασιν, πρέπει σεις οι ίδιοι να θελήσετε να φανήτε καλλίτεροι από το πλήθος τούτο, προνοούντες υπέρ αυτού και κοπιάζοντες, εάν και όπου παρίσταται ανάγκη.

»Και εν πρώτοις μεν φρονώ ότι θα ωφελήσετε εις μέγαν βαθμόν το στράτευμα, εάν φροντίσετε όπως αντικαταστήσουν όσον το δυνατόν ταχύτερα τους αποθανόντας (νέοι) στρατηγοί και λοχαγοί. Διότι άνευ αρχηγών ουδέν, ούτε καλόν, ούτε γενναίον, δύναται να γείνη, και γενικώς μεν εις οιανδήποτε περίπτωσιν, εις τα πολεμικά όμως, απολύτως τίποτε. Διότι είναι φανερόν ότι η μεν πειθαρχία σώζει, η δε απείθεια και παραλυσία πολλούς μέχρι σήμερον κατέστρεψεν.

»Άμα δε ως εγκαταστήσετε τους αρχηγούς (18) , όσους είναι αναγκαίοι, και τους άλλους (τήδε κακείσε διεσπαρμένους) στρατιώτας συναθροίσετε και ενθαρρύνετε, νομίζω ότι τότε θα ήσθε πλέον έτοιμοι να αντιμετωπίσετε οιανδήποτε περίστασιν.

»Διότι τώρα μεν ίσως και σεις οι ίδιοι εννοείτε ότι προσήλθαν ούτοι εις τας τάξεις του στρατού με αθυμίαν, με αθυμίαν δ' ωσαύτως και εις τας φρουρήσεις (όπου φυλάττουν ως φρουροί). Ώστε, εις τοιαύτην περιελθόντας κατάστασιν, δεν γνωρίζω κ' εγώ πώς θα ηδύνατο τις να τους χρησιμοποιήση, εάν λάβη τις εις τι την ανάγκην των, είτε εν καιρώ νυκτός, είτε εν καιρώ ημέρας.

»Εάν όμως δώση τις εις τον νουν των άλλην κατεύθυνσιν, ώστε να μην ενθυμούνται (να μην έχουν υπ' όψει των) μόνον τι θα πάθουν, αλλά και τι θα κάμουν, θα γείνουν τότε, βέβαια, πολύ ευτολμότεροι.

»Διότι πολύ καλά γνωρίζετε ότι ούτε το πλήθος, ούτε η ισχύς είναι η δίδουσα τας νίκας εις τον πόλεμον, εκείνους δ' ως επί το πλείστον δεν δύνανται να υπομείνουν οι αντίπαλοι, οι οποίοι θα βαδίσουν, με την βοήθειαν των Θεών, ερρωμενέστεροι την ψυχήν κατά των πολεμίων.

»Έχω δ' υπ' όψει μου, ω άνδρες, και τούτο ακόμη: ότι, όσοι μεν επιδιώκουν να ζήσουν διά παντός θεμιτού και αθεμίτου μέσου εν καιρώ πολέμου, ούτοι κακώς (ανάνδρως) και αισχρώς ως επί το πολύ αποθνήσκουν. Όσοι δε γνωρίζουν (έχουν καταλάβη) ότι ο θάνατος είναι κοινός και αναγκαίος δι' όλους τους ανθρώπους, αγωνίζονται όμως περί του πώς να αποθάνουν εντίμως εις την μάχην, τούτους βλέπω περισσότερον πως των άλλων να φθάνουν εις το γήρας, και να διάγουν, εφ' όσον ζουν, ευδαιμονέστερον.

Πρέπει, λοιπόν, αφού τώρα μάθωμεν και ημείς καλά (χωνέψωμε) όλα αυτά, διότι είπερ ποτέ μας δίδεται σήμερα η προς τούτο κατάλληλος περίστασις, και ημείς ν' αναδειχθώμεν άνδρες γενναίοι, και τους άλλους προς την γενναιότητα να παρορμήσωμεν».

Ούτος μεν, αφού είπε ταύτα, εσιώπησε. Μετά τούτον δ' είπεν ο Χειρίσοφος τα εξής: «Αλλά μέχρι προς ολίγου ακόμη, ω Ξενοφών, ουδέν άλλο εγνώριζα περί σου παρά μόνον ότι είσαι Αθηναίος. Τώρα όμως και σε επαινώ δι' όσα και λέγεις και πράττεις και θα ηυχόμην τοιούτοι άνδρες όπως συ να ήσαν όσον το δυνατόν περισσότεροι εις το στράτευμα. Διότι τοιούτον ευτύχημα θα ήτον αληθώς ευτύχημα δι' όλους μας. Και τώρα — προσέθηκεν — ας μη χάνωμεν καιρόν πλέον, ω άνδρες, αλλ', απελθόντες αμέσως, εκλέξατε όσοι εξ υμών έχετε ανάγκην αρχηγούς, αφού δε τους εκλέξετε, έρχεσθε εις το μέσον του στρατοπέδου φέροντες μαζή και τους εκλεγέντας. Κατόπιν συγκαλούμεν εκεί και τους λοιπούς στρατιώτας. Ας προσέλθη δ' ενώπιόν μας, διά να κηρύξη την πρόσκλησιν, και Τολμίδης ο κήρυξ».

Και αμέσως, αφού είπε ταύτα, ηγέρθη, διά να μη χάνη πλέον καιρόν, φέρη δε εις πέρας όσα η περίστασις και αι ανάγκαι επέβαλλον·

Μετά ταύτα εξελέγησαν στρατηγοί αντί μεν του Κλεάρχου Τιμασίων ο Δαρδανεύς, αντί δε του Σωκράτους Ξανθικλής ο Αχαιός, αντί του Αγίου Κλεάνωρ ο Αρκάς, αντί του Μένωνος Φιλήσιος ο Αχαιός και αντί του Προξένου Ξενοφών ο Αθηναίος.

Κεφάλαιον δεύτερον.


Μετά το τέλος δε της εκλογής και ενώ ήδη ήρχιζε να ξημερώνη, ήλθαν οι στρατηγοί εις το μέσον του στρατοπέδου, και απεφάσισαν, αφού εγκαταστήσουν προφυλακάς, να συγκαλέσουν τους στρατιώτας. Αφού δε και οι (άλλοι) στρατιώται συνήλθον, ηγέρθη πρώτος Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος και είπε τα εξής:

«Ω άνδρες στρατιώται, αι μεν περιστάσεις, υπό τας οποίας ευρισκόμεθα, καθ' ας και στρατηγών καλών και λοχαγών και στρατιωτών (ακόμη) στερούμεθα, είναι δυσκολώταται. Επί πλέον δε και οι περί τον Αριαίον, οίτινες πρότερον ήσαν σύμμαχοι μας, μας επρόδωσαν.

»Εν τούτοις, είναι ανάγκη από τους παρευρισκομένους εδώ να προέλθουν (εμφανισθούν) άνδρες γενναίοι, ανάγκη δε να μην υποχωρήσωμεν, αλλά να προσπαθήσωμεν όπως, εάν μεν έχωμεν την δύναμιν, νικώντες τελείως τον εχθρόν (κατισχύοντες των περιστάσεων), σωθώμεν, εάν δε όχι, αποθάνωμεν γενναίως, μη καταδεχόμενοι ποτέ να συλληφθώμεν ζώντες υπό των πολεμίων. Διότι φρονώ ότι δυνάμεθα να υποστώμεν και τοιαύτας ακόμη συμφοράς, τας οποίας όμως είθε οι Θεοί ν' αποστείλουν μόνον εις τους εχθρούς μας».

Μετ' αυτόν Κλεάνωρ ο Ορχομένιος ηγέρθη και είπε τα εξής: «Αλλά βλέπετε μεν (έχετε ενώπιόν σας), ω άνδρες, την επιορκίαν και την ασέβειαν του βασιλέως, βλέπετε δ' επίσης και την απιστίαν του Τισσαφέρνους, όστις, αν και μας διεβεβαίου ότι και γειτονικός φίλος της Ελλάδος ήτο και ιδιαιτέρας θα κατέβαλλε φροντίδας, διά να μας σώση (διά να μας αποστείλη ζώντας εις την πατρίδα μας), ορκισθείς ότι θα τηρήση όλα αυτά και δώσας εις βεβαίωσιν της καλής του πίστεως την δεξιάν του, εν τούτοις, εξαπατήσας ημάς, συνέλαβε τους στρατηγούς μας και, αφού ως ομοτράπεζος αυτός ούτος συνέφαγε και συνωμίλησε με τον Κλέαρχον, εφόνευσε πάντας, και δείπνα και υποσχέσεις και όρκους καταπατήσας, χωρίς να φοβηθή ουδέ αυτόν τον επί της φιλοξενίας εφορεύοντα Θεόν, Δία τον Ξένιον.

»Ο δε Αριαίος, τον οποίον ημείς ηθέλαμεν να ανακηρύξωμεν βασιλέα, και προς ον εδώσαμεν και από τον οποίον ελάβαμεν υποσχέσεις και όρκους ότι δεν θα προδώσωμέν ποτε αλλήλους, και αυτός ακόμη, ούτε τους Θεούς φοβηθείς, ούτε την μνήμην του αποθαμμένου ήδη Κύρου σεβασθείς, αν και υπ' αυτού, εφ' όσον έζη, ιδιαιτέρως όλως ετιμάτο, και αυτός, λοιπόν, αποστατήσας ήδη προς τους μεγαλειτέρους εκ των εχθρών εκείνου (προς τους μισητοτέρους του εχθρούς), προσπαθεί με κάθε τρόπον ημάς τους φίλους του Κύρου να (μας) βλάψη.

»Και αυτοί μεν όλοι θα τιμωρηθούν από τους Θεούς (θα δώσουν λόγο στους Θεούς). Εμείς δε πρέπει, έχοντες υπ' όψει πάντα ταύτα, να μην εξαπατηθώμεν πλέον υπ' αυτών, αλλά, πολεμούντες όσον δυνάμεθα καλλίτερα (με τα σωστά μας), να υποστώμεν ό,τι θα ήτο αρεστόν εις τους Θεούς».

Μετά τούτον ο Ξενοφών εγείρεται ενδεδυμένος την ωραιοτέραν του στολήν, ως εάν επρόκειτο να πολεμήση, νομίζων ότι, εάν μεν δώσουν την νίκην οι Θεοί (εάν με την βοήθειαν των Θεών νικήσουν), αρμόζει η λαμπροτέρα στολή εις τον νικώντα, εάν δε παραστή ανάγκη ν' αποθάνουν, ότι είναι ορθόν, αφού έκρινεν εαυτόν άξιον του καλλιτέρου στολισμού, με τον στολισμόν αυτόν και ν' αποθάνη. Ήρχισε δε να λέγη τα εξής:

«Την των βαρβάρων επιορκίαν και απιστίαν ανέφερε προ ολίγου και ο Κλεάνωρ, γνωρίζετε δε και σεις, νομίζω. Εάν μεν, λοιπόν, θέλωμεν να φιλιωθώμεν και πάλιν προς αυτούς, θα ευρεθώμεν εις την ανάγκην ν' αποδειλιάσωμεν εκ νέου, λαμβάνοντες υπ' όψει ποία και πόσα έπαθαν οι στρατηγοί μας, παραδώσαντες εαυτούς εις χείρας των βαρβάρων, διότι έδωκαν πίστιν εις τους λόγους των. Εάν όμως έχωμεν απόφασιν, δι' όσα από αυτούς έως τώρα υπέστημεν, να τους τιμωρήσωμεν διά των όπλων και εν τω μέλλοντι να εξακολουθώμεν πολεμούντες προς αυτούς, πολλάς και μεγάλας τότε ελπίδας περί της σωτηρίας μας θα έχωμεν με την βοήθειαν των Θεών (αν θέλουν οι Θεοί).

Ενώ δε έλεγε ταύτα, κάποιος επταρνίσθη. Ακούσαντες δε οι στρατιώται, όλοι ομοθύμως προσεκύνησαν τον Θεόν, ο δε Ξενοφών εξηκολούθησε:

«Νομίζω, καλόν, ω άνδρες επειδή, ενώ εκάναμεν λόγον περί σωτηρίας, εφάνη (ο πταρμός ούτος) ως οιωνός Διός του Σωτήρος, νομίζω, λέγω, καλόν να τάξωμεν εις τον Θεόν αυτόν θυσίας εις ανάμνησιν της σωτηρίας μας (να υποσχεθώμεν ότι θα προσφέρωμεν εις τον Θεόν αυτόν θυσίας εις ανάμνησιν της σωτηρίας μας) εις το πρώτον φιλικόν έδαφος το οποίον ηθέλαμεν πατήση, επίσης δε και εις τους λοιπούς Θεούς (να τάξωμεν θυσίας) αναλόγως των δυνάμεών μας (το κατά δύναμιν). Εις οιονδήποτε δε εξ υμών προσέθηκε — φαίνονται ορθοί οι λόγοι μου ούτοι, ούτος ας υψώση την χείρα». Και ανύψωσαν ταύτην πάντες, μεθ' ο, αφού έταξαν εις τους Θεούς, έψαλαν προς αυτούς άσμα ικετήριον. Αφού δε ούτω τα προς τους Θεούς θρησκευτικά καθήκοντα εξετελέσθησαν, ο Ξενοφών ήρχισε και πάλιν λέγων τα εξής:

»Σας έλεγα, λοιπόν, ω άνδρες, ότι θα είχομεν πολλάς και καλάς ελπίδας περί της σωτηρίας μας. Πρώτον μεν διότι ημείς φυλάττομεν τους όρκους των Θεών, ενώ οι πολέμιοι εφάνησαν επίορκοι και, παρά τους όρκους, παρέβησαν τας συνθήκας. Ούτω δ' εχόντων των πραγμάτων, επόμενον είναι προς μεν τους πολεμίους να διάκηνται οι Θεοί εχθρικώς, προς ημάς δε ως βοηθοί και φίλοι, οίτινες πάντοτε είναι ικανοί και τους μεγάλους ταχέως να καθιστούν μικρούς, και τους μικρούς, ακόμη και όταν ευρίσκωνται εν μέσω συμφορών, να σώζουν ευκολώτατα όταν θέλουν.

»Αλλ' εκτός τούτων, σας υπενθυμίζω και τους κινδύνους των προγόνων μας, διά να μάθετε και ότι σας πρέπει (σας αρμόζει) να ήσθε γενναίοι, και ότι, τη βοήθεια των Θεών, πάντοτε οι γενναίοι σώζονται, ακόμη και από τας μεγαλητέρας συμφοράς. Διότι, όταν οι Πέρσαι και οι περί αυτούς εξεστράτευσαν με μέγαν στρατόν και στόλον κατά της Ελλάδος, με τον σκοπόν αμέσως να καταστρέψουν τας Αθήνας, οι Αθηναίοι, τολμήσαντες να αντιστούν κατ' αυτών, κατά κράτος τους ενίκησαν.

»Και, αφού έταξαν (να προσφέρουν) ως θυσίαν εις την Θεάν Αρτέμιδα τόσας αίγας όσους ήθελαν φονεύση εκ των πολεμίων, επειδή ήτον αδύνατον να εύρουν αναλόγους προς τον αριθμόν των φονευθέντων εχθρών (αίγας), απεφάσισαν να θύουν κατ' έτος πεντακοσίας εξ αυτών, αίτινες και μέχρι σήμερον ακόμη προσφέρονται εις την Θεάν.

»Ότε δε κατόπιν ο Ξέρξης, συναθροίσας τον αναρίθμητον στρατόν του, επήλθε κατά της Ελλάδος, και τότε ακόμη ενίκων οι ημέτεροι πρόγονοι τους προγόνους τούτων και κατά γην και κατά θάλασσαν. Πάντων τούτων προφανείς αποδείξεις έχετε τα εγερθέντα τρόπαια, ως μαρτύριον δε μέγιστον την ελευθερίαν των πόλεων, εις τας οποίας εγεννήθητε και ανετράφητε. Διότι κανένα εκ των ανθρώπων δεν προσκυνείτε (αναγνωρίζετε) ως εξουσιαστήν και κύριον υμών, αλλά μόνον τους Θεούς.

»Και, λοιπόν, από τοιούτους μεν κατάγεσθε προγόνους. Δεν θέλω, βέβαια, να είπω ότι τους καταισχύνετε. Παν άλλο. Δεν έχουν παρέλθη ακόμη πολλαί ημέραι, αφ' ης, αντιταχθέντες εις τους απογόνους των Περσών εκείνων, ενικάτε πολύ περισσοτέρους υμών με την βοήθειαν των Θεών.

»Και τότε μεν εφάνητε γενναίοι άνδρες, αγωνιζόμενοι περί της βασιλείας του Κύρου. Τώρα όμως, οπότε ο αγών είναι περί της σωτηρίας σας, οφείλετε βεβαίως και πολύ καλλίτεροι και προθυμότεροι ν' αναδειχθήτε.

»Αλλά και πλέον θαρραλέοι πρέπει να φανήτε τώρα πολεμούντες κατά των πολεμίων. Διότι τότε, μη έχοντες πείραν αυτών, αν και είχατε ακαταμέτρητον ενώπιόν σας πλήθος, εν τούτοις ετολμήσατε με το πατροπαράδοτον εκείνο φρόνημα εις την ψυχήν σας να βαδίσετε εναντίον των. Τώρα όμως, οπότε και πείραν έχετε αυτών, την πείραν ότι θ' αποφύγουν, όσον και αν ήναι πολυπληθέστεροι από σας, να συγκρουσθούν μαζή σας, υπάρχει τι πλέον το οποίον να σας εμπνέη τον προς αυτούς φόβον;

Αλλά ούτε ως μειονέκτημά σας να νομίσετε το γεγονός, ότι οι περί τον Κύρον βάρβαροι, ενώ προτήτερα ήσαν σύμμαχοί μας (με το μέρος μας), μας έχουν εγκαταλείψη πλέον. Διότι ούτοι είναι έτι ανανδρότεροι εκείνων τους οποίους ενικήσαμεν. Και βεβαίως, αφού ηυτομόλησαν προς τους νικηθέντας, εγκαταλείψαντες ημάς τους νικητάς. Είναι δε πολύ προτιμότερον, εκείνοι οίτινες θέλουν να ήναι αρχηγοί φυγής (να δίδουν το σύνθημα της φυγής, να διδάσκουν εις τους άλλους την φυγήν) να τάσσωνται εις το πλευρόν των πολεμίων μας, παρά να τους βλέπωμεν εις τας τάξεις του στρατεύματός μας.

»Εάν δε κανείς εξ υμών λυπήται (στενοχωρείται), διότι στερούμεθα ιππικού, ενώ τουναντίον αφθονούν τοιούτου οι εχθροί μας, ενθυμήθητε ότι δέκα χιλιάδες ιππείς δεν είναι τίποτε άλλο παρά δέκα χιλιάδες άνθρωποι. Διότι ουδείς ουδέποτε (έως τώρα) απέθανε δηχθείς ή λακτισθείς από ίππον εν ώρα μάχης, ουχί δε οι ίπποι, αλλ' οι άνδρες (οι ιππείς) είναι εκείνοι οίτινες κατορθώνουν παν ό,τι γενναίον συμβαίνει εις τας μάχας.

»Μη δεν ευρισκόμεθα ημείς (μη δεν πολεμούμεν ημείς) επί εδάφους πολύ ασφαλεστέρου εκείνου, επί του οποίου πολεμούσιν οι ιππείς; Και τω όντι. Ούτοι μεν είναι κρεμασμένοι επί των ίππων, φοβούμενοι όχι μόνον ημάς, αλλά και (ενδεχομένην) από των ίππων πτώσιν των. Ημείς δε, βαδίζοντες ασφαλώς επί εδάφους, πολύ μεν ισχυρότερον κτυπώμεν πάντα όστις ήθελε μας πλησιάση, πολύ δε ευστοχώτερον επιτυγχάνομεν οιονδήποτε ηθέλομεν κτυπήση. Κατά έν δε και μόνον δύνανται να μας υπερτερήσουν οι ιππείς: Κατά το ότι πολύ ασφαλέστερον ημών δύνανται να τραπώσιν εις φυγήν.

»Εάν δε, ενώ τας μάχας (τους εκ των μαχών κινδύνους) υπομένετε με θάρρος, στενοχωρήσθε, εξ άλλου, διότι ούτε ο Τισσαφέρνης πλέον δύναται να γείνη οδηγός μας, ούτε ο βασιλεύς να μας παράσχη τροφάς προς αγοράν — σκεφθήτε ποίον εκ των δύο είναι προτιμότερον: να έχωμεν οδηγόν εις την πορείαν μας τον Τισσαφέρνην τούτον, όστις τόσον καταφώρως επεβουλεύθη ημάς ή εκείνους τους οποίους, αιχμαλωτίζοντες καθ' οδόν ημείς, θα ηδυνάμεθα να τους διατάσσωμεν να γείνουν οδηγοί μας, και οίτινες δεν θ' αγνοούν βεβαίως ότι, εάν σφάλουν εις παν ό,τι μας αφορά (εις παν ό,τι αφορά τα συμφέροντά μας), θα πληρώσουν τα σφάλματά των με θάνατον ή με σωματικάς ποινάς;

»Ποίον δ' εκ των δύο είναι επίσης προτιμότερον: ν' αγοράζωμεν τα προς τροφήν μας αναγκαία από αγοράν, την οποίαν θα μας παρείχον οι εχθροί μας, αντί πολλού χρήματος — του οποίου (σημειωθήτω εν παρόδω) και στερούμεθα πλέον, αφού δεν μισθοδοτούμεθα — αγοράζοντες ελαχίστας εξ αυτών ποσότητας, ή ημείς οι ίδιοι δικαιωματικώς να τας προμηθευώμεθα, μεταχειριζόμενοι οιονδήποτε έκαστος εξ ημών ήθελεν εγκρίνη μέτρον;

»Εάν, λοιπόν, έχετε μεν υπ' όψει ότι πάντα ταύτα είναι όντως προτιμότερα, αλλά και νομίζετε ότι οι προ ημών ποταμοί ούτοι είναι αδιάβατοι ή ότι επίτηδες και δολίως οι πολέμιοι μας προσείλκυσαν πέραν ακόμη και του Τίγρητος, σκεφθήτε ότι, προβάντες εις τοιαύτην τινά πράξιν οι βάρβαροι, εσκέφθησαν αληθώς μωρότατα. Διότι όλοι οι ποταμοί, αν και είναι αδιάβατοι πέραν των πηγών των, εις τους πλησιάζοντας προς τας πηγάς των γίνονται διαβατοί, ουδέ καν το γόνυ τούτων βρέχοντες.

»Εάν δε ούτε οι ποταμοί μας επιτρέψουν την επάνοδον (μας αποκλείσουν), ούτε κανείς πλέον οδηγός της προς την πατρώαν οδού εμφανισθή, φρονώ ότι και τότε ακόμη δεν μας είναι επιτετραμμένον να μικροψυχήσωμεν (αποδειλιάσωμεν). Διότι έχομεν υπ' όψει ότι και οι κάτοικοι της Μυσίας, οίτινες θα ηδυνάμεθα να είπωμεν ότι δεν ευρίσκονται εις καλλιτέραν από ημάς θέσιν, κατοικούν εντός της επικρατείας του βασιλέως πολλάς και ευδαίμονας και μεγάλας πόλεις παρά την θέλησίν του, ότι δ' επίσης και οι κάτοικοι της Πισιδίας και της Λυκαονίας — τους τελευταίους δε τούτους, ενθυμείσθε ότι και ημείς οι ίδιοι εγνωρίσαμεν — καρπούνται τας χώρας ταύτας (του βασιλέως), αφού κατέλαβον ανά τας πεδιάδας τα πλέον οχυρά και απόκρημνα αυτών μέρη.

»Εγώ τουλάχιστον θα σας έλεγα ότι δεν μας συμφέρει ακόμη να φαινώμεθα εις τους βαρβάρους ότι όντως έχομεν ξεκινήση διά την πατρίδα μας, αλλ' ότι παρασκευαζόμεθα, διά να εγκατασταθώμεν εις κάποιο εδώ τριγύρω μέρος. Διότι γνωρίζω ότι και εις τους κατοίκους της Μυσίας ο βασιλεύς θα εχορήγει πολλούς οδηγούς, ακόμη δε, (προς ασφάλειάν των περί της καλής του πίστεως), ότι θα τους έδιδε και πολλούς αιχμαλώτους ως εγγύησιν της άνευ δόλου απομακρύνσεώς των εκ της χώρας του, ότι δε και δρόμους ευρυτάτους προς χάριν των θα κατεσκεύαζε, τοιούτους ώστε ν' απέλθουν και επί τεθρίππων ακόμη αρμάτων, εάν ήθελαν (19) . Βεβαίως δε και προς χάριν μας γνωρίζω ότι πάντα όσα ανέφερα (διά τους Μυσούς) θα έπραττε με μεγάλην του ευχαρίστησιν, εάν μας έβλεπεν ότι προετοιμαζόμεθα να μείνωμεν (να εγκατασταθώμεν) διά παντός εις την χώραν του.

»Φοβούμαι όμως μήπως, αν άπαξ μάθωμεν να ζώμεν εδώ άνευ εργασίας και να διερχώμεθα τον βίον μας εν αφθονία τροφών και απολαύσεων, με ωραίας δε και ευσώμους γυναίκας και παρθένους των Μήδων και Περσών συναναστρεφώμεθα, φοβούμαι, λέγω, μήπως, καθώς οι λωτοφάγοι εκείνοι, λησμονήσωμεν πλέον διά παντός την προς την πατρίδα άγουσαν οδόν.

»Νομίζω, λοιπόν, ότι συνεπές και δίκαιον είναι κατά πρώτον λόγον να προσπαθήσωμεν να φθάσωμεν εις την Ελλάδα, εκεί δε να αποδείξωμεν εις την Ελλάδα και τους οικίους μας, ότι εκουσίως των πένονται, αφού ημπορούν όλους εκείνους, οίτινες ζουν εκεί τώρα με στερήσεις, να τους ίδουν, μετά τον ενταύθα αποικισμόν αυτών, ποριζομένους τα προς το ζην εν αφθονία. Αλλ' είναι φανερόν, ω άνδρες, ότι πάντα ταύτα τα αγαθά (όσα μέχρι τούδε ανέφερα) ανήκουν εις τους νικητάς (τους ισχυρούς).

»Λοιπόν, διά να πορευώμεθα όσον το δυνατόν ασφαλέστερον και, εάν παραστή ανάγκη μάχης, διά να πολεμώμεν όσον το δυνατόν γενναιότερον, πρέπει να σας προτείνω ταύτα: πρώτον μεν ότι νομίζω ορθόν (είμαι της γνώμης) να κατακαύσωμεν όσας έχομεν (σκευοφόρους) αμάξας, διά να μη μας ήναι στρατηγοί (διά να μη μας διευθύνουν) κατά την πορείαν μας αι άμαξαι, αλλά να βαδίζωμεν προς οιονδήποτε μέρος μας συμφέρει (ελεύθερα). Μετά τούτο δε, να συγκατακαύσωμεν και τας σκηνάς, αίτινες και κατά την μετακόμισίν των είναι οχληραί και εις ουδέν χρησιμεύουν, ούτε εις το πολεμείν ούτε εις το συγκρατείν τα τρόφιμα.

»Προσέτι δε να εξαφανίσωμεν (καταστρέψωμεν) και εκ των άλλων σκευών τα περιττά, εκτός εκείνων τα οποία φέρομεν μαζή μας χάριν του πολέμου ή προς μεταφοράν των τροφών ή ποτών, και τούτο, διά να ήναι όσον το δυνατόν περισσότεροι οι ωπλισμένοι, όσον το δυνατόν δε ολιγώτεροι οι σκευοφορούντες. Διότι γνωρίζετε καλώς ότι, όταν μεν ηττώμεθα, τα πάντα είναι ξένα. Όταν δε νικώμεν, είμεθα εις θέσιν να μεταχειριζώμεθα και αυτούς ακόμη τους εχθρούς ημών ως σκευοφόρους.

»Αλλά μου υπολείπεται ακόμη να σας είπω κάτι, όπερ νομίζω σπουδαιότατον. Όλοι, βέβαια, γνωρίζετε ότι οι πολέμιοι δεν ετόλμησαν να κηρύξουν καθ' ημών τον πόλεμον πριν ή συλλάβουν τους στρατηγούς μας, φρονούντες ότι, εφ' όσον μεν ζουν οι άρχοντες, πειθαρχούμεν δε προς αυτούς ημείς, ότι ημπορούμεν να κατισχύσωμεν του πολέμου (να νικήσωμεν), ότι όμως μετά την σύλληψίν των θα καταστραφώμεν εκ της εν τω στρατεύματι αναρχίας και αταξίας.

»Πρέπει, λοιπόν, οι μεν ήδη εκλεγέντες στρατηγοί να γείνουν επιμελέστεροι των πρώην (των φονευθέντων), οι δε αρχόμενοι πολύ ευτακτότεροι και μάλλον πειθαρχικοί προς τους στρατηγούς ή πριν.

»Εάν δε διά ψηφίσματος αποφασίσετε: έκαστος στρατιώτης μαζή με τον στρατηγόν (συμπράττων με τον στρατηγόν) να τιμωρή κάθε απειθούντα, τότε έτι περισσότερον θα διαψευσθούν αι (καθ' ημών) προσδοκίαι των εχθρών μας. Ψηφιζομένου τούτου, θα ίδουν ούτοι κατά την σημερινήν ημέραν να παρουσιάζωνται εις τον στρατόν μας αναρίθμητοι αντί ενός Κλέαρχοι, οίτινες δεν θα επιτρέψουν ποτέ εις κανένα να φανή δειλός.

»Αλλ' είναι πλέον ώρα να μεταβώμεν από τους λόγους εις τα έργα. Διότι ίσως εμφανισθούν προ ημών αιφνιδίως οι πολέμιοι. Λοιπόν, εις οιονδήποτε εξ υμών φανούν όσα επρότεινα ορθά, ούτος όσον το δυνατόν ταχύτερον ας τα επικυρώση, ίνα τα ίδωμεν ευθύς και εφαρμοζόμενα. Εάν δε τυχόν υπάρχη και καμμία άλλη γνώμη καλλιτέρα της ιδικής μου, ταύτην ακόμη και εις τον απλούν στρατιώτην επιτρέπεται να προτείνη θαρραλέως. Διότι όλοι εξ ίσου έχομεν ανάγκην σωτηρίας».

Μετά τους λόγους αυτούς του Ξενοφώντος, Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος είπεν: «Αλλ' εάν, παρ' όσα επρότεινεν ο Ξενοφών, παρίσταται και άλλου τινός ακόμη ανάγκη, οφείλομεν αμέσως να το εξετάσωμεν. Όσα δε προ ολίγου είπε, φρονώ ότι είναι καλόν να ψηφίσωμεν ως τάχιστα. Όστις, λοιπόν, νομίζει ορθά (εγκρίνει) τα προταθέντα, ας υψώση την χείρα».

Και ταύτην μεν ύψωσαν όλοι ανεξαιρέτως. Ο δε Ξενοφών εγερθείς και πάλιν είπε τα εξής: «Ω άνδρες, ακούσατε όσα, προς τούτοις, νομίζω ακόμη ότι χρειάζονται. Είναι βεβαίως φανερόν εις όλους ότι πρέπει να πορευώμεθα όπου δυνάμεθα να έχωμεν τα προς τροφήν μας αναγκαία. Ακούω δε ότι εις απόστασιν ουχί μεγαλητέραν των είκοσι σταδίων υπάρχουν χωρία πλουσιώτατα (ευφορώτατα).

»Δεν θα μου εφαίνετο, λοιπόν, περίεργον, αν οι πολέμιοι, καθώς οι δειλοί κύνες καταδιώκουν μεν και δαγκάνουν τους πλησιάζοντας αυτούς (τους παρερχομένους προ αυτών), όταν ημπορούν, τρέπονται δε εις φυγήν προ εκείνων οίτινες τους καταδιώκουν, εάν, λέγω, οι πολέμιοι μας ηκολούθουν, απερχομένους, κατά πόδας (μας έπαιρναν το κατόπιν).

»Ίσως, λοιπόν, θα ήμεθα περισσότερον εξησφαλισμένοι, εάν εβαδίζαμεν κατά φάλαγγα τετράπλευρον, εκάστην πλευράν της οποίας να απετέλουν οι οπλίται, διά να φυλάσσωνται ούτω ασφαλέστερον εντός του τετραπλεύρου τούτου τα φέροντα τα σκεύη υποζύγια και ο πολύς όχλος (οι μη μάχιμοι). Εάν, λοιπόν, από τώρα παρίστατο ανάγκη να ορισθή ποίοι πρέπει να ήναι εκείνοι οίτινες θα ηγούνται του τετραπλεύρου αυτού, τασσόμενοι κατά μέτωπον (επί της κατέμπροσθεν αυτού πλευράς), και ποίοι (θα είναι) επί των εκατέρωθεν αυτού (πλευρών), ποίοι δε θ' αποτελούν την οπισθοφυλακήν αυτού, βεβαίως δεν θα έπρεπε να περιμένωμεν να έλθουν πρώτα οι πολέμιοι, διά να σκεφθώμεν περί του πρακτέου (διά ν' αποφασίσωμεν ποίους πρέπει να ορίσωμεν), αλλ' αμέσως τώρα να χρησιμοποιήσωμεν τους προς τον σκοπόν αυτόν ενδεδειγμένους.

»Εάν μεν, λοιπόν, έχη τις υπ' όψει του άλλο τι καλλίτερον των όσων είπα, ας το προτείνη, διά να τεθή εις εφαρμογήν ευθύς. Άλλως θα ηυχόμην γενικός μεν αρχηγός του στρατού, επί της έμπροσθεν πλευράς τασσόμενος, να ωρίζετο ο Χειρίσοφος, και δι' άλλους μεν λόγους, αλλά και διότι τυγχάνει να ήναι Λακεδαιμόνιος. Επιμεληταί δε των εκατέρωθεν πλευρών ας ορισθούν δύο εκ των αρχαιοτέρων στρατηγών. Ως οπισθοφυλακή δε, επί του παρόντος, οι νεώτατοι ημείς, εγώ δηλαδή και ο Τιμασίων.

»Ως προς τα άλλα δε, αφού άπαξ θέσωμεν εις εφαρμογήν την τακτικήν αυτήν, θα σκεφθώμεν πάντοτε παν ό,τι ηθέλαμεν κρίνη ως καλλίτερον. Αλλ' εάν, παρά ταύτα, έχη τις να προτείνη τίποτε άλλο καλλίτερον, ας το είπη». Επειδή όμως ουδείς είχεν εναντίαν γνώμην, είπε: «Πας όστις εξ υμών εγκρίνει όσα επρότεινα, ας υψώση την χείρα». Ούτω δε απεφασίσθησαν και ταύτα.