WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1 cover

Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Chapter 5: ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ Κ Λ Ε Ι Ω
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The historian announces a systematic inquiry intended to preserve notable human actions and their causes, then narrates a mixture of legendary origins, eyewitness reports, and collected accounts. He links early seaborne abductions and mythic episodes to later interstate hostilities, traces the rise and fall of rulers and kingdoms such as Lydia under Croesus, and moves between genealogies, ethnographic sketches, city histories, and explanations of military conflicts. The narrative alternates myth and enquiry, cites competing traditions, and offers geographical, cultural, and political detail while reflecting on causation and the variability of human fortune.

The Project Gutenberg eBook of Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Author: Herodotus

Release date: November 19, 2011 [eBook #38055]
Most recently updated: January 25, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΙΣΤΟΡΊΑΙ ΗΡΟΔΌΤΟΥ, ΤΌΜΟΣ 1 ***

The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in italics are included in _. Footnotes have been transferred at the end of the book. Some letters in the notes section that are not legible have been included in []. Also in [] I have included one correction in the main text.

Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό σύστημα. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με με πλάγιους χαρακτήρες περιλαμβάνονται σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Μερικά γράμματα που δεν αναγνωρίζονται καλά στις υποσημειώσεις, έχουν περιληθεί σε []. Επίσης έχει περιληφθεί σε [] μια διόρθωσή μου στο κυρίως κείμενο.

Ι Σ Τ Ο Ρ I Α I
ΗΡΟΔΟΤΟΥ


ΕΚ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΞΗΓΗΘΕΙΣΑ

ΥΠΟ

Α. Γ. ΣΚΑΛΙΔΟΥ.

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ



Δαπάνη
ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ.

ΕΝ AΘHNAIΣ,

ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ Ο «ΚΟΡΑΗΣ»

ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ.

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ  ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ
         οδός Ρόμβης αριθ. 40   οδός Πραξιτέλους αριθ. 37

1874



ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΩ Α. ΖΑΪΜΗ


ΧΡΗΣΤΩ ΠΟΛΙΤΗ
ΚAI
ΔΙΑΠΡΕΠΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩ
ΕΥΛΑΒΩΣ ΑΝΑΤΙΘΕΤΑΙ.



  Έξοχε Άνερ,

Η προς Σε αφοσίωσίς μου, ο άκρος θαυμασμός μου προς τας κοινωνικάς και πολιτικάς αρετάς Σου, με παρακινούσι να Σοι δώσω τεκμήριόν τι ασθενές των αναλλοιώτων τούτων αισθημάτων μου αφιερών Σοι την βίβλον ταύτην, προϊόν μακρού κόπου και πολλής μελέτης.

Τίμησόν με διά της παραδοχής της παρακλήσεώς μου και επίτρεψον να κοσμή την βίβλον μου το σεβαστόν όνομά Σου. Απόβλεψον ουχί εις το μικρόν του αναθήματος, αλλ' εις την προαίρεσιν του αφιερούντος



Α. Γ. ΣΚΑΛΙΔΟΥ.

ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΜΟΥΣΑΙ

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ
Κ Λ Ε Ι Ω


Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς συνέγραψε και εκοινοποίησε την παρούσαν ιστορίαν διά να μη εξαλειφθώσιν υπό του χρόνου αι πράξεις των ανθρώπων και διά να μη περιπέσωσι τα είτε υπό των Ελλήνων είτε υπό των βαρβάρων εκτελεσθέντα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα εις τοιαύτην λήθην ώστε να αγνοήται και αυτή η αιτία δι' ην επολέμησαν προς αλλήλους οι λαοί ούτοι.

1. Οι λόγιοι των Περσών λέγουσιν ότι οι Φοίνικες εγένοντο αίτιοι της διαφοράς, καθότι αυτοί ελθόντες από τα παράλια της Ερυθράς λεγομένης θαλάσσης εις τα της Μεσογείου και εγκατασταθέντες εις τας χώρας τας οποίας κατοικούσιν έτι και σήμερον, επεδόθησαν ευθύς εις μακράς θαλασσοπλοΐας. Τα πλοία των, πληρούμενα εξ εμπορευμάτων της Ασσυρίας και της Αιγύπτου, προσωρμίζοντο εις διάφορα μέρη της Ελλάδος, μεταξύ άλλων δε και εις το Άργος. Κατ' εκείνους δε τους χρόνους το Άργος κατείχε την πρώτην θέσιν μεταξύ όλων των πόλεων της χώρας ήτις σήμερον καλείται Ελλάς. Εισελθόντες λοιπόν οι Φοίνικες εις τον λιμένα του Άργους, επώλουν το φορτίον των. Κατά την πέμπτην δε ή την έκτην ημέραν, ότε εξεποίησαν σχεδόν όλα όσα είχον φέρει, είδον ερχομένας εις το παραθαλάσσιον πολλάς γυναίκας, και μεταξύ αυτών την θυγατέρα του βασιλέως, ήτις εκαλείτο, ως λέγουσιν επίσης όλοι οι Έλληνες, Ιώ του Ινάχου. Αι γυναίκες· εστάθησαν πλησίον της πρύμνης του πλοίου εκλέγουσαι και αγοράζουσαι ό,τι ταις ήρεσκε· τότε οι Φοίνικες, ως εκ συνθήματος, ώρμησαν επ' αυτών. Και αι μεν πλείσται διέφυγον, αλλ' η Ιώ καί τινες άλλαι ηρπάγησαν. Αναβιβάσαντες δε αυτάς οι Φοίνικες εις το πλοίον, απέπλευσαν προς την Αίγυπτον.

2. Ούτω, ως λέγουσιν οι Πέρσαι, και ουχί ως λέγουσιν οι Έλληνες, η Ιώ ήλθεν εις την Αίγυπτον, και τούτο υπήρξεν η πρώτη αιτία των ακολούθων αδικημάτων. Μετά τούτο, Έλληνες τινές, των οποίων αγνοείται και αυτό το όνομα, προσεγγίσαντες εις την Τύρον της Φοινίκης, ήρπασαν την θυγατέρα του βασιλέως Ευρώπην. Υποτίθεται ότι ήσαν Κρήτες. Τοιουτοτρόπως λοιπόν η προσβολή επληρώθη διά προσβολής. Αλλ' έπειτα οι Έλληνες εγένοντο αίτιοι και δευτέρας αδικίας. Αφού έπλευσαν διά μακρού πλοίου εις την Αίαν της Κολχίδος και τον Φάσιν ποταμόν, και αφού εξετέλεσαν την υπόθεσιν διά την οποίαν ήλθον, ήρπασαν την θυγατέρα του βασιλέως Μήδειαν. Ο βασιλεύς ούτος έπεμψε κήρυκα εις την Ελλάδα ζητών ικανοποίησιν διά την αρπαγήν και απαιτών να τω επιστραφή η θυγάτηρ του. Αλλ' οι Έλληνες απεκρίθησαν ότι επειδή εκείνοι ουδεμίαν ικανοποίησιν έδωκαν εις αυτούς διά την αρπαγήν της Αργείας Ιούς, κατά συνέπειαν ούτε αυτοί θα δώσωσιν εις εκείνους.

3. Μετά δύο γενεάς ο υιός του Πριάμου Αλέξανδρος, ακούσας τα συμβάντα ταύτα, απεφάσισε να αρπάση γυναίκα εκ της Ελλάδος, πεπεισμένος ότι ουδεμίαν ήθελε δώσει ικανοποίησιν, αφού και οι Έλληνες δεν έδωκαν. Αλλ' όταν ήρπασε την Ελένην, οι Έλληνες ενέκριναν να πέμψωσι πρώτον πρέσβεις διά να απαιτήσωσι την απόδοσιν της Ελένης και να ζητήσωσιν ικανοποίησιν. Οι δε Τρώες, ακούσαντες τους πρέσβεις, απεκρίθησαν ότι οι Έλληνες, μη δόντες ικανοποίησιν διά την αρπαγήν της Μηδείας μήτε αποδώσαντες αυτήν ζητουμένην, δεν έπρεπε να απαιτώσιν ικανοποίησιν παρ' άλλων.

4. Μέχρι τούτου δεν επρόκειτο ειμή περί αρπαγών του ενός μέρους ή του άλλου· αλλ' από της στιγμής ταύτης οι Έλληνες εγένοντο αίτιοι σπουδαιοτέρων αδικημάτων, διότι αυτοί πρώτοι έφερον τον πόλεμον εις την Ασίαν και όχι οι Πέρσαι εις την Ελλάδα. Κατά την γνώμην των Περσών, η αρπαγή γυναικών είναι άδικον πράγμα, η σπουδή προς εκδίκησιν της αρπαγής, ανόητον, η δε παντελής αδιαφορία προς τας τοιαύτας αρπαγάς, φρονιμώτατον, διότι ήτο φανερόν ότι εάν αι γυναίκες εκείναι δεν ήθελον, ποτέ δεν ηρπάζοντο. Οι λαοί της Ασίας, προσθέτουσιν οι Πέρσαι, ποσώς δεν εφρόντισαν δι' όσας γυναίκας ήρπασαν από αυτούς, ενώ οι Έλληνες, διά μίαν Λακεδαιμονίαν, συνήθροισαν μέγαν στόλον, κατέκλυσαν την Ασίαν και κατέστρεψαν το βασίλειον του Πριάμου· ιδού η αιτία διά την οποίαν οι Πέρσαι εθεώρησαν πάντοτε τους Έλληνας ως εχθρούς, διότι την μεν Ασίαν και τα ενοικούντα βάρβαρα έθνη οικειοποιούνται, την δε Ελλάδα και το Ελληνικόν έθνος θεωρούσιν ως κεχωρισμένα από αυτούς.

5. Ούτως αναφέρουσιν οι Πέρσαι τα συμβάντα και αποδίδουσιν εις την άλωσιν της Τρωάδος την αρχήν της εναντίον των Ελλήνων έχθρας των. Περί δε της Ιούς οι Φοίνικες δεν συμφωνούσι μετ' αυτών. «Διά να την φέρωμεν εις την Αίγυπτον, λέγουσι, δεν ελάβομεν ανάγκην να μεταχειρισθώμεν την βίαν, διότι και εις αυτό το Άργος εμιγνύετο κρυφίως μετά του πλοιάρχου, όταν δε ενόησεν ότι ήτο έγκυος, εφοβήθη τους γονείς της, και διά να μη ανακαλυφθή, έφυγεν εκουσίως μετά των Φοινίκων.» Αύται είναι αι αντιφατικαί διηγήσεις των Φοινίκων και των Περσών· το κατ' εμέ, δεν θα συζητήσω εάν τα πράγματα συνέβησαν ούτως ή άλλως. Με αρκεί να ηξεύρω ποίος είναι ο πρώτος όστις ηδίκησε τους Έλληνας. Αφού δε γνωστοποιήσω αυτόν, θα εξακολουθήσω την διήγησίν μου επεξερχόμενος τας μικράς και τας μεγάλας πόλεις· διότι εξ εκείνων μεν αίτινες ήσαν άλλοτε μεγάλαι, σήμερον αι περισσότεραι είναι μικραί, εκείναι δε αίτινες επί των ημερών μου είναι μεγάλαι, άλλοτε ήσαν μικραί. Θα αναφέρω λοιπόν και τας μεν και τας δε, καθότι γνωρίζω ότι παρά τοις ανθρώποις η ευδαιμονία δεν είναι σταθερά.

6. Ο Κροίσος ήτο Λυδός το γένος, υιός του Αλυάττου και βασιλεύς των εθνών όσα περικλείει ο Άλυς ποταμός, όστις ρέων από μεσημβρίας μεταξύ Σύρων και Παφλαγόνων εισβάλλει προς βοράν εις τον καλούμενον Εύξεινον πόντον. Ο Κροίσος ούτος, ο πρώτος των βαρβάρων τους οποίους ηξεύρομεν ημείς, εις άλλους μεν των Ελλήνων επέβαλε φόρον, μετ' άλλων δε συνεμάχησεν. Υπέταξε τους Ίωνας, τους Αιολείς και τους Δωριείς της Ασίας, έκαμε δε συμμάχους του τους Λακεδαιμονίους. Πριν βασιλεύση αυτός, όλοι οι Έλληνες ήσαν ελεύθεροι, διότι η προ του Κροίσου εκστρατεία των Κιμμερίων κατά της Ιωνίας δεν επέφερε την κατάκτησιν των πόλεων, αλλ' ήτο επιδρομή ληστρική.

7. Η ηγεμονία ήτις ανήκεν εις τους Ηρακλείδας μετέβη διά του ακολούθου τρόπου εις την οικογένειαν του Κροίσου ήτις εκαλείτο Μερμνάδαι. Ο Κανδαύλης, τον οποίον οι Έλληνες ονομάζουσι Μυρσίλον, ήτο βασιλεύς των Σάρδεων και κατήγετο εκ του Αλκαίου, υιού του Ηρακλέους· διότι ο Άγρων, υιός του Νίνου, έγγονος του Βήλου, δισέγγονος του Αλκαίου, υπήρξεν ο πρώτος των Ηρακλειδών όστις εβασίλευσεν εις τας Σάρδεις, και ο υιός του Μύρσου Κανδαύλης υπήρξεν ο τελευταίος. Προ του Άγρωνος, η χώρα αύτη εκυβερνάτο υπό των απογόνων του Λυδού, υιού του Άτυος, εξ ου όλος ο λαός όστις πρότερον εκαλείτο Μαίων μετωνομάσθη Λύδιος. Οι Ηρακλείδαι, εις ους η οικογένεια αύτη είχεν αναθέσει την αρχήν, την διεδέχθησαν συνεπεία χρησμού τινος. Καταγόμενοι εκ του Ηρακλέους καί τινος δούλης του Ιαρδάνου, εβασίλευσαν επί εικοσιδύο γενεάς ανθρώπων, ήτοι επί έτη πεντακόσια πέντε (1), του στέμματος μεταβαίνοντος διαδοχικώς από πατρός εις υιόν, μέχρι του Κανδαύλου, υιού του Μύρσου.

8. Ούτος λοιπόν ο Κανδαύλης ηράσθη της ιδίας εαυτού γυναικός, ερασθείς δε ενόμιζεν ότι η γυνή του ήτο πολύ ωραιοτέρα όλων των άλλων γυναικών. Τούτο νομίζων δεν έπαυεν εκθειάζων τα θέλγητρα της γυναικός του εις ένα των υπασπιστών του, τον Γύγην, υιόν του Δασκύλου, τον οποίον υπερηγάπα και εις ον ενεπιστεύετο και τα σπουδαιότερα των πραγμάτων. Μετ' ολίγον (επειδή ήτο πεπρωμένον να εκλείψη ο Κανδαύλης) είπε προς τον Γύγην τα εξής· «Γύγη, επειδή νομίζω ότι δεν με πιστεύεις εις όσα σοι λέγω περί της καλλονής της γυναικός μου, διότι τα ώτα δυσκολώτερον πείθονται ή οι οφθαλμοί, προσπάθησον να την ίδης γυμνήν.» Ο δε Γύγης φωνήσας είπε· «Δέσποτα, ποίον λόγον είπες απρεπή διατάττων με να ίδω γυμνήν την εμήν δέσποιναν; Η γυνή εκδυομένη τον χιτώνα, συνεκδύεται και την αιδώ· μεταξύ δε των σοφών παραγγελμάτων τα οποία διετύπωσαν άλλοτε άνθρωποι ικανοί να διδάσκωσι τους άλλους, ευρίσκεται και τούτο· _Να βλέπη ο καθείς τα εις αυτόν ανήκοντα_. Εγώ πείθομαι ότι εξ όλων των γυναικών συ έχεις την ωραιοτάτην, και σε ικετεύω να μη με ζητής πράγματα απρεπή.»

9. Και ο μεν Γύγης, ταύτα λέγων, προσεπάθει να τον αποτρέψη διότι εφοβείτο μήπως τω συμβή δυστύχημά τι, αλλ' ο Κανδαύλης επανέλαβε· «Θάρρει, ω Γύγη, και μη φοβού μήτε εμέ ότι τάχα σοι λέγω ταύτα διά να σε δοκιμάσω, μήτε την γυναίκα μου ήτις ουδόλως δύναται να σε βλάψη, διότι θα διαθέσω τα πράγματα ούτως ώστε να μη υποπτεύση ουδέποτε ότι την είδες. Θα σε τοποθετήσω όπισθεν της ανοιγομένης θύρας του δωματίου όπου κοιμώμεθα. Αφού εισέλθω εγώ, θα έλθη και η γυνή μου να κατακλιθή. Πλησίον δε της εισόδου υπάρχει θρονίον επί του οποίου αποθέτει τα ενδύματά της, καθ' όσον εκδύεται· θα δυνηθής λοιπόν να την παρατηρήσης εν ανέσει. Έπειτα, καθ' ην στιγμήν εκείνη θα διευθύνεται από του θρονίου προς την κλίνην, συ, επειδή θα ήσαι όπισθέν της, φρόντισον να μη σε ιδή εξερχόμενον του δωματίου.»

10. Και ο μεν Γύγης, μη δυνάμενος να αποφύγη, ήτο έτοιμος· ο δε Κανδαύλης, ελθούσης της ώρας της αναπαύσεως, έφερε τον Γύγην εις το οίκημα, μετά ταύτα δε ήλθε σχεδόν αμέσως και η γυνή. Ο Γύγης την εθεώρει καθ' όσον εξεδύετο· έπειτα, ενώ εκείνη έστρεψε τα νώτα και διευθύνετο προς την κλίνην, αυτός εξήλθεν ολισθήσας κρυφίως· αλλ' η γυνή τον είδεν ότε εξήρχετο. Και ενόησε μεν ότι ήτο έργον του ανδρός της, κατέπνιξεν όμως την ύβριν εν σιωπή και προσεποιήθη ότι δεν ενόησε τίποτε, απόφασιν έχουσα εν τη ψυχή της να εκδικηθή τον Κανδαύλην· διότι παρά τοις Λυδοίς και σχεδόν παρ' όλοις τοις βαρβάροις, θεωρείται μεγάλη αισχύνη και εις αυτόν τον άνδρα να φανή γυμνός.

11. Ούτω λοιπόν χωρίς να αποδείξη τίποτε κατ' εκείνην την στιγμήν, έμεινεν απαθής· άμα όμως εξημέρωσεν, ετοιμάσασα τους υπηρέτας όσους ήξευρεν ότι ήσαν πολύ πιστοί εις αυτήν, εκάλεσε τον Γύγην. Ούτος δε φρονών ότι αυτή δεν ήξευρε τίποτε από τα γενόμενα υπήκουσεν εις την πρόσκλησίν της· καθότι συνείθιζε πάντοτε να έρχεται προθύμως οσάκις τον εκάλει η βασίλισσα. Άμα έφθασεν ο Γύγης, τω είπεν η γυνή· «Τώρα, Γύγη, δύο οδοί είναι ανοικταί εις σε, και έκλεξον εκείνην την οποίαν θέλεις να ακολουθήσης· ή φόνευσον τον Κανδαύλην και λάβε την βασιλείαν των Λυδών και εμέ, ή υπόμεινον να θανατωθής τώρα αμέσως διά να μη βλέπης πλέον, χαριζόμενος εις τον Κανδαύλην, εκείνα τα οποία δεν πρέπει να βλέπης. Ώστε ή εκείνος όστις συνέλαβε τοιούτον σκοπόν πρέπει να απολεσθεί, ή συ όστις με είδες γυμνήν περιφρονήσας τα έθιμα.» Ο δε Γύγης πρώτον μεν έμεινεν εκστατικός ακούων τους λόγους εκείνους, έπειτα δε ικέτευσε την βασίλισσαν να μη τον αναγκάση να κάμη διά της βίας ταύτην εκλογήν. Πλην δεν ηδυνήθη να την πείση, και είδεν ότι ήτο τωόντι ανάγκη ή να θανατώση τον κύριόν του ή αυτός να θανατωθή υπό άλλης χειρός· επροτίμησε λοιπόν να ζήση και απέτεινε την εξής ερώτησιν· «Επειδή με αναγκάζεις να φονεύσω παρά την θέλησίν μου τον εμόν δεσπότην, ας ακούσω με ποίον τρόπον δύναμαι να εκτελέσω το πράγμα.» Η γυνή αποκριθείσα είπε· «Θα ορμήσης εκ του ιδίου μέρους εκ του οποίου και εκείνος με έδειξεν εις σε γυμνήν και θα τον κτυπήσης κοιμώμενον.»

12. Τακτοποιηθέντος του σχεδίου τούτου και ελθούσης της νυκτός, ο Γύγης (επειδή η γυνή δεν τον άφησε να μακρυνθή, ούτε ήτο δυνατόν να διαφύγη, αλλ' έπρεπεν ή αυτός ν' απολεσθή ή ο Κανδαύλης) ηκολούθησε την βασίλισσαν εις τον θάλαμον. Εκείνη δε, δούσα εις αυτόν εγχειρίδιον, τον έκρυψεν όπισθεν της αυτής θύρας. Και μετά ταύτα, αποκοιμηθέντος του Κανδαύλου, ορμήσας ο Γύγης τον εφόνευσε και έλαβε την γυναίκα και την βασιλείαν. Τούτου του συμβάντος εποιήσατο μνείαν εις ιάμβους τριμέτρους και ο Αρχίλοχος ο Πάριος όστις έζη κατ' εκείνην την εποχήν.

13. Έλαβε λοιπόν την βασιλείαν ο Γύγης και εκραταίωσε την δυναστείαν του διά του μαντείου των Δελφών. Καθότι, επειδή πολλοί Λυδοί αγανακτήσαντες διά τον φόνον του Κανδαύλου έλαβον τα όπλα, οι οπαδοί του Γύγου συνεβιβάσθησαν μετά των λοιπών Λυδών ώστε, εάν μεν το χρηστήριον ανεγνώριζεν αυτόν ως βασιλέα της Λυδίας, να βασιλεύση, εν εναντία δε περιπτώσει να αποδώση οπίσω την αρχήν εις τους Ηρακλείδας. Το μαντείον απεφάνθη υπέρ αυτού, και τοιουτοτρόπως ο Γύγης εβασίλευσε. Τούτο μόνον προσέθηκεν η Πυθία ότι οι Ηρακλείδαι θα λάβωσιν εκδίκησιν εις τον πέμπτον απόγονον του Γύγου. Αλλ' ούτε οι Λυδοί, ούτε οι βασιλείς αυτών εφρόντισαν περί αυτής της προφητείας μέχρις ου εξεπληρώθη.

14. Ούτω κατέλαβον την αρχήν οι Μερμνάδαι αφαιρέσαντες αυτήν από τους Ηρακλείδας. Ο δε Γύγης, στερεωθείς επί του θρόνου, έπεμψεν εις τους Δελφούς πλούσια δώρα· διότι μεταξύ όλων των ευρισκομένων εκεί αργυρών αναθημάτων, τα πλειότερα επέμφθησαν παρ' αυτού. Αφιέρωσεν επίσης και άπειρα χρυσά, μεταξύ των οποίων έξ κρατήρας οίτινες προ πάντων είναι άξιοι μνείας. Σήμερον αποτελούσιν ούτοι μέρος του θησαυρού των Κορινθίων και έχουσι βάρος τριάκοντα ταλάντων. Αληθώς όμως ειπείν ο θησαυρός ούτος είναι ουχί της κοινότητος των Κορινθίων, αλλά του Κυψέλου υιού του Ηετίωνος. Ούτος δε ο Γύγης είναι, καθόσον ηξεύρομεν, ο πρώτος των βαρβάρων όστις ανέθηκεν αναθήματα εις τους Δελφούς, μετά τον Μίδαν, υιόν του Γορδίου, βασιλέα της Φρυγίας. Τωόντι ο Μίδας αφιέρωσε τον βασιλικόν θρόνον εφ' ου εκάθητο διά να δικάζη, όντα αξιοθέατον. Ίσταται δε ο θρόνος ούτος όπου και οι κρατήρες του Γύγου· ο δε χρυσός και ο άργυρος τον οποίον αφιέρωσεν ο Γύγης καλείται υπό των Δελφών Γυγάδας, λαβών την επωνυμίαν από τον δωρητήν. Άμα δε έλαβε την βασιλείαν ο Γύγης, έπεμψε στρατόν κατά της Μιλήτου και της Σμύρνης, και εκυρίευσε την πόλιν Κολοφώνα. Αλλ' επειδή επί της βασιλείας του, ήτις διήρκεσεν έτη τριάκοντα και οκτώ, ουδέν άλλο έργον εξετελέσθη άξιον μνείας, ας παρέλθωμεν αρκούμενοι εις όσα είπομεν.

15. Θα αναφέρω τον Άρδυν, υιόν και διάδοχον του Γύγου. Ο Άρδυς ούτος εκυρίευσε την Πριήνην και εισέβαλεν εις την Μίλητον. Έτι δε αυτού βασιλεύοντος, οι Κιμμέριοι, διωχθέντες από τας κατοικίας των υπό των νομάδων Σκυθών, μετανάστευσαν εις την Ασίαν και εκυρίευσαν τας Σάρδεις πλην της ακροπόλεως.

16. Ο Άρδυς εβασίλευσε τεσσαράκοντα και εννέα έτη, και ο υιός του Σαρδυάττης δώδεκα· τούτον δε διεδέχθη ο Αλυάττης, όστις επολέμησε τους Μήδους και τον Κυαξάρην, έγγονον του Δηιόκου, εδίωξε τους Κιμμερίους εκ της Ασίας, εκυρίευσε την Σμύρνην την οποίαν είχον κατοικίσει οι Κολοφώνιοι και εισέβαλεν εις τας Κλαζομενάς. Εντεύθεν όμως ανεχώρησεν ουχί όπως επεθύμει, αλλ' αφού υπέστη μεγάλην ζημίαν. Αξιομνημόνευτος δε είναι η βασιλεία του και δι' άλλα έργα ων τα επισημότερα είναι τα εξής.

17. Εξηκολούθησε κατά των Μιλησίων τον πόλεμον τον οποίον είχεν αρχίσει ο πατήρ του, και ιδού πώς διεύθυνε τας εχθροπραξίας του εναντίον της πόλεως ταύτης. Όταν ωρίμαζον εις τους αγρούς οι καρποί, τότε εξεστράτευε, τα δε στρατεύματά του εβάδιζον με τον ήχον των συρίγγων, των κιθαρών, των βαρυαύλων και των οξυαύλων. Ερχόμενος εις την χώραν των Μιλησίων, δεν κατέστρεφεν ούτε έκαιε τας οικίας των αγρών δεν απέσπα τας θύρας· έκαστον πράγμα το άφινεν εις την θέσιν του. Κατέστρεφεν όμως τας συγκομιδάς και τους καρπούς, και μετά τούτο ανεχώρει, διότι θαλασσοκρατούντων των Μιλησίων, θα ήτο ανωφελές δι' αυτόν να τους πολιορκήση μετά στρατού. Δεν εκρήμνιζε δε τας οικίας ο Λυδός ίνα οι Μιλήσιοι, έχοντες τοιαύτας, δύνανται να σπείρωσι και να καλλιεργώσι την γην, αυτός δε να έρχεται κατόπιν και να καταστρέφη τας εργασίας των.

18. Τοιουτοτρόπως εξηκολούθησεν ο πόλεμος επί ένδεκα έτη κατά τα οποία οι Μιλήσιοι υπέστησαν δύο μεγάλα τραύματα, το μεν εις το Λιμενείον, πολεμήσαντες εις την ιδίαν εαυτών χώραν, το δε εις την πεδιάδα του Μαιάνδρου. Και τα μεν έξ έτη εκ των ένδεκα τούτων εβασίλευεν ακόμη ο Σαρδυάττης του Άρδυος, και αυτός ήτο ο αρχίσας τον πόλεμον και οδηγών τα στρατεύματά του κατά των Μιλησίων, τα δε άλλα πέντε έτη ο εξακολουθήσας τον υπό του πατρός του αρχίσαντα πόλεμον, ως είπον ανωτέρω, και διευθύνας τας εχθροπραξίας ήτο ο Αλυάττης του Σαρδυάττου, όστις και εξηκολούθησεν αυτόν μετ' επιμονής. Ουδείς δε των Ιώνων εβοήθησε τους Μιλησίους, εκτός των Χίων, οίτινες απέδωκαν χάριν αντί χάριτος, καθότι προηγουμένως οι Μιλήσιοι τους εβοήθησαν κατά των Ερυθραίων.

19. Κατά το δωδέκατον έτος, ενώ ο στρατός επυρπόλει αγρόν τινα, το πυρ, ερεθισθέν υπό του ισχυρού ανέμου, κατέκαυσε ταχέως τον αγρόν και έφθασε μέχρι του ναού της Ασσησίης Αθηνάς όστις και εκάη. Και τότε μεν αμέσως ουδείς λόγος εγένετο περί του συμβάντος τούτου· αλλ' επανελθόντος του στρατού εις τας Σάρδεις, ησθένησεν ο Αλυάττης. Επειδή δε η ασθένειά του παρετείνετο, έπεμψεν εις τους Δελφούς, είτε κατά συμβουλήν τίνος, είτε οίκοθεν σκεφθείς να ερωτήση τον θεόν διά την ασθένειάν του. Η Πυθία όμως δεν ηθέλησε να χρησμoδoμήση εις τους αποσταλέντας εις τους Δελφούς παν ανοικοδομήσωσι τον ναόν της Αθηνάς τον οποίον έκαυσαν εις την Ασσησόν της Μιλησίας χώρας.

20. Ότι ούτως εγένετο το πράγμα, το ηξεύρω ακούσας αυτό εις τους Δελφούς. Αλλ' ιδού τι προσθέτουσιν οι Μιλήσιοι· ο υιός του Κυψέλου Περίανδρος, στενός φίλος του τότε τυράννου της Μιλήτου Θρασυβούλου, μαθών την απόκρισιν την δοθείσαν εις τους Λυδούς, έπεμψεν απεσταλμένην διά να κομίση την είδησιν ταύτην, ίνα εκείνος σκεφθή καλώς και πράξη ό,τι απήτουν αι περιστάσεις. Και οι μεν Μιλήσιοι ούτω λέγουσιν ότι συνέβη το πράγμα.

21. Ο δε Αλυάττης, άμα ήκουσε την απόκρισιν των Δελφών, απέστειλεν εις την Μίλητον κήρυκα εντεταλμένον να προτείνη εις τον Θρασύβουλον και τους Μιλησίους ανακωχήν ήτις ήθελε διαρκέσει καθ' όλον τον χρόνον τον αναγκαιούντα προς ανοικοδόμησιν του ναού. Ήλθε λοιπόν εις την Μίλητον ο απεσταλμένος ούτος· ο δε Θρασύβουλος, όστις ήτο προειδοποιημένος περί πάντων και ήξευρε τι έμελλε να πράξη ο Αλυάττης, εσκέφθη το ακόλουθον. Αφού έφερεν εις την αγοράν όλον τον σίτον όστις ευρίσκετο εις την πόλιν, είτε εις τας ιδίας του αποθήκας είτε εις τας των ιδιωτών, παρήγγειλεν εις τους Μιλησίους, όταν τους ειδοποιήση, να αρχίσωσι να πίνωσι και να διασκεδάζωσιν.

22. Παρήγγειλε δε ταύτα ο Θρασύβουλος διά να ίδη ο Σαρδιανός κήρυξ μεγάλους σωρούς σίτου εις την αγοράν και τους κατοίκους πανηγυρίζοντας, και αναγγείλη ταύτα εις τον Αλυάττην, όπερ και εγένετο· διότι ο κήρυξ είδεν όλα ταύτα, ανεκοίνωσεν εις τον Θρασύβουλον τας παραγγελίας του Λυδού και επέστρεψεν εις τας Σάρδεις. Μετ' ολίγον εγένετο ειρήνη, και δεν νομίζω να υπήρχεν άλλη αιτία. Τωόντι, ενώ ο Αλυάττης ήλπιζεν ότι ήτο μεγάλη σιτοδεία εις την Μίλητον και ο λαός εις άκραν στενοχωρίαν, αίφνης ήκουσε παρά του κήρυκος τα εναντία εκείνων τα οποία εφρόνει. Εγένετο λοιπόν η ειρήνη και συνεφώνησαν να ήναι εις το εξής φίλοι και σύμμαχοι· αντί δε ενός ναού, ο Αλυάττης έκτισε δύο εις την Ασσήσην και εθεραπεύθη εκ της νόσου.

23. Ο Περίανδρος, εκείνος όστις είχε μηνύσει εις τον Θρασύβουλον την απόκρισιν της Πυθίας, ήτο υιός του Κυψέλου και εβασίλευεν εις την Κόρινθον. Οι Κορίνθιοι (και οι Λέσβιοι συμφωνούσι μετ' αυτών) λέγουσιν ότι επί της εποχής του εφάνη θαύμα μέγιστον· ο Μηθυμναίος Αρίων εφέρθη υπό δελφίνος μέχρι του Ταινάρου. Ο Αρίων ούτος ήτο κιθαρωδός και ουδενός δεύτερος μεταξύ των συγχρόνων του· καθ' όσον δε ημείς ηξεύρομεν, αυτός πρώτος εποίησεν, ωνόμασε και εδίδαξε διθύραμβον εις την Κόρινθον.

24. Διηγούνται ότι ο Αρίων, αφού επί πολύν χρόνον διέμεινε πλησίον του Περιάνδρου, επεθύμησε να πλεύση εις την Ιταλίαν και την Σικελίαν και ότι αφού συνήθροισε πολλά πλούτη απεφάσισε να επιστρέψη εις την Κόρινθον. Ανεχώρησε λοιπόν από τον Τάραντα επί πλοίου Κορινθιακού το οποίον εναύλωσεν εξ ιδίων του, διότι μόνον εις τους Κορινθίους είχε περισσοτέραν εμπιστοσύνην. Αφού εξήλθον εις το πέλαγος, οι ναύται συνέλαβαν το επίβουλον σχέδιον να τον ρίψωσιν εις τα κύματα και να αρπάσωσι τους θησαυρούς του. Μαντεύσας όμως ο Αρίων τους σκοπούς των, τους ικέτευσε και τοις υπεσχέθη όλα όσα είχε ζητών να τω χαρίσωσι την ζωήν. Αλλ' εκείνοι έμενον άκαμπτοι και τον διέταξαν ή να φονευθή ιδιοχείρως, εάν ήθελε να τον θάψωσιν άμα έφθανον εις την ξηράν, ή να πέση αμέσως εις την θάλασσαν. Εις τοιαύτην αμηχανίαν ευρισκόμενος ο Αρίων τους εζήτησεν, επειδή η απόφασίς των ήτο αμετάκλητος, να τον αφήσωσι να σταθή εις τα εδώλια του πλοίου φορών τα καλλίτερά του ενδύματα, και να ψάλη, προσθέτων ότι θα εφονεύετο μόνος του άμα ετελείωνε το άσμα. Ευχαρίστως εδέχθησαν την πρότασίν του οι ναύται, καθότι έμελλον να ακούσωσι τον κάλλιστον αοιδόν και αφήσαντες την πρύμνην κενήν συνεσωρεύθησαν εις το μέσον του πλοίου. Τότε ο Αρίων ενεδύθη τα καλλίτερά του ενδύματα, έλαβεν εις χείρας την κιθάραν, εστάθη όρθιος επί των εδωλίων και έψαλε τον όρθιον σκοπόν (2) αφού δε ετελείωσεν ερρίφθη εις την θάλασσαν όπως ήτο, με όλα τα ενδύματά του. Και το μεν πλοίον εξηκολούθησε τον πλουν του, εκείνον δε, ως λέγεται, δελφίν τις τον έλαβεν επί της ράχεώς του και τον έφερεν εις το Ταίναρον. Πατήσας εις την ξηράν, επορεύθη εις την Κόρινθον με τα ίδια ενδύματα, και φθάσας εκεί διηγήθη όσα τω συνέβησαν. Αλλ' ο Περίανδρος δεν επίστευσε τίποτε, έθεσε τον Αρίωνα εις την φυλακήν, διέταξε να τον φυλάττωσι στενώς και περιέμενε την έλευσιν των ναυτών. Άμα έφθασαν ούτοι εις τον λιμένα, τους προσεκάλεσε διά να μάθη παρ' αυτών τι θα έλεγον περί του Αρίωνος εκείνοι δε απεκρίθησαν ότι ήτο σώος και υγιής εις την Ιταλίαν και ότι τον άφησαν εις τον Τάραντα πλουτούντα. Αίφνης όμως ενεφανίσθη ενώπιόν των ο Αρίων με τα αυτά ενδύματα τα οποία εφόρει ότε έπεσεν εις την θάλασσαν τότε οι ναύται μείναντες εκστατικοί δεν ηδυνήθησαν να αρνηθώσι το αποδιδόμενον εις αυτούς έγκλημα. Τοιαύτη είναι η διήγησις των Κορινθίων και των Λεσβίων, και σώζεται ακόμη εις το Ταίναρον μικρόν άγαλμα χάλκινον παριστών τον Αρίωνα άνθρωπον καθήμενον επί δελφίνος.

25. Ο δε Αλυάττης ο Λυδός όστις ετελείωσε τον κατά τον Μιλησίων πόλεμον απέθανεν (3) αφού εβασίλευσεν έτη πεντήκοντα και επτά. Δεύτερος δε αυτός από την οικογένειαν ταύτην, θεραπευθείς από την νόσον, ανέθηκεν εις τους Δελφούς μέγαν κρατήρα αργυρούν και υποκρατηρίδιον εκ σιδήρου κολλητού, πράγμα πολύ πλέον άξιον θέας από όλα τα εις τους Δελφούς αφιερώματα, έργον Γλαύκου του Χίου όστις πρώτος όλων των ανθρώπων εφεύρε την κόλλησιν του σιδήρου.

26. Αποθανόντος του Αλυάττου, έλαβε την βασιλείαν ο υιός αυτού Κροίσος εις ηλικίαν τριάκοντα και πέντε ετών. Ούτος πρώτους εκ των Ελλήνων προσέβαλε τους Εφεσίους οίτινες πολιορκηθέντες υπ' αυτού αφιέρωσαν την πόλιν των εις την Άρτεμιν δέσαντες εις τον ναόν σχοινίον το οποίον εξέτεινον μέχρι των τειχών των. Η απόστασις δε μεταξύ της αρχαίας πόλεως ήτις επολιορκείτο και του ναού είναι επτά σταδίων. Κατά τούτων πρώτων επετέθη ο Κροίσος· μετά ταύτα δε επολέμησεν αλληλοδιαδόχως μίαν προς μίαν τας Ιωνικάς και τας Αιολικάς πόλεις προφασιζόμενος διάφορα πταίσματα· εις άλλας μεν μεγαλείτερα, οσάκις εύρισκε μεγαλείτερα, εις άλλας δε όλως μηδαμινά.

27. Αφού λοιπόν κατέστησε φόρου υποτελείς όλους τους Έλληνας της Ασίας, απεφάσισε να εξοπλίση στόλον και να επιτεθή κατά των νήσων. Όλα δ' ήσαν έτοιμα διά την ναυπήγησιν των πλοίων όταν ο Βίας ο Πριηνεύς κατά τους μεν, κατ' άλλους δε ο Πιττακός ο Μιτυληναίος ήλθεν εις τας Σάρδεις. Ο Κροίσος τον ηρώτησε νεώτερόν τι περί της Ελλάδος, ούτος δε έδωκε την εξής απόκρισιν ήτις ανέστειλεν όλας τας ετοιμασίας. «Ω βασιλεύ, οι νησιώται συναθροίζουσι πολυάριθμον ιππικόν σκοπεύοντες να επιτεθώσι κατ' αυτών των Σάρδεων.» Νομίσας δε ο Κροίσος ότι εκείνος έλεγε την αλήθειαν, επανέλαβεν· «Είθε οι θεοί να εμπνεύσωσιν εις τους νησιώτας το σχέδιον να έλθωσι με ιππικόν εναντίον των Λυδών. — Ω βασιλεύ, απεκρίθη ο Πιττακός, βεβαίως πολύ επιθυμείς να συναντηθής εις την ήπειρον με τους νησιώτας εφίππους, εις την περίπτωσιν δε ταύτην ορθώς ελπίζεις ότι θέλεις τους νικήσει· αλλά τι νομίζεις; οι νησιώται οίτινες έμαθον ότι προτίθεσαι να εξοπλίσης στόλον κατ' αυτών, τι άλλο εύχονται ή να συναντήσωσι κατά θάλασσαν τους Λυδούς διά να εκδικήσωσιν επί σου τους Έλληνας της ηπείρου;» Ο συλλογισμός ούτος ήρεσεν, ως λέγεται, υπερβαλόντως εις τον Κροίσον όστις επείσθη (διότι όλοι εκείνοι οι λόγοι τω εφάνησαν ορθοί) και παρήτησε τας ναυτικάς ετοιμασίας. Τοιουτοτρόπως δε συνήψε δεσμούς φιλίας μετά των Ιώνων των κατοικούντων τας νήσους.

28. Μετά παρέλευσιν χρόνου τινός, τα έθνη όσα περικλείει ο Άλυς υπεδουλώθησαν όλα, ή σχεδόν όλα. Διότι, εκτός των Κιλίκων και των Λυκίων, ο Κροίσος είχεν υπό την εξουσίαν του όλους τους άλλους· ήτοι τους Λυδούς, τους Φρύγας, τους Μυσούς, τους Μαριανδυνούς, τους Χάλυβας, τους Παφλαγόνας, τους Δωριείς, τους Αιολείς και τους Παμφύλους.

29. Είχον δε υποταχθή τα έθνη ταύτα και ο Κροίσος τα είχεν ενώσει με την Λυδίαν όταν εις τας ακμαζούσας εν πλούτω Σάρδεις ήλθον αλληλοδιαδόχως οι φημιζόμενοι κατ' εκείνον τον χρόνον επί σοφία Έλληνες, μεταξύ δε άλλων ο Σόλων ο Αθηναίος όστις γενόμενος νομοθέτης των συμπολιτών του κατ' αίτησιν των ιδίων, απεδήμησε διά δέκα έτη αναχωρήσας επί προφάσει να επισκεφθή διαφόρους τόπους διά να μη αναγκασθή να καταργήση τινά εκ των νόμων τους οποίους έθεσεν, όπερ οι Αθηναίοι δεν ηδύναντο να πράξωσιν αφ' εαυτών, διότι ήσαν υποχρεωμένοι διά μεγάλων όρκων να πολιτεύωνται επί δέκα έτη με τους νόμους τους οποίους ήθελεν επιβάλει αυτοίς ο Σόλων.

30. Τούτου ένεκα και διά να περιηγηθή διαφόρους τόπους ο Σόλων αποδημήσας ήλθεν εις την Αίγυπτον προς τον Άμασιν, και κατόπιν εις τας Σάρδεις προς τον Κροίσον. Φθάσας ενταύθα εξενίσθη υπό του Κροίσου εις τα ανάκτορα· την τρίτην δε ή την τετάρτην ημέραν, υπηρέται τινές, κατά διαταγήν του Κροίσου, περιέφερον τον Σόλωνα μεταξύ των θησαυρών και τω έδειξαν όλα όσα ήσαν μεγάλα και πολυτελή. Αφού δε εθεάσατο και ηρεύνησε τα πάντα ανέτως, ηρώτησεν αυτόν ο Κροίσος ως ακολούθως· «Ω ξένε Αθηναίε, η μεγάλη φήμη της σοφίας σου και των περιηγήσεών σου έφθασε μέχρις ημών· ηξεύρομεν ότι φιλοσοφών περιήλθες μέγα μέρος της γης διά να γνωρίσης τον κόσμον. Επιθυμώ λοιπόν να σε ερωτήσω ποίος εξ όλων των ανθρώπων τους οποίους είδες είναι ο μάλλον ευδαίμων.» Ταύτα δε ηρώτα ο Κροίσoς διότι επίστευεν ότι ήτο ευδαιμονέστατος πάντων. Αλλ' ο Σόλων, χωρίς να τον κολακεύση παντάπασιν, αλλά λέγων την αλήθειαν, απεκρίθη· «Ο Τέλλος ο Αθηναίος, βασιλεύ.» Εκπλαγείς ο Κροίσος διά την τοιαύτην απόκρισιν, τω είπε με περιέργειαν· «Πόθεν εικάζεις ότι ο Τέλλος είναι ο ευδαιμονέστατος των ανθρώπων;» Ο δε Σόλων απεκρίθη· «Πρώτον διότι ο Τέλλος, ζων εις ευτυχούσαν πατρίδα, εγέννησε παίδας ωραίους και εναρέτους, και εξ όλων τούτων είδε να γεννηθώσι τέκνα τα οποία έζησαν όλα· δεύτερον διότι και κατάστασιν αρκετήν είχε δι' Έλληνα ενόσω έζη και η τελευτή του βίου του εγένετο λαμπροτάτη. Διότι εις μάχην τινά των Αθηναίων προς τους αστυγείτονάς των της Ελευσίνος, πολεμήσας και αυτός και τρέψας τους εχθρούς εις φυγήν, απέθανεν ενδόξως· οι δε Αθηναίοι τον έθαψαν δημοσίαις δαπάναις εκεί όπου έπεσε και τον ετίμησαν πολύ.»

31. Αφού ο Σόλων ωμίλησε προς τον βασιλέα περί του Τέλλου και τω απηρίθμησε τους λόγους διά τους οποίους τον εθεώρει ευδαίμονα, ο Κροίσος τον ηρώτησε πάλιν ποίον είδεν ευδαιμονέστατον μετ' εκείνον, υποθέτων αδιστάκτως ότι θα ελάμβανε τουλάχιστον τα δευτερεία. Αλλ' ο Σόλων απεκρίθη· «Τον Κλέοβιν και τον Βίτωνα, Αργείους το γένος· αυτοί είχον κατάστασιν αρκετήν και προς τούτοις τοιαύτην σωματικήν δύναμιν ώστε αμφότεροι είχον νικήσει εις τους αγώνας· ιδού δε τι λέγουσι περί αυτών. Οι Αργείοι ετέλουν την εορτήν της Ήρας και έπρεπεν αφεύκτως να φέρωσι την μητέρα των εις το ιερόν· οι βόες όμως δεν έρχοντο εγκαίρως από τους αγρούς. Τότε οι νέοι βλέποντες ότι παρήρχετο η ώρα, εδέθησαν εις τον ζυγόν και έσυρον την άμαξαν εντός της οποίας εκάθητο η μήτηρ των· διήνυσαν ούτω τεσσαράκοντα και πέντε στάδια και έφθασαν εις το ιερόν. Αφού εξετελέσθη η πράξις αύτη υπό τα όμματα όλης τις πανηγύρεως, έσχον θάνατον άριστον. Εις αυτούς έδειξεν η θεά ότι προτιμότερον ο άνθρωπος να αποθνήσκη ή να ζη διότι οι μεν Αργείοι, περιστοιχίζοντες αυτούς, εμακάριζον τους νέους διά την δύναμίν των, αι δε Αργείαι εμακάριζον την μητέρα έχουσαν τοιούτους υιούς· τότε αύτη, πλήρης χαράς διά την πράξιν και τους λόγους εκείνους, έστη προ του αγάλματος ικετεύουσα την θεάν να δώση εις τους υιούς της Κλέοβιν και Βίτωνα, οίτινες τόσον την είχον τιμήσει, ό,τι δύναται να συμβή ευτυχέστερον εις τον άνθρωπον. Μετά την προσευχήν ταύτην, αφού εθυσίασαν και ευωχήθησαν, κοιμηθέντες οι νέοι εντός αυτού του ιερού, δεν αφυπνίσθησαν πλέον, αλλά τούτο ήτο το τέλος της ζωής των. Οι δε Αργείοι διέταξαν να κατασκευασθώσι τα αγάλματα των τα οποία ανέβηκαν εις τους Δελφούς, προς ένδειξιν ότι υπήρξαν άριστοι άνδρες.»

32. Έδωκε λοιπόν εις αυτούς ο Σόλων τα δευτερεία της ευδαιμονίας, ο δε Κροίσος οργισθείς τω είπεν· «Ω ξένε Αθηναίε, σοι φαίνεται λοιπόν τόσον μικρόν πράγμα η ευδαιμονία μου ώστε δεν την αντισταθμίζεις ούτε με των ιδιωτών ανθρώπων;» Τότε ο Σόλων επανέλαβεν· «Ω Κροίσε, ερωτάς περί των ανθρωπίνων πραγμάτων άνθρωπον όστις ηξεύρει ότι η θεότης είναι φθονερά και αρέσκεται να συνταράσσει τα πάντα. Με τον καιρόν βλέπει τις και υποφέρει πράγματα τα οποία δεν ήθελε μήτε να υποφέρη μήτε να ιδή. Προσδιορίζω εις εβδομήκοντα έτη το τέρμα της ανθρωπίνης ζωής· τα εβδομήκοντα ταύτα έτη κάμνουσιν εικοσιπέντε χιλιάδας και διακοσίας ημέρας, χωρίς να υπολογίσωμεν τον εμβόλιμον μήνα. Εάν εις δύο έτη αυξάνης το έν κατά ένα μήνα διά να διατηρώσιν αι τέσσαρες ώραι του έτους την απαιτουμένην τάξιν, γίνονται, εις εβδομήκοντα έτη, τριάκοντα πέντε μήνες εμβόλιμοι ή χίλιαι πεντήκοντα ημέραι περισσότεραι, και εν όλω είκοσι έξ χιλιάδες διακόσιαι πεντήκοντα ημέραι, έξ ων ούτε μία δεν φέρει ακριβώς το αυτό πράγμα το οποίον έφερεν η προηγουμένη. Ο άνθρωπος λοιπόν, ω Κροίσε, δεν είναι άλλο ειμή μεταβολή περιστάσεων. Σε βλέπω υπερβαλόντως πλούσιον και βασιλέα πολλών ανθρώπων· εκείνο όμως το οποίον με ηρώτησας δεν δύναμαι να σοι το είπω πριν μάθω ότι ετελείωσες καλώς το στάδιον της ζωής σου, διότι ο έχων πολλά πλούτη δεν είναι ευτυχέστερος εκείνου όστις έχει τα καθημέραν αναγκαιούντα, εκτός εάν η τύχη τω μείνη πιστή και τελειώση τον βίον εν αφθονία και ευτυχία. Πολλοί άνθρωποι πλουσιώτατοι δεν είναι ευτυχείς, ενώ άλλοι, έχοντες μετριωτέραν κατάστασιν, είναι ευτυχείς. Όστις είναι πλούσιος, αλλ' ατυχής, υπερτερεί τον ευτυχή εις δύο μόνον πράγματα· ο ευτυχής όμως υπερτερεί τον πλούσιον ατυχή εις πολλά. Ο πρώτος έχει πολλά μέσα διά να ευχαριστήση τας επιθυμίας του και διά να ανθέξη εις μέγα τι δυστύχημα το οποίον ήθελε τω συμβή· αλλ' ιδού ο δεύτερος πώς τον υπερτερεί· εάν εξ ενός μέρους δεν δύναται να ευχαριστήση τας επιθυμίας του μήτε να ανθέξη εις τα δυστυχήματα, δεν υφίσταται όμως τοιαύτα, και τούτο είναι η ευτυχία του. Μήτε πάσχει, μήτε ασθενεί, μήτε θλίβεται· τα τέκνα του πληρούσι τον βίον του χαράς, η καλλονή του διατηρείται. Εάν δε μεθ' όλα ταύτα τελειώση τον βίον καλώς, ο άνθρωπος ούτος είναι εκείνος περί του οποίου ερωτάς και είναι άξιος να καλήται ευδαίμων· πριν όμως αποθάνη, πρέπει να ήμεθα προσεκτικοί και να μη τον καλώμεν ευδαίμονα αλλ' ευνοούμενον της τύχης. Ου δέδοται τη ανθρωπίνη φύσει να συνενοί όλους τους όρους της ευδαιμονίας· καθώς ουδεμία χώρα εξαρκεί να παράγη όλα όσα τη αναγκαιούσιν, αλλ' η μεν έχει εκείνο όπερ λείπει από την άλλην, η καλλιτέρα δε είναι εκείνη ήτις έχει τα περισσότερα· ούτω και ουδείς άνθρωπος εξαρκεί καθ' εαυτόν εις όλα, αλλ' ο μεν έχει εκείνο το οποίον λείπει από τον άλλον, όστις δε έχει τα περισσότερα και τα διατηρεί και περαίνει τον βίον του εν ειρήνη, εκείνος, κατ' εμέ, ω Κροίσε, δικαιούται να φέρη το όνομα τούτο. Πρέπει λοιπόν εις παν πράγμα να βλέπωμεν το τέλος· διότι η θεότης, αφού πρώτον υπέδειξεν εις πολλούς ανθρώπους την ευδαιμονίαν, έπειτα κατέστρεψεν αυτούς ριζηδόν.»

33. Οι λόγοι ούτοι ουδόλως ήρεσαν εις τον Κροίσον όστις απέπεμψε τον Σόλωνα χωρίς να απονείμη προς αυτόν ενδείξεις σεβασμού, κρίνων ως άφρονα τον άνθρωπον εκείνον όστις περιφρονών τα παρόντα αγαθά συνίστα να βλέπωμεν το τέλος παντός πράγματος.

34. Μετά την αναχώρησιν του Σόλωνος θεία οργή ενέσκηψεν επί του Κροίσου, βεβαίως διότι ενόμιζεν εαυτόν ως τον ευδαιμονέστατον πάντων των ανθρώπων. Και πρώτον μεν είδεν όνειρον όπερ εφανέρωνεν εις αυτόν τα μέλλοντα αληθώς να συμβώσιν εις τον υιόν του δυστυχήματα. Είχε δε ο Κροίσος δύο υιούς· αλλ' ο μεν ούτε καν ανεφέρετο, διότι ήτο κωφάλαλος· ο δε επρώτευεν εις όλα μεταξύ των ομηλίκων του και εκαλείτο Άτυς. Εφανέρωσε λοιπόν το όνειρον εις τον Κροίσον ότι αυτός ο Άτυς έμελλε να φονευθή κτυπηθείς οπό σιδηράς αιχμής. Άμα εξύπνησεν έμεινε σύννους επί αρκετήν ώραν· έπειτα φοβηθείς διά το όνειρον έσπευσε να νυμφεύση τον υιόν του, και επειδή ούτος εστέλλετο συνήθως εις τους πολέμους ως στρατηγός των Λυδών, έπαυσε πλέον να τον στέλλη· εξέβαλε συγχρόνως από τα δωμάτια των ανδρών τα βέλη, τα ακόντια, όλα τέλος τα όπλα όσα μεταχειρίζονται οι άνθρωποι εις τον πόλεμον, και τα συνεσώρευσεν εις θαλάμους κεκλεισμένους, φοβούμενος μήπως, εάν τα άφινον κρεμάμενα, ήθελε πέσει κανέν επί της κεφαλής του υιού του.

35. Ενώ ενησχολείτο εις τους γάμους του υιού του, άνθρωπός τις, Φρυξ το γένος, εκ βασιλικής οικογενείας, ήλθεν εις τας Σάρδεις, περιπεσών εις συμφοράν και τας χείρας έχων μεμολυσμένας υπό φόνου. Εισελθών ο άνθρωπος εκείνος εις την οικίαν του Κροίσου, τον παρεκάλει να τον καθαρίση κατά τα έθιμα της χώρας· και ο βασιλεύς τον εκαθάρισε. Γίνεται δε η κάθαρσις παρά τοις Λυδοίς σχεδόν όπως και παρά τοις Έλλησιν. Αφού ο Κροίσος εξετέλεσε τα απαιτούμενα της καθάρσεως, τω απέτεινε τας εξής ερωτήσεις· «Ω άνθρωπε, ποίος είσαι και εκ ποίον μέρους της Φρυγίας ήλθες εις την οικίαν μου; ποίον άνδρα ή ποίαν γυναίκα εφόνευσας;» εκείνος δε απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, εγώ είμαι υιός του Γορδίου, υιού του Μίδου, και ονομάζομαι Άδραστος· φονεύσας δε ακουσίως τον αδελφόν μου, ήλθον εδώ διωχθείς υπό του πατρός μου και εστερημένος των πάντων.» Ο Κροίσος επανέλαβε· «Κατάγεσαι από άνδρας φίλους και ήλθες εις φίλους· μένων λοιπόν εις την οικίαν μου δεν θα στερηθής ουδενός πράγματος και καλόν ήθελεν είσθαι διά σε να υπομείνης την συμφοράν ταύτην όσον δύναται γενναιότερον.» Εγένετο λοιπόν ο Άδραστος ομοδίαιτος του Κροίσου.

36. Κατά τον αυτόν εκείνον χρόνον τερατώδης αγριόχοιρος εφάνη εις την Μυσίαν καταβαίνων εκ του Ολύμπου και καταστρέφων τους αγρούς· πολλάκις οι Μυσοί εξήλθον κατ' αυτού, αλλά δεν ηδύναντο να τον βλάψωσι, και μάλιστα αυτοί υπέφερον από τας επιθέσεις του. Τέλος έστειλαν απεσταλμένους προς τον Κροίσον και τω είπον· «Ω βασιλεύ, μέγιστος αγριόχοιρος εφάνη εις την χώραν μας και καταστρέφει τους αγρούς μας· προσεπαθήσαμεν με πάντα τρόπον να τον φονεύσωμεν, αλλά δεν ηδυνήθημεν. Τώρα, διά να απαλλάξωμεν την χώραν, σε παρακαλούμεν να πέμψης τον υιόν σου και εκλεκτούς τινας νεανίας με τους κύνας των.» Και οι μεν Λυδοί ταύτα είπον· ο δε Κροίσος, ενθυμούμενος το όνειρον, τοις απεκρίθη· «Μη αναφέρετε τον υιόν μου, διότι δεν θα τον πέμψω· ενυμφεύθη προ ολίγου και έχει τας ασχολίας του. Θα σας πέμψω όμως εκλεκτούς τινας Λυδούς με τους θηρευτικούς κύνας των και θα τους παραγγείλω να σας βοηθήσωσιν όλαις δυνάμεσι διά να απαλλάξετε την χώραν σας από το άγριον τούτο θηρίον.»

37. Ταύτα απεκρίθη και οι Μυσοί ευχαριστήθησαν· κατ' εκείνην όμως την στιγμήν εισήλθεν ο υιός του όστις είχε μάθει τι εζήτουν· και επειδή ο Κροίσος δεν ήθελε να τον πέμψη μετ' αυτών, ο νεανίας τω είπεν. «Ω πάτερ, αι κάλλισται και ευγενέσταται πράξεις ήσαν πρότερον δι εμέ να συχνάζω εις τους πολέμους και εις τα κυνήγια· τώρα με απομακρύνεις και από τα δύο· εν τούτοις ούτε αδυναμίαν έδειξα, ούτε έλλειψιν θάρρους. Με ποίον όμμα θα με βλέπωσιν εις το εξής μεταβαίνοντα εις την αγοράν ή επιστρέφοντα εξ αυτής; Ποίαν γνώμην θα έχωσιν οι πολίται και η νεαρά γυνή μου περί εμού; Ποίον σύζυγον θα νομίζη αύτη ότι έχει; Άφες με να υπάγω εις αυτό το κυνήγειον, ή πείσον με ότι αυτό το οποίον πράττεις είναι συμφερότερον δι εμέ.»

38. «Ω, υιέ μου, απεκρίθη ο Κροίσος, πράττω ταύτα ουχί διότι παρετήρησα εις σε δειλίαν ή άλλο τι δυσάρεστον, αλλά διότι είδον όνειρον εν τω ύπνω μου το οποίον με είπεν ότι θα ζήσης ολίγον και ότι θα φονευθής πληττόμενος υπό σιδηράς αιχμής. Ένεκα του ονείρου τούτου έσπευσα τον γάμου σου και δεν σε πέμπω εις αυτό το κυνήγιον, προσέχων, όσον δύναμαι ενόσω ζω, να σε φυλάξω από τον θάνατον, διότι συ είσαι ο μόνος υιός μου· τον άλλον, όστις είναι βεβλαμμένος κατά την ακοήν, ούτε τον αναφέρω εάν υπάρχη.»

39. Τότε ο νέος απεκρίθη· «Έχεις δίκαιον, ω πάτερ, αφού είδες τοιούτο όνειρον, να με φυλάττης· εκείνο όμως το οποίον δεν ενόησες, εκείνο το οποίον έμεινε σκοτεινόν διά σε, οφείλω να σοι το εξηγήσω. Είπες ότι το όνειρον σοι εφανέρωσεν ότι μέλλω να αποθάνω υπό σιδηράς αιχμής. Ποίαν χείρα όμως έχει ο αγριόχοιρος, ή ποίαν σιδηράν αιχμήν την οποίαν να φοβηθής; Εάν σοι ανήγγελλεν ότι θα εφονευόμην υπό των οδόντων του ή άλλου τινός ομοίου πράγματος, ευλόγως θα έκαμνες ό,τι κάμνεις· αλλά σε είπεν υπό αιχμής, και ημείς δεν θα πολεμήσωμεν με ανθρώπους· άφες με λοιπόν να υπάγω.»

40. Εις ταύτα ο Κροίσος απεκρίθη· «Με ενίκησας, υιέ μου, δίδων εις το ενύπνιον εξήγησιν καλλιτέραν εμού· διά τούτο μεταβάλλω γνώμην και σε αφίνω να υπάγης εις το κυνήγιον.»

41. Ειπών ταύτα ο Κροίσος προσεκάλεσε τον Φρύγα Άδραστον· ούτος ήλθεν, ο δε βασιλεύς τω είπεν· «Άδραστε, σε εκαθάρισα από φρικτήν συμφοράν διά την οποίαν δεν σε ονειδίζω. Σε υπεδέχθην εις την οικίαν μου και σοι παρέχω πάσαν δαπάνην. Τώρα (καθότι οφείλεις δι' αφοσιώσεως να ανταποκριθής εις τας ευεργεσίας μου) σε ζητώ να προσέχης τον υιόν μου όστις θα υπάγη εις το κυνήγιον· προστάτευσον αυτόν καθ' οδόν από τους κακοποιούς οίτινες τυχόν ήθελον ζητήσει να τον βλάψωσιν. Είναι πρέπον προς τούτοις να ζητής και συ την ευκαιρίαν να αναδειχθής εις τοιαύτα έργα, διότι και οι πατέρες σου πρέπει να σοι χρησιμεύωσιν ως παράδειγμα και προσέτι έχεις σωματικήν δύναμιν.»

42. Ο Άδραστος απεκρίθη· «Εάν δεν με διέταττες, ω βασιλεύ, δεν θα μετέβαινον εις τοιούτον αγώνα, διότι δεν αρμόζει εις άνθρωπον δυστυχή να αναμιγνύεται μεταξύ φαιδρών ομηλίκων· δεν επιθυμώ τούτο ποσώς, και πολλάκις ήδη το απέφυγα. Αλλά τώρα, αφού με αναγκάζεις, πρέπει να υπακούσω, πρέπει να ανταμείψω τας προς εμέ ευεργεσίας σου. Είμαι έτοιμος να πράξω ό,τι ζητείς, να προσέχω τον υιόν σου καθώς με διατάττεις· περίμενε λοιπόν να τον ίδης επιστρέφοντα σώον και αβλαβή, εφ' όσον τούτο εξαρτάται από τας δυνάμεις του φύλακός του.»

43. Αφού είπε ταύτα ο Άδραστος προς τον Κροίσον ανεχώρησεν αυτός και ο Άτυς συνοδευόμενοι υπό εκλεκτών νέων και κυνών. Φθάσαντες εις το όρος Όλυμπον ήρχισαν να ζητώσι το θηρίον· και αφού το εύρον, περικυκλώσαντες αυτά εις το μέσον το κατηκόντιζον. Τότε ο ξένος, εκείνος τον οποίον εκαθάρισεν ο Κροίσος από τον φόνον και τον ωνόμαζον Άδραστον, διευθύνας το ακόντιόν του κατά του αγριοχοίρου, απέτυχεν αυτόν και επλήγωσε τον υιόν του Κροίσου. Πληγωθείς ο Άτυς υπό της σιδηράς αιχμής, εξεπλήρωσε την πρόρρησιν του ονείρατος. Είς δε εκ των κυνηγών έδραμεν αμέσως να αναγγείλη εις τον πατέρα το γεγονός, και φθάσας εις τας Σάρδεις διηγήθη τα της θήρας και το απαίσιον τέλος του υιού του.

44. Ο Κροίσος, ταραχθείς διά τον θάνατον του Άτυος, παρεπονείτο τοσούτω μάλλον όσω εκείνος τον οποίον εκαθάρισεν από τον φόνον ήτο ο φονεύς του. Στενάζων διά την συμφοράν του, επεκαλείτο τον καθαριστήριον Δία μαρτυρόμενος όσα έπαθεν υπό του ξένου· επεκαλέσθη επίσης τον ίδιον θεόν ονομάζων αυτόν Φιλόξενον και Προστάτην της φιλίας· τον εκάλει Φιλόξενον, διότι, δεχθείς εις την οικίαν του ένα ξένον, έθρεψεν εν αγνοία του τον φονέα του υιού του· τον εκάλει Προστάτην της φιλίας, διότι αναθέσας εις τον ξένον την φύλαξιν του υιού του, τον εύρε μέγιστον εχθρόν.

45. Έφθασαν μετά ταύτα οι Λυδοί φέροντες το πτώμα· όπισθεν δε αυτών ήρχετο ο φονεύς. Σταθείς ούτος πλησίον του σώματος παρέδωκεν εαυτόν εις τον Κροίσον· προτείνων δε τας χείρας τον παρεκάλει να τον σφάξη επί του νεκρού, αναφέρων την πρώτην του συμφοράν και λέγων μεγαλοφώνως ότι ήτο ανάξιος πλέον να ζη αφού επέφερε την δυστυχίαν και εκείνου όστις τον εκαθάρισεν. Ακούσας αυτόν ο Κροίσος, τον ευσπλαγχνίσθη, και με όλην την θλίψιν ην ησθάνετο διά το οικείον δυστύχημα τω είπεν· «Έλαβον παρά σου, ω ξένε, πάσαν εκδίκησιν, αφού συ ο ίδιος καταδικάζεις σεαυτόν εις θάνατον αλλά δεν είσαι προς εμέ ένοχος διά το δυστύχημα τούτο· απλώς εγένεσο ακούσιον όργανον· αιτιώμαι εκείνον εκ των θεών όστις άλλοτε μοι εφανέρωσεν αυτά το οποίον έμελλε να συμβή.» Ο Κροίσος λοιπόν έθαψε τον υιόν του ως έπρεπεν· ο δε Άδραστος, ο υιός του Γορδίου του Μίδου, ο φονεύς του ιδίου του αδελφού, ο φονεύς εκείνου όστις τον είχε καθαρίσει, όταν περί το μνήμα εγένετο ησυχία, αναγνωρίζων ότι εξ όλων των ανθρώπων τους οποίους εγνώριζεν αυτός ήτο ο μάλλον δυστυχής, εσφάγη διά της ιδίας του χειρός επί του τάφου.

46. Στερηθείς ο Κροίσος του υιού του, διήλθε δύο έτη εις πένθος μέγα. Μετά την παρέλευσιν του χρόνου τούτου η μοναρχία του Αστυάγους, υιού του Κυαξάρου, κατεστράφη υπό του Κύρου, υιού του Καμβύσου, και η δύναμις των Περσών έλαβε μεγάλην ανάπτυξιν. Τότε ο Κροίσος κατέστειλε το πένθος του και ήρχισε να εξετάζη εάν ήτο δυνατόν να εμποδίση την υπερβολικήν ανάπτυξιν των Περσών. Το εξαγόμενον των σκέψεών του ήτο να ερωτήση άνευ αναβολής τα μαντεία της Ελλάδος και της Λιβύας πέμπων απεσταλμένους εις διάφορα μέρη, άλλους μεν εις τους Δελφούς, άλλους δε εις την Άβην της Φωκίδος, και άλλους εις την Δωδώνην. Τινές δε επέμφθησαν και εις τον Αμφιάραον και εις τον Τροφώνιον, και άλλοι εις τους Βραγχίδας της Μιλησίας χώρας. Αυτά ήσαν τα ελληνικά μαντεία εις τα οποία ο Κροίσος έπεμψε διά να ζητήση χρησμούς. Έπεμψε δε και εις τον Άμμωνα της Λιβύας. Απέστειλε δε πανταχού τους ανθρώπους τούτους θέλων να δοκιμάση τα μαντεία και να παραβάλη τας αποκρίσεις, ίνα, εάν εύρη τινάς εξ αυτών ακριβείς, απευθύνη νέας ερωτήσεις και μάθη εάν πρέπη να επιχειρήση πόλεμον κατά των Περσών.

47. Διά να δοκιμάση δε τα μαντεία έδωκεν εις τους απεσταλμένους του Λυδούς τας εξής διαταγάς· να υπολογίσωσι τον χρόνον από της ημέρας καθ' ην ήθελον αναχωρήσει από τας Σάρδεις, να ζητήσωσι χρησμόν κατά την εκατοστήν ημέραν, και να ερωτήσωσιν εις τι ενησχολείτο κατ' εκείνην την στιγμήν ο βασιλεύς των Λυδών Κροίσος, υιός του Αλυάττου. Ώφειλον δε να γράψωσι τας αποκρίσεις και τας αναφέρωσιν εις αυτόν. Κανείς δεν γνωρίζει τώρα τι απεκρίθησαν τα άλλα χρηστήρια· αλλ' εις τους Δελφούς, άμα εισήλθον οι Λυδοί εις τον ναόν, απέτεινον προς τον θεόν την προστεταγμένην ερώτησιν, και η Πυθία τοις είπεν εις στίχους εξαμέτρους·