180. Τοιουτοτρόπως λοιπόν περιετειχίσθη η Βαβυλών· η πόλις είναι εις δύο μέρη διηρημένη, και διά μέσου αυτών ρέει ο Ευφράτης. Ο ποταμός ούτος καταβαίνει από την Αρμενίαν, είναι μέγας, βαθύς και ορμητικός, και χύνεται εις την Ερυθράν θάλασσαν. Ο εξωτερικός λοιπόν τοίχος τέμνεται τοιουτοτρόπως εις δύο βραχίονας οίτινες εκτείνονται μέχρι του ποταμού· εκεί δε γίνονται επικαμπαί και έπειτα εκ πλίνθων οπτών εκτείνεται εις εκατέραν όχθην του ποταμού από της μιας άκρας εις την άλλην. Αυτή η πόλις, πλήρης οικιών τριωρόφων και τετρωρόφων, κατατέμνεται υπό οδών ευθειών, των μεν εγκαρσίων, των δε ληγουσών εις τον ποταμόν. Όλαι αι οδοί συναντώσι το εσωτερικόν τείχος, και εις την άκραν εκάστης υπάρχει μικρά πύλη· ώστε όσαι πύλαι είναι, τόσαι και αι οδοί. Ήσαν δε και αυταί χάλκιναι και ηνοίγοντο επί του ποταμού.
181. Το εξωτερικόν τείχος είναι ο θώραξ της πόλεως· ο εσωτερικός τοίχος, μόλις αδυνατώτερος, είναι στενώτερος. Εις το μέσον δε εκατέρου μέρους της πόλεως ήσαν εκτισμένα, εις το έν το ανάκτορον του βασιλέως, ευρύχωρον και στερεόν, και εις το άλλο ο χαλκόπυλος ναός του Βήλου Διός, όστις εσώζετο μέχρι των ημερών μου έχων σχήμα τετράγωνον και εκάστην πλευράν δυο σταδίων. Εις το μέσον υψούται πύργος στερεός, έχων μήκος και πλάτος ενός σταδίου· άνωθεν αυτού υπάρχει άλλος, και άλλος πάλιν υπεράνω αυτού, και ούτω μέχρις οκτώ. Οφιοειδής κλίμαξ φέρει εξωτερικώς από πύργου εις πύργον. Κατά το μέσον της αναβάσεως υπάρχουσι σταθμός και καθίσματα όπου αναπαύονται οι αναβαίνοντες· άνωθεν δε του τελευταίου πύργου είναι μέγας ναός, και εντός του ναού μεγάλη κλίνη καλώς εστρωμένη, και πλησίον αυτής χρυσή τράπεζα. Δεν βλέπει τις εκεί κανέν άγαλμα ούτε διανυκτερεύει άνθρωπος, εκτός μιας γυναικός ιθαγενούς την οποίαν μεταξύ όλων εκλέγει ο θεός, ως λέγουσιν οι ιερείς αυτού του θεού οι Χαλδαίοι.
182. Οι αυτοί ιερείς λέγουσιν ωσαύτως, δεν μοι φαίνονται όμως άξιοι πίστεως, ότι ο θεός συχνάζει εις τον ναόν και αναπαύεται επί της κλίνης, κατά τον αυτόν τρόπον καθ' ον και εις τας Θήβας της Αιγύπτου, ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι. Διότι και εκεί επίσης κοιμάται γυνή εις τον ναόν του Θηβαιέως Διός, και βεβαιούσιν ότι μήτε η μία μήτε η άλλη των γυναικών τούτων έχουσι σχέσιν με άνδρας. Ομοίως και εις τα Πάταρα της Λυκίας, η ιέρεια του θεού, όταν ούτος ήναι παρών (διότι το χρηστήριον δεν είναι παντοτεινόν) διανυκτερεύει εντός του ναού.
183. Κάτωθεν του ναού τούτου της Βαβυλώνος ευρίσκεται άλλος ναός περιέχων μέγα χρυσούν άγαλμα του Διός καθήμενον, και πλησίον μεγάλην τράπεζαν χρυσήν· του αγάλματος δε τούτου ο θρόνος και αι βαθμίδες είναι εκ χρυσσού, λέγουσι δε οι Χαλδαίοι ότι όλα αυτά έχουσι βάρος οκτακοσίων ταλάντων. Έξωθεν του ναού, ο βωμός είναι χρυσούς, και επί άλλου βωμού πλατυτέρου θυσιάζουσι θύματα τέλεια, διότι επί του πρώτου δεν είναι επιτετραμμένον να θυσιάζωσιν ειμή μόνον γαλαθηνά. Επί του μεγάλου βωμού οι Χαλδαίοι καίουσι κατ' έτος χιλίων ταλάντων θυμίαμα καθαρόν, όταν τελώσι την εορτήν του θεού. Κατά την εποχήν του Κύρου ήτο ακόμη εις το τέμενος τούτο άγαλμα δώδεκα πήχεων, χρυσούν, στερεόν· εγώ δεν το είδα, αλλ' επαναλαμβάνω ό,τι άκουσα από τους Χαλδαίους. Αυτό το άγαλμα εσκέφθη να αρπάση ο υιός του Υστάσπους Δαρείος, και δεν ετόλμησεν· αλλ' ο υιός του Ξέρξης το έλαβε και εφόνευσε τον ιερέα όστις τω απηγόρευε να το μετακινήση. Ταύτα ήσαν τα κοσμήματα του ναού τούτου, όστις εκτός αυτών είχε πάμπολλα άλλα ιδιωτικά αφιερώματα.
184. Η Βαβυλών έσχε πολλούς βασιλείς, θέλω δε αναφέρει εις την Ιστορίαν των Ασσυρίων (12) εκείνους οίτινες εκαλλώπισαν τα τείχη και τους ναούς μεταξύ δε άλλων και δύο γυναίκας. Η πρώτη ήτις εβασίλευσε προηγήθη της δευτέρας κατά πέντε γενεάς και ωνομάζετο Σεμίραμις αυτή ύψωσεν αναχώματα εις την πεδιάδα, άτινα είναι αξιοθέατα, διότι πρότερον ο ποταμός έρρεεν ανά το πεδίον ως θάλασσα.
185. Η δευτέρα ήτις έπειτα εγένετο βασίλισσα ωνομάζετο Νίτωκρις. Πεπροικισμένη με φρόνησιν ανωτέραν της προκατόχου της, αφ' ενός μεν αφήκε μνημεία τα οποία θα περιγράψω αμέσως, αφ' ετέρου δε βλέπουσα τους Μήδους μεγαλυνομένους και μη ησυχάζοντας, αλλά κυριεύοντας πόλεις, μεταξύ των οποίων ήτο και η Νίνος, έλαβε κατ' αυτών όλα τα δυνατά αμυντικά μέτρα. Πρώτον μεν τον Ευφράτην, όστις πρότερον έρρεε κατ' ευθείαν και διήρχετο διά μέσης της πόλεως, ορύξασα διώρυγας άνωθεν, τοσούτον σκολιόν κατέστησεν ώστε ρέων φθάνει τρις εις κώμην τινά της Ασσυρίας. Το όνομα δε της κώμης, εις την οποίαν έρχεται ο Ευφράτης, είναι Αρδέρικκα. Και σήμερον όσοι έρχονται εις την Βαβυλώνα διά του Ευφράτου, προσεγγίζουσι τρις εις την κώμην ταύτην και επί τρεις αλλεπαλλήλους ημέρας. Και τούτο μεν ούτως εποίησεν έπειτα δε κατεσκεύασεν εις αμφοτέρας τας όχθας του ποταμού αναχώματα αξιοθαύμαστα διά το ύψος και το μέγεθός των. Πολύ δε ανωτέρω της πόλεως και εις μικράν απόστασιν από του ποταμού, σκάψασα το έδαφος μέχρι των υπογείων υδάτων, εσχημάτισε δεξαμενήν διά τα στάσιμα ύδατα δούσα εις αυτήν περιφέρειαν τετρακοσίων είκοσι σταδίων. Τα εξαγόμενα χώματα ερρίπτοντο εις τας όχθας του ποταμού, και όταν ετελείωσε το έργον, έφερε πέτρας και έκτισε πέριξ κρηπίδα. Έκαμε δε τα δύο ταύτα η Νίτωκρις, τον ποταμόν σκολιόν και το όρυγμα ελώδες, ίνα το ρεύμα του Ευκράτου καθίσταται βραδύτερον διά των πολλών περιστροφών και διά να μη φθάνωσι κατ' ευθείαν γραμμήν εις την Βαβυλώνα οι ταξειδεύοντες· επί τέλους δε να αναγκάζωνται ούτοι να ακολουθώσι την μεγάλην καμπήν της λίμνης. Η θέσις δε την οποίαν εξελέξατο, είναι εκείνη διά της οποίας οι Μήδοι ηδύναντο ευκόλως, λαμβάνοντες πλαγίαν οδόν, να έρχωνται και μανθάνωσι τας υποθέσεις της συγκοινωνούντες με τους Ασσυρίους.
186. Με τοιαύτα οχυρώματα σκαφέντα εν τω εδάφει περιέβαλεν εαυτήν, εκτός δε τούτων έπραξε και το εξής· επειδή η πόλις είχε δύο μέρη κεχωρισμένα υπό του ποταμού, επί των πρώτων βασιλέων, εάν τις ήθελε να διαβή από του ενός εις το άλλο, έπρεπε να λάβη λέμβον, και καθ' όσον δύναμαι να κρίνω, τούτο θα ήτο λίαν οχληρόν. Η Νίτωκρις λοιπόν προέβλεψε και τούτο, διότι, ενώ διά τα ύδατα του έλους ώρυττε δεξαμενήν, εσκέπτετο να ωφεληθή και εκ ταύτης της εργασίας διά να αφήση έτερον μνημείον. Όθεν διέταξε και έκοψαν μεγάλας πέτρας· άμα αι πέτραι ητοιμάσθησαν και η δεξαμενή εσκάφθη, έστρεψεν εις την δεξαμενήν ταύτην τα ύδατα του ποταμού, και τοιουτοτρόπως αυτή μεν εγέμισε το δε αρχαίον ρεύμα εξηράνθη. Τότε, αφ' ενός μεν έκτισε διά πλίνθων οπτών, όπως ήτο και το εξωτερικόν τείχος, τα χείλη του ποταμού εφ' όσον διάστημα εκτείνεται η πόλις, και ήσαν αι καταβάσεις αι φέρουσαι διά των πυλίδων εις τον ποταμόν· αφ' ετέρου δε, προς το κέντρον των δύο μερών, με πέτρας τας οποίας διέταξε να κόψωσιν, έκτισε γέφυραν, δένουσα τας πέτρας με σίδηρον και μόλυβδον. Και κατά μεν την ημέραν ήπλωνον επί της γεφύρας ξύλα τετράγωνα και διέβαινον οι Βαβυλώνιοι· κατά δε την νύκτα τα αφήρουν διά να μη περιφέρωνται οι κάτοικοι εις το σκότος και κλέπτωσιν αλλήλους. Αφού δε η ορυχθείσα δεξαμενή εγέντο λίμνη εκ των υδάτων του ποταμού, και αφού ετελείωσαν τα διάφορα μέρη της γεφύρας, η Νίτωκρις εξέβαλε τον Ευφράτην από την λίμνην και τον έφερε πάλιν εις το πρώτον ρεύμα. Τοιουτοτρόπως η λεκάνη, γενομένη λίμνη, εφάνη κατάλληλος προς τον σκοπόν δι' ον ήτο προωρισμένη, και η γέφυρα κατεσκευάσθη προς χρήσιν των πολιτών.
187. Αυτή η ιδία βασίλισσα επενόησε την εξής απάτην· άνωθεν της μάλλον συχναζομένης πύλης του τείχους κατεσκεύασε τον ίδιον εαυτής τάφον, υψηλόν και ελκύοντα τα βλέμματα πλειότερον ή η πύλη. Ενεκόλαψε δε εις τον τάφον τούτον γράμματα λέγοντα· «Εάν τις εξ εκείνων οίτινες βασιλεύσωσι μετ' εμέ εις την Βαβυλώνα λάβη ανάγκην χρημάτων, ας ανοίξη τον τάφον τούτον και ας λάβη όσα θέλει. Αλλ' εκτός ανάγκης καταπειγούσης, ας μη τον ανοίξη, διότι δεν θα ωφεληθή.» Έμεινε δε ο τάφος άθικτος μέχρις ου ανέβη εις τον θρόνον ο Δαρείος όστις ενόμισεν οδυνηρόν να αφίνη μίαν πύλην άχρηστον, ενώ μάλιστα υπήρχον εκεί χρήματα τα οποία τω εφώναζον να τα λάβη και να μη τα λάβη. Τωόντι δεν μετεχειρίζοντο πλέον την πύλην εκείνην διότι άνωθεν των διαβαινόντων έκειτο νεκρόν σώμα. Ήνοιξε λοιπόν τον τάφον, αλλ' αντί θησαυρών είδε μόνον το πτώμα και γράμματα λέγοντα τα εξής·. «Εάν δεν ήσο άπληστος και αισχροκερδής, δεν θα ήνοιγες τας θήκας των νεκρών.» Και αύτη μεν η βασίλισσα τοιαύτη τις λέγουσιν ότι εγένετο.
188. Ο δε Κύρος εξεστράτευσε κατά του υιού της γυναικός ταύτης, όστις είχε το όνομα του πατρός του Λαβυνήτου και την βασιλείαν των Ασσυρίων. Εξεστράτευσε λοιπόν ο μέγας βασιλεύς έχων μεθ' εαυτού αρκετήν προμήθειαν τροφίμων και ποιμνίων του τόπου του, εκτός δε τούτων είχε και ύδωρ του Χοάσπου ποταμού όστις ρέει παρά τα Σούσα, διότι μόνον το ύδωρ τούτου του ποταμού, και ουχί άλλου, πίνει ο βασιλεύς· το βράζουσι, και όπου μεταβαίνει ο βασιλεύς, το μεταφέρουσιν εντός αγγείων αργυρών τα οποία θέτουσιν επί αμαξών τετρατρόχων συρομένων υπό ημιόνων.
189. Πορευόμενος ο Κύρος εναντίον της Βαβυλώνος έφθασεν εις τας όχθας του Γύνδου, του οποίου αι μεν πηγαί είναι εις τα Ματιανά όρη, αυτός δε ρέει διά των Δαρδανών και χύνεται εις τον Τίγριν όστις και αυτός ρέει παρά την πόλιν Ώπιν και χύνεται εις την Ερυθράν θάλασσαν. Ενώ δε ο Κύρος επειράτο να διαπεράση τον Γύνδον όστις είναι ναυσίπορος, είς των ιερών λευκών ίππων, παρασυρθείς υπό της αγερωχίας του, εισήλθεν εις τον ποταμόν και ήρχισε να κολυμβά, αλλά το ρεύμα, περιδινήσαν αυτόν, τον εβύθισε και τον παρέσυρε. Τότε ο Κύρος οργισθείς διά την αυθάδειαν του ποταμού, τον ηπείλησεν ότι τόσον ασθενή ήθελε τον καταστήσει, ώστε εις το εξής και αυταί αι γυναίκες να τον διαβαίνωσιν ευκόλως χωρίς να βρέχωσι τα γόνατα. Μετά την απειλήν ταύτην, παραιτηθείς να βαδίση κατά της Βαβυλώνος, διήρεσε τον στρατόν εις δύο· αφού δε τον διήρεσεν, εχάραξεν επί εκατέρας των όχθων του Γύνδου εκατόν ογδοήκοντα διώρυγας προς όλας τας διευθύνσεις, έπειτα ετοποθέτησε τα στρατεύματα και τα διέταξε να σκάψωσι. Χάρις εις την πολυχειρίαν, ετελείωσε μεν το έργον, αλλά κατηναλώθη προς τούτο όλον το θέρος.
190. Αφού δε ο Κύρος ετιμώρησε τον Γάνδυν διαιρέσας αυτόν εις τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας, ανεχώρησε πάλιν διά την Βαβυλώνα κατά τας πρώτας ημέρας του δευτέρου έαρος. Οι Ασσύριοι εξήλθον ένοπλοι και περιέμενον αυτόν· πλησίον δε της πόλεως ήλθον εις χείρας, απώλεσαν την μάχην και εκλείσθησαν εις τα τείχη των. Επειδή δε προ πολλού έβλεπον ότι ο Κύρος δεν ησύχαζεν, αλλ' επετίθετο αδιακρίτως καθ' όλων των εθνών, είχον προμηθευθή τροφάς διά πολλά έτη και σχεδόν δεν τους έμελλεν εάν επολιορκούτο. Εν τούτοις ο Κύρος ευρίσκετο εις αμηχανίαν, διότι ο χρόνος παρήρχετο και αι υποθέσεις του δεν προώδευον.
191. Είτε λοιπόν άλλος τις τον εσυμβούλευσεν αμηχανούντα, είτε αφ' εαυτού εσκέφθη περί του πρακτέου, ιδού τι απεφάσισε. Τοποθετήσας τας περισσοτέρας δυνάμεις του εις το μέρος όπου τα ύδατα εισήρχοντο εις την πόλιν, και άλλας δυνάμεις εις το αντίθετον μέρος εκ του οποίου εξήρχοντο, παρήγγειλεν εις τα δύο ταύτα στρατιωτικά σώματα να εισορμήσωσιν εις την πόλιν καθ' ην στιγμήν ίδωσι τον ποταμόν διαβατόν. Αφού έλαβε τα μέτρα ταύτα και έδωκεν αυτάς τας διαταγάς, εμακρύνθη με το άχρηστον μέρος του στρατεύματός του (13), και οπισθοχωρήσας μέχρι της λίμνης έπραξεν ό,τι είχε πράξει η Νίτωκρις, αλλά προς εναντίον σκοπόν. Εισαγαγών διά διώρυχος τον ποταμόν εις την λίμνην, ήτις ήτο έλος, κατέστησε την αρχαίαν κοίτην αυτού διαβατήν καθό μεταστραφέντος του ποταμού. Ιδόντες δε οι παρά του Κύρου τεταγμένοι επί τούτω παρά τας όχθας του Ευφράτου ότι ο ποταμός εκατέβη τοσούτον ώστε το ύδωρ να φθάνη μόνον μέχρι του μηρού του ανθρώπου, ωφελήθησαν εκ τούτου και εισήλθον εις την Βαβυλώνα. Και εάν μεν οι κάτοικοι υπώπτευον ή εμάνθανον τι έπραττεν ο Κύρος, δεν ήθελον αφήσει τους εχθρούς να εισέλθωσιν εις την πόλιν αλλά θα τους διέφθειρον κάκιστα διότι, κλείοντες τας πύλας τας αγούσας εις τον ποταμόν, και αναβαίνοντες εις τα παρά τα χείλη του ποταμού τείχη, θα περιέκλειον αυτούς ως εντός κλωβού τώρα όμως κατέλαβον οι Πέρσαι τους Βαβυλωνίους απροσδοκήτως. Η δε πόλις είναι τόσον μεγάλη ώστε, κατά την διήγησιν αυτών τούτων των Βαβυλωνίων, οι μεν εις τα άκρα είχον ήδη περικυκλωθή, οι δε εις το κέντρον κατοικούντες δεν ήξευρον ακόμη τίποτε. Ήτο ημέρα εορτής οι μεν εχόρευον, οι δε διεσκέδαζον, και δεν διέκοψαν τας διασκεδάσεις των ειμή όταν έμαθον την αλήθειαν. Και η μεν Βαβυλών ούτω τότε πρώτον εκυριεύθη.
192. Την δύναμιν δε των Βαβυλωνίων και διά πολλών μεν άλλων δύναμαι να καταδείξω, προς τούτοις δε και διά του ακολούθου. Διά την τροφοδότησιν ην οι υπήκοοι, εκτός του φόρου, παρέχουσιν εις τον μέγαν βασιλέα και εις την στρατόν του, όλη η χώρα την οποίαν κυβερνά είναι διηρημένη εις αριθμόν τινα διαμερισμάτων. Επειδή το έτος έχει δώδεκα μήνας, η Βαβυλωνία παρέχει τροφάς τέσσαρων μηνών και η λοιπή Ασία τας των οκτώ άλλων μηνών. Τοιουτοτρόπως η Ασσυρία παράγει το τρίτον εκείνου το οποίον παράγει όλη η Ασία, και η διοίκησις της επαρχίας ταύτης, την οποίαν οι Πέρσαι καλούσι σατραπείαν, είναι η αξιολογωτέρα όλων. Εις τοιούτον βαθμόν ώστε ο υιός του Αρταβάζου, Τριτανταίχμης όστις είχε διορισθή υπό του βασιλέως εις την σατραπείαν ταύτην, ελάμβανε καθ' ημέραν αράβην πλήρη αργυρίου. Είναι δε η αράβη μέτρον περσικόν χωρούν τρεις χοίνικας πλειότερον του αττικού μεδίμνου. Είχε προς τούτοις ίππους ιδίους, εκτός των πολεμικών· εις τα ιπποφόρβιά του ήσαν οκτακόσιοι ίπποι αναβαίνοντες τας θηλείας, αι δε αναβαινόμεναι ήσαν δεκαέξ χιλιάδες, είς άρρην προς είκοσι θηλείαι. Τέλος έτρεφε τόσους κύνας ινδικούς, ώστε τέσσαρες μεγάλαι κώμαι τις πεδιάδος ήσαν απηλλαγμέναι παντός άλλου φόρου, διαταχθείσαι να δίδωσι την τροφήν των κυνών τούτων. Ταύτα ήσαν τα ωφελήματα εκείνου όστις είχε την διοίκησιν της Βαβυλώνος.
193. Εις την Ασσυρίαν ολιγίστη πίπτει βροχή και αύτη, αρκεί διά να θρέψη την ρίζαν του σίτου· έπειτα όμως ποτίζουσι το φυτόν με ύδωρ του ποταμού και ο στάχυς δυναμούται και σχηματίζεται. Το πότισμα γίνεται διά χειρών ή διά μηχανών, και ουχί ως εις την Αίγυπτον, όπου ο Νείλος εκχειλίζει και ποτίζει τους αγρούς. Όλη η γη της Βαβυλώνος, ως και η Αίγυπτος, κατατέμνεται από διώρυχας των οποίων η μεγαλειτέρα, εστραμμένη προς το νοτιοδυτικόν, από του Ευφράτου εις τον Τίγριν, παρά τας όχθας του οποίου εκτίσθη η Νίνος, είναι πλωτή. Εξ όλων δε των χωρών τας οποίας γνωρίζομεν, αυτή είναι η μάλλον εύφορος εις δημητριακούς καρπούς. Ουδείς επειράθη να φυτεύση εις αυτήν άλλα δένδρα· ούτε συκήν, ούτε άμπελον, ούτε ελαίαν. Αλλά τόσον εύφορος είναι εις δημητριακούς καρπούς, ώστε συνήθως το έν δίδει έως διακόσια, εάν δε τύχη η συγκομιδή πλουσία, εκφέρει έως τριακόσια. Τα φύλλα του σίτου και της κριθής έχουσι τέσσαρων δακτύλων πλάτος, εκ δε της κέγχρου και του σησάμου τόσον μέγα δένδρον γίνεται, ώστε, μολονότι το ηξεύρω, όμως δεν θα το αναφέρω, πεπεισμένος ότι όσοι δεν είδον την Βαβυλωνίαν χώραν θα νομίσωσιν απίστευτα και όσα είπα περί των δημητριακών καρπών. Οι κάτοικοι δεν μεταχειρίζονται ελαιόλαδον, αλλά σησαμόλαδον. Εις όλην την πεδιάδα είναι φυτρωμένοι φοίνικες, οι περισσότεροι καρποφόροι, από τους οποίους κάμνουσι τροφάς, οίνον και μέλι. Καλλιεργούσι δε τους φοίνικας τούτους απαραλλάκτως ως οι Έλληνες καλλιεργούσι τας συκέας· εις τους βαλανηφόρους δε περιδένουσι τον καρπόν εκείνων τους οποίους οι Έλληνες καλούσιν άρρενας φοίνικας, διά να εισχωρήση ο σκνιψ εις την βάλανον, να την ωριμάση και να μη την αφήση να πέση, διότι οι άρρενες φοίνικες έχουσιν εντός του καρπού των σκνίπας ως τα άγρια σύκα.
194. Αλλά, μετά την πόλιν, το μάλλον κατ' εμέ θαυμαστόν της χώρας είναι το εξής. Οι Βαβυλώνιοι δεν έχουσιν άλλα πλοιάρια ειμή εκείνα τα οποία καταβαίνουσι τον ποταμόν μέχρι της πόλεως· είναι δε στρογγύλα και όλα δερμάτινα, διότι, αφού κόψωσιν ιτέας εις τα Αρμένια όρη, τα οποία είναι άνω της Ασσυρίας, και κατασκευάσωσι τα πλευρά του πλοιαρίου, τα περιτυλίσσουσιν εξωτερικώς με δέρματα ητοιμασμένα, ως το έδαφος της οικίας, χωρίς να διακρίνεται η πρύμνα και χωρίς να στενεύεται η πρώρα. Τα πλοιάρια ταύτα είναι κυκλοτερή ως ασπίδες· πληρούντες δε αυτά έσωθεν με καλάμια τα αφίνουσι να φέρωνται κατά τον ποταμόν. Το φορτίον των συνίσταται εις διάφορα εμπορεύματα, προ πάντων δε εις οίνον φοίνικος. Δύο άνθρωποι ιστάμενοι όρθιοι, διευθύνουσι το πλοιάριον με δύο μεγάλας κώπας, και όταν ο είς βυθίζη την μίαν, ο άλλος ανασύρει την άλλην. Κατά τον αυτόν τρόπον κατασκευάζουσι και τα μεγάλα πλοία και τα μικρότερα. Τα μέγιστα χωρούσι φορτίον πέντε χιλιάδων ταλάντων. Εις έκαστον πλοίον υπάρχει είς όνος ζων, εις δε τα μεγαλείτερα υπάρχουσι περισσότεροι. Αφού φθάσωσιν εις την Βαβυλώνα πλέοντες και διαθέσωσι το φορτίον, τα μεν καλάμια και τον σκελετόν πωλούσι διά κήρυκος, φορτόνοντες δε τα δέρματα επί των όνων αναχωρούσι διά ξηράς εις την Αρμενίαν, καθότι είναι αδύνατον να αναπλεύσωσι τον ποταμόν ένεκα της ορμητικότητος αυτού. Αυτός είναι ο λόγος διά τον οποίον κατασκευάζουσι τα πλοία των δερμάτινα και όχι ξύλινα. Όταν δε ελαύνοντες τους όνους φθάσωσιν οπίσω εις την Αρμενίαν, κατασκευάζουσιν άλλα πλοία κατά τον αυτόν τρόπον. Τοιαύτη είναι η ναυστολία του Ευφράτου.
195. Ιδού δε και η ενδυμασία των Βαβυλωνίων. Πρώτον μεν φορούσι χιτώνα λινούν φθάνοντα έως τους πόδας· άνωθεν δε αυτού φορούσιν άλλον χιτώνα, λινούν επίσης, και περιτυλίσσονται με μανδύαν λευκόν. Εις τους πόδας των έχουσιν υποδήματα επιχώρια, τα οποία ομοιάζουσι με τας εμβάδας των Βοιωτών. Τας μακροκόμους κεφαλάς των δένουσι με σαρίκια και αλείφουσι με μύρα όλον το σώμα. Έκαστος έχει εις τον δάκτυλόν του σφραγίδα και κρατεί χειροποίητον ράβδον. Επί της ράβδου δε ταύτης ήναι γεγλυμμένον ή μήλον, ή ρόδον, ή κρίνον, ή αετός, ή άλλο τι, διότι ποτέ δεν συνειθίζουσι να κρατώσι βακτηρίαν άνευ διακριτικού τινος σημείου. Ούτος είναι ο στολισμός του σώματός των.
196. Τα δε έθιμά των είναι τοιαύτα. Έν τούτων (το σοφώτατον κατ' εμέ, όπερ ως ήκουσα επικρατεί και εις τους Ενετούς της Ιλλυρίας) είναι το εξής. Άπαξ του έτους, εις έκαστον χωρίον, συνηθροίζοντο αι εν ώρα γάμου παρθένοι, ώστε να τας βλέπη τις όλας ομού· πέριξ αυτών ίστατο το πλήθος των ανδρών, κήρυξ δε προσεκάλει κατά σειράν τας νεάνιδας και τας επώλει· πρώτον μεν την ωραιοτέραν, έπειτα δε, αφού αυτή εύρισκε πολύ χρυσίον και κατεκυρούτο, ο κήρυξ ανεκήρυττεν άλλην, την αμέσως μετά την πρώτην ευειδεστάτην· επωλούντο δε όλαι επί τω όρω να τας νυμφευθώσιν οι αγοράζοντες. Όσοι λοιπόν πλούσιοι Βαβυλώνιοι ήθελον να λάβωσι γυναίκα, δίδοντες περισσότερα από τους άλλους ηγόραζον τας ωραιοτάτας, ενώ οι άνθρωποι του λαού, οίτινες επεθύμουν και αυτοί να νυμφευθώσι, μη θεωρούντες την καλλονήν ως αγαθόν απαραίτητον, ελάμβανον τας μάλλον ασχήμους και χρήματα. Διότι, αφού ο κήρυξ ετελείονε την δημοπρασίαν των ευειδεστάτων, εσήκονε την ασχημοτάτην, ή ανάπηρόν τινα εάν ευρίσκετο τοιαύτη, και εκήρυττε ποίος ήθελε να την νυμφευθή αρκούμενος εις ολίγην προίκα· τέλος δε την κατεκύρονεν εις εκείνον όστις εζήτει τα ολιγώτερα. Τα τοιουτοτρόπως διδόμενα χρήματα προήρχοντο εκ της πωλήσεως των ευειδών παρθένων· ώστε αι εύμορφοι επροίκιζον τας δυσμόρφους και τας αναπήρους. Ουδείς δε είχε το δικαίωμα να υπανδρεύη την κόpην του με όντινα ήθελεν αυτός, μήτε να λάβη την αγοραζομένην παρθένον χωρίς να δώση εγγυητάς· αλλά δίδων εγγύησιν ασφαλή ότι ήθελε την νυμφευθή, την ελάμβανε μεθ' εαυτού. Εάν οι μνηστευόμενοι δεν συνεφώνουν, ο νόμος διέταττε να επιστρέφεται το αργύριον. Ήτο δε επιτετραμμένον και από άλλην κώμην να έλθη όστις ήθελε και ν' αγοράση. Το έθιμον τούτο ήτο βεβαίως κάλλιστον, αλλά περιέπεσεν εις αχρηστίαν, εφεύρον δε εσχάτως άλλο τι μέσον διά να μη αδικώσι τας γυναίκας και διά να μη τας λαμβάνωσιν εις τας πόλεις· επειδή μετά την άλωσιν της Βαβυλώνος εδυστύχησαν, όλοι άνθρωποι του λαού οι μη έχοντες πώς να ζήσωσιν, επόρνευσαν τας θυγατέρας των.
197. Δεύτερον δε έθιμον σοφόν έχουσι το ακόλουθον· μεταφέρουσι τους ασθενείς εις την πλατείαν της αγοράς, διότι ιατρούς δεν μεταχειρίζονται. Όστις λοιπόν εκ των διαβατών έπαθεν ο ίδιος ή είδεν άλλον να πάσχη από την αυτήν ασθένειαν την οποίαν έχει ο ασθενής, τον συμβουλεύει τι έκαμεν αυτός, ή εκείνος τον οποίον είδε, και απηλλάγη από νόσον ομοίαν. Εις κανένα δεν είναι συγχωρημένον να διέλθη εν σιωπή προ του πάσχοντος, χωρίς να τον ερωτήση ποίαν ασθένειαν έχει.
198. Θάπτουσι τους νεκρούς των με μέλι, οι δε θρήνοι των είναι περίπου όμοιοι με τους των Αιγυπτίων· Οσάκις Βαβυλώνιος συνευρεθή με την γυναίκα του, κάθηται πλησίον καιομένου θυμιάματος· ετέρωθεν δε το ίδιον πράττει και η γυνή του. Άμα εξημερώση λούονται αμφότεροι, και δεν εγγίζουσι κανέν έπιπλον πριν λουσθώσι. Το αυτό πράττουσι και οι Αράβιοι.
199. Το μάλλον αισχρόν έθιμον των Βαβυλωνίων είναι το ακόλουθον· πάσα γυνή ιθαγενής είναι υποχρεωμένη άπαξ επί ζωής της να καθίση εις τον ναόν της Αφροδίτης και να μιχθή με ξένον άνδρα. Πολλαί, μεγαλοφρονούσαι διά τα πλούτη των, δεν καταδέχονται να αναμιχθώσι με τας άλλας, αλλά μεταβαίνουσιν εις τον ναόν εντός οχήματος κλειστού και συνοδευόμενοι από τας δούλας των. Αι περισσότεραι όμως πράττουσιν ως ακολούθως. Εις το τέμενος της Αφροδίτης κάθηνται πολλαί γυναίκες, έχουσαι την κεφαλήν δεδεμένην με ταινίαν· και άλλαι μεν εισέρχονται, άλλαι δε εξέρχονται. Μεταξύ αυτών, εξ όλων των μερών, αφίνουσιν ευθείς δρόμους διά των οποίων διέρχονται οι ξένοι και εκλέγουσιν. Άμα γυνή τις καθίση εκεί, δεν επιστρέφει πλέον εις την οικίαν της πριν ξένος τις ρίψη εις τα γόνατά της νόμισμα και μιγή μετ' αυτής έξω του ναού. Ρίπτων ο ξένος το νόμισμα οφείλει να λέγη· «Επικαλούμαι υπέρ σου την θεάν Μύλιττα.» Μύλιττα δε καλούσιν οι Ασσύριοι την Αφροδίτην. Όσον μικρόν και αν ήναι το δώρον, η γυνή δεν πρέπει να το απορρίπτη, δεν τη επιτρέπεται, διότι το αργύριον τούτο θεωρείται ιερόν. Ακολουθεί δε τον πρώτον όστις τη το ρίψει, και δεν αποποιείται κανένα. Αφού δε μιχθή και ευχαριστήση την θεάν διά της εκπληρώσεως του νόμου, επιστρέφει εις την οικίαν της, και εις το εξής, όσον μεγάλην ποσότητα και αν τη προσφέρης, δεν την πείθεις να παραδοθή εις σε. Όσαι λοιπόν είναι ωραίαι και υψηλαί, ταχέως αναχωρούσιν εκείθεν, όσαι δε είναι δυσειδείς προσμένουσι πολύν χρόνον, μη δυνάμεναι να εκπληρώσωσι τον νόμον. Τινές δε εξ αυτών έμειναν εκεί τρία και τέσσαρα έτη. Παραπλήσιος τις νόμος υπάρχει και εις μέρη τινά της Κύπρου. 200. Και τα μεν έθιμα των Βαβυλωνίων τοιαύτα είναι· υπάρχουσι δε παρ' αυτοίς τρεις φυλαί αίτινες τρέφονται μόνον με ιχθύας. Αφού τους αλιεύσωσι, τους ξηραίνουσιν εις τον ήλιον, τους ρίπτουσιν εις όλμον και αφού τους κοπανίσωσι, τους περώσι διά σινδόνης. Έπειτα, όστις θέλει να φάγη, τους κάμνει μάζαν και τους ψήνει ως το ψωμίον.
201. Αφού ο Κύρος υπέταξε το έθνος τούτο, επεθύμησε να υποτάξη και τους Μασσαγέτας. Λέγουσι δε ότι το έθνος τούτο είναι μέγα και φιλοπόλεμον και ότι κατοικεί προς ανατολάς, πέραν του Αράξου ποταμού, αντικρύ των Ισσηδόνων· τινές διατείνονται ότι είναι φυλή Σκυθική.
202. Ο Αράξης κατ' άλλοις μεν είναι μεγαλείτερος κατ' άλλους δε μικρότερος του Ίστρου· και ότι είναι εις αυτόν πολλαί νήσοι ίσαι σχεδόν κατά το μέγεθος με την Λέσβον, κατοικούμεναι από ανθρώπους τρώγοντας κατά μεν το έαρ διαφόρους ρίζας τας οποίας ανασπώσιν από την γην, κατά δε τον χειμώνα καρπούς δένδρων τους οποίους είχον δρέψει ωρίμους και εναποταμιεύσει. Προσθέτουσιν ότι γνωρίζουσιν άλλα δένδρα των οποίων ρίπτουσι τους καρπούς εις το πυρ όταν, συναθροιζόμενοι πολλοί, ανάπτωσι πυράν διά να καθίσωσιν ολοτρόγυρα· τότε η οσμή των καιομένων τούτων καρπών την οποίαν οσφραίνονται τους μεθύσκει ως μεθύσκει τους Έλληνας ο οίνος· όσον δε περισσοτέρους καρπούς ρίπτουσιν εις το πυρ, τόσον περισσότερον μεθύσκονται, μέχρις ου εγείρονται και αρχίζουσι να χορεύωσι και να άδωσι.
Και η μεν δίαιτα αυτών τοιαύτη είναι ως λέγεται. Ο δε Αράξης ποταμός καταβαίνει από τα Ματιανά όρη, ως ο Γύνδος εκείνος τον οποίον ο Κύρος διήρεσεν εις τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας. Εξέρχεται δε διά τεσσαράκοντα στομίων, και όλα, πλην ενός, χάνονται εις έλη και τενάγη όπου ζώσιν άνθρωποι οίτινες, ως λέγεται, τρώγουσιν ιχθύας ωμούς και φορούσι δέρματα φωκών. Είς μόνον βραχίων του Αράξου ρέει ακωλύτως μέχρι της Κασπίας θαλάσσης. Είναι δε η Κασπία αύτη θάλασσα όλως μεμονωμένη και δεν συνέχεται μετ' ουδεμιάς άλλης· διότι εκείνη εις την οποίαν πλέουσιν οι Έλληνες, και η έξω των Ηρακλείων στηλών, η Ατλαντική λεγομένη, και η Ερυθρά, είναι μία και η αυτή.
203. Εξ εναντίας η Κασπία θάλασσα είναι εντελώς κεχωρισμένη, διά να διέλθη δε τις αυτήν κατά μήκος διά κωπίων, χρειάζεται δεκαπέντε ημέρας, και κατά πλάτος οκτώ. Επί της δυτικής παραλίας της υψούται ο Καύκασος, το μέγιστον και υψηλότατον όλων των ορέων. Εις την κοιλάδα ζώσι πολλαί και διάφοροι φυλαί ανθρώπων, αι πλείσται των οποίων τρώγουσι καρπούς αγρίων δένδρων. Λέγεται δε ότι εις τα δάση των μερών τούτων ευρίσκονται δένδρα των οποίων τα φύλλα κοπανιζόμενα και μιγνυόμενα με ύδωρ χρησιμεύουσιν εις το να ζωγραφίζωνται επί των ενδυμάτων διάφοροι εικόνες αίτινες, αντί να εξαλείφονται διά του πλυσίματος, συγγηράσκουσι μετά του μαλλίου ως εάν ήσαν υφασμέναι εντός του υφάσματος. Οι άνδρες και αι γυναίκες εν τη χώρα ταύτη συνουσιάζονται αναφανδόν ως τα πρόβατα.
204. Προς δυσμάς λοιπόν περιορίζει την Κασπίαν θάλασσαν ο Καύκασος· προς ανατολάς δε περιορίζεται αύτη υπό πεδιάδος ήτις φαίνεται απέραντος. Της απεράντου δε ταύτης πεδιάδος το μεγαλείτερον μέρος κατέχεται υπό των Μασσαγετών, κατά των οποίων ο Κύρος έσπευδε να εκστρατεύση, διότι πολλά και ισχυρά αίτια τον ηνάγκαζον εις τούτο. Πρώτον μεν η γέννησίς του την οποίαν ενόμιζε πλειότερον ή ανθρωπίνην, δεύτερον δε η επιτυχής έκβασις όλων των πολέμων του, διότι ουδείς των λαών, καθ' όσων μέχρι τότε είχεν επιτεθή, ηδυνήθη να αποφύγη την υποδούλωσιν.
205. Εβασίλευε τότε εις τους Μασσαγέτας γυνή της οποίας είχεν αποθάνει ο ανήρ και ήτις ωνομάζετο Τόμυρις. Προς αυτήν έπεμψεν ο Κύρος ανθρώπους επί τω προσχήματι να την ζητήση εις γάμον· αλλ' εκείνη, εννοήσασα ότι ο Κύρος δεν ήθελεν αυτήν αλλά το βασίλειον των Μασσαγετών, απέρριψε την πρότασιν. Ιδών δε ο Κύρος ότι δεν τον ωφέλησεν ο δόλος, επροχώρησε μέχρι του Αράξου, παρεσκευάζετο αναφανδόν να πολεμήση τους Μασσαγέτας, έρριψε γεφύρας επί του ποταμού διά να διέλθη το στράτευμα και κατεσκεύασε πύργους εντός των πλοίων τα οποία έμελλον επίσης να χρησιμεύσωσι προς μεταφοράν.
206. Ενώ δε ενησχολείτο εις τας εργασίας ταύτας, η Τόμυρις τω εμήνυσε διά κήρυκος τα ακόλουθα· «Ω βασιλεύ των Μήδων, παύσον τας μεγάλας ετοιμασίας σου, διότι αγνοείς αν η έκβασις θα ήναι υπέρ σου· παραίτησον τα σχέδιά σου· βασίλευε επί του λαού σου και υπόφερε να με βλέπης να κυβερνώ όσους κυβερνώ. Δεν θέλεις να ακούσης τας συμβουλάς μου; Νομίζεις προτιμότερον παν άλλο ή να ησυχάζης; Αισθάνεσαι ακαταμάχητον επιθυμίαν να δοκιμάσης τους Μασσαγέτας; Λοιπόν, άφες αυτούς τους κόπους τους οποίους καταβάλλεις ρίπτων γεφύρας εις τον ποταμόν, και ημείς μεν απομακρυνόμεθα τριών ημερών οδόν από του ποταμού, συ δε διάβηθι εις την ημετέραν γην. Εάν όμως προτιμάς να μας περιμείνης εις την ιδικήν σου, πράξον και συ το αυτό.» Ακούσας ο Κύρος τους λόγους τούτους συνεκάλεσε τους πρώτους των Περσών· αφού δε ούτοι συνηθροίσθησαν, τοις ανεκοίνωσε το πράγμα και εζήτει συμβουλήν τι να πράξη εκ των δύο. Όλων δε αι γνώμαι συνεφώνησαν να περιμείνη επί της Μηδικής γης την Τόμυριν και τον εχθρικόν στρατόν.
207. Ο Λυδός Κροίσος, όστις ήτο παρών, τους εμέμφθη και συνεβούλευσε τα εναντία. «Ω βασιλεύ, είπεν, από της πρώτης ημέρας σοι είπον ότι επειδή ο Ζευς με παρέδωκεν εις την εξουσίαν σου, θα προσπαθώ όσον το δυνατόν να αποτρέπω τα δυστυχήματα όσα ήθελον ίδει απειλούντα την οικίαν σου. Τα ίδιά μου παθήματα, των οποίων μεγάλη είναι η πικρία, εγένοντο δι' εμέ μαθήματα. Εάν νομίζης σεαυτόν αθάνατον, εάν νομίζης ότι άρχεις στρατού αθανάτου, περιττόν να σοι είπω τον στοχασμόν μου· αλλ' εάν αναγνωρίζης ότι είσαι άνθρωπος και ότι άρχεις επί ομοίων σου, μάθε προ παντός άλλου ότι τα ανθρώπινα πράγματα ομοιάζουσι τροχόν όστις στρέφεται ακαταπαύστως και δεν αφίνει πάντοτε τους αυτούς ανθρώπους να ευτυχώσιν. Επί του προκειμένου πράγματος έχω γνώμην εναντίαν των άλλων, διότι εάν δεχθώμεν την μάχην εις την χώραν ταύτην, ιδού ο κίνδυνος· εάν μεν νικηθής, θα χάσης όλον το βασίλειόν σου, διότι είναι προφανές ότι νικώντες οι Μασσαγέται δεν θα φύγωσιν οπίσω, αλλά θα προχωρήσωσιν εις τας επαρχίας σου· εάν δε νικήσης, δεν θα καταγάγης τόσον τελείαν νίκην όσον εάν, αφού εισέλθης εις την χώραν αυτών, τους πολεμής φεύγοντας. Εις την γνώμην την οποίαν αποκρούω, προβάλλω την υπόθεσιν ότι επιτυγχάνεις μεγάλην νίκην πέραν του Αράξου. Εν τη περιπτώσει ταύτη εισχωρείς ανεμποδίστως εις το βασίλειον της Τομύριος. Θα προσθέσω μάλιστα ότι είναι αισχρόν και ανυπόφορον να υποχωρήση ο υιός του Καμβύσου Κύρος εις μίαν γυναίκα. Τώρα λοιπόν νομίζω ότι πρέπει να διαβώμεν τον ποταμόν, να προχωρώμεν εφ' όσον οι εχθροί υποχωρούσι, και έπειτα να προσπαθήσωμεν να τους νικήσωμεν διά του μέσου το οποίον θα προτείνω. Οι Μασσαγέται, ως ήκουσα, είναι άπειροι των Περσικών αγαθών και όλως ασυνείθιστοι εις τας αναπαύσεις του βίου. Ας σφάξωμεν άφθονα πρόβατα, και αφού τα μαγειρεύσωμεν, ας ετοιμάσωμεν δι' αυτούς τους ανθρώπους πλουσιοπάροχον γεύμα εις το στρατόπεδόν μας· ας εύρωσιν επίσης πολλούς κρατήρας με άκρατον οίνον και πολλήν ποικιλίαν φαγητών. Αφού ετοιμασθώσιν όλα, άφησον ως οπισθοφυλακήν ασθενές μέρος του στρατού και οι λοιποί ας επιστρέψωσι πάλιν προς τον ποταμόν. Εάν δεν απατώμαι, οι Μασσαγέται, βλέποντες τόσα εξαίρετα πράγματα· θα ορμήσωσιν επ' αυτών, και τότε πλέον δεν μας μένει ειμή να εκτελέσωμεν μεγάλα κατορθώματα.»
208. Αύται ήσαν αι δύο αντίθετοι γνώμαι, ο δε Κύρος, απορρίψας την πρώτην, παρεδέχθη την του Κροίσου και παρήγγειλεν εις την Τόμυριν να υποχωρήση διότι εσκόπευε να έλθη αυτός εναντίον εκείνης. Και η μεν βασίλισσα υπεχώρησεν, ως είχεν υποσχεθή· ο δε Κύρος ενεπιστεύθη τον Κροίσον εις τον υιόν του Καμβύσην, τον οποίον ανεκήρυξε διάδοχον του θρόνου, και τω παρήγγειλε θερμώς να τον τιμά και να τον περιποιέται, εάν η κατά των Μασσαγετών επιχείρησις δεν ήθελεν ευδοκιμήσει. Αφού δε έδωκε τας διαταγάς ταύτας και απέστειλεν αυτούς εις την Περσίαν, διέβη τον ποταμόν αυτός και ο στρατός αυτού.
209. Πέραν του Αράξου, επελθούσης της νυκτός, ο Κύρος εκοιμήθη επί της γης των Μασσαγετών και είδε το εξής όνειρον. Τω εφάνη εις τον ύπνον του ότι έβλεπε τον πρεσβύτερον υιόν του Υστάσπους έχοντα εις τους ώμους πτέρυγας, η μία των οποίων επεσκίαζε την Ασίαν, η δε άλλη την Ευρώπην. Ο δε πρεσβύτερος υιός του Υστάσπους, υιού του Αρσάμους, ενός των Αχαιμενιδών, ήτο ο Δαρείος όστις τότε ων περίπου εικοσαετής είχε μείνει εις την Περσίαν διότι δεν είχεν ακόμη ηλικίαν να φέρη όπλα. Εξυπνήσας ο Κύρος, εσκέπτετο καθ' εαυτόν το όνειρον, και επειδή τω εφάνη σπουδαιότατον εκάλεσε τον Υστάσπη, και λαβών αυτόν κατ' ιδίαν τω είπεν· «Υστάσπη, ο υιός σου ανεκαλύφθη συνομνύων κατ' εμού και κατά της βασιλείας μου· πώς δε είμαι θετικώς πληροφορημένος περί τούτου, θα σοι το είπω αμέσως. Οι θεοί με αγαπώσι και με προειδοποιούσι περί των μελλόντων να συμβώσιν εις εμέ. Εσχάτως λοιπόν, την παρελθούσαν νύκτα, είδον ενώ εκοιμώμην τον πρεσβύτερον υιόν σου έχοντα εις τους ώμους πτέρυγας των οποίων η μία επεσκίαζε την Ασίαν και η άλλη την Ευρώπην. Εκ τούτου λοιπόν του ενυπνίου ουδέν άλλο δύναμαι να συμπεράνω ειμή ότι ο υιός σου συνομνύει κατ' εμού. Τούτου ένεκα επίστρεψον ταχέως εις την Περσίαν και κάμε ώστε όταν επιστρέψω νικητής να μοι παρουσιάσης τον νέον διά να τον εξετάσω.»
210. Ο μεν Κύρος έλεγε ταύτα διότι ενόμιζεν ότι τον επεβουλεύετο ο Δαρείος· ο θεός όμως τον είχε προειδοποιήσει ότι έμελλε να αποθάνη εις αυτήν την εκστρατείαν και ότι το στέμμα του θα μετέβαινεν εις τον Δαρείον. Τω απεκρίθη λοιπόν ο Υστάσπης ούτω· «Ω βασιλεύ, να μη δώσωσιν οι θεοί να ευρεθή άνθρωπος εις την Περσίαν συνομνύων κατά σου, και εάν υπάρχη τοιούτος άνθρωπος, είθε να απολεσθή τάχιστα. Διότι συ από δούλους έκαμες τους Πέρσας ελευθέρους· ενώ ήσαν υποτελείς, χάρις εις σε διοικούσι τώρα όλα τα έθνη. Εάν λοιπόν όνειρόν τι σοι προμηνύει ότι ο υιός μου σκέπτεται να συνομώση εναντίον σου, θα σοι τον παραδώσω διά να τον μεταχειρισθής όπως θέλεις.» Ο μεν Υστάσπης ταύτα ειπών και διαβάς πάλιν τον Αράξην, επορεύετο προς την Περσίαν διά να συλλάβη τον υιόν του Δαρείον και τον παραδώση εις τον Κύρον.
211. Ο δε Κύρος προχωρήσας μιας ημέρας οδόν πέραν του Αράξου, εξετέλεσεν όσα τον συνεβούλευσεν ο Κροίσος· αφήσας έπειτα εις το στρατόπεδον τους αχρήστους εκ των ανθρώπων του, επέστρεψεν οπίσω εις τον Αράξην με τον εκλεκτόν στρατόν. Εν τούτοις το τρίτον του στρατεύματος των Μασσαγετών επελθόν κατέσφαξεν εκείνους τους οποίους είχεν εγκαταλίπει ο Κύρος, με όλην την αντίστασιν ην κατέβαλον ούτοι όπως υπερασπίσωσιν εαυτούς. Έπειτα ιδόντες οι Μασσαγέται τα έτοιμα φαγητά, αφού ενίκησαν τους εναντίους εκάθησαν χαμαί και έτρωγον· αφού δε εκορέσθησαν τρώγοντες και πίνοντες, εκοιμήθησαν. Τότε οι Πέρσαι επελθόντες πολλούς μεν εφόνευσαν, πολύ δε περισσοτέρους εζώγρησαν, μεταξύ των οποίων ήτο ο υιός της Τομύριος Σπαργαπίσης διοικών το απόσπασμα εκείνο.
212. Μαθούσα η Τόμυρις τι συνέβη εις το στράτευμα και εις τον υιόν της, έπεμψε κήρυκα όστις είπεν εις τον βασιλέα τα εξής· «Άπληστε αίματος Κύρε, μη επαρθής ποσώς διά το γενόμενον τούτο· μη υπερηφανευθής εάν ηπάτησας και ενίκησας τον υιόν μου με τον καρπόν της αμπέλου, με το δηλητήριον τούτο όπερ όταν το πίνετε διαπερά το λογικόν σας εις τοιούτον βαθμόν ώστε ενώ εισέρχεται ο οίνος εις το σώμα σας, οι απρεπείς λόγοι επιπλέουσιν εις τα χείλη σας· δεν τον ενίκησας ανδρείως πολεμών αυτόν. Άκουσον τώρα τους λόγους μου, σοι δίδω καλήν συμβουλήν. Απόδος μοι τον υιόν μου και άπελθε εκ της χώρας ταύτης ατιμώρητος, μολονότι ηφάνισας ατίμως το τριτημόριον των στρατιωτών μου· εάν δεν πράξης ό,τι σε διατάττω, ομνύω εις τον ήλιον, τον θεόν των Μασσαγετών, ότι όσον και αν ήσαι άπληστος, θα σε χορτάσω αίμα.»
213. Ο Κύρος ουδεμίαν έδωκε προσοχήν εις τους λόγους τούτους. Εν τούτοις ο υιός της βασιλίσσης Τομύριος Σπαργαπίσης, ανανήψας από την μέθην και ιδών εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκετο, παρεκάλεσε τον βασιλέα να τον λύση από τα δεσμά. Ο Κύρος συγκατένευσεν· άμα όμως ελύθη και εγένετο κύριος των χειρών του εφονεύθη ιδιοχείρως. Και αυτός μεν τοιούτω τρόπω ετελεύτησε.
214. Η δε Τόμυρις, ακούσασα ότι ο Κύρος απέρριψε τας προτάσεις της, συνήθροισεν όλας τας δυνάμεις των Μασσαγετών και τον επολέμησεν. Υποθέτω ότι η μάχη αύτη ήτο η μάλλον ισχυρά από όσας εγένοντο μεταξύ βαρβάρων, και ήκουσα ότι εγένετο ως εξής. Πρώτον, λέγουσιν, οι δύο στρατοί σταθέντες αντικρύ έρριπταν μακρόθεν βέλη· έπειτα, αφού ετελείωσαν τα βέλη, συνεπλάκησαν σώμα προς σώμα, με τας λόγχας και τα εγχειρίδιά των· επί πολύ δε αμφότερα τα μαχόμενα μέρη επέμενον καρτερικώς και κανέν δεν ήθελε να φύγη. Τέλος ενίκησαν οι Μασσαγέται, το δε μεγαλείτερον μέρος του περσικού στρατού κατεγράφη εκεί επί τόπου, και ο Κύρος εφονεύθη αφού εβασίλευσεν εικοσιεννέα έτη. Η δε Τόμυρις, πληρώσασα ασκόν από ανθρώπινον αίμα, εζήτει το πτώμα του Κύρου μεταξύ των φονευμένων Περσών· και αφού το εύρεν, εβύθισε την κεφαλήν του εις τον ασκόν, και υβρίζουσα τον νεκρόν, είπε τα εξής· «Συ μεν αιχμαλωτίσας τον υιόν μου με δόλον, με ηφάνισες ζώσαν και νικώσαν σε· εγώ δε, ως σε ηπείλησα, θα σε κορέσω αίματος.» Ο τρόπος λοιπόν δι' ου ετελεύτησεν ο Κύρος αυτός είναι κατ' εμέ ο πιθανώτατος, μολονότι άλλοι άλλως διηγούνται αυτόν.
215. Οι δε Μασσαγέται φορούσιν ενδυμασίαν και έχουσι δίαιταν ομοίαν με τους Σκύθας. Είναι ιππείς και πεζοί, διότι πολεμούσι και κατά τους δύο τρόπους· είναι τοξόται και αιχμοφόροι, και κρατούσι πελέκεις. Δεν μεταχειρίζονται ειμή χρυσόν και χαλκόν. Αι αιχμαί των ακοντίων και των βελών των, και οι πελέκεις των είναι εκ χαλκού· τα κοσμήματα των περικεφαλαίων, των τιαρών, των ζωστήρων και των μασχαλιστήρων είναι εκ χρυσού. Ομοίως, περί τα στήθη των ίππων των, θέτουσι θώρακας χαλκίνους, ενώ οι χαλινοί και τα φάλαρα είναι χρυσά. Δεν μεταχειρίζονται δε μήτε άργυρον μήτε σίδηρον, καθότι δεν ευρίσκονται εις την χώραν των αυτά τα μέταλλα· χρυσού όμως και χαλκού υπάρχει αφθονία.
216. Ιδού δε και τα έθιμα αυτών. Έκαστος νυμφεύεται μεν μίαν γυναίκα, τας έχουσιν όμως όλας μεταξύ των κοινάς. Οι Έλληνες λέγουσιν ότι πράττουσι τούτο οι Σκύθαι· και όμως δεν το πράτουσιν οι Σκύθαι, αλλ' οι Μασσαγέται. Όταν τις εξ αυτών επιθυμήση γυναίκα τινα, κρεμά την φαρέτραν του προ της αμάξης και μίγνυται μετ' αυτής αφόβως. Όρος ζωής εις αυτούς δεν υπάρχει, αλλ' όταν τις γηράση, όλοι οι συγγενείς του συνελθόντες θυσιάζουσιν αυτόν· μετ' αυτού δε θυσιάζουσι διάφορα ζώα, βράζουσιν όλα τα κρέατα ομού και ευωχούνται. Ο θάνατος ούτος εφαίνετο εις αυτούς ευτυχέστατος· αλλά δεν τρώγουσιν εκείνους οίτινες αποθνήσκουσιν από ασθένειαν· τους θάπτουσι και φρονούσιν ότι ήτο δυστυχία δι' αυτούς να μη φθάσωσι την ηλικίαν καθ' ην θυσιάζονται. Δεν σπείρουσι την γην, αλλά ζώσιν από κτήνη και ιχθύας τους οποίους παρέχει αφθόνως ο Αράξης ποταμός. Είναι δε και γαλακτοπόται. Ο Ήλιος είναι ο μόνος θεός τον οποίον σέβονται και εις τον οποίον θυσιάζουσιν ίππους· ο λόγος δε της τοιαύτης θυσίας είναι, ότι εις τον ταχύτατον από τους θεούς πρέπει να προσφέρωσι το ταχύτατον πάντων των θνητών όντων.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Ε Υ Τ Ε Ρ Π Η
1. Τελευτήσαντος δε του Κύρου, παρέλαβε την βασιλείαν ο Καμβύσης, υιός ων του Κύρου, και της Κασσανδάνης, θυγατρός του Φαρνάσπου, την οποίαν προαποθανούσαν επένθησε μεγάλως ο Κύρος και διέταξεν όλους τους λαούς επί των οποίων εβασίλευε να πενθήσωσιν ομοίως. Ταύτης λοιπόν της γυναικός και του Κύρου υιός ων ο Καμβύσης, εθεώρησε τους Ίωνας και τους Αιολείς ως κληρονομικούς υπηκόους, και όταν εξεστράτευσε κατά της Αιγύπτου, έλαβε μεθ' εαυτού πολλούς και από τους βαρβάρους επί των οποίων εβασίλευε, και από τους Έλληνας οίτινες ήσαν υποτεταγμένοι εις αυτόν.
2. Οι δε Αιγύπτιοι, πριν βασιλεύση εις αυτούς ο Ψαμμίτιχος, εθεώρουν εαυτούς ότι αυτοί ήσαν οι πρώτοι άνθρωποι οίτινες επλάσθησαν εις τον κόσμον. Αφότου όμως ο Ψαμμίτιχος ηθέλησε να μάθη ποίοι επλάσθησαν πρώτοι, έκτοτε νομίζουσιν ότι οι Φρύγες προηγήθησαν αυτών, προ των άλλων όλων δε αυτοί. Επειδή δε ο Ψαμμίτιχος εξετάζων δεν ηδύνατο κατ' ουδένα τρόπον να εύρη ποίοι άνθρωποι κατώκησαν πρώτοι την γην, επενόησε το ακόλουθον. Έλαβε δύο νεογνά τυχόντων ανθρώπων και τα έδωκεν εις ένα ποιμένα διά να τα αναθρέψη μεταξύ των ποιμνίων του συμμορφούμενος με τας ακολούθους οδηγίας· κανείς να μη προφέρη ποτέ ενώπιόν των την παραμικράν λέξιν· να τα κατακλίνη ιδιαιτέρως εις καλύβην μεμονωμένην· εις ωρισμένην ώραν να εισάγη εις το δωμάτιόν των αίγας· αφού δε χορτάσωσι βυζάνοντα να μη ασχολήται πλέον περί αυτών. Έλαβε δε τα μέτρα ταύτα ο βασιλεύς και έδωκε τας διαταγάς ταύτας διότι ήθελε ν' αντιληφθή τας μικράς συγκεχυμένας κραυγάς των παιδίων τούτων και ν' ακούση ποίαν λέξιν κατ' αρχάς ήθελον εναρθρώσει. Όλα ταύτα εξετελέσθησαν· δύο δε έτη είχον παρέλθει αφότου ο ποιμήν εξεπλήρου το έργον του, όταν, καθ' ην στιγμήν ήνοιγε την θύραν και εισήρχετο εις την καλύβην, τα δύο παιδία προσεκολλήθησαν εις αυτόν τείνοντα τας χείρας και φωνάζοντα β ε κ ό ς. Την πρώτην φοράν ήκουσε την λέξιν ταύτην ο ποιμήν και δεν είπε τίποτε· επειδή όμως, συχνάζων εις την καλύβην και επιμελούμενος τα παιδία, ήκουσε πολλάκις αυτήν την λέξιν, εφανέρωσε το πράγμα εις τον κύριόν του όστις τον διέταξε να φέρη τα παιδία ενώπιόν του. Ο Ψαμμίτιχος, αφού τα ήκουσε και αυτός, ηρώτησε ποίοι άνθρωποι μεταχειρίζονται την λέξιν β ε κ ό ς και τι σημαίνει αύτη. Εξετάζων δε έμαθεν ότι οι Φρύγες καλούσιν ούτω τον άρτον. Εκ της δοκιμής ταύτης κρίναντες οι Αιγύπτιοι παρεδέχθησαν ότι οι Φρύγες ήσαν αρχαιότεροι αυτών.
3. Ούτως εγώ ήκουσα από τους ιερείς του Ηφαίστου εις την Μέμφιν ότι εγένετο το πράγμα. Οι δε Έλληνες λέγουσι πολλά παράλογα· μεταξύ δε άλλων ότι ο Ψαμμίτιχος διέταξε να αναθρέψωσι τα παιδία ταύτα γυναίκες των οποίων έκοψε την γλώσσαν. Ταύτα ήκουσα περί του τρόπου δι' ου ανετράφησαν τα παιδία. Έμαθον προσέτι και άλλα συνομιλών εις την Μέμφιν μετά των ιερέων του Ηφαίστου, και έπειτα εις τας Θήβας, και ακολούθως εις την Ηλιούπολιν όπου μετέβην επίτηδες θέλων να μάθω εάν αι παραδόσεις εν τη πόλει ταύτη συμφωνούσι με τας της Μέμφιδος, διότι οι Ηλιοπολίται φημίζονται ότι είναι μάλλον λόγιοι όλων των Αιγυπτίων. Όσα με είπον αφορώντα τα θεία, δεν θα τα κοινολογήσω, εκτός μόνον τα ονόματα των θεών, υποθέτων ότι όλοι οι άνθρωποι τα γνωρίζουσιν. Εάν δε αναφέρω τι περί αυτών, θα το πράξω αναγκαζόμενος από την σειράν του λόγου.
4. Όσον δ' αφορά τα ανθρώπινα πράγματα συμφωνούσιν όλοι επί των εξής αντικειμένων· εξ όλων των ανθρώπων πρώτοι οι Αιγύπτιοι εκανόνισαν τον ενιαυτόν, διαιρέσαντες τας τέσσαρας ώρας αυτού εις δώδεκα μήνας· έλεγον δε ότι έκαμον την ανακάλυψιν ταύτην παρατηρούντες τα άστρα. Κατ' εμέ είναι σοφώτεροι των Ελλήνων οίτινες, διά να συμβιβάσωσι την τάξιν των ωρών του έτους, προσθέτουσιν ανά παν τρίτον έτος ένα μήνα εμβόλιμον, ενώ οι Αιγύπτιοι, έχοντες δώδεκα μήνας τριακονθημέρους, προσθέτουσι κατ' έτος πέντε ημέρας συμπληρωματικάς, και τοιουτοτρόπως ο κύκλος των ωρών περιφερόμενος επανέρχεται εις το αυτό σημείον. Λέγουσι προσέτι ότι πρώτοι οι Αιγύπτιοι έδωκαν ονόματα εις τους δώδεκα θεούς και ότι οι Έλληνες τα παρέλαβαν από αυτούς· αυτοί πρώτοι αφιέρωσαν βωμούς, αγάλματα, ναούς εις τους θεούς και εχάραζαν επί των λίθων μορφάς διαφόρους· προς υποστήριξιν δε των αξιώσεων τούτων οι ιερείς παρέχουσιν υλικάς αποδείξεις. Κατ' αυτούς, πρώτος άνθρωπος όστις εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον ήτο ο Μην. Επί της εποχής δε αυτού, πλην του Θηβαϊκού νομού, όλη η Αίγυπτος ήτο έλος και ουδέν μέρος της χώρας ήτις υπάρχει σήμερον κάτωθι της λίμνης Μοίριος εφαίνετο τότε εκτός της επιφανείας του ύδατος. Αναβαίνων τις τον ποταμόν από της θαλάσσης, φθάνει εις την λίμνην ταύτης μετά πλουν επτά ημερών.
5. Όσα λέγουσι περί του μέρους τούτου της χώρας μοι φαίνονται αληθή· διότι είναι προφανές εις τον νοήμονα άνθρωπον όστις την βλέπει χωρίς να ήκουσε τίποτε περί αυτής, ότι η Αίγυπτος, εις την όποιαν οι Έλληνες μεταβαίνουσι διά πλοίων, είναι γη επίκτητος των Αιγυπτίων και δώρον του ποταμού. Παρόμοιόν τι είναι ακόμη και τα άνω της λίμνης Μοίριος μέχρι τριών ημερών πλουν, μολονότι οι ιερείς δεν το λέγουσιν. Η φύσις δε της γης της Αιγύπτου είναι τοιαύτη. Όταν πλέης προς την Αίγυπτον διά πρώτην φοράν, και απέχης ακόμη μίαν ημέραν από της παραλίας, ρίψον την βολίδα και θα ανασύρης πηλόν, μολονότι το ύδωρ θα ήναι ένδεκα οργυιών· τούτο δε δεικνύει ότι ο ποταμός τέμνει την γην μέχρι της αποστάσεως ταύτης.
6. Αυτής δε της Αιγύπτου το παρά την θάλασσαν μήκος είναι εξήκοντα σχοίνοι, κατά τον τρόπον με τον οποίον ημείς την οροθετούμεν, από τον Πλινθινήτην κόλπον μέχρι της Σερβωνίδος λίμνης, πλησίον της οποίας υψούται το όρος Κάσιον. Από της λίμνης λοιπόν ταύτης πρέπει να μετρήσωμεν τους εξήκοντα σχοίνους· Όλοι οι άνθρωποι όσοι έχουσιν ολίγην γην εις την Αίγυπτον, μετρούσιν αυτήν με οργυιάς, όσοι έχουσι περισσοτέραν την μετρούσι με στάδια, όσοι έχουσι πολλήν, την μετρούσι με παρασάγγες, και όσοι έχουσι πολλοτάτην με σχοίνους. Ισοδυναμεί δε ο μεν παρασάγγης με τριακόσια στάδια, ο δε σχοίνος, όστις είναι μέτρον Αιγυπτιακόν, με εξήκοντα στάδια, ώστε η παραλία της Αιγύπτου είναι στάδιοι εξακόσιοι και τρισχίλιοι.
7. Εντεύθεν μέχρι της Ηλιουπόλεως προς τα μεσόγεια η Αίγυπτος είναι ευρεία, ούσα όλη επίπεδος, ένυδρος και βαλτώδης. Από την θάλασσαν μέχρι της πόλεως ταύτης η απόστασις είναι περίπου όση η απ' Αθηνών εις Πίσαν οδός, από του ναού των δώδεκα θεών μέχρι του Ολυμπίου Διός. Όστις μετρήσει τας δύο ταύτας οδούς, αίτινες δεν είναι εντελώς ίσαι, θα εύρη ότι η διαφορά των δεν είναι μεγαλειτέρα των δεκαπέντε σταδίων· διότι απ' Αθηνών εις Πίσαν χρειάζονται δεκαπέντε στάδια διά να γίνωσι χίλια πεντακόσια, και ο τελευταίος ούτος αριθμός είναι από της Ηλιουπόλεως εις την θάλασσαν.
8. Από την Ηλιούπολιν προς τα άνω, η Αίγυπτος είναι στενή· διότι αφ' ενός μεν παρατείνεται η σειρά των ορέων της Αραβίας, διευθυνομένη απ' άρκτου προς μεσημβρίαν και προχωρούσα νοτιοδυτικώς μέχρι της Ερυθράς θαλάσσης. Εις τα όρn ταύτα είναι τα λατομεία εξ ων εκόπησαν αι πυραμίδες της Μέμφιδος. Εκεί η σειρά παύει και ανακάμπτει πάλιν εις τα ρηθέντα μέρη. Ήκουσα δε ότι κατά την μακροτέραν αυτής έκτασιν, απαιτείται δύο μηνών πορεία όπως διατρέξη τις αυτήν απ' ανατολών προς δυσμάς και ότι αι ανατολικαί αυτής άκραι παράγουσι λιβανωτόν. Τοιαύτη είναι η σειρά των ορέων. Προς το μέρος δε της Λιβύας ευρίσκεται άλλη σειρά ορίων, ή μάλλον όρος πέτρινον κεκαλυμμένον υπό άμμου, όπου ίστανται αι πυραμίδες· ακολουθεί δε και τούτο την αυτήν διεύθυνσιν την οποίαν και η σειρά του Αραβίου όρους, ενόσω εκτείνεται προς μεσημβρίαν. Τοιουτοτρόπως από την Ηλιούπολιν και επάνω, το μέρος είναι τόσον μόνον πλατύ όσον να καλήται Αίγυπτος· η στενή δε αύτη Αίγυπτος παρατείνεται επί τέσσαρας ημέρας εις τον αναπλέοντα τον ποταμόν. Μεταξύ των ορέων τα οποία περιέγραψα η κοιλάς είναι επίπεδος, και κατά το στενώτατον αυτής μέρος δεν μοι εφαίνετο έχουσα πλειότερα των διακοσίων σταδίων από του Λιβυκού μέχρι του Αραβίου όρους. Εκείθεν δε ευρύνεται πάλιν η Αίγυπτος.