147. Και ταύτα μεν λέγουσιν οι Αιγύπτιοι, όσα δε και οι άλλοι άνθρωποι και οι Αιγύπτιοι συμφώνως με τους άλλους λέγουσιν ότι συνέβησαν εις την χώραν των, αυτά θα διηγηθώ τώρα, θα προσθέσω μάλιστα μεταξύ αυτών καί τινα τα οποία είδον εγώ αυτός. Οι Αιγύπτιοι, ελευθερωθέντες μετά την βασιλείαν του ιερέως του Ηφαίστου, διήρεσαν το βασίλειον εις δώδεκα μέρη και κατέστησαν δώδεκα βασιλείς (39), διότι ουδέποτε ηδυνήθησαν να ζήσωσιν άνευ βασιλέως. Εκείνοι τους οποίους εξέλεξαν συνεδέθησαν μεταξύ των δι' επιγαμιών και εβασίλευσαν τηρούντες τας εξής συμφωνίας να μη αρπάζη τίποτε ο είς από τον άλλον μήτε να ζητή να έχη περισσότερα του άλλου, αλλά να ήναι όσον το δυνατόν ηνωμένοι. Κατέστησαν δε και ετήρησαν τους νόμους τούτους διότι κατ' αρχάς, άμα έλαβον την εξουσίαν, τοις εδόθη χρησμός ότι όστις εκ των δώδεκα ήθελε κάμει σπονδάς εν τω ναώ του Ηφαίστου με ποτήριον χαλκούν, αυτός ήθελε βασιλεύσει επί όλης της Αιγύπτου τούτου ένεκα εισήρχοντο εις τους ναούς όλοι ομού.
148. Τοις εφάνη προς τούτοις εύλογον να αφήσωσι μνημείον τι από κοινού· άμα δε αποφασίσαντες έκτισαν λαβύρινθον, ολίγον τι υπεράνω της λίμνης του Μοίριος, πλησίον της πόλεως των κροκοδείλων. Είδον τον λαβύρινθον τούτον και είναι ανώτερος πάσης περιγραφής· διότι εάν τις ήνωνεν όλα ομού τα τείχη και τα λαμπρά κτίρια της Ελλάδος, το σύνολον ήθελε φανή κατώτερον του λαβυρίνθου και ως προς την εργασίαν και ως προς την δαπάνην. Όσον θαυμαστοί και αν ήσαν οι ναοί της Εφέσου και της Σάμου, θαυμαστότεραι όμως ήσαν αι πυραμίδες, εκάστη των οποίων ήτο ανταξία πολλών και μεγάλων ελληνικών έργων. Ο δε λαβύρινθος υπερβαίνει πολύ τας πυραμίδας, διότι σύγκειται υπό δώδεκα αυλών καταστέγων των οποίων αι θύραι αντικρύζουσιν, έξ μεν βλέπουσαι προς νότον έξ δε προς βοράν· περικλείει δε όλας αυτάς έξωθεν ο αυτός τοίχος. Τα οικήματα είναι δίπλα, τα μεν υπόγαια, τα δε ισόγαια, τρισχίλια τον αριθμόν, ήτοι χίλια πεντακόσια εις έκαστον όροφον. Είδομεν και περιήλθομεν τα άνω οικήματα, ώστε εξ ιδίας αντιλήψεως ομιλούμεν περί αυτών· δια δε τα υπόγαια δεν ηξεύρομεν ειμή όσα μας είπον, διότι οι Αιγύπτιοι επιστάται ηρνήθησαν να μας δείξωσιν αυτά, λέγοντες ότι περιέκλειον τους σαρκοφάγους των βασιλέων των οικοδομησάντων τον λαβύρινθον, και των ιερών κροκοδείλων. Ούτω λοιπόν περί μεν των κάτω οικημάτων λέγομεν όσα παρελάβομεν εξ ακοής, τα δε άνω, τα οποία είδομεν, είναι ανώτερα παντός ανθρωπίνου έργου. Αι διά των οιδημάτων δίοδοι, αι δια των αυλών περιστροφαί, μας εξέπληττον διά το πολυποίκιλον αυτών ότε μετεβαίνομεν εκ μιας αυλής εις τα οικήματα, εκ των οικημάτων εις στοάς, εκ των στοών εις άλλα μέρη εστεγασμένα και εκ των οικημάτων εις άλλας αυλάς. Η οροφή όλων των οικημάτων είναι λιθίνη ως και οι τοίχοι· οι δε τοίχοι είναι πεποικιλμένοι με απείρους εικόνας γεγλυμμένας. Εκάστη αυλή έχει εσωτερικόν περιστήλιον εκ λίθων λευκών, θαυμασίως συνηρμοσμένων· εις εκάστην δε των γωνιών του λαβυρίνθου, υπάρχει πυραμίς τεσσαράκοντα οργυιών, εφ' ης είναι γεγλυμμέναι μορφαί διάφοροι· εισέρχονται δε εις αυτήν δι' οδού υπογείου.
149. Τοιούτου δε όντος του λαβυρίνθου τούτου, μείζονα θαυμασμών προξενεί η καλουμένη λίμνη του Μοίριος πλησίον της οποίας ωκοδομήθη ο λαβύρινθος. Η λίμνη αύτη έχει περίμετρον τρισχιλίων εξακοσίων σταδίων ή εξήκοντα σχοίνων, όση δηλαδή είναι και η πλευρά της Αιγύπτου από το μέρος της θαλάσσης. Εκτείνεται δε από βορά προς νότον και το βαθύτατον μέρος αύτης είναι πεντήκοντα οργυιών· δεικνύει δε αφ' εαυτού ότι ωρύχθη και εγένετο υπό χειρός ανθρωπίνης· διότι, προς το κέντρον αυτού, ωκοδομήθησαν δύο πυραμίδες εκατόν οργυιών, εξ ων αι μεν πεντήκοντα είναι υπέρ το ύδωρ, αι δε άλλαι πεντήκοντα υπό το ύδωρ· επί της κορυφής δε εκάστης αυτών υπάρχει μέγα άγαλμα λίθινον καθήμενον επί θρόνου. Ούτω αι πυραμίδες αύται είναι εκατόν οργυιών, αι δε εκατόν οργυιαί ισοδυναμούσι με έν στάδιον εξάπλεθρον, της οργυιάς εχούσης έξ πόδας ή τέσσαρας πήχεις, του ποδός έχοντος τέσσαρας παλάμας, και του πήχεως έξ παλάμας. Το ύδωρ της λίμνης δεν αναβλύζει εκ του εδάφους το οποίον εις το μέρος τούτο είναι ξηρότατον, αλλά φέρεται με διώρυχας εκ του Νείλου· και επί έξ μεν μήνας τρέχει εις την λίμνην, επί έξ δε εξέρχεται από αυτήν και επιστρέφει εις τον Νείλον. Και όταν μεν εκρέη έξω, η λίμνη παρέχει εις τον βασιλέα έν τάλαντον εισόδημα καθ' εκάστην ημέραν εκ των ιχθύων, όταν δε εισρέη εις αυτήν, δίδει μόνον είκοσι μνας.
150. Με είπον επίσης οι κάτοικοι πως η λίμνη αύτη, τρέχουσα προς δυσμάς εις τα μεσόγεια, κατά μήκος των υπέρ την Μέμφιν ορέων, χύνεται εις την Σύρτιν και την Λιβύαν. Επειδή δε με όλας μου τας αναζητήσεις δεν έβλεπα ουδαμού σωρόν χώματος μαρτυρούντα την ανασκαφήν του εδάφους, ηρώτησα τους πλησιέστατα εις την λίμνην κατοικούντας πού ήτο το εξορυχθέν χώμα, εκείνοι δε με είπον πού μετεφέρθη, και τους επίστευσα ευκόλως, διότι ήξευρα εξ ακοής ότι παρόμοιόν τι είχε συμβή και εις την πόλιν των Ασσυρίων Νίνον. Τωόντι κλέπται τινές είχον επινοήσει να αρπάσωσι τα αναρίθμητα πλούτη τα οποία ο βασιλεύς Σαρδανάπαλος εφύλαττεν εις υπόγειον θησαυροφυλάκιον. Αρχίσαντες λοιπόν από την οικίαν των, έσκαπτον μέχρι της βασιλικής κατοικίας, άμα δε ενύκτονε, μετέφερον το εξαγόμενον χώμα και το έρριπτον εις τον ποταμόν Τίγριν όστις τρέχει πλησίον της Νίνου, μέχρις ου εξετέλεσαν τον σκοπόν των. Τοιούτο τι λοιπόν ήκουσα ότι εγένετο και διά το όρυγμα της εν τη Αιγύπτω λίμνης, με την διαφοράν ότι η μεταφορά των χωμάτων εδώ δεν εγίνετο διά νυκτός αλλ' εν πλήρει ημέρα· σκάπτοντες οι Αιγύπτιοι έφερον το χώμα εις τον Νείλον, ο δε ποταμός ελάμβανεν αυτό και το διεσκόρπιζεν. Η λίμνη λοιπόν αύτη κατ' αυτόν τον τρόπον λέγουσιν ότι εσκάφη.
151. Οι δε δώδεκα βασιλείς ετήρουν μεταξύ των δικαιοσύνην· μετά παρέλευσιν χρόνου τινός έτυχε να θυσιάζωσιν εις το ιερόν του Ηφαίστου· ενώ δε έμελλον να κάμωσι σπονδάς κατά την τελευταίαν ημέραν της εορτής, ο αρχιερεύς τοις έφερε ποτήρια χρυσά με τα οποία εσυνείθιζον να σπένδωσι· λανθασθείς όμως εις τον αριθμόν έφερεν ένδεκα, ενώ αυτοί ήσαν δώδεκα. Τότε ο Ψαμμίτιχος όστις ίστατο έσχατος, μη έχων ποτήριον, αφήρεσε την περικεφαλαίαν του ήτις ήτο χαλκή και δεχθείς με αυτήν τον οίνον έκαμε σπονδάς. Όλοι οι βασιλείς είχον περικεφαλαίας και τας εφόρουν κατ' εκείνην την στιγμήν. Και ο μεν Ψαμμίτιχος ουδένα είχε δόλιον σκοπόν μεταχειρισθείς την περικεφαλαίαν του· οι άλλοι όμως βασιλείς, ιδόντες την πράξιν του Ψαμμιτίχου, ενθυμήθησαν τον χρησμόν όστις τους είχεν ειπεί ότι όστις ήθελε κάμει σπονδάς με ποτήριον χαλκούν εκείνος ήθελε γίνει μόνος βασιλεύς της Αιγύπτου. Ενθυμηθέντες λοιπόν την προφητείαν ταύτην, να φονεύσωσι μεν τον Ψαμμίτιχον δεν έκρινον εύλογον, διότι εξετάσαντες εύρον ότι δεν το έπραξεν εκ προμελέτης· τον εξώρισαν όμως εις τα έλη αφαιρέσαντες όλην σχεδόν την εξουσίαν του και απαγορεύσαντες αυτώ να εξέρχεται από τα έλη και αναμιγνύεται με τους άλλους Αιγυπτίους.
152. Αυτός ο Ψαμμίτιχος είχεν άλλοτε φύγει τον Αιθίοπα Σαβακών, όστις εφόνευσε τον πατέρα του Νεκών. Ήτο δε πρόσφυξ εις την Συρίαν ότε ο Αιθίοψ ανεχώρησεν ένεκα του ονείρου το οποίον είδε και οι Αιγύπτιοι οι κατοικούντες τον Σαΐτην νομόν τον μετεκάλεσαν. Βραδύτερον, βασιλεύς ων, κατεδικάσθη υπό των ένδεκα, ένεκα της περικεφαλαίας του, να φύγη εκ δευτέρου εις τα έλη. Οργισθείς διά τον υβριστικόν τρόπον με τον οποίον τον μετεχειρίσθησαν, συνέλαβε το σχέδιον να εκδικηθή κατ' εκείνων οίτινες τον είχον εξορίσει, και έπεμψε πρώτον εις την πόλιν Βουτώ διά να ερωτήση το μαντείον της Λητούς, το μάλλον αψευδές όλων των της Αιγύπτου. Έλαβε δε την ακόλουθον απόκρισιν· «Η εκδίκησις θα έλθη διά θαλάσσης, όταν εμφανισθώσιν οι χάλκινοι άνθρωποι.» Αυτός όμως δεν ηδύνατο να πιστεύση ότι ήτο δυνατόν να έλθωσιν εις βοήθειάν του χάλκινοι άνθρωποι. Αλλ' ολίγου χρόνου παρελθόντος τρικυμία εξώθησεν εις την Αίγυπτον Ίωνας τινάς και Κάρας οίτινες είχον εκπλεύσει προς πειρατίαν. Απέβησαν ούτοι εις την ξηράν και ωπλίσθησαν με χάλκινα όπλα, Αιγύπτιος δε τις όστις ποτέ δεν είχεν ιδεί ανθρώπους ωπλισμένους κατ' αυτόν τον τρόπον, έτρεξεν εις τα έλη διά να αναγγείλη εις τον Ψαμμίτιχον ότι χάλκινοι άνθρωποι, ελθόντες από την θάλασσαν, ελεηλάτουν τους αγρούς. Εννοήσας δε ο Ψαμμίτιχος ότι ο χρησμός εξεπληρούτο, υπεδέχθη τους ξένους και τους έπεισε διά μεγαλοπρεπών υποσχέσεων να ενωθώσι μετ' αυτού. Αφού δε τους έπεισε, τότε με τους ιθαγενείς οπαδούς του και με τους ελθόντας επικούρους έρριψε τους ένδεκα βασιλείς.
153. Γενόμενος ο Ψαμμίτιχος κύριος όλης της Αιγύπτου έκτισε τα προς νότον προπύλαια του εις την Μέμφιν ναού του Ηφαίστου και ωκοδόμησεν αυλήν διά τον Άπιν, αντικρύ των προπυλαίων, εις την οποίαν τρέφεται ο Άπις άμα ήθελε φανερωθή· είναι δε όλη περικυκλωμένη με περιστύλιον και πλήρης αναγλύφων, αντί δε στύλων υποστηρίζουσι το οικοδόμημα αγάλματα δωδεκάπηχα. Άπις δε είναι ο Έπαφος των Ελλήνων.
154. Ο Ψαμμίτιχος έδωκεν εις τους Ίωνας και τους Κάρας οίτινες τον εβοήθησαν γαίας όπου κατώκησαν απέναντι αλλήλων, χωριζομένας υπό του Νείλου. Ωνομάσθησαν δε οι τόποι εκείνοι Στρατόπεδα. Αυτούς λοιπόν τους τόπους τοις έδωκε και εξεπλήρωσεν όλας τας άλλας υποσχέσεις του. Προς τούτοις τοις ενεπιστεύθη παίδας Αιγυπτίους διά να διδαχθώσι την Ελληνικήν γλώσσαν, και από αυτούς εκμαθόντας την γλώσσαν κατάγονται οι σημερινοί εν Αιγύπτω διερμηνείς. Κατώκησαν δε οι Ίωνες και οι Κάρες πολύν καιρόν τους τόπους τούτους οίτινες κείνται προς την θάλασσαν, ολίγον προς τα άνω της πόλεως Βουβάστιος, επί του Πηλουσίου στόματος του Νείλου. Βραδύτερον ο βασιλεύς Άμασις τους μετέστησεν εκείθεν και τους αποκατέστησεν εις την Μέμφιν διά να τους έχη φύλακάς του εναντίον των Αιγυπτίων. Αφότου δε εγκατεστάθησαν ούτοι εις την Αίγυπτον, συνδεσάντων των Ελλήνων σχέσεις με τον τόπον τούτον, εμάθομεν ακριβώς όσα συνέβησαν εκεί, και τα επί Ψαμμιτίχου και τα μετέπειτα. Αυτοί πρώτοι αλλόγλωσσοι όντες κατώκησαν την Αίγυπτον. Τα νεώρια δε και τα ερείπια των οικιών των εσώζοντο ακόμη επί των ημερών μου εις τους τόπους τους οποίους αφήκαν. Τοιουτοτρόπως Ψαμμίτιχος έσχε την Αίγυπτον.
155. Περί δε του εν Αιγύπτω χρηστηρίου πολλάκις ωμίλησα ήδη, και θα ομιλήσω ακόμη διότι είναι άξιον λόγου. Το χρηστήριον τούτο είναι εις το τέμενος της Λητούς, εις την μεγάλην πόλιν ήτις κείται εις το στόμα του Νείλου το καλούμενον Σεβεννυτικόν, διά του οποίου εισέρχεται τις από θαλάσσης εις την Αίγυπτον. Η πόλις δε εις την οποίαν ευρίσκεται το χρηστήριον καλείται, ως είπον προηγουμένως, Βουτώ, εκτός τούτου υπάρχει εις την Βουτώ ιερόν του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος. Το μέρος δε το αφιερωμένον εις την Λητώ, όπου ευρίσκεται το χρηστήριον, είναι ευρύχωρον και τα προπύλαια αυτού έχουσιν ύψος έξ οργυιών. Εξ όσων είδον εκεί, θα αναφέρω εκείνο το οποίον μοι εφάνη θαυμαστότερον. Εντός της ιδίας περιοχής είναι ναός της Λητούς, εξ ενός μόνου λίθου κατεσκευασμένος και έχων τους τοίχους ίσους και κατά το ύψος και κατά το μήκος· εκάστη διάστασις του τοίχου είναι τεσσαράκοντα πήχεων, άλλος δε λίθος σχηματίζει το επιστέγασμα αυτού και η παρωροφίς είναι τετράπηχυς.
156. Ούτω λοιπόν ο ναός είναι το θαυμαστότατον εξ όσων είδα περί το ιερόν τούτο, δεύτερον δε θαυμάσιον είναι η νήσος η καλουμένη Χέμμις ήτις κείται πλησίον του εν τη Βουτοί ιερού και εντός λίμνης ευρείας και βαθείας· λέγουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι είναι πλωτή, εγώ όμως δεν την είδον ούτε πλέουσαν ούτε κινουμένην και εθαύμασα ακούων ότι είναι δυνατόν να κινήται νήσος. Εις την νήσον ταύτην, όπου είναι φυτρωμένοι πολλοί φοίνικες και άλλα δένδρα καρποφόρα και άκαρπα, υπάρχει ναός μέγας του Απόλλωνος με τρεις βωμούς. Αφού οι Αιγύπτιοι είπον ότι η νήσος είναι πλωτή, προσέθηκαν την εξής διήγησιν· η Λητώ, μία εκ των οκτώ πρώτων θεών, διέμενεν εις την νήσον Βουτώ, εις ταύτην δε την Λητώ ενεπιστεύθη η Ίσις τον Απόλλωνα, τον οποίον διέσωσεν εκείνη κρύψασα εις την νήσον ήτις καλείται σήμερον πλωτή, ότε έφθασεν ο Τυφών, αναζητών πανταχού και θέλων να εύρη τον υιόν του Οσίριδος. Κατά τους Αιγυπτίους ο Απόλλων και η Άρτεμις είναι τέκνα του Διονύσου και της Ίσιδος, και η Λητώ ήτο η σώσασα και θρέψασα αυτά. Εις την Αιγυπτιακήν γλώσσαν ο Απόλλων καλείται Ώρος, η Δημήτηρ Ίσις και η Άρτεμις Βούβαστις. Εκ της διηγήσεως ταύτης και ουχί αλλαχόθεν ο Αισχύλος, υιός του Ευφορίωνος, μόνος από τους προγενεστέρους ποιητάς ήρπασε την ιδέαν να είπη εις έν ποίημά του ότι η Άρτεμις είναι θυγάτηρ της Δήμητρος. Ένεκα δε του γεγονότος τούτου η νήσος εγένετο πλωτή, τουλάχιστον ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι.
157. Ο δε Ψαμμίτιχος εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον πεντήκοντα και τέσσαρα έτη (40), και επί εικοσιεννέα έτη είχε πολιορκημένην την Άζωτον, μεγάλην πόλιν της Συρίας, την οποίαν επί τέλους εκυρίευσεν. Είναι δε η Άζωτος, καθ' όσον ημείς γνωρίζομεν, η μόνη πόλις ήτις πολιορκουμένη αντέσχε πλειότερον χρόνον.
158. Εκ του Ψαμμιτίχου εγεννήθη ο Νεκώς και εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον. Αυτός πρώτος επεχείρησε την διώρυχα την φέρουσαν εις την Ερυθράν θάλασσαν και την οποίαν απετελείωσεν ο Πέρσης Δαρείος. Το μήκος αυτής είναι τεσσάρων ημερών πλους, το δε πλάτος τόσον ώστε να πλέωσιν ομού δύο τριήρεις κωπηλατούμεναι. Έρχεται δε εις αυτήν το ύδωρ από του Νείλου ολίγον ανωτέρω της πόλεως Βουβάστιος, διέρχεται παρά την Αραβίαν πόλιν Πάτουμον και έπειτα ρίπτεται εις την Ερυθράν θάλασσαν. Ωρύχθη δε πρώτον το προς την Αραβίαν μέρος της Αιγυπτιακής πεδιάδος με την οποίαν συνέχεται άνωθεν το προς την Μέμφιν εκτεινόμενον όρος όπου είναι τα λατομεία. Διέρχεται λοιπόν η διώρυξ τας υπωρείας από δυσμών προς ανατολάς, έπειτα φθάνει εις τα στενά και διευθύνεται προς μεσημβρίαν και νότον άνεμον μέχρι του Αραβίου κόλπου. Διά να μεταβή δέ τις διά ξηράς από την βορείαν θάλασσαν εις την νοτίαν, ήτις καλείται και Ερυθρά, ακολουθών τον ελάχιστον και συντομώτατον δρόμον, δηλαδή από του Κασίου όρους, όπερ χωρίζει την Αίγυπτον από την Συρίαν, μέχρι του Αραβίου κόλπου, είναι στάδια χίλια. Και αυτή μεν είναι η συντομωτάτη οδός· η δε διώρυξ είναι πολύ μακροτέρα διότι έχει πολλάς περιστροφάς. Ταύτην ορύττοντες επί του βασιλέως Νεκώ απέθανον εκατόν είκοσι χιλιάδες Αιγύπτιοι. Αφήκε δε ο Νεκώς τας εργασίας ημιτελείς εμποδισθείς υπό τινος χρησμού ειπόντος αυτώ ότι ειργάζετο δι' ένα βάρβαρον· καλούσι δε οι Αιγύπτιοι βαρβάρους εκείνους οίτινες δεν ομιλούσι την γλώσσαν των.
159. Αφού ο Νεκώς διέκοψε την διώρυχα, έστρεψε την προσοχήν του προς τας πολεμικάς επιχειρήσεις και κατεσκεύασε τριήρεις, άλλας μεν εις την βόρειον θάλασσαν άλλας δε εις τον Αράβιον κόλπον εις την Ερυθράν θάλασσαν, των οποίων τα νεώρια φαίνονται ακόμη. Μετεχειρίζετο δε τας τριήρεις ταύτας κατά την περίστασιν· εισήλθεν όμως διά ξηράς εις την Συρίαν, συνεπλάκη με τους αντιπάλους του εις την Μάγδολον, τους ενίκησε και εκυρίευσε μετά την μάχην την Κάδυτιν μεγάλην πόλιν της Συρίας. Τα δε ενδύματα τα οποία εφόρει κατ' αυτόν τον πόλεμον τα αφιέρωσεν είς τον Απόλλωνα και τα έπεμψεν εις τους Βραγχίδας των Μιλησίων. Μετά την εκστρατείαν ταύτην απέθανε βασιλεύσας εκκαίδεκα έτη και παρέδωκε την αρχήν εις τον υιόν του Ψάμμιν.
160. Του Ψάμμιος βασιλεύοντος ήλθον εις την Αίγυπτον απεσταλμένοι των Ηλείων, καυχώμενοι ότι αυτοί διευθύνουσι τους ολυμπιακούς αγώνας μετά πλειοτέρας δικαιοσύνης και τιμιότητος από όλους τους άλλους ανθρώπους, και φρονούντες ότι ούτε οι σοφώτατοι πάντων των ανθρώπων Αιγύπτιοι δεν ήθελον δυνηθή να εύρωσί τι υπέρτερον των διατάξεων εκείνων. Αφού λοιπόν οι Ηλείοι έφθασαν εις την Αίγυπτον και είπον εκείνα διά τα οποία ήλθον, ο βασιλεύς συνεκάλεσεν εκ των Αιγυπτίων εκείνους οίτινες εφημίζοντο ως σοφώτατοι. Συνελθόντων δε τούτων οι Ηλείοι εξέθηκαν τα τους ολυμπιακούς αγώνας αφορώντα, και ετελείωσαν φανερόνοντες ότι ο σκοπός της ελεύσεώς των ήτο να μάθωσιν εάν οι Αιγύπτιοι ηδύναντο να εύρωσί τι δικαιότερον. Συσκεφθέντες οι Αιγύπτιοι ηρώτησαν τους Ηλείους εάν ηγωνίζοντο και οι συμπολίται των. Και οι Ηλείοι απεκρίθησαν ότι ήτο επιτετραμμένον να αγωνίζεται όστις ήθελεν, είτε εκ των Ηλείων, είτε εκ των άλλων Ελλήνων. Τότε οι Αιγύπτιοι είπον ότι ούτω διατάττοντες τον αγώνα εμακρύνοντο όλως διόλου από το δίκαιον, διότι αδύνατον ήτο να μη κλίνωσι προς το μέρος του αγωνιζομένου συμπολίτου των αδικούντες τον ξένον. Όθεν εάν ήθελον να διεξάγεται ο αγών δικαίως, και εάν τωόντι προς τον σκοπόν τούτον ήλθον εις την Αίγυπτον, τους συνεβούλευσαν να ψηφίσωσιν ότι οι αγώνες θα γίνωνται μόνος διά τους ξένους, και ότι ουδενί των Ηλείων επετρέπετο να συναγωνισθή. Αυτά συνεβούλευσαν οι Αιγύπτιοι τους Ηλείους.
161. Ο δε Ψάμμις, αφού εβασίλευσεν έξ μόνον έτη και εστράτευσε κατά της Αιθιοπίας, απέθανεν αφήσας την βασιλείαν εις τον υιόν αυτού Απρίην, όστις μετά τον προπάτορά του Ψαμμίτιχον υπήρξεν ο ευδαιμονέστατος των προγενεστέρων βασιλέων, βασιλεύσας εικοσιπέντε έτη κατά το διάστημα των οποίων εξεστράτευσε κατά της Σιδώνος και εναυμάχησε με τους Τυρίους. Έπειτα, όταν η μοίρα ηθέλησε να τω συμβή δυστυχία, η δυστυχία προήλθεν εξ αιτίας την οποίαν θα αναφέρω όταν θα ομιλήσω διά τους Λίβυας (41), εδώ δε την μνημονεύω συντόμως. Πέμψας ο Απρίης στρατεύματα κατά των Κυρηναίων υπέστη φθοράν μεγάλην οι δε Αιγύπτιοι μεμφόμενοι αυτόν διά τούτο απεστάτησαν νομίζοντες ότι ο βασιλεύς των εκ προμελέτης τους έπεμψεν εις φανεράν φθοράν διά να φονευθώσι πολλοί και δυνηθή να βασιλεύση μετά πλειοτέρας ασφαλείας επί των λοιπών Αιγυπτίων. Η ιδέα αύτη τοσούτον τους παρώργισεν ώστε οι διαφυγόντες τον όλεθρον ενωθέντες με τους συγγενείς των φονευθέντων απεστάτησαν αναφανδόν.
162. Μαθών ταύτα ο Απρίης έπεμψε τον Άμασιν διά να τους καθησυχάση με λόγους. Όταν δε ούτος τους έφθασε και προσεπάθει να τους αποτρέψη από το σχέδιόν των, είς εξ αυτών, ιστάμενος όπισθεν αυτού, τω έθηκεν επί της κεφαλής περικεφαλαίαν, κράζων ότι έθηκεν ούτω την περικεφαλαίαν διά να γίνη ο Άμασις βασιλεύς. Το γενόμενον δεν δυσηρέστησε τον Άμασιν, ως το απέδειξε μετ' ολίγον, διότι άμα οι αποστατήσαντες Αιγύπτιοι τον ανεκήρυξαν βασιλέα, ητοιμάσθη να βαδίση κατά του Απρίου. Μαθών ταύτα ο Απρίης έπεμψε τον Πατάρβημιν, άνδρα σημαντικόν μεταξύ των Αιγυπτίων οίτινες τω ήσαν πιστοί, διατάξας αυτόν να τω φέρη τον Άμασιν ζώντα. Ελθών δε ο Πατάρβημις και ευρών τον Άμασιν τον διέταξε να τον ακολουθήση. Ο Άμασις έτυχε κατ' εκείνην την στιγμήν να ήναι έφιππος· ανεγερθείς δε επί των αναβολέων του αφήκε πορδήν και είπε· «Λάβε και φέρε το εις τον Απρίην.» Ο Πατάρβημις όμως δεν έπαυεν επιμένων και συμβουλεύων αυτόν να μεταβή προς τον βασιλέα όστις τον εμήνυε. Τότε ο Άμασις απεκρίθη ότι τούτο εσκόπευεν εκ των προτέρων, ότι ο Απρίης δεν θα ελάμβανεν αφορμήν να παραπονεθή, ότι θα μεταβή να τον εύρη αυτοπροσώπως και ότι θα συνεπαγάγη μεθ' εαυτού πολυάριθμον ακολουθίαν. Εκ των λόγων τούτων ο Πατάρβημις ενόησε τους σκοπούς του, είδε τα προετοιμαζόμενα και έσπευσε να αναχωρήση θέλων όσον τάχιστα να δηλώση εις τον βασιλέα τα διατρέχοντα. Όταν όμως ενεφανίσθη ενώπιον του Απρίου άνευ του Αμάσιος, ο βασιλεύς, παραφερθείς υπό του θυμού, χωρίς να σκεφθή παντάπασι, διέταξε να κόψωσι την ρίνα και τα ώτα του. Οι δε λοιποί Αιγύπτιοι, όσοι ήσαν ακόμη με το μέρος του, ιδόντες τον σημαντικώτατον άνδρα μεταξύ αυτών εις τοιαύτην ατιμωτάτην κατάστασιν, δεν εδίστασαν πλέον, αλλά πορευθέντες προς τους αποστατήσαντας παρέδωκαν εαυτούς εις τον Άμασιν.
163. Μαθών και ταύτα ο Απρίης, ώπλισε τους επικούρους και εβάδισε κατά των Αιγυπτίων. Είχε δε περί εαυτόν τρισχιλίους Ίωνας και Κάρας επικούρους, και τα βασίλεια αυτού ήσαν ακόμη εις την πόλιν Σάιν, μεγάλα και αξιοθέατα. Και οι μεν περί τον Απρίην εκίνησαν κατά των Αιγυπτίων, οι δε περί τον Άμασιν ήρχοντο κατά των ξένων. Φθάσαντες δε αμφότεροι εις την πόλιν Μώμεμφιν προητοιμάζοντο να συνάψωσι μάχην.
164. Υπάρχουσι δε επτά τάξεις Αιγυπτίων οι ιερείς, οι πολεμισταί, οι βουκόλοι, οι χοιροβοσκοί, οι κάπηλοι, οι διερμηνείς και οι κυβερνήται. Και των Αιγυπτίων μεν τόσαι τάξεις είναι, έλαβον δε αύται τα ονόματά των εκ του επαγγέλματος το οποίον εξασκούσιν. Οι πολεμισταί καλούνται επίσης υπό του λαού Καλασίριες και Ερμοτύβιες, κατοικούσι δε εις τους ακολούθους νομούς διότι όλη η Αίγυπτος είναι διηρημένη εις νομούς.
165. Και των μεν Ερμοτυβίων οι νομοί είναι οι εξής· ο Βουσιρίτης, ο Σαΐτης, ο Χεμμίτης, ο Παπρημίτης, η Προσωπίτις καλουμένη νήσος και της Ναθώ το ήμισυ. Εις τούτους τους νομούς κατοικούσιν οι Ερμοτύβιες οίτινες όταν ήναι εις τον μεγαλείτερον πληθυσμόν των ανέρχονται εις εκατόν εξήκοντα χιλιάδας άνδρας, και εξ αυτών ουδείς μανθάνει βάναυσόν τινα τέχνην, αλλ' όλοι εξασκούνται περί τα πολεμικά έργα.
166. Οι δε νομοί των Καλασιρίων είναι οι εξής· ο Θηβαίος, ο Βουβαστίτης, ο Αφθίτης, ο Τανίτης, ο Μενδήσιος, ο Σεβεννύτης, ο Αθριβίτης, ο Φαρβαιθίτης, ο Θμουίτης, ο Ονουφίτης, ο Ανύσιος και ο Μυεκφορίτης· ο τελευταίος δε ούτος νομός είναι εις νήσον αντικρύ της πόλεως Βουβάστιος. Εις τούτους τους νομούς κατοικούσιν οι Καλασίριες οίτινες όταν ήναι εις τον μεγαλείτερον πληθυσμόν των ανέρχονται εις διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας ανδρών. Δεν τοις είναι δε επιτετραμμένον να μετέρχωνται ουδεμίαν βάναυσον τέχνην, αλλ' επιδίδονται εις τα πολεμικά εκδεχόμενοι αυτά παις εκ πατρός.
167. Δεν δύναμαι δε να κρίνω μετά βεβαιότητος εάν οι Έλληνες παρέλαβον και το έθιμον τούτο από τους Αιγυπτίους· βλέπω όμως ότι οι Θράκες, οι Σκύθαι, οι Πέρσαι, οι Λυδοί, και σχεδόν όλοι οι βάρβαροι, θεωρούσι τους τας τέχνας μανθάνοντας και τους απογόνους αυτών ως αξίους ολιγωτέρας τιμής από τους άλλους πολίτας και νομίζουσιν ως ευγενείς εκείνους οίτινες είναι απηλλαγμένοι από χειρωνακτικά έργα και προ πάντων τους επιδεδομένους εις τον πόλεμον. Τα αυτά φρονούσιν όλοι οι Έλληνες, και ιδίως οι Λακεδαιμόνιοι· οι Κορίνθιοι όμως ποσώς δεν περιφρονούσι τους χειροτέχνας.
168. Από όλους δε τους Αιγυπτίους πλην των ιερέων, εις τους πολεμιστάς μόνους εδίδοντο κατ' εξαίρεσιν τα ακόλουθα προνόμια· έκαστος αυτών κατέχει, χωρίς να δίδη φόρον, δώδεκα πλέθρα εξαιρέτων γαιών· το δε Αιγυπτιακόν πλέθρον ισοδυναμεί με τετράγωνον εξ εκατόν πήχεων την πλευράν, του Αιγυπτιακού πήχεως όντος ίσου με του Σαμιακού. Ταύτα είναι τα προνόμια αυτών. Τα δε ακόλουθα προνόμια απήλαυον αλληλοδιαδόχως και όχι οι ίδιοι πάντοτε· χίλιοι Καλασίριες και ισάριθμοι Ερμοτύβιες απαρτίζουσι κατ' έτος την σωματοφυλακήν του βασιλέως· εις τούτους δε, πλην των γαιών, δίδουσι καθ' ημέραν πέντε μνας άρτου οπτού, δύο μνας βοείου κρέατος και τέσσαρα αγγεία οίνου. Ταύτα εδίδοντο πάντοτε εις τους δορυφόρους.
169. Ότε λοιπόν ερχόμενοι οι μεν κατά των δε, ο Απρίης μετά των επικούρων του και ο Άμασις μεθ' όλων των Αιγυπτίων, έφθασαν εις την πόλιν Μώμεμφιν, συνήψαν την μάχην. Οι ξένοι επολέμησαν γενναίως, όντες όμως ολιγώτεροι από τους εναντίους ενικήθησαν διά τούτο. Λέγουσι δε ότι ο Απρίης είχε την εξής ιδέαν· ότι μήτε θεός τις δεν θα ηδύνατο να τω αφαιρέση την βασιλείαν, τόσον ασφαλώς ενόμιζεν εαυτόν καθήμενον επί του θρόνου. Κατά την συμπλοκήν όμως εκείνην ενικήθη και εφέρθη αιχμάλωτος εις την πόλιν Σάιν, εις την πρότερον μεν ιδικήν του κατοικίαν, τότε δε του Αμάσιος. Και επί τινα μεν χρόνον ετρέφετο εκεί και ο νικητής τον επεριποιείτο κάλλιστα· αλλ' επί τέλους οι Αιγύπτιοι τον εμέμφθησαν ότι αντέβαινεν εις την δικαιοσύνην τρέφων τον ασπονδότατον εχθρόν και εαυτού και εκείνων. Τοις τον παρέδωκε λοιπόν, αυτοί δε τον έπνιξαν και τον έθαψαν εις τα μνημεία των προπατόρων του. Είναι δε οι τάφοι ούτοι εις το ιερόν της Αθηνάς, πλησιέστατα εις τον ναόν, προς τα αριστερά του εισερχομένου εκεί. Εις τούτο τo ιερόν έθαψαν οι Σαΐται όλους τους βασιλείς τους καταγομένους από τον νομόν τούτον. Ναι μεν ο τάφος του Αμάσιος είναι περισσότερον απομεμακρυσμένος από τον ναόν ή ο του Απρίου και των προπατόρων του, ευρίσκεται όμως εις την αυτήν αυλήν του ιερού· είναι δε λιθίνη στοά μεγάλη και κεκοσμημένη διά στηλών εις σχήμα φοινίκων και δι' άλλων πολυτελών εργασιών. Υπό την στοάν δε ταύτην υπάρχει θύρα με δύο φύλλα, όπισθεν της οποίας είναι ο τάφος.
170. Σώζονται ακόμη εις την Σάιν τάφοι των οποίων εις την περίστασιν ταύτην δεν με φαίνεται όσιον να αναφέρω το όνομα. Οι τάφοι ούτοι είναι εις το ιερόν της Αθηνάς, όπισθεν του ναού, και στηρίζονται επί του εξωτερικού τοίχου. Το ιερόν περικλείει προσέτι μεγάλους λιθίνους οβελίσκους, πλησιέστατα δε αυτών υπάρχει λίμνη στρογγύλη περικυκλουμένη υπό κρηπίδος λιθίνης και το μέγεθος αύτης, ως νομίζω, είναι όσον και εκείνης ήτις ευρίσκεται εις την Δήλον και καλείται κυκλοτερής.
171. Εις την λίμνην ταύτην κατά την νύκτα οι Αιγύπτιοι κάμνουσι τας μιμικάς εκείνας παραστάσεις πραγματικών συμβάντων καλούντες αυτάς μυστήρια. Μολονότι δε γνωρίζω και αυτά και παν ό,τι συνδέεται με αυτά, ας μένωσιν όμως εν θρησκευτική σιωπή. Επίσης και διά την τελετήν της Δήμητρος την οποίαν οι Έλληνες καλούσι θεσμοφόρια, μονολότι γνωρίζω και αυτήν, ας αναπαύεται όμως εν θρησκευτική σιωπή, πλην των μερών εκείνων τα οποία με είναι συγχωρημένον να είπω. Αι θυγατέρες του Δαναού έφερον την εορτήν ταύτην από την Αίγυπτον και την εδίδαξαν εις τας γυναίκας των Πελασγών· εχάθη όμως όταν η Πελοπόννησος εγένετο ανάστατος υπό των Δωριέων, μόνοι δε οι διασωθέντες και μη μεταναστεύσαντες εκ των Πελοποννησίων, οι Αρκάδες, διετήρησαν αυτήν.
172. Καταστραφέντος δε τοιουτοτρόπως του Απρίου, εβασίλευσεν ο Άμασις (42) όστις ήτο εκ του νομού Σαΐτου και εγεννήθη εις την πόλιν ήτις καλείται Σιούφ. Και κατά πρώτον μεν οι Αιγύπτιοι περιεφρόνουν τον Άμασιν θεωρούντες αυτόν ως μικράς αξίας άνθρωπον, διότι πρότερον ήτο ιδιώτης και εξ οικογενείας αφανούς, αλλά κατόπιν ο Άμασις προσείλκυσεν αυτούς διά της ικανότητος και της συνέσεώς του. Είχε δε μεταξύ των απείρων θησαυρών του ποδονιπτήρα χρυσούν εις τον οποίον αυτός ο Άμασις και οι ομοτράπεζοι αυτού έπλυνον πάντοτε τους πόδας των. Τούτον τον ποδονιπτήρα συντρίψας τον μετεποίησεν εις άγαλμα θεού το οποίον έθεσεν εις το μάλλον κατάλληλον μέρος της πόλεως, οι δε Αιγύπτιοι, διερχόμενοι προ αυτού, τω προσέφερον μεγάλας τιμάς. Όταν ο Άμασις έμαθε τα συμβαίνοντα, συνεκάλεσε τους Αιγυπτίους και τοις εφανέρωσεν ότι το άγαλμα είχε κατασκευασθή εκ της λεκάνης εκείνης εντός της οποίας πρότερον ήμουν, ούρουν και έπλυνον τους πόδας εκείνοι οίτινες τώρα απέδιδον προς αυτήν τοιούτον άκρον σεβασμόν. Έπειτα, χωρίς να διακόψη τον λόγον του, προσέθηκεν ότι το ίδιον συνέβη και εις αυτόν, ότι εάν κατ' αρχάς έζησεν ως ιδιώτης, εγένετο όμως βασιλεύς των και καθήκον των ήτο να τον τιμώσι και να τον σέβωνται. Τοιουτοτρόπως λοιπόν προσείλκυσε τους Αιγυπτίους τόσον ώστε έκρινον ότι έπρεπε να υποτάσσωνται.
173. Ιδού δε και με ποίαν τάξιν εκυβέρνα τα πράγματα· άμα εξημέρονε, μέχρι της ώρας καθ' ην η αγορά πληρούται ανθρώπων, διεξεπεραίου προθύμως τας υποθέσεις τας οποίας τω υπέβαλλον· έπειτα έπινεν, έσκωπτε τους συμπότας και εφαίνετο φιλοπαίγμων και μάταιος. Οι φίλοι δυσηρεστούντο διά ταύτα και τον συνεβούλευον λέγοντες τα εξής· «Ω βασιλεύ, δεν αρμόζει να ζης τοιουτοτρόπως εξευτελιζόμενος τόσον πολύ· έπρεπεν, ως άνθρωπος σεμνός και επί θρόνου σεμνού καθήμενος, να ενασχολήσαι δι' όλης της ημέρας εις υποθέσεις. Τοιουτοτρόπως δε και οι Αιγύπτιοι θα ανεγνώριζον ότι κυβερνώνται υπό μεγάλου ανδρός, και συ θα τους ήκουες να σε επαινώσι περισσότερον. Τώρα όμως ουδόλως φέρεσαι ως βασιλεύς.» Εκείνος δε τοις απεκρίθη ως εξής· «Όσοι έχουσι τόξον, τείνουσιν αυτό όταν θέλωσι να το μεταχειρισθώσι, και χαλαρούσιν αυτό αφού το μεταχειρισθώσι, διότι εάν έμενε πάντοτε τεταμένον θα εθραύετο και δεν θα ηδύναντο να το μεταχειρισθώσιν εν ανάγκη. Ούτω και ο άνθρωπος πρέπει να φείδεται της κράσεώς του, διότι εάν ασχολήται αδιακόπως εις τας υποθέσεις και δεν δίδη ολίγον χρόνον και εις τας διασκεδάσεις, δύναται να καταστή αίφνης ή μανιακός ή βλαξ. Τούτο και εγώ γινώσκων διαμοιράζω τον καιρόν μου μεταξύ των υποθέσεων και των ηδονών.» Ταύτα απεκρίθη προς τους φίλους.
174. Λέγουσι δε ότι ο Άμασις, και ότε ακόμη ήτο απλούς ιδιώτης, ηγάπα πολύ να πίνη, να αστειεύεται, και ουδεμίαν κλίσιν είχε προς τα σπουδαία πράγματα. Όταν δε πίνων και τρυφών εξήντλει όσα είχε, τότε περιερχόμενος έκλεπτε. Πολλάκις εκείνοι οίτινες τον κατηγόρουν ότι έκλεψε τα πράγματά των, όταν ούτος ηρνείτο, τον έφερον εις το μαντείον του τόπου· και πολλάκις μεν εξηλέγχθη υπό των μαντείων, πολλάκις δε διέφυγεν. Άμα δε εγένετο βασιλεύς, έπραξε τα ακόλουθα· όσοι θεοί τον εκήρυξαν αθώον, τούτους ούτε ετίμα, ούτε τοις αφιέρωνε κανέν κόσμημα, ούτε εισήρχετο ποτέ εις τους ναούς των διά να θυσιάση εις θεούς τους οποίους εγνώρισεν ότι ήσαν ανάξιοι και ψευδείς εις τας μαντείας των· εξ εναντίας δε ετίμα μεγάλως εκείνους οίτινες τον κατεδίκασαν ως κλέπτην, θεωρών αυτούς ως θεούς δίδοντας χρησμούς αψευδείς.
175. Και πρώτον μεν ήγειρεν εις τον ναόν της Αθηνάς, εις την Σάιν, θαυμαστά προπύλαια, υπερβαίνοντα κατά πολύ τα των προκατόχων του βασιλέων κατά τε την έκτασιν και το ύψος, και προσέτι κατά το μέγεθος και την ποιότητα των λίθων· έπειτα δε αφιέρωσεν αγάλματα μεγάλα και υπερμεγέθεις ανδρόσφιγγας, και τέλος μετέφερε διά τας επισκευάς του οικοδομήματος λίθους εκτάκτου μεγέθους. Εξ αυτών, άλλους μεν έφερον από τα πλησίον της Μέμφιδος λατομεία, άλλους δε, τους μεγαλειτέρους, από την πόλιν Ελεφαντίνην, απέχουσαν από την Σάιν πλέον των είκοσιν ημερών πλουν. Εκείνο όμως το όποιον θαυμάζω περισσότερον από όλα είναι το εξής· μετεκόμισεν από την Ελεφαντίνην έν οίκημα μονόλιθον, το οποίον τρισχίλιοι άνθρωποι διαταχθέντες επί τούτω και όντες όλοι κυβερνήται εδαπάνησαν τρία έτη διά να μεταφέρωσι. Του οικήματος τούτου το μεν εξωτερικόν μήκος είναι πήχεις είκοσι και είς, το δε πλάτος δεκατέσσαρες, και το ύψος οκτώ. Και αυτά μεν είναι τα εξωτερικά μέτρα του μονολίθου οικήματος· έσωθεν δε το μεν μήκος είναι δεκαοκτώ πήχεις και είκοσι δάκτυλοι, το δε πλάτος δώδεκα πήχεις, και το ύψος πέντε. Το οίκημα ευρίσκεται εις την είσοδον του ιερού, λέγουσι δε ότι δεν το έσυρον εντός διά την ακόλουθον αιτίαν ότε το έσυρον, ο αρχιτέκτων, αγανακτών και διά το επίπονον της εργασίας και διά τον πολύν χρόνον όστις κατηναλίσκετο, ήρχισε να στενάζη· ο δε Άμασις εκλαβών τούτο ως κακόν σημείον, δεν άφησε να σύρωσι το οίκημα περισσότερον· άλλοι λέγουσιν ότι είς των περί τους μοχλούς εργαζομένων κατεπλακώθη υπό τα οίκημα, και ότι από της στιγμής εκείνης έπαυσαν να το κινώσιν.
176. Αφιέρωσε προσέτι ο Άμασις εις όλους τους άλλους διασήμους ναούς έργα αξιοθαύμαστα διά το μέγεθος αυτών, και μεταξύ άλλων εις την Μέμφιν το κολοσσιαίον άγαλμα το κεκλιμένον προ του ναού του Ηφαίστου το οποίον έχει μήκος εβδομήκοντα πέντε ποδών. Εις το ίδιον δε βάθρον είναι εστημένοι δύο κολοσσοί εκ λίθου Αιθιοπικού, είκοσι ποδών το ύψος έκαστος, ο είς εις το έν μέρος και ο έτερος εις το άλλο. Υπάρχει επίσης και εις την Σάιν μέγα άγαλμα λίθινον κεκλιμένον κατά τον αυτόν τρόπον ως το εν τη Μέμφιδι. Τέλος ο Άμασις έκτισε και τον εις την Μέμφιν μέγιστον και μεγαλοπρεπέστατον ναόν της Ίσιδος.
177. Λέγουσι δε ότι επί του βασιλέως Αμάσιος η Αίγυπτος ευτύχησε πολύ και καθ' όσον απαιτείται από τον ποταμόν διά την ευφορίαν της γης και καθόσον απαιτείται από την γην διά την ευτυχίαν των ανθρώπων· και ηριθμούντο τότε εις την Αίγυπτον είκοσι χιλιάδες πόλεις. Ο Άμασις είναι ο καταστήσας τον νόμον όστις υποχρεοί πάντα Αιγύπτιον να δεικνύη κατ' έτος εις τον νομάρχην του πόθεν πορίζεται τα προς το ζην, και εάν δεν κάμη τούτο, εάν δεν αποδείξη ότι οι πόροι του είναι νόμιμοι, να τιμωρήται με θάνατον. Λαβών τον νόμον τούτον από την Αίγυπτον ο Σόλων ο Αθηναίος, τον επέβαλεν εις τους συμπολίτας του, οίτινες τον διατηρούσιν ακόμη και τον θεωρούσιν άμεμπτον.
178. Ο Άμασις ήτο φιλέλλην· τουλάχιστον υπεδέχθη ευνοϊκώς τινάς εξ αυτών και έδωκε προς κατοικίαν εκείνων μεν οίτινες ήρχοντο εις την Αίγυπτον την πόλιν Ναύκρατιν· εις εκείνους δε οίτινες δεν είχον σκοπόν να διαμείνωσιν εκεί οριστικώς, αλλ' ήρχοντο χάριν εμπορίου, έδωκε τόπους διά να ιδρύσωσι βωμούς και ναούς εις τους θεούς. Το μέγιστον λοιπόν τέμενος αυτών, το ονομαστότατον, το μάλλον συχναζόμενον, ήτο το καλούμενον Ελλήνιον, το οποίον εκτίσθη από κοινού υπό των Ιώνων της Χίου, της Τέω, της Κνίδου, της Φωκαίας και των Κλαζομενών, υπό των Δωριέων της Ρόδου, της Κνίδου, της Αλικαρνασσού και της Φασήλιδος, και υπό των Αιτωλών μόνης της Μυτιλήνης. Ο ναός ούτος ανήκει εις όλας τας πόλεις ταύτας και αύται δίδουσι τους προστάτας των εμπορικών υποθέσεων. Όσαι δε άλλαι πόλεις αντιποιούνται την συμμετοχήν, ουδέν δικαίωμα έχουσιν εις τούτο. Πλην τούτου οι Αιγινήται έκτισαν αυτοί μόνοι τον ναόν του Διός, οι Σάμιοι τον της Ήρας, και οι Μιλήσιοι τον του Απόλλωνος.
179. Ήτο δε άλλοτε η Ναύκρατις το μόνον εμπόριον της Αιγύπτου, και δεν υπήρχεν άλλο ουδαμού. Εάν τις ήθελεν υπάγει εις κανέν άλλο στόμα του Νείλου, έπρεπε να ορκισθή ότι δεν υπήγεν εκουσίως. Μετά τον όρκον δε τούτον έπρεπε να πλεύση, με το ίδιον πλοίον εις το Κανωβικόν στόμα. Εάν οι εναντίοι άνεμοι τον εμπόδιζον, τότε τον ηνάγκαζον να μεταφέρη το φορτίον του διά λέμβων περί το Δέλτα μέχρι της Ναυκράτιος. Τόσην τιμήν λοιπόν είχεν η Ναύκρατις.
180. Όταν δε οι Αμφικτύονες εμίσθωσαν τον ναόν όστις σήμερον είναι εις τους Δελφούς όπως ανακτίσωσιν αυτόν διά τριακοσίων ταλάντων, επειδή ο παλαιός είχε κατακαή αυτομάτως, εις τους Δελφούς επεβλήθη να δώσωσι το τεταρτημόριον του μισθώματος τούτου. Περιφερόμενοι λοιπόν οι Δελφοί από πόλεως εις πόλιν εσύναζον συνδρομάς· τούτο δε ποιούντες έλαβον ουκ ολίγας και από την Αίγυπτον, διότι ο μεν Άμασις τοις έδωκε χιλίων ταλάντων στυπτηρίαν, οι δε κατοικούντες εις την Αίγυπτον είκοσι μνας αργυράς.
181. Με τους Κυρηναίους δε ο Άμασις συνήψε συνθήκην φιλίας και συμμαχίας και απεφάσισε να λάβη γυναίκα από αυτούς, είτε διότι επεθύμει να νυμφευθή Ελληνίδα είτε διά φιλίαν προς τους Κυρηναίους. Έλαβε λοιπόν γυναίκα κατ' άλλους μεν του Βάττου, κατ' άλλους δε του Αρκεσιλάου την θυγατέρα και κατ' άλλους του Κριτοβούλου, ανδρός σημαντικού μεταξύ των πολιτών, ης το όνομα ήτο Λαδίκη. Μετ' αυτής όμως συγκατακλινόμενος ο Άμασις δεν ηδύνατο να μιγή, μολονότι μετεχειρίζετο τας άλλας γυναίκας. Επειδή δε τούτο συνέβη πολλάκις, ο Άμασις είπε προς την Λαδίκην· «Ω γύναι, βεβαίως θα με έδωκες φάρμακον και δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγης τον φρικωδέστερον θάνατον τον οποίον υπέστη ποτέ γυνή.» Η δε Λαδίκη, επειδή με όλας τας αρνήσεις της ο Άμασις δεν κατεπραΰνετο, έταξεν εις την Αφροδίτην, εάν ο Άμασις κατορθώση να μιγή μετ' αυτής εκείνην την νύκτα, (διότι μόνον δι' αυτού του μέσου ηδύνατο να σωθή) να πέμψη εις την Κυρήνην άγαλμα χρυσούν. Μετά την ευχήν αμέσως εμίγη μετ' αυτής ο Άμασις και από της στιγμής εκείνης επετύγχανεν οσάκις την επλησίαζε, και την ηγάπησε πολύ. Η δε Λαδίκη εξεπλήρωσε την ευχήν της προς την θεάν, διέταξε να κατασκευάσωσι το άγαλμα και το έπεμψεν εις την Κυρήνην όπου και εσώζετο μέχρι των ημερών μου και ήτο εστημένον έξω της πόλεως. Ταύτην την Λαδίκην, όταν ο Καμβύσης εγένετο κύριος της Αιγύπτου και έμαθε παρά τη ιδίας ποία ήτο, την έπεμψεν αβλαβή εις την Κυρήνην.
182. Ο Άμασις αφιέρωσε και εις την Ελλάδα αφιερώματα· εις μεν την Κυρήνην άγαλμα της Αθηνάς επίχρυσον και την εικόνα του εζωγραφημένην, εις δε την Αθηνάν της Λίνδου δύο αγάλματα λίθινα και ένα θώρακα λινούν αξιοθέατον· προσέτι δε εις την εν Σάμω Ήραν δύο εικόνας του ξυλίνας, αίτινες επί των ημερών μου ήσαν εις τον μεγάλον ναόν, όπισθεν της θύρας. Και εις μεν την Σάμον έπεμψε τα αφιερώματα ταύτα εκ φιλίας προς τον υιόν του Αιάκους Πολυκράτη, εις δε την Λίνδον ουχί διά φιλίαν προς την πόλιν ταύτην, αλλά διότι, ως λέγεται, ο ναός της Αθηνάς εκτίσθη εκεί υπό των θυγατέρων του Δαναού, αίτινες εσταμάτησαν εκεί φεύγουσαι τους υιούς του Αιγύπτου. Ταύτα είναι τα αναθήματα του Αμάσιος. Πρώτος δε αυτός εκυρίευσε την Κύπρον και την καθυπέβαλεν εις φόρον.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ
Θ Α Λ Ε Ι Α
1. Κατά του Αμάσιος τούτου εστράτευσεν ο υιός του Κύρου Καμβύσης, έχων μεθ' εαυτού εκ των Ελλήνων τους Ίωνας και τους Αιολείς, εκτός εκείνων των λαών επί των οποίων εβασίλευεν. Αιτία δε της στρατείας ταύτης ήτο η ακόλουθος· πέμψας ο Καμβύσης κήρυκα εις την Αίγυπτον εζήτει την θυγατέρα του Αμάσιος· την εζήτει δε κατά συμβουλήν Αιγυπτίου τινός ωργισμένου κατά του Αμάσιος, διότι από όλους τους ιατρούς τους ευρισκομένους εις την Αίγυπτον αυτόν απέσπασεν από την γυναίκα του και τα παιδία του διά να τον παραδώση εις τους Πέρσας, όταν ήλθον απεσταλμένοι του Κύρου διά να ζητήσωσιν ιατρόν οφθαλμών τον άριστον των της Αιγύπτου. Μνησικακών διά την αιτίαν ταύτην παρεκίνησε διά των συμβουλών του τον Καμβύσην να ζητήση την θυγατέρα του Αμάσιος, με τον σκοπόν, εάν μεν την δώση, να τον λυπήση, εάν δε δεν την δώση να τον καταστήση εχθρόν του Καμβύσου. Ο δε Άμασις, στενοχωρούμενος ήδη διά την δύναμιν των Περσών και φοβούμενος ενταυτώ, δεν ετόλμα μήτε να την δώση μήτε να την αρνηθή· άλλως τε δε δεν ηγνόει ότι ο Καμβύσης ήθελε να την έχη ουχί γυναίκα αλλά παλλακίδα του. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενος έπραξε το εξής· υπήρχε θυγάτηρ τις του προτέρου βασιλέως Απρίου, υψηλού αναστήματος και ωραία, η μόνη ήτις είχε μείνει από την οικογένειαν ταύτην και ήτις εκαλείτο Νίτητις. Αυτήν την κόρην κοσμήσας ο Άμασις με ενδύματα και χρυσόν, την έπεμψεν εις τους Πέρσας ως ιδίαν του θυγατέρα. Μετά τινα χρόνον χαιρετίζων αυτήν ο Καμβύσης την προσηγόρευσε θυγατέρα του Αμάσιος· τότε η Νίτητις τω είπεν· «Ω βασιλεύ, δεν βλέπεις ότι ηπατήθης από τον Άμασιν όστις κοσμήσας πολυτελώς με έπεμψε και με έδωκεν εις σε ως θυγατέρα του, εμέ ήτις αληθώς είμαι θυγάτηρ του Απρίου, άλλοτε αυθέντου του, τον οποίον αυτός και οι επαναστατήσαντες Αιγύπτιοι εφόνευσαν.» Οι λόγοι ούτοι, καθώς και αυτό τούτο το γεγονός, έπεισαν τον Καμβύσην υιόν του Κύρου, μεγάλως οργισθέντα, να στρατεύση κατά της Αιγύπτου. Και ταύτα μεν λέγουσιν οι Πέρσαι.
2. Οι δε Αιγύπτιοι εξ εναντίας οικειοποιούνται τον Καμβύσην, αξιούντες ότι εγεννήθη εκ της θυγατρός ταύτης του Απρίου. Κατ' αυτούς, ουχί ο Καμβύσης, αλλ' ο Κύρος εζήτησε την θυγατέρα του Αμάσιος. Λέγοντες όμως ταύτα, πολύ απομακρύνονται της αληθείας· ούτε λανθάνει αυτούς (καθότι ουδείς γνωρίζει καλλίτερον από τους Αιγυπτίους τα έθιμα των Περσών) πρώτον μεν ότι ο νόμος δεν επιτρέπει να βασιλεύση νόθος, υπάρχοντος νομίμου υιού· δεύτερον ότι ο Καμβύσης ήτο υιός της Κασσανδάνης, θυγατρός του Φαρνάσπου, ενός των Αχαιμενιδών, και όχι γυναικός Αιγυπτίας. Επίτηδες όμως αλλοιούσι τα γεγονότα διά να φανώσιν ότι συγγενεύουσι με την οικογένειαν του Κύρου. Και ταύτα μεν ούτως έχουσι.
3. Λέγουσιν ακόμη και την ακόλουθον ιστορίαν, κατ' εμέ απίστευτον. Γυνή τις Περσίς, εισελθούσα εις τας γυναίκας του Κύρου είδε περί την Κασσανδάνην τα παιδία της τα οποία ήσαν ευειδή και μεγάλα· καταληφθείσα δε υπό θαυμασμού, επήνει αυτά. Τότε η Κασσανδάνη, ήτις ήτο σύζυγος του Κύρου, τη είπε· «Μολονότι είμαι μήτηρ τοιούτων παιδιών, ο Κύρος με περιφρονεί και τιμά εκείνην την οποίαν έλαβεν από την Αίγυπτον.» Ταύτα είπεν η Κασσανδάνη ζηλοτυπούσα την Νίτητιν· αλλ' ο Καμβύσης ο πρεσβύτερος των υιών της, απεκρίθη· «Μήτερ, όταν γίνω ανήρ, όλην την Αίγυπτον θα φέρω άνω κάτω.» Τους λόγους τούτους είπεν ο Καμβύσης μόλις δεκαετής ων και αι γυναίκες εθαύμασαν· τούτο δε ενθυμούμενος, άμα ηνδρώθη και έλαβε την βασιλείαν, εστράτευσε κατά της Αιγύπτου.
4. Περίστασις δε την οποίαν θέλω αναφέρει συνετέλεσε κάπως εις την επιτυχίαν της εισβολής. Μεταξύ των επικούρων του Αμάσιος υπήρχεν άνθρωπός τις γεννηθείς εις Αλικαρνασσόν, ονόματι Φάνης, ικανός σύμβουλος και ανδρείος πολεμιστής. Ο Φάνης ούτος, πειραχθείς διά τινα αιτίαν κατά του Αμάσιος, έφυγεν εκ της Αιγύπτου διά θαλάσσης με σκοπόν να συνδιαλεχθή με τον Καμβύσην. Επειδή δε ήτο άνθρωπος με μεγάλην βαρύτητα μεταξύ των επικούρων και είχεν ακριβεστάτας πληροφορίας περί των πραγμάτων της Αιγύπτου, έπεμψε κατόπιν του ο Άμασις προθυμοποιούμενος να τον συλλάβη· προς τούτο δε επεφόρτισε τον πιστότατον των ευνούχων του δους αυτώ τριήρη. Ο ευνούχος τον έφθασεν εις την Λυκίαν· αλλ' αφού τον συνέλαβε δεν τον έφερεν εις την Αίγυπτον, διότι ο Φάνης τον ηπάτησε με τας πανουργίας του, εμέθυσε τους φύλακάς του και έφυγεν εις τους Πέρσας· Φθάσας εις τον Καμβύσην τον εύρεν ενασχολούμενον εις τας ετοιμασίας του πολέμου και απορούντα ποίαν οδόν να λάβη διά να διέλθη την έρημον. Τότε ο Φάνης τον επληροφόρησε περί της καταστάσεως του Αμάσιος, τω υπέδειξε την καλλιτέραν οδόν και τον συνεβούλευσε να ζητήση από τον βασιλέα των Αραβίων δίοδον και ασφάλειαν.
5. Γνωστόν ότι μόνον εκ τούτου του μέρους δύναταί τις να εισβάλη εις την Αίγυπτον, διότι από της Φοινίκης μέχρι των συνόρων της Καδύτιος, η χώρα ανήκει εις τους Σύρους της Παλαιστίνης, και από της Καδύτιος (πόλεως ήτις ως νομίζω δεν είναι μικροτέρα των Σάρδεων) μέχρι της Ιηνύσου τα παραθαλάσσια εμπόρια ανήκουσιν εις την Αραβίαν· πάλιν δε από της Ιηνύσου μέχρι της λίμνης Σερβωνίδος, κατά μήκος της οποίας το Κάσιον όρος καταβαίνει έως εις την θάλασσαν, η χώρα ανήκει εις τους Σύρους· η δε Αίγυπτος αρχίζει από την λίμνην ταύτην Σερβωνίδα όπου λέγουσιν ότι εκρύφθη ο Τυφών. Το μεταξύ της πόλεως Ιηνύσου, του όρους Κασίου και της λίμνης Σερβωνίδος, όπερ δεν είναι ολίγον, αλλ' έως τριών ημερών οδός, είναι καθ' υπερβολήν ξηρόν.
6. Θα αναφέρω ενταύθα εκείνο το οποίον ολίγοι εκ των ελθόντων διά θαλάσσης εις την Αίγυπτον παρετήρησαν. Εξ όλης της Ελλάδος και προς τούτοις εκ της Φοινίκης δις του έτους κομίζονται εις την Αίγυπτον πήλινα αγγεία πλήρη οίνου· και εν τούτοις αφού κενωθώσι τα αγγεία ταύτα, μολονότι τόσα πολλά, δεν βλέπει τις πλέον μήτε έν. Πού λοιπόν δαπανώνται; δύναταί τις να ερωτήση. Εγώ θα το είπω. Ο δήμαρχος εκάστης πόλεως είναι υποχρεωμένος να συνάζη όλα τα πήλινα αγγεία και να τα στέλλη εις την Μέμφιν, εκείθεν δε, πληρούμενα ύδατος, στέλλονται εις την έρημον της Συρίας. Τοιουτοτρόπως όλα τα εις την Αίγυπτον ερχόμενα και αποβιβαζόμενα αγγεία κομίζονται εις την Συρίαν όπως και τα προ αυτών.
7. Πρώτοι οι Πέρσαι, αφότου εγένοντο κύριοι της Αιγύπτου, ευκόλυναν διά του τρόπου τούτου την εις την Αίγυπτον είσοδον πληρούντες με ύδωρ τα αγγεία και πέμποντες αυτά εις την έρημον. Τότε όμως, επειδή δεν υπήρχεν ακόμη η προμήθεια αύτη του ύδατος, ο Καμβύσης, αφού ήκουσε τον ξένον Αλικαρνασσέα, έπεμψεν απεσταλμένους προς τον Αράβιον, και ζητήσας έλαβεν υπόσχεσιν ασφαλείας, δους και δεχθείς παρ' αυτού εχέγγυα πίστεως.
8. Οι δε Αράβιοι πλειότερον παντός άλλου λαού σέβονται τας συνθήκας των· κάμνουσι δε αυτάς ως εξής. Όταν τινές θέλουσι να δώσωσιν αμοιβαίον όρκον, τρίτος τις άλλος άνθρωπος ιστάμενος εν τω μέσω αυτών χαράττει με λίθον οξύν πλησίον των μεγάλων δακτύλων το μήλον της χειρός των ορκιζομένων, λαμβάνων δε έπειτα ολίγον χνουν εκ του ιματίου αυτών τον βρέχει με αίμα και αλείφει επτά λίθους τεθειμένους εκεί. Ταύτα πράττων επικαλείται τον Διόνυσον και την Ουρανίαν Αφροδίτην. Μετά το πέρας δε των διατυπώσεων τούτων, εκείνος όστις ωρκίσθη παρουσιάζει εις τους φίλους του τον ξένον ή τον πολίτην, εάν μετά πολίτου ωρκίσθη, και οι φίλοι κρίνουσι δίκαιον να σέβωνται και αυτοί τας πίστεις ταύτας. Νομίζουσι δε ότι μόνοι θεοί είναι ο Διόνυσος και η Αφροδίτη, και λέγουσιν ότι κείρουσι τας τρίχας της κεφαλής των ως και ο Διόνυσος· τας κόπτουσι δε κυκλοτερώς και ξυρίζουσι το άνω μέρος των κροτάφων. Ονομάζουσι δε τον μεν Απόλλωνα Οροτάλ, την δε Αφροδίτην Αλιλάτ.
9. Αφού ο Αράβιος έκαμε συνθήκας με τους απεσταλμένους του Καμβύσου, ιδού τι εμηχανεύθη· εγέμισε με ύδωρ ασκούς κατεσκευασμένους από δέρματα καμήλων και τους εφόρτωσεν επί ζωντανών καμήλων τας οποίας έφερεν εις την έρημον όπου περιέμεινε τον στρατόν του Καμβύσου. Και τούτο μεν είναι το μάλλον πιθανόν εξ όσων διηγούνται· πρέπει όμως να αναφέρω και το ολιγώτερον πιθανόν, καθότι λέγουσι και τούτο. Υπάρχει εις την Αραβίαν μέγας ποταμός όστις καλείται Κόρυς και χύνεται εις την Ερυθράν λεγομένην θάλασσαν. Εκ του ποταμού τούτου λοιπόν λέγουσιν ότι ο βασιλεύς των Αραβίων έφερε το ύδωρ εις την έρημον διά μακροτάτου οχετού εκ βοείων δερμάτων ακατεργάστων και άλλων δερμάτων ερραμμένων ομού, όστις έληγεν εις μεγάλας δεξαμενάς, ορυχθείσας όπως δέχωνται και διαφυλάττωσι το ύδωρ. Από του ποταμού δε μέχρι της ερήμου είναι δώδεκα ημερών πορεία, και τρεις οχετοί δευτερεύοντες έφερον ως λέγεται το ύδωρ εις τρία διάφορα μέρη.
10. Ο δε υιός του Αμάσιος Ψαμμήνιτος, εστρατοπεδευμένος εις το Πηλούσιον στόμα του Νείλου, περιέμενε τον Καμβύσην· καθότι ούτος, όταν εστράτευσε κατά της Αιγύπτου, δεν εύρε ζώντα τον αντίπαλόν του όστις απέθανεν αφού εβασίλευσε τεσσαράκοντα και τέσσαρα έτη κατά τα οποία δεν υπέστη μεγάλην τινά συμφοράν. Ταριχευθέίς δε ετάφη εις τον εντός του ιερού τάφου τον οποίον αυτός έκτισεν. Επί της βασιλείας του υιού του Ψαμμηνίτου μέγιστον θαύμα εγένετο εις την Αίγυπτον· βροχή έπεσεν εις τας Αιγυπτίας Θήβας, όπου ουδέποτε έβρεξεν ούτε πρότερον ούτε έπειτα μέχρι της εποχής μου, ως λέγουσιν αυτοί οι Θηβαίοι. Τωόντι ποσώς δεν βρέχει εις την άνω Αίγυπτον, και τότε ολίγαι μόνον ψεκάδες έπεσον.