WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1 cover

Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Chapter 8: ΒΙΒΛΙΟΝ TΕTAPTOΝ Μ Ε Λ Π Ο Μ Ε Ν Η.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The historian announces a systematic inquiry intended to preserve notable human actions and their causes, then narrates a mixture of legendary origins, eyewitness reports, and collected accounts. He links early seaborne abductions and mythic episodes to later interstate hostilities, traces the rise and fall of rulers and kingdoms such as Lydia under Croesus, and moves between genealogies, ethnographic sketches, city histories, and explanations of military conflicts. The narrative alternates myth and enquiry, cites competing traditions, and offers geographical, cultural, and political detail while reflecting on causation and the variability of human fortune.

146. Ταύτα είπεν ο Χαρίλαος· ο δε Μαιάνδριος εδέχθη την αίτησίν του, ουχί ως φρονώ διότι έφθασεν εις τόσην ανοησίαν ώστε να νομίζη ότι διά των δυνάμεών του ήθελε νικήσει τον βασιλέα, αλλά μάλλον εκ φθόνου προς τον Συλοσώντα, ότι έμελλε χωρίς κόπον να επαναλάβη την πόλιν ακέραιον. Ο σκοπός του λοιπόν ήτο να ερεθίση τους Πέρσας, να εξασθενίση την Σάμον και να την παραδώση εις αυτήν την κατάστασιν, ηξεύρων ότι αν εβλάπτοντο οι Πέρσαι ήθελον φερθή σκληρώς προς τους Σαμίους, και βέβαιος ων επίσης ότι ηδύνατο να εξέλθη της πόλεως ασφαλέστατα όταν ήθελε· διότι είχε κατασκευάσει μυστικήν διώρυχα φέρουσαν από της ακροπόλεως εις την θάλασσαν. Απέπλευσε λοιπόν ο Μαιάνδριος εκ της νήσου ακριβώς κατά την στιγμήν καθ' ην ο Χαρίλαος οπλίσας πάντας τους επικούρους και ανοίξας τας πύλας εξήλθε διά να κτυπήση τους Πέρσας οίτινες δεν περιέμενον τοιούτο τι και ενόμιζον ότι τα πάντα είχον συμβιβασθή. Επιπεσόντες λοιπόν οι επίκουροι κατ' αυτών εφόνευσαν τους μάλλον σημαντικούς, εκείνους οίτινες εδιφροφορούτο. Αλλ' ενώ εφόνευον αυτούς, ήλθε προς βοήθειαν ο άλλος Περσικός στρατός και επιπεσών κατά των επικούρων ηνάγκασεν αυτούς να κλεισθώσιν εις την ακρόπολιν.

147. Ο Οτάνης, μάρτυς της καταστροφής ταύτης, ενθυμήθη τας διαταγάς τας οποίας τω έδωκεν ο Δαρείος αποστέλλων αυτόν, να μη φονεύση κανένα, να μη δουλώση κανένα και να αποδώση την νήσον εις τον Συλοσώντα αβλαβή· τας ενθυμήθη και συγχρόνως τας ελησμόνησε· διέταξε λοιπόν τον στρατόν να φονεύση πάντα ον ήθελε συλλάβει, άνδρα ή παιδίον. Τότε οι μεν εκ του στρατού επολιόρκησαν την ακρόπολιν, οι δε εφόνευον πάντα ον εύρισκον ενώπιόν των, είτε εις τας οδούς, είτε εις τους ναούς.

148. Ο δε Μαιάνδριος, φυγών από την Σάμον, έπλευσε προς την Λακεδαίμονα. Φθάσας εκεί με όλα τα πράγματα όσα έλαβε μεθ' εαυτού αναχωρών, έπραξε τα εξής. Εξέβαλε ποτήρια χρυσά και αργυρά, και οι μεν υπηρέται τα εκαθάριζον, αυτός δε κατ' εκείνην την στιγμήν εξήλθε διά να συνομιλήση μετά του Κλεομένους του Αναξανδρίδου, βασιλέως της Σπάρτης, τον οποίον έπειτα έφερεν εις την κατοικίαν του. Όταν ο Κλεομένης είδε τα ποτήρια, εθαύμασε και εξεπλάγη. Αμέσως ο Μαιάνδριος τον προσκαλεί να λάβη όσα θέλη, αλλ' εις μάτην επαναλαμβάνει την παράκλησίν του δις και τρις, ο Κλεομένης δεικνύεται δικαιότατος άνθρωπος και δεν κρίνει πρέπον να δεχθή τα προσφερόμενα. Εννοών δε ότι άλλοι πολίται ηδύναντο να δελεασθώσιν από τα δώρα και να εύρη ίσως ο Μαίανδρος υπεράσπισιν, μετέβη προς τους εφόρους και τοις είπεν ότι συμφέρει εις την Σπάρτην να αναχωρήση ο Σάμιος ξένος εκ της Πελοποννήσου διά να μη αναπείση ή αυτόν ή άλλον τινά Σπαρτιάτην να γίνη κακός. Υπακούσαντες δε οι έφοροι διέταξαν διά του κήρυκος τον Μαιάνδριον να αναχωρήση.

149. Οι δε Πέρσαι, περικυκλώσαντες την Σάμον ως εντός δικτύου, την παρέδοσαν εις τον Συλοσώντα έρημον κατοίκων. Μετά τινα χρόνον όμως ο Οτάνης ανενέωσε τον πληθυσμόν της συνεπεία ονείρου τινός το οποίον είδε και ασθενείας τινός ήτις τον ηκολούθησεν εις τα αιδοία.

150. Καθ' ην στιγμήν ο στόλος ανεχώρει διά την Σάμον απεστάτησαν οι Βαβυλώνιοι καλώς προητοιμασμένοι καθ' όλα· διότι από της εποχής του μάγου, της συνωμοσίας των επτά και των ταραχών αίτινες επηκολούθησαν, παρεσκευάζοντο διά την πολιορκίαν χωρίς να τους εννοήση κανείς. Αφού δε επανέστησαν αναφανδόν, έλαβον και τα εξής μέτρα· έκαστος εξελέξατο την γυναίκα την οποίαν επροτίμα περισσότερον από τας άλλας της οικίας, πλην των μητέρων τας οποίας έθεσαν κατά μέρος, έπειτα συνήθροισαν τας λοιπάς και τας έπνιξαν. Είχε λοιπόν έκαστος μίαν γυναίκα διά να κατασκευάζη τα φαγητά του, τας δε λοιπάς έπνιξαν διά να οικονομώσι τας τροφάς.

151. Μαθών τούτο ο Δαρείος, συνήθροισεν όλας τας δυνάμεις του, εστράτευσε κατ' αυτών, έφθασεν εις την Βαβυλώνα και επολιόρκησε τους κατοίκους μηδόλως μεριμνώντας περί τούτου. Τωόντι οι Βαβυλώνιοι, αναβαίνοντες εις τους προμαχώνας, εχόρευον και έσκωπτον τον Δαρείον και τον στρατόν του· είς δ' εξ αυτών είπε τους λόγους τούτους· «Διατί μένετε εδώ, ω Πέρσαι, και δεν αναχωρείτε. Θα μας κυριεύσετε τότε όταν ημίονοι γεννήσωσι.» Ταύτα είπεν είς των Βαβυλωνίων νομίζων ότι ποτέ ημίονος δεν ειμπορεί να γεννήση.

152. Έν έτος και επτά μήνες είχον ήδη παρέλθει, ο δε Δαρείος και όλος ο στρατός ηγανάκτουν διότι δεν ηδύναντο να κυριεύσωσι την πόλιν, μολονότι ετέθησαν εις ενέργειαν όλα τα στρατηγήματα και όλαι αι μηχαναί. Μεταξύ δε των άλλων στρατηγημάτων, απεπειράθησαν και εκείνο με το οποίον επέτυχεν άλλοτε ο Κύρος. Αλλ' οι Βαβυλώνιοι είχον λάβει μεγάλας προφυλάξεις και δεν ηδύνατο να τους κυριεύση.

153. Ενώ εγίνοντο ταύτα, κατά τον εικοστόν μήνα, συνέβη το εξής θαύμα εις τον Ζώπυρον τον υιόν του Μεγαβύζου, εκείνου όστις υπήρξεν είς των επτά κατά του μάγου συνωμοσάντων. Μία από τας σιτοφόρους ημιόνους του εγέννησεν. Όταν δε τω ανήγγειλον τούτο δεν επίστευσε και μετέβη ο ίδιος διά να ίδη τον πώλον. Παραγγείλας δε εις τους υπηρέτας του να μη φανερώσωσιν εις κανένα το γεγονός, εσκέπτετο πολλά καθ' εαυτόν. Τότε ενθυμήθη τους λόγους του Βαβυλωνίου όστις κατά την έναρξιν της πολιορκίας είχεν ειπεί ότι θα κυριευθή το τείχος όταν γεννήσωσιν ημίονοι, και έκρινεν ότι ηδύνατο τέλος να κυριευθή η Βαβυλών, καθότι επίστευεν ότι κατά θείαν βούλησιν ο Βαβυλώνιος είπε τον λόγον εκείνον και εγέννησεν η ημίονός του.

154. Επειδή λοιπόν τω εφαίνετο ότι απεφασίσθη υπό της μοίρας να κυριευθή η Βαβυλών, μετέβη προς τον Δαρείον και τον ηρώτησεν εάν είχε μεγάλην επιθυμίαν να κυριεύση την πόλιν ταύτην, Ότε δε έμαθεν ότι επεθύμει πολύ, ήρχισε να σκέπτεται πώς να την κυριεύση ο ίδιος και πώς το έργον να αποδοθή εις αυτόν, διότι εις τους Πέρσας τα κατορθώματα ανταμείβονται διά μεγίστων τιμών. Δι' άλλου τρόπου λοιπόν δεν έβλεπεν ότι ηδύνατο να κυριεύση την Βαβυλώνα ειμή πρώτον να πληγώση εαυτόν και έπειτα να αυτομολήση εις τους Βαβυλωνίους. Ούτω δε αψηφήσας τους πόνους επλήγωσεν εαυτόν με πληγάς ανιάτους· καθότι κόψας την ρίνα και τα ώτα και περικείρας ακανονίστως την κόμην και μαστιγώσας εαυτόν παρουσιάσθη ενώπιον του Δαρείου.

155. Ο δε Δαρείος ελυπήθη πολύ ιδών λελωβημένον ένα των σημαντικωτάτων του στρατού· όθεν αναπηδήσας από τον θρόνον ανεβόησε και τον ηρώτησε ποίος ο πληγώσας αυτόν και διά ποίαν αιτίαν. Ο δε Ζώπυρος απεκρίθη· «Δεν υπάρχει άνθρωπος, εκτός σου, όστις να έχη τόσην δύναμιν ώστε να με φέρη εις αυτήν την κατάστασιν· ούτε άλλος τις ξένος, ω βασιλεύ, έπραξε τούτο, αλλ' εγώ ο ίδιος, μη ανεχόμενος να σκώπτωσι τους Πέρσας οι Ασσύριοι.» Απεκρίθη ο Δαρείος· «Ω σκληρότατε άνθρωπε, εις αισχίστην πράξιν έδωσες κάλλιστον όνομα, λέγων ότι ένεκα των πολιορκουμένων επληγώθης ανιάτως. Νομίζεις λοιπόν, ω ανόητε άνθρωπε, ότι σού καταπληγωθέντος οι εχθροί θα παραδοθώσι ταχύτερον; τόσον λοιπόν έχασες τας φρένας σου ώστε να έλθης εις αυτήν την κατάστασιν;» Ο δε Ζώπυρος απήντησεν· «Εάν σοι εκοινοποίουν τι έμελλον να πράξω, βεβαίως θα με εμπόδιζες· τώρα όμως το έπραξα χωρίς να ερωτήσω κανένα και ήλθεν η στιγμή καθ' ην, εκτός εάν δείξης καμμίαν έλλειψιν, θα κυριεύσωμεν την Βαβυλώνα, διότι όπως είμαι θα αυτομολήσω εις την πόλιν, θα είπω εις τους πολιορκουμένους ότι από σε έπαθον ταύτα και νομίζω, αφού τους πείσω περί τούτου, να μοι αναθέσωσι την στρατηγίαν. Συ εν τούτοις, την δεκάτην ημέραν μετά την είσοδόν μου εις τα τείχη των, παράταξον προς την πύλην της Σεμιράμιδος χιλίους στρατιώτες εξ εκείνων τους οποίους δεν φροντίζεις πολύ εάν χαθώσι· μετά τούτο, περίμενον ακόμη επτά ημέρας, έπειτα παράταξον άλλους δισχιλίους προς την πύλην των Νινίων· μετά την εβδόμην δε ταύτην ημέραν, άφες ακόμη να παρέλθωσιν είκοσιν ημέραι, και παράταξον τρισχιλίους στρατιώτας προς την πύλην των Χαλδαίων. Τόσον ούτοι όσον και οι προηγούμενοι να μη έχωσιν άλλο αμυντήριον όπλον πλην εγχειριδίων· αυτά μόνον άφες τους να έχωσι. Μετά την εικοστήν ημέραν διάταξον αμέσως το άλλο στράτευμα να κάμη έφοδον περί την πόλιν, θέσον δε δι' εμέ τους Πέρσας παρά τας Βηλίδας και Κισσίας λεγομένας πύλας, διότι δεν αμφιβάλλω ότι οι Βαβυλώνιοι, αφού με ίδωσι να εκτελέσω τόσα κατορθώματα, θα εμπιστευθώσιν εις εμέ και τα άλλα πράγματα και προς τούτοις τας κλείδας των πυλών. Περί των λοιπών δε θα φροντίσωμεν εγώ και οι Πέρσαι.»

156. Ταύτα παραγγείλας επορεύετο προς τας πύλας επιστρεφόμενος πολλάκις ως αν ήτο αληθώς αυτόμολος. Ιδόντες αυτόν οι επί των επάλξεων τοποθετημένοι σκοποί, κατέβησαν μετά σπουδής, ήνοιξον ολίγον μίαν πύλην και τον ηρώτησαν τις ήτο και τι ήθελε. Τοις είπεν ότι ήτο ο Ζώπυρος και ότι κατέφευγεν εις αυτούς. Ακούσαντες ταύτα οι πυλωροί τον έφεραν εις το κοινόν των Βαβυλωνίων, όπου παρουσιασθείς ελεεινολόγει εαυτόν λέγων ότι έπαθεν υπό του Δαρείου όσα έπαθεν αφ' εαυτού· προσέθηκε δε ότι τα έπαθεν επειδή συνεβούλευσε τον Δαρείον να λύση την πολιορκίαν, αφού δεν εφαίνετο ότι υπήρχε μέσον να κυριευθή η πόλις. «Τώρα, εξηκολούθησεν, ω Βαβυλώνιοι, έρχομαι προς σας διά μεγίστην ωφέλειαν υμών και μεγίστην βλάβην του Δαρείου και του στρατού και των Περσών· διότι αφού με έφερεν εις τοιαύτην κατάστασιν δεν θα απέλθη ατιμώρητος και ηξεύρω λεπτομερώς όλα του τα σχέδια.» Ταύτα είπεν ο Ζώπυρος.

157. Οι δε Βαβυλώνιοι, βλέποντες άνδρα εκ των πρώτων Περσών στερηθέντα ρινός και ώτων, πλήρη αίματος και μαστιγώσεων, επίστευσαν άνευ της παραμικράς αμφιβολίας ότι έλεγε την αλήθειαν και ότι ήλθε να πολεμήση δι αυτούς· προθύμως λοιπόν τω έδοσαν ό,τι εζήτει· τοις εζήτησε δε στρατόν. Αφού δε επέτυχεν ό,τι επεθύμει, εξετέλεσεν όσα συνεφώνησε μετά του Δαρείου. Την δεκάτην ημέραν εξέβαλε τον στρατόν των πολιορκουμένων, και περικυκλώσας τους χιλίους τους οποίους παρήγγειλεν εις τον Δαρείον να πέμψη πρώτους, κατέκοψεν αυτούς. Πεισθέντες δε οι Βαβυλώνιοι ότι τα έργα του ήσαν σύμφωνα με τους λόγους του, πάνυ περιχαρείς ήσαν έτοιμοι να τον υπηρετώσιν εις ό,τι διέταττεν. Ο δε αφήσας να παρέλθωσιν αι συμπεφωνημέναι ημέραι, εκλέξας πάλιν τινάς Βαβυλωνίους εξήλθε και κατέκαψε τους δισχιλίους του Δαρείου. Ιδόντες δε και τούτο το έργον οι Βαβυλώνιοι, όλοι είχον εις το στόμα το όνομα του Ζωπύρου και υπερεπήνουν αυτόν. Ούτος δε πάλιν αφήσας να παρέλθωσι και αι άλλαι συμπεφωνημένα ημέραι, έκαμε τρίτην έξοδον εις το προειρημένον μέρος, περιεκύκλωσε τους τετρακισχιλίους και εφόνευσεν αυτούς. Μετά το τελευταίον δε τούτο κατόρθωμα ο Ζώπυρος ήτο το παν εις τους πολιορκουμένους, οίτινες τον κατέστησαν στρατάρχην και τειχοφύλακα.

158. Όταν όμως ο Δαρείος έκαμε κατά τα συμπεφωνημένα γενικήν έφοδον κατά του τείχους εξ όλων των μερών, όλος ο δόλος του Ζωπύρου απεκαλύφθη· διότι, ενώ οι Βαβυλώνιοι από των τειχών ημύνοντο και απέκρουον τον στρατόν, ο Ζώπυρος, ανοίξας τας Κισσίας και τας Βηλίδας καλουμένας πύλας, εισήγαγε τους Πέρσας εις το κέντρον της πόλεως. Εκ δε των Βαβυλωνίων όσοι μεν είδον τα πραττόμενα κατέφυγον εις τον ναόν του Διός του Βήλου, όσοι δε δεν τα είδον έμειναν εις την θέσιν των μέχρις ου έμαθον και αυτοί ότι επροδώθησαν. Τοιουτοτρόπως η Βαβυλών εκυριεύθη εκ δευτέρου.

159. Ο δε Δαρείος, αφού υπέταξε τους Βαβυλωνίους, εκρήμνισε τα τείχη και απέσπασεν όλας τας πύλας· ο Κύρος, ο πρώτος κατακτητής της Βαβυλώνος, δεν έπραξεν ούτε το έν ούτε το άλλο. Επί πάσιν ο βασιλεύς ανεσκολόπισε τρισχιλίους εκ των κορυφαίων πολιτών, επιτρέψας εις τους λοιπούς να κατοικώσι την πόλιν. Διά να έχωσι δε γυναίκας οι Βαβυλώνιοι (διότι είχον πνίξει τας ιδικάς των, ως εφανέρωσα εις τας αρχάς, διά να οικονομήσωσι τας τροφάς) διέταξε τα γείτονα έθνη να στείλωσι γυναίκας εις την Βαβυλώνα, κανονίσας εκάστου την αναλογίαν, ώστε το όλον των συναθροισθεισών γυναικών ήτο πεντήκοντα χιλιάδες. Εκ τούτων δε των γυναικών κατάγονται οι σήμερον Βαβυλώνιοι.

160. Κατά την κρίσιν του Δαρείου, ουδείς υπερέβη τον Ζώπυρον κατά την ανδραγαθίαν, ούτε εκ των προγενεστέρων ούτε εκ των συγχρόνων, πλην του Κύρου, διότι ποτέ Πέρσης δεν ενόμισεν ότι δύναται να παραβληθή με τον τελευταίον τούτον. Λέγουσι δε ότι πολλάκις ο Δαρείος επανέλαβε τους λόγους τούτους· ότι επροτίμα μάλλον να μη υποστή την βλάβην εκείνην ο Ζώπυρος, παρά να κατακτήση αυτός άλλας είκοσι Βαβυλώνας εκτός εκείνης την οποίαν κατέκτησε. Τον ετίμησε δε υπερβαλλόντως, καθότι κατ' έτος τω έδιδε δώρα όσα οι Πέρσαι νομίζουσι πολυτιμότατα· τω έδωκε προς τούτοις να κυβερνά ισοβίως την Βαβυλώνα αφορολόγητον, και άλλα πολλά προνόμια τω εχάρισεν. Εκ του Ζωπύρου δε τούτου εγεννήθη ο Μεγάβυζος όστις εις την Αίγυπτον επολέμησε κατά των Αθηναίων και των συμμάχων· και εκ του Μεγαβύζου τούτου εγεννήθη ο Ζώπυρος όστις μετηνάστευσεν εκ της Περσίας διά να κατοικήση εις τας Αθήνας.

ΒΙΒΛΙΟΝ TΕTAPTOΝ
Μ Ε Λ Π Ο Μ Ε Ν Η.


1. Μετά δε την άλωσιν της Βαβυλώνος, εγένετο η κατά των Σκυθών εκστρατεία του Δαρείου· διότι ανθούσης της Ασίας και εισρεόντων πολλών χρημάτων, ηθέλησεν ο Δαρείος να τιμωρήση τους Σκύθας επειδή ούτοι πρώτοι εισβαλόντες εις την Μηδικήν χώραν και νικήσαντες τους εναντιουμένους, ήρχισαν αδικούντες. Τωόντι, ως είπον προηγουμένως, οι Σκύθαι ήρξαν της άνω Ασίας έτη εικοσιοκτώ· εισήλθον δε εις την Ασίαν διώκοντες τους Κιμμερίους και κατέλυσαν την ηγεμονίαν των Μήδων, οίτινες ήρχον της Ασίας πριν ή έλθωσιν οι Σκύθαι. Οι ίδιοι λοιπόν ούτοι Σκύθαι, μετά απουσίαν εικοσιοκτώ ετών, επιστρέφοντες εις τον τόπον των, έμελλον να υποστώσι πόλεμον όχι μικρότερον του Μηδικού. Εύρον εναντιούμενον εις αυτούς ουκ ολίγον στρατόν· διότι αι γυναίκες των Σκυθών, ένεκα της πολυχρονίου απουσίας των ανδρών των, είχον σχέσεις με τους δούλους.

2. Έχουσι δε οι Σκύθαι δούλους τυφλούς ένεκα του γάλακτος το οποίον πίνουσι και το οποίον συνάζουσι κατά τον εξής τρόπον. Λαμβάνοντες φυσητήρας οστεΐνους, παρεμφερεστάτους με αυλούς, εμβάλλουσιν αυτούς εις τα γεννητικά μόρια των φοράδων και φυσώσι διά του στόματος· ενώ δε αυτοί φυσώσιν, άλλοι αμέλγουσι. Λέγουσι δε ότι πράττουσι τούτο διά την εξής αιτίαν· αι φλέβες της ίππου πληρούμεναι ανέμου εξογκούνται και καταβαίνουσιν οι μαστοί. Αφού δε αμέλξωσι το γάλα, το χύνουσιν εντός ξυλίνων αγγείων κοίλων και στήσαντες πέριξ τους τυφλούς το κινούσι. Και όσον μεν μένει εις την επιφάνειαν το αποσύρουσι νομίζοντες αυτό ως καλλίτερον. Διά την αιτίαν ταύτην οι Σκύθαι τυφλούσιν εκείνους τους οποίους αιχμαλωτεύουσιν. Είναι δε οι Σκύθαι ούτοι ουχί γεωργοί, αλλά νομάδες.

3. Εκ των δούλων τούτων και των γυναικών εγεννήθησαν παίδες οίτινες μαθόντες την γέννησίν των εξήλθον εναντίον των Σκυθών οι οποίοι επέστρεφον εκ της Μηδίας. Και πρώτον μεν περιεχαράκωσαν την χώραν ορύξαντες ευρείαν τάφρον την οποίαν εξέτεινον από των Ταυρικών ορέων μέχρι της Μαιώτιδος λίμνης, ήτις εστί μεγίστη. Έπειτα, επειδή οι Σκύθαι προσεπάθουν να εισβάλωσι, παρετάχθησαν εις το απέναντι μέρος της τάφρου και επολέμουν. Γενομένης δε μάχης πολλάκις και μη κατορθούντων των Σκυθών να υπερτερήσωσιν, είς αυτών είπε τα εξής· «Τι πράττομεν, ω Σκύθαι, πολεμούντες τους δούλους μας; Εάν μεν φονευώμεθα ολιγοστεύομεν, εάν δε τους φονεύωμεν, ελαττούμεν τον αριθμόν εκείνων επί των οποίων ήμεθα κύριοι. Ακούσατέ με λοιπόν· ας αφήσωμεν τα τόξα και τα ακόντια, και λαβόντες τας μάστιγας των ίππων ας πλησιάσωμεν αυτούς· διότι ενόσω βλέπουσιν ημάς με όπλα, νομίζουσιν ότι είναι όμοιοι μας και από ομοίους γονείς γεννηθέντες· αλλ' εάν μας ίδωσι κρατούντας μάστιγας αντί όπλων, θα εννοήσωσιν ότι είναι δούλοι ημών, και άμα το εννοήσωσι, δεν θα αντισταθώσι πλέον.»

4. Ακούσαντες ταύτα οι Σκύθαι τα έθεσαν εις ενέργειαν· οι δε δούλοι εκπλαγέντες ελησμόνησαν την μάχην και έφυγον. Τοιουτοτρόπως οι Σκύθαι, αφού εκυρίευσαν την Ασίαν, διωχθέντες από τους Μήδους, μετεχειρίσθησαν το μέσον τούτο διά να εισέλθωσιν εις την πατρίδα των. Ο δε Δαρείος, θέλων να τους εκδικηθή διά την εισβολήν των, συνήθροισε στράτευμα εναντίον των.

5. Ως λέγουσιν οι Σκύθες, το νεώτατον όλων των εθνών είναι το ιδικόν των και εγένετο ούτω πως· ο πρώτος άνθρωπος της χώρας ταύτης, ερήμου έως τότε, ωνομάζετο Γαργίταος· γονείς δε του Γαργιτάου τούτου λέγουσιν ότι είναι ο Ζευς και μία θυγάτηρ του ποταμού Βορυσθένους, όπερ εις εμέ μεν δεν φαίνεται πιστευτόν, το λέγουσιν όμως. Και η μεν καταγωγή του Γαργιτάου τοιαύτη ήτο· εξ αυτού δε εγεννήθησαν τρεις παίδες, ο Λιπόξαϊς, ο Αρπόξαϊς και ο νεώτατος Κολάξαϊς. Επί της βασιλείας αυτών, εκ του ουρανού φερόμενα χρυσά έργα, άροτρον, ζυγός, πέλεκυς, ποτήριον, έπεσαν εις την Σκυθικήν. Πρώτος ο πρεσβύτατος τα είδε και επλησίασε διά να τα λάβη· αλλ' εις την προσέγγισιν του ο χρυσός εξέβαλε φλόγας. Μακρυνθέντος αυτού, επλησίασεν ο δεύτερος αλλά συνέβησαν τα αυτά. Ο δε καίων χρυσός, αφού απώθησε τους δύο τούτους, εσβέσθη όταν επλησίασεν ο τρίτος ο νεώτατος όστις τον έλαβε και τον έφερε εις την κατοικίαν του. Οι πρεσβύτεροι λοιπόν αδελφοί, εννοήσαντες τι εσήμαινε το θαύμα εκείνο, παρέδωκαν όλην την βασιλείαν εις τον νεώτατον.

6. Από μεν του Λιποξάιος κατάγονται οι Σκύθαι των οποίων το γένος καλείται Αυχάται· από δε του δευτέρου Αρποξάιος οι λεγόμενοι Κατίαροι και Κράσπιες, από δε του νεωτάτου αυτών οι βασιλικοί Σκύθαι οι καλούμενοι Παραλάται. Όλοι δε κοινώς καλούνται Σκόλοτοι, από του ονόματος του βασιλέως των· Σκύθας δε τους ωνόμασαν οι Έλληνες.

7. Τοιαύτη, ως λέγουσιν οι Σκύθαι, είναι η καταγωγή των, προσθέτουσι δε ότι παρήλθον χίλια έτη, όχι περισσότερα, αλλ' ακριβώς τόσα, από του βασιλέως Γαργιτάου μέχρι της επιδρομής του Δαρείου. Τον ιερόν δε τούτον χρυσόν φυλάττουσιν οι βασιλικοί Σκύθαι επιμελώς και κατ' έτος τω αποτείνουσι δεήσεις και ζητούσι να τον καταστήσωσιν ευμενή διά μεγάλων θυσιών. Όστις δε κρατών τον χρυσόν διαρκούσης της εορτής αποκοιμηθή εν υπαίθρω, αυτός, λέγουσιν οι Σκύθαι, δεν ζη εκείνον τον χρόνον, και διά τούτο δίδεται εις αυτόν τόση γη όσην δύναται να διατρέξη έφιππος εις μίαν ημέραν. Επειδή δε η χώρα είναι μεγάλη, ο Κολάξαϊς την διένειμε διά τους υιούς του εις τρία βασίλεια, και εξ αυτών έν έκαμε μέγιστον, εκείνο όπου φυλάττεται ο χρυσός. Τα απώτερα μέρη τα προς άρκτον των κατοικουμένων χωρών, λέγουσιν οι Σκύθαι ότι ούτε να τα ίδη τις δύναται ούτε να τα πλησιάση ένεκα των πτερών τα οποία είναι κεχυμένα εις τον αέρα και εις το έδαφος· είναι δε τόσα πολλά, ώστε εμποδίζουσι την όρασιν.

8. Ταύτα λέγουσιν οι Σκύθαι περί εαυτών και περί της χώρας των· αλλ' οι Έλληνες οι κατοικούντες τας όχθας του Ευξείνου πόντου άλλως διηγούνται τα πράγματα. Ο Ηρακλής, λέγουσιν, ελαύνων τας βους του Γηρυόνου, έφθασεν εις την έρημον γην την οποίαν νέμονται σήμερον οι Σκύθαι. O Γηρυόνης κατώκει μακράν του Πόντου, εις την νήσον την οποίαν οι Έλληνες καλούσιν Ερύθειαν, κειμένην πλησίον των Γαδείρων, εν τω Ωκεανώ, πέραν των Ηρακλείων στηλών. Ο δε Ωκεανός ούτος λέγουσι μεν ότι αρχίζει από το μέρος όπου ανατέλλει ο ήλιος και τρέχει περί όλην την γην, αλλά δεν φέρουσιν ουδεμίαν απόδειξιν τούτου. Εντεύθεν ο Ηρακλής έφθασεν εις την σήμερον καλουμένην Σκυθικήν χώραν, όπου ο χειμών και το ψύχος τον κατέλαβον· εκαλύφθη λοιπόν με την λεοντήν και εκοιμήθη. Αλλ' οι ίπποι του οχήματος, βόσκουσαι εις αυτό το διάστημα, εγένοντο άφαντοι κατά υπερφυσικήν τινα αιτίαν.

9. Ότε ηγέρθη ο Ηρακλής τας εζήτει, και διατρέξας όλην την χώραν έφθασε τέλος εις την καλουμένην Υλαίαν. Εκεί εύρεν εντός άντρου μιξοπάρθενόν τινα έχιδναν, της οποίας τα μεν άνω των γλουτών ήσαν γυναικός, τα δε κάτω όφεως. Ιδών αυτήν και θαυμάσας ο Ηρακλής, την ηρώτησεν εάν είδε που ίππους πλανωμένας· εκείνη δε είπεν ότι τας έχει, αλλά δεν τας αποδίδει εις αυτόν πριν ή μιχθή μετ' αυτής. Επί τω όρω τούτω εμίγη μετ' αυτής ο Ηρακλής, αλλ' η έχιδνα ανέβαλλε την απόδοσιν των ίππων, επιθυμούσα να ζη μετ' αυτού οίον το δυνατόν πλειότερον χρόνον. Εκείνος όμως ήθελε να τας λάβη και να αναχωρήση. Τέλος πάντων τας απέδωκε λέγουσα προς αυτόν. ««Τας μεν ίππους ταύτας εδώ σοι έσωσα εγώ, συ δε μοι επλήρωσες τα σώστρα, διότι συνέλαβον εκ σου τρεις παίδας· τούτους αφού γίνωσιν άνδρες, τι πρέπει να τους κάμω; να τους αποκαταστήσω εις την χώραν ταύτην της οποίας είμαι κυρία, ή να τους πέμψω προς σε;» Εκείνη μεν ταύτα ηρώτησεν· ο δε Ηρακλής, ως λέγουσιν οι Έλληνες, απεκρίθη· «Όταν ίδης τους παίδας να γίνωσιν άνδρες, δεν θα σφάλης πράττουσα αυτό το οποίον θα σοι είπω. Αποκατάστησον εις την χώραν εκείνον εκ των τριών τον οποίον θα ίδης τείνοντα τοιουτοτρόπως το τόξον τούτο και ζωννύμενον κατ' αυτόν τον τρόπον τον ζωστήρα τούτον· εκείνους δε τους οποίους ιδής ότι δεν είναι ικανοί να πράξωσιν αυτά τα οποία σοι παραγγέλλω, δίωξον από την χώραν. Εάν πράξης ούτω, και συ θα ευχαριστηθής καί τας διαταγάς μου θα εκπληρώσης.»

10. Ταύτα ειπών ο Ηρακλής έλαβεν έν των τόξων του (διότι έως τότε είχε δύο) και λύσας τον ζωστήρα όστις εις το άκρον της συμβολής είχε φιάλην χρυσήν, παρέδοσε το τόξον και τον ζωστήρα, και ανεχώρησεν. Όταν δε τα εξ αυτής γεννηθέντα παιδία ηνδρώθησαν, η Έχιδνα κατ' αρχάς τοις έδωκεν ονόματα, και τον μεν ωνόμασεν Αγάθυρσον, τον δε δεύτερον Γελωνόν και τον νεώτατον Σκύθην. Έπειτα ενθυμήθη όσα τη παρήγγειλεν ο Ηρακλής. Δύο των υιών της, ο Αγάθυρσος και ο Γελωνός, δεν ηδυνήθησαν να εκτελέσωσι τον προσβληθέντα αγώνα και έφυγον εκ της χώρας διωχθέντες υπό της μητρός των, ο δε νεώτατος αυτών Σκύθης εκτελέσας τα απαιτούμενα έμεινεν εν τη χώρα. Εκ του Σκύθου τούτου, υιού του Ηρακλέους κατάγονται όλοι οι βασιλείς των Σκυθών, ένεκα δε της φιάλης, οι Σκύθαι φέρουσιν ακόμη φιάλας εις την ζώνην των. Τούτο μόνον εμηχανεύθη η μήτηρ προς χάριν του Σκύθου. Ταύτα διηγούνται οι Έλληνες οι κατοικούντες τον Εύξεινον Πόντον.

11. Περί του αυτού πράγματος υπάρχει και άλλη παράδοσις την οποίαν αφότου ήκουσα προτιμώ. Οι νομάδες Σκύθαι οι κατοικούντες εν τη Ασία, πιεσθέντες υπό των πολεμούντων αυτούς Μασσαγετών έφυγον και διαβάντες τον ποταμόν Αράξην ήλθον εις την Κιμμερίαν γην· διότι η γη την οποίαν κατοικούσι τώρα οι Σκύθαι ανήκεν άλλοτε, ως λέγουσιν, εις τους Κιμμερίους. Οι δε Κιμμέριοι, επειδή ήρχοντο εναντίον των οι Σκύθαι, ιδόντες την έφοδον τόσου στρατού, συνεσκέφθηααν· ήσαν δε αι γνώμαι διηρημέναι, έντονοι μεν αμφότεραι, καλλιτέρα όμως η των βασιλέων. Ο μεν δήμος έλεγεν ότι ήτο ανάγκη να κινδυνεύσωσι πολεμούντες προς πολλούς, η δε γνώμη των βασιλέων ήτο ότι εξ εναντίας έπρεπε να μείνωσι και να υπερασπίσωσι την χώραν των κατά των επερχουμένων εχθρών. Και οι μεν βασιλείς ηρνήθησαν να ενδώσωσιν εις τον δήμον, ο δε δήμος ηρνήθη να υπακούση εις τους βασιλείς· βλέποντες δε ούτοι ότι η μερίς του δήμου επέμενε να αναχωρήση και παραδώση την χώραν αμαχητί εις τους επιόντας, απεφάσισαν αποθανόντες να ταφώσιν εκεί και να μη φύγωσι μετά του δήμου, αναλογιζόμενοι όσα καλά απήλαυσαν και όσα κακά ήτο ενδεχόμενον να τοις συμβώσιν εάν έφευγον εκ της πατρίδος των. Ταύτα αποφασίσαντες, διηρέθησαν εις δύο ισάριθμα σώματα και επέπεσαν κατ' αλλήλων. Και αυτούς μεν αποθανόντας εκουσίως έθαψεν ο δήμος των Κιμμερίων εις τας όχθας του ποταμού Τύρου, όπου φαίνεται εισέτι ο τάφος των· ο δε δήμος αφού τους έθαψεν ανεχώρησε και ελθόντες οι Σκύθαι εύρον την χώραν έρημον.

12. Έτι και σήμερον υπάρχουσιν εις την Σκυθίαν Κιμμέρια πόλις, τα Κιμμέρια Πορθμεία, χώρα τις καλουμένη Κιμμερία και ο λεγόμενος Κιμμέριος Βόσπορος. Φαίνεται δε ότι οι Κιμμέριοι φυγόντες εις την Ασίαν ένεκα των Σκυθών αποκατεστάθησαν εις την χερσόνησον όπου σήμερον είναι η ελληνική πόλις Σινώπη· είναι βέβαιον επίσης ότι οι Σκύθαι καταδιώκοντες αυτούς επλανήθησαν της οδού και εισέβαλον εις την Μηδικήν γην, διότι οι μεν Κιμμέριοι φεύγοντες ηκολούθουν πάντοτε το παραθαλάσσιον, οι δε Σκύθαι τους εδίωκον έχοντες τον Καύκασον προς τα δεξιά, και τραπέντες προς τα μεσόγαια έφθασαν εις την Μηδίαν. Είπα λοιπόν και τον λόγον τούτον τον οποίον κοινώς και οι Έλληνες και οι βάρβαροι λέγουσι.

13. Αλλ' ο Αριστέας του Καϋστροβίου, Προκοννήσιος εποποιός, λέγει ότι εμπνευσθείς υπό του Φοίβου μετέβη εις τους Ισσηδόνας· πέραν του λαού τούτου, προσθέτει, κατοικούσιν οι Αριμασποί, άνθρωποι μονόφθαλμοι· πέραν των Αριμασπών οι χρυσοφύλακες γρύπες, και πέραν αυτών οι Υπερβόρειοι, εκτεινόμενοι μέχρι της θαλάσσης. Όλοι οι λαοί ούτοι, κατά τον ποιητήν, εκτός των Υπερβορείων, αδιακόπως κάμνουσιν επιδρομάς εναντίον των γειτόνων των, και ότι πρώτοι ήρχισαν τούτο οι Αριμασποί· ώστε υπό μεν των Αριμασπών διώκονται εκ της χώρας οι Ισσηδόνες, υπό δε των Ισσηδόνων οι Σκύθαι. Τέλος δε οι Κιμμέριοι, οι κατοικούντες τα παράλια του Ευξείνου Πόντου, πιεσθέντες υπό των Σκυθών, εγκατέλιπον τας γαίας των. Ούτω δε μήτε ο Αριστέας δεν συμφωνεί μετά των Σκυθών περί της χώρας των.

14. Ανέφερα την πόλιν εξ ης κατήγετο ο ποιητής ούτος· θα είπω δε τώρα εκείνο το οποίον ήκουσα περί αυτού εις την Προκόννησον και την Κύζικον. Λέγουσιν ότι ο Αριστέας, όστις ουδενός των πολιτών ήτο κατώτερος κατά το γένος, εισελθών εις τι πλυντήριον εν Πρoκοννήσω, απέθανεν αιφνιδίως· ο κναφεύς κλείσας το εργαστήριόν του έδραμε να ειδοποιήση τους συγγενείς του αποθανόντος. Αφού δε διεδόθη εις την πόλιν η είδησις ότι απέθανεν ο Αριστέας, Κυζηκινός τις ελθών της πόλεως Αρτάκης εφιλονείκει με τους λέγοντας τούτο, βεβαιών ότι συνήντησε τον Αριστέαν μεταβαίνοντα εκ της Αρτάκης εις την Κύζικον και ότι συνωμίλησε μετ' αυτού. Ενώ δε υπεστήριζε τα λεγόμενά του επιμόνως, οι συγγενείς μετέβησαν εις την κατοικίαν του κναφέως έχοντες μεθ' εαυτών και εκείνα τα οποία απητούντο διά να άρωσι το σώμα. Ανοιχθείσης της οικίας δεν ευρέθη ο Αριστέας ούτε νεκρός ούτε ζων. Επτά έτη μετά ταύτα εφάνη εις την Προκόννησον και έκαμε τους στίχους τούτους τους οποίους σήμερον οι Έλληνες καλούσιν Αριμασπείους· αφού δε τους έκαμνεν, έγινεν άφαντος και εκ δευτέρου. Ταύτα διηγούνται αι δύο αύται πόλεις.

15. Τα δε ακόλουθα έμαθον ότι συνέβησαν εις τους Μεταποντίνους τους εις την Ιταλίαν, τριακόσια τεσσαράκοντα έτη μετά την εξαφάνισιν του Αριστέου, ως εύρισκον εγώ αριθμήσας τα έτη ότε ήμην εις την Προκόννησον και το Μεταπόντιον. Οι Μεταποντίνοι διηγούνται ότι ο Αριστέας φανείς εις την χώραν των τους διέταξε να ιδρύσωσι ναόν εις τον Απόλλωνα και να στήσωσι πλησίον αυτού ανδριάντα έχοντα επωνυμίαν Αριστέου του Προκοννησίου. Εξ όλων των Ιταλιωτών λαών, έλεγεν, είσθε οι μόνοι τους οποίους επεσκέφθη ο Απόλλων· εγώ αυτός, όστις σήμερον είμαι Αριστέας, τον συνώδευον, και τότε ήμην κόραξ.» Και ο μεν Αριστέας ταύτα ειπών εγένετο άφαντος, οι δε Μεταποντίνοι λέγουσιν ότι πέμψαντες εις τους Δελφούς ηρώτωυ τον θεόν τι εσήμαινον οι λόγοι εκείνοι του φάσματος, η δε Πυθία τους διέταξε να υπακούσωσιν εις αυτά, υποσχομένη ότι ήθελε προκύψει καλόν. Τότε οι Μεταποντίνοι πεισθέντες εξετέλεσαν τα διατασσόμενα, και σήμερον ίσταται ανδριάς επωνυμίαν έχων Αριστέου πλησίον αυτού του αγάλματος του Απόλλωνος και περί αυτόν υπάρχουσι δάφναι πεφυτευμέναι. Ίσταται δε το άγαλμα εν τη αγορά. Και περί μεν του Αριστέου αρκούσιν όσα είπον.

16. Ουδείς δε γνωρίζει μετά βεβαιότητος τι υπάρχει άνω της χώρας, περί ης η ρύμη της διηγήσεως με φέρει να ομιλήσω, ούτε ηδυνήθην ν' ακούσω τινά λέγοντα ότι εγνώριζέ τι ιδίοις όμμασιν, ούτε αυτός δε ο Αριστέας, περί του οποίου ωμίλησα προ ολίγου ανέφερε ποτέ εις τους στίχους του ότι επροχώρησε πέραν των Ισσηδόνων, αλλά τα ανώτερα εκείνων μέρη τα διηγείται εξ ακοής, ομολογών ότι οι Ισσηδόνες τα είπον εις αυτόν. Ημείς όμως θα διηγηθώμεν όλα όσα ηδυνήθημεν να εξακριβώσωμεν περί των μεμακρυσμένων τούτων μερών.

17. Από του εμπορικού λιμένος του Βορυσθένους (καθότι τούτο είναι το κεντρικώτατον σημείον εξ όλων των μερών της Σκυθίας), οι πρώτοι κάτοικοι είναι οι Καλλιπίδαι, όντες Ελληνοσκύθαι· άνωθεν αυτών είναι άλλο έθνος, οι καλούμενοι Αλαζώνες, οίτινες τας αυτάς συνηθείας έχουσι μετά των Σκυθών· σπείρουσι και τρώγουσι σίτον, κρόμμυα, σκόροδα, φακήν, κέγχρους. Υπεράνω των Αλαζώνων κατοικούσιν οι γεωργοί Σκύθαι, οίτινες σπείρουσι τον σίτον ουχί διά να τρώγωσιν, αλλά διά να τον πωλώσι. Τούτων υπεράνω κατοικούσιν οι Nευροί, προς βοράν δε των Νευρών, καθ' όσον ημείς γνωρίζομεν, δεν κατοικούσι πλέον άνθρωποι. Ταύτα είναι τα έθνη τα παρά τον Ύπανιν ποταμόν και προς δυσμάς του Βορυσθένους.

18. Πέραν δε του Βορυσθένους, αρχίζοντες από την θάλασσαν, πρώτον μεν είναι η Υλαία, μετ' αυτήν δε κατοικούσι Σκύθαι γεωργοί τους οποίους οι παρά τον Ύπανιν ποταμόν οικούντες Έλληνες καλούσι Βορυσθενείτας, εαυτούς ονομάζοντες Ολβιοπολίτας. Ούτοι λοιπόν οι γεωργοί Σκύθαι νέμονται προς ανατολάς μεν τριών ημερών οδόν μέχρι του ποταμού τον οποίον καλούσι Παντικάπην, προς βοράν δε μέχρις ένδεκα ημερών πλουν άνω του Βορυσθένους· υπεράνω δε τούτων είναι έρημος μεγάλης εκτάσεως. Πέραν της ερήμου ευρίσκονται οι Ανδροφάγοι, έθνος αυτόχθον και ουδόλως Σκυθικόν. Τούτων άνωθεν η χώρα είναι εντελώς ακατοίκητος, ουδέ υπάρχει έθνος τι ανθρώπων, καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν.

19. Προς ανατολάς των γεωργών τούτων Σκυθών, διαβαίνων τις τον Παντικάπην ποταμόν εισέρχεται αμέσως εις τους νομάδας Σκύθας οίτινες ούτε σπείρουσιν ούτε καλλιεργούσιν, είναι δε η χώρα αυτών, πλην της Υλαίας, γυμνή δένδρων. Οι νομάδες ούτοι νέμονται γην δεκατεσσάρων ημερών οδού, ήτις εκτείνεται μέχρι του ποταμού Γέρρου.

20. Πέραν του ποταμού τούτου είναι οι καλούμενοι βασιλικοί Σκύθαι, οι άριστοι, οι πολυαριθμότατοι, οι νομίζοντες τους άλλους Σκύθας δούλους των. Εκτείνονται δε ούτοι προς μεσημβρίαν μεν μέχρι της Ταυρικής, προς ανατολάς δε μέχρι της τάφρου την οποίαν ώρυξαν οι εκ των τυφλών γεννηθέντες, και μέχρι του εμπορικού λιμένος της Μαιώτιδος λίμνης όστις καλείται Κρημνοί· τινές δ' εξ αυτών εκτείνονται μέχρι του ποταμού Τανάιδος. Άνωθεν των βασιλικών Σκυθών, προς βοράν, κατοικούσιν οι Μελάγχλαινοι, άλλο έθνος και ουχί Σκυθικόν· άνωθεν δε των Μελαγχλαίνων είναι λίμναι και γη ακατοίκητος, καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν.

21. Αφού διαβή τις τον Τάναϊν, παύει πλέον η Σκυθία, και ο μεν πρώτος κλήρος είναι των Σαυροματών οίτινες αρχόμενοι εκ του μυχού της Μαιώτιδος λίμνης κατοικούσι προς βοράν διάστημα δεκαπέντε ημερών οδόν, όπου ούτε καρποφόρα δένδρα υπάρχουσιν ούτε άγρια. Ανωτέρω τούτων, έχουσι τον δεύτερον κλήρον οι Βουδίνοι νεμόμενοι γην κεκαλυμμένην υπό παντός είδους δένδρων.

22. Υπεράνω των Βουδίνων, προς βοράν, πρώτον μεν είναι έρημος επτά ημερών οδού· μετά την έρημον, κλίνοντες περισσότερον προς ανατολάς, κατοικούσιν οι Θυσαγέται, έθνος πολυάριθμον και ίδιον, όπερ ζη εκ της θήρας. Γείτονες τούτων εις τους αυτούς τόπους κατοικούσιν οι Ιύρκαι οίτινες ωσαύτως ζώσιν εκ της θήρας. Ο θηρευτής αναβάς εις δένδρον (διότι τα δένδρα είναι πολλά ανά πάσαν την χώραν) παραμονεύει, εις την ρίζαν δε του δένδρου αφίνει τον ίππον του όστις είναι δεδιδαγμένος να κήται επί της κοιλίας, να φαίνεται μικρότατος και να ήναι έτοιμος καθώς και είς κύων. Όταν δε ιδή το θήρευμα από του δένδρου, τοξεύει αυτό, αναβαίνει επί τον ίππον, το διώκει, και ο κύων το συλλαμβάνει. Υπεράνω τούτων, πάντοτε αποκλίνοντες προς ανατολάς, κατοικούσιν άλλοι Σκύθαι, αποστατήσαντες από των άλλων βασιλικών Σκυθών και ελθόντες εις τον τόπον τούτον.

23. Μέχρι της χώρας των Σκυθών τούτων, όλα τα μέρη τα οποία περιέγραψα είναι πεδινά και βαθύγαια, πέραν δε τούτων είναι πετρώδη και τραχέα. Διερχόμενος τις πολύ μέρος της τραχείας ταύτης χώρας, φθάνει εις τους πρόποδας υψηλών ορέων όπου κατοικούσιν άνθρωποι οίτινες ως λέγεται γεννώνται φαλακροί, και οι άνδρες και αι γυναίκες, έχουσι την ρίνα σιμήν, τα γένεια μεγάλα, γλώσσαν ιδιαιτέραν, ενδυμασίαν μεταχειρίζονται Σκυθικήν και ζώσιν εκ των δένδρων. Το δένδρον εξ ου τρέφονται καλείται ποντικός, το μέγεθος αυτού είναι περίπου το της συκής, παράγει καρπόν ίσον τω κυάμω και έχει πυρήνα. Αφού ωριμάση, κόπτουσι τον καρπόν, θλίβουσιν αυτόν εντός ιματίου και εξάγουσι ρευστόν παχύ και μέλαν το οποίον καλούσιν άσχυ. Το άσχυ τούτο ή λείχουσιν ή μιγνύοντες μετά γάλακτος πίνουσι, και από της παχύτητος της υποστάθμης κατασκευάζουσι πλακούντια και τρώγουσιν αυτά. Κτήνη δεν έχουσι πολλά, διότι δεν υπάρχουσιν εκεί νομαί καλαί. Έκαστος έχει την κατοικίαν του κάτωθεν δένδρου, τον μεν χειμώνα περικαλυπτόμενος με λευκόν κάλυμμα εκ μαλλίου δυνατού, το δε θέρος άνευ καλύμματος. Ουδείς αδικεί αυτούς, καθότι λέγονται ότι είναι ιεροί· ούτε έχουσι κανέν πολεμικόν όπλον. Αφ' ενός μεν, μεσολαβούσιν όπως περαιώσωσι τας διαφοράς των γειτόνων των, αφ' ετέρου δε ο φυγάς όστις ζητεί παρ' αυτοίς άσυλον, δεν αδικείται υπ' ουδενός. Ονομάζονται δε Οργιεμπαίοι.

24. Μέχρι των φαλακρών τούτων πολύ γνωστός είναι ο τόπος καθώς και τα έθνη όσα είναι πριν φθάσωμεν εις αυτούς, καθότι και Σκύθαι τινές φθάνουσιν εις αυτούς, και δεν είναι δύσκολον να λάβη τις πληροφορίας είτε παρ' αυτών είτε παρά των Ελλήνων του λιμένος του Βορυσθένους και των άλλων λιμένων του Ευξείνου πόντου. Εκ δε των Σκυθών όσοι έρχονται εις αυτούς, διαπραγματεύονται δι' επτά διερμηνέων και επτά γλωσσών.

25. Μέχρι των Αργιππαίων λοιπόν είναι γνωστός ο τόπος· μακρύτερον όμως, ουδέν δύναται τις να είπη ακριβώς, διότι τέμνουσι την χώραν όρη υψηλά τα οποία ουδείς υπερβαίνει. Αλλ' οι φαλακροί ούτοι λέγουσι, και κατ' εμέ δεν είναι πιστευτοί, ότι κατοικούσι τα όρη ταύτα άνθρωποι με πόδας αιγός, και ότι υπερβαίνων τις αυτούς φθάνει εις άλλους ανθρώπους, οίτηνες κοιμώνται έξ μήνας. Ουδόλως παραδέχομαι τούτο, αλλά λέγω ότι τα μεν προς ανατολάς των φαλακρών μέρη είναι γνωστά ότι κατοικούνται υπό Ισσηδόνων, περί δε των προς βοράν των φαλακρών και των Ισσηδόνων ουδέν άλλο είναι γνωστόν ειμή ό,τι λέγουσιν αυτοί οι ίδιοι.

26. Οι Ισσηδόνες, ως λέγεται, έχουσι τα ακόλουθα έθιμα. Όταν αποθάνη τινός ο πατήρ, όλοι οι συγγενείς φέρουσι ζώα· έπειτα, αφού τα θυσιάσωσι και τα διαμελίσωσι, διαμελίζουσιν επίσης τον πατέρα του φιλοξενούντος· αναμίξαντες δε όλα τα κρέατα τα παραθέτουσι προς δείπνον. Την δε κεφαλήν αυτού ψιλώσαντες και καθαρίσαντες καταχρυσούσι, και έπειτα μεταχειρίζονται αυτήν ως είδωλον προσφέροντες κατ' έτος μεγάλας θυσίας. Το έθιμον τούτο ομοιάζει προς το των Ελλήνων οίτινες εορτάζουσι την επέτειον ημέραν του θανάτου των πατέρων των. Άλλως οι Ισσηδόνες φημίζονται ως άνθρωποι δίκαιοι, και αι γυναίκες έχουσι την αυτήν εξουσίαν με τους άνδρας· είναι δε και ούτοι γνωστοί.

27. Ανωτέρω αυτών λέγουσιν οι Ισσηδόνες ότι υπάρχουσιν άνθρωποι μονόφθαλμοι και γρύπες φύλακες του χρυσού. Από τους Ισσηδόνας το παρέλαβον και το επαναλαμβάνουσιν οι Σκύθαι, παρά δε των Σκυθών το παρεδέχθημεν ημείς οι άλλοι και ονομάζομεν αυτούς Σκυθιστί Αριμασπούς, διότι άριμα οι Σκύθαι λέγουσι το έν, σπου δε τον οφθαλμόν.

28. Τόσον δυσχείμερος είναι όλη η χώρα, την οποίαν περιέγραψα, ώστε επί οκτώ μήνας το ψύχος είναι αφόρητον. Κατ' αυτούς τους μήνας εάν χύσης ύδωρ δεν κάμνεις πηλόν, αλλ' εάν ανάψης πυρ κάμνεις πηλόν. Πήγνυται δε και η θάλασσα επίσης ως ο Κιμμέριος Βόσπορος, και επί του κρυστάλλου περιπατούσι τα στρατεύματα των Σκυθών οίτινες κατοικούσιν εντός της τάφρου και ελαύνουσι τας αμάξας πέραν εις τους Σινδούς. Τοιούτος χειμών διατελεί επί οκτώ μήνας, τους δ' επίλοιπους τέσσαρας είναι ακόμη ψύχος. Ο χειμών των κλιμάτων τούτων διαφέρει εκείνου όστις υπάρχει εις όλας τας άλλας χώρας· καθ' όλην ταύτην την ώραν του έτους δεν γίνονται μεγάλαι βροχαί, κατά δε το θέρος δεν παύει η βροχή. Όταν γίνωνται βρονταί εις τα άλλα μέρη, τότε εκεί δεν γίνονται, το δε θέρος είναι συνεχείς. Εάν συμβή κατά τον χειμώνα βροντή, νομίζεται ως θαύμα· εάν δε συμβή σεισμός είτε κατά το θέρος είτε κατά τον χειμώνα, τούτο νομίζεται θαύμα δι' όλην την Σκυθίαν. Οι ίπποι συνειθίζουσιν εις τον χειμώνα τούτον και τον υποφέρουσιν, οι ημίονοι όμως και οι όνοι δεν ανέχονται αυτόν. Εξ εναντίας εις κλίματα ηπιώτερα οι μεν ίπποι οι μένοντες εκτεθειμένοι εις το ψύχος αποθνήσκουσιν, οι δε όνοι και οι ημίονοι αντέχουσιν,

29. Νομίζω δε ότι το γένος των βοών της χώρας ταύτης δεν έχει κέρατα ένεκα του ψύχους· βεβαιοί δε την γνώμην μου ο εξής στίχος του Ομήρου εν τη Οδυσσεία·

$$ Η Λυβία όπου τ' αρνία άμα γεννηθώσιν έχουσιν κέρατα.

Και τω όντι τα κέρατα φύονται ταχέως εις τα θερμά κλίματα· αλλ' εις εκείνα όπου το ψύχος είναι δριμύ, δεν φύονται ουδόλως ή μόλις φύονται.

30. Ενταύθα λοιπόν ταύτα γίνονται ένεκα του ψύχους, θαυμάζω δε (καθότι εξ αρχής η διήγησίς μου ηρέσκετο εις τας προσθήκας) διατί εις όλην την Ηλείαν δεν δύνανται να γεννηθώσιν ημίονοι· το κλίμα δεν είναι ψυχρόν, ουδέ υπάρχει άλλο φανερόν αίτιον του γεγονότος τούτου· λέγουσι δε οι Ηλείοι ότι τούτο προέρχεται έκ τινος κατάρας. Διά τούτο όταν έλθη ο καιρός να συλλάβωσιν οι ίπποι, φέρουσιν αυτάς εις τους πλησιοχώρους· εκεί δε τας αφίνουσι να τας αναβώσιν οι όνοι, και αφού συλλάβωσι, τας φέρουσι πάλιν οπίσω.

31. Περί δε των πτερών με τα οποία λέγουσιν οι Σκύθαι ότι είναι πλήρης ο αήρ, τόσον ώστε μήτε να ίδη τις δύναται μήτε να προχωρήση προς το μέρος της ηπείρου, ιδού ποία είναι η γνώμη μου. Εις τα υψηλότερα μέρη της χώρας ταύτης πάντοτε πίπτει χιών, ολιγωτέρα κατά φυσικόν λόγον το θέρος ή τον χειμώνα. Όστις δε είδε χιόνα πίπτουσαν αφθόνως, εκείνος εννοεί τι λέγω· και τωόντι η χιών ομοιάζει με πτερά. Ένεκα λοιπόν αυτού του δριμέος χειμώνος τα βόρεια μέρη της ηπείρου ταύτης είναι ακατοίκητα. Νομίζω δε ότι οι Σκύθαι και οι περίοικοι αυτών, μεταχειριζόμενοι γλώσσαν συμβολικήν, καλούσι την χιόνα πτερά. Ταύτα λοιπόν είναι όσα λέγονται περί των απωτάτων τούτων χωρών.

32. Περί δε των υπερβορείων ανθρώπων μήτε οι Σκύθαι μήτε οι άλλοι οι περί τα μέρη εκείνα οικούντες λέγουσι τι, πλην ίσως των Ισσηδόνων· ως νομίζω δ' εγώ, ούτε αυτοί δεν λέγουσι τίποτε, διότι εάν έλεγον τι θα το επανελάμβανον οι Σκύθαι, όπως πράττουσι τούτο και διά τους μονοφθάλμους. Ο Ησίοδος μόνον ανέφερε περί των Υπερβορείων, έτι δε και ο Όμηρος εις τους Επιγόνους, εάν τωόντι ο Όμηρος εποίησε τα έπη ταύτα.

33. Οι Δήλιοι όμως λέγουσι πολύ περισσότερα περί αυτών, διηγούμενοι ότι ιερά τινα αντικείμενα, περιτετυλιγμένα εις άχυρα σίτου εκομίζοντο εκ των Υπερβορείων εις τους Σκύθας· ότι εκ των Σκυθών μετεφέροντο εις τους γείτονάς των, έπειτα, από έθνους εις έθνος, έφθανον μέχρι των εσχάτων προς δυσμάς ορίων, εις τον Αδρίαν· εκείθεν δε πεμπόμενα προς μεσημβρίαν, τα εδέχοντο πρώτοι εκ των Ελλήνων οι Δωδωναίοι· έπειτα εκ της Δωδώνης κατέβαινον εις τον Μαλέαν κόλπον διά να διαβώσιν εις την Εύβοιαν· ότι αι πόλεις της νήσου ταύτης διαδοχικώς τα έπεμπον μέχρι της Καρύστου· ότι από την Κάρυστον, αφίνοντες την Άνδρον προς τα αριστερά, τα μετέφερον οι Καρύστιοι εις την Τήνον και οι Τήνιοι εις την Δήλον. Τοιουτοτρόπως λοιπόν λέγουσιν ότι ήρχοντο εις αυτούς τα ιερά ταύτα αντικείμενα. Ιδού δε πώς συμπληρούσι την διήγησίν των· κατά πρώτην φοράν οι Υπερβόρειοι έπεμψαν διά να φέρωσι τα αναθήματα ταύτα δύο κόρας τας οποίας οι Δήλιοι ονομάζουσιν Υπερόχην και Λαοδίκην, μετ' αυτών δε, ως ασφαλή συνοδείαν, έπεμψαν πέντε εκ των αστών οίτινες σήμερον καλούνται Περφερείς και οίτινες εις την Δήλον τιμώνται πολύ. Αλλ' ούτε αι κόραι ούτε οι συνοδοί επέστρεψαν πλέον εις τους Υπερβορείους· κρίνοντες δε τότε ούτοι ότι θα ήτο άτοπον εάν εξηκολούθει πάντοτε να μη επιστρέφωσιν οι αποστελλόμενοι άνθρωποι, απεφάσισαν να φέρωσι τα αναθήματα μέχρι των συνόρων και να τα παραδίδωσι περιτετυλιγμένα με άχυρα εις τους πλησιεστέρους γείτονας παραγγέλλοντες εις αυτούς να τα προσέχωσι και να τα διαβιβάζωσιν εις άλλο έθνος. Και ταύτα μεν τοιουτοτρόπως πεμπόμενα από έθνους εις έθνος έφθανον, ως λέγεται, εις την Δήλον· ηξεύρω δε εγώ το ακόλουθον όπερ έχει σχέσιν προς τα αναθήματα ταύτα. Αι γυναίκες της Θράκης και της Παιονίας, όταν θυσιάζωσιν εις την βασίλισσαν Αρτέμιδα, ποτέ δεν προσφέρουσι τας θυσίας χωρίς άχυρα σίτου. Και ταύτα μεν ηξεύρω ότι πράττουσιν αυταί.

34. Προς τιμήν δε των παρθένων εκείνων αίτινες ελθούσαι εκ των Υπερβορείων ετελεύτησαν εις την Δήλον, αφιερούσιν οι νέοι και αι νέαι της νήσου ταύτης την κόμην των. Αι μεν νέαι, προ του γάμου των, αποτέμνουσαι ένα πλόκαμον ελίττουσιν αυτόν περί άτρακτον και τον αποθέτουσιν επί του τάφου όστις είναι έσω του ναού της Αρτέμιδος, προς αριστεράν του εισερχομένου και σκιάζεται υπό ελαίας. Οι δε νέοι ελίττουσιν ολίγας τρίχας περί τινα χλόην και αποθέτουσιν αυτάς επίσης επί του τάφου. Και αύται μεν αι παρθένοι τοιαύτην τιμήν λαμβάνουσιν από τους κατοίκους της Δήλου.

35. Λέγουσι δε οι αυτοί Δήλιοι ότι η Άργη και η Ώπις, παρθένοι εκ των Υπερβορείων, διελθούσαι διά των αυτών χωρών, έφθασαν εις την Δήλον προ της Υπερόχης και της Λαοδίκης και ότι έφερον εις την Ειλείθυιαν, χάριν του ευκόλου τοκετού των γυναικών, τον φόρον τον οποίον έταξαν. Προσθέτουσι δε ότι η Άργη και η Ώπις ήλθον ομού με αυτούς τους θεούς και ότι εδόθησαν εις αυτάς άλλαι τιμαί παρά των Δηλίων. Αι γυναίκες επαιτούσιν επικαλούμεναι τα ονόματά των έν τινι ύμνω τον οποίον εποίησεν εις αυτάς ο Λύκιος Ωλήν· παρ' αυτών δε μαθόντες οι νησιώται και οι Ίωνες να υμνώσι την Ώπιν και την Άργην, επικαλούνται επίσης αυτάς επαιτούντες (ο Ωλήν δε ούτος, ελθών εκ της Λυκίας, εποίησεν όλους τους παλαιούς ύμνους τους ψαλλομένους εις την Δήλον.) Όταν δε οι μηροί καίωνται επί του βωμού, λαμβάνουσι την τέφραν και την σκορπίζουσιν επί του τάφου της Ώπιος και της Άργης. Είναι δε ο τάφος ούτος όπισθεν του ναού της Αρτέμιδος, προς ανατολάς, πλησιέστατα του εστιατορίου των Κείων.

36. Και ταύτα μεν αρκούσι διά τους Υπερβορείους, διότι δεν θα αναφέρω την ιστορίαν του Αβάριος όστις, ως λέγεται, ήτο Υπερβόρειος και βέλος τον περιέφερεν ανά πάσαν την γην χωρίς να φάγη τίποτε. Εάν ήναι αληθές ότι υπάρχουσιν υπερβόρειοι άνθρωποι, αναγκαίως θα υπάρχωσι και άλλοι υπερνότιοι. Γελώ δε βλέπων πολλούς περιγράφοντας την γην χωρίς να εξηγώσι τίποτε σαφώς. Τινές τούτων παριστώσι τον Ωκεανόν ρέοντα περί την γην, ως εάν η γη εγένετο στρογγύλη διά τόρνου· υποθέτουσιν επίσης ότι η Ευρώπη είναι μεγάλη όσον η Ασία. Με ολίγας όμως λέξεις θα φανερώσω το μέγεθος εκάστης αυτών και το σχήμα.

37. Οι Πέρσαι οικούσιν εκτεινόμενοι μέχρι της νοτίας θαλάσσης της καλουμένης Ερυθράς. Ανωτέρω αυτών, προς βοράν, οικούσιν οι Μήδοι· ανωτέρω των Μήδων οι Σάσπειρες· ανωτέρω δε των Σασπείρων οι Κόλχοι εκτεινόμενοι μέχρι της βορείας θαλάσσης όπου εισβάλλει ο Φάσις ποταμός. Ταύτα τα τέσσαρα έθνη κατοικούσιν από της μιας θαλάσσης μέχρι της άλλης.

38. Εκείθεν, προς δυσμάς, δύο μεγάλαι ξηραί χωρίζονται και καταβαίνουσι μέχρι της θαλάσσης· ταύτας θέλω περιγράψει. Η μία εξ αυτών προς βοράν μεν αρχίζουσα από τον Φάσιν ποταμόν, ακολουθεί την παραλίαν του Ευξείνου Πόντου και του Ελλησπόντου και φθάνει μέχρι του Τρωικού ακρωτηρίου Σιγείου, προς νότον δε η αυτή αύτη ξηρά αρχομένη από του Μυριανδρικού κόλπου του κειμένου πλησίον της Φοινίκης εκτείνεται παρά την θάλασσαν μέχρι του ακρωτηρίου Τριοπίου. Κατοικούσι δε εις την ξηράν ταύτην έθνη τριάκοντα. Αύτη είναι η μία ξηρά.

39. Η ετέρα, αρχομένη από των Περσών, εκτείνεται μέχρι της Ερυθράς θαλάσσης και περιέχει πρώτον την Περσικήν γην, μετά ταύτα την Ασσυρίαν και τέλος την Αραβίαν· λήγει δε, ουχί φυσικώς αλλά τεχνητώς, εις τον Αράβιον κόλπον, εις το σημείον όπου ο Δαρείος ήνωσε διά διώρυχος τα ύδατα του Νείλου. Από της Περσίας μέχρι της Φοινίκης, η χώρα είναι πλατεία και μεγάλη· από δε της Φοινίκης η ξηρά αύτη παρακολουθεί τα παραθαλάσσια της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου όπου και τελευτά. Εις ταύτην τρία μόνα έθνη κατοικούσι. Τοιούτον είναι το σχήμα της Ασίας, εάν αρχίσωμεν από την Περσίαν και προχωρήσωμεν προς δυσμάς.

40. Τα δε ανωτέρω των Περσών, των Μήδων, των Σασπείρων και των Κόλχων προς ανατολάς, αφ ενός μεν περιορίζει η Ερυθρά θάλασσα, αφ' έτερου δε η Κασπία θάλασσα και ο Αράξης ποταμός όστις ρέει ακολουθών την πορείαν του ηλίου. Η Ασία κατοικείται μέχρι της Ινδικής· μετά ταύτα δε προς ανατολάς είναι έρημος και ουδείς δύναται να είπη τι περί αυτής. Τοιαύτη και τοσαύτη είναι η Ασία.

41. Η δε Λιβύα είναι εις την ετέραν ξηράν, διότι συνέχεται με την Αίγυπτον προς το μέρος της οποίας η ξηρά αύτη είναι στενή· τωόντι από της ημετέρας θαλάσσης μέχρι της Ερυθράς είναι δέκα χιλιάδες οργυιαί όπερ εστί χίλιοι στάδιοι. Από του ισθμού όμως τούτου η χώρα πλατύνεται και λαμβάνει το όνομα Λιβύα.

42. Θαυμάζω λοιπόν εκείνους οίτινες ώρισαν και διήρεσαν την γην εις Λιβύαν, Ασίαν και Ευρώπην, καθότι η μεταξύ των χωρών τούτων διαφορά δεν είναι μικρά. Τωόντι η Ευρώπη κατά μήκος μεν είναι ίση με τας άλλας δύο, κατά πλάτος όμως δεν με φαίνεται αξία να παραβληθή με αυτάς. Η Λιβύα προφανώς περικυκλούται υπό υδάτων, πλην του διαστήματος του αποτελούντος τα προς την Ασίαν σύνορα· πρώτος δε από όσους ημείς ηξεύρομεν έδειξε τούτο ο Νεκώ, ο βασιλεύς της Αιγύπτου. Όταν έπαυσε να σκάπτη την μεταξύ του Νείλου και του Αραβίου κόλπου διώρυχα, εξέπεμψε Φοίνικάς τινας με πλοία διατάξας αυτούς να επιστρέψωσιν εις την βορείαν θάλασσαν διά των Ηρακλείων στηλών και ούτω να επανέλθωσιν εις την Αίγυπτον. Οι Φοίνικες αναχωρήσαντες εκ της Ερυθράς θαλάσοης έπλεον προς νότον· όταν δε έφθανε το φθηνόπωρον προσαρμοζόμενοι έσπειρον την γην εις το μέρος της Λιβύας όπου ήθελον ευρεθή και περιέμενον το θέρος· αφού δε εθέριζον τον σίτον, εξηκολούθουν πάλιν τον πλουν των. Τοιουτοτρόπως δύο έτη παρήλθον, κατά δε το τρίτον κάμψαντες τας Ηρακλείους στήλας επέστρεψαν εις την Αίγυπτον και έλεγον ότι περιπλέοντες την Λιβύαν είχον τον ήλιον εις τα δεξιά, όπερ εγώ μεν δεν πιστεύω, άλλος τις όμως ενδέχεται να πιστεύη. Τοιουτοτρόπως λοιπόν η Λιβύα εγένετο γνωστή κατά πρώτον.