WeRead Powered by ReaderPub
Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος cover

Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος

Chapter 11: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'. ΤΑ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΑ ΚΑΘΙΔΡΥΜΑΤΑ.
Open in WeRead

About This Book

A grieving young widow leaves her homeland after the death of a beloved friend to assume care of the friend's young daughter, having vowed at the grave to devote her life to the child's upbringing and to renounce romantic attachment. The narrative traces her mourning, the practical anxieties of living in a foreign country with limited means, her correspondence with a distant maternal relative who offers shelter, and a winter departure that underscores isolation and loss. Recurring concerns include female friendship, self-sacrifice, duty, and the struggle to preserve private sorrow amid social indifference.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ


Επειδή η Μαλβίνα δεν είχε μαζί της βιβλία, κατέβη ένα πρωί στης κ. Μπιρτών και εζήτησε την άδεια να πάρη μερικά από την βιβλιοθήκην της.

 — Αγαπητή μου, είπεν η κ. Μπιρτών επειδή μου αρέσει να έχω καινούργια τα βιβλία μου, δεν συνηθίζω να δανείζω τα βιβλία μου στις κυρίες, γιατί τα μεταχειρίζονται με πολλήν αμέλεια, αλλά στη χάρη τη δική σας ποιος ημπορεί να μη λησμονήση τους κανονισμούς του; Σας αφίνω να διαλέξετε ό,τι θέλετε.

Η Μαλβίνα την ευχαρίστησε κάπως κρύα, γιατί τέτοιας λογής χάρη ήτο χειρότερη και από άρνησιν. Απεφάσισε να κάμη ολίγην χρήσιν της χάριτος αυτής. Προτού νανέβη εις το δωμάτιόν της εμβήκεν εις την βιβλιοθήκην και εστάθη εμπρός εις το τμήμα των Γάλλων συγγραφέων.

Αυτοί ήσαν της νεότητός της οι καλοί φίλοι, ανάμεσα εις αυτούς και την κ. Χέριντεν επέρασε τας καλυτέρας ώρας της ζωής της.

Εδάκρυσε, όταν είδε τον Montaigne. Η φαντασία της την έφερε αμέσως στη χαριτωμένη πατρίδα της, στο σπίτι του πατέρα της, όπου πρώτην φοράν είχεν αναγνώσει το «περί φιλίας» αξιόλογόν του σύγγραμμα.

Ήταν ακόμα τότε άγαμος καθώς και η Κλαίρη, η οποία ελάμβανε μέρος εις την ανάγνωσιν εκείνην. Εις κάθε φράσιν τα μάτια των υψώνοντο εις συνάντησιν ως να έλεγαν:

 — Αυτά και μεις συναισθανόμεθα.

Αλλά τα δειλά των χείλη δεν ετολμούσαν να τομολογήσουν, διότι κάποια κρυφή συστολή — η πιστή συντρόφισσα των πρώτων εντυπώσεων των νεαρών ψυχών — δεν άφινε τα καρδίας των να το εκφράσουν.

Απορούσαν, διότι η φύσις τις εφαίνετο πιο ωραία, αφότου ήρχισαν να την θαυμάζουν μαζί. Τα άνθη ήταν πιο όμορφα, αφότου τα έκοπτον η μια για την άλλη.

Ευρισκόμεναι εις ευδαιμονίαν για την αμοιβαίαν των φιλίαν παρεδίδοντο με ευφροσύνην εις το αίσθημα το οποίον τας ετραβούσε συναλλήλως. Ωστόσο δεν εγνώριζον καν την πηγήν της ευτυχίας των αυτής.

Εις τας απαλάς και αδόλους εκείνας ψυχάς η καθαρά και άκακη φιλία είχε συνάμα τας στενοχωρίας και τα θέλγητρα νεογεννήτου έρωτος.

Αυτές αι αναμνήσεις ήρθαν επανωτές εις τον νουν της Μαλβίνας και καθεμία των έφερνε δυνατούς παλμούς στην καρδία της.

 — Ω πρώτη εποχή της ζωής! εφώναξε κλαίουσα, εποχή μαγική! πέρασες τόσο γρήγορα και άφισες πόθους αιωνίους! Πόσα ίχνη βαθιά χαραγμένα στη μνήμη μου άφησε το πέρασμά σου!

Ενώ εμονολογούσεν έτσι η Μαλβίνα, έξαφνα άνοιξε η θύρα και παρουσιάσθη ο κ. Πρίορ με μερικά βιβλία στα χέρια.

Άμα είδε την Μαλβίναν, την εχαιρέτισε με σεβασμόν και τραβήχτηκε πίσω να φύγη. Αλλά εκείνη εσηκώθη και του έκαμε σημείον να σταθή.

 — Μην ταράττεσθε, κύριε, του είπε με μαλακή φωνή, εγώ αναχωρώ.

Αλλ' ο κ. Πρίορ, άμα την είδε έτσι να περνά με το κεφάλι σκυμμένο, εσύμπλεξε τα χέρια του και ανεφώνησε.

 — Αλλά, Θεέ μου, πώς παιδεύεις τέτοια σου πλάσματα, και οι κακοί ευτυχούν και απολαύουν αγαθά περισσότερα από όσα επεθύμησαν!

 — Η φωνή αυτή έκαμε βαθειά εντύπωση εις την ψυχή της Μαλβίνας· εγύρισε λοιπόν προς τον κ. Πρίορ με τα μάτια δακρυσμένα ακόμη και είπε:

 — Ναι αλήθεια, πολύ σκληρά τιμωρήθηκα. Και εζούσα αθώα και δεν ήμουν άξια τόσης τιμωρίας.

 — Μη παραπονείσθε κατά του Θεού, είπεν ο κ. Πρίορ. Έλθετε πλησίον του και θα σας δεχθή· παρακαλέσετέ τον και θα σας ακούση. Προσέρχεται εις τας ταπεινάς καρδίας και δεν αποστρέφει το πρόσωπόν του, όταν ακούη τη φωνή του θλιμμένου.

 — Είσθε, κύριε, αγαθός και εύσπλαχνος, καθώς βλέπω, και στήριγμα των θλιβομένων, καθώς απαιτεί το σχήμα σας.

 — Αι! απεκρίθη εκείνος, αν μπορούσα νάχω την ελπίδα πως θα είμαι ικανός να φέρω κάποια παρηγοριά στην ψυχή σας, από σήμερα θα θεωρώ τον εαυτό μου πολύ ευτυχή.

 — Είμαι, κύριε, ένα ελάχιστο μέλος του ποιμνίου, που είναι εμπιστευμένον εις την επιστασίαν σας. Δέχομαι ευγνωμώνως την πνευματική σας βοήθεια. Ίσως με διδάξετε να υποφέρω τον θάνατον, που με άφισε μόνην εις τον κόσμον.

 — Αυτή τη βοήθεια μην τη ζητάτε από μένα, αλλά από την υψηλήν ιδέαν, που παρηγόρησε όλους τους ανθρώπους όλων των αιώνων· από την ελπίδα, λέγω, της αθανασίας, η οποία είναι σαν άγκυρα της ψυχής μέσα σαυτό το πέλαγος, όπου κάθε λίγο προσβαλλόμεθα από τα άγρια κύματα των παθών.

Ο θάνατος άλλο δεν είναι παρά η έξοδος της ψυχής από το γνήσιον σκήνωμα. Αποσπάσατε τα βλέμματά σας από την γην και υψώσατέ τα προς την αχειροποίητον εκείνην κατοικίαν, που υπάρχει προ αιώνων. Εκεί αναζητήσατε την φίλην σας και θα την εύρετε.

 — Αισθάνομαι κάποια ανακούφιση από τους λόγους σας, είπε η Μαλβίνα. Ποτέ δεν αμφέβαλλα ότι ο Θεός δεν θα μας έκαμνε βέβαια δυστυχείς, αν ήθελε μας πλάσει θνητούς. Το πιστεύω περισσότερο τώρα που μου το λέτε σεις και σας γνωρίζω χάρη για τούτο.

Η Μαλβίνα ήτο πολύ ευχαριστημένη, διότι ηύρε άνθρωπον με τον οποίον συνεννοείτο τόσο καλά. Πολλήν παρηγορίαν ελπίζουσα από την συναναστροφήν του κατέβη πρόθυμα εις το γεύμα.

Όταν εμβήκεν εις την αίθουσαν, ηύρε την κ. Μέλμορ να καταγίνεται με το κέντημά της, και την θυγατέρα της να διαβάζη κάποιο φυλλάδιο.

Άμα είδε αυτή την Μαλβίναν να εμβαίνη άφισε αποτόμως το βιβλίον.

 — Θα ημπορέσης, Κίττη μου, της είπε η μητέρα της να διηγηθής εις την κυρίαν αυτό που σου παρήγγειλε ναναγνώσης η κ. Μπιρτών.

 — Μάλιστα, απεκρίθη η νέα, και αν η κυρία Μπιρτών εφέρετο προς τους άλλους, όπως επιθυμεί να φέρωνται προς εκείνην οι άλλοι, αναμφιβόλως έπρεπε νακούσω από το στόμα της κανέναν έπαινον. Μα όταν θέλη κανείς μόνος ο ίδιος να επαινήται, βέβαια δεν του πάει να επαινέση και άλλον.

 — Τι λες, παιδί μου! είπε η μητέρα, λησμονείς για ποιαν ομιλείς και εμπρός εις ποίαν ομιλείς;

 — Αλήθεια, μαμά, δεν ξαίρω πώς μπορεί κανείς να βιάζη τον εαυτό του και να στεναχορείται! Ως για μένα τόσο πολύ βαρέθηκα την εδώ ζωή κιαυτά τα διαβάσματα, ώστε δεν μπορώ πια να το κρύβω.

 — Και γιατί να το κρύβετε; είπε η Μαλβίνα, οι διασκεδάσεις και η ευθυμία είναι τα χαρακτηριστικά της ηλικίας σας, και δεν νομίζω ναπορή για τούτο η κ. Μπιρτών. Είναι αρκετά λογική.

 — Να απορή, λέτε; Αν ήταν μόνον αυτό, λίγο θα μέμελε. Πώς μπορεί να μου συγχωρέση το ασυγχώρετο αμάρτημα, ότι δεν μένω ευχαριστημένη στο σπίτι της! Έπειτα, ξαίρω κεγώ . . . είναι όχι λίγο προδιατεθειμένη να θυμώνη εναντίον μου παραλόγως, γιατί έξαφνα ο σερ Έδμον Σέυμουρ έδειξε κατά το τελευταίο του ταξίδι κάποια κλίση προς εμένα.

Βέβαια και δεν το νομίζω σπουδαίο πράμα του σερ Έδμον αυτήν την προτίμησιν, γιατί ξαίρω τι άστατος είναι. Ξαίρω πως σε χίλιες άλλες λέει τα ίδια που είπε και σε μένα. Μα κιαλλιώς να ήτανε (που μπορεί να είναι κιόλας), αναμφιβόλως η κ. Μπιρτών θα αναγκάσει τον ανεψιό της να πάρη γυναίκα της δικής της εκλογής. Ούτε πρέπει να ελπίζω, μητέρα, την προίκα που έταξε σεμένα, παρά μόνον αν στρέξω να υπανδρευθώ κατά τη δική της αρέσκεια και όχι κατά τη δική μου.

Η κόρη βέβαια δεν είχε σκοπό να σταθή έως εδώ, αλλά η μητέρα πρόλαβε και έκοψε τη φόρα της.

 — Σώπα, Κίττη, της είπε με τόνον εμφαντικόν μάλλον, παρά ωργισμένον. Μάθε να σέβεσαι τη γενναία γυναίκα που μας φιλοξενεί στο σπίτι της.

 — Ω, Θεέ μου, τώρα σου ήρθε η ευσυνειδησία! είπε προπετώς η νέα· δεν σάκουσα τάχα χιλιάδες φορές να την κακολογής χειρότερα από μένα!

 — Μπορεί, είπε στενοχωρημένη η κ. Μέλμορ, αλλά ξαίρω τουλάχιστον με ποιον ομιλώ.

 — Ελπίζω, κυρίες μου, είπε σοβαρά η Μαλβίνα, ότι δεν με παίρνετε ικανήν να τα επαναλάβω όσα ακούω. Ίσως αυτά με κινούν εις απορίαν, αλλά τίποτε περισσότερο, και μένετε ήσυχες.

 — Δεν αμφιβάλλω γιαυτό το πράμα, απεκρίθη η κ. Μέλμορ πραϋνομένη.

Κυρία προικισμένη με τόσες αρετές δεν εκστομίζει βέβαια ότι δεν πρέπει.

Αλλά επιπλήττω την κόρην μου, γιατί μιλεί με την ίδια ελευθεροστομία μπροστά σε όποιον τύχη. Εννοείται, κυρία, με πόση φρόνηση πρέπει κανείς να εκφράζεται για κείνους από τους οποίους κρέμονται όλες οι ελπίδες της υπάρξεώς του.

 — Όχι, κυρία μου, εγώ δεν τα παίρνω έτσι τα πράγματα, απεκρίθη ολίγον ξηρά η Μαλβίνα, και μάλιστα φρονώ ότι ή δεν πρέπει να δεχόμαστε τίποτε από ανθρώπους που δεν μπορούμε να τους αγαπούμε, ή αλλιώς δεν έχουμε κανένα δίκαιο να παραπονιούμαστε εναντίον των.

Πριν προφθάση ναποκριθή η κ. Μέλμορ, εμβήκε η κ. Μπιρτών.

 — Καλημέρα, φίλτατές μου, τις λέγει, χαίρω από καρδίας, που σας βλέπω μαζί· λυπούμαι για τας στιγμάς που έχασα μακράν από τη συναναστροφή σας, αλλά τουλάχιστο με είχετε εις τον νουν σας; με ενθυμήθητε καθόλου;

 — Και υπάρχει αμφιβολία; απεκρίθη η κ. Μέλμορ μαλακύνουσα την φωνήν της, δεν είσθε σεις εδώ η ψυχή όλων;

Οι κολακευτικοί αυτοί λόγοι έγιναν δεκτοί με κομψόν μειδίαμα της κ. Μπιρτών, αλλά και με περιφρονητικό βλέμμα της Μαλβίνας.

Εν τούτοις εισήλθε ο κ. Πρίορ φέρων υπό την μασχάλην σωρόν από χαρτιά.

 — Τι καλά μας φέρνετε, κ. Πρίορ; ερώτησε η κ. Μπιρτών.

 — Τα ποιήματα του Οσσιανού. Όσα δηλαδή εμπόρεσα να συνάξω.

 — Ουφ! διέκοψεν η Κίττη. Τι υπομονή να κάθεται κανείς να γράφη τέτοιες ελεεινές ψαλμωδίες!

 — Και πόση πάλιν η δική σας η τόλμη, να ονομάζετε έτσι τα πλήρη ύψους αυτά ποιήματα, με τα οποία ο Οσσιανός απεθανατίσθη! εφώναξεν ο κ. Πρίορ· εις τον τόπον αυτόν, όπου εγεννήθη ο αξιοθαύμαστος αυτός άνθρωπος, ανάμεσα σαυτά τα βουνά τα οποία και όταν θα τα καταστρέψη ο πανδαμάτωρ χρόνος θα μείνουν αιωνίως περίφημα δια την μεγαλοφυίαν εκείνου! Επάνω στο ιστορικό αυτό έδαφος της παλαιάς Καληδονίας τολμάς να αμφισβητήσης την δόξαν του Φιγκαλίδη; Δεν φοβάσαι;

 — Μήπως ο δαίμονας των βουνών καβάλλα σε νεφελώδη ίππον με διατρυπήση με την ομιχλώδη του λόγχην; απεκρίθη με χαμόγελα η Κίττη. Όχι μα την αλήθεια εγώ δεν φοβούμαι και όταν ακόμα, κ. Πρίορ, νυχτώνη κι αρχίζουν οι άνεμοι να σφυρίζουν μέσ' στο δάσος και νανυψώνωνται της λίμνης αι αναθυμιάσεις και να ρυάζονται τα σκυλιά εδώ γύρο, πάλι δεν θα με τρομάξη η οργή του Οσσιανού σας.

 — Κίττη, είπε η κ. Μπιρτών υπερηφάνως, για να κρίνη κανείς τέτοιο έργο πρέπει να είναι εις θέσιν να εννοήση το κάλλος του ή τουλάχιστον κάτι να έχη διαβάσει περί αυτού.

Η Κίττη έσκυψε προς την Μαλβίνα και της εψιθύρισε:

 — Τότε λοιπόν θα κάμνη καλά να μην ομιλεί ούτε η ιδία γι' αυτόν.

Η κ. Μπιρτών δεν άκουσε βέβαια, αλλ' εταράχθη διά τον αλλόκοτον τρόπον της.

Η κ. Μέλμορ εννοήσασα το πράγμα έσπευσε να την εξιλεώση καταδικάζουσα αυτή πρώτη την κόρη της.

 — Σας είπα πολλές φορές, φιλτάτη μου κυρία Μπιρτών, ότι η πολλή σας συγκατάβασις προς την Κίττη θα της κάνη κακό, αλλά ποτέ δεν θελήσατε να με ακούσετε και — μεταξύ μας ο λόγος — αν το ανθηρόν σας πρόσωπον το επέτρεπε, καθείς ήθελε απατηθεί εκ των τρόπων σας, να σας εκλάβη ως μητέρα της, τόσην στοργήν τρέφετε προς αυτήν.

Τούτο είναι το μόνον σας ελάττωμα, φιλτάτη μου, τούτο είναι το μόνο σας ελάττωμα και αφίσετέ με να σας το πω με ειλικρίνειαν, που είναι το φυσικό μου.

 — Δεν εξουσιάζει κανείς την καρδιά του, αγαπητή μου, απεκρίθη η κ. Μπιρτών, υπάρχουν ψυχές, τις οποίες η πείρα δεν διορθώνει, αλλ' αιωνίως παρασύρονται από την μαλακήν των διάθεσιν.

 — Η κ. Σορκή γνωρίζει άραγε το έργον του Οσσιανού; ηρώτησεν ο κ. Πρίορ προσφέρων εις την Μαλβίναν τα εις χείρας του χαρτιά.

 — Το διάβασα στο Γαλλικό.

 — Αυτό σημαίνει πως δεν γνωρίζετε τον Οσσιανόν. Ούτε εις την μετάφρασιν καν του Μάκφερσον γνωρίζεται ο Οσσιανός, ούτε και εις αυτήν πού έχω φιλοτεχνήσει εγώ. Αν δε βαρυέστε, κυρία, τας δυσκολίας, συγχωρήστε με να σας διδάξω την Ερσικήν γλώσσαν. Ελπίζω με την αναγέννησιν της φύσεως κατά την προσεχή άνοιξιν να εννοείται τους απογόνους του Μόρβεν, που τραγουδούν τα κατορθώματα των προγόνων των εις την καθαρά πρωτότυπη γλώσσα τους.

Η Μαλβίνα εδέχθη με χαράν την πρότασιν του κ. Πριόρ. Τότε η κ. Μπιρτών είπε ότι ήτο πρόθυμη κεκείνη νακούση μαθήματα της Ερσικής, και ώρισε μάλιστα ναρχίσουν από αύριον εις την βιβλιοθήκην.

Προς το εσπέρας η κ. Μπιρτών επήρε γράμμα και το εδιάβασε με προσοχήν και σοβαρότητα. Έρριπτε δε βλέμματα ανήσυχα στην Κίττη· η δε Μαλβίνα καθημένη κοντά της την ήκουσε να λέγη μόνη της «Τι έρχεται πάλιν; Τι τον τραβά λοιπόν εδώ »;

Τελευταία εδίπλωσε το γράμμα λέγουσα.

 — Ο Έδμον μου γράφει, ότι έρχεται σε λίγες μέρες.

 — Αλήθεια! εκραύγασε με χαρά η Κίττη.

 — Στοχάζομαι, της είπε με χαιρεκακίαν η κ. Μπιρτών, ότι έρχεται να με συμβουλευθή για διάφορα πράγματα αφορώντα εις το συνοικέσιόν του με την Λαίδη Σούμεριλ. Ελπίζω βέβαια, ότι υποτασσόμενος εις το θέλημά μου κατάλαβε τέλος πόσο αξιόλογος είναι αυτός ο γάμος και δεν στοχάζομαι πως θα έχη κανείς εδώ την αφροσύνη και τη ματαιοδοξία να επιχειρίση να τον μεταπείση.

Η Κίττη εκοκκίνησε και η μητέρα της την εκοίταξε με βλέμμα ανήσυχο. Συγχρόνως δε η μεν κυρία Μπιρτών εφαίνετο ταραγμένη, ο δε κ. Πρίορ ήτο παραδομένος εις σκέψεις. Μόνη η Μαλβίνα έμενε αδιάφορη εις όλα τα περί αυτήν.

Την άλλην ημέραν η Μαλβίνα, ακριβής όπως ήτο, επήγεν εις την βιβλιοθήκην διά το μάθημα, όπως το είχεν ορίσει η κ. Μπιρτών. καθώς είπαμε.

Ηύρεν εκεί τον κ. Πρίορ και περίμεναν και οι δύο την κ. Μπιρτών.

Άρχισαν λοιπόν συνδιάλεξιν τόσον σπουδαίαν και ευάρεστον, ώστε ελησμόνησαν καν νανησυχήσουν ότι εκείνη δεν ήρχετο.

Τελευταία η κ. Μπιρτών τους εμήνυσε παρακαλούσα ναναβληθή το μάθημα δι' ολίγας ημέρας, διότι εκείνην μεν την ημέραν δεν είχε καιρόν, η δε επαύριον ήτο προωρισμένη διά την επίσκεψιν των ευαγών καταστημάτων του Πύργου.

Η Μαλβίνα απεκρίθη ότι θα περιμένει. Ενώ ετοιμάζετο να εξέλθη, ο κ. Πρίορ της είπε:

 — Τόσο γρήγορα φεύγετε;

 — Μου φαίνεται ότι έμεινα αρκετά.

 — Ίσως έχετε δίκαιον, αλλ' εγώ δεν το αισθάνομαι. Οι στιγμές της παρουσίας σας μου είναι γλυκείαι ως ο ατμός της αυγής και περνούν σαν η δροσιά της.

 — Σας βεβαιώνω, κύριε Πρίορ, η συναναστροφή σας μου είναι ευχάριστος και αν είναι αλήθεια ότι η εμπιστοσύνη ημπορεί να φέρη κάποιαν παρηγοριά, νομίζω ότι εις εσάς τον αξιοσέβαστον εδώ μέσα θα χρεωστώ τούτο το καλόν, ενόσω μένω εδώ.

 — Επειδή γνωρίζω καλά τα πρόσωπα με τα οποία συζώμεν εδώ, δεν ημπορώ να περηφανευθώ γιαυτή την προτίμηση. Αν τώρα δι' αυτήν έχει κάποιο λόγο η συμφωνία των ιδεών μας, και όχι η σύγκρισις μεταξύ εμού και των άλλων, θα νομίζω την προτίμησιν αυτήν ως το καλύτερον δώρον του ουρανού.

Η Μαλβίνα απόρησε, γιατί δεν ημπορούσε να συμβιβάση το μετριόφρον ήθος του κ. Πρίορ με την τόσην αυταρέσκειαν και υψηλοφροσύνην, που του επεδείκνυεν ήδη.

Πριν όμως προφθάση να του αποτείνη τον λόγον ο κ. Πρίορ εμάντευσε από το πρόσωπόν της τα διανοήματά της και την επρόλαβε λέγων.

 — Απορείτε, βλέπω, κυρία, διά την περιαυτολογίαν μου και είσθε έτοιμη να με κατακρίνετε ως αλαζόνα ίσως, δεν θαργήσετε όμως να εννοήσετε ότι δεν έχετε δίκαιον.

Η Μαλβίνα εξεπλάγη ακόμη περισσότερον, διότι ο κ. Πρίορ κατέκρινε έτσι βέβαια την κ. Μπιρτών, ενώ έπρεπε να την θεωρή ευεργέτιδα και να την ευγνωμονή. Δεν ήξαιρε λοιπόν τι να συμπεράνη για τον χαρακτήρα του κεκινδύνευε να τον εκλάβη ως ανάξιον διά κάθε υπόληψίν της· εκείνος εννοήσας την ταραχήν της, της είπε:

 — Για όνομα του Θεού, αναβάλετε την γνώμη σας και μην καταχράσθε την δύναμη της επιβολής που ελάβατε παραδόξως επάνω μου. Δεν πρέπει να με κρίνετε με αυστηρότητα. Δεν ξαίρω πώς, μυστικά τα οποία επίμονες εξετάσεις των φίλων μου δεν ημπόρεσαν ποτέ να κάμουν να εξέλθουν από τα χείλη μου, τώρα συμβαίνει νανακαλύπτωνται ενώπιόν σας χωρίς να το απαιτήσετε. Αυτό τώρα, αν είναι σφάλμα, σας βεβαιώνω δεν είναι δικό μου. Αλλά πεισθήτε ότι κανείς άλλος δεν θα με κατηγορήση για τέτοιο πράμα, διότι όποιος υπέστη άπαξ την επίδρασιν του βλέμματός σας δεν κινδυνεύει να πάθη το αυτό και από άλλον.

 — Όσον αδύνατη και αν είναι η απολογία σας, κύριέ μου, απεκρίθη η Μαλβίνα, εγώ ίσως δεν έχω δίκαιον να την κατακρίνω. Δεν θα έχω βέβαια την δύναμιν να σας μεμφθώ διά την προς εμέ εμπιστοσύνην σας.

Αλλά τι ωφελεί και αν μείνετε ανέλεγκτος από μένα. Είναι δυνατό να μη σας ελέγξη η συνείδησίς σας: Την φιλάνθρωπη κυρία Μπιρτών, που ευεργετεί όποιον την πλησιάζει, την κατηγορείται υπούλως. Εκείνην που άφισε τας διασκεδάσεις και τας κοσμικάς απολαύσεις και ήλθε εδώ, να σκορπίση τα αγαθά της προς περίθαλψιν των δυστυχών κατοίκων του αγρίου αυτού τόπου! Είναι αλήθεια πως εγώ δεν της φέρνομαι με το θάρρος που έπρεπε να μου δίνη η φιλία την οποίαν μου δείχνει αυτή, αλλά πιστεύσατέ με, αυτό το αποδίδω εις το διάστημα που μας αποχωρίζει και όχι εις την αιτία που υποθέτετε εσείς.

 — Έξοχη νέα! είπε ο κ. Πρίορ, κένα δάκρυο έλαμψε στα μάτια του. Θα δεχόμουνα πώς είμαι γελασμένος, αν η κ. Μπιρτών δεν απέδιδε το περίλυπο ήθος σας στην επιθυμία σας να ελκύσετε, λέγει, την προσοχήν των άλλων. Εκ των ιδίων κρίνουσα και τα των άλλων συναισθήματα.

 — Φθάνει, είπε η Μαλβίνα και σηκώθηκε. Δεν ξαίρω τα αίτια των προκαταλήψεών σας, αλλά νομίζω ότι γίνομαι συνένοχός των, αν σας ακροασθώ περισσότερον. Επιτρέψατέ μου να σας πω ότι ενόσω βλέπω τις καλωσύνες που κάμνει η κ. Μπιρτών προς τους τριγυρινούς της και προς τον κατήγορόν της, το θεωρώ παραλογισμόν μου να την κατακρίνω.

 — Όχι δεν είμαι αχάριστος, απεκρίθη σοβαρά ο κ. Πρίορ, ούτε και αυστηρός κριτής. Άμα κάμετε καλύτερα τας παρατηρήσεις σας, ίσως με δικαιώσετε, και τότε θα μετανοήσετε για την πικρή την επίπληξη που μου κάματε σήμερα.

Και εβγήκε περίλυπος.

Η Μαλβίνα έμεινε συγχισμένη· όσον άδικο και αν είχε ο κ. Πρίορ, αλλά η λύπη του προσώπου του, εφαίνετο ειλικρινής. Πρώτη φορά η Μαλβίνα έτυχε να λυπήση άνθρωπον, και γιαυτό αισθάνθηκε βάρος στην καρδιά της. Επροσπάθησε κατόπιν με λόγια γεμάτα από γλύκα να κάμη τον κ. Πρίορ να λησμονήση την πρωινήν πικρίαν.

Αλλ' εκείνος μόλις της απεκρίνετο εφαίνετο συλλογισμένος και έμφροντις και πολύ νωρίς ετραβήχθη εις τον κοιτώνα του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
ΤΑ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΑ ΚΑΘΙΔΡΥΜΑΤΑ.


Την άλλη μέρα η Μαλβίνα επήγε μαζί με την εξαδέλφη της και τον κ. Πρίορ να επισκεφθή το νοσοκομείον, το σχολείον, και το σιδηρουργείον· πήρε μαζί της και την Φανήν, για να προετοιμάση την απλή ψυχή του παιδιού στο γλυκύ συναίσθημα της συμπαθείας.

Τάξις και καθαριότης υπήρχεν αρκετή, αλλ' η Μαλβίνα παρετήρησε με απορίαν ότι η παρουσία της κ. Μπιρτών όχι μόνο δεν επροξενούσε χαράν, αλλά μάλιστα ενέπνεε φόβον. Όλοι την εχαιρετούσαν με σεβασμόν, αλλά δεν εφαίνοντο ευγνωμονούντες· τα πρόσωπα των δυστυχών είχαν μάλλον την φιλίαν του επικαλουμένου, παρά την φαιδρότητα του ευεργετουμένου.

Επίσης η κ. Μπιρτών εφαίνετο αδιάφορος εις το μέσον των ασθενών, αν τους ερωτούσε κάτι, ήτο μάλλον να τους ενθυμίση ποία ήτο, παρά διότι εφρόντιζε δι' αυτούς και τις περισσότερες φορές δεν επερίμενε την απάντησίν των, ή την άκουε χωρίς να προσέχη καθόλου.

Κανείς δεν ετόλμησε να γογγύση ή να διηγηθή τα όσα υποφέρει, διότι εκείνη δεν ήτο διατεθειμένη να λυπηθή.

Και με τον τρόπον αυτόν περιήλθε γρήγορα γρήγορα όλους τους κοιτώνας των αρρώστων, αλλ' ενώ ετοιμάζετο ναναχωρήση εγύρισε και είδε την Μαλβίναν στεκομένην παρά την κλίνην μιας άρρωστης ελεεινής, η οποία ηγωνίζετο διά σχημάτων να εκφράση τους πόνους της.

Η Μαλβίνα δεν εγνώριζε την γλώσσαν των ορεινών κατοίκων της Σκωτίας, αλλά το πρόσωπόν της είχε χαρακτήρα τόσον ευνοϊκόν, η φωνή της ήτο τόσον γλυκειά, το βλέμμα της τόσο συμπαθητικό, ώστε καθείς έπαιρνε θάρρος κοντά της και έβλεπε δια των οφθαλμών ό,τι αυτή έλεγε διά των χειλέων.

Η κ. Μπιρτών εγύρισε με βία και βλέπουσα ότι η Μαλβίνα έδιδε χρήματα στην δυστυχή γυναίκα, εφώναξε με θυμόν.

 — Εξαδέλφη, στον κάθε δυστυχή που φιλοξενούμεν εδώ, παρέχεται αρκετή δόσις για όλα τα χρειαζόμενα εις αυτούς, δεν υπάρχει ανάγκη από ξένα ελέη, έπειτα όταν δίδετε εις τον ένα, θα θέλουν και οι άλλοι.

 — Η ταλαίπωρη αυτή γυναικούλα μου εφάνη ότι πάσχει περισσότερο από τας άλλας. Ηγωνίσθη να μου παραστήση τον πόνο της κεγώ θέλησα να την παρηγορήσω. Αν υπάρχουν και άλλοι τόσον άξιοι ελέους, εύκολα είναι να παρηγορηθούν κατά τον ίδιον τρόπον.

 — Πρέπει να γνωρίζετε, εξαδέλφη, ότι όσους ξένους έμβασα εδώ, κανείς από αυτούς δεν ενόμισε σωστό νακολουθήση την προαίρεση του, μήτε να παραβή τους κανόνας που έχω βάλει, προτού να ζητήση τη συγκατάθεσή μου.

 — Σας βεβαιώνω, ενόμισα την πράξη μου σύμφωνη με την προαίρεσίν σας και δεν υποψιαζόμην ότι θα υπήρχε ανάγκη αδείας για να δώσω μια μικρή βοήθεια.

Η δυστυχισμένη η γυναικούλα εκατάλαβεν ότι η κ. Μπιρτών εμάλωνε την εξαδέλφην της διά το αργύριον, που της έδωσε, και θέλησε να το επιστρέψη.

 — Όχι, είπε η Μαλβίνα, δεν πρέπει να το πάρω πίσω και ελπίζω ότι μέσα εις οίκον αφιερωμένον διά ευεργεσίαν δεν θα μου απαγορευθή να βοηθήσω άνθρωπον δυστυχή.

Η κ. Μπιρτών ησθάνθη όλην την καυστικότητα των λόγων τούτων και χωρίς ναποκριθή τίποτε έβγαλε από το βαλάντιόν της και έδωκε στην άρρωστη το διπλόν απ' ό,τι της είχε δώσει η Μαλβίνα αλλ' αυτό ήτο από κενοδοξίαν, ενώ της Μαλβίνας ήτο από καλωσύνην και οι άρρωστοι τα εξετίμησαν καθ' εαυτούς όπως έπρεπε. Η γυναικούλα επροτιμούσε κ' ένα γλυκό βλέμμα της Μαλβίνας απέναντι όλων όσα της έδωσε η κ. Μπιρτών.

Καθ' όλην την διάρκειαν της περαιτέρω επισκέψεως η Μαλβίνα ησθάνετο συμπάθειαν ανάλογον προς την εκ του προσώπου του ασθενούς προκαλουμένην.

Όταν εμβήκαν εις το σχολείον, αφήσασα την κ. Μπιρτών να συνωμιλεί με τον σχολάρχην επήγεν εις τον κήπον, όπου ηύρε πολλά κοριτσάκια καθήμενα εις κύκλον, το δε μεγαλύρον εστέκετο όρθια στη μέση του κύκλου και τραγουδούσε.

Η Μαλβίνα επλησίασε και πριν προφθάσουν νανησυχήσουν εκείνα, τους έκαμε νεύμα να εξακολουθήσουν το παιχνίδι των. Αν και εθορυβήθησαν κατ' αρχάς, αλλ' ο τρόπος της τα ενεθάρρυνε και πάλιν. Η μικρή τραγουδίστρα πήρε με αθώα τόλμη το χέρι της και της επρότεινε να καθίση. Η Μαλβίνα εδέχθη προθύμως. Πήρε το κοριτσάκι στα γόνατά της και το ερώτησε πώς αυτό έμαθε να ομιλή τόσο καλά τα Αγγλικά, ενώ τα άλλα ούτε τα καταλάβαιναν.

 — Μου τα διδάσκει ο νουνός μου, κυρία όταν είν' εδώ. Όταν πάλε λείπει, πληρώνει διδάσκαλον και με γυμνάζει να τα ομιλώ.

 — Ποιός είναι ο νουνός σου, παιδί μου;

 — Ο Σερ Έδμον Σέυμουρ, κυρία. Εκείνος μου έχει χαρίσει και τα καλά τα ρούχα που βάζω την Κυριακή. Κιόποτε έρθει μου φέρνει πάντα ένα δώρο.

 — Και δε ζηλεύουν οι συμμαθήτριες σου όταν δίδη μονάχα σε σένα;

 — A! Καμιάν δεν αφίνη παραπονεμένη. Το μαντήλι της Πεγγής, την μπλούζα της Μόλας, το ψαλίδι της Σουκής, όλα εκείνος τ' αγόρασε.

 — Αφού έχεις τέτοιον καλό νουνό, φαντάζομαι πόσο θα τον αγαπάς;

 — Ω πολύ, κυρία, πολύ! Και τότε μόνο ευχαριστούμαι, όταν είν' εδώ και τον βλέπω. Πάντοτε με παίρνει εκείνος στα γόνατά του, έτσι που μέχετε τώρα εσείς. Όλοι ευτυχούμε, όταν είν' εδώ εκείνος.

 — Αλήθεια λέει το κοριτσάκι, είπε ο κ. Πρίορ στεκόμενος πίσω από την Μαλβίναν. Ο σερ Έδμον έχει μεν μεγάλας κακοηθείας, αλλά είναι πλουσιοπάροχος εις ελέη τω όντι. Αν έλειπαν αι δωρεαί του, τα πτωχά αυτά καθιδρύματα θα ήσαν εις μεγάλην πτωχίαν.

Έξαφνα εφάνη η κ. Μπιρτών ερχομένη προς την εξαδέλφην της και εφώναξε:

 — Μια ώρα σας περιμένω!

Άμα την είδαν τα παιδιά επέταξαν ως σύννεφο πουλιών. Μόνο εκείνο που εκάθητο κοντά εις την Μαλβίναν καθόλου δεν εκινήθηκε· έμεινε εκεί ως εις άσυλον. Η κ. Μπιρτών απόρησε για το θάρρος του μικρού κοριτσιού και το τράβηξε κακότροπα από το χέρι.

 — Πήγαινε! ο διδάσκαλός σας περιμένει.

Το κοριτσάκι σηκώθηκε περίλυπο, πήρε το χέρι της Μαλβίνας κιαφού το φίλησε από καρδιάς, ανεχώρησε προς τα επίλοιπα. Η Φανή έτρεξε κατόπιν του να το γυρίση πίσω μα εκείνο εδίσταζε.

Η κ. Μπιρτών μη δυναμένη να κρατήση τον θυμόν της είπε:

 — Εξαδέλφη, κράξετε, σας παρακαλώ την Φανή. Κιάν θέλετε να μακούσετε, μην της δίδετε το παράδειγμα ναπασχολή τα παιδιά από τα μαθήματά τους.

Αν ήταν ο λόγος για να υπερασπίση άλλον η Μαλβίνα ήξαιρε να περιστέλλη τον πειράζοντα με ετοιμολόγους απαντήσεις και καυστικάς πολλάκις. Αλλ' όταν επρόκειτο διά τον εαυτόν της, η πολλή της καλωσύνη την απέτρεπε από δριμείας απαντήσεις.

Ωστόσο είπε:

 — Μη φοβείσθε, εξαδέλφη, δεν δίνω εγώ τέτοιο παράδειγμα στη Φανή. Το εναντίον μάλιστα στοχάζομαι ότι, όταν εμβαίνω εδώ και ανακατώνομαι εις τας ακάκους διασκεδάσεις των παιδιών, θα της μάθω να τα κάμνη προθυμότερα πηγαίνουσα αυτή πρώτη από τα παιγνίδια στη σπουδή.

Άφησαν τέλος το σχολείο και πήγαν στο σιδηρουργείο. Εδώ η κ. Μπιρτών ηύρε και πάλι νέαν αφορμή να μεμφθή την Μαλβίναν, διότι εξήταζε το κάθε τι με προσοχήν, και με διερμηνέα τον κ. Πρίορ έκαμνε προς τον κάθε σιδηρουργόν φιλάνθρωπα ερωτήματα, των οποίων την χάριν έτι περισσότερον ηύξανε η ομορφιά της και οι ευγενείς τρόποι της. Ρωτούσε τα ονόματά τους, την κατάστασή τους, πόσα παιδιά είχεν ο καθένας τους και πώς εκυβερνούσε το σπίτι του. Εκεί μέσα στην κάμινο την φλογερή, μέσα σε μαυρισμένους ανθρώπους ενδυμένους με κουρέλια αυτή εφαίνετο ως άγγελος που κατέβη από τον ουρανό. Τουλάχιστον εκείνοι ως τοιαύτην την εξέλαβαν και με μεγάλην συγκίνησιν εμαζεύοντο γύρο της και εθαύμαζαν ότι καταδέχεται να τους αποτείνει τέτοιες ερωτήσεις. Ο άνθρωπος των μερών εκείνων, επειδή έχει την συνείδησιν, ότι τον θεωρούν ημιάγριον αισθάνεται μεγάλην ευχαρίστησιν, όταν βλέπη ότι τον λογαριάζουν ως άνθρωπον. Η Μαλβίνα συνομιλούσα μαζί τους και δείχνουσα ότι θεωρεί τον εαυτόν της εκ του αυτού είδους με εκείνους, ύψωνε τας ψυχάς των και τους ηύφραινε πολύ περισσότερο από όλο το χρυσάφι της κ. Μπιρτών.

 — Έτσι λοιπόν, έλεγε μέσα του ο κ. Πρίορ, η φιλαυτία σκορπίζει τα πλούτη απερίσκεπτα, αλλ' η αρετή μόνη γνωρίζει να τα χαρίζη. Η φιλαυτία κάμνει το καλό, όταν την έχει βοηθήσει η τύχη, η αρετή εντός της ευρίσκει όλα τα μέσα διά την αγαθοποιίαν. Εκείνη τίποτε άλλο δεν έχει να δώση προς ανακούφισιν των δυστυχών παρά χρυσάφι, αυτή τους παρηγορεί πολύ περισσότερο με τον καλό τρόπο της. Οι ευεργεσίες της φιλαυτίας κάμνουν την ευγνωμοσύνη βαρειά αλυσσίδα, αλλά οι καλωσύνες της αρετής, την κάμνουν γλυκύτατον δεσμόν αγάπης.

Αυτά συλλογιζόμενος ο κ. Πρίορ έρρηχνε προς την Μαλβίναν βλέμματα θαυμασμού και σεβασμού. Και όταν εγύρισε το πρόσωπόν της αλλού, αυτός έγειρε και φίλησε το ρούχο της με δάκρυα στα μάτια.

Αλλά η ζήλια δεν κοιμάται. Η κ. Μπιρτών, η οποία προ πολλού εβασανίζετο βλέπουσα πόσην δύναμην αποκτούσεν η Μαλβίνα επάνω εις τας καρδίας των περί αυτήν, παρετήρησε από μακράν το κίνημα του κ. Πρίορ και τούτο έτι περισσότερον την εθύμωσεν εναντίον της.

 — Έλα, ωραία μου εξαδέλφη, της είπε με κάποιαν ειρωνείαν, καιρός είναι να φύγωμε πλέον. Οι στιγμές αυτών των εργατών είναι πολύτιμες κεμείς τους εκάμαμε να χάσουν αρκετές. Όταν ομιλούν για το έργο τους αναγκάζονται να το διακόπτουν και η ματαία για τον τρόπο της ζωής τους πολυπραγμοσύνη μας δεν τους παρέχει βέβαια τα χρειαζόμενα για τη ζωή αυτή.

Και βγήκε έξω χωρίς να περιμένη απάντηση. Η Μαλβίνα έπεσε κατόπι της, αλλά δεν ημπόρεσε να τη φθάση, διότι προχωρούσε με μεγάλη γρηγοράδα.

Εν τω μεταξύ την επλησίασεν ο κ. Πρίορ και της είπε σιγά:

 — Άραγε με θεωρή ακόμη άδικον η κ. Σορκή; Δεν άρχισε τάχα να θεωρή ολίγον ορθήν την κρίσιν μου;

Η Μαλβίνα τον ατένισε σιωπηλή και ο κ. Πρίορ αρκέσθη εις τούτο σεβόμενος την επιείκειαν και την ευσυνειδησίαν της θαυμασίας αυτής γυναικός.

Κατά το γεύμα η κ. Μπιρτών δεν έπαυσε να περιγελά εκείνους που στολίζονται με το πρόσχημα της λύπης για να γίνουν περισπούδαστοι, και προσποιούμενοι φιλανθρωπίαν κατορθώνουν να τους θαυμάζη ο κόσμος.

Τέτοιος ονειδισμός, τόσο αταίριαστος και άκαιρος ήτο διά την Μαλβίναν, ώστε η καλή γυναίκα δεν υποψιάστηκε ότι εις αυτήν απετείνετο. Αλλά ο κ. Πρίορ εκατάλαβε για ποιον ήταν το κτύπημα και δεν ημπόρεσε να κρατήση την αγανάκτησίν του.

 — Υπάρχουν λύπες, κυρία μου, είπε, τόσον αληθινές, υπάρχει φιλανθρωπία τόσον θελκτική, ώστε είναι αδύνατο να διαφεύγουν την προσοχήν και του μάλλον απλοϊκού. Και αν παρατηρήση κανείς τους ανθρώπους από κοντά, θα αντιληφθή ότι αι φυσικαί της καρδιάς εκδηλώσεις ποτέ δεν θεωρούνται ψεύτικες από κανένα, παρά μόνον από εκείνους, που είναι επιτήδειοι να τας υποκρίνωνται.

Η κ. Μπιρτών αποσβολώθηκε από τους λόγους αυτούς, πρώτην φοράν, άκουε τέτοια από το στόμα του κ. Πρίορ. Το πώς διετέθη είναι πράγμα που δεν εκφράζεται και μόνο η συνέχεια της διηγήσεώς μας, όπου θα εξελίχθη ο χαρακτήρ της, θα μας δώση να το εννοήσωμεν.

Και η Μαλβίνα απόρησε για την απάντησιν του κ. Πρίορ και χωρίς να υποπτεύεται καθόλου την κρυφήν της αιτίαν του είπε σοβαρά.

 — Η ώρα αυτή, κ. Πρίορ είναι όλως διόλου ακατάλληλη να υποστηρίζετε αυτήν τη γνώμη. Έν μόνον παράδειγμα αρκεί να την ανατρέψη πρόρριζα.

Και υπέδειξεν ως τοιούτον με τρόπον την κ Μπιρτών. Και την έβλεπε με τόσο απαλόν και συμπαθητικόν βλέμμα, ώστε εφαίνετο ότι ήθελε να επανορθώση την αδικίαν του κ. Πρίορ.

Ο κ. Πρίορ αν και ελυπήθη, διότι η Μαλβίνα τον είχε όχι εις την υπόληψιν που του έπρεπε, συνεκινήθη διά την αγνότητα του χαρακτήρος της και παρωρμήθη εις περισσοτέραν δι' αυτήν αγάπην.

Αλλ' η κ. Μπιρτών ησθάνθη ότι δυσκολώτερον της ήταν να συγχωρήση την Μαλβίναν, παρά τον κ. Πρίορ. Αυτός την παρώργισεν, αλλ' εκείνη την εταπείνωσε.

Μικρά σιωπή διαδέχθη τους τελευταίους λόγους της Μαλβίνας. Η σιωπή βάσταξε αρκετά και έγινε πολύ οχληρά. Καθένας εφαίνετο ότι εφοβείτο να ομιλήση. Μόνον η Κίττη ολίγον εκατάλαβε τα λεχθέντα και ολιγώτερον εφρόντιζε δι' αυτά. Αλλά η κ. Μέλμορ ηγωνίζετο να μαντεύση από τα μάτια της κ. Μπιρτών τι έπρεπε να πη διά να την καταπραϋνη. Είχε την συναίσθησιν ότι αυτή δεν ήτο η αιτία της δυσαρεσκείας της, αλλά την εφοβείτο και δεν ετολμούσε νανοίξη το στόμα της, μήπως στρέψη εναντίον της τον θυμόν της.

Αντήχησε τότε ο κώδων του προαυλίου, η κ. Μπιρτών ενέτεινε το αυτί της με κάποιαν ανησυχίαν. Ηκούσθη εις την αυλήν κρότος ίππων και αμαξών.

 — Είναι βέβαια ο σερ Έδμον Σέυμουρ, είπε η Κίττη κοκκινίζουσα και έτρεξεν εις το παράθυρον.

 — Κιάν είναι ο Έδμον, Κίττη αρμόζει, σε σένα να τρέξης να τον προϋπαντήσης; της είπε με έκπληξιν η κ. Μπιρτών.

 — Κάθισε στη θέση σου, Κίττη, επρόσθεσεν η μητέρα της χαίρουσα, διότι ηύρε τελοσπάντων τι να πη για να ευχαριστήση την κ. Μπιρτών.

Εν τω μεταξύ ήλθε ένας υπηρέτης και ανήγγειλε τον ερχομόν του κ. Έδμον Σέυμουρ. Το γεύμα ήδη είχε τελειώσει. Η Μαλβίνα εσηκώθη και εζήτησε την άδειαν να αναβή στο διαμέρισμά της. Η κ. Μπιρτών συγκατάνευσε με προθυμίαν και της έδειξεν ήθος χαριέστατον, μη συμβιβαζόμενον προς τα προ ολίγου συμβάντα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
ΔΙΑΣΑΦΗΣΙΣ.


Το βράδυ της ίδιας ημέρας ενώ η Μαλβίνα ετοιμάζετο να καταβή, βλέπει εμπρός της την κ. Μπιρτών.

 — Αγαπητή μου εξαδέλφη, της λέγει με προσποιητή γλύκα· από την βίαν με την οποίαν σήμερα εφύγατε από το τραπέζι μόλις εμάθατε τον ερχομόν του Έδμον, καταλαβαίνω πόσον στενοχωρείσθε από την παρουσίαν των ξένων. Μη νομίσετε ότι θα σας μεμφθώ για τούτο. Εξεναντίας το θεωρώ πολύ φυσικό και ταιριαχτό με την διάθεσή σας και συντελώ όσο μπορώ για την ησυχία σας. Είσθε ελευθέρα να μένετε εδώ όσον καιρό παρεπιδημεί ο ανεψιός μου. Παρήγγειλα λοιπόν να σας φέρνουν το γεύμα στο διαμέρισμά σας.

 — Ευχαριστώ πολύ για την φροντίδα, κυρία μου, απεκρίθη η Μαλβίνα με απορίαν, προτιμώ όμως να έρχωμαι κάτω μαζί σας. Δεν θέλω να φέρω περισπασμόν.

 — Όχι, όχι, ωραία μου εξαδέλφη, είπεν η κ. Μπιρτών, γνωρίζετε ότι είναι του χαρακτήρος μου να συγκαταβαίνω εις τας αρεσκείας των φίλων μου και έχω καλύτερα να στερηθώ την τερπνή συναναστροφή σας για λίγες μέρες που θα είναι εδώ ο Έδμον παρά να στενοχωρήσω την φιλέρημη ψυχή σας. Είμεθα σύμφωνοι. Αφίστε τις μάταιες αντιστάσεις, μη ζητείτε να παλαίσετε με την διάθεσίν σας. Η μοναξιά είναι η απόλαυσίς σας· λοιπόν σας παραχωρώ τα πάντα.

Και εβγήκε με γρηγοράδα, χωρίς να περιμείνη την απάντηση της Μαλβίνας.

Ο τρόπος της κ. Μπιρτών ήταν αληθινά παράξενος, αλλά επειδή αυτό το επιθυμούσε η Μαλβίνα, εδέχθη την πρότασιν χωρίς να πολυπραγμονήση διά την αιτίαν. Διευθέτησε λοιπόν τα πράγματά της έτσι που να ασχολήται στης Φανής την διαπαιδαγώγησιν και στην δική της την μελέτην. Στην αποτραβηγμένη αυτή ζωή ησθάνθη τας γλυκείας στιγμάς των όσων ποτέ εδοκίμασε αφότου ήλθε εις Σκωτίαν . . .

Δυο μέρες επέρασαν έτσι πολύ γρήγορα. Την τρίτην ημέραν το βραδάκι άκουσε κτύπον στην θύρα της.

Η Τομκίνα άνοιξε.

Εφάνη ο κ. Πρίορ προχωρών ατόλμως.

 — Με συγχωρεί ολίγον η κ. Σορκή να διακόψω την ησυχία της; . . . Είχε εκφράσει την επιθυμίαν να πάρη μαθήματα της Ερσικής. Είπα μέσα μου ότι ίσως τώρα που είναι αποτραβηγμένη θα θελήση να αρχίσουμε και ήλθα.

 — Ευχαρίστως θα ήρχιζα, είπεν η Μαλβίνα, αν δεν εφοβούμην μήπως δυσαρεστηθή η κ. Μπιρτών, ότι δεν την επεριμείναμε.

 — Η κ. Μπιρτών από ιδιοτροπία της στιγμής επίστευσε ότι θα σπουδάση τα Ερσικά. Εγώ όμως την ξαίρω πολύ καλά, σας βεβαιώνω ότι αν επιμείνετε να την περιμένετε, ποτέ δεν θα αρχίσετε.

 — Κύριε Πρίορ. Έχετε πάντοτε την πεποίθησιν ότι γνωρίζετε την εξαδέλφην μου. Δεν συμφωνώ μαζί σας ως προς τούτο.

 — Συμπαθάτε με, κυρία μου, είπεν ο κ. Πρίορ καθίσας πλησίον της. Είναι ανάγκη ναπολογηθώ διά την εναντίον μου ενδόμυχον κρίσιν σας. Η κ. Μπιρτών σας είναι ολότελα ξένη και δεν συστέλλομαι μήπως σας λυπήσω περιγράφων αυτήν τέτοια που είναι.

 — Σταθήτε, κ. Πρίορ. Και αν δεν είναι κατάχρησις εμπιστοσύνης το ναποκαλύπτη κανείς ότι άτοπο βλέπει εις όσους συζούν μαζί του, δεν είναι τάχα έλλειψις ευσυνειδησίας, όταν ο λόγος είναι για άνθρωπο που κάθεται στο σπίτι του θεληματικώς;

 — Εγώ κατοικώ θεληματικώς; εφώναξεν ο κ. Πρίορ. Αν δεν ήμουν εδώ φυλακισμένος καθαυτό, νομίζετε ότι από τη μέρα που γνώρισα το χαρακτήρα της κ. Μπιρτών, ήθελα μείνει και μια μόνο μέρα στο σπίτι της;

 — Και τι μπορεί να σας κρατεί εδώ ακουσίως σας;

 — Να σας το πω, κυρία μου. Καίομαι από τον πόθο να σας κοινολογήσω τους στοχασμούς μου· η φωνή σας, το πρόσωπό σας μου εμπνέει θάρρος και με φέρατε σε τόσο σφοδράν, τόσο κατεπείγουσαν ανάγκη να σας εμπιστευθώ, ώστε δεν μπορείτε πλέον να μη μου έχετε εμπιστοσύνην και να είσθε συνάμα ευσυνείδητη.

Και τους λόγους τούτους επρόφερε με φωνή περιπαθή ώστε διήγειρε τρυφεράς αναμνήσεις εις την ψυχήν της Μαλβίνας. Της εφάνη πως άκουε την φωνήν της φιλίας και εδάκρυσε από συγκίνησιν.

 — Κύριε Πρίορ, του είπε, έτσι μου μιλούσε και η Μιλαίδη Χέριντεν.

 — Πώς! εγώ λοιπόν ημπόρεσα να ξαναφέρω την κ. Χέριντεν στη μνήμη σας; Α, πόσο θα ήμουν ευτυχής, αν αξιωνόμην ελαχίστην μερίδα από τα αισθήματα, όσα εκείνη σας ενέπνεε. Αν η παρουσία μου ημπορούσε να μετριάση τας θλίψεις σας, και τα μάτια σας που ατενίζουν πάντα προς τον ουρανό, αν ένευαν κάποτε και προς την γην να κλαίουν μαζί μου, πόσον χαρούμενη θα εκάμνατε την ζωήν μου! Ίσως δε και η δική σας η ψυχή θα εύρισκε σεμένα κάποια παρηγοριά. Θα είμαι ο αδελφός σας ο αντικαταστάτης της φίλης σας ίσως.

 — Η θέσις της Κλαίρης θα είναι πάντοτε κενή μέσα στην καρδιά μου. Πιστεύσατέ με όμως, είσθε ο μόνος άνθρωπος με τον οποίον μαζί κλαίω ευχαρίστως εις την ανάμνησίν της. Δεν μπορώ δε να σας πω πού στηρίζεται αυτή μου η προτίμησις, διότι πολύ ολίγον σας γνωρίζω.

 — Και αυτό το ολίγον σας φαίνεται μικρού λόγου άξιον, είπε με χαμόγελο ο κ. Πρίορ. Αλλ' ίσως με κρίνετε αλλέως, όταν επαναλαμβάνω τον λόγον τον οποίον η φουσκωμένη καρδιά μου με βίασε να διακόψω. Είναι τρία χρόνια τώρα που είμαι εδώ. Δεν χρειάστηκε παρά μια λέξη της κ. Μπιρτών για να με κάμη να την θεωρήσω πως είναι αλήθεια τέτοια που θέλει να φαίνεται, αγαθή, γενναιόφρων, ανωτέρα κατά τας αρετάς και την παιδείαν και το θεωρούσα ευτύχημά μου να γίνω συγκάτοικός της. Η άπρεπη όμως πολυτέλεια του σπιτιού της εψύχρανε ολίγον τον ζήλον μου, αλλά δεν εξάλειψε τον σεβασμόν μου. Συνέβη τότε να δυστυχήση ένας αδελφός μου και να φυλακισθή διά χρέη. Οι γονείς μου επώλησαν τα έπιπλα του σπιτιού των για να τον ελευθερώσουν από την φυλακή· επειδή όμως το βοήθημα αυτό δεν έφθασε, παρακάλεσα την κ. Μπιρτών, να μου προκαταβάλη τριών ετών μισθόν και αυτή συγκατένευσε. Γεμάτος χαρά εγώ για τη γενναιοφροσύνη της ανέλαβα έγγραφον υποχρέωσιν να μείνω τρία χρόνια στο σπίτι της. Ούτε είχε περάσει ποτέ από το νου μου πως θα λάβω αφορμή να μετανοήσω. Δεν άργησα όμως να καταλάβω ότι απατήθηκα. Μόλις ευρέθηκα δεμένος με το έγγραφο άλλαξε τρόπο προς εμένα. Έπαυσε πλέον η χαριτωμένη εκείνη γλύκα της που με καθιστούσε πρόθυμον να υποταχθώ, την διεδέχθη παράλογη τυραννία, και αναγκαζόμουν να υπακούω δουλεπρεπώς, εγώ, που δεν μπορώ να κλίνω σε κανένα ζυγό. Άμα λοιπόν αισθάνθηκα τον δικόν της, θέλησα ναπομακρυνθώ υποσχόμενος να της αποδώσω τα όσα μου προκατέβαλε, από τας οικονομίας των όσων θα εκέρδιζα με τους φιλολογικούς μου κόπους. Αλλ' η κ. Μπιρτών αντεστάθη και μου έδειξε το έγγραφο, που έγραψα καθ' υπαγόρευσίν της και υπέγραψα εις την ανάγκην. Αλλά από εκείνην την στιγμήν η αχλύς διελύθη και είδα, ποία ήταν πραγματικώς η κ. Μπιρτών. Αλλ' επειδή οπωσδήποτε εις αυτήν εχρεωστούσα του αδελφού μου την λύτρωσιν, σας ορκίζομαι ότι σε κανένα άλλον, εκτός από σας, δεν έχω δώσει ουδέ απλήν υποψίαν των φρονημάτων μου δι' αυτήν. Και προς αμοιβήν βέβαια της υπομονής μου ευδόκησε, τέλος ο Θεός να εύρω εσάς, που να ημπορώ άφοβα να κοινολογήσω τα απόκρυφα της καρδιάς μου.

 — Τα περιστατικά σας με κινούν εις συμπάθειαν. Η εξαδέλφη μου αλήθεια σας έδωσε αφορμάς παραπόνων. Αλλά πώς να συμβιβάσω τον αγεννή της τρόπο με τας γενναίας ευεργεσίας, που σκορπά γύρο της;

 — Μην απατάσθε, κυρία μου, τα καλά που κάμνει είναι πολύ μικρότερα παρ' ότι φαίνονται. Είδατε τα καθιδρύματα, αλλά αυτά στερούνται όλα τα χρειαζόμενα εκείνη δε το ξαίρει, αλλά αδιαφορεί. Θέλει μόνο να διαφημίζεται ως προστάτις των δυστυχών και λίγο της μέλει, αν οι δυστυχείς βοηθούνται.

 — Αλλ' αν δεν οδηγήται από την φιλανθρωπίαν τι την εβίασε νάρθη να κατοικήση εδώ στα άγρια αυτά όρη:

 — Η φιλαυτία της, μην αμφιβάλλετε. Έλπιζε ότι μέσα στα άκαρπα βουνά του Μπρήντελβεν ανεγείρουσχ τα ευαγή καταστήματα κοντά στο μαγικό της παλάτι έμελλε να καταστήση περίφημο τόνομά της. Καθιδρύματα γινόμενα δια λόγους κενοδοξίας θα μένουν βέβαια ελλιπή. Τα πάθος της τρυφής και της πολυτελείας εστόλισεν όλα αυτά τα γύρο οικήματα και διά τούτο εξωδεύθησαν αλύπητα όσα εχρειάζοντο για τον υπέρμετρον ευτρεπισμόν τους. Τα έργα της κενοδοξίας όσο περισσότερο καμώνονται να ομοιάσουν την αρετήν τόσο περισσότερον μας δείχνουν ότι η αρετή είναι αμίμητη.

 — Αι παρατηρήσεις σας είναι αυστηραί.

 — Είναι όμως ορθαί και ομολογήσατε ότι φανερώνουν το ανεξήγητον αίτιον της μικράς κλίσεως που έχετε προς την κ. Μπιρτών.

 — Δεν αρνούμαι ότι η προς αυτήν κλίσις μου είναι ασθενής εν σχέσει προς την υπόληψιν, της οποίας φρονώ ότι είναι αξία η κ. Μπιρτών, είπε η Μαλβίνα. Αλλά ας αφίσωμεν κατά μέρος όλην την κενοδοξία, που καθώς λέτε την κυριεύει, δεν μπορείτε να αρνηθήτε ότι φαίνεται πολύ μετριόφρων. Θεωρεί τον εαυτόν της ολιγώτερον νέαν και ωραίαν παρ' ό,τι τω όντι είναι.

 — Κυρία μου! Μία μεσόκοπη γυναίκα, όταν δεν έχη να ελπίση πλέον τα εγκώμια που προσφέρουν συνήθως στα ωραία νιάτα, προσπαθεί να εγκωμιάζεται προσποιουμένη πως βάζει τάχα τον εαυτόν της σε τάξη πολύ κατωτέρα από εκείνην που της ταιριάζει. Εκείνες οι εκφράσεις της άκρας ταπεινοφροσύνης δεν είναι παρά προκλήσεις αποβλέπουσαι να λάβουν απάντησιν αναιρετικήν, προς κορεσμόν της αυταρεσκείας της. Συνηθισμένη να κολακεύεται, προτιμά κάλλιον να κακολογά τον εαυτόν της, παρά να την λησμονούν οι άλλοι. Η κ. Μπιρτών έχει ματαφυτεύσει στην ερημιά όλα του κοινωνικού βίου τα ψεγάδια και αποτραβηγμένη ούσα είναι πάλιν ως εν μέσω του κόσμου. Μήπως δεν κατατρώγεται και εδώ από μίαν ψευτοφιλοτιμίαν χωρίς λόγον; Δεν λιώνει από μίσος προς την Κίττη, γιατί αρέσει αυτή στον κ. Έδμον; Δεν τρέμει μήπως αυτός απορρίψη τον γάμο της Λαίδης Σούμεριλ;

Η Μαλβίνα όμως τον έκαμε να ομολογήση ότι και δίκαιον εάν είχεν απολύτως, σχετικώς όμως με τους κανόνας του επαγγέλματός του, το οποίον επιτάσσει την πραότητα και την συγγνώμην, αμαρτάνει βαρύτερα από τους άλλους, εάν δεν κρίνει την κ. Μπιρτών με επιείκειαν και συγκατάβασιν.

Εν τούτοις αι τοιαύται αυστηραί κρίσεις της Μαλβίνας διά τον κ. Πρίορ είχον αντίθετο αποτέλεσμα, διότι παρώξυναν τόσο την ψυχήν του και ετράχυναν το ήθος του, ώστε κατήντησε πλέον αδύνατον να δείξει και την ελαχίστην επιείκειαν διά την κ. Μπιρτών.

Ενώ ακόμη συνωμιλούσαν, εσήμανε η ώρα του δείπνου και τότε μόνον εννόησαν πόσες ώρες πέρασαν έτσι με την ομιλία.

Ο κ. Πρίορ ποτέ δεν ησθάνθη στιγμές πιο ευχάριστες στη ζωή του. Εζήτησε την άδεια να έλθη και την άλλη μέρα για ναρχίση τα μαθήματα της Ερσικής.

Η Μαλβίνα η οποία ησθάνετο πλησίον του κάποιαν ανακούφισιν η οποία σκιωδώς της ενθύμιζε την φίλην της Χέριντεν, του το επέτρεψε ευχαρίστως.

Έτσι ο κ. Πρίορ τας ακολούθους ημέρας ήρχετο προς αυτήν και έμενε μαζί της πολλάς ώρας αι οποίαι επερνούσαν ως αστραπή. Να κοιτάζη την Μαλβίνα, να έχη ελπίδες για τη φιλία της, να της ομιλή πάντοτε διά την ιδικήν του φιλίαν προς αυτήν, αυτά ήσαν διά τον κ. Πρίορ ανώτερα από όλας τας ουρανίας αγαλιάσεις περί των οποίων έκαμνε λόγον εις τους πιστούς απ' Εκκλησίας.

Η Μαλβίνα δεν υποψιάζετο τα επακόλουθα μιας τοιαύτης οικειότητος. Η ηλικία δεν συντελεί τόσον εις εμπειρίαν όσον ο χαρακτήρ. Γυναίκα με καρδιά τρυφερή και ζωηρή φαντασία μένει πολύν καιρό μέσ' στον κόσμο, χωρίς να τον γνωρίση. Τόσον ξένος είναι σαυτήν ο κόσμος. Ακολουθούσα λοιπόν την φυσικήν ροπήν να κρίνη εκ των ιδίων τα αλλότρια, παρασύρεται από πλάνης εις πλάνην και περνά τη μισή της τη ζωή μη γνωρίζουσα ότι πλανάται.

Η άκακη και αφελής Μαλβίνα πολύ απείχε του να υποθέση, ότι ήτο ενδεχόμενον να παρεξηγηθούν αι επισκέψεις του κ. Πρίορ. Η ιδέα του έρωτος τόσο της ήταν ξένη, ώστε ποτέ δεν μπορούσε να υποπτευθή ότι θα ήτο δυνατόν να εμπνεύση στον φίλο της τέτοιο πάθος. Έπειτα ο κ. Πρίορ ήταν ιερεύς οπαδός του καθολικού δόγματος όπως εκείνη.