WeRead Powered by ReaderPub
Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος cover

Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος

Chapter 14: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'. Η ΤΡΟΦΟΣ
Open in WeRead

About This Book

A grieving young widow leaves her homeland after the death of a beloved friend to assume care of the friend's young daughter, having vowed at the grave to devote her life to the child's upbringing and to renounce romantic attachment. The narrative traces her mourning, the practical anxieties of living in a foreign country with limited means, her correspondence with a distant maternal relative who offers shelter, and a winter departure that underscores isolation and loss. Recurring concerns include female friendship, self-sacrifice, duty, and the struggle to preserve private sorrow amid social indifference.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
ΣΥΝΑΝΤΗΣIΣ


Οκτώ ημέρας η Μαλβίνα δεν είδε καθόλου την κ. Μπιρτών. Εφοβήθηκε μήπως την δυσαρεστήση, εάν παρατείνη ακόμη την κατ' ιδίαν διατριβήν της. Απεφάσισε λοιπόν να την ιδή και πολλά πρωί κατέβη και παρουσιάσθη εις το πρόθυρον του διαμερίσματος της εξαδέλφης της.

Αι υπηρέτριαι της είπον, ότι η δέσποινά των ενεδύετο και δεν ημπορούσε να την δεχθή πριν από μισή ώρα. Η Μαλβίνα λοιπόν ανεχώρησε παρακαλέσασα να την ειδοποιήσουν, όταν η κυρία των θα είναι έτοιμη.

Επιστρέφουσα επέρασε από την οργανοθήκην. Εκεί κοντά εις μίαν άρπαν πήρε το βλέμμα της μια συλλογή από Γαλλικά τραγούδια και εστάθη να την παρατηρήση. Η μητρική γλώσσα, η φιλτάτη, με την οποίαν παρέστησε τα πρώτα συναισθήματα της καρδίας της, τόσο δυνατό θέλγητρον είχε δι' αυτήν ώστε δεν ημπόρεσε να κρατηθή από τον πειρασμόν του να περάση όλα εκείνα τα τραγούδια της πατρίδος της. Εκάθισε λοιπόν εμπρός εις την άρπαν και άρχισε να τα τραγουδή ένα ένα με την ακολουθίαν του οργάνου. Έξαφνα γλυκείς φθόγγοι από φλάουτο συνταίριαζαν με την φωνή της. Απόρησε. Διέκοψε το τραγούδι της και γύρισε να ιδή. Όπισθέν της εστέκετο ένας νέος άγνωστος. Η Μαλβίνα εκοκκίνησε και σηκώθηκε να φύγη. Ο νέος όμως την παρακάλεσε θερμώς να μη τον στερήση τόσο γρήγορα από την τερπνήν μελωδίαν της. Εσήκωσε τα μάτια η Μαλβίνα και μόλις συνήντησε τα βλέμματα του νεανίου, εχαμήλωσε τα δικά της. Εκοκκίνησε πολύ περισσότερον. Του νέου το πρόσωπο ήταν απ' εκείνα που τα λαμπρύνει τα φως αγχινοίας και τα στολίζει το θέλγητρον της ευαισθησίας. Πρόσωπον που δεν πρέπει δυο φορές κατ' επανάληψιν να το ατενίση η γυναίκα που θέλει την ησυχία της.

Αλλά η απλή και αθώα Μαλβίνα δεν ήξαιρε τον κίνδυνον κεκείνο που έπρεπε να την κάμη να τραπή εις φυγήν εκείνο την έκαμε να μείνη.

Αλλ' αν η θέα του σερ Έδμον Σέυμουρ επροξένησε έκπληξιν εις την Μαλβίναν, τι ησθάνθη άραγε εκείνος, άμα είδε την νεαράν γυναίκα!

Την είχεν ακούσει από μακράν, ακροάζεται και η φωνή της αντηχεί μέσα στην καρδιά του, για να του αναγγείλη ότι έχει και αυτός καρδιά.

Τότε λοιπόν εμβήκε μέσα εις την αίθουσαν των οργάνων, όπου την είδε και η γοητεία συνεπληρώθη.

Ωραία ξανθή κόμη, της οποίας αι πλεξίδες με αφέλειαν έπεφταν επάνω εις τους ώμους της. Όψις που ωμοίαζε τα λευκά ρόδα, των οποίων το απαλόν ερύθημα αφίνει τον θεατήν ναμφιβάλλη ποιο είναι το αληθινό τους χρώμα. Λαιμός ολόασπρος, που εφάνταζε πιο ωραίος με την πένθιμη ενδυμασία. Μάτια μάβρα πλουμισμένα με μακρυές και απαλές βλεφαρίδες — που το ωραίο και διαρκές βλέμμα τους έμβαινε στην καρδιά.

Μορφή αιδήμων και άτολμη, που ωστόσο σαν κεραυνός έπεσε στην αντίληψή του και τον εμάγευσε. Στη στιγμή ο κόσμος που ως τώρα ήξαιρε, του έγινε άφαντος κένας άλλος νέος κόσμος του παρουσιάσθη. Ο Έδμον ανερώτητα ορμά στο άγνωστο και φαντάζεται πως θα ζήσει ευχάριστα, αν αξιωθή να έχη μόνην σύντροφον, μόνην σύνοικον εις τον νέον αυτόν κόσμον, την Μαλβίναν.

Όλα αυτά συγχρόνως και οξέως προσέβαλαν εις την αντίληψίν του και παρεστάθησαν συγχισμένα στο νου του. Στέκεται βουβός και δεν ημπορεί να τα ξεχωρίση, να τα ξεδιαλύση. Έπειτα ένα τέτοιο συναίσθημα είναι τόσο γλυκό, ώστε με κάποιον αυτοματισμόν η ψυχή αποβάλλει κάθε τι που ημπορεί να το χαλάση. Έτσι εκουσίως κάμνομεν ότι αγνοούμεν την ύπαρξίν του, μόνο και μόνο για να το αφίσωμεν να υπάρχη. Άμα λοιπόν γεννηθή μέσα μας, όλες αι δυνάμεις της ψυχής το αναγνωρίζουν ως κυρίαρχον ακαταμάχητον και προθυμοποιούνται να του παράσχουν κάθε υπηρεσίαν.

Ενώ η Μαλβίνα επλησίασε στα κάθισμα και εσυλλογίζετο διστάζουσα, εμπήκεν η κ. Μπιρτών. Τρόμαξε άμα είδε εκεί τον κ. Έδμον. Είπε με ειρωνικό πείσμα.

 — Έτρεχα να απαλλάξω την ωραίαν μου εξαδέλφην από την στενοχωρίαν να περιμένη, αλλά βλέπω ήδη με χαράν αυτή ηύρε τρόπον να διασκεδάση.

Ενώ εγύριζα από τον θάλαμόν σας ηύρα εδώ αυτά τα τραγούδια, είναι γεννήματα της πατρίδος μου, με τράβηξε ο πόθος να τα τραγουδήσω, να θυμηθώ την Γαλλίαν. Ενώ καταγινόμουνα μαυτά, εμβήκε και ο κύριος κατά συγκυρίαν.

 — Ναι αλήθεια, είπε η κ. Μπιρτών. τυχαίνουν συγκυρίες πολύ ευτυχισμένες.

 — Αναμφιβόλως, φώναξε ο κ. Έδμον, και ποτέ δεν το πίστευα όσο σήμερα.

 — Και δεν είσαι ίσως ο μόνος επρόσθεσε η κ. Μπιρτών σκυθρωπάζουσα.

Η Μαλβίνα εκατάλαβε το λόγο της και λυπήθηκε για τις υποψίες της κ. Μπιρτών. Χαιρέτισε για να φύγη. Αλλά ο Έδμον την επλησίασε και της είπε:

 — Μας φεύγετε, κυρία; Εφανήκατε λοιπόν μια στιγμή μόνο, για να αισθανθώμεν πόσο μας λυπεί η στέρησίς σας; Από πού σας έχει έρθει αυτή η μελαγχολική συνήθεια να ζήτε αποτραβηγμένη; Γιατί κρύβεστε από τους ανθρώπους: φοβάστε μήπως σας λατρεύσουν πολύ;

Η κ. Μπιρτών εκοκκίνισε από το θυμό της. Εκοκκίνισε και η Μαλβίνα, αλλά από άλλο βέβαια αίσθημα πιο ευχάριστο, αλλά άγνωστο. Θα επιθυμούσε ίσως να ενδώση εις την επίμονη παράκληση του Έδμον. Αλλά εκατάλαβε ότι δεν έπρεπε να τα κάμη, διότι η κ. Μπιρτών έμεινε σιωπηλή και ήτο φανερό ότι δεν επιθυμούσε την παρουσία της. Ανεχώρησε λοιπόν.

Ο κ. Πρίορ ήλθε νωρίς προς την Μαλβίνα μετά το γεύμα.

 — Ξαίρετε, της είπε, ότι η πρωινή συνάντησίς σας επροκάλεσε θαυμασμόν μεγάλον; ο κ. Έδμον εις το γεύμα για τίποτε άλλο δε μίλησε, παρά όλο για σας.

 — Αλήθεια; είπε η Μαλβίνα με ενδόμυχη ευχαρίστηση.

 — Ναι βέβαια. Αλλά γιατί τάχα σας φαίνεται παράξενο; Όποιος μια στιγμή σας ατενίση αισθάνεται ότι, όπου είσθε σεις δεν ημπορεί ο νους να απασχοληθή με άλλο αντικείμενον.

 — Αλλά, κ. Πρίορ, είπε δειλά η Μαλβίνα. Με ποίον τρόπον έγινα αντικείμενον της ομιλίας των. Τι έλεγαν για μένα;

 — Χαίρω που βλέπω τέλος το μικρό αυτό σημάδι της περιεργείας στην χαριεστάτη μορφή σας. Αυτό παρέχει την ελπίδα ότι η πικρή λύπη που σκέπαζε τα πάντα με τον πέπλο της αδιαφορίας αρχίζει να διαλύεται:

Τα λόγια αυτά έκαμαν την Μαλβίναν να κοκκινίση, κιάν την ερωτούσε κανείς, γιατί; δεν θα ημπορούσε να πη την αιτία.

 — Ο κ. Έδμον έκαμε άπειρες ερωτήσεις για σας. Ήθελε να μάθη, γιατί ήρθατε εδώ και γιατί ζήτε αποτραβηγμένη από τους ανθρώπους.

Η κ. Μπιρτών είπε ότι μεγάλες συμφορές έβλαψαν την υγείαν σας και αύξησαν την φυσικήν σας ατολμίαν, ώστε θεωρείτε, λέγει τον εαυτόν σας ως ακατάλληλον διά κοινωνικήν συντροφίαν και διά τούτο την φοβάστε και την αποφεύγετε.

 — «Θαυμάζω, είπε τότε ο κ. Έδμον, πώς φοβάται εκείνο που αυτή το στολίζει; Σε ποια συνάθροιση η κ. Σορκή δεν θα ήτο το καλλώπισμα; Εγώ τουλάχιστο, είπε, στη ζωή μου δεν είδα γυναίκα να μπορή να συγκριθή μαζί της».

Η Μαλβίνα έκαμε σχήμα μετριοφροσύνης. Ο δε κ. Πρίορ εκλαβών ως σημείον εκπλήξεως επρόσθεσε:

 — Απορείτε ίσως, κυρία μου, για την παρρησία του κ. Έδμον σε γυναίκα τόσο φίλαυτη και περήφανη ως η κ. Μπιρτών; Αλλά ο νέος αυτός ο άστατος και φιλήδονος έχει μία σπανιωτάτη ειλικρίνεια, ώστε και προς την ίδια την κ. Μπιρτών δεν εδίστασε να πει τι αισθάνεται, αν και γνωρίζει το χαρακτήρα της, κι ακόμα απ' αυτήν ελπίζει το παν.

 — Με τούτο, κύριε Πρίορ, επαινείται και τους δύο. Noμίζω εξίσου σπάνιον και το να ημπορή κανείς νακούη την αλήθεια, όσο και να τολμά να την λέγη.

 — Αλλά επειδή μόνος ο κ. Έδμον έχει αυτό το προνόμιο . . .

 — Εις τούτο ίσως πταίουν οι άλλοι, τον αντίσκοψε η Μαλβίνα. Πολλές φορές γίνεται κανείς άδικος θέλων να φανή φιλαλήθης.

 — Σας βεβαιώνω, κυρία, ότι η κ. Μπιρτών από κανένα άλλον δεν ήθελε υποφέρει νακούση, τα όσα ανέχεται νακούη από του κ. Έδμον το στόμα. Και τον υποφέρει πάλιν από υστεροβουλίαν, διότι η έκβασις των φιλοδόξων σχεδίων της εξαρτάται ολότελα από αυτόν. Θα ξαίρετε ίσως ότι υπεσχέθη να τον κάμη κληρονόμον της με την συμφωνία να πάρη την Λαίδην Σούμεριλ. Και μη νομίσετε ότι το κάμνει διά την ευτυχίαν του Έδμον. Μπα! λίγο φροντίζει αυτή για τέτοια πράματα. Αλλά ο οίκος Σούμεριλ είναι από τους πιο αρχαίους της Σκωτίας και από τους περισσότερον ευνοουμένους στην Αυλή του Λονδίνου. Προσέτι δε ο Λόρδος Στάφφορδ, θείος της νέας υπεσχέθη να κάμη τον κ. Έδμον σύνεδρον της άνω Βουλής, αν γίνη το συνοικέσιον, και να προσθέση εις αυτά τα χωρία γην τιμαριωτικήν τόσην, ώστε να παρέχη εις την κ. Μπιρτών το δικαίωμα να ονομασθή Λαίδη. Αυτοί είναι οι σκοποί της, αλλά ο κ. Έδμον αντιστέκεται, διότι προτιμά το να είναι ανεξάρτητος περισσότερον από όλα τα πλούτη και τα αξιώματα, αν και είναι άνθρωπος με μετρίαν κατάστασιν. Και δεν αποποιείται μεν φανερά τον περί ου ο λόγος γάμον, αλλά τον αναβάλλει από ημέρα σε ημέρα. Η δε κ. Μπιρτών επειδή φοβείται μήπως αρνηθή αυτός και έτσι στερηθή η ιδία τον μέγαν τίτλον, τον οποίον από καιρόν διψά η φιλόδοξη ψυχή της, φέρνεται προς αυτόν τόσο μαλακά. Αυτό λοιπόν είναι που του δίδει δύναμιν όχι ολίγην επάνω της. Αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι την δύναμιν αυτήν, όταν μείνη εδώ ο κ. Έδμον, την μεταχειρίζεται όχι διά δικό του, αλλά διά κοινόν όφελος, διότι την αναγκάζει να μοιράζη στους δυστυχείς όσα εκείνη προθύμως θα ασώτευε διά να τον προσελκύση.

 — Όποιος μεταχειρίζεται έτσι την δύναμίν του, πρέπει να είναι ευγενούς και γενναίου χαρακτήρος άνθρωπος.

 — Ο Έδμον έπαθε το δυστήχημα να ευρεθή κύριος του εαυτού του εις πολύ νεαράν ηλικίαν· δεν ημπόρεσε ο ίδιος, ούτε είχε τινά να του χαλινώση τας πρώτας ορμάς της νεότητος κέγιναν αυταί πηγαί αθεράπευτης διαφθοράς. Φυσικά όμως είναι ευγενής και μεγαλόφρων. Τον είδα πολλές φορές για να κάμη μίαν καλήν πράξιν να δείχνη ενθουσιασμόν. Επίσης κρατεί την υπόσχεσίν του ιεράν. Είναι ανδρείος μέχρι θρασύτητος, έχει προτιμοτέραν την τιμήν από την ζωή του. Είναι δε τόσο αφιλοχρήματος, ώστε εις την αδελφήν του, επειδή η προίκα της ήτο σχετικώς ολίγη ως προς το συνοικέσιον το οποίον έμελλε να συνάψη, δεν εδίστασε αυτός να ελαττώση την δική του περιουσία για να εξομαλύνη του συνοικεσίου τας δυσκολίας.

 — Λοιπόν; . . . είπεν η Μαλβίνα κλίνουσα την κεφαλήν με ενδιαφέρον.

 — Λοιπόν, κυρία μου, ενώ αι αρεταί του είναι τέτοιες και τόσο μεγάλες, μέσα στην καρδιά του έχει για τας γυναίκας πάθος παράφορον, ώστε ενώ κατά τα άλλα είναι τόσον τίμιος, αυτάς τας απατά ασυστόλως χωρίς έλεγχον συνειδήσεως. Και σύρεται μεν εις τούτο από ορμήν ακάθεκτον, αλλ' όχι άσκεπτα και απρομελέτητα, αλλά με σχέδιον καταχθόνιον. Αι μόναι ερωτικαί σχέσεις τας οποίας εγνώρισε είναι η απόλαυσις και ο κόρος. Ο αληθινός έρως είναι και θα είναι άγνωστος εις αυτόν.

Η Μαλβίνα εβυθίσθη εις σκέψεις και εφαίνετο ότι δεν ήκουε πλέον. Ο κ. Πρίορ εσιώπησε και εβυθίσθη και αυτός.

Αίφνης η Τομκίνα άνοιξε την θύραν και ηρώτησε.

 — Εδώ είναι η Φανή;

 — Και δεν ήτανε μαζί σου; είπε η Μαλβίνα ταραχθείσα.

 — Όχι, κυρία, δεν την είδα από την ώρα του γεύματος, τη ζήτησα παντού και δεν την ηύρα.

 — Ω Θεέ μου, εφώναξε η Μαλβίνα και τινάχτηκε έξω διέτρεξε όλο το σπίτι, αλλά ανωφελώς.

Ο κ. Πρίορ έσπευσεν επίσης εις την αυλήν προς αναζήτησιν.

Η Μαλβίνα επιστρέφουσα άπρακτη και απελπισμένη ήρχισε να φωνάζη μεγαλοφώνως.

 — Φανή! Φανή!

 — Έξαφνα ακούει την φωνήν του κοριτσιού να της ανταποκρίνεται. Επροχώρησε λοιπόν προς τα μέρος από το οποίον ήρχετο η φωνή, άνοιξε πολλάς θύρας και εμβήκεν εις δωμάτιον άγνωστον δι' αυτήν. Εκεί βλέπει τον Έδμον Σέυμουρ να κρατεί στα γόνατά του την μικρή.

Η χαρά της, η συγκίνησίς της, η έκπληξίς της διά την αιφνηδίαν συνάντησιν την ετάραξαν τόσον, ώστε ελύθησαν αι δυνάμεις της και δεν ημπόρεσε να προχωρήση και έπεσεν εις τον καναπέ εκτείνουσα τα χέρια προς τα κοριτσάκι της. Εκείνο έτρεξε και ρήχτηκε στην αγκαλιά της. Η Μαλβίνα τόσφιγγε στα στήθια της και το φιλούσε περιπαθώς.

 — Πόσο είμαι φταίχτης! . . . Είναι δυνατόν να με αξιώσετε συγγνώμην τινά;

 — Η χαρά μου είναι τόση, ότι κρατώ στην αγκαλιά μου το παιδί που το θεωρούσα χαμένο, ώστε καμιά ιδέα να κατηγορήσω κανένα δεν περνά από το νου μου.

 — Η αγάπη σας στα παιδί αυτό, επρόσθεσε, είναι ανωτέρα πλέον από μητρικήν στοργήν, είναι υπερφυσική, είναι υπεράνθρωπη.

 — Και το νομίζετε αυτό δυνατόν:

 — Ναι από σήμερα βλέπω εις εσάς πώς είναι δυνατόν να υπερτερήση κανείς την φύσιν.

 — Αλίμονον, είπε η Μαλβίνα, αν κανείς θέλη να την υπερβή . . . Τιμωρείται.

 — Και άλλοι πριν από σας το είπαν αυτό, αλλά κανείς δεν το είπε καθώς το λέτε σεις. Μόνος ο θαυμασμός που προκαλείτε ημπορεί να εξισωθή προς την ευφροσύνην, την οποίαν αισθάνεται κανείς, όταν σας βλέπη. Και σας βεβαιώνω κυρία μου το ερασμιώτερον πράγμα εις τον κόσμον δεν θα ήτο δυνατόν ούτε αμυδρώς να ενθυμίση την εικόνα την οποίαν βλέπω αυτήν την στιγμήν εμπρός μου και . .

Η Μαλβίνα εσηκώθη διά να απέλθη.

 — Σας δυσηρέστησα ίσως, κυρία, επρόσθεσεν εκείνος, και με τιμωρείτε, διότι ωμίλησα με πολλήν ειλικρίνειαν.

 — Δεν είμαι συνηθισμένη από τον κόσμον και δεν καταλαβαίνω την γλώσσαν του. Δεν ξαίρω λοιπόν τινά σας αποκριθώ και ήθελα σας γνωρίσει και πολλήν χάριν, αν δεν μετήρχεσθε προς εμέ αυτήν την γλώσσαν.

Ταύτα λέγουσα η Μαλβίνα απεμακρύνετο μετά της Φανής, ο δε Έδμον ακολουθών αυτήν με ήθος ταραγμένον έκραξε:

 — Όχι δεν ομιλώ προς εσάς γλώσσα που συνηθίζω εις τον κόσμον. Όποια προσποιητή συνήθεια και νάχη κανείς, την χάνει άμα ιδή εσάς.

Η φράσις αυτή ενθύμισεν εις την Μαλβίναν όσα όμοια της είπεν άλλοτε ο κ. Πρίορ και χαμογέλασε.

Ο Έδμον το παρατήρησε και της είπε:

 — Σέβομαι τη σιωπή σας, κυρία, και τολμώ να σας ερωτήσω την αιτίαν του χαμόγελού σας. Φοβούμαι όμως μήπως με παρέστησαν εις εσάς ως απεχθή.

 — Μείνετε ήσυχος και αν μου είπε κανείς κακόν τι για σας, τα περισσότερα που μου είπε ήσαν καλά.

Έτσι ομιλώντας έφθασε κοντά, στην θύραν.

Ο Έδμον την ακολουθούσε ποθών να εγγίση το χέρι της αλλά δεν ετολμούσε.

 — Και θα πιστέψατε βέβαια τα κακά περισσότερο, παρά τα καλά.

 — Σας βεβαιώνω, όταν μου μιλούν για ένα ξένον, είμαι διατεθειμένη να πιστεύω περισσότερο τα καλά.

 — Κεγώ σας είμαι ξένος . . .

 — Έτσι νομίζω, είπε με χαμόγελο η Μαλβίνα και γύρισε το πόμολο της θύρας. Ενώ άνοιγε, έξαφνα από άλλη θύρα επρόβαλε πρόσωπο γυναικείο, αλλά μόλις έσκυψε και είδε, έκανε — Α! . . . με έκπληξη και τραβήχτηκε αμέσως κλείνοντας την θύρα.

Η Μαλβίνα από την κραυγή της κατάλαβε πώς ήταν η κόρη της κ. Μέλμορ και συλλογίστηκε πόσο παράξενο θα εφαίνετο εις την δεσποινίδα Κίττη, ότι την ηύρεν εκεί, χωρίς η ίδια να παραξενευθή διά την είσοδον της Κίττης.

Ο Έδμον εκαμώθη πως δεν κατάλαβε, ούτε πως άκουσε. Εχαιρέτησε και την άφισε να αναχωρήση.

Κατέβηκε η Μαλβίνα στης κ. Μπιρτών και ηύρε τον κ. Πρίορ. Και με τόση απλότητα διηγήθηκε το τυχαίο περιστατικό της, ώστε μήτε καν η κ. Μπιρτών δεν υποψιάσθηκε τίποτε.

Σε λίγο ήλθε και ο Έδμον κέτσι η Μαλβίνα ελησμόνησε να αναχωρήση.

Η κ. Μπιρτών δεν έβλεπε μεν με καλό μάτι τον ανεψιόν της κοντά εις την ερασμίαν εκείνην γυναίκα, ωστόσο έκρινε άπρεπο να της υπενθυμίση ότι ώφειλε να εξέλθη.

Από τη στιγμήν που είχεν ιδεί τι πλάσμα εξαίσιον ήταν η Μαλβίνα, μετενόησε που την εδέχθη στο σπίτι της και άλλο δεν εσυλλογίζετο παρά πώς να εμποδίση την συνάντησή της με τον Έδμον. Τον ήξαιρε ότι ήταν έκδοτος στις γυναίκες. Μα για τη Μαλβίνα εφοβείτο ακόμη περισσότερον, διότι η εμορφιά της ήταν ικανή κάτι σφοδρότερον να προκαλέση και επομένως να ματαιώση το συνοικέσιον με την Λαίδη Σούμεριλ.

Ακόμα όμως προσπαθούσε και να μη προσβάλη το ανεξάρτητο ήθος του Έδμον δίνοντας φανερά αφορμήν να εννοήση ότι επίτηδες απεμάκρυνε την Μαλβίναν. Ήτο ακόμη βεβαία ότι μάλιστα θα έκαμνε τον πείσμονα νέον προθυμότερον να την γνωρίση, και ότι αν αντετάσσετο στην επιθυμία ενός ανθρώπου, που ποτέ δεν υπέκυψεν εις άλλην εκτός της ιδικής του, άλλο δεν θα κατώρθωνε, παρά να τον ερεθίση περισσότερο.

Εκαμώνετο λοιπόν ότι προσπαθούσε να φέρνη την Μαλβίναν εις την συναναστροφήν των, αλλ' ότι οι προσπάθειές της ήσαν ανωφελείς, διότι η εξαδέλφη της ήτο αγρία και απέφευγε τους ανθρώπους, ώστε δεν υπεχώρει εις τας παρακλήσεις της.

Όταν το πρωί λοιπόν τους είδε να συνομιλούν, επειδή εφοβήθη μήπως αναποδογυρίσουν τα σχέδιά της, καθόλου δεν ημπόρεσε να κρύψη τον θυμόν της. Έπειτα όμως εσκέφθη νηφαλιώτερα και εννόησε ότι δεν ημπορούσε αλιώς να απατήση τον Έδμον, παρά αν επροσποιείτο ήθος αδιάφορον, όταν θα τους εύρισκεν εκ νέου κατά περίστασιν συναντωμένους. Συνεμάζευσε λοιπόν την ταραχήν της. Εφέρθη προσηνώς προς την εξαδέλφην της και έδειξε προθυμίαν να φανή ερασμία εις όλους, πράγμα που όταν ήθελε το κατώρθωνε μια χαρά.

Έμεινε λοιπόν ευχαριστημένη από τον εαυτόν της και η εκ τούτου φιλαυτία της την έκαμεν έτι μάλλον εύχαριν.

Η συναναστροφή εκείνη ήτο κάτι ωραίον.

Ο Έδμον ζωηρός και εύθυμος. Ο κ. Πρίορ ήρεμος και διδακτικός αντισκοπτόμενος υπό της Μαλβίνας η οποία με την θελκτικήν μελαγχολίαν της έχυνε εις το όλον της συναναστροφής κάτι το αγγελικόν.

Η δε κ. Μέλμορ ως νευρόσπαστον με φωνόγραφον εντός του εψυθίριζε κατά διαλείμματα εις κάθε φράσιν της κ. Μπιρτών.

 — Έξοχον! Θαυμάσιον!

Και περιέβλεπε ηληθίως τους συγκαθημένους σαν να τους έλεγε,

 — Τι λέτε και σεις;

Η Κίττη δεν ήξαιρε να ομιλή. Εξεφράζετο όλο με φρασίδια. Και για να φαίνεται ότι κάτι κάμνει έσκωπτε τη Μαλβίνα και τον κ. Πρίορ. Στην αρχή ήλπισε ότι θα είχε βοηθόν τον Έδμον, αλλά ηπατήθη. Αυτός ο αριστοτέχνης του λόγου άλλωστε και κατά τας κατ' ιδίαν συναναστροφής και κατά τας κοινάς ομηγύρεις ευχαριστείτο από τους λόγους της Μαλβίνας.

Η Κίττη λοιπόν επιτέλους ετραβήχθη εις μίαν άκραν και εσιώπησε.

Η ευγενής Μαλβίνα το παρετήρησε και επεχείρησε να την βγάλη από την αμηχανίαν της αποτείνουσα προς αυτήν τον λόγον με γλυκύτητα. Αλλ' η Κίττη εφέρετο με καταφανή πικρίαν και απήντα μονοσυλλάβως.

Τέλος αφού έμεινε αρκετήν ώραν σιωπηλή επροχώρησε κατηφής και εκάθησε εμπρός εις το πιάνο, όπου άρχισε να παίζη βαριατσιόνες. Η Μαλβίνα την επρόσεξε και την επαίνεσε. Αλλ' αυτή έκαμε ότι δεν την ακούει και προσεκάλεσε τον Έδμον να τραγουδήση μαζί της ένα Ιταλικό τραγούδι.

 — Όχι, όχι, είπεν η κ. Μπιρτών, καλύτερα να τραγουδήσετε από Γαλλικές όπερες. Είμαστε Γάλλοι εμείς.

Η Μαλβίνα περιειργάσθη τα μουσικά τετράδια και είπε:

 — Α! μα εσείς έχετε τον περίφημο Λούλλι, την Αρμίδα, την Άλκηστη, τον Οιδίποδα. Φιλτάτη κ. Μπιρτών, η καρδιά σας, ωστόσο πάντα είναι γαλλική.

Εμένα τουλάχιστο είπε με πείσμα η Κίττη διόλου δεν μαρέσει η Γαλλική γλώσσα, είναι κρύα, τίποτε δεν μπορείς να εκφράσης εις αυτήν με χάρη.

 — Παρακαλέστε την κ. Σορκή να προφέρη μερικές λέξεις, είπε τότε ο Έδμον, και είμαι βέβαιος πως θαλλάξετε γνώμην.

 — Ίσως όχι, του είπε χαμηλά η Κίττη με περισσότερο πείσμα, δεν ξυπάζομαι τόσο εύκολα εγώ, ούτε χάνω το νου μου για μια λέξη.

 — Ναι αλήθεια κάτι άλλο παρά ο νους κινδυνεύει κοντά της, είπε ο Έδμον.

 — Η καρδιά θέλετε να πήτε . . . ωστόσο μερικοί άλλοι δεν κινδυνεύουν και τόσο . . . λέγουν το ναι και κείνη που τους ακούει τους πιστεύει καθώς τόσες άλλες και απατάται και αυτή σαν εκείνες.

 — Η Μαλβίνα εφαίνετο ότι δεν επρόσεχε, αλλά ούτε λέξη της διέφυγε. Η κ. Μπιρτών είχε πάει στον κοιτώνα της να φέρη τις νότες του Οιδίποδος και γύρισε, πριν προφθάση ο Έδμον να αποκριθή στα τελευταία λόγια της Κίττης, πράγμα που δυσαρέστησε και τον ίδιον και την Μαλβίναν περισσότερον.

 — Έλα Κίττη, είπεν η κ. Μπιρτών, συνόδευσέ μας σαυτή την τριφωνία κέβαλε μπροστά της το τετράδιο απάνω στο πιάνο.

Η Κίττη δεν μπορούσε να παίξη από μέσα πρίμα βίστα, αν και έπαιζε αριστοτεχνικώς τα προμελετημένα κομμάτια.

Βλέπων ο Έδμων την αδυναμία της είπε:

 — Είμαι βέβαιος ότι η κ. Σορκή θα επετύγχανε καλύτερα.

 — Δεν θα είναι κατόρθωμα αυτό, είπε μετριοφρόνως η Μαλβίνα, εγώ έχω τραφή μαυτήν την μουσικήν.

 — Γιαυτό είσθε τόσον ασθενική, απεκρίθη ειρωνικώς η Κίττη, η τροφή σας ήτο τόσον αθλία.

Η Μαλβίνα όμως δεν την εσυνερίσθη και της απήντησε με πραότητα.

 — Αν προτιμάτε την Ιταλική μουσική εύκολο είναι ναφίσωμεν αυτήν κατά μέρος.

 — Όχι, όχι, εξαδέλφη, είπε ζωηρά η κ. Μπιρτών, καθίστε στον τόπο της Κίττης και η ουράνιος αυτή μουσική θα κάμη να λησμονήσωμεν προς ώραν ότι δεν είμεθα στην πατρίδα μας.

Η κόρη της κ. Μέλμορ εσηκώθηκε θυμωμένη, εσκούντηξε το σκαμνί και πήγε και κάθισε μακρυά, ως να μην ήθελε νακούση την μουσικήν τους.

Η Μαλβίνα έπαιξε θαυμάσια τα δυσκολώτερα τεμάχια. Έπαιξε με ευκινησίαν και χάριν αμίμητον.

Ωστόσο η κ. Μπιρτών με όλην της την μουσοληψίαν εβαρέθηκε νακούη την Μαλβίναν, τα προτερήματα της εξαδέλφης της αναπτυσσόμενα μάλιστα ενώπιον του Έδμον την έθλιβαν και θέλουσα να απαλλαχθή προσεποιήθη ότι της ήλθε πονοκέφαλος και με αυτήν την πρόφασιν υπεχρέωσε τους επισκέπτας να τραβηχθή ο καθείς εις τα ίδια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
Η ΤΡΟΦΟΣ


Η Μαλβίνα ησθάνετο ότι επέρασε καλά τη βραδιά εκείνη. Ήλπιζε μάλιστα ότι η κ. Μπιρτών θα την επροσκαλούσε να κατεβαίνη εις το γεύμα καθημέραν.

Με ανήσυχη περιέργεια επερίμενε την άλλην ημέρα να ιδή αν θα την προσκαλέση, αλλά ματαίως. Το γεύμα της εστάλη ως συνήθως εις το οίκημά της.

Το βράδυ επεθύμησε να κατεβή, αλλά δεν ετόλμησεν απρόσκλητη·

Αλλά διατί τάχα τώρα επιθυμούσε την συναναστροφήν;

Ησθάνετο αόριστον τινά φόβον μήπως μαντεύσουν οι άλλοι την αιτίαν.

Έτσι η Μαλβίνα ήρχισε πάλιν την αποτραβηγμένην ζωήν της. Η δε κ. Μπιρτών την επεσκέπτετο συχνά διά να της αφαιρέση κάθε πρόφασιν του να κατεβή.

Απέφευγε με κάθε τρόπον να την προσκαλέση, πράγμα που εκείνη δεν ετολμούσε να της το προτείνη.

Αλλά εις τον Έδμον, ο οποίος την ενοχλούσε με συχνάς ερωτήσεις, γιατί δεν φέρνει την Μαλβίναν κάτω, έλεγεν υποκριτικώς, ότι όσες φορές ανεβαίνει, άλλο τίποτε δεν κάμνει, παρά να την παρακαλή να έλθη, αλλά εκείνη αρνείται.

Ωστόσο μίαν Κυριακήν πρωί η Φανή εμβήκε στης μητέρας της και της λέγει.

 — Μητέρα κάτω είναι η Άτζολετ, ήρθε να παίξωμε μαζί, σήμερα που δεν έχει μάθημα. Έλα να κατεβούμε στην αυλή να κάνουμε χιονόσφαιρες.

 — Ποια είναι, παιδί μου, η Άτζολετ;

 — Εκείνο το ωραίο το κοριτσάκι που τραγουδεί τόσο γλυκά και μιλεί Αγγλικά.

 — Α η βαπτιστική του σερ Έδμον; είπε η Μαλβίνα και εβάφη το πρόσωπόν της με ελαφρόν ερύθημα.

 — Ναι μητέρα, μα αυτό δεν την εμποδίζει να είναι αυτή καλή.

 — Όχι βέβαια, παιδί μου, μα και ο ίδιος ο σερ Έδμον δεν μου φαίνεται καθόλου κακός.

 — Ξαίρεις, μητέρα, η Τομκίνα λέει πολλά κακά γιαυτόν.

 — Τι δηλαδή;

 — Μα . . . να, δεν τα θυμούμαι . . . .

 — Πολύ καλά κάμνεις, παιδί μου, να μη ενθυμείσαι τις κακολογίες. Πήγαινε τώρα να εύρης την Άτζολετ. Σε λίγο έρχομαι κεγώ.

Άμα βγήκε έξω το κοριτσάκι, η Μαλβίνα είπε προς τη Τομκίνα:

 — Γιατί λες στο παιδί τις φλυαρίες και τα παραμύθια που μήτε συ δεν τα ξαίρεις;

 — Σας βεβαιώνω, κυρία, πώς δεν είναι παραμύθια. Και μήτε τα μισά απ' όσα ξαίρω δεν λέγω.

 — Πιστεύω ότι δεν είναι η Φανή εκείνη που πρέπει να μανθάνει τέτοιες λεπτομέρειες.

Α όχι, κυρία, προσέχω πολύ όταν έρχεται εδώ η Τάσσα τα λέμε πολύ σιγά . . . Αχ και να ξαίρατε, κυρία, πώς ζη εδώ ο σερ Έδμον! . . .

 — Δεν έχω διόλου περιέργεια να το μάθω.

Και όμως . . . είχε, αλλ' εντρέπετο να έλθη εις τέτοιους λόγους με την υπηρέτριαν της.

Δεν εγνώριζεν ακριβώς οποίαι ήσαν αι παραφοραί του Έδμον, διά τις οποίες τον εκακολογούσαν, αλλά τις εσυμπέραινε και . . . δεν ήτο μάλιστα διατεθειμένη να τας συγχωρήση και μόλον ότι ήτο εκ φύσεως επιεικής. Αυταί όμως αι φήμαι ερέθιζον περισσότερο την περιέργειάν της, και το ενδιαφέρον της ακόμη.

Συλλογιζομένη επροχώρησε προς την αυλήν. Η Άτζολετ έτρεξεν εις την αγκαλιά της με τρυφεράν απλότητα και η Φανή άρχισε να επαινή τις χάρες της μικρής φίλη της.

Η Μαλβίνα θέλουσα να ζεσταθή άρχισε να παίζη με τα κοριτσάκια. Έξαφνα εφάνη από μακράν ερχόμενος ο Έδμον με γρήγορον βήμα. Εχαιρέτησε την Μαλβίναν, αλλά δεν εστάθη.

Η Μαλβίνα προκατειλημμένη καθώς ήτο ήδη εναντίον του δεν επιθυμούσε την συνάντησίν του. Ωστόσο η ψυχρά εκείνη διάβασίς χωρίς σχεδόν να την προσέξη της εφάνη παράδοξος. Τον παρηκολούθησε λοιπόν κρυφίως με το βλέμμα της.

Η Άτζολετ την επλησίασε με τρόπο και της είπε χαμηλά.

 — Εγώ ξαίρω πού πάει ο νονός μου. Ελάτε μαζί μου και θα δήτε. Και προηγήθη τρέχουσα, ενώ η Φανή και η Μαλβίνα την ακολούθησαν.

Όταν έφθασαν εις την θύραν κάποιου οικίσκου εις τα έσχατα της αυλής, η Άτζολετ εστάθη, έβαλε στα χείλη το δάκτυλό της και είπε:

 — Σιγά, μη μας καταλάβη. Έσπρωξε ελαφρά την εξώθυρα, επροχώρησε στα άκρα των ποδών της κρατώντας την Μαλβίναν από το χέρι και της έδειξε μέσα από μίαν υαλίνην θύραν εις ένα καθαρόν δωμάτιον μιαν πτωχήν γραίαν που εκείτετο άρρωστη. Ο Έδμον εστέκετο κοντά της.

 — Αυτή είναι η γριά Νόρτων, η τροφός του νουνού μου είπε χαμηλά η Άτζολετ. Σήμερα αρρώστησε βαριά. Φαίνεται, ειδοποίησαν στον πύργο και για τούτο ο νουνός μου έτρεξε. Α! είναι πολύ καλός ο νουνός μου, κυρία, η γριά Νόρτων τον αγαπά . . . δεν φαντάζεσθε!

Η Μαλβίνα άμα είδε τον καταλαλούμενον να εκπληρώνη τέτοιο ευσεβές χρέος, συνεκινήθη και κατηγόρησε τον εαυτόν της, διότι εκινδύνευσε να σχηματίση κακήν υπόληψιν δι' αυτόν. Τώρα πλέον τον εσυγχωρούσε, διότι δεν εστάθηκε, όταν επερνούσε από κοντά της. Η βία του της εφάνη τώρα δικαιολογημένη και θα της εκακοφαίνετο βέβαια, αν εξ αιτίας της παρέβλεπε τον φιλάνθρωπον σκοπόν του.

Η Μαλβίνα δεν ήτο από τας εγωιστικάς εκείνας γυναίκας, που θέλουν όλα να γίνωνται γι' αυτάς και μόνον. Το πάθος αυτό είναι η φιλαυτία, δεν είναι ο έρως. Ο έρως όταν εμφωλεύη εις τιμίαν ψυχήν, όσο σφορδός και αν είναι, είναι ωραίος και μία έκφανσις ψυχικής ωραιότητος είναι η φιλανθρωπία, διά την οποίαν δεν ζηλεύει.

Και τι; Μήπως η Μαλβίνα είχεν έρωτα προς τον Έδμον; Όχι δεν θέλομεν να ειπούμε αυτό. Αλλ' ότι ο χαρακτήρ της ήτο τοιούτος, ώστε ως γυναίκα θα ήθελε μεν να προτιμάται αυτή από κάθε άλλο. αλλά η αρετή να είναι προτιμοτέρα και από αυτήν.

Άλλως τε το να βλέπη ενώπιόν της μίαν τοιαύτην γενναίαν πράξιν από άνδρα, όστις ήτο ούτως ειπείν «σημείον αντιλεγόμενον» και να την θαυμάζει ανεπιφύλακτα, ήτο δόλωμα ασυγκρίτως πιο επικίνδυνον από τας μετά πάθους επαναλαμβανομένας συνήθως ερωτικάς εκφράσεις, εναντίον των οποίων ημπορούσε να την καθοπλίση η λογική σκέψεις ότι αυτή έχει ήδη υποσχεθή εις τον εαυτόν της και έχει αποφασίσει να μείνη ανέραστη.

Ενώ η Μαλβίνα ήτο παραδομένη εις το θελκτικόν εκείνο θέαμα, η Φανή εκρύωσε και βαρέθηκε. Την ετράβηξε λοιπόν από το φόρεμά της για να επιστρέψουν, εκείνη, όμως αφηρημένη όπως ήτο, δεν αντελήφθη την επιθυμίαν της.

Τότε το κοριτσάκι άρχισε να κλαυθμυρίζει. Ο Έδμον έστρεψε με απορίαν και προχώρησε προς την θύραν να ιδή ποιος είναι. Η Μαλβίνα ευρέθη εις θέσιν στενόχωρον, διότι θα εφωράτο ότι παρακολουθεί οπωσδήποτε τας πράξεις του και εσκέφθη να φύγη, αλλ' ήτο αργά πλέον. Προτιμότερον ήτο να δείξη αφέλειαν. Και εστάθη.

Ότε λοιπόν ο Έδμον εξέφρασε την χαρούμενην έκπληξίν του, έρριψε κάτω το βλέμμα της και του είπε σεμνά.

 — Η βαπτιστική σας, κύριε, μέφερεν εδώ να μου δείξη τον ανάδοχόν της εις την ακμήν της δόξης του.

 — Εισέλθετε, παρακαλώ, κυρία. Το θέαμα προξενεί θλίψιν, αλλ' όχι τρόμον. Η ταλαίπωρος τροφός μου φοβείται τον θάνατον, ελάτε να την εγκαρδιώσετε. Επικαλείται το έλεος του Θεού και θα το ελπίση με περισσότερη πίστη, όταν θα ιδή κοντά της ένα άγγελον.

Η Μαλβίνα επροχώρησε:

 — Και είναι λοιπόν τόσο άσχημα; είπε, ίσως πρέπει να μηνύσωμεν τον κ. Πρίορ.

Η γριά αντελήφθη και απήντησε ήρεμα.

 — Όχι, κόρη μου. Του αγαπημένου αυτού παιδιού η στοργή με παρηγορεί περισσότερο από κάθε ψυχρά ρητορεία.

 — Η Μαλβίνα συνεκινήθη πολύ από το όνομα που απεδόθη εις τον Έδμον εκ μέρος της γραίας και από το εγκώμιον εν γένει. Δάκρυα εγέμισαν τα μάτια της και έπιασε το χέρι της άρρωστης.

 — Πάσχετε πολύ, μητέρα; τη ρώτησε με γλυκύτητα.

Το θέλγητρο της φωνής της εβαλσάμωσε την ψυχήν της.

 — Είσθε, νομίζω, της είπε, η κυρία, που επισκεφθήκατε λίγες μέρες μαζί με την αφέντισσα την κ. Μπιρτών τους φτωχούς και τους αρρώστους, δεν είναι έτσι; Όλοι μου μίλησαν για την καλωσύνη σας. Ευχαριστώ το Θεό που μαξίωσε να σας ιδώ πριν αποθάνω.

 — Μην κουράζεσαι, μητέρα, της είπε ο κ. Έδμον. Πάρε λίγο απ' αυτό το γιατρικό. Ας έλθη και ο κ. Πρίορ, αν θέλης.

 — Η Άτζολετ πήγε να τον φωνάξη, είπε η Φανή κρυμμένη πίσω από την μητέρα της, για να μην κοιτάξη την άρρωστη που την εφοβείτο.

 — Πώς ο κ. Πρίορ δεν εκλήθη ήδη; ερώτησε η Μαλβίνα κάποιαν συγγενή της κ. Νόρτων.

 — Συστελλόμεθα να τον ενοχλούμε, είναι τόσο απασχολημένος με τις σπουδές του . . . όλο γράφει . . .

Ο ερχομός του κ. Πρίορ διέκοψε της γυναίκας τους λόγους. Αυτός περισσότερο επρόσεξε την Μαλβίναν παρά την ασθενή. Επλησίασε και της είπε:

 — Ήρθατε λοιπόν να δήτε την φοβερή την κρίσιμη την ώρα . . την ώρα που η ψυχή ανήσυχη προσβλέπει προς τα όρια του αγνώστου, τα οποία μέλλει να υπερπηδήση;

 — Κύριε Πρίορ, του είπε χαμηλά ο Έδμον, εύρετε, παρακαλώ, λόγους πλέον καταληπτούς εις αυτήν εδώ, και έδειξε την ασθενή, και ικανούς να στηρίξουν την καρδιά της.

Η Μαλβίνα σηκώθηκε να παραχωρήση προς τον κ. Πρίορ την παρά την ασθενή θέσιν της και ακούμπησε επάνω στην κλίνην κοντά εις τον Έδμον.

 — Βλέπω καλή μου γραία, είπε ο κ Πρίορ προς την ασθενή, ότι η καρδιά σου είναι αδύνατη, όπως το σώμα. Έχε θάρρος. Και αν ακόμη πρόκειται ναποθάνης δεν έχεις να πάθης κανένα κακόν. Απεναντίας θα γίνης μέρος της θείας ουσίας, έχε πίστην εις τον Θεόν. Αυτός είναι μαζί σου όπου και αν υπάγης για να σε προστατεύη.

 — Ας γίνη το θέλημά του είπε η γριά. Είθε ο Σωτήρ να μεσιτεύση υπέρ εμού.

 — Έχε τας ελπίδας σου στην ευσπλαγχνίαν του. Γνωρίζει από τι επλάσθημεν. Συγχωρεί, διότι αγαπά και θέλει να τον αγαπούν περισσότερον παρά όσο τον φοβούνται.

 — Κανένα δεν έβλαψα ποτέ, είπε η γραία, επιθυμούσα μόνο να ζήσω για τα παιδιά μου, εσυμμεριζόμην μεκείνα τις ευεργεσίες του αγαπητού μου Σέυμουρ, μα σαν πεθάνω ποιος θα τα βοηθήση;

 — Εγώ, καλή μου γραία, είπεν ο Έδμον.

 — Γνωρίζω την καλή προαίρεση του Έδμον μου . . . αλλά σπανίως βρίσκεσαι εδώ.

 — Τότε λοιπόν εγώ, είπεν η Μαλβίνα, εγώ που μένω εδώ πάντοτε, θα προσπαθώ να αναπληρώνω τον κύριον, όταν θα είναι απών.

Ο Έδμον συνεκινήθη. Ησθάνθη κατάνυξιν ότι είχε τέτοιον συμμέτοχον των υποχρεώσεών του.

 — Ναι, μητέρα, είπε, συνορκιζόμεθα ότι μαζί θα φροντίζωμε για των παιδιών σου την ευημερία.

Η Μαλβίνα άπλωσε το χέρι, ως σημείον ότι εδέχετο τον όρκον, και ο Έδμον το πήρε μέσ' στα δικά του χέρια και το έβαλε επάνω στα γόνατα της άρρωστης.

Η γραία από την συγκίνησιν, από την αδυναμίαν, από την εξάντλησιν, πλήρης ικανοποιήσεως διά τας ενδείξεις ταύτας της αγάπης, χωρίς φροντίδας πλέον και εύελπις, έκλεισε ησύχως τα μάτια, μουρμουρίζοντας κάτι που έμοιαζε σαν το «Νυν απολύεις», και δεν τα άνοιξε πλέον. Το πνεύμα της αμέριμνον επέταξεν εις την αιωνιότητα.

Όταν εγύριζαν εις τον πύργον, όλοι ήσαν συλλογισμένοι και έφερον την εντύπωσιν των τελευταίων στιγμών της γραίας Νόρτων.

Ο Έδμον ενδίδων εις τας μελαγχολικάς σκέψεις της στιγμής είπε:

 — Ότι και αν λέγουν οι Εκκλησιαστικοί δεν με πείθουν. Πώς ημπορεί να συμβάλη εις την αρμονίαν του Συνόλου το ναποθνήσκη ο τίμιος εις ελεεινήν κατάστασιν, χωρίς να έχη χαρή την ζωήν ένεκα των ταλαιπωριών της ενδείας:

 — Και ποιος σας είπε ότι η αποθανούσα δεν την εχάρηκε: απεκρίθη ο κ. Πρίορ. Η ευτυχία ανήκει περισσότερον εις τους εναρέτους, παρά εις τους ευνοουμένους της τύχης. Ίσως αυτή έζησε ευτυχεστέρα και . . . από εσάς ακόμη.

 — Μπορεί αλήθεια, είπε ο Έδμον, καθώς κυβερνώνται τα πράγματα του κόσμου εδώ κάτου, η λαμπρή ζωή να μην είναι πιο ευτυχισμένη.

Κατά το διάστημα του βίου μου, του μακαριστού δα, όπως ενομίζετο, αρίθμησα περισσότερες λυπημένες ώρες, παρά χαρούμενες. Έτσι έλαβα αφορμή να αμφιβάλλω για την αγαθότητα της Δυνάμεως που διέπει τον κόσμον, η οποία μας δίδει τόσον ολίγα καλά ανακατωμένα με τόσα πολλά κακά.

Αυτά τα λόγια παρώργισαν τον κ. Πρίορ και του είπε με αγανάκτησιν.

 — Ποιος είσαι συ, υιέ άνθρωπου, χθεσινό γέννημα του πηλού, και αμφισβητείς την αγαθότητα του Δημιουργού: Με ποιο δικαίωμα κατηγορείς του Σύμπαντος την αρμονίαν, συ ο οποίος απολαύεις αγαθά ανώτερα από τας αρετάς σου;

 — Πιστέψατέ με, κ. Πρίορ, εγώ το νιώθω πόσο λίγο αξίζω και πολύ μικρή ιδέα έχω για τον εαυτό μου. Μα για τούτο δεν φταίω εγώ, φταίει εκείνος που με έπλασε τέτοιον. Αφού είναι παντοδύναμος, ας μέκαμνε τέλειον. Γιατί μου στέλνει γλυκούς πειρασμούς με την απόφαση να με κολάση, αν υποχωρήσω εις αυτούς; Τι φταίω εγώ που μεταχειρίζομαι ότι εκείνος μου έδωσε;

 — Φταίετε, υπέλαβεν η Μαλβίνα, βλέπουσα αυτόν με πραότητα, διότι σας επροίκισε με γνώμονα την συνείδησιν, με την οποίαν αναμετράτε τον κίνδυνον των παθών και δύνασθε να τα νικήσετε, αλλ' ενώ αισθάνεσθε τον εαυτόν σας ικανόν προς τούτο, σεις επαφίνεσθε εις των παθών τον σάλον και νικάσθε υπ' αυτών εκουσίως.

 — Ο Έδμον εκοκκίνησε και είπε προς τον κ. Πρίορ. — Τακούτε, αιδεσιμώτατε; Ιδού τι πρέπει να λέτε και πώς πρέπει να τα λέτε, όταν από τον άμβωνα· θέλετε να εξυπνήσετε την συνείδησιν του αμαρτωλού, ή νανοίξετε τα μάτια των ασεβών. Αλλά πρέπει να έχης και το βλέμμα και τη φωνή και τα θέλγοντα εκείνα χειλάκια, που τα στολίζει η χάρη και τα φυλάττει η φρόνηση.

Έτσι συνομιλούντες έφθασαν εις τον πύργο. Όπου ο κ. Πρίορ τους άφισε.

Η Μαλβίνα επεχείρησε να διευθυνθή εις το διαμέρισμά της, αλλ' ο Έδμον της είπε:

 — Πώς, κυρία μου, μας φεύγετε πάντα έτσι; Γιατί μένετε άκαμπτη εις της κ. Μπιρτών τας προτροπάς και τας παρακλήσεις;

Η Μαλβίνα δεν ημπόρεσε να εξηγήση τους τελευταίους αυτούς λόγους.

 — Ποίας παρακλήσεις εννοείτε;

Η εξαδέλφη σας καταθλίβεται από την ισχυρογνωμοσύνην σας συγχωρήσατέ μου την λέξιν, είναι ιδική της, που αποποιείσθε την συναναστροφήν μας.

 — Αστειεύεσθε βέβαια, κ. Έδμον.

 — Ομιλώ πολύ σοβαρά μάλιστα. Ημέρα δεν περνά, που να μην την ερωτήσω, γιατί τάχα να μη σας βλέπουμε καθόλου; Κεκείνη κάθε μέρα μου λέγει ότι διαρκώς προσπαθεί να σας φέρη στην ομήγυρή μας, αλλά σεις ευρίσκετε πάντοτε αιτίας αρνήσεως.

Η Μαλβίνα εταράχθη. Δεν εννοούσε τον λόγον της τοιαύτης συμπεριφοράς της εξαδέλφης της. Ωστόσο είπε προς τον κ. Έδμον.

Αλλά και αν αντιστάθηκα αλήθεια στης κ. Μπιρτών την παράκλησιν διατί υποθέτετε ότι . . .

 — Ότι ηθέλετε ενδώσει στις δικές μου; . . Βέβαια πριν έλθω εγώ διήγετε τόσον αποτραβηγμένη . . . Σας ενοχλεί ίσως η παρουσία μου. Επιθυμείτε ίσως να αναχωρήσω . .

 — Παρεξηγείτε, κύριε Έδμον, τας έξεις μου, απεκρίθη με ταραχήν η Μαλβίνα. Κάποιες θλιβερές αναμνήσεις . . . .

Αλλ' αν εγνώριζα ότι η απουσία μου λυπεί . . . την εξαδέλφην μου θα ημπορούσα ναλλάξω έξεις.

Ο Έδμον την έπιασε από το χέρι.

 — Ελάτε της είπε. Και την ωδήγησε εις τον θάλαμον της κ. Μπιρτών.

 — Θεία μου, θεία μου! Ακούστε τι λέγει η κ. Σορκή. Φρονεί ότι αστειεύομαι και δεν θέλει να πιστέψη ότι λυπείσθε που στερείσθε την συναναστροφήν της. Συνενώσατε παρακαλώ τας δικάς σας με τας δικάς μου παρακλήσεις, ίσως και την καταφέρομεν να μας έρχεται.

Η κ. Μπιρτών εκοκκίνησε από την ταραχήν της. Αλλά γρήγορα έγινε κυρία του εαυτού της και είπε με υποκρισίαν αριστοτεχνικήν.

 — Η εξαδέλφη μου γνωρίζει πόσον η παρουσία της με ευφραίνει, αλλά εγώ επροτίμησα την ιδικήν της ανάπαυσιν από την ιδικήν μου τέρψιν. Δεν ηθέλησα να παραβιάσω την φιλήσυχή της διάθεση και ελπίζω ότι τούτο το θεωρεί ως ένα τεκμήριον της αγάπης μου. Τώρα που βλέπω πως άρχισε να βαρύνεται την αποτραβηγμένη ζωή χαίρω πολύ για την μεταβολήν της αυτήν.

Ο Έδμον όμως ήθελε πλέον θετικήν την απάντησιν της θείας του και είπεν ανυπομόνως.

 — Βλέπω, θεία μου, ολοφάνερα πως πρέπει το δίχως άλλο ναναχωρήσω. Ενόσω είμαι εδώ, κ. Σορκή δεν έρχεται στη συναναστροφή σας, ή έρχεται χωρίς όρεξη.

 — Σωστά, είπε με τόνον η κ. Μπιρτών. Εδώ χάνεις, μου φαίνεται, τον καιρό σου, ενώ σπουδαίοι λόγοι σε καλούν εις το Έδιμπουργκ. Επίστρεψε εκεί. Τότε η ωραία εξαδέλφη μου μένει ελεύθερη . . .

 — Του κ. Έδμον η παρουσία καμίαν ενόχλησιν δεν μου παρέχει, είπε σοβαρά η Μαλβίνα. Είτε εδώ είναι, είτε απουσιάζει, η διάθεσίς μου να μονάζω δεν λαμβάνει καμίαν τροπήν. Ούτε με εμποδίζει η παρουσία του να κάμνω το θέλημά σας, εξαδέλφη μου, αν πράγματι σας αρέσει η συντροφιά μου.

Η κ. Μπιρτών εδαγκάθηκε. Καμίαν πρόφασιν δεν είχε να αρνηθή.

Αφού λοιπόν ήτο αδύνατον πλέον να εμποδίση να βλέπωνται ο Έδμον με την Μαλβίναν, εστοχάσθη ότι θα ήταν προτιμότερον να γίνεται αυτό επί παρουσία της.

Έτσι συνεφωνήθη να έρχεται η Μαλβίνα στη συναναστροφή, καθώς ήρχετο και προτού να έλθη ο κ. Έδμον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΙΣ


Η κ. Μπιρτών μόνον κατά την ώραν του γεύματος έμαθε ότι αιτία να συναντηθούν ο Έδμον και η Μαλβίνα ήτο ο θάνατος της γραίας Νόρτων.

Δεν ήξαιρε καν ότι η γραία ήτο άρρωστη. Για τίποτε πράγματι δεν ενδιεφέρετο, για τούτο κανείς δεν ήρχετο να της διηγηθή τους πόνους του. Πολλοί από τους προστατευομένους της χωρικούς αρρωστούσαν και απέθνησκαν, χωρίς να λάβη αυτή καμίαν είδησιν.

Η μικροφιλοδοξία της την έκαμνε να διατηρή τακτικήν αλληλογραφίαν με τον Λόρδον Στάφφορδ. Προσπαθούσε να τον κρατεί πιστόν εις τας μεταξύ των συμφωνίας, ως προς τα αντισηκώματα του συνοικεσίου, και εβίαζε τον ανεψιό της να υπάγη προς τέλεσίν του.

Ο Έδμον εν τούτοις καθημέραν εύρισκε νέας προφάσεις αναβολής και έμενεν εις τον πύργον. Ποτέ άλλοτε δεν είχε μείνει τόσον καιρόν.

Η κουφόνους Κίττη εμεγαλαυχούσε, πως ήτο δι' αυτήν η παράτασις της διαμονής του εκεί. Αλλά η κ. Μπιρτών καταλάβαινε την αληθινή αιτία και ευρίσκετο εις διαρκή αγωνίαν, πώς ναπομακρύνη τον ανεψιόν της, ή τουλάχιστον να διακόψη τας σχέσεις του με την Μαλβίναν. Ο Έδμον όμως δεν έπαιρνε βέβαια από βίαν, εχρειάζετο πειθώ, πράγμα δύσκολο για το χαρακτήρα της κ. Μπιρτών. Με την Μαλβίνα πάλιν δεν ημπορούσε να τα χαλάση, διότι ήτο πραοτάτη και υποχωρητική εις όλα. Άλλως τε αυτό θα ήτο και ολιγώτερον οικοδομητικόν διά τον σκοπόν της, διότι θα καθίστα την Μαλβίναν προσφιλεστέραν προς εκείνον. Και αν την απεμάκρυνε τι θα εκέρδιζε τάχα; Δεν ήτο αυτεξούσια η Μαλβίνα να υπάγη όπου ήθελε; Ημπορούσε να εμποδίση τον ανεψιόν της να την βλέπει αλλού παρά εις τον πύργον; Και τότε; θα ανεκάλυπτε ο Έδμον όλας τας πανουργίας της και . . .

Εις τοιαύτην λοιπόν ευρισκομένη αμηχανίαν απεφάσισε να κοινολογήση εις την Μαλβίναν τα σχέδιά της διά τον γάμον του Έδμον. Δεν έλειψε δε να παραστήση τον ανεψιόν της ως νέον ανάγωγον και άσωτον, παραδιδόμενον εις έρωτας αθεμίτους και σκανδαλώδεις, και ότι απέφευγεν ακριβώς το μελετώμενον συνοικέσιον, διότι εθεωρούσε τον γάμον ως χαλινόν της ακολασίας του.

Και υποκρινομένη εμπιστοσύνην της προσέθετε.

 — Ιδέ, καλή μου Μαλβίνα, τα τι τραβώ από την πολλή μου αγάπη στο τρελόπαιδο αυτό. Για να τον ανυψώσω μαυτόν τον γάμο και για να τον αποσπάσω από τις αθλιότητες των αθεμίτων ερώτων, υποσχέθηκα να του δώσω όλη μου την περιουσία, να γυμνωθώ χάριν του από όλο μου το έχειν. Αυτός έκαμε πως συγκατένευσε στο θέλημά μου κεγώ έδωκα το λόγο μου, ώστε η Λαίδη Σούμεριλ απεποιήθηκε χάριν του άλλους λαμπρούς μνηστήρας του Έδιμπουργκ. Και τώρα μέλλει ίσως να μου προσάψη τη μεγαλύτερη εντροπή αρνούμενος αυτός το συνοικέσιον. Θέλω από σας, αγαπημένη μου εξαδέλφη, να συνεργήσετε να τον πείσω, ότι δεν κάμνει καλά και ότι είναι ανάγκη ναναχωρήση το γρηγορώτερο για το Έδιμπουργκ.

 — Αλλά, φιλτάτη μου, τι δύναμη έχω εγώ στη θέληση, και στα φρονήματα του κ. Έδμον;

 — Κάτι μπορείτε να κάμετε. Παρετήρησα πως δεν προσπαθεί ξεχωριστά ναποκτήση τη φιλία σας, όπως κάμνει για κάθε πρώτη γνωριμία του, γιατί εσείς δεν είσθε καμιά ξαπολυμένη σαν εκείνες που τον ομοιάζουν. Αλλ' οπωσδήποτε αν δεν σας εράται, όμως σας τιμά και ίσως σας ακούση, για ναποκτήση την υπόληψίν σας.

 — Λυπούμαι πολύ, που δεν θα ημπορέσω να σας ευχαριστήσω. Αστεία βέβαια πολύ θα ήμουν να φαίνουμαι ότι επεμβαίνω εις υπόθεσιν ολότελα ξένην προς εμένα και μάλιστα συμβουλεύουσα άνθρωπον, που δεν μου ζήτησε καν την συμβουλή μου.

 — Α! τότε μιλήστε γενικά. Πέστε λόγου χάριν ότι ένας τίμιος νέος που έδωκε ελπίδες γάμου σε μια γυναίκα είναι ασύγγνωστος, άμα τις αθετήση. Πέστε ακόμα ότι τα πλούτη και ταξιώματα είναι τα συντελούντα εις την ευδαιμονίαν και μακάριος όποιος . . . Αλλά ιδού έρχεται, ας μη φανούμε πως συνεννοούμαστε. Φροντίστε να υποστηρίζετε τα όσα εγώ θα λέγω. Εκτός αν . . . , επρόσθεσε με χαιρεκακίαν, αιτίες ιδιαίτερες σας εμποδίζουν να το κάμετε.

Η τελευταία αυτή φαρμακερή φρασούλα συνετάραξε τη Μαλβίνα. Τι έπρεπε να κάμη για να μην ενισχύση την υποψία της κ. Μπιρτών; να του συστήση να συνάψη συνοικέσιον που μόνον τας φιλοδοξίες της κ. Μπιρτών εξεπλήρωνε, χωρίς να καταστήση τον ίδιον ευτυχισμένον;

Εσιώπησε και επερίμενε να πη ότι θα έφερνεν η σειρά της ομιλίας ευπρεπές και λογικόν.

Μόλις άνοιξε ομιλίαν με τον ανεψιόν της η κ. Μπιρτών, εμπήκε με ορμή η Κίττη με μιαν εφημερίδα στο χέρι φωνάζοντας.

 — Τα μάθατε; ο Λόρδος Στάνωπ ετοιμάζει μια μεγαλοπρεπή εορτήν στο Έδιμπουργκ.

 — Ο αδελφός της Λαίδης Σούμεριλ . . είπε με λαχτάρα η κ. Μπιρτών.

 — Ναι, είπε με αδιαφορία ο κ. Έδμον.

 — Τι χαρά να ήμουν κεγώ εκεί! είπε η Κίττη.