WeRead Powered by ReaderPub
Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος cover

Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος

Chapter 20: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'. Η ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ
Open in WeRead

About This Book

A grieving young widow leaves her homeland after the death of a beloved friend to assume care of the friend's young daughter, having vowed at the grave to devote her life to the child's upbringing and to renounce romantic attachment. The narrative traces her mourning, the practical anxieties of living in a foreign country with limited means, her correspondence with a distant maternal relative who offers shelter, and a winter departure that underscores isolation and loss. Recurring concerns include female friendship, self-sacrifice, duty, and the struggle to preserve private sorrow amid social indifference.

 — Γιατί να σας διαβάλουν; Είναι τόσο χαριτωμένη, ποιός ημπορεί να σας κατηγορήση για μια τέτοιαν εκλογή.

 — Δεν έχω σκοπό βέβαια ναρνηθώ τις χάρες και τα θέλγητρα της νέας, αλλά σας βεβαιώνω, κυρία μου, εάν . . .

 — Και όμως, είσθε νομίζω ο μόνος εδώ, ο οποίος αρνείσθε το γεγονός.

 — Είναι λυπηρόν, αν το πιστεύη η Κίττη, αλλά θα ελυπούμην πολύ περισσότερο, αν μάθαινα πώς το θεωρεί σωστό και η κ. Σορκή. Η ιδία έχετε παρατηρήσει τάχα την υποτιθεμένην αυτήν κλίσιν μου;

 — «Ο κόσμος τόχει τούμπανο . . . . »

 — Και ποιος τόχει αυτός ο κόσμος;

 — Όλοι σας βλέπουν. Αλλά απορώ, γιατί τάχα αρνείσθε σαν νάναι έγκλημα μία κλίσις τόσο φυσική. Η μις Μέλμον έχει όλες τις χάρες και χαρακτήρα φαιδρό σαν το δικό σας.

 — Αχ ναι αυτό είναι που με κατηγορούν όλοι· φαιδρός μέχρις ελαφρότητος. Έχω μέσ' στην ψυχή, πιστέψετέ με, κυρία κάθε τι που χρειάζεται διά να είμαι σοβαρός, όταν θελήσω.

Ιδού η ψυχολογική αιτία, που ήταν επικίνδυνη στη Μαλβίνα, χωρίς αυτή να το καταλάβη: Όταν μία γυναίκα έχει τέτοια μιαν επίδραση εις ένα χαρακτήρα ελαφρόν και φιλοπαίγμονα, ώστε να κατορθώση να τον μεταβάλη και να τον καταστήση σοβαρόν και ευσταθή, η γυναίκα εκείνη δεν μπορεί να καυχηθή, ότι της είναι αδιάφορος ο άνδρας, που υπέστη την τοιαύτην επίδρασίν της.

Το κατάντημα της συνδιαλέξεως εκείνης ήτο, ότι η Μαλβίνα ήρχισε να συλλαμβάνεται χωρίς να θέλη, χωρίς καν να το εννοήση εις του έρωτος τας μυστικάς πλεκτάνας. Ήτο σύννους το υπόλοιπον της εσπέρας. Ακόμη περισσότερον την άλλην ημέραν.

Η ανάμνησις της μις Χέριντεν, που την επροφύλαττε, άρχισε να υποχωρή. Η φύσις εξασκεί τα δικαιώματά της τα απαράγραπτα. Το αίμα της φέρεται βιαιότερα προς την καρδίαν, έν και μόνον πρόσωπον κατέχει τώρα ολόκληρον την ύπαρξίν της. Ωστόσο δεν υποψιάζεται ακόμη το πάθος της. Όταν το εννοήση, δεν θα είναι πλέον καιρός να το εκριζώση. Ο έρως είναι μάγος, εξασκεί γοητείας και θέλγητρα ακαταμάχητα γλυκά για να κυριεύση την ψυχήν. Την αποκοιμίζει και την σύρει εις το δίκτυόν του· όταν εκείνη εξυπνήση, είναι πλέον από παντού περιτυλιγμένη και παραδίδεται χωρίς αντίστασιν.

Ποιος ημπορούσε να προφυλάξη την νεαράν γυναίκα από τέτοιον κίνδυνον; Η πείρα; Αλλά δεν την είχεν αποκτήσει εισέτι. Η φιλία; αλλά δεν την είχε πλέον. Η μις Κλαίρη Χέριντεν είχεν αποθάνει ήδη, ο δε κ. Πρίορ ήτο άνδρας και φιλία μεταξύ ανδρός και γυναικός εις τοιαύτας περιστάσεις ουδέποτε ηυδοκίμησε.

Από τους άνδρας ακόμη λείπει η λεπτή αίσθησις, που προνοεί όσα θέλομε να πούμε και μαντεύει όσα δεν τολμούμε να ομολογήσουμε, που νουθετεί και δεν εκθέτει.

Έπειτα ο κ. Πρίορ δεν ημπορούσε να συμβιβάση εις την μονοκόμματην ψυχήν του, πώς ήτο δυνατόν ναγαπήση η Μαλβίνα τον κ. Έδμον, αφού δεν συνεννοούντο αι καρδίαι των.

Και όμως πολλές φορές συμβαίνει, ώστε οι αντίθετοι χαρακτήρες να συνδεθούν τόσον σφιχτά, που μόνος ο θάνατος να διασπάση την αγάπην των.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.
ΤΕΧΝΑΣΜΑ ΠΟΥ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ


Πολύ σπάνια συνέβαινε να ευρεθή ο κ. Έδμον μόνος με την Μαλβίναν. Αυτή δεν ήταν πλέον αποτραβηγμένη όπως πρωτύτερα. Αλλ' ήταν απασχολημένη με της Φανής την αγωγήν.

Όταν κατέβαινεν εις την αίθουσαν, ποτέ δεν έλειπαν από εκεί ούτε η κ. Μπιρτών, ούτε η Κίττη.

Αν φυσικά η παρουσία ξένου προσώπου, έστω και αδιαφόρου, στενοχωρή τους ερωτευμένους, πολύ περισσότερον βέβαια θα τους στενοχωρούν οι ενδιαφερόμενοι εναντίον του έρωτός των.

Η ανήσυχη φιλοτιμία της κ. Μπιρτών, η ζηλιάρικη περιέργεια της μις Κίττης κατεσκόπευαν κάθε κίνημα του κ. Έδμον και παρεξηγούσαν με χαιρεκακίαν κάθε αθώα εκδήλωση της καλής Μαλβίνας.

Άν ποτε εκάθητο κοντά εις τον κ. Έδμον κατά τύχην, κακόβουλον βλέμμα της κ. Μπιρτών την έκαμνε να κοκκινίζη. Αν ο κ. Έδμον έδραττε την ευκαιρίαν να της πη κάτι, η μις Κίττη έχωνε ανάμεσά των την κεφαλήν της και υπέκλεπτε την απάντησιν.

Ωστόσο η Μαλβίνα, χωρίς να το εννοή, όχι μόνον δεν απέφευγε πλέον τον κ. Έδμον, αλλά επεδίωκε μάλιστα να ευρίσκεται μόνη με αυτόν, πότε καταβαίνουσα ενωρύτερα, πότε αποχωρούσα αργότερα. Και ναι μεν τα ίδια του έλεγε και όταν ήσαν μόνοι, οποία και όταν παρευρίσκοντο και άλλοι, αλλά δεν του τα έλεγε βέβαια με τον ίδιον τρόπον.

Όταν η γυναίκα είναι μονάχη με τον αγαπημένον της, αλλάζει έκφρασιν χωρίς να το υποψιάζεται καν. Μένα μονάχο βλέμμα της κάμνει να γίνη καταληπτός ο στοχασμός της, πράγμα που το αποφεύγει επιμελώς, όταν είναι και άλλοι παρόντες.

Αλλά ο κ. Έδμον δεν ημπορούσε να υποφέρη τον μοχθηρόν έλεγχον της κ. Μπιρτών, ούτε την οχληράν τυραννίαν της μις Κίττης.

Μη ων συνηθισμένος να νικά τον εαυτόν του, και ακόμη ολιγώτερον να κρύπτη την κλίσιν του προς την γυναίκα που του ήρεσκε, απεφάσισε ναπομακρύνη τον ευκολώτερον εχθρόν. Έπρεπε λοιπόν να λείψη η Κίττη, απέναντι της οποίας ήτο και κάπως υπεύθυνος.

Ο προς την Κίττη προσποιητός έρως δεν εφόβισε την παμπόνηρη κ. Μπιρτών, εκείνη ήξαιρε ποίαν έπρεπε να φοβήται. Τότε αυτός μετεχειρίσθη άλλο τέχνασμα διά να φέρη τας δύο εις διάστασιν. Υπέβαλλεν εις την μεταιόφρονα δεσποινίδα ιδέας υψηλοφροσύνης και ανεξαρτησίας, τας οποίας αυτή προσεπάθει να επιδεικνύει κυνικώς προ της κ. Μπιρτών. Ελπίζουσα ότι θα γίνη κυρία Σέυμουρ και ότι δεν έχει πλέον την ανάγκην της προστάτιδός της, έπαυσε το λοιπόν να κολακεύη την φιλαυτίαν της, καταφρονούσε υπερήφανα την εξουσίαν της, και την επροκαλούσε τρόπον τινά.

Η κ. Μπιρτών ησθάνθη την ανάγκην προς ησυχίαν της να ταπεινώση την Κίττην· όχι πως εφοβείτο μήπως την πάρη γυναίκα του ο ανεψιός της, αλλά δεν ημπορούσε να χωνέψη το προπετές ύφος της, που ανέπτυξε τελευταία από την ελπίδα πώς θα πάρη τον κ. Έδμον σύζυγόν της.

Ηύρε λοιπόν ευθύς ένα άνδρα δυνάμει κάποιας προίκας που της έδιδε, και εφώναξεν, ιδιαιτέρως από την κόρην, την μητέρα της εμπρός εις τον κ. Έδμον μάλιστα. Της ωμίλησε παστρικά και ξάστερα, ή να πείση την Κίττη να δεχθή αμέσως τον προτεινόμενον γάμον, ή να φύγη αμέσως με την κόρην της και να μην τις ξαναϊδή πλέον.

Ο κ. Έδμον, που δεν ήλπιζε να καρποφορήση τόσο γρήγορα το τέχνασμά του, εξεπλάγη και έκρυψε τα πρόσωπο με τα χέρια του υποκρινόμενος ότι λυπείται για να κρύψη τη χαρά του.

Η κ. Μέλμορ, που άκουε τα λόγια της κόρης της και επίστευε ότι μετ' ολίγον θα εγίνετο η ευτυχής πενθερά του σερ Έδμον Σέυμορ, έμεινε ξερή και άλαλη. Απορούσε δε περισσότερον, διατί ο κ. Έδμον δεν διεμαρτύρετο. Το μικρό μυαλό της εστάθη ολότελα και εδέθη η γλώσσα της από φόβον μήπως εκδιωχθή εκ του πύργου.

Η κ. Μπιρτών, η οποία ποτέ δεν την είδε απειθούσαν εις τα λεγόμενά της, βλέπουσα τον δισταγμόν της ήδη, επανέλαβεν εντονώτερον την προσταγήν της.

 — Ενόμιζα . . . ενόμιζα, κυρία . . . . υπέθετα, κυρία . . . . εφανταζόμην ότι . . . . ότι ο κ. Έδμον. . . .

 — Ότι η άμυαλη η κόρη σας συνέλαβε τοιαύτην ελπίδα, δυσκολεύομαι να το εννοήσω ακόμη και τώρα, που μου το λέτε. Αλλά βλέπω ότι και σεις είσθε μέτοχος της μωρίας και αισθάνομαι φρίκην.

Τότε η κ. Μέλμορ εστράφη προς τον κ. Έδμον και εξέσπασεν εναντίον του.

 — Διατί λοιπόν ελέγατε εις την κόρην μου ότι θα την πάρετε; Διατί την επαίρνατε εις τον κοιτώνα σας;

Ο Έδμον εθορυβήθη βλέπων ότι η κ. Μέλμορ ήξαιρε τα διατρέξαντα. Η κ. Μπιρτών είχε πάρει φόρα.

 — Ώστε έτσι; η κόρη σας περιύβριζε τα σπίτι μου παραδιδομένη εις παρανόμους έρωτας! . .

 — Όχι! η κόρη μου είναι άμεμπτος. Σε κανέναν δεν παρεδόθη. Αλλά διατί ο κ. Έδμον την επροσκαλούσε στην κάμαρά του και της μιλούσε διά γαμηλίους προπαρασκευάς, χωρίς να έχη την άδειαν της θείας του; Η κ. Μπιρτών εξεμάνη.

 — Ομολογείς ότι η κόρη σου είχε την αφροσύνην να συχνάζη εις του κ. Έδμον τον κοιτώνα και αμφιβάλλεις ακόμη πως είναι χαμένο πρόβατο, ατιμασμένη και ανάξια να μένη στο εξής σπίτι μου!

 — Ω Θεέ μου! Με κάνετε να τρέμω, κυρία, αλλά αν κάθε γυναίκα που μένει μόνη με άντρα θεωρείται ατιμασμένη, τότε τι να πούμε για την κ. Σορκή;

Ο κ. Έδμον εταράχθη σύσσωμος. Ταυτιά του εσφύριξαν και ησθάνθη την καρδιά του να χτυπά δυνατότερα. Δεν ωμίλησε όμως. Αλλά η κ. Μπιρτών;

 — Για όνομα Θεού, εφώναξε, εξηγηθείτε περί τίνος πρόκειται; Αυτή η σεμνή, αυτή η σοβαρή! Η κ. Μέλμορ εθορυβήθη.

 — Δεν λέγω βέβαια ότι γνωρίζω τίποτε. Αλλά ο κ. Πρίορ κάθε πρωί εμβαίνει στο σπίτι της και μένει εκεί δύο ώρες το λιγώτερο. Τάχουνε πολύ καλά μαζί και . . .

 — Αφού έχουν εμένα εδώ πρότυπον, δεν περιστέλλουν λοιπόν την αναίδειαν! εφώναξε φρενιασμένη η κ. Μπιρτών. Δεν έμεινε πλέον αρετή εις τον κόσμον!

Ο κ. Έδμον, που πολύ λίγο φρόντιζε για της θείας του την αρετή, ερώτησε την κ. Μέλμορ, με ποίαν πρόφασιν ο κ. Πρίορ συχνάζει ατής κ. Σορκή;

 — Προφασίζεται, είπεν η κ. Μέλμορ ότι της παραδίδει μάθημα.

 — Τι μάθημα! . . .

 — Κύριος οίδε.

 — Βρώμια λόγια! είπε. Αλλά η καρδιά του εσπαράχθη από ζήλεια. Ωστόσο δεν υπέφερε να την βρίζουν ενώπιόν του.

Εν τούτοις η κ. Μπιρτών είπε με απορίαν.

 — Και γιατί τάχα την υπερασπίζεσαι; Βέβαια ο κ. Πρίορ είναι άξιος πάσης υπολήψεως, ούτε αυτή ομοιάζει την Κίττη. Αλλ' οπωσδήποτε παρέβλεψαν τους τύπους της ευπρεπείας. Έπειτα εστράφη αμέσως προς την κ. Μέλμορ.

 — Για την κόρη σου, της είπε, τότε μόνον θα παραβλέψω, όταν μου υπακούση αμέσως και χωρίς την ελαχίστην αντίρρησιν. Άλλως πικρά θα μετανοήση και ξαίρε το.

Τρέμουσα η κ. Μέλμορ εβεβαίωσε την κ. Μπιρτών ότι η θυγατέρα της δεν θα φέρη καμίαν αντίρησιν, αλλά θα υπακούση προθύμως.

Ο κ. Έδμον τότε διά να αποφύγη κάθε παράπονον της Κίττης, που ήτο φυσικόν ότι θα του έκαμνε, απεφάσισε ναναχωρήση αμέσως. Και το εδήλωσε της θείας του.

Αυτή θέλουσα οπωσδήποτε να τον απομακρύνη, δεν εφρόντισε να εξακριβώση την αιτίαν. Απεφασίσθη να φύγη αμέσως την άλλη μέρα.

Απεσύρθη εις τον κοιτώνα του. Ήτο ταραγμένος. Αι σχέσεις της Μαλβίνας με τον κ. Πρίορ τον έκαμναν νευρικόν. Ήθελε να μάθη, τι είδους σχέσεις ήσαν και ποίαν τέρψιν εύρισκεν η Μαλβίνα εις αυτάς.

Δεν περνούσε βέβαια από τον νουν του να υποψιασθή την διαγωγήν της. Όχι. Αλλά και η ελαχίστη κλίσις της προς άλλον, έστω και η αθωοτέρα, τον εξαγρίωνε. Του εφαίνετο κλοπή προς αυτόν. Ακόμη και της Λαίδης Χέριντεν την μνήμην εζήλευε. Εν τούτοις ήτο ιπποτικός και υπερήφανος και δεν κατεδέχετο να διατυπώση παράπονα. Εσπάρασσε λοιπόν την ψυχήν του κατά μόνας χωρίς να εκφρασθή εις κανένα. Επερίμενε τα ιλαρά βλέμματα της καλής Μαλβίνας να του μεταδώσουν την ιλαρότητα εις την καρδίαν του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
Η ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ


Το βράδυ εμαζεύθηκαν όλοι διά το τσάι.

Η κ. Μπιρτών φύσει χαιρέκακος εχαίρετο διά την ταπείνωσιν την οποίαν έμελλε να επιβάλη στην Κίττη, αλλά εφοβείτο την Μαλβίναν, και εσκέπτετο πώς ναπαλλαγή και απ' αυτήν.

Η κ. Μέλμορ εφοβείτο την οργήν της κ. Μπιρτών και τον εξαγριωμόν της θυγατρός της, όταν θα εμάνθανε τα καθέκαστα. Και έμενε σιωπηλή υποθέτουσα ότι σκέπτεται να εύρη διέξοδον.

Ο κ. Έδμον δύσθυμος δι' όλα ακουμβούσε επάνω εις την θερμάστραν και κρατών εφημερίδα την έβλεπε χωρίς να την διαβάζη . . Ελυπείτο, διότι άφινε την Μαλβίναν εις τοιαύτην στιγμήν, αμφέβαλλε δε ακόμη διά την προς αυτόν αγάπην της.

Η. Μαλβίνα εκάθητο εις την άλλην άκραν του τραπεζιού έδειχνε στη Φανή κάτι χαλκογραφίες και τις εξηγούσε με χαμηλή φωνή.

Η Κίττη τις παρατηρούσε οκνηρά πάνου από τον ώμον της Μαλβίνας.

Ο κ. Πρίορ εβημάτιζε μέσα στην αίθουσα.

Όταν πήραν όλοι τα φλιντζάνια στο χέρι, η κ. Μπιρτών ηρώτησε τον κ. Έδμον.

 — Τι ώρα φεύγεις αύριον;

 — Αμέσως μετά το πρόγευμα, απήντησεν εκείνος.

 — Και για πού, παρακαλώ; είπεν η Κίττη εξαφνισθείσα.

 — Στο Έδιμπουργκ, για υποθέσεις που επείγουν.

Η Μαλβίνα από την ταραχήν της έχυσε μερικάς σταγόνας τσάι στα χεράκια της Φανής, που της έκαψαν τα δάχτυλα.

Ο κ. Έδμον το επρόσεξε.

 — Και θα μείνετε πολύ; ρώτησε πάλι η Κίττη.

 — Ναι πολύ. Θα γίνη ανάγκη ίσως να υπάγω και εις το Λονδίνον.

Η Μαλβίνα χωρίς να θέλη άλλαξε όψιν. Ο Έδμον την επλησίασε για να της πάρη το φλιντζάνι· έπιασε το χέρι της και ήτανε ψυχρό. Κάθε αμφιβολία πλέον εξαλείφθηκε από το πνεύμα του. Η Μαλβίνα τον αγαπούσε. Εκάθησε κοντά της γεμάτος από ευγνωμοσύνην. Εκείνη στοχάζεται ότι θα χωρισθούν και μελαγχολά. Ούτε πλέον ερωτά τον εαυτόν της το διατί.

Μόνον επήρε στην αγκαλιά της την Φανήν και την έσφιγξε ψιθυρίζουσα:

 — Ω κόρη μου, κόρη μου!

Ως να της εζητούσε συγγνώμην, διότι άλλος ήρχετο να λάβη την προνομιούχον θέσιν μέσα εις την καρδίαν της.

Ο Έδμον ενόησε το κίνημα και ησθάνθη τον εαυτόν του υπερήφανον ως νικητήν.

Το σιωπηλόν αυτό δράμα μια μόνο στιγμή εβάσταξε, αλλά ήτο η στιγμή εκείνη, που αποφασίζει των δρώντων προσώπων τας τύχας.

Στιγμή ευτυχίας ή καταστροφής, στιγμή τέλος ζωής ή θανάτου.

Την σιωπή την διέκοψε η Κίττη.

 — Ως το Λονδίνο είπατε; Και ποια ανάγκη σας έκαμε να λάβετε μιαν τέτοια απόφαση τόσον απροσδόκητη;

Η κ. Μπιρτών επενέβη.

 — Μήπως σας χρεωστεί λόγον των πράξεών του ο ανεψιός μου, δεσποινίς;

 — Φαίνεται να είναι πολύ επείγοντες οι λόγοι που μαναγκάζουν να ταξιδεύσω, αφίνων οπίσω μου τόσας ερασμίας αναμνήσεις, αι οποίαι βέβαια θα με κάμουν να σπεύσω να τας ξαναεύρω όσο το δυνατόν ταχύτερα.

Η κ. Μπιρτών φοβουμένη μήπως η Κίττη ή η Μαλβίνα το πάρουν επάνω τους αυτό που είπε, τον διέκοψε.

 — Μη μας συγκινείς περισσότερο με τους λόγους σου. Μας είναι αρκετή η συγκίνησις εκ της σκέψεως, ότι δεν θα σε έχωμεν μεταξύ μας τις οίδε πόσον; Ας κατευνάσωμεν την λύπην μας με ολίγην μουσικήν.

 — Πολύ καλά, πολύ καλά, είπεν εκείνος, ελπίζων εν τω μεταξύ να εύρη καιρόν να είπη κατ ιδίαν δυο λέξεις στη Μαλβίνα.

 — Μπας και νομίσατε πως έχω την όρεξη να σας τραγουδήσω; είπε με προπέτειαν η Κίττη.

 — Και δεν βλέπω δα τη μεγάλη ανάγκη να μας τραγουδήσετε, δεσποινίς! είπε με τον ίδιον τόνον η κ. Μπιρτών.

Η κ. Μέλμορ έγνεψε την κόρην της να μη τεντώνη το σκοινί περισσότερον.

 — Φιλτάτη μου θεία, είπεν ο Έδμον, κάμετέ μου τη χάρη να μου φέρετε τα νέα γαλλικά τραγούδια, που ελάβατε χθες.

Εκείνη εδίσταζε υποπτευομένη.

 — Θέλω να τα κάμω δώρον εις την λαίδην Σούμεριλ, αν αξίζουν τον κόπον, επρόσθεσεν ο Έδμον.

Αυτό έφθανε. Μετ' ολίγον τα τραγούδια ήσαν εκεί.

 — Πάντοτε αυτά τα καταραμένα τα γαλλικά! είπε η Κίττη με θυμό.

 — Δε βαριέσαι, Κίττη, της είπε με γλύκα ο Έδμον ιδιαιτέρως. Τι σκοτίζεσαι γι' αυτά και για τάλλα. Δεν μπορείς να με περιμένης εδώ έως που να τους πουλήσω όλους και να επιστρέψω κοντά σου;

Η Κίττη ιλαρύνθη και εκάθησε ήσυχη, δηλώσασα ότι δεν είχε όρεξιν να το κουνίση απ' εκεί. Και η μητέρα της εδήλωσε ότι θα κάμη συντροφιά της κόρης της, διότι εβαρύνετο την μουσικήν.

Ο Έδμον πλήρης χαράς ότι επέτυχε το στρατήγημά του, επρόσφερε τον βραχίονά του προς την Μαλβίναν.

Εκείνη από την συγκίνησίν της δεν ετόλμησε ναντισταθή και αυτός την ωδήγησε θέλοντας και μη εις την αίθουσαν της μουσικής.

Τότε η Φανή άρχισε να κλαίη. Η δε Μαλβίνα θα ηναγκάζετο να στερήση τον Έδμον από την ευκαιρίαν που ζητούσε, ότε ως από μηχανής θεός παρουσιάσθη ο κ. Πρίορ.

 — Α, κ. Πρίορ, καταπραΰνατε το κοριτσάκι αυτό που σας αγαπά ως πατέρα. Περιποιηθήτε το ως να είσθε πράγματι.

Ο κ. Πρίορ εκολακεύθη από το φιλοφρόνημα αυτό, γενόμενον τόσον γενναιοφρόνως ενώπιον της Μαλβίνας και γνωρίζων ότι μαυτόν τον τρόπον γίνεται προσφιλής προς αυτήν, επήγε και πήρε την Φανή στην αγκαλιά του και την έφερε στον κοιτώνα της.

Έτσι ο Έδμων κατώρθωσε τέλος να μείνη μόνος με την Μαλβίναν και την παρεκάλεσε να καθίση εμπρός στο πιάνο.

Εκείνη υπήκουσε ως άψυχη μηχανή και αυτός άνοιξε την Όπερα «Armida» προς το τέλος και άρχισε να τραγουδή με περιπάθεια το

 — «Φεύγω, Αρμίδα, έχε υγεία».

Αυτό αύξησε την ταραχή της Μαλβίνας, γιατί ήταν τόσο ταιριαστό με την περίσταση και δε βάσταξε πια τα δάκρυά της.

Ο Έδμον γεμάτος χαρά ανυπόκριτη κόλλησε τα χείλια του στα χέρι της και φώναξε με ζέση:

 — Αν απ' αλήθεια η αναχώρησίς μου δεν σας είναι όλως διόλου αδιάφορο πράγμα, πρέπει να κρίνετε πόσο πικρό είναι σ' εμένα ναπομακρυνθώ από σας πριν να τολμήσω μηδέ τι μου εμπνέεται να σας εκφράσω, μηδέ τι αισθάνεσθε να σας ερωτήσω. Σ' εμένα που σας αφίνω να περιστοιχίζεσθε από τόσες κακές προλήψεις για τον χαρακτήρα μου . . — Και όμως ο χαρακτήρ μου αυτός είχε ανάγκην μόνον καρδίας αξίας των καθαρών φλογών, υπό των οποίων εφλέγετο η ιδική μου και δεν ηύρε ως τώρα τοιαύτην. — Σεμένα τέλος που σας αφίνω κοντά σε άνδρα ενάρετον και εράσμιον, άξιον δε να σας εκτιμήση και τον οποίον . . . μόνον δέχεσθε καθ' εκάστην στο σπίτι σας!

 — Έκαμα λοιπόν άσχημα να τον δέχωμαι: ηρώτησε με ταραχήν η Μαλβίνα.

 — Κακόν εσύ δεν έχεις κάμει ποτέ! εμένα όμως μαυτό μπορείς να με κάμης να λυπούμαι.

 — Αχ κ εγώ δεν ήθελα να σας κάμω ποτέ να λυπηθήτε, είπε η Μαλβίνα παρασυρομένη.

Ο Έδμον κατεγοητεύθη από τη φράση που της ξέφυγε, κιακόμα περισσότερο από τον τρόπο που την πρόφερε. Αλλά πριν προφθάση να της ανοίξη το θησαυρό της ψυχής του, εμπήκε μέσα στην αίθουσα ο κ. Πρίορ.

Η Μαλβίνα πολύ λίγο συνηθισμένη να προσποιήται, ήθελε τα χάσει, αλλά ο δεινός εκείνος περί τα τοιαύτα Έδμον άλλαξε αιφνιδίως και φυσικώς την ομιλίαν, ούτως ώστε και η ιδία η Μαλβίνα ευρέθη ελαφρωμένη και υπό νέαν όλως ψυχολογικήν κατάστασιν, ώστε κατώρθωσε ευκόλως να μη προδοθή αμέσως και σκύψασα ησύχως εφυλλομετρούσε τα τετράδια της μουσικής προσποιουμένη ότι προσέχει εις αυτά.

Όταν όμως ο κ. Πρίορ ήλθε κοντά της, παρετήρησε την ωχρότητα της και την ηρώτησε με ενδιαφέρον.

 — Τι έχετε; μου φαίνεσθε χλωμή κάπως· μήπως πάσχετε;

Η Μαλβίνα εκοκκίνησε από εντροπήν. Ενόμιζε ότι όλος ο κόσμος εμάντευσε τα αισθήματά της· πως εδιάβαζαν πλέον στο βλέμμα της ό,τι εκείνη ανεκάλυπτε συμβαίνον εις την καρδίαν της.

Αλλά κατόπιν απήντησε ότι δεν έχει τίποτε και είναι όπως πάντοτε. Εν τω μεταξύ εισήλθε και η κ. Μπιρτών, η δε Μαλβίνα άρχισε το τραγούδι. Εν τούτοις τέτοια ήτο η ψυχολογική κατάστασις του καθενός, ώστε εις παν άλλο ή εις την μουσικήν είχαν την προσοχήν των και τραγουδούντες και ακούοντες.

Η κ. Μπιρτών χωρίς όρεξη τράβηξε εν τω μεταξύ ένα τετράδιον και είπε χασμωμένη ότι αυτά είναι συνθέματα γυναικός.

Ο κ. Πρίορ την παρεκάλεσε τότε να τους πη και κανένα από της ομοεθνούς ποιητρίας τα τραγούδια.

Η Μαλβίνα ακουσίως προσέβλεψε προς τον Έδμον.

Εκείνος μειδιάσας αυταρέσκως, έβαλε εμπρός της τα τετράδιον. Η Μαλβίνα άρχισε να ψάλη με προθυμίαν τώρα:

Φεύγεις, καλέ μου; — Εγώ θρηνώ, ότι μόνη
μακρυά από σε η καρδιά μου θα ραγίση.
Του χωρισμού η στιγμή οϊμέ ζυγώνει,
Ποιος ξαίρει για πάντα αν δε μας χωρίση!
Μέσα μου τώρα ο πόθος γιγαντώνει
για να σου πω πόσο έχω αγαπήσει
και κλαίω. Ο χρόνος που όλα τα ησκιώνει
μονάχα τον καημό μου δεν θα σβύση.
Στάσου στερνή φορά να σ' αντικρύσω
και δέξου απ' την ψυχή μου μνήμης δώρα
τα τραγούδια του πόνου που με δέρνει.
Μην τα ξεχνάς. Κιόταν ξανάρθης πίσω,
Όσες πίκρες με φαρμακώνουν τώρα
διπλές χαρές η όψη σου θα μου φέρνη.

Τόσο δυνατά οι στίχοι αυτοί εκλόνισαν την ψυχήν της, ώστε η φωνή της έτρεμε.

 — Ας παύσωμεν, της είπεν η κ. Μπιρτών, δεν είσθε τόσον καλά σήμερα. Ποτέ δεν ετραγουδίσατε τόσο άσχημα.

Ωστόσο ο Έδμον την είδε με μίαν ιλαρότητα, που την έκαμε να ησυχάση.

Έπειτα επλησίασε και προσποιούμενος ότι μουρμουρίζει τα προ αυτής τραγούδια της είπε:

 — Για μένα ο ήχος της φωνής σου είναι η χαρά του ουρανού. Ευτυχής ο θνητός τον οποίον θα προτιμήσης! Μαφίνης να φύγω χωρίς ελπίδα . . . ένα βλέμμα σου, μια λέξις σου μπορούν να με υψώσουν στους ουρανούς!

Η Μαλβίνα χαμήλωσε τα μάτια και δεν είπε λέξη.

Μα υπάρχουν περιστάσεις που η σιωπή λέγει περισσότερα από τα λόγια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.
ΤΑPAXΑΙ


Αφού σηκώθηκαν όλοι να παν στην αίθουσαν, η Μαλβίνα μη ημπορούσα να ανθέξη εις τας συγκινήσεις, εζήτησε από την εξαδέλφη της την άδεια ν' αποσυρθή και την έλαβεν αμέσως.

Ο Έδμον όμως διεμαρτυρήθη.

 — Πώς, κυρία, της είπε, μας αφίνετε τόσο γρήγορα! Τουλάχιστο δεν θα σας ιδώ αύριο πριν φύγω. Αν δεν έχετε διάθεσιν να καταβήτε στο πρόγευμα, δεν θα με συγχωρήσετε τουλάχιστον να έλθω να σας αποχαιρετήσω στο σπίτι σας;

Η Μαλβίνα ταραγμένη του είπε να μην κάμη τον κόπο, γιατί εκείνη εξάπαντος θα καταβή. Και ανέβηκε στον κοιτώνα της.

Άρχισε να περιπατή με μεγάλα βήματα. Δεν το πιστεύει ακόμη, και φοβείται εν τούτοις να το σκεφθή.

 — Παύει η ευτυχία μου, παύει η ειρήνη της ψυχής μου. Έχασα την ηρεμία του πνεύματος. Δεν μπορώ να συγκεντρώσω το νου μου . . . Έχει λοιπόν τόση δύναμη απάνω του αυτός ο άνθρωπος! Γιατί τάχα έχει συγκλονιστεί τόσο η ύπαρξίς μου; Μήπως είμαι ερωτευμένη μαζί του; . . . Μπα; μα εγώ δεν τον βλέπω με καμιά ευχαρίστηση. Το εναντίο μάλιστα θέλω να τον αποφύγω . . . Ναι ας φύγη λοιπόν να εύρω την ησυχία μου!

 — Μαμά! εφώναξε χαϊδευτικά η Φανή από το κρεβατάκι της.

Η Μαλβίνα έτρεξε αμέσως και ρίχτηκε απάνω στο κοριτσάκι με στοργή.

 — Ναι, παιδί μου, η μαμά σου είμ' εγώ. Και κανείς δε θα με χωρίση από σένα, το έχω ορκισθή ήδη. Εκείνος . . φεύγει πια . . .

Και προσπαθεί να μη τον θυμηθή πλέον. Κατακλίνεται και αποκοιμάται, διότι η ψυχική αγωνία είχε καταβάλει τον οργανισμόν της.

Την άλλη μέρα η Μαλβίνα παραβαίνει τον λόγο της και δεν κατεβαίνει. Έτσι η δυστυχής ενόμισε ότι απαλλάσσεται από το συναίσθημα, που άρχισε να αναπτύσσεται μέσα στην ψυχή της.

Είπε να ειδοποιήσουν κάτω ότι είναι αδιάθετη. Ο Έδμον επληγώθη καιρίως από την είδησιν. Και προσπαθούσε ναναβάλη όσο ηδύνατο πιο βραδύτερον την ώρα της αναχωρήσεως με την ελπίδα να την ιδή να προβάλη από κάπου. Αλλά εκείνη δεν εφάνη.

Ο Έδμον κατάλαβε ότι πρόκειται περί γυναικείου πείσματος. Φεύγων λοιπόν, ούτε τους τυπικούς χαιρετισμούς του δεν της έστειλε, αν και αυτό το έκαμε με πολλήν συντριβήν της καρδίας του.

Εκείνη δε . . ω εκείνη ήτο βεβαία ότι θα ήρχετο να την αποχαιρετήση και κάθε στιγμή που άκουε κάποιον θόρυβον έξωθεν, ελαχταρούσε και έστρεφε προς την θύραν του δωματίου της. Αλλά . . τίποτε.

Μετ' ολίγον κρότος αμάξης ήχησε εις τα ώτα της . . Αλίμονον της εφάνη ως κρότος νεκροφόρου, που επήγαιναν να κηδεύσουν την ευτυχίαν της.

 — Εγώ φταίω, είπε. Του ημπόδισα με κάθε τρόπον την άνοδον. Και ήρχισε να παραδίδεται εις απελπισίαν θυμοφθόρον.

Αίφνης ακτίς ελπίδος την ανεθάρρυνε. Εσκέφθη ότι ο Έδμον μη δυνηθείς να την ιδή, της άφισε κάποια σημειωσούλα. Και την επερίμενε με πλήρη βεβαιότητα.

Όταν εμβήκε λοιπόν η Τομκίνα την εκοίταξε με αγωνία. Περίμενε πως κάτι θα της δώση.

Η αφελής Τομκίνα βλέπουσα την λαχτάρα της, την ηρώτησε τι επιθυμεί.

Ενύχτωσε και κανένα σημείωμα κανείς δεν της έδωσε. Φοβερά αθυμία κατέλαβε την ψυχήν της. Προσπαθούσε να δικαιολογήση τον εαυτόν της και να κατηγορήση εκείνον. Ω αυτή είχε τόσας αντιξόους περιστάσεις, τόσα εμπόδια, την εδέσμευαν υποχρεώσεις· ω αν ήτο ελευθέρα σαν εκείνον, βεβαίως θα έσπευδε να τον συναντήση. Αυτός όμως χωρίς να έχη κανένα εμπόδιον, έφυγε χωρίς καν να της αφίση τους χαιρετισμούς του . . .

Έμεινε όλην την ημέραν κατάκλειστη. Ούτε ο κ. Πρίορ δεν ετόλμησε να την ανησυχήση, πράγμα που του εκόστισε πολύ . . . Διατί άρα γε;

Ηύχετο να περάση αμέσως η ημέρα εκείνη και να ξημερώση η επαύριον. Μόλις λοιπόν έφεξε εσηκώθη. Επερίμενε ολίγον ακόμη με αγωνίαν, ήλθε την ώραν που εκείνη εσυνήθιζε να κατεβαίνη. Αλλά εκείνη δεν εφάνη. Σιωπή βαθειά επικράτει γύρο. Ο κ. Πρίορ επέστρεψε δύσθυμος. Τέλος εσήμανε μεσημέρι. Ο κ. Πρίορ είδε την Τομκίναν και την ηρώτησε τι γίνεται η κυρία της.

 — Αχ, Θεέ μου, από την αυγή την ακούω και περιπατεί στον κοιτώνα της. Κοιμάται τόσο λίγο . . αδύνατο να μην αρρωστήση. Δυο νύχτες κατά σειρά εμένα με στέλνει ναναπαυθώ, μα αυτή αγρυπνά.

Ο κ. Πρίορ ετράβηξε ίσα στης Μαλβίνας. Καθόταν εκείνη σκυμμένη, το μέτωπο στο χέρι της και τον αγκώνα στο γόνατο στηριγμένον. Άμα είδε τον κ. Πρίορ, σηκώθηκε. Τα μάτια της ήσαν ξεκομμένα.

 — Πάσχετε, κυρία! της είπε. Μου φαίνεσθε βαριά λυπημένη.

 — Ναι τω όντι είμαι λίγο αδιάθετη και φοβούμαι μην παρεξηγηθώ.

 — Και ποιος μπορεί να σας παρεξηγήση εδώ μέσα; . . το πολύ ο κ. Σέυμουρ.

Αυτό δεν ήτο τ ο - π ο λ ύ, ήτο το παν διά την Μαλβίναν. Όμως μη θέλουσα να δώση υπονοίας, δεν είπε λέξιν.

 — Χθες βασανίστηκα που δεν σας είδα, είπε ο κ. Πρίορ. Εσείς δεν λυπηθήκατε καθόλου που χάσαμε τας ώρας της συναναστροφής μας;

 — Αχ. κ. Πρίορ, είπε η Μαλβίνα. Πρέπει να σας τα πω. Η συναναστροφή σας μου είναι πολύτιμη και είδατε πόσο με τέρπει . . Αλλά φοβούμαι μήπως μας παρεξηγήσουν εδώ μέσα. Ήδη ήρχισαν να φαίνωνται παράξενες οι συχνές συνεντεύξεις μας.

 — Ω Θεέ μου! Και ποιος σας έβαλε αυτήν την ιδέαν;

Η Μαλβίνα ταράχτηκε. Ή έπρεπε να πη ψέματα, ή να ονομάση τον Έδμον. Το πρώτο της ήτο αδύνατον, το δεύτερον της εφάνη φοβερόν. Αλλά μόλα ταύτα ηναγκάσθη να του πη όλην την αλήθειαν.

Ο κ. Πρίορ ανεφώνησε με ταραχή . .

 — Και με ποιο δικαίωμα ο κ Σέυμουρ κατασκοπεύει τα καμώματα σας; Και διατί εσείς θυσιάζετε την φιλίαν μου εις τας παρατηρήσεις ενός . . . ξένου;

Ή Μαλβίνα ηγανάκτησεν εσωτερικώς και ηύρε την δύναμιν ναπαντήση.

 — Ό,τι και αν φρονήτε, κ. Πρίορ, διά τον σερ Σέυμουρ, δεν πιστεύω να τον θεωρήτε και όλως ανίκανον να κάμη και μίαν καν ορθήν παρατήρησιν. Ούτε αμαρτάνει κανείς, νομίζω, όταν ακούη και παραδέχεται το ορθόν οποιοσδήποτε και αν του το υπέδειξε.

 — Αλλά τέτοια μια συμβουλή προϋποθέτει οικειότητα. Και σεις ποτέ δεν μου είπατε ότι υπήρχε μεταξύ σας τέτοιο πράγμα.

 — Μα και δεν πιστεύω να υπάρχη, είπε στενοχωρημένη η Μαλβίνα.

Η στενοχώρια της αυτή δεν διέφυγε τον κ. Πρίορ. Του ήλθε ως επίλαμψις, η οποία τον εφώτισε διά τα συμβαίνοντα.

 — Τι φρικτό φως! ανέκραξε. Α, κ. Μαλβίνα, Λοιπόν δεν το πιστεύετε . . . ώστε δεν είσθε βεβαία περί του εναντίου. Δυστυχισμένη μου φίλη; οι λύπες σας! οι αγρυπνίες σας! . . Δεν αποκρίνεσθε, Μαλβίνα! Κατώρθωσε λοιπόν να περιπλέξη και σας στα δίχτυα του ο πολυμήχανος εκείνος! . . . Τώρα κατανοώ την αλλόκοτη, την μυστηριώδη του διαγωγήν. Και σας ήθελε να ελκύση, μα και την Κίττη να μη χάση. Αφ' ότου άρχισε να σας κάμνη τα γλυκά μάτια, από τότε με περισσότερη ζέση προσκολλήθηκε στην Κίττη. Όταν ήσθε σεις παρούσα επεδείκνυε προς εσάς προτίμησιν, αλλ' όταν δεν ήσθε, παρεδίδετο εις εκείνην φλογισμένος από έρωτα.

Η Μαλβίνα κιτρίνησε και μαργαριτάρια από ίδρωτα εκάλυψαν το μέτωπό της.

 — Τι έχετε, κ. Μαλβίνα; ανήσυχος έκραξεν ο κ. Πρίορ και βάζωντάς την να καθίση. Έπειτα επρόσθεσε·

Αν ο Έδμον δεν ήτο ανάξιος της καρδίας σας, αν θα ηδύνατο να σας κάμη πράγματι ευτυχισμένην, αν τέλος ήτο εις θέσιν να εκτιμήση τους θησαυρούς της ψυχής σας, εγώ ο ίδιος ήθελα τον φέρει στα πόδια σας, ακόμη και αν επρόκειτο για πάντα να λησμονήσετε . . εμένα.

Και το είπε αυτό με τόση πίκρα! . .

Ωστόσο κρότος ηκούσθη εις την θύραν. Ο κ. Πρίορ διεκόπη, και παρουσιάσθη ως κεφαλή Μεδούσης η κ. Μπιρτών. Η θέσις εις την οποίαν τους ηύρε παν άλλο ήτο παρά εποικοδομητική προς διάλυσιν των υποψιών της.

Εστάθη σιωπώσα θεατρικώς, ως να μη εύρισκε λέξεις να παραστήση την κατάπληξίν της.

 — Καλά δα μου τα έλεγαν, κεγώ δεν ήθελα να τα πιστεύσω! Τώρα πλέον αντιλαμβάνομαι ότι δεν ήσαν λόγια του κόσμου.

 — Και τι σας είπαν, κυρία; είπεν σοβαρά ο κ. Πρίορ. Τι υποψίαι αναβαίνουν στον εγκέφαλον σας;

 — Υποψίαι, λέγει; Και η κατάσταση αυτή που σας βρίσκω μπορεί να μου αφίση αμφιβολία για το αντικείμενον που σας απασχολή; — Κυρία! είπε με εντονοτέραν φωνήν ο κ. Πρίορ, προσέξατε. Μη πλανηθήτε από πάθος ουτιδανόν, που διαστρέφει του νου το κριτήριον και τυφλώνει την συνείδησιν, ουδ' επί στιγμήν μη τολμήσετε να υποψιασθήτε διά την αγγελικήν αυτήν ψυχήν.

 — Πόθεν τόση τόλμη και τόση οίησις, κ. Πρίορ; και από πότε έχετε την άδειαν να με νουθετήτε; Και αντί ναπολογήσθε για τον εαυτό σας, αναλαμβάνετε εργολαβικώς την απολογίαν της κυρίας απ' εδώ;

 — Εγώ για μένα δεν έχω να δώσω λόγο σε κανένα, παρά μόνον στον ετάζοντα τους νεφρούς και τας καρδίας των ανθρώπων, και στου οποίου την υπηρεσίαν είμαι ήδη αφιερωμένος.

 — Εξέλθετε, κύριε! είπεν η κ. Μπιρτών παραλλαγμένη και τρέμουσα από θυμόν, αν δεν θέλετε να πιστεύσω, ότι έχετε περισσότερα δικαιώματα από μένα, να μένετε εντός αυτού του δωματίου.

Ο κ. Πρίορ επεισμώθη και εδίσταζε να υπακούση.

Τότε η Μαλβίνα με την γαλήνην του έχοντος καθαράν την συνείδησιν επροχώρησε και είπε σεμνά:

 — Πηγαίνετε, κ. Πρίορ. Βλέπετε ότι η εξαδέλφη μου επιθυμεί να μας αφίσετε μονάχους. Μείνετε ήσυχος. Υπάρχουν επιπλήξεις που καθόλου δεν ταράζουν τον επιπληττόμενον.

Ο τρόπος αυτός της Μαλβίνας, ο ανεπιφυλάκτως ειλικρινής και αταράχως τολμηρός, έπεισε κατά βάθος την κ. Μπιρτών περί της αθωότητός της, η δε επιδεικνυομένη εισέτι αμφιβολία της ήτο πλέον προσποιητή.

Τούτο δεν διέφυγε την προσοχήν του κ. Πρίορ και χαίρων διά την νίκην, την οποίαν ειρηνικώς κατήγαγεν η φίλη του, εξήλθε από το δωμάτιον χωρίς να προφέρη λέξιν.

Η Μαλβίνα τότε παρεκάλεσε με ηρεμίαν την εξαδέλφην της, να της δώση μερικάς εξηγήσεις διά την σκηνήν την οποίαν εδημιούργησε προ ολίγου ως ώφειλε.

Η κ. Μπιρτών εντράπηκε λίγο και ωσεί αιτολογουμένη είπε·

 — Σας βεβαιώνω, φιλτάτη, ότι δεν παραδέχθηκα τας υποψίας που θέλησαν να ρίξουν εις το πνεύμα μου εναντίον σας. Ποτέ δεν μπορώ να παραδεχθώ, ότι γυναίκα από την συγγένειά μου περνά ζωήν άταχτη.

Η Μαλβίνα εκοκκίνησε και με φωνήν ταραγμένην είπε:

 — Δεν πιστεύω δα ο μόνος τίτλος της ευπρεπείας μου ότι πρέπει να είναι η προς εσάς συγγένειά μου. Σας επιβάλλεται εν τούτοις να μου πήτε αμέσως: ποιες είναι οι υποψίες σας, ώστε να ημπορέσω να τας διαλύσω. Και ακόμη έχετε υποχρέωσιν ηθικήν απέναντί μου να μου αποκαλύψετε εκείνον που σας έκαμε να τας συλλάβετε, διά να τον εξελέγξω.

Ο μεγαλοπρεπής τόνος της Μαλβίνας είχε κάτι το ξεχωριστό, που η κ. Μπιρτών δεν μπόρεσε ναντισταθή. Ηναγκάσθη λοιπόν να ομολογήση της κ. Μέλμορ τας σπερμολογίας. Και ακόμη νικημένη ολοτελώς από το κράτος της αθωότητος της Μαλβίνας, την εβεβαίωσεν, ότι αυτή καθόλου δεν τα επίστευσε, αλλά της τα λέγει μόνον, διά να προφυλάσσεται από τας παρεξηγήσεις του κακού κόσμου.

 — Δεν εγνώριζα ότι μένουσα κοντά σας, ευρίσκομαι εις το μέσον του κόσμου και μάλιστα του κακού. Ούτε ήλπιζα ότι στο σπίτι σας θα κριθώ από φαινόμενα εξωτερικά.

 — Σε κανένα μέρος, αγαπητή μου, δεν υπάρχει ασφάλεια από την καταλαλιά. Φοβούμαι μάλιστα μήπως τα λόγια της κ. Μέλμορ έχουν διαθέσει τον Έδμον εναντίον σας, και ποιος ξαίρει αν δεν του έρθη όρεξις να σας περιπαίξη στας ομηγύρεις του Έδιμπουργκ.

 — Τον νομίζετε ικανόν; είπε η Μαλβίνα κοκκινίζουσα.

 — Αν εσείς δεν τον νομίζετε, τότε τον κρίνετε με περισσότερη επιείκεια, παρά με όσην εκείνος θα έκρινεν εσάς. Κιακόμη συγχωρέστε με να σας πω ότι είναι απλοϊκότης να ζητήτε ναθωώσετε άνθρωπον, ο οποίος ετόλμησε να κάμη το σπίτι μου καταγώγιον ανόμων ερώτων με κορίτσι, που εγώ το έχω υπό την προστασίαν μου.

 — Ίσως και η κατά της Κίττης κατηγορία να μοιάζη με τη δική μου. Ποιος σας την κατηγόρησε;

 — Η μητέρα της . . .

 — Ω! πάλιν η ιδία . . . . και την κόρη της; Αλλ' αν ο κ. Σέυμουρ το ήξαιρε, θα την υπερασπίζετο βέβαια.

 — Ωστόσο εγώ την κατηγόρησα εμπρός του, αλλ' εκείνος δεν το ηρνήθη.

 — Τουλάχιστο δεν είπε να διορθώση το σφάλμα του! . . . να την νυμφευθή!

 — Τι λέτε; Κεγώ πού είμαι; Πιστεύετε ότι θα επιτρέψω νανταμειφθή το τιποτένιο αυτό κορίτσι για τις ατασθαλίες του μ' έναν τέτοιον γάμον;

 — Κρίμα τα κορίτσι!

 — Πολύ συμπαθήτε τις αμαρτωλές.

 — Το ίδιο έκαμνε και ο Σωτήρ.

 — Αι τότε μάθετε λοιπόν, ότι δεν θα την αφίσω εις την καταισχύνην η οποία της αρμόζει, Μετ' ολίγας ημέρας παντρεύεται με άλλον.

 — Κι ο σερ Έδμον το δέχεται;

 — Το εύχεται από καρδιάς για να γλυτώση από κάθε εμπόδιον να επιταχύνη τον γάμον του με την λαίδη Σούμεριλ. Γιαυτό πάει δα και στο Έδιμπουργκ, όπου σκοπεύω να πάγω κεγώ για να παρευρεθώ στην τελετή του γάμου, που θα ανυψώση τον ανεψιόν μου σένα απ' τα πρώτα αξιώματα του βασιλείου και θα τον κάμη άξιον των αγαθών που του προετοιμάζω.

Η Μαλβίνα ωχρίασε. Αυτό δεν διέφυγε την προσοχήν της κ. Μπιρτών.

 — Σας ενοχλεί βλέπω η ομιλία αυτή, εξαδέλφη, είπε.

 — Καθόλου.

 — Ο κ. Πρίορ μετά τα γεγονότα δεν δύναται πλέον βέβαια να μένη στο σπίτι μου. Ούτε θα εναντιωθήτε, πιστεύω, διά την αναχώρησίν του.

 — Εγώ, κυρία μου! είπε η Μαλβίνα με ειλικρινή κατάπληξιν, η οποία ηυχαρίστησε την κ. Μπιρτών τόσον, ώστε την εφίλησε εις ένδειξιν ειλικρινούς συνδιαλλαγής και απεσύρθη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.
Η ΨΎΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ ΤΩΝ


Η Μαλβίνα έπεσεν εις συλλογισμούς ζοφερούς. Αγαπούσε τον Έδμον αν και δεν το ομολογούσε στον εαυτόν της. Όστις αγαπά ζητεί πάντοτε να εξαγνίζη το αγαπώμενον ον. Ο δε Έδμον ήτο από τα πρόσωπα, που δεν μπορεί να παρέλθη ενώπιόν των αδιάφορη και η πλέον ενάρετη γυναίκα. Ολίγαι γυναίκες βέβαια υπήρξαν επί γης άξιαι να παραβληθούν προς την Μαλβίναν. Ωστόσο και αυτή γυναίκα ήταν. Εφοβείτο μήπως ο Έδμον δεν την έκρινε όσον ήτο άξια, μήπως την συνέχεε με τον όχλον των γυναικών. Υπεκρίθη ενώπιον της ψυχής ταραχήν και μετεχειρίσθη φωνήν τρυφεράν καρδίας ερώσης, ενώ αφ' ενός κατεγίνετο να δελεάση την Κίττη και αφ' ετέρου ετοιμάζετο να νυμφευθή μίαν τρίτην. Όταν μόνον τα λόγια είναι ψεύτικα, ημπορεί κανείς να τα εννοήση και περιφρονών τον ψευδόμενον, συγχωρεί αυτόν συγχρόνως. Αλλ' όταν τα μάτια, τα τελευταία εκείνα άσυλα της αληθείας κατορθώνουν να απατούν, θα πη πως η ψυχή είναι διεσταμμένη αθεράπευτα.

Ωστόσο για τον κ. Έδμον η Μαλβίνα δεν επίστευε ότι την επεβουλεύθη, άκουε μέσα της μια φωνή που τον εδικαίωνε, και για τούτο . . . τον αγαπούσε ακόμα, κιας την άφισε, χωρίς ελπίδα, χωρίς μέλλον. Και τότε ύψωνε την ψυχήν της προς την μνήμην της φίλης της και ζητούσε απ' αυτήν την εξ ύψους βοήθειαν.

Η Κίττη άκουσε της μητέρας της την πρότασιν με απάθειαν και ψυχραιμίαν. Από την εξαφνικήν αναχώρησίν του φίλου της είχε καταλάβει αμέσως, ότι από αυτόν δεν της έμενε πλέον καμιά ελπίδα. Όταν λοιπόν μέσα στον απελπισμόν της ευρέθη αμέσως ο αντικαταστάτης σύζυγος, ήρχισε να προεξοφλή διά της φαντασίας τας κοσμικάς απολαύσεις και η χαρά της δι' αυτάς δεν έδωκε τόπον εις λύπην διά του κ. Έδμον την στέρησιν. Εσκέφθη ακόμη ότι για να έχη περισσότερα μέσα, έπρεπε να έχη την εύνοιαν της κ. Μπιρτόν, και αυτό βέβαια δεν μπορούσε να το επιτύχη αλλέως, παρά μόνον αν έκλινε εις όλας τας απαιτήσεις εκείνης.

Εισήλθε λοιπόν εις το δωμάτιον της κ. Μπιρτών προσποιουμένη ψυχής συντριβήν με τα μάτια χαμηλωμένα και της λέγει ντροπαλά και κόσμια:

 — Η μητέρα μου, κυρία, μου είπε την απόφασή σας για μένα. Είμαι πρόθυμη να υπακούσω αμέσως και πιστεύω να με αξιώσετε την συγγνώμην σας για την ασύνετη συμπεριφορά μου. Αλλά πιστέψατέ με, κ. Μπιρτών, ότι μόνον κουφότητα έδειξα εις την περίστασιν αυτήν και τίποτε περισσότερον. Ποτέ δεν ελησμόνησα το καθήκον μου, ώστε να γίνω ανάξια της ευνοίας σας, και να προδώσω την αρετήν, της οποίας υπόδειγμα περιφανές έχω καθ' εκάστην ενώπιόν μου εσάς.

Η κ. Μπιρτών, η οποία είχεν ήδη καταπραϋνθή από την άμεσον υπακοήν της, τώρα εξιλεώθη ολότελα με την κολακείαν της.

Εις ένα μήνα η Κίττη υπανδρεύθη τον κ. Φέμπικ.

Η κ. Μπιρτών απεφάσισε να ταξιδεύση εις Έδιμπουργκ. Έτσι ευσχήμως απέπεμψε και τον κ. Πρίορ.

Αν τα πράγματα ήσαν όπως προ έξ μηνών, ο κ. Πρίορ θα ησθάνετο ανακούφισιν φεύγων από τον πύργον. Αλλά τώρα άφινεν εκεί την Μαλβίνα, πράγμα που του εστοίχιζε πολύ. Όμως εκράτησε τη θέση του και τόσο μόνον έμεινε, όσο να μαζεύση τα πράγματά του. Εζήτησε δε την άδειαν από την Μαλβίναν ν' αναβή και να την αποχαιρετίση.

Η Μαλβίνα τον εδέχθη χωρίς δισταγμόν. Τον επαρηγόρησε θλιβόμενον που την απεχωρίζετο. Εκείνος της εζήτησε την χάριν να του γράφη, αυτή του το υπεσχέθη ανεπιφύλαχτα, διά να κάμη ευτυχή ένα θνητόν, ο οποίος τόσον της εστάθη παρήγορος και τίποτε δεν της εζητούσε περισσότερον από αγνήν φιλίαν.

Ο κ. Φέμπικ ήτο μικρέμπορος του Έδιμπουργκ, ως σαράντα ετών, μελαχρινός, κοντός και παχύς, σκυθρωπός μέσα στο δικό του σπίτι, και εύθυμος στα σπίτια των άλλων, πτωχός εις ιδέες, πλούσιος εις μνημονικό, αστείος χωρίς χάρη, κόλακας εις όλους και φίλος κανενός. Νυμφευόμενος την Κίττη, δεν εξέτασε τίποτε άλλο σχετικό με τη γυναίκα του, ούτε αν θα ζήση ευτυχής μαζί της. Κοίταξε μόνον ότι η κ. Μπιρτών ήταν φίλαυτη, πλούσια και άτεκνη. Επομένως με τον γάμον αυτόν θα οικειώνετο μαζί της και καθώς εύκολα εκείνη εκολακεύετο, ημπορούσε αυτός να έχη αναρίθμητες ωφέλειες. Διότι συνησθάνετο εαυτόν ότι ήτο ικανός να ωφεληθή από τον τοιούτον της κ. Μπιρτόν χαρακτήρα.

Στα νιάτα της η κ. Μπιρτών είχε αυλήν ευφυών επαινετών, αλλά με της ηλικίας και της καλλονής την πάροδον ένας ένας επέταξαν, σαν τα χελιδόνια το φθινόπωρον, για άλλες ανθηρότερες καλλονές. Αυτή όμως είχε συνηθίσει νακούη επαίνους και προτιμούσε να μυρίζεται έστω και παχυλόν θυμίαμα τυχαίου ανδρός, παρά να στερήται ολότελα αυτήν την ευχαρίστησιν.

Έτσι λοιπόν ο κ. Φέμπικ επιτηδευόμενος ότι θεωρεί την γυναίκα του νήπιο, την πενθερά του έπιπλο, τη Μαλβίνα αεροβατούσα και μόνην άξια υπολήψεως την κ. Μπιρτών, ηυτύχησε να γίνη επιστήθιος φίλος της.

Αποπέμπουσα από τον πύργο τον κ. Πρίορ έτσι απότομα, το έκαμε όχι μόνον από ζήλεια, γιατί εκείνος επροτιμούσε επιφύλαχτα την Μαλβίναν, αλλά και από σατανικόν προϋπολογισμόν να κακοφημίση την Μαλβίναν, ώστε ο κ. Έδμον και αν ακόμη ίδιος δεν επίστευσεν εις τας κακοβούλους διαβάσεις, δεν θα ετόλμα όμως να δώση το όνομά του εις μίαν κακοφημισμένην γυναίκα.

Διέδοσε λοιπόν με τρόπον ότι αιτία της τοιαύτης αιφνηδίας αποπομπής ήτον η ασύγγνωστος οικειότης με την Μαλβίναν, και ότι ήτο μυστήριον μέχρι τίνος σημείου σχέσεων προέβησαν.

Τας τοιαύτας δε καταλαλιάς ενεπιστεύετο ως μυστηριώδεις ανακαλύψεις της προς δύο γύναια, την γνωστήν κ. Μέλμορ και την θαλαμηπόλον της Τάπαν, έτσι δε επανελαμβάνετο εμπιστευτικώς από αυτάς εις άλλας ομοίας των σκοτεινή κορκουσουριά κατά της υπολήψεως της αμέμπτου εκείνης νέας γυναικός.

Διά να πάνε γρηγορώτερα και σταυτιά του κ. Σέυμουρ προαπέστειλε στο Έδιμπουργκ την Τάπα και την κ. Μέλμορ τάχα διά να ετοιμάσουν κατάλυμα, αφού τας καθωδήγησε πώς να τα εκθέσουν στον κ. Έδμον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
ΝΕΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑ


Κατά τας αρχάς Απριλίου η Μαλβίνα μετέβαινε λοιπόν ως ακόλουθος της κ. Μπιρτών εις πόλιν που δεν της ενδιέφερε, με ανθρώπους που δεν τους αγαπούσε, για να ξαναδή εκείνον που τον εφοβείτο. Και όμως γιαυτόν και μόνον πήγαινε.

Κανείς δεν την εβίασε να κάμη το ταξίδι εκείνο. Εν τούτοις αυτή αιτιολογούσε τον εαυτόν της ότι πάγει να λάβη εμπειρικάς αποδείξεις, ότι εκείνος δεν της αξίζει. Διότι εκεί θα είχε όλα τα μέσα να δείξη τις ερωτοτροπίες του πρόθυμα σε κάθε γυναίκα, ενώ συγχρόνως θα ιδή με τα μάτια της τον γάμον του με τη λαίδη Σούμεριλ, κέτσι δεν θα έχη πια να φοβηθή τίποτε από αυτόν τον κύριον.

Όταν η καρδιά ζητή πρόφαση για να γελάση τον εαυτό της, η φαντασία είνε πρόθυμη να της εύρη μίαν, που να είναι μάλιστα πολύ ομοιαλήθης.

Έτσι η Μαλβίνα με καλήν συνείδησιν και με κρυφήν λαχτάραν απεφάσισε να ακολουθήση την εξαδέλφην της.

Την τρίτην ημέραν της οδοιπορίας η κ. Μπιρτών προείπε εις τους συνταξιδιώτας της, ότι το βράδι μελετά να καταλύση στον πύργο της κ. Κλάρας, που ευρίσκετο επάνω στον δρόμον τους.

 — Εγνώρισα, είπεν, άλλοτε την περί ης ο λόγος κυρίαν στο Έδιμπουργ. Ήταν νιόνυφη. Ο άντρας της αξιόλογος. Η εμφάνισίς της εις τας συναθροίσεις των σαλονιών έκαμνεν εντύπωση. Ωστόσο χήρεψε νωρίς και ήρθε να μείνη στην εξοχή με τον πατέρα της, αποτραβηγμένη από τον κόσμο. Εν τούτοις λέγουν πώς το κάνει για επίδειξη. Και θάχουν δίκιο, γιατί να κεγώ είμαι αποτραβηγμένη, επειδή όμως είμαι απλή και ανεπιτήδευτη, κανείς ποτε δεν εστοχάσθη να μου προσάψη τέτοια μομφή.

Η Μαλβίνα έμεινε αδιάφορη σόλην αυτή την προκλητική κάπως ομιλία της κ. Μπιρτών.

Το βράδυ έφθασαν στον πύργο. Η κ. Κλάρα τας υπεδέχθη με πολλήν προσήνειαν.

Ήταν ακόμη νέα απλή στους τρόπους, ζωηρά και ανεπιτήδευτη στην ομιλία της. Εντροπαλή εις το εξωτερικόν της, αλλά και μεγαλόφρων, για τούτο δεν μπορούσε να κρύψη την αντιπάθεια της προς την επιδεικτικήν κ. Μπιρτών και την ψυχρότητά της προς την ελαφράν κ. Φέμπικ.

Ησθάνθη απεναντίας κλίσιν προς την Μαλβίναν και την επεδείκνυε ανεπιφύλακτα. Αλλά και της Μαλβίνας η ψυχή ανταποδίδουσα τα ίσα, εφάνη λίαν ευδιάθετη να την αγαπήση.

Την άλλη μέρα πρωί πρωί συναντηθήκανε στα σαλόνι. Εφάνησαν ευχαριστημένες εξίσου. Επήγαν εις τον κήπον. Περιπατούσαι κάτω από δένδρα νεοθαλή, συνωμιλούσαν με τόσην οικειότητα, σα να εγνωρίζουντο από καιρό.

Η κ. Κλάρα τόσο πολύ εθέλχθη από την ομιλία της Μαλβίνας, ώστε εξέχασεν ότι είχε ξενιζομένους.

Η Μαλβίνα ενθύμισεν εις την νέαν φίλην της, ότι η κ. Μπιρτών θα την επερίμενε και θα απορούσε ίσως διά την απουσίαν της.

Επήγαν λοιπόν εις το σπίτι και ηύραν όλους συνηγμένους εις το σαλόνι.