WeRead Powered by ReaderPub
Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος cover

Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος

Chapter 27: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ'. ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Open in WeRead

About This Book

A grieving young widow leaves her homeland after the death of a beloved friend to assume care of the friend's young daughter, having vowed at the grave to devote her life to the child's upbringing and to renounce romantic attachment. The narrative traces her mourning, the practical anxieties of living in a foreign country with limited means, her correspondence with a distant maternal relative who offers shelter, and a winter departure that underscores isolation and loss. Recurring concerns include female friendship, self-sacrifice, duty, and the struggle to preserve private sorrow amid social indifference.

Η κ. Κλάρα εζήτησε συγγνώμην. Η κ. Μπιρτών της είπε πικρόχολα, ότι η κ. Σορκή έκρινε καλόν να την πάρη ιδιαιτέρως, για να την απολαύη μόνη της.

 — Αλήθεια, είπε η κ. Κλάρα. Αλλά και πάλιν αυτή εφρόντισε να με ανακαλέση εις το προς εσάς καθήκον μου. Τόσον πολύ εθέλχθην από την συναναστροφήν της, ώστε προς στιγμήν ελησμόνησα τα χρέη της ξενίας, αλλά θα με συγχωρήσετε πιστεύω σεις, αι οποίαι καθ' εκάστην απολαύετε τας γοητείας των χαρίτων της.

Ο θερμός αυτός έπαινος δυσηρέστησε την κ. Μπιρτών. Ο κύριος και η κυρία Φέμπικ προσέχοντες εκ προμελέτης να φαίνωνται ευάρεστοι πάντοτε εις την κ. Μπιρτών την εμιμήθησαν, ώστε η συναναστροφή έγινε ψυχρά.

Η κ. Μπιρτών συνηθισμένη νακούη μόνον αυτήν να επαινούν, εστενοχωρήθη εις το περιβάλλον εκείνο και απεφάσισε ναναχωρήση την επαύριον.

Η κ. Κλάρα ελυπήθη ειλικρινώς διά τούτο, μόνον διότι θα εστερείτο την συναναστροφήν της Μαλβίνας, και προσεπάθησε να πείση την κ. Μπιρτών ν' αναβάλη επί τινας έτι ημέρας την αναχώρησίν των. Αλλ' αυτή επέμενε προφασιζομένη ότι επεθύμει να επιταχύνη τον γάμον της λαίδης Σούμεριλ.

 — Α, ο σερ Έδμον Σέυμουρ λοιπόν νυμφεύεται την λαίδη Σούμεριλ; ηρώτησε με ενδιαφέρον η κ. Κλάρα, ενώ ζωηρότατον ερύθημα διεχύθη εις τα μάγουλά της.

 — Τον γνωρίζετε, κυρία; ηρώτησε έκπληκτη η κ. Μπιρτών.

 — Ναι τους εγνώρισα και τους δυο στο Έδιμπουργκ. Και δεν επίστεψα τότε πως ημπορούν να συμφωνήσουν ως σύζυγοι. Κατόπιν . . . αι, άλλαξα γνώμην. Και να τώρα, η είδησις που ακούω φαίνεται σύμφωνη με την κατοπινήν γνώμην μου.

 — Και γιατί να μη συμφωνήσουν; Και οι δύο είναι νέοι εράσμιοι, πλούσιοι και κατάγονται από τας πλέον ευγενείς οικογενείας της Σκωτίας, είπε με υπεροψίαν η κ. Μπιρτών.

 — Α, βέβαια. Αυτά είναι στοιχεία υπεραρκετά, διά να αποβή ευτυχές έν συνοικέσιον, είπε με ειρωνείαν αδιόρατον η κ. Κλάρα.

 — Εμένα μάλιστα μου φαίνονται ο ένας πλασμένος διά τον άλλον, επρόσθεσε με πείσμα η κ. Μπιρτών.

 — Αφού ο κόσμος το ευρίσκει τόσον ευάρμοστον το συνοικέσιον τούτο, πώς ημπορεί να μην τα θεωρή οιοσδήποτε έτερος.

Η κ. Μπιρτών ενόησε το δάγκαμα, όπου ο κόσμος υπενόει αυτήν και οιοσδήποτε έτερος υπενόει τον ανεψιόν της. (ο οποίος δεν έκρινε όπως αυτή το περί ού ο λόγος συνοικέσιον, καθώς γνωρίζομεν). Δεν εξηκολούθησε λοιπόν διά να μη δεχθή και άλλα όμοια. Εις την Μαλβίναν τα λόγια αυτά επροξένησαν κατάπληξιν. Ήθελε να ευρεθή ιδιαιτέρως με την κ. Κλάραν και να φέρη με τρόπον την συνομιλίαν εις αυτήν την υπόθεσιν· έπειτα πάλιν εσκέφθη: Και τι μενδιαφέρουν όλ αυτά; μήπως τάχα δεν τον ξαίρω τι είναι;

Ωστόσο, αν και τα έλεγεν αυτά, δεν έλειψε να καιροφυλακτή, ίσως εύρη μονάχην την κ. Κλάραν. Αλλά η αδιάκριτη κ. Φέμπικ δεν τις άφισε από κοντά όλη τη μέρα.

Την επιούσαν, μόλις εξημέρωσε, η Μαλβίνα ευρέθηκε στο παράθυρο. Σε λίγο κατέβηκε στην αίθουσα, αλλά κανένα δεν ηύρε, εκτός των υπηρετών που κατεγίνοντο να ευπρεπίσουν την αίθουσαν.

Επήγε τότε εις τον κήπον και περιπατούσε με προφανή ανυπομονησίαν.

Σε λίγο ήλθε και η κ. Κλάρα.

 — Έμαθα, της είπε, ότι σήμερα σηκωθήκατε πολύ νωρίς. Η λαχτάρα δε με την οποίαν είδα τώρα ότι με προϋπαντήσατε καθώς και τα χθεσινά βλέμματά σας τα πλήρη προς εμένα πόθου, με κάνουν να υποθέτω ότι κάτι σπουδαίο έχετε να μου ανακοινώσετε, ή και να μερωτήσετε. Δεν είν' έτσι;

Ψυχρό νερό χύθηκε στη ζέση της Μαλβίνας.

Άμα ερωτούσε τώρα σχετικόν τι με όσα επιθυμούσε να μάθη, θα έδιδεν αμέσως υπονοίας, ότι ενδιεφέρετο ιδιαιτέρως διά τον κ. Σέυμουρ, πράγμα το οποίον άλλως τε επάθαινε και η ίδια κ. Κλάρα, ως ήτο εύκολον να εννοήση αυτή εκ των ήδη διαμειφθέντων χθες.

Έκλεισε λοιπόν την περιέργεια μέσα στην ψυχή της και προσεπάθησε να φανή αδιάφορος, αιτιολόγησε δε την συμπεριφοράν της ως προερχομένην εκ της συμπαθείας, την οποίαν ησθάνετο ότι διήγειρεν εις την ψυχήν της η νέα φίλη της.

Μετ' ολίγον όμως ήλθε κοντά τους η νεαρά κ. Φέμπικ και εξέφρασε την μεγάλην επιθυμίαν που είχε, να φθάσουν μίαν ώραν αρχύτερα στο Έδιμπουργ.

 — Βέβαια, της είπε, ο γάμος του κ. Σέυμουρ θα αναστατώση κόσμον εκεί. Χοροί, θεάματα, εορταί, και σ' όλα αυτά βέβαια εσείς καθόλου δεν θα είστε από τα δευτερεύοντα στολίδια. Ποιος τη χάρη σας!

 — Ναι ναι έτσι ελπίζω κεγώ, απεκρίθη με προπέτειαν, και τότε θα ευχαριστηθώ, όταν αμαυρώσω τας ωραίας του Έδιμπουργ και μάλιστα την απεχθή εκείνην λαίδην Σούμεριλ.

 — Γιατί την εχθρεύεσθε; διότι κατώρθωσε να ελκύση τον σερ Έδμον Σέυμουρ;

 — Όχι δα, τέτοια καύχηση δεν θα μπορή να κάνη μπροστά μου. Μάλλον τα πλούτη της έλκυσαν τον κ. Έδμον Σέυμουρ.

 — Δεν το πιστεύω, είπε με ζέσιν, την οποίαν ματαίως προσεπάθει να κρύψη η Μαλβίνα. Τουλάχιστον ανάμεσα στις κακές συνήθειες που προσάπτουν στον κ. Σέυμουρ, ποτέ δεν άκουσα και την φιλοχρηματία. Το εναντίον είναι μεγαλόφρων και ελευθέριος όσο δεν γίνεται.

 — Τον γνωρίζετε λοιπόν; ερώτησεν η κ. Κλάρα, χωρίς να μπορέση να κρύψη κάποιαν ταραχήν.

 — Αμφιβάλλετε; είπε ειρωνικώς η κ. Φέμπικ. Αλλά καθώς εκείνος μου διεβεβαίωσε, δεν ίσχυσαν να τον ελκύσουν σπουδαία οι χάρες της κυρίας. Μόνο παίζοντας πάντοτε της έκαμνε τα γλυκά μάτια.

Η κ. Κλάρα έκαμε πώς δεν επρόσεξε της Μαλβίνας την ταραχήν και είπε:

 — Εγώ τουλάχιστον είμαι βεβαία ότι ποτέ δεν της μίλησε ελαφρά. Ο σερ Έδμον έχει το γνώθι σαυτόν και είναι των αδυνάτων να λάβη θάρρος κοντά στην κ. Σορκή. Καταλαβαίνει ότι, και όλων των γυναικών του κόσμου εραστής αν γίνη τις, όμως ποτέ δεν θα κατορθώση, να γίνη και της κ. Σορκή.

Από κείνη τη στιγμή η Κλάρα έπεσε σε συλλογή. Έβλεπε με πόνο ψυχής την Μαλβίνα. Ήθελε να της πη: Αχ άνοιξε σεμένα την καρδιά σου, δυστυχισμένη μου!

Μετά το πρόγευμα ταμάξια ωδηγήθησαν εις την αυλήν. Η κ. Μπιρτών έδωκε το σύνθημα της αναχωρήσεως. Όλοι άρχισαν να ετοιμάζωνται.

Η κ. Κλάρα ηύρε μια στιγμή καιρό. Επλησίασε τη Μαλβίνα. την αγκάλιασε και της είπε:

 — Πολύ πικραίνομαι, που δεν ηύρα καιρό να σας ομιλήσω. Αχ και να ήταν δυνατόν να μένατε εδώ μαζί μου. Θα επροφυλάττεσθε από κινδύνους, που δεν τους προβλέπετε ίσως.

Η Μαλβίνα εννόησε ότι η νέα φίλη εμάντευσε το πάθος της.

 — Ευχαριστώ, αγαπητή μου, είπε. Αλλά τώρα αίφνης να το αποφασίσω, θα φανή καταπληκτικόν . .

 — Αν το φέρη τουλάχιστον η περίστασις ναναχωρήσετε πριν από την κ. Μπιρτών από το Έδιμπουργκ, μη με λησμονήσετε· ελάτε να την περιμένετε εδώ σεμένα.

Η Μαλβίνα το υπεσχέθη ευχαριστούσα ευγνωμόνως. Η δε κ. Κλάρα επρόσθεσε:

 — Μην αναφέρετε τίποτε καθόλου για μένα εις τον κ. Έδμον, σας το ικετεύω.

Η Μαλβίνα υπεσχέθη και τούτο, αλλά της εφάνησαν πολύ παράξενα όλα αυτά. Ενώ δε εδίσταζε, αν πρέπει να ζητήση λεπτομερείας, η κ. Μπιρτών έσπευσε να τραβήξη από το χέρι την κ. Κλάραν, διά να της αφίση υγείαν, εις δε την Μαλβίναν είπεν ότι άργησαν εξ αιτίας της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'.
ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ


Εκείνο το βράδι αργά έφθασαν στο Έδιμπουργκ.

Την άλλη μέρα τα πρωί η κ. Μπιρτών εβγήκε δι' υποθέσεις της. Επίσης εβγήκε και η Κίττη για να ψωνίση.

Η Μαλβίνα λοιπόν έμεινε μόνη. Καμμίαν διάθεσιν δεν είχε να εξέλθη.

Κατέβη εις το κοινόν εντευκτήριον να ζητήση μερικά βιβλία. Εκεί έξαφνα ήκουσε την φωνήν του κ. Έδμον που ρωτούσε την Τάπαν πότε ήρθαν οι κυρίες της και αν είχαν καιρόν να τας ιδή.

 — Η κυρία μου και η κ. Φέμπικ είναι έξω. Μόνον η κ. Σορκή είν' εδώ, θέλετε να . . .

 — Όχι, δεν είν' ανάγκη τώρα, έρχομαι άλλοτε.

Η Μαλβίνα, αν και δεν ήθελε να συναντηθή με τον Έδμον, εν τούτοις κατεπικράνθη, όταν άκουσε ότι δεν θέλει να την ιδή, ενώ ήταν μόνη και τόσο κοντά του. Ντράπηκε, γιατί έλπισε σέναν άστατο και γέμισαν τα μάτια της δάκρυα.

 — Αι, κ. Έδμον, είπε με υπερηφάνειαν, να που σεμένα δεν τα κατάφερες, γιατί εμένα δεν με δελέασες όπως την Κίττη ή και κάθε άλλη. Τώρα λοιπόν χαίρομαι, διότι θα θεραπευθώ.

Μετ' ολίγον εισήλθεν η κ. Μπιρτών ακολουθουμένη από κομψόν τινά νέον, υπεροπτικόν κάπως, ο οποίος άμα είδε την Μαλβίναν, έμεινε εμβρόντητος. Την προσηγόρευσε μετά σεβασμού και είπε αποτείνων τον λόγον εις την κ. Μπιρτών.

 — Η κυρία βέβαια θα είναι η ερασμία συγγενίς σας, η αδελφή μου θα χαρή πολύ να την γνωρίση.

 — Θα είναι βέβαια και διά την αξαδέλφην μου ευτύχημα να γνωρίση την ερασμίαν αδελφήν σας, υπέλαβεν η κ. Μπιρτών και ητένισε την Μαλβίναν περιμένουσα να βεβαιώση τους λόγους της, αλλ' εκείνη έμεινεν αδιάφορη. Η κ. Μπιρτόν επρόσθεσε.

 — Η ευγενεία του είναι ο μιλόρδος δουξ Στάνοπ, αδελφός της λαίδης Σούμερολ, και το θεωρώ τιμήν μου, ότι μεσολαβώ να σας γνωρίσω.

Η Μαλβίνα έκλινε αξιοπρεπώς την κεφαλήν προς δείγμα ευχαριστήσεως.

 — Ελπίζω ότι η κυρία θα κοσμήση την εορτήν, που ετοιμάζεται εις του θείου μου, είπεν ο λόρδος, κεπειδή προβλέπω ότι θα γεννηθή άμιλλα, ποιος να πρωτοχορέψη μαζί της, την αγκαζάρω από τώρα και την παρακαλώ να δεχθή το αγκαζέ μου, ώστε να γίνω επίφθονος εκείνη τη μέρα και να μην είναι άλλος σαν εμένα.

 — Σας ζητώ συγγνώμη, μιλόρδε. Μελετώ να μην παρευρεθώ σε καμιά εορτή. Σας ευχαριστώ εν τούτοις για την ευγενή σας προτίμησιν.

Έπειτα αμέσως απεχαιρέτισε και εβγήκε.

 — Πόσο είναι παράξενη αυτή η γυναίκα! εφώναξε η κ. Μπιρτών.

 — Παράξενη ίσως, είπε ο λόρδος, μα θαυμασίως χαριτωμένη. Δι' όνομα του Θεού πρέπει να την καταφέρετε χωρίς άλλο νάρθη στου θείου μου . . . Να μη σώσω, αν καμία άλλη γυναίκα ως τώρα μου έχει κάνει τέτοιαν εντύπωσι — κέχω δα γνωρίσει του κόσμου τις γυναίκες.

 — Πολύ τιμάτε την εξαδέρφη μου. Είναι όμως καθώς βλέπετε αγριογυναίκα.

 — Τόσο το καλύτερο, την διέκοψε ο λόρδος γελών, τίποτε δεν υπάρχει πιο θελκτικό από τα άγρια αυτά κάλλη, όταν κανείς φθάση να τα ημερέψη.

 — Προσέχετε, μιλόρδε, η νέα αυτή δεν είναι από κείνες που ξαίρετε. Δεν είναι ευκόλως εξημερώσιμη.

 — Όχι δα!

 — Αυτά που σας λέω.

 — Θα δούμε.

Έπειτα είναι συγγενίς μου και δεν επιτρέπω καμμίαν όχι έντιμον απόπειραν.

 — Έννοια σας . . . Εγώ είμαι λεύτερος το ξαίρετε. Ποιος μπορεί να μαντεύση το μέλλον; Ίσως είναι γραφτό να διπλοσυμπεθερέψωμε.

 — Μακάρι, είπε με προφανή ευχαρίστησιν η κ. Μπιρτών.

 — Ωστόσο σπεύσατε να την συναντήσετε. Πρέπει να έχη δώσει υπόσχεσιν, πριν φύγω από το σπίτι σας.

Η κ Μπιρτών κολακευομένη από την ελπίδα ότι η γενεά της έμελλε να λαμπρυνθή περισσότερον, έτρεξε προς την Μαλβίνα. — Αδύνατο, αγαπητή μου, ναρνηθήτε την πρόσκληση. Πρέπει ναρθήτε στου λόρδου Στάφφορδ.

Η Μαλβίνα αντεστάθη με όλα της τα δυνατά.

 — Αδύνατο, αγαπητή μου, ναρθώ.

 — Έχετε λοιπόν οριστική απόφαση να μου χαλάσετε την καρδιά, ως φαίνεται. Και συμπλέκουσα τα χέρια εις σχήμα απελπισμού: Δυστύχημα! εφώναξε, να μην μπορεί κανείς να πείση μερικούς ανθρώπους, για κάτι πράγματα πολύ πολύ χρειαζούμενα . . .

Η Μαλβίνα έμεινε σιωπηλή.

Η κ. Μπιρτών κατέφυγεν εις τας παρακλήσεις. Η Μαλβίνα σκεφθείσα ωριμότερον, εστοχάσθη, ότι δεν έπρεπε να εντείνη περισσότερο το σχοινί.

Μόνον επειδή η εορτή θα εγίνετο μετά οκτώ ημέρας, εζήτησε να τας περάση χωρίς να φανή εις καμίαν συνάθροισιν. Έτσι ήθελε ναποδείξη στον σερ Έδμον, ότι καθόλου δα δεν εζητούσε ευκαιρίαν να τον ιδή, μια που εκείνος της εφέρθη πρώτος τόσον εφεκτικώς.

Ωστόσο η απομόνωσις εντός των πόλεων δεν ομοιάζει την απομόνωσιν της εξοχής. Οι ώρες δεν επερνούσαν γρήγορα. Οι συνηθισμένες της ασχολίες έχασαν τα πρώην θέλγητρά των και οι κρότοι, που εγίνοντο πέριξ, της έφερναν ακατάπαστον περισπασμόν. Συχνά άκουε του κ. Έδμον τα βήματα που έκαμναν την καρδιά της να σκιρτά και χωρίς να θέλη. Εν τούτοις απέφευγε με προσοχή μεγάλη να τον συναντήση, αν και θα έδιδε τη ζωή της να μάθη, γιατί εκείνος την αποφεύγει, κιακόμη να μάθη, αν ρώτησε τουλάχιστον περί αυτής.

Η κ. Μπιρτών και η νεαρά Φέμπικ ποτέ δεν της έκαμαν τον ελάχιστον περί αυτού λόγον. Έτσι ενθυμείτο τη συντροφιά του κ. Πρίορ, που τόσα πάντοτε της έλεγε για τον Έδμον και τα κατ' αυτόν.

Η εορτή επλησίαζε. Η Μαλβίνα είχε απόφαση σταθερή να μη συναντηθή με τον κ. Έδμον. Ωστόσο μια μέρα που ήτο στην αίθουσα κιαυτός, αίφνης την επροσκάλεσαν να υπάγη να διαλέξη καπέλλο για την εορτή, που τα είχε φέρει μια καπελλού επί τούτο κατά παραγγελίαν της κ. Μπιρτών.

Ενώ έμβαινε ολίγον ταραγμένη, διότι θα τον συνήντα, προ της εισόδου, βλέπει μια γυναίκα του λαού να κλαυθμυρίζη.

 — Τι τρέχει; την ερωτά με την συνηθισμένη της συμπάθειαν.

Η γυναίκα βλέπουσα έξαφνα ευμένειαν από κει που δεν επερίμενε, την επλησίασε και της διηγήθη, ότι ήρθε να παρακαλέση την κ. Μπιρτών να μεσιτεύση στον λόρδον Στάνοπ, για να μην την διώξουν από το σπίτι που εκάθητο, κτήμα του λόρδου κοντά εις την αγοράν, που αυτή εκεί μπορούσε να εργάζεται και να κερδίζη τα της ζωής της. Ωστόσο την έδιωξαν όλοι σαν το σκυλί και η κ. Μπιρτών της είπε, πως έχει να βοηθήση δικούς της ανθρώπους.

Η Μαλβίνα έχουσα υπ' όψιν τον κ. Έδμον, την ερώτησε.

 — Όλοι εξίσου σε διώξανε;

 — Όχι όλοι ενώ μέβγαζεν έξω ο υπηρέτης, ένας νέος λόρδος — νάχη του Θεού την ευχή — μούβαλε τούτα κρυφά στο χέρι μου, (κέδειξε χαρτονόμισμα δέκα λιρών) κιακόμα με ρώτησε πού κάθομαι.

Η Μαλβίνα ησθάνθη αμέσως ανακούφισιν.

 — Κεγώ θα μιλήσω του λόρδου Στάνοπ, είπε, μένε ήσυχη.

Η Μουδ — έτσι την έλεγαν τη γραία — έσκυψε να φιλήση της Μαλβίνας το χέρι την ώρα ακριβώς που έβγαινε ο κ. Έδμον. Ξυπάσθηκε που την συνήντησε έτσι έξαφνα. Ωστόσο την εχαιρέτησε με κλίσιν της κεφαλής και προσπέρασε.

Η Μαλβίνα έμεινε κατάπληκτη για τον τρόπο του. Η καρδιά της σπαράχτηκε· επίτηδες εβγήκε βέβαια, διότι ήταν να έμβη αυτή. Η αδιαφορία ήτο προσποιητή λοιπόν. Τι ήθελε τάχα να της δείξη; Κατηγορούσε τον εαυτό της, που έστω και μερικές στιγμές τον έκαμε να χαρή. Τώρα θα γελούσε βέβαια εκείνος, γιατί τον είχε πιστεύσει, και της φέρνεται τώρα έτσι, διά να της βγάλη κάθε ελπίδα, που μπορούσε να συλλάβη. Νά λοιπόν και αυτήν την τόσον ακατάδεχτην, όπου την κατέκτησε ο πλάνος εκείνος. Και ησθάνετο ψυχικούς πόνους νομίζουσα ότι επληγώθη η περηφάνεια της.

 — Από τους συλλογισμούς αυτούς την έβγαλεν ο κ. Φέμπικ, ο οποίος έσκυψε έξω κωμικά τα κεφάλι και βλέπων την Μαλβίνα να της φιλή τα χέρια η Μουδ έστρεψε και είπε προς τας εντός της αιθούσης.

 — Η κ. Σορκή, κυρίες μου, προτιμά την συναναστροφήν των, λ α δ ι κ ώ ν καταγίνεται με την κλαψόγρια εκείνη, κεσείς την περιμένετε να διαλέξη καπέλλο!

Η Μαλβίνα εντοσούτω εμβήκε στην αίθουσα.

 — Η εξαδέλφη μου, είπε ειρωνικώς η κ. Μπιρτών, βρίσκει τέρψη με την συναναστροφή τέτοιων υποκειμένων.

 — Κυρία μου, είπε η Μαλβίνα, χωρίς να αφαιρώ βέβαια την τέρψη από την εκλεκτή σας ομήγυρη.

Ο λόρδος Στάνοπ, που του έκαμε εντύπωση και η ωραία απάντηση και η αργυρόηχη φωνή της, επενέβη αμέσως.

 — Πώς; η κ. Σορκή φροντίζει για τα αιτήματα της γραίας Μουδ; Αι μα τότε αυτή η γριά δεν μπορούσε νάχη καλύτερο συνήγορο. Και σκύπτων έξω της θύρας είπεν εις την γραίαν. Πήγαινε, κερά Μουδ· η δουλειά σου είναι τελειωμένη.

Η κ. Φέμπικ ζήλευσε: Ουφ! αυτός ο ανιαρός διάλογος· δεν θα παύση λοιπόν! Και της φώναξε:

 — Ελάτε να δήτε τα κομψά αυτά πραματάκια!

Η Μαλβίνα επλησίασε, έπιασε στα χέρια της ένα καπελλίνο το παρετήρησε λίγο, έπειτα με την έμφυτη φιλοκαλία, που έχουν εις τέτοια πράγματα οι Γαλλίδες, μεταχειριζομένη μερικές καρφίτσες του έδωσε ένα τέτοιο σχήμα, τόσο αρμονικό, τόσο χαριτωμένο, ώστε η Κίττη το ζήλεψε πάλιν.

 — Αναμφιβόλως, είπε αν φορέσετε αυτό το καπελλίνο, είναι το κομψότερο απ' όσα θα φανούν αύριο στην αμαξάδα που θα κάνουμε.

 — Ποια αμαξάδα; ρώτησε αφελώς η Μαλβίνα.

 — Σκοπεύομε να περιέλθωμε αμαξηδόν την προκυμαία, για να δη η κ. Φέμπικ τη θάλασσα, και ελπίζω να ταξιωθώ, κυρία μου, να έχω την ωραία συντροφιά σας στο δικό μου όχημα, είπε ο λόρδος.

 — Ναι θάμαι κεγώ μαζί σας, επρόφθασε να προσθέση η Μπιρτών, για να προλάβη κάθε ενδεχομένην άρνησίν της.

H Μαλβίνα εδέχθη. Ο λόρδος Στάνοπ ήταν στις χαρές του. Η Κίττη επλησίασε τη Μαλβίνα να χύση το φαρμάκι της.

 — Ξαίρετε γιατί θα πάτε με τα λόρδο Στάνοπ; γιατί ο κ. Έδμον απήτησε να λάβω θέση στο δικό του όχημα, κοντά στη λαίδη Σούμεριλ . . φοβούμενος μήπως τη δώσουν σε σας.

 — Πολύ φυσικά, είπε η Μαλβίνα κρατούσα την ψυχραιμίαν της. Για πολλούς λόγους η δική σας η συναναστροφή ξαίρουμε πως του είναι μάλλον ευάρεστη παρά η δική μου.

Η κ. Φέμπικ δαγκάθηκε.

 — Και ποιοι είν' αυτοί οι λόγοι, κυρία μου; εγώ δεν φροντίζω να του αρέσω, νά ποια φροντίζει, είπε παίρνοντας στα χέρια της το καπελλίνο, που είχε σιάξει η Μαλβίνα.

Εκείνη εμειδίασε για την ανεπιδέξια φράση της κ. Φέμπικ.

 — Μπα; αυτό ήταν όλο; είπε. Μα αν το προτιμάτε λοιπόν, καλή μου, πάρτε το, ή αν θέλετε, δόστε μου να σας φιάξω το δικό σας, όπως σας αρέσει.

 — Αχ τι καλή που είστε! είπε τότε με ειλικρίνειαν παιδικήν η ελαφρά Κίττη. Με καθυποχρεώνετε.

Η Μαλβίνα χαμογέλασε και πήρε να σιάξη το καπελλίνο.

Ο λόρδος Στάνοπ παρατηρούσε τα επιδέξια κινήματα των χεριών της.

 — Μόνον οι Γαλλίδες δίνουνε χάρη σε ό,τι πιάσουν, είπε.

 — Και μόνον οι Άγγλοι εκπληρώνουν με ακρίβειαν ό,τι υπόσχονται, απεκρίθη με γλυκό χαμόγελο η Μαλβίνα.

Ο λόρδος εκατάλαβε τον υπαινιγμόν. Γεμάτος από χαρά έβγαλε αμέσως το σημειωματάριόν του, έκοψε ένα φύλλο κέγραψε επάνω:

«Ο Βίγγαμ να υπογράψη αμέσως συμβόλαια με την κερά - Μούδη διά το σπίτι μου, που κάθεται ήδη αυτή, και το οποίον της ξανανοικιάζω.

ΕΡΡΙΚΟΣ, δουξ του Στάνοπ»

 — Σας αρέσει; είπε, προσφέρων το έγγραφον.

 — Δεν πρόκειται για μένα, μιλόρδε, απεκρίθη κοκκινίζουσα.

 — Εγώ μα την πίστη μου μόνο για σας τόγραψα.

 — Μα κάνετε το καλό και αρνείστε ναπολαύσετε την ευχαρίστησή του; Με μια σας λέξη ανακαλείτε στη ζωή και στην ευτυχία μια οικογένεια και δεν χαίρεστε!

 — Πιστέψατέ με, κυρία, ότι ποτέ δεν έχω καταγίνει με τέτοια πράματα εγώ, μα τώρα που μου τα συστήνετε εσείς με τόση χάρη, άμα εύρω καιρό, θα προσπαθήσω να . . . αλλά πέσαμε με τα λόγια και λησμόνησα πως με περιμένουν στο ιπποδρόμιο. Πώς; Δυο η ώρα και γω ακόμα εδώ! ω Θεέ μου τι έχει λοιπόν απάνω της αυτή η γυναίκα . . . Αναχωρώ . . . Να πάρη η ευχή . . Στο διάολο και τα ιπποδρόμια και οι ίπποι . . να χάνη κανείς τέτοια εξαίρετη συντροφιά. Αύριο, κυρία μου, αύριο. Χαίρετε.

Έπιασε το χέρι της και το φίλησε με σεβασμό αληθινού ευγενούς. Κέφυγε με βία. Αμέσως η Μαλβίνα βγήκε να δη αν η κερά - Μουδ ήταν έξω ακόμη. Επειδή εκείνη είχε φύγει, έστειλε την Τομκίνα να της φέρη το χαρτί του λόρδου, που την αποκατάστηνε και πάλιν, όπως ήτο πριν, και καλύτερα.

Όταν γύρισε η Τομκίνα της είπε ότι η κερά Μουδ και τα τέκνα της την παρακαλούν να καταδεχθή να τους επισκεφθή και στο σπίτι τους.

Το βράδι λοιπόν, όταν οι άλλες επήγαν εις το θέατρον, η Μαλβίνα επήγε στης κεράς Μουδ.

 — Ω καλώς την ευεργέτιδά μας, εφώναξε με απλότητα η γραία. Καλώς την, που μας καταδέχτηκε. Έτσι μας καταδέχτηκε προ ολίγου κεκείνος ο νέος, ο καλοκάγαθος, ο Θεός να τον πολυετή.

 — Λέτε διά τον σερ Έδμον; ρώτησε η Μαλβίνα.

 — Δεν ξαίρω τόνομά του . . Ήρθε να μας ρωτήση σε τι μπορούσε να μας φανή χρήσιμος, Έμεινε εκστατικός όταν του έδειξα τη σημείωση του λόρδου Στάνοπ και με ρώτησε πώς κατώρθωσα και την απέσπασα. Του είπα λοιπόν ότι χάρη στη μεσιτεία μιας κυρίας καθώς πρέπει, από αυτές που ήλθαν μαζί με την κ. Μπιρτών.

 — Της κυρίας Σορκή βέβαια, μου είπε. Και προσέθεσε. Άμα θέλης καμίαν χάρη, να καταφεύγης πάντοτε εις αυτήν. Και με μεγαλύτερον ενθουσιασμόν εξηκολούθησε: Τέλος πάντων αυτή η γυναίκα έχει ό,τι καλόν ή γενναίον, ό,τι εράσμιον ή υπέροχον, μένα λόγο ό,τι ουράνιον υπάρχει στη γη. Και λέγοντας αυτά, είδα δάκρυα ναναβλύζουν στα μάτια του.

Τότε του είπα ότι σας περιμένω από στιγμή σε στιγμή. Αμέσως λοιπόν έφυγε, χωρίς να μου δώση καιρόν να τον ευχαριστήσω.

Η Μαλβίνα επροσπάθησε να φανή ψύχραιμη. Δεν ήξαιρε τι να σκεφθή για όλα αυτά τα παράξενα καμώματα. Ούτε έκαμε άλλην ερώτησιν περί αυτού προς την γριά - Μουδ.

Την άλλη μέρα η Μαλβίνα από την κάμαρη της άκουσε κρότον αμαξών. Επλησίασε στα παράθυρο και είδε δυο λαντώ του Στάνοπ και του Έδμον να μπαίνουν μέσα στην αυλή. Σε λίγο την εκάλεσαν κάτω.

Όταν κατέβηκε, είδε τον Έδμον να δίδη το μπράτσο του στην κ. Φέμπικ. η οποία της είπε:

 — Εμείς πάμε να πάρουμε την λαίδη Σούμεριλ· εσάς σας περιμένει ο λόρδος Στάνοπ, ξετρελαμένος από έρωτα. Μην τον αφίνετε τον καημένο να περιμένη.

Εν τω μεταξύ ο σερ Έδμον την εχαιρέτησε και της είπε περιπαθώς:

 — Και πώς μπορεί να μη ξετρελαθή κανείς με την κυρία! Ο λόρδος Στάνοπ δεν μπορούσε βέβαια να κάνη εξαίρεση . . .

Η Μαλβίνα χαιρέτησε και ανέβηκε στο λαντώ του λόρδου.

Καθ' όλον τον γύρο που έκαμαν, ούτε τον Έδμον είδε πλέον, ούτε με την λαίδη Σούμεριλ εγνωρίσθηκε.

Απεναντίας θέλουσα να λησμονήση προς στιγμήν τον Έδμον, χωρίς επιφυλάξεις έλαβε μέρος εις την συνδιάλεξιν και τόσον έθελξε τον λόρδον, ώστε εκείνος έσκυψε και είπε στην κ. Μπιρτών χαμηλά.

 — Μέχει ξετρελάνει αλήθεια, κιάν πάη έτσι, θαποφασίσω να χάσω την ελευθεριά μου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ'.
Ο ΧΟΡΟΣ


Η τόσον περιμενομένη ημέρα του χορού έφθασε τέλος.

Η Μαλβίνα έβαλε όλα τα δυνατά της για να στολιστή όσο μπορούσε καλύτερα. Κατέβηκε στης κ. Μπιρτών.

Η Τάπα της είπεν ότι μέσα είναι πολλοί. Ο Έδμων δεν ήταν μέσα. Μπήκε ατάραχη.

Πολλοί άνδρες ήσαν γύρο από την κ. Μπιρτών, άλλοι τόσοι ήσαν κοντά στην κ. Φέμπικ. Μόλις μπήκε η Μαλβίνα όλους τους κατέλαβε θάμβος. Όλοι εγυρίσανε προς εκείνην.

Φορούσε μεταξωτά· όχι με πολυτέλειαν, με φιλοκαλίαν· αυτό ήταν όλο. Εκεί έγκειται του στολισμού το μυστικό.

Η κ. Μπιρτών σηκώθηκε για να ξεκινήσουν. Ο λόρδος Στάνοπ έδωκε τον βραχίονα στην Μαλβίναν και την έφερε στο αμάξι του.

Στο δρόμο της ενθύμισε ότι είχε την υποχρέωση να χορεύση μαζί του.

 — Δεν ξαίρω τους χορούς σας, επροφασίσθη η Μαλβίνα.

Ο λόρδος δεν απήντησε αφίνοντας τα μέλλον στην εξέλιξη της τύχης.

Εμβήκαν εις την αίθουσαν. Η κ. Μπιρτών πήγε να καθίση κοντά στη Λαίδη Σούμεριλ. Της εσύστησε την Μαλβίνα.

Η λ. Σούμεριλ ήτο σχεδόν εικοσαέτις, ξανθή, λευκή, ωραία, μα η ομορφιά της ήταν άψυχη, Η Μαλβίνα της έκαμεν εντύπωσιν και την παρετήρησε με προσοχήν επιδεικτικήν, της έπιασε τα χέρι και την εκομπλιμεντάρισε. Κατόπιν όμως όλη τη βραδιά ούτε μια λέξη δεν της είπε.

Η Μαλβίνα ευρισκομένη μεταξύ ανθρώπων αγνώστων όλως εστενοχωρείτο. Ο λόρδος Στάνοπ το καταλάβαινε και κατεγίνετο να της προσφέρη φιλοφρονήσεις μετ' ευπρεπείας πάντοτε. Εκείνη μόλις τας επρόσεχε. Απεφάσισε να της διηγήται αστεία ανέκδοτα για τον καθένα που περνούσε από εμπρός των. Η Μαλβίνα για να μη φαίνεται αγροίκος του χαμογελούσε πότε - πότε. Επιθυμούσε να τραβηχθή. Ήλθε στην αίθουσα ο κ. Έδμον. Αι διαθέσεις άλλαξαν. Πλησίασε ο Έδμον την λαίδην Σούμεριλ και της ωμίλησε κάτι χαμηλά, εκείνη εχάρηκε. Γύρισε ο Έδμον να χαιρετήση την κ. Μπιρτών είδε την Μαλβίνα, ήταν τόσον όμορφα ενδυμένη έλαμπε το πρόσωπό της, έκαιε το βλέμμα της, έφεγγε το παράστημά της. Δεν βάσταξε. Με την συνήθη περιπάθειαν την αφελή εκείνην της είπε να δεχθή να χορέψουν μαζί. Η Μαλβίνα απόρησε και του απεκρίθη ψυχρώς, ότι αν αποφάσιζε να χορέψη, δεν μπορούσε να δεχθή το αγκαζέ του, διότι άλλος πρωτύτερα την είχε αγκαζάρει.

 — Και ποιος είν' αυτός ο ευτυχής θνητός: Η Μαλβίνα εδίσταζε να απαντήση.

 — Ο λόρδος Στάνοπ, απεκρίθη η κ. Μπιρτών.

 — Αλλά μετά τα σουπέ αρχίζουν οι γαλλικοί χοροί, οι οποίοι είνε άστατοι ως παν γαλλικόν και συγχωρούν ναλλάξετε καβαλλιέρο. Μπορούμε άραγε να ελπίσουμε, ότι θα μας παραχωρήσετε τα δευτερεία;

Η Μαλβίνα τον ελυπήθη. Συγκατένευσε διά τον πρώτον γαλλικόν χορόν. Εκείνος απεμακρύνθη όλος χαρά.

Όταν είχε φύγει από τον πύργο της κ. Μπιρτών, αμφέβαλλε διά τον έρωτά της, δεν αμφέβαλλε όμως καθόλου διά την αρετήν της. Επιθυμούσε να την ξαναδή. Οι άλλες γυναίκες του εφαίνοντο άψυχα πράγματα, δεν ωμιλούσε πλέον με χάριν και αγχίνοιαν ως άλλοτε. Οι φίλοι του απορούσαν για την μεταβολή του, την απέδιδαν εις την διαμονήν του εις τα άγρια όρη του Μπρήντελβεν. Τον ελυπούντο και τον εσπλαχνίζοντο, ενώ αυτός ήτο τόσον ευτυχής.

Ο Έδμον αγαπούσε. Αγαπούσε αληθινά. Και δεν εύρισκε πλέον τίποτε άξιον διά την καρδιά του, που εκεί εβασίλευεν η Μαλβίνα. Όποιαν έβλεπε προσπαθούσε να ανακαλύψη εις αυτήν ομοιότητας προς την Μαλβίναν. Κάθε χάρη, κάθε καλλονή, του υπενθύμιζεν εκείνην. Όταν ήλθον εις Έδιμπουργκ η κ. Μέλμορ με την Τάπαν, έσπευσε να ζητήση πληροφορίας.

Η κ. Μέλμορ του ωμίλησε διά την άτακτη διαγωγή της κ. Σορκή.

 — Τι είπες; εκραύγασεν ο Έδμον, σαν να τον εδάγκασεν έχιδνα, η κ. Σοκρή . . .!

 — Θεέ μου, απήντησεν με αφέλειαν προσποιητήν η κ. Μέλμορ, αλλ' αυτό δεν είναι τι απόκρυφον! Το σκάνδαλο εκείνο μάλιστα έγινεν αφορμή να εκδιωχθή ο κληρικός αμέσως . . . και αν η κ. Μπιρτών δεν εφρόντιζε για την υπόληψη της γενεάς της, και αυτή η κ. Σοκρή θα είχε εκδιωχθή εκ του πύργου.

Ο Έδμον έφυγε θυμωμένος με την απόφαση να μην πιστέψη τίποτε απ' αυτά. Αλλά μετ' ολίγον συνήντησε την Τάπα, η οποία του τα εβεβαίωσε με τον πλέον ειλικρινέστερον τρόπον. Και προς πίστωσιν της αληθείας των λόγων της είπεν ότι ήδη μη δυνάμενοι να ιδούν ο ένας τον άλλον έχουν θερμήν αλληλογραφίαν μεταξύ των και ιδού η απόδειξις.

Και του έδειξεν άρτι αφιχθείσαν επιστολήν του κ. Πρίορ απευθυνομένην προς την Μαλβίναν. Ο Έδμον ανεγνώρισε το γράψιμο του κληρικού και έγινεν έξω φρενών. Άφισε την ψυχήν του πλέον ελευθέραν εις κάθε υπόνοιαν και άρχισε, όχι μόνον να πιστεύη εις όσα του έλεγαν, αλλά να αδημονή γιατί δεν του έλεγαν και άλλα.

Απεφάσισε να της φερθή με ψυχρότητα· να της αποδείξη ότι ποτέ δεν τον εκυρίευσε το προς εκείνην αίσθημα, ότι έπαιξε μαζί της όπως και με τόσας άλλας. Αυτά ενόσω δεν την έβλεπε, διά τούτο και απεφάσισε να μη χορέψη μαζί της. Εκαμώθη ότι ελησμόνησε, για να την ταπεινώση.

Όταν άρχισε ο χορός επήρε τη Λαίδη Σούμεριλ. Η Μαλβίνα κατεπλάγη· τον είδε με απάθεια και ψυχρότητα και πήγε να χορέψη μένα νέο Γάλλο, που είχε γνωρίσει προ ολίγου.

Η ομορφιά και οι χάρες της Μαλβίνας είλκυσαν προς το μέρος της όλους τους θεατάς. Σόλην την αίθουσα γιαυτήν ωμιλούσαν. Πολλοί για να την δούνε καλύτερα ανέβαιναν στις καρέγκλες. Ήσαν πρόθυμοι να την χειροκροτήσουν, αλλ' ευλαβούντο μη προσκρούσουν στη μετριοφροσύνη της.

Τη Λαίδη κανένας δεν την επρόσεχε πλέον. Ο Έδμον έπασχε. Ηθέλησε να την ταπεινώση κεκείνη εθριάμβευε.

Η Λαίδη του μιλούσε, μα εκείνος δεν την πρόσεχε και της απαντούσε με μονοσύλλαβα και αφηρημένος. Ηύχετο να παύση ο χορός.

Σύνωρα ο Μαρκέσιος Μπέυμουθ, άνθρωπος εξακουστός, γνωστικός και ωραίος, επλησίασε και ρώτησε την Λαίδη.

 — Για όνομα του Θεού ποια είναι η χαριτωμένη εκείνη νέα; λες και κατέβηκε από τον ουρανό για να μας δεσμεύση όλους με τις χάρες της! Πόσο ήθελα νάπεφτα στα πόδια της και να της πω, ότι εγώ είμαι ήδη δεσμώτης στα κάλλη της! Ο Έδμον δεν εβάστηξε:

 — Η νέα αυτή, σερ Μπέυμουθ, πρώτη φορά φαίνεται σε χορό, και βέβαια θα εκθαμβωθή, άμα ιδή στα πόδια της τόσο λαμπρό λάφυρο· του λορδ - Μπέυμουθ την καρδιά.

 — Την ξαίρετε λοιπόν, σερ Έδμον Σέυμουρ;

 — Ναι. Την ξαίρω λίγο. Δύο μήνες το χειμώνα πέρασα μαζί της στην εξοχή.

 — Ιδού μια είδησι που δεν έχω ακούσει χειρότερη στη ζωή μου, είπε ο μαρκέσιος και τράβηξε από κει:

Πήγε και στάθηκε πλησίον της Μαλβίνας. Της μιλούσε επιδεικτικά, για να πεισμώση τον κ. Ε. Σέυμουρ. Εκείνη του απεκρίνετο διά κλίσεως της κεφαλής. Σε λίγο ο κ. Σέυμουρ υπέστη την πικρίαν να ιδή τη Μαλβίνα στο βραχίονα του μαρκεσίου. Εχόρευε μαζί του τώρα. Ο Έδμον τα επαράτησε όλα και ήλθε και στάθηκε κοντά τους. Την έβλεπε, την απόλαυε, την άκουε με προσοχή, προσπαθούσε να εξηγή κάθε της κίνημα. Την εζήλευε. Του ήρχετο να την πλησιάση, να της ζητήση για όλα συγγνώμη και να την παρακαλέση να του δώση συνέντευξιν, για να εξηγηθούν, για να της δώση εξηγήσεις, για να απολογηθή. Εφοβείτο μήπως δεν τον εισακούση, μήπως δεν του παραχωρήση την συνέντευξιν.

Όταν ο χορός της ετελείωσε, πήγε κατόπι της. Εκείνη κάθισε. Αυτός στάθηκε όρθιος εμπρός της. Δεν της είπε τίποτε.

Η Μαλβίνα δεν επρόσεχε πολύ στην εντύπωση που είχε κάνει η ομορφιά της εις την ομήγυριν, ούτε καν της έκαναν εντύπωση τα περί αυτής λεγόμενα. Με απάθεια άκουε τα τόσα εγκώμια που βούιζαν γύρο της. Ούτε και ήτο προσποιητή η αδιαφορία της. Ο Έδμον βλέπων το πρόσωπόν της υπερόχως ιλαρόν ουδόλως αμφέβαλλε διά την ειλικρίνειαν της τοιαύτης εκφάνσεώς της.

Πρώτην φοράν έβλεπε γυναίκα ναντικρύζει με τόσην ψυχραιμίαν τοσαύτην λατρείαν. Η Μαλβίνα υπέφερε από την παρουσίαν του και κατέβαλε κόπο να φανή ατάραχη. Όλες εφθονούσαν την δόξαν της και αυτή εζήλευεν αυτάς διά την ησυχίαν των. Εσκέπτετο ότι πρέπει να φύγη από το Έδιμβουργκ. Πρέπει να πάγη στης κ. Κλάρας το ταχύτερον.

H κ. Μπιρτόν της έκαμε σημείον να φύγουν. Ο λόρδος Μπέυμουθ της επρότεινε τον βραχίονά του. Τότε ο Έδμον χωρίς να το καλοσυλλογισθή αρπάζει τη Μαλβίνα από το μπράτσο.

 — Έχω δικαιώματα προτεραιότητος, είπε, και ενόσω ζω τουλάχιστον, κανείς δεν θα μου τα διαμφισβητήσει.

Η Μαλβίνα τον ηκολούθησε αυτομάτως απορούσα. Και ο ίδιος ησθάνθη πόσον παράβολος ήτο η πράξις του, και εθαύμαζε καθεαυτόν διά το τόλμημά του. Αμφότεροι ευρίσκοντο εις θέσιν δυσχερή απέναντι αλλήλων.

Τέλος ο Έδμον μη ημπορών νανθέξη περισσότερον της έπιασε το χέρι το έσφιξε περιπαθώς και της είπε.

 — Αχ γιατί να σας αποχωρισθώ τότε!

 — Η Μαλβίνα δεν απεκρίθη τίποτε. Ο Έδμον επικράθηκε πολύ με τον τρόπο της και της είπε:

 — Ο θρίαμβος σας απόψε ήτο πλήρης. Όπου εμφανίζεσθε θα θριαμβεύετε.

 — Φεύγω από το Έδιμπουργκ, είπεν εκείνη.

 — Πώς; η κ. Μπιρτών δεν θα περάση εδώ όλον τον καιρόν τούτον:

 — Δεν γνωρίζω δι' αυτήν, εγώ όμως φεύγω το ταχύτερον.

 — Για τα άγρια εκείνα βουνά του Μπρήντελβεν;

 — Όχι τόσο μακρυά.

 — Δεν τολμώ να πολυπραγμονήσω περισσότερον.

 — Αυτό απαιτεί η ευγένεια, και έσπευσε διασχίζουσα το πλήθος να ενωθή με την κ. Μπιρτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ'.
ΔΙΑΚΟΠΕΙΣΑ ΕΞΗΓΗΣΙΣ


 — Το πρωί την άλλη μέρα η Μαλβίνα στο πρόγευμα είπε στην κ. Μπιρτών, που ήταν μόνη, ότι αναχωρεί από το Έδιμπουργκ και πηγαίνει στης κ. Κλάρας.

 — Και τι σας τραβά προς αυτήν την γυναίκα: είπεν η κ. Μπιρτών.

 — Ό,τι με απομακρύνει από το Έδιμπουργκ.

 — Ποία ελεεινή φαντασιοπληξία σας παραστήνει δυσάρεστα τα παρόντα και ευάρεστα μόνον τα μη παρόντα;

Την ίδια στιγμή εμβήκεν ο σερ Έδμον.

Ήρθαμε, θεία μου, με τον λόρδον Στάφφορδ να σας ζητήσωμεν πρόγευμα. Σας περιμένει στην κάμαρη σας.

Αμέσως η Μαλβίνα σηκώθηκε να φύγη. Αλλά η κ. Μπιρτών την εμπόδισε λέγοντάς της.

 — Μα τέλος πάντων δεν έχετε το ελεύθερο ναναχωρήσετε ακόμη. Ο λόρδος Στάνοπ ετοιμάζει λαμπράν εορτήν και πρέπει να παρευρεθήτε και σεις, καμμία πρόφασις δεν δικαιολογεί την άρνησή σας.

 — Δεν έχω καμμίαν όρεξη και σας παρακαλώ, μη με βιάζετε.

 — Έδμον, παιδί μου, δεν της μιλείς και συ! Ακούς να απορρίπτει τας περιποιήσεις του λόρδου, ενώ είναι στο χέρι της να τον κάνει δικό της, και καταλαβαίνεις πόση τιμή φέρνει στο σπίτι μου ένα τέτοιο πράμα. Μα η κυρία προτιμά να αφίση όλα και να φύγη. Και να πάγη πού αν ξαίρης; Σεκείνης της γελοίας, της κ. Κλάρας . . . .

 — Της κ. Κλάρας; εφώναξε ο κ. Έδμον με λύπην ακράτητον, και την γνωρίζετε σεις την κ. Κλάραν;

Λίγο τη γνωρίζω. Μα ο χαρακτήρας της ομοιάζει με τον ιδικόν μου.

Λοιπόν, είπεν η κ. Μπιρτών δεν σας συγκινεί η άποψίς που σας ανέφερα;

 — Αν έχη και δόσιν ακόμη βασιμότητος, αυτό ακριβώς με βιάζει να σπεύσω την αναχώρησίν μου.

 — Πώς, η ιδέα να γίνης λαίδη Στάνοπ δεν σε συναρπάζει; για όνομα του Θεού!

 — Δεν είμαι καθόλου φιλόδοξη. Κιάν ήμην ελευθέρα να παντρευθώ, δεν θα είταν ο τίτλος βέβαια που θα με είλκυε.

 — Δεν αντέχω πλέον. Πάγω στο λόρδο Στάφφορδ· εσύ Έδμον, κάμε τι θα κάμεις να την μεταπείσης και θα σου το χρεωστώ χάρη.

Και εξήλθε.

Όταν έμειναν μόνοι, η Μαλβίνα είπε προς τον Έδμον.

 — Δεν φρονείτε, νομίζω, ότι έχετε κανέν τοιούτο δικαίωμα. Άλλωστε εμείς οι δύο ποτέ δεν θα συνενοούμεθα.

 — Αλήθεια; Ποτέ; Αλίμονο! Ωστόσο σε μια στιγμή της ζωής μου επίστευα ότι εφρονούσατε αλλέως.

Η Μαλβίνα εκοκκίνησε. Εκείνος εκατάλαβε ότι ενόησε καλά και επρόσθεσε.

 — Εγώ μια, τη λαίδη Σούμεριλ να την πάρω είν' αδύνατο. Ένωσις που δεν γίνεται με την καρδιά είναι η τρομερωτέρα από όλας τας αλύσεις. Πώς λοιπόν να βιάσω εσάς να πάρετε έναν που δεν θέλετε; Αλλά είναι και άλλα ποθεινότερα. . . .

 — Πώς; τον διέκοψεν η Μαλβίνα, αποποιείσθε τον γάμον τούτον! και τότε η κ. Μπιρτών;

 — Επιστεύσατε λοιπόν, ότι μπορούσα εγώ να κάνω αυτόν τον γάμον;

 — Και γιατί τάχα να μην το πίστευα; απεκρίθη, ενώ ερύθημα ανέβη στο πρόσωπόν της. Τόσαι πιθανότητες το βεβαιώνουν.

 — Αλλά η μία και μόνη που το αναιρεί είναι η ισχυροτέρα από όλας για μας τους δύο.

Η Μαλβίνα συγχίστηκε και σηκώθηκε να φύγη.

 — Σας παρακαλώ, μείνατε. Ακούσατέ με μία στιγμή μονάχα. Λυπηθήτε με, σας ικετεύω. Εξηγηθήτε μου, τι αφορμή έχει η φρικτή κατηγορία, που τολμούνε να σας μολύνουν:

 — Θεέ μου! και τι ενδιαφέρονται για μένα; Τι ενδιαφέρον έχετε σεις ο ίδιος για μένα επί τέλους;

 — Όλα, όλα μου μιλούνε για σας, τα πάντα παίρνουνε φωνή και για σας μου λαλούνε.

Η Μαλβίνα έσκυψε κέκρυψε το κεφάλι της μέσα στα χέρια της.

 — Μη μου κακιώνετε. Σας μιλεί η καρδιά μου αυτήν την ώραν.

Εν τούτοις την ιδίαν στιγμήν ήλθε η κ. Φέμπικ κέδωσε στη Μαλβίνα μίαν επιστολή, που της ήρθε από κάπου.

Ο κ. Έδμον μόλις είδε την επιγραφήν, εκατάλαβε ότι ήτο του κ. Πρίορ, τον οποίον η Μαλβίνα είχε την καλοσύνη να του επιτρέψη να της γράφη φιλικά, χωρίς να σκοτίζεται για την καταλαλιά του κόσμου.

Ο Έδμον άναψε και κόρωσε από ζήλια. Πλησίασε λοιπόν την κ. Φέμπικ κιάρχισε να φλερτάρη μαζί της επιδεικτικά για εκδίκηση.

Η Μαλβίνα έκαμνε ότι διαβάζει, αλλά όλη της η προσοχή ήτο εστραμμένη προς αυτόν. Τόση κουφότης της εφαίνετο ακατανόητη. Δεν μπορούσε να πιστεύση στα ίδια τα μάτια της.

Ο κ. Έδμον νομίζων ότι η προσήλωσίς της ωφείλετο εις το περιεχόμενον της επιστολής του κληρικού, ερωτικής χωρίς άλλο, επέτεινε τας προς την κ. Φέμπικ περιποιήσεις του

Την Μαλβίνα την κατέτρωγε το πάθος, αλλά ουδέν εξωτερικόν σημείον έδιδε. Διετέλει ωσεί ρεμβάζουσα·

Ο κ. Έδμον δεν μπόρεσε πλέον να βαστάξη. Επήγε κοντά της και της εψιθύρισε.

 — Η επιστολή αυτή τέλος πάντων σας εκυρίευσε ολόκληρη.

 — Α Θεέ μου, αλήθεια! μου ενθυμίσατε ότι έχω να διαβάσω μίαν επιστολήν.

Και τω όντι ο κ. Έδμον παρετήρησε ότι η επιστολή ήτο ακόμη σφαγισμένη.

 — Ποίος είναι ο ευτυχισμένος θνητός, που αξιώνεται να διαβάζετε τα γράμματα του;

 — Προς το παρόν η προσοχή μου περισπάται από το αλλοπρόσαλλον του χαρακτήρος σας.

 — Πόσο σκληρά με τιμωρείτε για την παραφορά μου;

 — Δεν έχω κανένα δικαίωμα ούτε να σας μεμφθώ καν, απεκρίθη εκείνη με υπερηφάνειαν.

 — Ούτε της οργής σας λοιπόν δεν με κρίνετε άξιον. Και όμως, αν μαφίνατε να σας εξηγηθώ . . . .

 — Σας απαλάττω διαπαντός από τον κόπον, διέκοψεν η Μαλβίνα. Μου φθάνουν όσα είδα. Παραιτούμαι από του να σας εννοήσω.

Και εξήλθε μεγαλοπρεπώς.

Ανέβη εις το δωμάτιόν της και μόλις ευρέθη μόνη ανελύθη εις δάκρυα πικρά.

Και αν ακόμη υπετίθετο ότι δεν την απατούσε, αλλά της ωμιλούσε ειλικρινώς, πώς ημπορούσεν αυτή να δώση πίστιν εις άνθρωπον, όστις από στιγμής εις στιγμήν μετεβάλλετο διαφοροτρόπως;

Τον εμέμφετο κατά βάθος διότι της αφαιρούσε κάθε μέσον να πιστεύη πλέον στα λόγια του. Εντρέπετο που έδειξε τόσην κλίσιν εις ένα ανάξιόν της. Ενόησεν ότι η παρουσία του την αύξανε περισσότερον, παρ' όσον αι αστασίαι του την εμετρίαζαν και θέλουσα να την σβύση έκρινε πρέπον να φύγη μακρυά. Απεφάσισε λοιπόν μετά δύο ημέρας να υπάγη στης κ. Κλάρας.

Το βράδυ όταν ήλθε στον κοιτώνα της, ηύρε απάνω στη θερμάστρα μιαν επιστολήν, της οποίας ο γραφικός χαρακτήρ της ήτο άγνωστος.

Η Τομκίνα της είπε ότι κάποιος ξένος την έφερε και παρήγγειλε να δοθή στα χέρια της.

Ανήσυχη η Μαλβίνα την άνοιξε. Ήσαν τέσσερες σελίδες γραμμένες και κάτωθεν η υπογραφή: Έ δ μ ο ν - Σ έ υ μ ο υ ρ.

Τα μάγουλά της άναψαν. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ώσπου ναποφασίση, αν έπρεπεν να την αναγνώση ή όχι, είχε ήδη διατρέξει την πρώτη σελίδα. Και ήτο πλέον εις το τέλος της επιστολής, πριν έτι αποφασίσει να την αρχίση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ'.
ΕΠΙΣΤΟΛΗ


Λατρευτή μου Μαλβίνα

Μαφίσατε να καίωμαι από τις φλόγες του θυμού σας και να σπαράζωμαι από τη συνείδησή μου, ω τα βάσανά μου!

Ως τώρα δεν ήξαιρα ότι υπάρχουν οδύνες και χαρές ανώτερες. Από σας, που με κάματε να αισθανθώ τις τέτοιες λύπες, ελπίζω και τις χαρές να με κάμετε ναπολαύσω.

Αλλά τα σφάλματά μου κη δική σας αυστηρότης κάθε τόσο μου απομακρύνουν αυτήν την ελπίδα.

Αν, για ναποκτήση κανείς την αγάπη σας, θα ήτο ανάγκη να είναι άξιός σας, ποίος από τους θνητούς μα την αλήθεια θα μπορούσε να ελπίση σε τέτοιο αγαθό!

Ωστόσο εγώ . . . . εγώ σας αγαπώ και το αίσθημά μου αυτό νομίζω μεξαγνίζει και με κάμνει άξιόν σας. Οδηγήσατέ με, ελκύσατέ με στην τροχιά σας, ως ο ήλιος τους αδυνάτους κομήτας, κάμετέ με να γίνω οποίον με θέλετε. Είμαι πρόθυμος τα πάντα να αναλάβω, για να καταστώ άξιος της φιλτάτης μου ψυχής σας.

Οι παραφορές μου είναι πολλές. Έρωτες ανόσιοι έχουν βεβηλώσει την ψυχήν μου. Η αγάπη σας, Μαλβίνα, θα την καθαρίση, η εικόνα σας θα την εξαγνίση.

Δεχθήτε τη λατρεία της, και για να γίνη άξια της δικής σας, θαγωνισθή να την ομοιάση. Μία λέξη δική σας ημπορεί να την μεταβάλη, να αλλάξη εις αρετάς όλας της ψυχής μου τας ατασθαλίας. Διατάξατε, Μαλβίνα. Εις όλα είμαι πρόθυμος να υπακούσω, εκτός μόνον αν μου πήτε:

 — Παύσε να μαγαπάς.

Ω! Μαλβίνα, ο προς εσάς έρως μου ημπορεί να με φέρη πλησιέστερα προς την αρετήν: από εκείνους οι οποίοι είναι ψυχρά εκ φύσεως ενάρετοι.

Συγχωρήσατε την τόλμην μου, διότι πριν αποκτήσω το ελάχιστον επάνω σας δικαίωμα ετόλμησα να σας ζηλοτυπήσω. Αλλά τα πάθη μας δεν εξαρτώνται από την θέλησή μας, η εικόνα του κ. Πρίορ, που προτιμάτε τη φιλία του, μου σπαράζει την καρδιά. Δυστύχημά μου να με θεωρήτε ανάξιον της προσοχής σας, αλλά να βλέπω να προτιμάτε άλλον, αυτό είναι ανώτερον των δυνάμεών μου να το υποφέρω, και με κάμνει παράφορον σχεδόν παράφρονα.

Ναι, ηθέλατε μεταβάλει εις οίκτον την οργήν σας προς εμένα, αν μπορούσα να σας δώσω να εννοήσετε τι υπέφερα, όταν έμαθα ότι η κ. Μπιρτών έδιωξε τον κ. Πρίορ, γιατί τον αγαπούσατε εσείς. Εσείς! . . . . αγαπούσατε, λέει, εκείνον! . . τον κ. Πρίορ; . . . Ω Μαλβίνα έπρεπε δα να μη το πιστεύσω.

Μία μέρα πριν φύγω από κοντά σας ετόλμησα να σας υπαινιχθώ το πόσο θα με βασάνιζε η προς εκείνον φιλία σας. Ω και τότε δα μου αποκριθήκατε με τον αμβρόσιον εκείνον τρόπον που μόνο εσείς τον έχετε από όλες του κόσμου τις γυναίκες.

 — Δεν θέλω ποτέ να σας λυπήσω, μου είπατε τότε.

Έπρεπε βέβαια εγώ επαναπαυόμενος σαυτή σας τη διαβεβαίωση ναποβάλω κάθε υποψία και να καταφρονήσω κάθε συκοφαντία εναντίον σας.

Αλλά τα πάθη δεν εξαρτώνται από τη θέλησή μας. Μπορεί κανείς να μείνη απαθής όταν αγαπά σφοδρά ένα άγγελο σαν εσάς, και φοβείται μη από στιγμής εις στιγμήν του πετάξει;

Η τύψις μου τώρα είναι η τέρψις μου, η συνείδησίς μου εξαγνίζεται και με κάμνει άξιον της εκτιμήσεώς σας. Το πιστεύω και παρηγορούμαι. Το παρελθόν δεν αποτελεί πλέον μέρος της υπάρξεώς μου. Η ζωή μου αρχίζει, αφότου εγνώρισα εσάς. Σεις εχύσατε μέσα μου νέον φως κιαλλάξατε όλα γύρο μου. Αφότου απέβλεψα προς εσάς την ισάγγελον ψυχήν, αισθάνομαι την ψυχήν μου να υψώνεται και να μεγαλύνεται. Ετόλμησα προς στιγμήν ο μωρός ναμφιβάλω για την αθωότητά σας! Αλλά μόλις σας ξαναείδα, μόλις αντίκρυσα το ιλαρόν βλέμμα κάθε υποψία μου διελύθη εις το θείο φως των ματιών σας. Ωστόσο όταν σας ενεχείρισαν το κατηραμένο εκείνο γράμμα εμπρός στα μάτια μου, η ζήλια σκότισε πάλι το πνεύμα μου και μου προξένησε φρίκη, άναψα και κόρωσα και δεν ήξαιρα τι έκαμνα, έτσι φέρθηκα τόσο ηλίθια εμπρός σας καταφυγών εις σιχαμερόν μέσον τάχα για να σας εκδικηθώ, ήτο από την απελπισία μου. από την κουφότητά μου, πες. Αλίμονον έπρεπε δα να είχα καταλάβει ότι η Μαλβίνα μου δεν είναι από τας συνήθεις γυναίκας.

Αλλά και σεις έπρεπε να με ψυχολογήσετε. Έπρεπε να έχετε πλήρη την συναίσθησιν, ότι όταν είσθε εσείς παρών, δεν μπορεί κανείς να προτιμήση άλλην γυναίκα.

Ότι και αν σκέπτεσθε για μένα, για ένα μόνον πράγμα δεν πρέπει, δεν θέλω να αμφιβάλλετε: ότι σας αγαπώ άπειρα.

Ο προς εσάς έρως μου είναι η αρετή μου.