WeRead Powered by ReaderPub
Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος cover

Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος

Chapter 3: Κ. Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
Open in WeRead

About This Book

A grieving young widow leaves her homeland after the death of a beloved friend to assume care of the friend's young daughter, having vowed at the grave to devote her life to the child's upbringing and to renounce romantic attachment. The narrative traces her mourning, the practical anxieties of living in a foreign country with limited means, her correspondence with a distant maternal relative who offers shelter, and a winter departure that underscores isolation and loss. Recurring concerns include female friendship, self-sacrifice, duty, and the struggle to preserve private sorrow amid social indifference.

The Project Gutenberg eBook of Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος

Author: Madame Cottin

Translator: K. P. Argyropoulos

Release date: February 10, 2012 [eBook #38800]
Most recently updated: January 25, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΜΑΛΒΊΝΑ: ΡΩΜΑΝΤΙΚΌ ΜΥΘΙΣΤΌΡΗΜΑ ΤΟΥ 18ΟΥ ΑΙΏΝΟΣ ***

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed, except in vary obvious circumstances. Words in italics have been included in _, while bold words in &. Footnotes have been converted to endnotes.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου, εκτός σε πολύ εμφανείς περιπτώσεις. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _, ενώ λέξεις με έντονους χαρακτήρες με &. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ “ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ„ αριθ. 23

MARIE COTTIN

Μ Α Λ Β I Ν Α

ΡΩΜΑΝΤΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΟΣ

ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ

ΥΠΟ

Κ. Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ


ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟΥ I. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΑΘΗΝΑΙ

1921

ΔΥΟ ΛΟΓIΑ

Η Marie Risteau, dame Cottin εγεννήθη στα 1770 εις την Tonneins (προφ. Τονίνς) πόλιν της Γαλλίας κειμένην εις την δεξιά όχθη του ποταμού Γκαρόνα.

Δεκαεπτά ετών ενυμφεύθη στο Βορδώ ένα πλούσιον τραπεζίτην, αλλ' έμεινε χήρα μετά τρία έτη, μετέβη στο Παρίσι κεπεδόθη στην καλλιέργειαν των ωραίων γραμμάτων, όπως λέγουν οι Γάλλοι πολύ έμορφα την λογοτεχνία. Επεδόθη στο ρομάντσο. Έγραψε την Claire d' Albe, την Amelie Machfield, την Elisabeth, τους Exilés de la Sibérie, αλλά το ωραιότερόν της από όλα είναι η Malvine, την οποίαν παρέχομεν εις τους αναγνώστας μας εν ελευθέρα παραφράσει, δια να γνωρίσουν και την προ ενάμισυ αιώνος ρωμαντικήν φιλολογίαν.

Απέθανε στο Παρίσι, στα 1807. Το ύφος της είναι εύχαρι και αισθηματικόν, αλλά την διακρίνει περιττή πολυλογία, από την οποίαν είναι εντελώς απηλλαγμένη η ημετέρα παράφρασις.

Ο ΕΚΔΟΤΗΣ


ΜΑΛΒΙΝΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ — ΑΝΑΧΩΡΗΣΙΣ


 — Χαίρε γη ιερά, που αναπαύεται εκείνη την οποίαν αγάπησα περισσότερον από κάθε άλλο τι εις τον κόσμον ! Χαίρετε, ω λείψανα περιπόθητα της φίλης μου, της αδελφής μου!

Αυτά έλεγε η Μαλβίνα Σορκή καταβρέχουσα με δάκρυα θερμά τον τάφον της Κλαίρης.

 — Σαποχαιρετώ και σένα, ω φιλτάτη ψυχή, που πάντα σε ποθώ. Η κακή μου τύχη, η σκληρά, με στερεί ακόμη και απ' αυτήν την πικράν παρηγορίαν, να κλαίω εις τον τάφον σου. Αναχωρώ, αγαπητή μου, και τότε άγριοι βάτοι και άκανθαι θα απλωθούν επάνω εις την πλάκα η οποία σε σκεπάζει και θα την κάμουν αγνώριστην και στης φίλης τα μάτια. Αναχωρώ . . . . και όσοι πριν εκολάκευαν την ωραίαν νεότητά σου θα λησμονήσουν ότι υπήρξες ποτέ και συ εδώ, εις την γην. Αναχωρώ, αλλά μέχρις ότου συναντηθώμεν και πάλιν εις τον άλλον κόσμον, ουδέ στιγμήν θα σβήση από την μνήμην μου η πικρή ώρα του χωρισμού μας. Πάντοτε, ω, πάντοτε με ρίγος θα ενθυμούμαι την τελευταίαν σου εκείνην ώραν που ηγωνίζεσο να με παρηγορήσης με το αγγελικόν σου μειδίαμα και διεύθυνες εις εμέ το μισοσβημένο βλέμμα σου . . .

 — Ταμάξι είναι έτοιμο, κυρία, εφώναξε κάποιο κοριτσάκι και διέκοψε την Μαλβίναν από τους οδυρμούς και τους θρήνους της. Συγχρόνως δε και η ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία το παρακολουθούσε, βλέπουσα την Μαλβίναν γονατισμένην επάνω στο χιόνι με το στήθος κολλημένoν σχεδόν στην κρύα πέτρα του τάφου, εφώναξε:

 — Αι, κυρία μου, θέλετε λοιπόν ναποθάνετε κοντά στη Μιλαίδη ! Δόξα το Θεό, που σας φώτισε ναναχωρήσετε απ' εδώ, αλλέως ήταν αδύνατον νανθέξετε σε τόσο δριμύ ψύχος, ερχομένη μέρα και νύχτα σαυτόν εδώ τον τάφον.

Αλλ' η Μαλβίνα εσηκώθη χωρίς ναποκριθή· μόλις ήκουσε.

Υπάρχουν τω όντι πόνοι της ψυχής, που αποχωρίζουν τον άνθρωπον από τον κόσμον.

Η Μαλβίνα Σορκή ήτο Γαλλίς. Εις ηλικίαν εικοσιενός ετών έχασε τον σύζυγόν της, τον οποίον άλλως τε ουδέποτε ηγάπησε. Όλως ανεξάρτητη λοιπόν άφησε την πατρίδα της και επήγεν εις την Αγγλίαν διά να συναντήση την πολυαγαπημένην της συμπατριώτιδα Κλαίρην, σύζυγον του Λόρδου Χέριντεν. Εκεί συνέζησαν τρία έτη, κατά τα οποία η μεταξύ των περιπαθής φιλία την μεν Κλαίρην επαρηγόρει διά την άσωτον ζωήν που έκαμνεν ό άνδρας της, την δε Μαλβίναν έκαμνε να λησμονήση να επιστρέψη εις την Γαλλίαν.

Ότε φίλοι τινές της υπενθύμισαν, ότι έπρεπε να εκλέξη ή την φίλην, ή την εν Γαλλία ιδιοκτησίαν της, αύτη δεν εδίστασε να προτιμήση την Κλαίρην.

Έκτοτε δε μη έχουσα άλλο εισόδημα, από τον τόκον των χρημάτων, τα οποία είχε φέρει μαζί της και είχε καταθέσει είς τινα τράπεζαν, άφησε τους καλλωπισμούς της, παρητήθη ακόμη και από τας αθώας τέρψεις της ηλικίας της και της έφθανε η ευχαρίστησις να ζη με την φίλην της Κλαίρην.

Όταν όμως έχασε και αυτήν, ούτε καν το εσυλλογίσθη ότι ευρίσκεται εις ξένην χώραν, μόνη, χωρίς φίλους, χωρίς συγγενείς. Η συμφορά της ήτο τόσο μεγάλη, ώστε κανέν άλλο περιστατικόν δεν ημπορούσε να την μετριάση ή να την επαυξήσει.

Όταν η Κλαίρη ευρίσκετο εις τας τελευταίας στιγμάς της, έπεισε τον σύζυγόν της να εμπιστευθή την μικράν θυγατέρα των, την πενταετή Φανήν, εις τας χείρας της Μαλβίνας, διά να φροντίση αυτή την ανατροφήν της. Ο δε πατέρας πρόθυμος συγκατένευσε, διά να απαλλαχθή από φροντίδα οχληράν, ένεκα της οποίας θα ηναγκάζετο να διακόπτη τας διασκεδάσεις και τα χαρτοπαίγνια και τας συναναστοφάς με τους φιλοθορύβους της ασωτίας του κοινωνούς.

Επειδή δε προέβλεπε ότι με τον καιρόν η παρουσία της κόρης του θα έφερνε μέγα πρόσκομμα εις τοιαύτας συναθροίσεις, και ότι η Μαλβίνα θα ήτο αυστηρός κριτής της διαγωγής του, της έδωκε με τρόπον να καταλάβη, ότι θα έκαμνε πολύ καλά να ζητήση άλλην κατοικίαν.

Η Μαλβίνα με χαράν μεγάλην ότι θα παρελάμβανε μαζί της την θυγατέρα της Κλαίρης έστερξε ναναχωρήση από το σπίτι εκείνο, όπου μόνον αγανάκτησιν ησθάνετο βλέπουσα αντί πένθους ευθυμίας και γέλια ανθρώπων αντιπαθών, οι οποίοι επεριφρονούσαν και την ιδικήν της λύπην και της φίλης της την μνήμην.

Εν τούτοις ευρέθη εις απορίαν, διότι να πιάση μόνη της ιδιαίτερο σπίτι ούτε η ηλικία της το επέτρεπε ούτε η χρηματική της κατάστασις.

Επειδή δε εγνώριζε πολύ καλά τον χαρακτήρα του Λόρδου Χέριντεν, δεν ημπορούσε να στηριχθή και πολύ εις την βοήθειαν, την οποίαν έμελλε να της παρέχει αυτός χάριν της θυγατρός του. Εκτός δε τούτου μήπως η ιδία δεν ησθάνετο την κρυφίαν ευχαρίστησιν ναναθρέψη με ιδικά της έξοδα το τέκνον της φίλης της;

Έγραψε λοιπόν προς μίαν εκ μητρός συγγενή της, η οποία κατοικούσεν εις μίαν από τας μεσημβρινάς επαρχίας της Σκωτίας, και εξιστορούσα την κατάστασίν της, την παρακαλούσε να της επιτρέψη να υπάγη εις το χωρίον της διά να γίνη σύνοικός της και ομοδίαιτος απέναντι ετησίου πληρωμής.

Η κ. Μπιρτών (ούτως ωνομάζετο η συγγενής της) της απήντησεν αμέσως, ότι δέχεται και ότι ακόμη υπόσχεται να της φανή ωφέλιμη, αν και οι συγγενείς της εφέρθησαν προς αυτήν ψυχροί και επιλήσμονες· αλλ' όμως αυτή συγχωρούσα τα πάντα θεωρεί ευχαρίστησίν της να φαίνεται χρήσιμος εις τους ιδικούς της.

Εις άλλην περίστασιν η Μαλβίνα ήθελεν ίσως εύρει αλαζονικήν κάπως την τοιαύτην απάντησιν, αλλ' ήδη η θέσις της ήτο οδυνηρά και δεν επέτρεπε μικρολόγους αργοπορίας.

Έπρεπε λοιπόν ναναχωρήση από το σπίτι εκείνο, όπου είχε περάσει τόσον γλυκείας ημέρας, έπρεπε να στερηθή της λυγράς ηδονής του να κλαίη εις το μνήμα εκείνο, μακράν του οποίου τίποτε πλέον δεν θα έβλεπε να της υπενθυμίζει την αγαπητήν ψυχήν.

Μέλλουσα λοιπόν ναναχωρήση επήγε εις τον τάφον να επαναλάβη τον όρκον, τον οποίον έδωσε προς την Κλαίρην κατά τας τελευταίας στιγμάς της, ότε της υπεσχέθη ναφιερώση όλον της τον βίον εις την ανατροφήν της Φανής και να την έχη αντικείμενον στοργής και φροντίδος ξεχωριστής. Είχεν ορκισθή τότε να μείνη εφ' όρου ζωής απρόσιτη προς τον έρωτα, και τον τολμηρόν αυτόν όρκον της εδέχθη τότε με αγγαλίασιν η ψυχορραγούσα μητέρα.

Η Μαλβίνα ενθυμουμένη ότι ο όρκος της αυτός είχε παρηγορήση τας τελευταίας στιγμάς της φίλης της τον επαναλαμβάνει και πάλιν με κατάνυξιν επί του τάφου εκείνης.

Τότε λοιπόν ήτο που ήλθεν η υπηρέτρια της η Τομκίνα με το κοριτσάκι και την απέσπασε από τα θλιβερά εκείνα μέρη. Η Μαλβίνα την ηκολούθησε σιωπηλή· ήλθε εις την άμαξαν εισήλθεν εντός αυτής και εσφόγγισε τα δάκρυα της. Αι ενδόμυχοι ψυχικαί λύπαι είναι ανώτεραι από δάκρυα· είναι βωβαί.

Ήσαν ήδη τα τέλη του Νοεμβρίου, τα δένδρα γυμνά από φύλλα και η γη στρωμένη από χιόνι παρίστανον εις τα μάτια του ταξιδιώτου άγριο και μονότονο θέαμα. Το μεγάλο κρύο αναγκάζει τον καθένα να μένη στο σπίτι του. Οι δρόμοι ήσαν έρημοι και τα χωριά ακατοίκητα. Τα πουλιά σιωπούσαν και οι ποταμοί παγωμένοι έμεναν ακίνητοι. Ο άνεμος εσφύριζε και κάποτε οι καμπάνες ηχούσαν λυπητερά και διέκοπταν την παγκόσμιον σιωπήν ως να έλεγαν:

 — Η φύσις αναπαύεται . . . . δεν είναι νεκρά.

Αι εικόνες αύται αι σκυθρωπαί και πένθιμοι ανταπεκρίνοντο προς τον πόνον τον ψυχικόν της Μαλβίνας και την συνεκίνουν.

Βυθισμένη εις τους μελαγχολικούς λογισμούς της η νεαρά γυνή δεν προσήλωνε το βλέμμα της εις αντικείμενόν τι ωρισμένον. Όλα τα έβλεπεν επιπολαίως και όλα της παρείχαν αφορμήν θλιβερών σκέψεων.

 — Αλίμονον έλεγε καθ' εαυτήν, τα δένδρα θα ξαναποκτήσουν τα φύλλα και τα άνθη των και πάλιν θα φορτωθούν από καρπούς, κρυφή φωτιά κυκλοφορεί μέσα τους, όλ' αυτά που τώρα φαίνονται νεκρά θα αναγεννηθούν για την αγάπη. Εγώ όμως πλέον ξένη προς αυτήν . . . Ξένη και για πάντα !

Μόνον ο καιρός, μόνον αυτός ημπορεί να με σώση επιταχύνων την τελευταίαν μου ημέραν.

Η Τομκίνα, ο Πέτρος — παλαιός της υπηρέτης Γάλλος — και η Φανή ήσαν οι μόνοι συνοδοιπόροι της. Από ευσπλαγχνίαν η καλή κυρία ανέβασε και τον Πέτρον εις την άμαξάν της προτιμώσα ναργήση μάλλον κατά μίαν ημέραν παρά να τον αφήση εκτεθειμένον εις το ψύχος.

Και ο Πέτρος και η Τομίνα ελυπούντο διά της κυρίας των την θλιβεράν κατάστασιν, ωστόσο δεν ετολμούσαν να διακόψουν την σιωπήν της. Το δε μέγα σέβας το οποίον προς αυτήν ησθάνοντο τους εμπόδιζε να επιχειρήσουν να την παρηγορήσουν.

Μόνον το κοριτσάκι ωμιλούσε και η φωνή του που άρχισεν ήδη να ομοιάζη προς την φωνήν της μητέρας του εσπάραττε την ψυχήν της Μαλβίνας, αλλά και την έκαμνε να ριγή από ευχαρίστησιν.

Δέκα ημέρας εταξίδευσαν έτσι, και έφθασαν τέλος εις τον ωρισμένον τόπον εις την επαρχίαν Μπρήνταλμπεν, όπου χωρίζεται η βόρειος Σκωτία από την μεσημβρινήν. Ο πύργος της κ. Μπιρτών ολίγον απείχε από τα Κίλινεν, η δε γοτθική του αρχιτεκτονική και τα πέριξ χιονεσκεπή βουνά παρείχον θέαν περίεργον και αγρίαν.

Η Μαλβίνα ησθάνετο τέρψιν βλέπουσα την αρχαίαν Καληδονίαν, την πατρίδα των Βάρδων, των περιφήμων ιερέων και αοιδών, την ένδοξον διά τον Οσσιανόν της. Ενθουσιασμένη από την ποίησιν του μεγάλου λυρικού, ενόμιζεν ότι έβλεπε μέσα εις την ομίχλην την μορφήν της αγαπητής Κλαίρης.

Όταν ο άνεμος έσειε τους ξηρούς κλάδους των δένδρων, της εφαίνετο ότι διήρχετο η σκιά της φίλης της. Όταν ήκουε να θρηνή ο χείμαρρος μακρόθεν, εφαντάζετο ότι ήκουε τους θρήνους της αγαπημένης της. Η εξημμένη της φαντασία, αναπαρίστα τα φάσματα εκ των οποίων άλλοτε κατοικείτο η χώρα αύτη. Άλλως τε έφερε και το όνομα της κόρης του Οσσιανού Μαλβίνας, πράγμα το οποίον μάλλον εξήπτε την νοσούσαν φαντασίαν της και επροσωποποίει τας ματαίας ελπίδας της.

Ήτο σχεδόν εννάτη ώρα της νυκτός όταν η Μαλβίνα μετά των συνοδών της έφθασε εις τον πύργον της κ. Μπιρτών. Ο αμαξάς επλησίαοε εις τα χανδάκια, αλλ' αι κινηταί γέφυραι ήσαν όλαι σηκωμέναι.

Ο Πέτρος μη υποφέρων να βλέπη την κυρίαν του τέτοιαν ώραν μέσα στα βουνά κατέβη με σπουδήν διά να εύρη διάβασιν. Προχωρεί ψηλαφών και εγγίζει τον τοίχον. Από αυτόν οδηγούμενος φθάνει εις μεγάλην πύλην σιδηροσκέπαστον και αρχίζει να την κτυπά δυνατά. Ο κρότος αντηχεί εις τα πέριξ βουνά και ταράσσει προς στιγμήν της νυκτός την ησυχίαν, αλλά κανείς δεν απαντά και μετ' ολίγον επανέρχεται η πρώην παγερά σιγή.

Ο Πέτρος δεν απελπίζεται συγκεντρώνει όλας του τας δυνάμεις και αναβαίνει πατών εις τους μοχλούς της πύλης. Βοηθούμενος από ξηρούς κλάδους κισσού σύρει το εκεί υπάρχον σχοινίον.

Βαρύς ήχος σημάντρου αντήχησε τότε. Οι εντός του πύργου ήκουσαν και ετέθησαν εις κίνησιν. Ακούονται φωναί. Μετ' ολίγον τα φώτα διώκουν το πέριξ σκότος. Τα φύλλα της πύλης ανοίγονται και η άμαξα εισέρχεται εις την αυλήν του πύργου.

Η κ. Μπιρτών περιμένουσα εις το προπύλαιον εξεπλάγη βλέπουσα την Μαλβίναν τοιαύτην ώραν. Ενόησεν ότι θα είχε ανάγκην αναπαύσεως ύστερα από τόσον και τέτοιον ταξίδι και της εδήλωσε την προθυμίαν της να την οδηγήση, κατ' ευθείαν εις το δι' αυτήν ετοιμασμένον διαμέρισμα του πύργου, χωρίς να εκτεθή τοιαύτην ώραν εις τας ενοχλήσεις των χαιρετισμών των ενοίκων του πύργου.

Αυτό προ παντός επεθύμει και η Μαλβίνα. Ηκολούθησε λοιπόν αμέσως την εξαδέλφην της.

Της προσεφέρθη ολίγη τροφή και η κ. Μπιρτών της εσύστησε ναναπαυθή, αν και είχε μεγάλην επιθυμίαν, ως έλεγε, ναπολαύση την συναναστροφήν της ωραίας εξαδέλφης της. Αλλ' ήτο μεγάλη ανάγκη ναφιερώση τας πρώτας ημέρας του ερχομού της εις την ανάπαυσιν.

Προφέρουσα δε την λέξιν ωραία εντονώτερον, παρετήρει την Μαλβίναν με βλέμμα ανήσυχον. Εκείνη όμως κατεχομένη από τας σκέψεις της δεν επρόσεξε καν την ταραχήν της συγγενούς της. Σκεπτομένη μάλιστα, ότι κατά τας πρώτας εκείνας ημέρας κάθε συναναστροφή θα της ήτο ανυπόφορος, τίποτε άλλο δεν εστοχάσθη παρά πώς να ευχαριστήση την κ. Μπιρτών για την ελευθερίαν που της εχάριζε. Αφού δε έβαλε την Φανήν σε ξεχωριστό κρεββατάκι, το οποίον ετοποθέτησε κοντά της, εκαλονύκτισε με πολλήν ευπροσηγορίαν την κ. Μπιρτών αποχωρούσαν και κατεκλίθη και αυτή. Ένεκα δε του κόπου του ταξιδιού, ή της αϋπνίας, η οποία επί δύο μήνας τώρα την εβασάνιζε, δεν άργησε ναποκοιμηθή βαθιά!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
ΕIΚΩΝ


Καημένη Μαλβίνα! Τα παθήματά σου κατέπαυσαν προς ώραν. Η ανάπαυσις έχυσε βάλσαμον εις την βαθείαν πληγήν της ψυχής σου. Δι' ολίγας ώρας τουλάχιστον λησμονείς, ότι εγκατελείφθης μόνη εις τον κόσμον.

Ας μάθωμεν τώρα, ποία τις είναι αυτή η θελκτική γυναίκα, της οποίας αι αρεταί, η αγχίνοια και το κάλλος απετέλουν έν ανθρώπινον όλον μοναδικόν, έν πλάσμα της φύσεως αμίμητον.

Με ζωηρά χρώματα παριστάνει κανείς το κάλλος, με τερπνά τας χάριτας, με λαμπρά το πνεύμα. Αλλά το ξεχωριστό εκείνο θέλγητρον, που συμπεριλαμβάνει όλα και καθιστά και αυτά της τα ελαττώματα αγαπητά με ποία χρώματα να ζωγραφηθούν;

Διά να περιγράψωμεν ακριβώς το ήθος της Μαλβίνας πρέπει να είπωμεν όχι τι ήτον αυτή, αλλά ποία αισθήματα ενέπενεεν εις τους περί αυτήν. Πρέπει να εκθέσωμεν όχι τα εγκώμια που της έπλεκαν οι γνώριμοί της αλλά την ειλικρινή χαράν, με την οποίαν εφέρετο το όνομά της εις τα στόματα των άλλων.

Όποιος αξιώνετο να συναναστραφή την Μαλβίναν ελάμβανε δι' αυτήν αίσθημα ισχυρότερον από κάθε κοινόν και ανώτερον από πάσαν προσωνυμίαν, διότι η χάρη της ήτο αληθώς κάτι ακατανόμαστον. Και είχε μεν πολλήν ευφυίαν, αλλά είχε και κάτι καλύτερον χάριν του οποίου ελησμονείτο η ευφυία της.

Πολλαί γυναίκες ευχαριστούνται, όταν ταις εγκωμιάζουν την ευφυίαν των, εν τούτοις η Μαλβίνα πολύ θα έχανε και αν μόνον παρατηρούσε κανείς την ιδικήν της.

Δεν πρόκειται εδώ να δειχθή η Μαλβίνα καθαρά από ελαττώματα, αλλά τα ελαττώματα της γυναικός αυτής έχουν μορφήν θελγήτρων, και επειδή χωρίς αυτά θα ήτο άλλη παρά η Μαλβίνα, κανείς δεν επιθυμούσε να είναι καλυτέρα από ό,τι ήτο.

Δεν παρατηρούσε κανείς εις την Μαλβίναν μιας λογής κομψότητα, ενός είδους προτέρημα. Εκτός της αγαθότητός της, η οποία θεωρείται και αυτή ως ένωσις πολλών αρετών, κανέν από τα ψυχικά της προτερήματα δεν εφαίνετο ότι ήτο ανώτερον από τα άλλα. Όλα τα είχε συγκερασμένα με ξεχωριστή αρμονία. Εκείνο το φιλόφρον ήθος, που εις τους πολιτισμένους είναι μίμησις, εις την Μαλβίναν ήτο κάτι φυσικόν. Η καλή της συμπεριφορά και οι ευγενικοί της τρόποι δεν προήρχοντο από βιασμένην επιείκειαν ούτε ήσαν απόρροια λογισμένης σκέψεως. Όσα ήρεσκαν εις τους άλλους ήρχοντο εις το πνεύμα της πριν ή συναισθανθεί το εις εαυτήν αρέσκον.

Η Μαλβίνα όταν επεριποιείτο ξένον εφέρετο όπως θα εφέρετο ο περιποιούμενος φίλον. Όταν δε επεριποιείτο φίλους είχε κάτι το υπερτέρως εράσμιον. Έπρεπε να είναι κανείς περιπόθητος εις την Μαλβίναν, όπως η Μιλαίδη Χέριντεν για να γνωρίση στην εντέλεια τι είναι αφόσίωσις φιλίας, χάριν της οποίας ο άνθρωπος θυσιάζει την περιουσίαν του χωρίς υπολογισμόν και την ζωήν του χωρίς φειδώ.

Η αγαθοποιός διάθεσις της Μαλβίνας θα ήτο τι ανεξάντλητον, και είναι αδύνατον να παρασταθή πόσον ευφραίνετο όταν συνεργούσε προς ευτυχίαν άλλου. Η μακρά συνήθεια να ευχαριστήται αγαθοποιούσα, ηύξανεν αδιαλείπτως την φιλανθρωπίαν της και την έκαμνε να θεωρή χαμένον παν ότι δεν έδωκε.

Η Μαλβίνα είχε καρδίαν δεκτικήν σφοδροτάτου πάθους αγάπης, εντούτοις δεν έτυχε ναγαπήση άλλον τινά παρά την Κλαίρην. Ενετρύφα εις την προς αυτήν στοργήν της και δεν εσυλλογίζετο ότι υπάρχει εν τω κόσμω και άλλου είδους αγάπη. Μόνον μία σφορδά ανδρική αγάπη θα ηδύνατο να την αποσπάση από την πλάνην της· αλλ' ο σύζυγος με τον οποίον την ένωσαν, ανόμοιος προς αυτήν και κατά την ηλικίαν και κατά το ήθος, δεν ήτο ο κατάλληλος να της εμπνεύση το θείον εκείνο πάθος.

Διά τούτο η Μαλβίνα άλλον καρπόν δεν έδρεψεν από τον ανάρμοστον γάμον της, παρά αναλλοίωτον πραότητα και την γλυκείαν συναίσθησιν, ότι εξεπλήρωσε τα καθήκοντά της με αυστηράν ακρίβειαν.

Εντροπαλή και άτολμη εκοκκίνιζεν οσάκις την παρετήρουν. Και όπως με τα θέλγητρά της επεσκίαζε κάθε άλλην φημιζομένην εμορφιάν, έτσι και με την αρετήν της υπερέβαινε κάθε καλωσύνην. Όσοι την έβλεπαν εκυριεύοντο από θαυμασμόν, και μόνον η ιδία δεν ήξαιρε οποίων αισθημάτων πρόξενος ήτο η παρουσία της.

Ενόσω εζούσεν ο άνδρας της κανείς δεν ετολμούσε να θέση την αρετήν της εις διάπειραν. Αλλά όταν έμεινε χήρα, δεν έλειψαν να την ζητήσουν εις γάμον. Ωστόσο η ψυχή της βαρεμένη από μακράν στενοχωρίαν ησθάνετο ανάγκην αναπαύσεως μάλλον ή ταραχής. Έσπευσε λοιπόν προς την Λαίδην Χέριντεν καταφρονούσα κάθε άλλην τέρψιν.

Εκεί ηύρε την φίλην της δυστυχισμένην και ησθάνθη άρρητον προς αυτήν αγάπην. Όστις δεν ιδή τον αγαπημένον του να πάσχη δεν ξαίρει ακόμη μέχρι τίνος βαθμού ημπορεί ναγαπήση.

Έτσι η Μαλβίνα έως είκοσι τεσσάρων ετών δεν ησθάνθη έρωτα και ενόμιζε πλέον την ψυχήν της ανεπίδεκτον του πάθους τούτου. Αλλά διότι δεν έπαθε κανείς μέχρι τινός, ποίος τον διαβεβαιώνει ότι θα μείνει μέχρι τέλους απαθής;

Και αλίμονον! διατί εκείνη να το αγνοεί αυτό;

Είχε μάλιστα λάβει και σταθεράν απόφασιν ναποκρούση τον έρωτα, αν τυχόν της επαρουσιάζετο. Δεν είχεν υποσχεθή τούτο μεθ' όρκου προς την μητέρα της Φανής; Δεν ώφειλε τάχα ναφιερώση το υπόλοιπον της ζωής της προς εκπλήρωσιν ιερού χρέους, προς ανατροφήν της θετής θυγατρός της;

Με τοιαύτας διαθέσεις τίποτε άλλο δεν της εφαίνετο πλέον κατάλληλον από τον μονήρη βίον, τον οποίον επερνούσε. Ο στοχασμός ότι θα ζήσει εις το εξής μακράν από τον θόρυβον της κοινωνίας, διά να παραδοθή χωρίς περισπασμούς εις τας αναμνήσεις της και εις την ανατροφήν του κοριτσιού της αγαπητής φίλης της, ο στοχασμός αυτός συνεκερνούσε με κάποιαν γλυκύτητα τας πικρίας των θλίψεών της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Η ΠΛΗΣΙΕΣΤΕΡΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑ.


Η Μαλβίνα την άλλην ημέραν εξύπνησε πολύ αργά. Άμα ενεδύθη επλησίασεν εις έν παράθυρον. Εκεί της επροξένησε κατάπληξιν το μεγαλοπρεπές θέαμα το οποίον αντίκρυσαν ο οφθαλμοί της. Τα γαλανά και διαυγή νερά της λίμνης απλώνοντο μακράν και οι ατμοί της δεν άφιναν την όρασιν να διακρίνη τας όχθας. Επί της μιας τούτων υψώνοντο βουνά απ' εδώ κατάφυτα με σκιεράς ελάτας, των οποίων αι κορυφαί επεριφρονούσαν τον άνεμον, απ' εκεί διακοπτόμενα από βαθείας χαράδρας, από τας οποίας επήγαζαν πλατείς και ορμητικοί χείμαρροι αποτελούντες θαυμαστήν αντίθεσιν προς την ηρεμίαν της αντίπεραν όχθης. Επάνω δε εις αυτήν ήσαν επισωρευμένοι όγκοι γρανίτου παμμέγιστοι, ο ένας επί του άλλου σχηματίζοντες απόκρημνα βουνά κατάξηρα. Η εικών του χάους και της φθοράς του παντός.

Ενώ η Μαλβίνα έβλεπε με προσοχήν αυτά τα πράγματα, άκουσε φωνήν δυνατήν, η οποία την ερωτούσε με ενδιαφέρον, πώς πέρασε. Εγύρισε και είδε την κ. Μπιρτών, φέρουσαν κομψόν νυκτερινόν φόρεμα και μειδιώσαν.

 — Αι, ωραία μου εξαδέλφη, εδώ, βλέπετε, δεν υπάρχει η παντοτεινή γλύκα της ευφόρου Γαλλίας. Εκεί η φύσις είναι φαιδρά και πολύδωρη, εδώ όμως είναι κατηφής και αγρία, ως που νάρθη η άνοιξις και φαιδρύνη οπωσδήποτε τα άγρια βουνά μας, ιδού έχεις ωραίους πίνακας, ζωγράφων αρίστων έργα, τα οποία εφρόντισα να βάλω στο δωμάτιόν σου, διά να τέρπεσαι. Εγώ αλήθεια προτιμώ να βλέπω καλύτερα τον ωραίον μεσημβρινόν ουρανόν της Γαλλίας και Ιταλίας έστω και εις εικόνας, παρά την αγρίαν αυτήν Σκωτίαν εις την πραγματικότητα.

Η Μαλβίνα ρίψασα βλέμμα πέριξ είδε πράγματι ωραίας τινάς εικόνας φιλοκάλως διατεθειμένας επάνω εις τους τοίχους τους ταπετσαρισμένους με πράσινο χαρτί.

Με ευγνωμοσύνην έπιασε τα χέρι της κ. Μπιρτών και είπε:

 — Σας ευχαριστώ, εξαδέλφη μου. Όποιος φροντίζει τόσο για μια μουσαφίρισσα, χωρίς άλλο φαίνεται ότι κάμνει ευτυχείς όλους τους περί αυτήν.

 — Αυτός είναι τουλάχιστον ο καθαυτό σκοπός μου, απεκρίθη η κ. Μπιρτών, και ο σκοπός αυτός μέκαμε να κατοικήσω σαυτή την ερημιά. Η γη αυτή ανήκει εις τιμαριώτην άρχοντα κέχει μέγαν αριθμόν υποτελών, τους οποίους επιστατώ εγώ, τους ανακουφίζω, όσον ημπορώ, κεπειδή με θεωρούν ως κυρίαν της τύχης των, τους φέρομαι έτσι, που να με θεωρούν και πηγήν της ευτυχίας των.

Τους λόγους αυτούς η κυρία Μπιρτών τους επρόφερε με κάποιαν έμφασιν.

Η Μαλβίνα επευφήμισεν, αλλ' όχι εγκαρδίως, διά τούτο κατόπιν κατηγόρησε τον εαυτόν της ενδομύχως, διότι δεν συνησθάνθη, όσον έπρεπε, την αρετήν της εξαδέλφης της.

Εν τούτοις ολιγώτερον επιεικής και μάλλον έμπειρος θα εσκέπτετο ότι αγαθότης επιδεικνυομένη και τρόπον τινά εκβιάζουσα τους περί αυτήν να την ιδούν και να την θαυμάσουν δεν παύει μεν ίσως να είναι αξία τιμής, παύει όμως να είναι αξιαγάπητη.

 — Επειδή με συγχωρήσατε, αγαπητή μου, να περάσω ολίγες ημέρες χωρίς να κατέβω εις την συναναστροφήν σας, είπεν η Μαλβίνα, έτσι θα μείνω για πάντα εδώ μακράν της κοινωνίας, που την άφισα από καιρόν τώρα.

 — Είσθε ολωσδιόλου ελευθέρα, απεκρίθη η κ. Μπιρτών, εγώ εφρόντισα πάντοτε να παρέχω τόσην άνεσιν εις τους φίλους που έρχονται εδώ, ώστε να νομίζουν ότι ευρίσκονται στο σπίτι τους, και βέβαια δεν θα κάνω εξαίρεσιν εις την εξαδέλφην μου. Επιτρέψατέ μου μάλιστα να σας πω ότι ήδη εις την αίθουσάν μου έχω συναναστροφήν αταίριαστη με την διάθεσίν σας. Είναι κάτι νέοι εύθυμοι και θορυβώδεις. Όταν θα μείνωμεν μόνοι οι οικείοι, τότε θα με αξιώσετε βέβαια της συναναστροφής σας.

Η Μαλβίνα υπέκλινε χαιρετίσασα.

Ακολούθως εις διάστημα πολλών ημερών ολίγας φοράς μόνον είδε την οικοδέσποιναν, αλλά και ουδόλως παρεπονέθη διά τούτο.

Η λύπη είχεν αυξήσει την ευλάβειάν της και η έξις αύτη η τόσον οικεία εις τας τρυφεράς ψυχάς την κατέστησεν εις άκρον φιλέρημον.

Εν τούτοις η αθώα και αφελής Τομκίνα δεν ηυχαριστείτο να βλέπη την κυρίαν της κατάκλειστη. Ενόμιζε, και δικαίως, ότι η συναναστροφή θα ημπορούσε να διασκεδάση το πένθος της και της εφαίνετο πολύ άσχημα να την αφίνει η κ. Μπιρτών έτσι απομονωμένην να κλαίη, ενώ η αίθουσά της ήτο γεμάτη χαράν και ευθυμίαν. Μίαν ημέραν λοιπόν ενώ έφερνε πρόγευμα εις την κυρίαν της, ετόλμησε να την ερωτήση.

 — Μήτε σήμερα δε θα κατέβητε, κυρία; αύριον φεύγουν πλέον οι ξένοι, τουλάχιστον επωφεληθήτε την τελευταίαν ημέραν και κατεβήτε. Θα διασκεδάσετε, και θα ξεσκάσετε λίγο.

 — Καλή μου Τομκίνα, είπεν η Μαλβίνα, καμιά διάθεση για διασκέδαση δεν έχω, το ξαίρεις.

 — Όχι δα . . . μη έτσι. Αν ηθέλατε τουλάχιστον να δοκιμάσετε . . . Και έπειτα ξαίρετε, όλοι έχουν τόσην επιθυμίαν να σας ιδούν.

 — Αλλά κανείς εδώ δεν με γνωρίζει.

 — Τι με τούτο; άκουσαν τόνομά σας κέχουν πολύν — και δικαιολογημένον — πόθον να σας γνωρίσουν και προσωπικώς. Καθένας τους μερωτά. «Διατί η κυρία σου δεν φαίνεται; Διατί κρύπτεται; Μήπως είναι άσχημη; Εγώ τους αποκρίθηκα ότι μέσα στα τρία τους βασίλεια (1) δεν θα εύρουν την ομοίαν σας, κέτσι ηύξησε περισσότερον η περιέργειά των.

 — Και νομίζεις τώρα ότι πρέπει ναφίσω την ησυχία μου για να ευχαρίστησω την περιέργειάν των;

 — Τομκίνα! Τομκίνα, διέκοψε τότε η Φανή, πες της μητέρας, ποιος ήταν εκείνος ο νόστιμος Λόρδος που ήθελε να την ιδή περισσότερο από κάθε άλλον, που με χάιδευσε και μου έδωσεν όλα αυτά τα γλυκά;

 — Ναι ήταν ο Σερ Έδμον Σέυμουρ, ο ανεψιός της κ. Μπιρτών. Είναι, κυρία μου, ωραίος σαν άγγελος . . . . τόσον γλυκύς, τόσον χαρίεις. Αλήθεια λέγουν ότι είναι ολίγον άσωτος. Εγώ αυτό δεν το ξαίρω και δεν ανακατεύομαι εις των υπηρετών τας φλυαρίας.

 — Καλά κάμνεις, Τομκίνα, απόφευγε τοιαύτας συναναστροφάς να είσαι ήσυχη· αλλά η εξαδέλφη μου μού φαίνεται αξιόλογη γυναίκα.

 — Αυτό, κυρία μου, δεν το διαδεβαιώνουν εδώ, διέκοψεν η Τομκίνα, και μου είπαν πράγματα . . . αλλά τι με μέλει να πω κακό εγώ; το κακό αμέσως ακούεται. Επιθυμώ μόνον να συγκατανεύση η κυρία μου εις ό,τι την παρακάλεσα. Όταν την βλέπω να λυπάται σπαράσσονται τα σπλάχνα μου.

 — Καλέ Τομκίνα, απεκρίθη με ιλαρότητα, άφησε εις εμένα την φροντίδα της διασκεδάσεώς μου. Πίστεψε μόνον ότι καλύτερα ευχαριστούμαι όταν είμαι μόνη, παρά όταν είμαι με συναναστροφήν.

Η Τομκίνα έσεισε την κεφαλήν, ως μη πειθομένη, αλλά και μη τολμώσα να αντείπη περισσότερον.

Εξήλθε σιωπηλή.

Την επιούσαν η κ. Μπιρτών εκάλεσε την εξαδέλφην της να καταβή εις το διαμέρισμά της, να πάρουν μαζί το πρόγευμα.

Η Μαλβίνα δεν ευχαριστήθη από την πρόσκλησιν, αλλ' έκρινεν ανάρμοστον να της αρνηθή και κατέβη εις το δωμάτιον της κ. Μπιρτών.

 — Τέλος πάντων, φίλη μου, της είπεν εκείνη, άμα την είδεν, οι ξένοι μου έφυγαν και ημπορώ πλέον ναπολαύσω την τερπνήν συναναστροφήν σου.

 — Φοβούμαι, αγαπητή μου, ότι δεν είμαι καθόλου επιτηδεία να συντελέσω προς τέρψιν, και αλίμονον αν δεν έχετε συναναστροφήν εκτός της ιδικής μου.

Διατί, εξαδέλφη μου, με πικραίνετε με τους μετριόφρονας αυτούς λόγους σας; Απεναντίας είσθε ερασμιωτάτη. Έπειτα δα δεν είμαι και ολότελα μόνη εις τον πύργον. Εις το γεύμα θα γνωρισθήτε και με τους άλλους συνοίκους. Αλλά τας εν τω μεταξύ ώρας τας εφύλαξα διά να σας απολαύσω μόνη μου.

Η Μαλβίνα εστεναχωρήθη διά το φιλοφρόνημα, αλλά δεν απήντησε. Μόνον ήρχισε να αισθάνεται πλήξιν προκαταβολικώς στοχαζομένη ότι έμελλε να υποφέρη πολλών ωρών συναναστροφήν. Έτσι ηύξανεν έτι μάλλον η αμηχανία της.

Εκάθισε κατηφής κοντά εις την θερμάστραν εμπρός εις τραπέζι πολυτελές, επί του οποίου προσεφέρθη το πρόγευμα. Και δεν την εβίαζε μεν η κ. Μπιρτών να τρώγη, εφρόντιζεν όμως να της δείχνη τα νόστιμα και διαλεχτά φαγητά του προγεύματος, προσπαθούσα να της διεγείρη την όρεξιν.

Η Μαλβίνα την ευχαριστούσεν, αλλά θα επροτιμούσε μεγαλυτέραν αμέλειαν και αφελή αδιαφορίαν, παρά τας προς τιμήν της τάχα περιποιήσεις, που δεν αφίνουν τον άνθρωπον ναναπνεύση ανέτως.

Ματαίως η κ. Μπιρτών επροσπαθούσε να δείξη καλωσύνην ψυχής, η φύσις δεν την είχε προικίσει με το αγαθόν τούτο. Έλειπεν από τας φιλοφρονήσεις της η ελευθεροπρεπής ειλικρίνεια και από τους λόγους της η θέλγουσα απλότης.

Μετά το πρόγευμα η κ. Μπιρτών επρότεινεν εις την Μαλβίναν να περιέλθουν τον πύργον. Την ωδήγησε λοιπόν πρώτον εις την οργανοθήκην, όπου της έδειξε άρπας, κιθάρας, πιάνα και άλλα είδη Ευρωπαϊκών οργάνων της μουσικής. Έπειτα επήγαν εις την βιβλιοθήκην, μεγάλην και κομψήν. Από εκεί εισήλθον εις ευρύχωρον πινακοθήκην, στολισμένην με αξιόλογα έργα γνωστών ζωγράφων.

Υπόγειες θερμάστρες εθαίρμαναν όλα αυτά τα δωμάτια, και οι σωλήνες των συνήρχοντο περί τον θάλαμον της κ. Μπιρτών. Άνωθεν των σωλήνων είχε θερμοκήπιον, όπου καλλιεργούντο καθ' όλας τας ώρας του έτους, οι ευώδεις θάμνοι, όσοι εις τα μαλακώτερα κλίματα φύονται εν ώρα θέρους. Δια μικρού δε ανοίγματος εντέχνως κατασκευασμένου το ρόδον, η πορτοκαλέα, το ηλιοτρόπιον μετέδιδον το άρωμά των εις τον κοιτώνα της κ. Μπιρτών, του οποίου οι τοίχοι ευφυώς ζωγραφισμένοι παρίστων πράσινον δάσος κατασπαρμένον με σωρούς ανθέων, τα οποία τόσο επιμελώς εμιμήθη η τέχνη, ώστε ενόμιζε κανείς απατώμενος και υπό της πραγματικής ευωδίας ότι ευρίσκεται μέσα εις ευανθή λειμώνα. Καθρέπται με τα περιθώρια ψιλοδουλεμένα εις έντεχνα φύλλα ηύξανον την μαγικήν του θαλάμου φαιδρότητα. Εις δε το βάθος κλίνη μεγαλοπρεπής υποκρυπτομένη υπό λεπτεπιλέπτου παραπετάσματος συνεπλήρωνε της ηδυπαθείας το καταγώγιον.

Η Μαλβίνα ήτο βεβαίως συνηθισμένη εις το σπίτι της και εις της Λαίδης Χέριντεν να βλέπη έργα πλούτου και τέχνης, αλλά τόσο επιτηδευμένην πολυτέλειαν ποτέ της δεν είχεν ιδή και θα της εφαίνετο παράδοξον ακόμη και αν την έβλεπεν εις Παρισίους και εις Λονδίνον, πολύ δε περισσότερον εις την Σκωτίαν. Πόσα τω όντι θα εδαπανήθησαν διά την εκεί μετακόμισιν όλων εκείνων των καλλωπισμών! Πόσαι χείρες εχρειάσθησαν διά την εξεργασίαν των! Πόσαι φροντίδες διά την διατήρησίν των!

Η κ. Μπιρτών μαντεύουσα τας σκέψεις της τής είπε:

 — Απορείτε, ως φαίνεται, διότι ευρίσκετε μερικάς αναπαύσεις εις τα εσωτερικά της επαρχίας αυτής και ίσως να με μέμφεσθε, ότι υπήκουσα περισσότερον του δέοντος εις τας ορέξεις μου. Εν τούτοις θα μου συγχωρήσετε, ελπίζω την αδυναμίαν μου αυτήν, όταν μάθετε ότι έχω ήδη συστήσει ευαγή ιδρύματα αγαθοποιίας διά τους δυστυχείς. Έχω, φιλτάτη, εις ένα διαμέρισμα του πύργου μου σχολείον διά τα παιδιά, νοσοκομείον διά τους ασθενείς, σιδηρουργείον εκ του οποίου μοιράζω εις τους πτωχούς εργάτας εργαλεία και σίδηρον ακόμη, διά να κερδίζουν τα προς ζωήν.

 — Ω βέβαια, έτσι κανείς δεν ημπορεί να σας μεμφθή διά την πολυτέλειάν σας. Είναι πολύ αιτιολογημένον να ευχαριστήση κανείς ολίγον και τας ιδικάς του ορέξεις, αφού προηγουμένως εφρόντισε να ευεργετήση τους άλλους.

Αλλά ας πάμε λοιπόν να επισκεφθώμεν τα φιλανθρωπικά σας ιδρύματα, διά να θαυμάσω εκεί την αρετήν σας, όπως εδώ την φιλοκαλίαν σας.

 — Προθύμως ήθελα εκπληρώσει την δικαίαν άλλως τε επιθυμίαν σας, είπεν η κ, Μπιρτών, αλλ' επειδή έχω διωρισμένον να επισκέπτωμαι τα καταστήματα εκείνα μόνον δύο φοράς την εβδομάδα, δεν θέλω να παραβώ την τάξιν, μήπως γίνω κακόν παράδειγμα εις τους επιστάτας, και αρχίσουν και αυτοί να παραβαίνουν τα διαταγμένα, μιμούμενοι εμένα.

 — Όπως αγαπάτε, απεκρίθη η Μαλβίνα, απορούσα διά την ολίγον βιασμένην αυτήν αιτιολογίαν, αλλά δεν ημπορώ τάχα να υπάγω μόνη;

 — Όχι, φιλτάτη. δεν θέλω να στερηθώ την ευχαρίστησιν να σας οδηγήσω εγώ εκεί.

Η Μαλβίνα δεν επέμεινε. Ωστόσο, αν και ούτε εις τους λόγους ούτε εις τους τρόπους της κ. Μπιρτών εύρισκε τίποτε το άξιον να την κατηγορήση, ησθάνετο όμως ότι είχεν εις το όλον της κάτι αντιπαθητικόν. Ο νους της Μαλβίνας ήταν ευδιάθετος προς επιείκειαν, αλλά η καρδία της είχεν οξύ το διαγνωστικόν και διησθάνετο τα κρύφια ελατήρια των ομιλούντων μαζί της. Προτού να σκεφθή εδέχετο αμέσως την ηθικήν εντύπωσιν των εκτός. Πολλάκις μάλιστα εμάλωνε τον εαυτόν της διά τα παράδοξα ταύτα συναισθήματά της, αλλά δεν ημπορούσε να τα κατασιγάση. Σκεπτομένη ακολούθως επροσπαθούσε να πείσει τον εαυτόν της ότι έχει άδικον, αλλ' η καρδία δεν υποχωρούσε εις του νου τα επιχειρήματα. Και αν κανείς ημπορούσε να απατήση την κρίσιν της, δύσκολον ήτο να εκφύγη τον προς διαίσθησιν αυτοματισμόν της.

Η κ. Μπιρτών βλέπουσα την Μαλβίναν ετοίμην ναναχωρήση είπε:

 — Επιθυμούσα, φιλτάτη, να σας κάμω να λησμονήσετε ότι δεν είσθε στο σπίτι σας. Πέστε μου ειλικρινώς, σας παρακαλώ, αν προτιμάτε να γευματίζετε εις την κάμαρή σας. Ίσως τούτο φανή ολίγον παράξενον εις τους άλλους, αλλά τι με μέλει; Εγώ εσάς θέλω να ευχαριστήσω.

Κατά πρώτον η Μαλβίνα ήταν έτοιμη να δεχθή την πρότασιν, συλλογισθείσα όμως, ότι οπωσδήποτε ήτο υποχρεωμένη να περνά ολίγας ώρας την ημέραν με την εξαδέλφην της επροτίμησεν αι ώραι αύται να είναι ακριβώς αι του γεύματος, και είπε:

 — Αν δεν σας είμαι άχαρις σύντροφος με την δυσθυμίαν μου αυτήν, αν όλοι σας ανέχεσθε να με βλέπετε έτσι κατηφή και σκυθρωπήν, ευχαρίστως θα κατεβαίνω εις το γεύμα.

 — Αν θεληματικώς στέργετε να μας συντροφεύετε εις το γεύμα, φιλτάτη Μαλβίνα, πρέπει να είσθε βεβαία, ότι η συντροφιά σας θα με ευφραίνη. Διατί τάχα να μενοχλήση η λύπη σας· απεναντίας θέλω να μου κοινοποιήσετε τα παθήματά σας· και εγώ πολλά υπέφερα, γνωρίζω εκ πείρας τους πόνους εκείνους, των οποίων πηγή είναι η ευαισθησία, και δεν θα μείνω διόλου ασυμπαθής εις τους ιδικούς σας.

Η Μαλβίνα επίστευσεν εις τους λόγους της κ. Μπιρτών και την συνεπάθησε, αλλ' ησθάνθη συγχρόνως, ότι δεν θα προθυμοποιηθή ποτέ η ιδία να δείξη προς αυτήν τα τραύματα της ιδικής της ψυχής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
ΝΕΑΙ ΓΝΩΡIΜIΑΙ.


Αφότου η Μαλβίνα είχε χάσει την αγαπητήν Κλαίρην, πρώτην φοράν ευρέθη εις τόσο μακράν συνομιλίαν· την υπέφερε με αγωνίαν. Εκουράσθη. Διά τούτο με ευχαρίστησιν επέστρεφεν ήδη εις το διαμέρισμά της.

Ενώ επερνούσε τον μεταξύ των θαλάμων διάδρομον, την εχαιρέτισε κάποιος κύριος, έως τριάντα ετών, ευγενής την μορφήν και εντροπαλός τα ήθος, χαριέστατος δε. Η Μαλβίνα ηρκέσθη να του ανταποδώση τον χαιρετισμόν με ελαφράν κλίσιν της κεφαλής και αντιπαρήλθε, χωρίς να διακόψη το περιπάτημά της.

Αλλ' όμως δεν συνέβη το ίδιον και εις τον κ. Πρίορ. Αν και άχρι τούδε μόνος αυτός από όλους τους συνοίκους δεν είχε λάβει την περιέργειαν να γνωρίση την κ. Σορκή, δεν ημπόρεσε όμως να κρύψη την έκπληξίν του, όταν την είδε. Και πράγματι, πώς ημπορούσε να την αντικρύση κανείς με αδιαφορίαν! Ποιος θνητός θα ηδύνατο να αντιβλέψη τα δυνατά και θελκτικά εκείνα μάτια και να μείνη χωρίς ιμέρους απολαύσεως!

Διά τούτο, μόλις επέρασεν η Μαλβίνα, ο κ. Πρίορ εγύρισε να την ξαναϊδή. Αφού δε εκείνη έγινεν άφαντη, αυτός έμεινεν αρκετήν ώραν ακίνητος και ενεός. Τέλος ήρχισε να περιπατή σιγά σκεπτόμενος, και προεξοφλών την χαράν, ότι έμελλε καθεκάστην ναπολαύη την συντροφίαν τοιαύτης χαριεστάτης κυρίας.

Ήτο αυτός Σκώτος ευπατρίδης, αλλ' η οικογένειά του δεν ήτο εύπορος. Τον παρεκίνησαν λοιπόν να γίνη κληρικός. Πρόθυμος εκείνος υπήκουσε εις των γονέων του το θέλημα. Ήτο φιλόμουσος και φιλομαθής και ως εκκλησιαστικός ήλπιζεν ότι θα ημπορούσεν ευκολώτερα να καταγίνη με την φιλολογίαν προς την οποίαν μεγάλην είχε κλίσιν.

Αλλ' αι τοιαύται σπουδαί δεν είναι βέβαια και πηγαί πλούτου διά τους μύστας των. Και επειδή καθώς εις όλα τα επαγγέλματα, ούτω και εις το στάδιον του κληρικού επιτυγχάνει τις, μόνον όταν είναι επιδέξιος και ραδιούργος, παρά επιστήμων και χρηστοήθης, ο καλός Πρίορ δεν κατώρθωσε να εύρη θέσιν κατάλληλον, διά να πορίζεται τα προς τον βίον.

Ενώ λοιπόν ευρίσκετο εν αμηχανία εις Έδιμπουργκ, την πρωτεύουσαν της Σκωτίας, εγνωρίσθη μετά της κ. Μπιρτών, η οποία είχε μεταβή εκεί διά περιήγησιν.

Η κ. Μπιρτών είχεν αρκετήν οξύνοιαν, ώστε να εκτιμήση το πνεύμα του κ. Πρίορ. Το εθεώρησεν ευτύχημα να έχη εις τον οίκον της άνθρωπον από σημαντικόν γένος και του προσέφερε την εφημερίαν της Εκκλησίας του Πύργου της, με μισθόν ετήσιον εκατόν Αγγλικών λιρών.

Τόσον δε εδελέασε τον Πρίορ ο εύχαρις τρόπος της κ. Μπιρτών και τόσον ενθουσιάσθη από την ελπίδα ναφιερωθή εις τας μελέτας του μέσα εις τα άγρια τοπία του Μπρήντελβεν, ώστε προθύμως απεδέχθη την θέσιν.

Κατ' αρχάς εγοητεύθη από την γραφικήν θέσιν της ερημικής κατοικίας του, αλλ' ότε εισεχώρησεν εις τα εσώτερα του πύργου, απόρησε πολύ περισσότερον, παρ' όσον κατόπιν η Μαλβίνα, η δε κομψή εκείνη και πολυτελής χλιδή τον ενέβαλαν εις πολλάς υποψίας. Αλλ' οποιαδήποτε και αν ήσαν τα περί της κ. Μπιρτών φρονήματά του, δεν έκρινε καλόν να εκμυστηρευθή ποτέ εις κανένα έως τώρα.

Όταν η Μαλβίνα κατέβη εις το γεύμα, ηύρεν εκεί εκτός του κ. Πρίορ και δύο αγνώστους της γυναίκας, αι οποίαι της έρριχναν βλέμματα περίεργα.

 — Ωραία μου εξαδέλφη, σας συνιστώ ευχαρίστως τους φίλους και συγκοινωνούς της ερημίας μου. Η νέα σύντροφος που αποκτούν θα τους γεμίση μεγάλην χαράν. Ιδού ο κ. Πρίορ, ιερεύς του πύργου μου, η ευγενής καταγωγή του είναι το μικρότερον από τα προτερήματά του. Εδώ ασχολείται εις έργον πολύ μικρόν ως προς την παιδείαν και τα φώτα του και γνωρίζω χάριν εις την προς αυτόν δυσμένειαν της τύχης, η οποία τον κρατεί πλησίον μου. Ιδού (εξηκολούθησε στρεφομένη προς πεντηκοντούτιδα κυρίαν) η κ. Μέλμορ, φίλη της μητρός μου, χήρα αξιωματικού.

Καταναλώσασα όλην την περιουσίαν της εις ατυχή δίκην, ήλθε να γίνη συγκοινωνός του μοναστικού βίου μου μαζί με την θυγατέρα της, την οποίαν βλέπετε παρούσαν. Η κόρη αύτη μόλις δεκαεπταέτις έχει ήδη σπάνια προτερήματα και δύναται να σας βοηθήση εις την ανατροφήν της μικράς ορφανής σας.

Η Μαλβίνα απεκρίθη χαριέντως, ότι ασμένως θα προσπαθήση να ωφεληθή από τα προτερήματα της καλής δεσποινίδος, αλλ' ως προς την ανατροφήν της μικράς, είπε, αύτη ανήκει καθ' ολοκληρίαν εις την μητέρα της.

 — Αλλ' αν δεν απατώμαι, κυρία, είπε η κ. Μέλμορ, το ευγενές αυτό κοριτσάκι δεν είναι ιδικόν σας.

 — Έχετε δίκαιον, κυρία, απεκρίθη η Μαλβίνα μόλις κρατούσα την συγκίνησίν της, αλλά η συμφορά την έκαμε περισσότερον προσφιλή εις εμέ, παρά αν ήτο φυσική μου θυγάτηρ.

 — Εννοώ, είπεν η κ. Μέλμορ, θα είχατε φιλίαν στενήν με την μητέρα της, και μετά τον θάνατον εκείνης την υιοθετήσατε.

 — Αφήσατε παρακαλώ, είπεν η κ. Μπιρτών ανεξέταστον την λεπτομέρειαν ταύτην, είναι πληγαί τας οποίας μόνος ο καιρός θεραπεύει.

 — Είναι και άλλαι επρόσθεσεν η Μαλβίνα, επί των οποίων ο καιρός διέρχεται χωρίς να τας θεραπεύση.

 — Ας μη απελπιζώμεθα, είπεν η κ. Μπιρτών. Ελπίζω να έχη κάποιαν αγαθήν επίδρασιν επί των συναισθημάτων σας ο ζήλος της ειλικρινούς μου φιλίας. Και την εφίλησεν εις το μέτωπον.

Καθ' όλον το διάστημα τούτο ο κ. Πρίορ σιωπών εκοίταζεν αδιακόπως την Μαλβίναν. Το περίλυπον εκείνο και ωχρόν πρόσωπόν της του εφαίνετο το θελκικώτερον παρ' όσα ποτέ είδεν επί ζωής του.

Κάθε λέξις την οποίαν επρόφερεν εκλόνιζε την καρδίαν του και απορούσε, πώς ήτον δυνατόν να τολμούν να ομιλούν και άλλες εμπρός της, τόσο ήταν εκείνη θελκτική και η φωνή της μαγεία.

Πρώτη η κόρη της κ. Μέλμορ κατάλαβε τα συναισθήματα του κ. Πρίορ.

 — Μαντεύω, είπε, ότι της κ. Σορκή η λύπη μετεδόθη και στον κ. Πρίορ και κοντεύει να κλάψη για συμφορές, που δεν τις έμαθε ακόμη. Φαντασθήτε να τις μάθη κιόλας.

 — Και τι μένει να μάθω ακόμα; απεκρίθη με τόνο ο κ. Πρίορ, η φωνή του προσώπου, τα χαρακτηριστικά, δεν διερμηνεύουν αρκετά της ψυχής τη διάθεση; Αν οι δυστυχείς δεν είχαν άλλο από λόγους για να παραστήνουν τη διάθεση της ψύχης τους, σας βεβαιώνω πολύ μικρή εντύπωση θα έκαμναν οι λόγοι τους μονάχα στις καρδιές των άλλων.

Η Μαλβίνα ύψωσε τα μάτια της προς τον κ. Πρίορ δείχνουσα με λεπτότητα ότι συμφωνεί μαζί του. Έως τότε δεν τον είχε παρατηρήσει ακόμη. Μόλις τώρα τον επρόσεξε και εσχημάτισε πολύ καλήν ιδέαν διά τον χαρακτήρά του. Ήτο σοβαρός και τραχύς κατ' επίφασιν, αλλ' η ευαισθησία του δεν ημπορούσε να διαφύγη την οξυδέρκειαν της Μαλβίνας.

Η κόρη της κ. Μέλμορ πολλάκις κατά το γεύμα ερώτησε την Μαλβίναν διά τας τέρψεις του Λονδίνου.

 — Λίγο τας εγνώρισα, της είπε· η Μιλαίδη Χέριντεν μόνον χάριν του συζύγου της εσύχναζεν εις τοιαύτα κέντρα. Μα εκείνος πολύ σπάνια της το ζητούσε, κεγώ ποτέ δεν έβγαινα χωρίς αυτήν.

 — Θεέ μου, είπε η νέα, είναι δυνατό, να μεταχειρίζεται κανείς τόσο άσχημα την ελευθερία του, να στερήται τους χορούς, τας διασκεδάσεις, τα θέατρα, όταν μάλιστα είναι αυτεξούσιος και ημπορεί να ταπολαύη όλα αυτά. Ως για μένα σας ομολογώ πώς αυτές οι χαρές είναι οι μόνοι μου πόθοι και τις προτιμώ καλύτερα κιαπό την τροφή.

 — Πίστεψέ με, κόρη μου, την διέκοψεν η κ. Μπιρτών, όλα αυτά κανείς τα βαρυέται πολύ γρήγορα. Εγώ τα απόλαυσα όλα στα νιάτα μου, μέθυσα με ό,τι οι θρίαμβοι της φιλαυτίας έχουν ευχάριστο και γλυκό, μα όταν ήρθα αργότερα στον εαυτό μου, κατάλαβα πόσο μάταιες είναι αυτές οι απολαύσεις κιάφησα τον κόσμο, προτού να μαφήση εκείνος. Επιμόνως εζήτησε να με ξανατραβήξη πάλι, μα εγώ εναντιώθηκα στα δελεάσματά του και προτίμησα τας μόνας αληθινάς ευχαριστήσεις της ψυχής, την ευεργεσίαν και την φιλίαν. Και τώρα πια που δεν είμαι ούτε νέα ούτε ωραία, μένω ευχαριστημένη που δεν αφιέρωσα όλη τη ζωή μου στις ματαιότητες του κόσμου.

Η κ. Μέλμορ απαντώσα εις αυτά εξεθείασε της κ. Μπιρτών την φρόνησιν. Αλλά τα εγκώμια της ήταν τόσο υπερβολικά, ώστε η Μαλβίνα αηδίασε κέτσι δεν μπόρεσε να προσθέση και αυτή ένα λόγον επαινετικόν, όπως το απαιτούσε η ευγένεια. Είδε και στα χείλη του κ. Πρίορ ένα κρυμμένο χαμόγελο κιάρχισε ναμφιβάλη για την ειλικρίνεια των λόγων της εξαδέλφης της.

Κατόπιν την κατάκλυσαν οι θλιβερές αναμνήσεις και πριν τελειώση τα γεύμα εζήτησε συγγνώμη και ανέβη εις τον θάλαμόν της.