Λονδίνον, 22 Μαΐου . . .
Αύγουστος Χέριντεν
Ποτέ βέβαια δεν είχεν υποψιαστή η Μαλβίνα, ότι ο εις όλα τα κατ' αυτήν ψυχρός και αδιάφορος λόρδος, ο ουδέποτε πραγματικώς ενδιαφερθείς περί της θυγατρός του αυτής, ο οποίος σπανιώτατα και τυπικώτατα απαντούσε με ολίγας λέξεις εις όσα εκείνη έκρινε καλόν να του γράφη περί της Φανής, έμελλε αίφνης να ταραχθή τόσον, μανθάνων ότι αυτή υπανδρεύεται. Κεπειδή το θεωρούσε ως ολότελα προς αυτόν αδιάφορον πράγμα, δεν του το ανεκοίνωσε.
Αλλά ο με τόσην θερμότητα γινόμενος εν τη επιστολή εκείνη λόγος περί της κ. Μπιρτών την διεφώτισε σαφέστατα, από πού προήρχετο το πικρόν βέλος.
Η κ. Μπιρτών δηλαδή δεν έλειψε να του γράψη, όπως ήξαιρε, για να τον πάρη συνεργόν στα σχέδιά της.
Επροσπάθησε να τον κινήση εις απέχθειαν κατά της νεαράς γυναικός, παριστώσα αυτήν ως γυναίκα ελαφράν και πείσμονα και εφρόντιζε τάχα ως φίλη να την προφυλάξη από ολίσθημα διά τούτο του έγραφε:
«Σεις μόνος μπορείτε να εμποδίσετε ένα μεγάλο δυστύχημα. Η εξαδέλφη μου είναι πολύ αφωσιωμένη στο τέκνο σας, όθεν αν της γράψετε ότι θα της το πάρετε, αν επιμένη να παντρευτή, θα σώσετε την μεν φίλην της μακαρίτιδος συζύγου σας από τον όλεθρον, την δε πρώτην οικογένειαν της Σκωτίας από μεγίστην στενοχωρίαν.»
Ακόμη δε με σατανικήν οπισθοβουλίαν επρόσθεσε:
«Καθό πατέρας ενδιαφέρεσθε βέβαια για το μέλλον της κόρης σας. Αν λοιπόν η παραλυμένη εξαλδέλφη μου, που μονομαχούνε οι νέοι για την ομορφιά της, μετανοήση και ξανάρθη κοντά μου για να ζήση ήσυχα, θα της αφίσω μέρος από την μεγάλην περιουσίαν μου. Ώστε αν κατορθώσετε να μην παντρευθή, η περιουσία μου αυτή μαζί με τη δική της περιουσία θα μείνη κληρονομιά στη θυγατέρα σας».
Ο λόρδος Χέριντεν, που είχε σπαταλήσει τη δική του περιουσία και πολλές φορές εσκέπτετο τι άραγε θα άφινεν εις την κόρην του, εδέχθη προθύμως την εμφανισθείσαν ελπίδα της τοιαύτης αποκαταστάσεως της κόρης του. Ώστε διά τούτο προ πάντων και όχι διά κανένα άλλον λόγον εδέχθη να υπογράψη την επιστολήν εκείνην, την οποίαν η κ. Μπιρτών του υπαγόρευσε, που τόσο κατασπάραξε την καρδιά της Μαλβίνας.
— Ω ψυχή αγία της φίλης μου, εφώναξεν η δυστυχής Μαλβίνα, μη φοβάσαι πώς θα παραδώσω εγώ το τέκνο σου στα χέρια της μικράς κ. Μπιρτών.
Αν ο σκληρός πατέρας του θέλη να μου ταποσπάσει, γιατί θα είμαι η κυρία Σέυμουρ, ποτέ η δυστυχισμένη φίλη σου δεν θα αξιωθή αυτό το όνομα και μένε ήσυχη.
Καημένε Έδμον, αιώνιος χωρισμός! δεν είτανε γραφτό να σε καταστήσω ευτυχή με την αγάπη μου.
Η κ. Κλάρα άνοιξε εν τω μεταξύ την θύραν, έσκυψε το κεφάλι και ερώτησε.
— Τι κάνει η αγαπημένη μου Μαλβίνα;
Εκείνη της έγνεψε. Η Κλάρα επλησίασε, έπιασε το χέρι της Μαλβίνας και της είπε.
— Ξαίρω ότι δεν πρέπει να εγγίζει κανείς τας λεπτάς χορδάς της καρδίας των φίλων. Σέβομαι τη λύπη σας και δεν ζητώ να εξακριβώσω τας αφορμάς της. Ίσως με τον καιρό αξιωθώ την εμπιστοσύνη σας και τότε μου ανοίγετε την καρδιά σας. Τώρα κοιτάξετε την ησυχία σας.
— Αύριο φεύγω, είπε η Μαλβίνα, εκείνος με περιμένει αύριο.
— Φεύγετε; σας περιμένουν; και πού θα πάτε; και πότε θα σας ξαναϊδώ εγώ, που δεν σας εχάρηκα ακόμα καθόλου!
— Αλίμονο, πάω στην άβυσσο. Δεν ξαίρω πού θα καταντήσω αν δεν θα με ξαναϊδήτε ή αν θα γυρίσω να πεθάνω κοντά σας. Άγνωστο. Πάει η χαρά μου. Εθραύσθη η ευτυχία μου! το μέλλον μου είναι σκοτεινό.
— Αύριο φεύγετε! Αι σας συνοδεύω κεγώ λοιπόν.
— Θέλετε λοιπόν να τον κάμω να πιστέψη, ότι σας πήρα μαζί μου για να καταφρονήσω τη θλίψη που θα του προξενήσω;
— Για ποιον ομιλείτε, για όνομα του Θεού;
— Για κείνον που έχει κυριευμένη την καρδία μου. Που και τη ζωή μου γιαυτόνα θυσιάζω. Αυτός που για μένα αρνήθηκε πλούτη και αξιώματα. Και που εγώ είμαι αναγκασμένη να του αρνηθώ την ευτυχία του. Να του δώσω το τελευταίο φίλημα . . . και να πεθάνω.
— Με κάνεις να φρίσσω, Μαλβίνα! Μήπως ο ευτυχής αυτός θνητός είναι ο σερ Έδμον Σέυμουρ;
— Και ποιος άλλος άνδρας, εκτός από αυτόν, είναι άξιος τόσης αγάπης από μέρος μου; Γιατί να κρύψω από σας το καύχημά μου;
— Δυστυχισμένη φίλη! Κατώρθωσε λοιπόν να πλανέση και σένα ο ολέθριος αυτός άνθρωπος, ω τρυφερή, ω ιλαρή Μαλβίνα! Στην καταστροφή σου λοιπόν σέρνεσαι, γλυκιά κοπέλλα! Απλή και άκακη. Μαλβίνα! Άκουσέ με να σου πω . . .
— Τίποτε δεν θέλω νακούσω, είπε η Μαλβίνα, είμαι ορκισμένη να μην ακούσω πια τίποτε από κανένα . . . Εκείνος δεν μπορεί να είναι ένοχος ποτέ! . . . για μένα τουλάχιστον. Όλος ο κόσμος να σηκωθή κατεπάνω του, μια του λέξη, ένα του βλέμμα τον αθωώνουν στην ψυχή τη δική μου . . .
Η κ. Κλάρα ενόησε το πάθος της Μαλβίνας . . . . εσκέφθη ότι οι λόγοι δεν ωφελούν εις τοιαύτας περιστάσεις. Ενόμιζε την Μαλβίναν θύμα του. Εστοχάσθη λοιπόν να την σώση και παρά την θέλησίν της. Έπαυσε να της αντιστέκεται και να την αντισκόφτει από τον σκοπό της. Την παρακάλεσε μόνο να την δεχθή να συνταξιδεύσουν μέχρι ενός σημείου.
— Χρέος ιερόν με καλεί, της είπε, σένα σπίτι που είναι απάνω στο δρόμο σας, εκεί εγώ θα κατέβω, ενώ το αμάξι μου θα σας φέρη στο Κίνρος.
Η Μαλβίνα εθεώρησε όλως ακίνδυνον εις τον σκοπόν της την τοιαύτην συνοδείαν της κ. Κλάρας και συγκατένευσε. Συνεφωνήθη να ξεκινήσουν το πρωί στας οκτώ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ
ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ
Η κ. Κλάρα δεν μπορούσε να κοιμηθή. Η ευθεία της ψυχή ανησυχούσε, ότι έμελλε να δολιευθή, έστω και προς όφελος της Μαλβίνας. Έπειτα δεν ήτο βεβαία και ποίον αποτέλεσμα θα είχε το σχέδιόν της, Μόλις ξημέρωσε κατέβηκε στον κήπο να το καλοσυλλογιστή.
Το ξανασκέφθηκε καλύτερα και ηύρε ότι η συνείδησή της ήτο ικανοποιημένη με την εκτέλεση του σχεδίου της, αφού επρόκειτο να σώση ψυχή. Και εστοχάζετο να επισπεύση την αναχώρησιν.
Η ώρα ήτο κοντά οκτώ, αλλά η Μαλβίνα δεν εφαίνετο ακόμη. Η Κλάρα ανέβηκε στο δωμάτιόν της.
Κάθουνταν εκείνη κοντά στο κρεβάτι της ακίνητη, έχουσα την κόμη της αχτένιστη. Τα μάτια της ήταν σκοτεινά, κείτανε σχεδόν αγνώριστη. Οι ψυχικοί σπαραγμοί επιδρούσαν επί του προσώπου ως το υποχθόνιον πυρ επί της επιφανείας της γης.
Η Μαλβίνα την νύχτα εσυλλογίζετο τας αγωνίας τας θανατηφόρους, όσας έμελλε να διέλθη εις το εξής η ψυχή της.
Η τύχη της προετοίμαζε άλλας φρικτοτέρας, τας οποίας η φαντασία της δεν ηδύνατο να συλλάβη.
Η κ. Κλάρα επήρε από τα χέρι τη Μαλβίνα και την ωδήγησε στο αμάξι κέβαλε τη Φανή στα γόνατά της. Το παιδί εκοιμάτο.
Η Κλάρα πότε ανησυχούσε από την ιδέαν, ότι εδολιεύετο την Μαλβίναν, και πότε πάλιν έχαιρε, ότι την σώζει· έμενε βυθισμένη σε συλλογισμούς. Η λυπημένη Μαλβίνα είχε αφαιρεθή με την μέλλουσαν οδύνην, την οποίαν έμελλε να προξενήση στον καλόν της, υποφέρουσα αυτή έτι μεγαλυτέραν· και ούτε καν είχε συνείδηση, πού την πηγαίνουν;
Ως τόσο αφού πέρασε πολύ η ώρα, άρχισε να εννοή ότι ο δρόμος που διανύει η άμαξά των δεν ήτο εκείνος που πέρασε, όταν ήρχετο εις το χωρίον της Κλάρας. Όρη υψώνοντο γύρω και η άμαξα έμβαινε εις μίαν σκοτεινήν και ερήμην φάραγγα.
— Πού λοιπόν πηγαίνομεν; ερώτησεν την Κλάρα.
— Στο σπίτι που σου είπα, απεκρίθη εκείνη ολίγον ταραγμένη. Πέφτει λίγο παράμερα και παρεκάμψαμεν τον μεγάλον δρόμον. Έπρεπε να πάρωμεν αυτόν τον πλάγιον.
— Φοβούμαι μήπως αργοπορήσω και ο Έδμον θα με περιμένη.
— Αι ας υποφέρη και αυτός ολίγον.
— Δεν θέλω να προχωρήσω, θα καταβώ και θα πάγω πεζή. Δεν έχω ανάγκην ούτε οδηγού. Καμία δύναμη δεν μπορεί να με εμποδίση να τον συναντήσω.
— Μείνε ήσυχη, φίλη μου· από το σπίτι που θα πάμε ο δρόμος κόφτει και συντομεύεται τα διάστημα, ώςτε εις μίαν ώραν θα φθάσης εις το Κίνρος.
Η Μαλβίνα πίστεψε και ησύχασε.
Μετά έν τέταρτον της ώρας το αμάξι στάθηκε στην θύρα μικράς επαύλεως.
— Ως που να αναπαυθούν ολίγο τα άλογα, είπεν η Κλάρα ελάτε ολίγον μέσα.
Και χωρίς να περιμένη απάντησιν την έπιασεν από το μπράτσο και επροχώρησαν προς την θύραν. Η Κλάρα κτύπησε το κουδούνι και ένα μικρό παιδί ως επτά χρονών ήλθεν και άνοιξε την θύρα και είπε:
— Καλά κάματε, κυρία, και ήλθατε· η καημένη η μητέρα μου κοντεύει να πεθάνη.
— Α! Θεέ μου, εφώναξεν η Κλάρα και έτρεξε χωρίς να κλείση την θύραν. Βλέπεις, φίλη μου, εδώ μέσα κατοικεί μία δυστυχισμένη, η οποία τώρα ίσως πνέει τα λοίσθια. Αυτή είναι η αγαπημένη μου αδελφή. Και ξαίρεις ποιος είναι ο φονεύς της; Είναι ο σερ Έδμον Σέυμουρ, ο πατέρας αυτού του παιδιού.
— Έλεος! έλεος! γιατί να μην πεθάνω πριν το μάθω; είπε η Μαλβίνα, και έπεσε ακίνητη επάνω στον καναπέ.
Άνοιξε η θύρα και εμβήκεν ο ιερεύς, ο οποίος προσεκλήθη διά την άρωστη από το Κίνρος.
— Εκείνη τω όντι είναι; να το πιστεύσω; η Μαλβίνα είναι αυτή που βλέπω! πώς ευρέθη εδώ;
Ήτο ο κ. Πρίορ, η Μαλβίνα δεν τον παρετήρησε και εξηκολούθησε.
— Ω Έδμον! Έδμον! . . .
— Τι όνομα προφέρετε; είπεν ο κ. Πρίορ.
— Α σεις εδώ, κ Πρίορ;
— Ναι είμαι εδώ, να σας υπερασπισθώ, εναντίον εκείνου, ο οποίος σας επλάνεψε.
— Ότι και αν έγινε, ο Έδμον είναι ο αγαπητός μου και τίποτε δεν ισχύει να τον αποσπάση από την καρδιά μου. Όσο περισσότερο ένοχον τον βλέπω, τόσο περισσότερον μου γίνεται περιπόθητος.
— Ο κ. Πρίορ έμεινε κατάπληκτος από τους περιπαθείς λόγους της Μαλβίνας. Η κ Κλάρα του είπε:
— Με μεγάλην μου χαράν βλέπω ότι γνωρίζετε καλά την κυρίαν. Εγώ πηγαίνω εις το άλλο δωμάτιον να σφογγίσω τα δάκρυα της δυστυχισμένης αδελφής μου, όμοια των οποίων εύχομαι να μη χύση ποτέ η αγαπητή μου Μαλβίνα. Διά τούτο σας παρακαλώ, μείνετε κοντά της και γενήτε δι' αυτήν παρήγορος άγγελος. Προσπαθήσετε να φέρετε την γαλήνην εις την ψυχήν της, και σώσατέ την, αν είναι δυνατόν, από την άβυσσον εις την οποίαν κινδυνεύει να πέση
Ο κ. Πρίορ άφησε την Κλάρα να έβγη και είπεν προς την Μαλβίναν.
— Σε τέτοια κατάστασιν περίμενα να σας ιδώ; . . .Έκδοτον εις άτακτον έρωτα, χωρίς να κοκκινήσετε διά τον άνθρωπον που αγαπάτε . . . Και δεν έχετε μήτε ένα συμπαθιτικόν βλέμμα διά τον φίλον, που σας παρηγορούσε άλλοτε στας δυσκόλους περιστάσεις του βίου σας!. . . Αλίμονον ποτέ δεν έλπιζα να σας εύρω τόσον ψυχράν . . . και είμαι τόσον δυστυχής! . .
— Τι θέλετε από μένα; του είπεν η Μαλβίνα με σκυθρωπήν αταραξίαν.
— Σας είμαι λοιπόν εις το εξής αδιάφορος; Δίκαιε Θεέ!
— Συγχωρήσατέ με, κ. Πρίορ, αλλά δεν έχω πλέον κυριότητα επί της θελήσεώς μου . . . Τι να κάμω; επρόσθεσε πιέζουσα με τα δύο χέρια την καρδιά της, εδώ μέσα ούτε θάρρος υπάρχει πλέον . . . αλλ' ούτε θέσις δι' άλλην οιανδήποτε αγάπην.
Ο κ. Πρίορ έλαβε το χέρι της ανάμεσα στα δικά του και είπεν δακρύων.
— Μη μου σπαράζετε την καρδία με τα λόγια σας . . .
Και πριν τελειώση, ανοίγεται με βίαν η θύρα και πίπτει ως βόμβα ενώπιόν των . . . . ο σερ Έδμον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ'.
ΣΑΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ
— Ω ουρανέ! τι βλέπω; εφώναξε ο κ. Έδμον έξαλλος. Οι άλλοι έμειναν βουβοί. Έβγαλε κατόπιν ένα πιστόλι το έδωσεν εις τα χέρια του κ. Πρίορ και του είπε βιαίως.
— Ελάτε μαζί μου . . . πρέπει να τελειώνη αυτή η κωμωδία.
Η Μαλβίνα ανετινάχθη περιέβαλε τον λαιμόν του με τους βραχίονάς της και είπε:
— Τι τολμάς να υποπτεύεσαι; εκ των ιδίων λοιπόν κρίνεις τα αλλότρια, Έδμον;
Εν τω μεταξύ εισήλθε η κ. Κλάρα και βλέπουσα τον Έδμον.
— Ω! σεις εδώ; Η τιμωρός πρόνοια βέβαια σας έφερε διά να παρασταθήτε μάρτυρας των τελευταίων στιγμών του δυστυχούς θύματός σας, της αγαπητής μου Λουίζας!
— Εδώ είναι η Λουίζα; είπεν ο Έδμον έκπληκτος . . . . Και ήλθε λοιπόν εδώ η Μαλβίνα, χωρίς να σεβασθή την υπόσχεσιν που μου έδωσε! Αλίμονο κεγώ την περιμένω να μου δώση την ευτυχίαν. Αυτή δε την παρέχει εις άλλον . . . ω Θεέ δίκαιε!
— Μη με κατακρίνεις πριν μάθης πώς έγιναν τα πράγματα! φώναξε η Μαλβίνα. Αχ μη με βασανίζεις· εγώ εσένα, μονάχα εσένα αγαπώ. Κανέναν άλλον, κανένα!
— Μαλβίνα! . . .
— Μη με παρατηρείς έτσι . . μου παγώνεις το αίμα. Ρώτησέ τους όλους αυτούς εδώ να σου πουν, αν έχω εγώ καμίαν, έστω και την ελαχίστην ενοχήν· πώς ήρθαν έτσι τα πράγματα!
— Μαλβίνα . . .
— Άδικε άνθρωπε . . . και μυριαγαπημένε.
— Ακατανίκητη γυναίκα. Δεν θέλω πλέον καμίαν εξήγησιν. Πιστεύω πως δεν πταίεις. Πιστεύω πως σέφεραν εδώ χωρίς να σε ρωτήσουν και πως συνήντησες τον κ. Πρίορ χωρίς να το θέλης, κατά σύμπτωσιν. Αλλά αντάμειψε λοιπόν την εμπιστοσύνην μου και γίνε αμέσως ιδική μου. Έλα απ' εδώ να πάμε κατ' ευθείαν εις την Εκκλησία.
— Για όνομα του Θεού! είπε η Μαλβίνα και τραβήχτηκε.
— Με φεύγεις λοιπόν! Άλλον αγαπάς λοιπόν!
— Άκουσέ με, να χαρής τη νιότη σου. Ο λόρδος Χέριντεν με φοβερίζει πως θα . . .
— Κανένα δεν πρέπει νακούσης. Κανένα δεν πρέπει να φοβηθής, αν μαγαπάς αλήθεια. Άμα σε στερηθώ, θα χάσω τα μυαλά μου. Δεν είμαι πια κύριος του εαυτού μου. Με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο πρέπει να γίνης δική μου. Θα καταφύγω εις βίαια μέτρα. Θα σε αρπάξω. Θα σε απαγάγω. Μόνος εγώ θα σε έχω μακράν των φθονερών ανθρώπων, μακράν της μοχθηράς κοινωνίας. Συγχώρησέ με! το πάθος μου με ανάπτει. Είσαι ιδική μου.
Και ταύτα λέγων έπιασε το χέρι της και την ετράβηξε να την πάρη στην αγκαλιά του.
Ο κ. Πρίορ, που τον έτρωγε η ζήλεια, ηύρε πρόφασιν να επέμβη. Ήλθε και στάθηκε εμπρός εις τον κ. Έδμον και είπε:
— Με τι δικαίωμα φέρεσθε έτσι προς αυτήν την γυναίκα;
— Εσείς με τι δικαίωμα επεμβαίνετε; είπε ο κ. Έδμον φρυάττων.
— Με το δικαίωμα του ανθρωπισμού εκβιαζομένου· ο δυνατότερος έχει καθήκον να υπερασπίζει τον αδυνατότερον. Αυτή η γυναίκα δεν είναι δική σας. Δεν θέλει δε και να σας ακολουθήση . . .
— Αλήθεια, Μαλβίνα, αρνείσαι να με ακολουθήσης; Δεν είσαι λοιπόν δική μου; δεν μου το υπεσχέθης; Δεν είπες ότι θα γίνης αναπόσπαστος σύντροφος της ζωής μου; Ομολόγησέ το λοιπόν εδώ εμπρός σαυτούς τους ανθρώπους!
— Δεν μπορώ πλέον, είπε η Μαλβίνα με μεγάλη αδυναμία.
— Τι είπες; δεν μπορείς πλέον; Και δεν με λυπάσαι λοιπόν; και δεν λυπάσαι τον εαυτόν σου; Μη με ρίπτεις σε απελπισία, γιατί δεν ξαίρω τι μπορεί να γίνη.
— Ιδού! διάβασε να ιδείς, είπε η Μαλβίνα και του έδωκε την επιστολή του λόρδου Χέριντεν.
— Τέτοια παλιόχαρτα είναι ικανά να σε χωρίσουν απ' την αγάπη μου είπε και έσχισε τα γράμμα σε μικρά κομματάκια. Τίποτε δεν ακούω, τίποτε δεν βλέπω, τίποτε δεν πιστεύω. Όλα σου είναι ψέματα και επίβουλα. Εχτές που είχες πάρει μαζί και το δικό μου γράμμα δεν σεμπόδισε αυτό εδώ να μου στείλης την συγκατάθεσίν σου . . . Σήμερα βλέπεις αυτόν τον άνθρωπον . . . παραπείθεσαι και μου αντιτάσεις άρνησιν με προφάσεις εν αμαρτίαις. Αυτό μονάχο τάχα δεν μου έφθανε να εννoήσω τα πάντα; Τι ήθελα περισσότερον! Ωστόσο εγώ παραβλέπω, αλλά συ εξακολουθείς ναρνήσαι. Μαλβίνα, η εκδίκησίς μου θα είναι τρομερή. Θα μετανοήσης ίσως, αλλά θα είναι πολύ αργά. Μαλβίνα, η εκδίκησίς μου μόνον με αίμα θα χορτάση.
Έπιασε τον κ. Πρίορ από του χεριού τον καρπόν και τραβώντας τον βιαίως.
— Ελάτε, του είπε, να σας δώσω τώρα και σας ένα μάθημα για τις πανουργίες σας. . . ή, αν είσθε πιο τυχερός, να μαπαλλάξετε από μια ζωή, που η επιορκία αυτής της γυναίκας μου την έκανε βδελυκτήν. Οι δύο άνδρες εβγήκαν.
Η Μαλβίνα ετινάχθηκε να τους εμποδίσει, έπεσε κατόπι τους κραυγάζουσα, ήτο ωχρά ως αποθαμένη, λυσίκομος έτρεχε καταβάλλουσα υπερανθρώπους προσπαθείας να τους προφθάση και θα το κατώρθωνε, αν αυτοί εξερχόμενοι δεν είχαν κλείσει την πύλην της αυλής. Ώρμησε να την ανοίξη, αλλά της εστάθη αδύνατον, διότι έκλειε με ελατήριον, του οποίου ο μηχανισμός της ήτο άγνωστος.
Η Μαλβίνα ήρχισε τότε να κραυγάζη. Πρώτη εις τας φωνάς της έτρεξεν η κ. Κλάρα. Κατόπιν η Φανή, η οποία έπαιζε με το παιδί της Λουίζας, ακούσασα την μητέρα της έσπευσε με αγωνίαν προς αυτήν. Η κ. Κλάρα εν τω μεταξύ άνοιξε την πύλην. Η Φανή βλέπουσα την Μαλβίνα εξερχομένην την έπιασε από το φόρεμά της και ζητεί να την ακολουθήση.
— Για όνομα του Θεού πάρτε από δω αυτό το παιδί, φώναξε η Μαλβίνα. Το πήρε στην αγκαλιά της το φίλησε και τόδωσε στα χέρια της κ. Κλάρας.
Έξαφνα ακούστηκαν δύο πυροβολισμοί όχι από πολύ μακρυά. Η Μαλβίνα εφρικίασε.
— Ω θεέ μου! . . .Τετέλεσται!. . . είπε με φωνήν σβηνομένην και έπεσε κάτω αναίσθητη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ'
ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΣ
Η Κλάρα κατατρομαγμένη εμπιστεύθηκε τη Μαλβίνα στην υπηρέτρια και έτρεξε να ιδή τι συμβαίνει.
Μετ' ολίγον είδεν, ότι δύο άνθρωποι εκρατούσαν στα χέρια τους ένα αναίσθητον, νεκρόν . . . ίσως, και τον επήγαιναν. Σε λίγο εφάνη ερχόμενος ο κ. Πρίορ. Τον ηρώτησε με φρίκην:
— Άνθρωπε του Θεού; τι έκαμες; Σκότωσες τον Σερ Έδμον;
— Οχ δεν τον σκότωσα είναι λαφριά πληγωμένος. Μα τι ωφελεί; εγώ θα φέρω στη συνείδησή μου πάντα το βάρος της ανθρωποκτονίας. Ω τι κακά ήταν αυτά που έκαμα! στο εξής θα πλανώμαι τρέμων και στενάζων επί της γης.
— Και πού τον πάνε τώρα τον κ. Έδμον;
— Στο αμάξι του, που έμενε ένα τέταρτο της λεύγας μακρυά από δω. Εκεί ζήτησε να τον φέρουν αμέσως.
— Δεν υπάρχει φόβος να μην τον βλάψη η κίνησις:
— Όχι η σφαίρα μόλις άγγιξε τον ώμον του. Το αίμα στάθηκε αμέσως.
— Ποιος είναι τώρα κοντά του;
— Ο υπηρέτης του.
— Όχι όχι, δεν πρέπει να ταξιδεύση σαυτήν την κατάσταση. Τρέχω να τον παρακαλέσω να μείνη στην έπαυλη, ως που να αναλάβη.
— Μάταια· δε θα σας ακούση. Τον παρεκαλέσαμε κεμείς, μα θύμωσε και δεν τόλμησε κανένας ναντισταθή πια στην επιθυμία του. Θέλει να φύγη.
— Και πού θα διευθυνθή τώρα; — Στο Έδιμπουργκ.
— Τόσο μακρυά;
— Πιο μακρυά ήθελε να πάη, αν ήτο δυνατόν, για να είναι όσο γίνεται μακράν της Μαλβίνας. Έλεγε μάλιστα ότι θα υπάγη στης κ. Μπιρτών για να περικυκλώνετε πάντα από τους εχθρούς της Μαλβίνας και νακούη όλο το κακό της.
— Μωρίες! Ας ακολουθήση λοιπόν τη μοίρα του. Εμείς θα περιποιηθώμεν τα θύματά του. Εσείς, Πρίορ, δεν πρέπει να φανήτε τώρα στην κ. Μαλβίνα, μετά τα γεγονότα η παρουσία σας θα της προξενήση φρίκην.
— Το ξαίρω, είπε ο κ. Πρίορ στενάζων, η Μαλβίνα με μισεί. Έπρεπε ναποθάνω πριν με μισήση.
— Κύριε Πρίορ, του είπε σοβαρώς η κ. Κλάρα, από απλήν φιλίαν δεν ημπορούσατε βέβαια να προκαλέσετε αυτήν την φρικώδη περιπέτειαν, η οποία σας στερεί τώρα δικαίως την εκτίμησιν της Μαλβίνας.
— Μη μου ενθυμίζετε τας ανοησίας μου. Ο καημός των θα με στείλη ταχέως εις τον τάφον . . . εις χώραν και σκιάν θανάτου . . .
— Δεν έχετε δικαίωμα ναποθάνετε, ενόσω μπορείτε να ωφελήτε τους πάσχοντας. Πηγαίνετε κοντά στη Λουίζα. Ας μη μάθη ποτέ ότι ο σερ Έδμον ήτο τόσο κοντά της. Μη μακρυνθήτε από κοντά της, προσπαθήσατε να την ανακαλέσετε στη ζωή και ενισχύσατέ την να υποφέρη αγογγύστως την συμφοράν της. Εγώ πάω στην κ. Μαλβίνα.
Την ηύρε ωχράν και λιπόθυμον, όπως την είχεν αφίσει. Η Φανή γονατισμένη κοντά της έκλαιε.
— Μητέρα μου, καλή μου μητέρα, γιατί είσαι κρύα τώρα; μήπως έχεις σκοπό να μου φύγης και συ, όπως και η άλλη; Τότε σε παρακαλώ μη φύγης μονάχη σου, πάρε κεμένα μαζί σου να ιδώ εκείνην.
Η κ. Κλάρα συνεκινήθη πολύ και θέλησε ναπομακρύνη το δυστυχισμένο το κοριτσάκι, αλλ' αυτό περιετυλίχθη στα παραπετάσματα της κλίνης και φώναξε:
— Όχι, όχι, δεν φεύγω από τη μαμά μου μακρυά. Φοβούμαι μήπως φύγη κιαυτή χωρίς να με πάρη μαζί της. Έτσι με πήραν κιαπό την άλλη κύστερα την έχασα και πια δεν την ξαναείδα . . . Μου έφυγε για πάντα. Αφίστε με σας παρακαλώ. Νά κάθουμαι εδώ παράμερα . . . δεν κλαίω πια . . . δεν κάνω βοή.
Ταφίσανε ήσυχο.
Σε λίγο η Μαλβίνα επανήλθε εις τας αισθήσεις της. Σηκώθηκε, είδε γύρο της και άρχισε να ρωτά με αγωνία.
— Εκείνος! . . . πού είναι εκείνος;
— Μένετε ήσυχη, φιλτάτη μου. σας βεβαιώνω ότι δεν διατρέχει κανένα κίνδυνον. Πιστέψατέ με, σας ορκίζομαι στη ζωή σας, στη ζωή της αδελφής μου.
— Μα τότε γιατί δεν έρχεται;
— Δεν είναι πια εδώ. Πάει στο Έδιμπουργκ.
— Για ναποφύγη να με συναντήση, συμφορά μου!
— Αχ μην ανησυχήτε, αναπαυθήτε, κοιτάξετε την υγεία σας, με τον καιρό όλα θα σιάξουν.
— Εγώ να ησυχάσω, ενώ εκείνος με νομίζει ένοχον; Όχι, αδύνατον θα τρέξω κατόπιν του.
— Δεν θα μπορέσετε να τον προφθάσετε. Θα τον συναντήσετε μόνο στο Έδιμπουργκ. Και ξαίρετε που θα τον εύρητε; στης κ. Μπιρτών.
— Γιατί στης κ. Μπιρτών; Αυτός δεν κατοικεί πλέον εκεί.
— Εκεί είπε να τον φέρουν.
— Να τον φέρουν; Είναι λοιπόν πληγωμένος;
— Ναι. Αλλά πολύ ελαφρά.
— Ας είναι, θέλω να πάω. Σόποια κατάσταση κιάν είναι, οπουδήποτε κιάν κατοική τίποτε δεν μπορεί να μ' εμποδίση να τον ιδώ.
— Καλά, να πάτε, είπε η Κλάρα που έβλεπε ότι κάθε αντίστασις θα ήτο ματαία, αλλά βλέπετε νύχτωσε. Οι δρόμοι είναι ορεινοί και αδιάβατοι στο σκότος, κιάν πάθη τίποτα το αμάξι πού θα πάτε; Περιμένετε λοιπόν αύριο. Οι ίπποι μου θα σας πάνε στα Κίνρος, από κει παίρνετε άλλους και σας πάνε στο Έδιμπουργκ. Είχα μεγάλη διάθεση να σας συνοδεύσω κεγώ, μα η δυστυχισμένη άρρωστή μου εδώ έχει ανάγκη από όλη μου την προσοχή. Θα φυλάξω όμως την κόρη σου, για να μη σε βαραίνη στο ταξίδι.
Άμα το άκουσε η Φανή, εβγήκε έξαφνα από τα παραπετάσματα, όπου ήταν κρυμμένη, κιάρχισε να φιλή τα χέρια της Μαλβίνας.
— Μητέρα μου, μη μαφίσης εδώ. Και πρωτύτερα ήθελαν να με απομακρύνουν από σένα, μα εγώ δεν έφυγα, έμεινα κέτσι δε σάφισα να πεθάνης. Μαμά μου, έχεμε πάντα κοντά σου, και κανένα κακό δεν θα πάθης.
Η Μαλβίνα, το αγκάλιασε και το φίλησε· κενώ το παρατηρούσεν, είδε στα μάτια του τα μάτια της μακαρίτισσας της μητέρας του.
— Αχ! φίλη μου, αγαπημένη μου φίλη, είπε και άρχισε να κλαίη . . . πάρε με κοντά σου . . . ναι, πάρε με κοντά σου, τη βαρέθηκα πια τη ζωή τη βασανισμένη.
Ωστόσο η Κλάρα εσιωπούσε, την ανακούφιζαν τα δάκρυα της φίλης της. Δεν της ομιλούσε, παρακολουθούσε το ξέσπασμα της λύπης της.
Τα κλάματα τω όντι εξελάφρωσαν την ψυχήν της Μαλβίνας. Ήλθε στον εαυτόν της. Έπεσε στην αγκαλιά της κ. Κλάρας και της είπε.
— Τι μεγάλο κακό που σας έχω κάνει! . . .
— Όχι δα! εγώ σας έχω κάνει το μεγάλο το κακό. Ήθελα να σας γλυτώσω. Αλίμονο! κανείς δεν μπορεί να αποφύγη το γραφτό του. Πηγαίνετε στα καλό του Θεού. Ήλπιζα πως θα σας θεραπεύσω.
— Μα είδετε, πώς δεν υπάρχει θεραπεία.
Το υπόλοιπο της νυκτός επέρασε ήσυχα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'.
ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ ΕΙΣ ΕΔΙΜΠΟΥΡΓΚ
Άμα ξημέρωσε, η Μαλβίνα ζήτησε το αμάξι, διά να πάγη στο Κίνρος. Η Κλάρα της είπε:
— Άμα κάνη ανάγκη να μείνετε πολύ στο Έδιμπουργκ. θα πάρω τη Φανή νάρθω να σας εύρω.
Η Μαλβίνα έσφιξε το χέρι της και της είπε:
— Μένετε ήσυχη. Δεν λησμονώ ότι έχετε αδελφήν, την οποίαν ηδίκησεν ο άνθρωπος, εις τον οποίον πηγαίνω.
— Φιλτάτη Μαλβίνα, η Λουίζα μας ως προς την κοινωνίαν είναι πεθαμμένη. Κανείς δεν ξαίρη ότι ζη. Αυτοί που την υπηρετούν δεν ξαίρουν ποία είναι.
— Και γιατί έτσι;
— Η αδελφή μου είναι πανδρεμένη, αν ο σύζυγός της ήξαιρε ότι ζη, θα την εξεδικείτο ανιλεώς.
— Ω! την δυστυχή, πόσον τη λυπούμαι!
— Το βέβαιον είναι, είπεν η Κλάρα, ότι ο σερ Έδμον δεν είναι πλέον ο ίδιος. Εσάς σας αγαπά αληθινά τέλος πάντων, το είδα με τα μάτια μου και δεν αμφιβάλλω διά την ειλικρίνειαν του. Δεν είναι το αίσθημά του περιφρονήσεως άξιον, Μαλβίνα μου, κιάν δεν φοβήσαι μήπως καταστής δυστυχής . . . .
— Τι με μέλει; Αρκεί να μαγαπά εκείνος.
— Καημένη Μαλβίνα, τι πάθος σε έχει κυριευμένην! είπε καθ' εαυτήν η Κλάρα.
— Δεν μου λέτε, και του παιδιού η ύπαρξις είναι επίσης άγνωστη;
— Ναι υφίσταται κι' αυτό την τύχη της μητέρας του. Πριν γίνη κιαυτό θύμα της λύσσας του συζύγου της μητέρας του κατώρθωσα να το γλυτώσω μαζί μεκείνην μένα τέχνασμα, του οποίου η λεπτομερής διήγησις είναι μακρά. Αφίνω τον σερ Έδμον να σας την κάνη ο ίδιος. Η διήγησις αυτή θα του προκαλέση τους ελέγχους της συνειδήσεώς του και θα τον κάμη να εντραπή, θα του εμπνεύση μίσος πλέον προς πάσαν κακοήθειαν και θα τον καταστήση αντάξιον του έρωτός σας. Μαλβίνα, η αγάπη του προς εσάς έσβησε την προς αυτόν αποστροφήν μου. Μέκαμε σχεδόν να τον συμπαθώ.
Η Μαλβίνα εθέλχθη από τα λόγια της φίλης της, την αγκάλιασε και την εφίλησε τον ασπασμόν του αποχαιρετισμού.
Ανέβη κατόπιν στο αμάξι και διηυθύνθη ευθύς προς το Κίνρος. Άμα έφθασεν εκεί, εμίσθωσε αμάξι και ίππους και την άλλη μέρα το βράδυ κατέλυσε στο Φάλκιρκ, μέσα στο ξενοδοχείον που είχε συναντηθή προ ενός μηνός με τον Έδμον. Όταν εμβήκεν εις το ξενοδοχείον τόσην αδυναμία είχε, ώστε έτρεμαν τα γόνατά της και δεν ημπορούσε να αναβή τις σκάλες. Η υπηρέτρια ηναγκάσθη να την βοηθήση. Αφού ανέβησαν, της είπε:
— Η μιλαίδη φαίνεται να πάσχη. Τι κρίμα οι ωραιότεροι και ευγενέστεροι άνθρωποι να είναι πάντοτε λυπημένοι ή άρρωστοι!
— Βλέπετε πολλούς πάσχοντας εδώ;
— Ένας νέος λόρδος επέρασε χθες . . . . ήταν τόσον ωραίος και τόσο λυπημένος! Από τα σπλάχνα του έβγαιναν κάτι στεναγμοί, που μου εσπάραξαν την καρδιά.
— Μήπως ήτο πληγωμένος;
— Ω Θεέ μου! ναι, αλλά πώς το ξαίρετε;
— Πώς ήτο η κατάστασίς του;
— Ο χειρουργός είπε πώς δεν έχει φόβο για θάνατο, εκτός αν ο πυρετός αυξήση πολύ. Τότε . . . .
— Τι τότε; την διέκοψεν η Μαλβίνα φρίττουσα.
— Α μιλαίδη ο δόκτωρ Σάμπικ είναι πολύ σοφός άνθρωπος. Ωστόσο το λέγει καθαρά, ότι όλη του η επιστήμη δεν χρησιμεύει να σώση αυτόν τον νέον, αν η παραφροσύνη του εξακολουθήση.
— Ήτο λοιπόν εις κατάστασιν παραφροσύνης;
— Ναι, μιλαίδη, έλεγε πράγματα τα οποία κανείς δεν εκαταλάμβανεν. Ωμιλούσε μόνος του και ήτο θυμωμένος για τη γυναίκα που θέλησε, καθώς έλεγε αυτός, να τον θανατώση. Την ωνόμαζε αχάριστη, επίορκη, άπιστη και ακόμη της απέδιδε πολλά άλλα απρεπή ονόματα. Έπειτα έλεγε ότι την αγαπά, ότι την λατρεύει. Την παρακαλούσε να έλθη και την εβεβαίωνε ότι έμελε ναποθάνη ευχαριστημένος, αν την έβλεπε μια φορά ακόμη.
— Θέλω ναναχωρήσω αμέσως, εφώναξεν η Μαλβίνα.
— Ω Θεέ μου, αυτήν την ώρα! είπε η υπηρέτρια με απορία· ενόμιζα ότι η μιλαίδη ήθελε να περάση εδώ τη νύχτα τουλάχιστο.
— Όχι. Θέλω να πάγω αμέσως στο Έδιμπουργκ.
— Αλλά, μιλαίδη, θα φθάσετε εκεί μεσάνυχτα περασμένα και όλα τα ξενοδοχεία θα είναι κλειστά.
— Δεν πειράζει, αρκεί ότι θα είμαι πλησιέστερα προς εκείνον.
— Γνωρίζει λοιπόν εκείνον τον νέον η μιλαίδη;
— Τι σε μέλει; Φρόντισε να μου ετοιμασθή αμέσως ένα αμάξι.
— Αλλά η μιλαίδη δεν θέλει τουλάχιστον να αναπαυθή ολίγον! Ιδού το δωμάτιον, το οποίον ετοιμάσαμεν διά την μιλαίδην. Είναι το ίδιον που έμεινε και εκείνος ο νέος.
Η Μαλβίνα ελαχτάρησε.
— Ας δούμε λοιπόν είπε, και εμβήκε μέσα. Ήτο το ίδιον δωμάτιον, όπου πριν ένα μήνα είχαν περάση οι δύο τας πλέον ευχαρίστους ώρας της ζωής των. Η ενθύμησις εκείνη τόσο πολύ την συνεκίνησε, ώστε ησθάνθη λιποθυμίαν, δια τούτο επλάγιασε, ώστε εδέησε να πάρη μερικάς σταγόνας αιθέρος για να αναλάβη τας δυνάμεις της. Εν τούτοις επέμενε να φύγη κέστειλε την υπηρέτρια να φροντίση για το αμάξι.
Μόλις έμεινε μόνη, άρχισε να ερευνά παντού, μήπως εύρη κανένα χαρτάκι, ή μήπως ο Έδμον εχάραξε τίποτε απάνω στον τοίχο. Δεν ηύρε όμως τίποτε και υπέθεσε, ότι ο Έδμον ήταν πολύ βαριά, για τούτο δεν ημπόρεσε να δώσει κανένα σημείον της διαβάσεώς του από κείνο το μέρος. Η νύχτα της έφερνε τερατώδεις προαισθήσεις. Παντού έβλεπε φαντάσματα. Προησθάνετο συμφοράν. Ενόμιζεν ότι ήκουε παντού τας οιμωγάς του θανάτου. Μη δυναμένη να υποφέρη την κατάστασιν αυτήν εξήλθε από το δωμάτιον, ψυχρός ιδρώς την περιέρρεε. Κατέβη να ιδή, αν η άμαξα είχε ετοιμαστή. Αλλά άλλη απογοήτευσις την περιέμενε.
— Ο επιστάτης του ξενοδοχείου ήτο μεθυσμένος, η γυναίκα του εστρίγγλιζε, οι υπηρέται ελογομαχούσαν περιφερόμενοι. Κανείς δεν την άκουε και κανείς δεν της απαντούσε.
Ώστε ηναγκάσθη να επιστρέψη εις το δωμάτιόν της.
Το πρωί μόλις έφεξε, ανεχώρησε αμέσως και έφθασε στας ένδεκα στο Έδιμπουργκ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'.
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ
Η Μαλβίνα στο Έδιμπουργκ έμεινε στο σπίτι της γριάς Μούδης, που δεν απείχε πολύ από το μέγαρο της κ. Μπιρτών
Η χαρά της Μουδ ήτον απερίγραπτη, όταν είδε τη Μαλβίνα. Εκείνη όμως την παρεκάλεσε να διατηρήση όσο μπορούσε μυστικόν τον ερχομόν της.
— Ναι, κυρία, χρέος μου να σας υπακούσω. Κανείς δεν θα μάθη τίποτε για τον ερχομό σας. Αλλά σας παρακαλώ να μου πήτε εμένα . . .
— Την αιτία που ευρίσκουμαι εδώ; Θα την μάθης, κυρά Μουδ. Θα λάβω μάλιστα και ανάγκην να με βοηθήσης.
— Μεγάλη η ευτυχία μου, να μπορέσω, να σας φανώ χρήσιμη.
— Κάθησε κοντά μου, κυρά Μουδ, θα έμαθες βέβαια, πως εχωρίσθηκα από την εξαδέλφην μου.
— Ναι, κυρία, τα έμαθα όλα από τους υπηρέτας της, από την Άννα προ πάντων. Είναι συγγενής του ανδρός μου· όλες οι υπηρέτριες σας ελάτρευαν εκεί μέσα. Όσα μου είπε, όλα ήσαν προς αθώωσίν σας. Ελυπείτο πολύ η Άννα για την απουσία σας.
— Σευχαριστώ, καλή μου γραία Μουδ. Θα ξαίρεις λοιπόν ότι ο σερ Έδμον Σέυμουρ είναι ο αγαπημένος μου.
Η γριά Μουδ κατένευσε. Η Μαλβίνα εξηκολούθησε:
— Και οι δύο βέβαια είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι και ημπορούμε να τελέσωμεν τους γάμους μας, αλλά κάτι είναι που μας εμποδίζει, έπειτα. . . . εκείνος είναι. . . . πληγωμένος. . . Και ίσως δεν είναι καλά . . .
Οι λυγμοί την εμπόδισαν να εξακολουθήση την ομιλίαν της.
— Λοιπόν, κυρία μου, διατάξετε· είμαι πρόθυμη για όλα, είπε η Μουδ.
— Μένει στις κ. Μπιρτών;
— Εκεί μένει· μάλιστα. Ήρθε χθες το πρωί. Η κ. Μπιρτών έγινε έξω φρενών, άμα τον είδε σε τέτοια κατάσταση, τέλος έπεσε αναίσθητη και πολλήν ώρα απησχόλησε τον ιατρόν, που ήρθε με τον ανεψιόν της.
— Ξαίρεις τι είπε ο ιατρός για την πληγή του; Είναι επικίνδυνη;
— Όχι, κυρία μου, η πληγή του είναι ολότελα ακίνδυνη· αλλά έπαθε πυρετόν από τον μεγάλον πνευματικόν κλονισμόν, τον οποίον υπέστη, όπως είπεν ο ιατρός.
— Ω Θεέ μου, εγώ λοιπόν είμαι η ένοχος! εγώ τον στέλνω στον τάφο! Για όνομα του Θεού, καλή μου γραία, τρέξε να μάθης. Και θέλω να μαθαίνης κάθε μέρα. κάθε ώρα . . . Τι γίνεται; Τι επιθυμεί; Προ πάντων μάθε, αν ζητεί εμένα. Είμαι πρόθυμη να παραβλέψω τα πάντα και να πέσω στα πόδια της κ. Μπιρτών.
— «Άφισέ με να τον ιδώ για τελευταία φορά!» . . . θα της πω.
— Μη κάνετε έτσι, καλή μου κυρία, είπε η κ. Μουδ· τρέχω αμέσως να μάθω. Η Άννα θα μου πει όλα τα πάντα και πριν περάσει μία ώρα θα γνωρίζετε παν ότι συνέβηκε και ότι ελέχθηκε στης κ. Μπιρτών.
— Τίποτε άλλο δεν θέλω να μάθω, παρά τι γίνεται εκείνος! για τίποτε άλλο δεν με μέλει.
— Κυρία, εμπιστευθήτε σε μένα και μη αμφιβάλλετε, ότι θα πάνε καλά τα πράγματα.
— Καλά λοιπόν, κάμε όπως ξαίρεις, αλλά κάμε γρήγορα.
Η γραία Μουδ έφυγε κατευχαριστημένη, διότι της εδίδετο η ευκαιρία να υπηρετήση την ευεργέτιδά της, υπερήφανη σαν πρέσβυς επιτετραμένος σπουδαίας διαπραγματεύσεις.
Η Μαλβίνα επερίμενε ανήσυχη. Επεριπατούσε δώθε κείθε νευρική.
— Να μην έρθη γρήγορα η Μουδ . . . αν έρθη γρήγορα κακό σημείο! . . . Η Μουδ λοιπόν αργούσε.
— Αχ γιατί αργεί έτσι λοιπόν; . . φοβερό πράγμα . . ο Έδμον δεν είναι καλά! . . Έτρεχε στο παράθυρο και έβλεπε μακράν.
Ανέπνεε με δυσκολίαν. Τα συναισθήματα της άλλαζαν στο λεπτό.
Της εφαίνετο ότι ο καιρός έπαυσε να προχωρή. Αγωνιώσα επερίμενε. Τέλος εφάνη η Μουδ. Της έγνεψε με το χέρι να τρέξη γρήγορα. Επήγε και την υπεδέχθη στο σκαλοκέφαλο:
— Λοιπόν πώς είναι; την ηρώτησε με βία, μόλις φάνηκε εκείνη.
— Πάμε μέσα καλύτερα, κυρία μου, ίσως εδώ μας ακούσει κανένας.
— Μια λέξη . . . μια μόνη λέξη! Πώς είναι; . . για όνομα του Θεού!
— Αλλά, κυρία μου, μην κάνετε έτσι . . . Τι παθαίνετε; . . . εσείς τρέμετε ολόκληρη· μήπως έχετε σκοπό ναρρωστήσετε και σεις;
— Πώς είναι εκείνος! . . . εκείνος! . . . λέγε, αποκρίσου, σε ικετεύω μη μου κρύψης τίποτε . . . πώς είναι;
— Κυρία, η Άννα λέγει, ότι σήμερα ο γιατρός, αφού αρκετή ώρα είδε το σφιγμό του και παρετήρησε τα μάτια του, κούνησε το κεφάλι του και δεν είπε τίποτε άλλο.
— Δεν είπε τίποτε! . . . Κούνησε το κεφάλι του! Μουδ, αλλά δεν είναι καλά λοιπόν ο Έδμον, λέγε Μουδ . . . δεν τον ερώτησε λοιπόν κανείς!
— Δεν ξαίρω . . . . η Άννα δεν ακολούθησε το γιατρό μέσα στην αίθουσα.
— Ω θεέ μου, αλλά τι έμαθες λοιπόν;
— Να σας τα πω, κυρία μου. Η Άννα λοιπόν μένει πάντα μέσα στον κοιτώνα του κ. Έδμον. Δεν είναι μεν αυτή η νοσοκόμος του, αλλά . . .
— Αλλά; . . .
— Αυτή βοηθεί την νοσοκόμον, πηγαινοέρχεται κοντά του, του δίνει ότι χρειάζεται και λυπάται πολύ που τον βλέπει σε τέτοια κατάσταση. Είναι τόσο καλός . . . η καημένη η Άννα πόσο θα χαρή, άμα μάθη πώς θα γίνετε σύζυγός του! Θέλει λέει, να σας παρακαλέση να την πάρετε στην υπηρεσία σας! Πίστευα μάλιστα, ότι δεν θα αρνηθήτε. Δεν είναι έτσι;
— Για όνομα του Θεού, κυρά Μουδ, μα έχω εγώ καιρό νακούω τώρα ιστορίες για το τι θέλει η Άννα! Μουδ, δε μου μιλείς για τον Έδμον!
— Ακριβώς, κυρία, για κείνον θέλω να σας μιλήσω. Η Άννα λοιπόν . . .
— Πάλι η Άννα . . .
— Σήμερα το πρωί τον άκουσε να παραμιλεί μέσα στον πυρετό του.
— Τι έλεγε λοιπόν;
— Έλεγε, λέει. . . . αλλά η Άννα φρονεί, ότι ήταν φαντασίες του πυρετού, γιατί ποτέ δεν πιστεύει, λέει η Άννα, ότι η κυρία Μαλβίνα έβαλε τον κ. Πρίορ, καθώς έλεγε ο κ. Έδμον, να τον σκοτώσει, λέει. Και τόσο απίστευτο, λέει η Άννα, είναι τούτο, καθόσο σε άλλες ώρες ο κ. Έδμον καλεί την κ. Μαλβίνα αγαπημένην του, την εξορκίζει να μην απορρίψη την ικεσία του, λέγει ότι η εκκλησία είναι έτοιμη . . . . μα έξαφνα τραβά και σχίζει το δέσιμο της πληγής του και λέγει, ότι θέλει να πεθάνει, γιατί μόνο θάνατος του θα σας ευχαριστήση, λέει.
— Θεέ μου. Θεέ μου!
— Ωστόσο εχθές το βράδι ησύχασε ολίγον και τότε ήρθε η κ. Μπιρτών να τον επισκεφθή. Η Άννα κρυμμένη κάπου πίσω από το παραπέτασμα άκουσε όλη τους τη συνομιλία . . Η κ. Μπιρτών κάθισε κοντά του ψυχρή. Αφού τον ρώτησε πώς είναι; εξακολούθησε.
— «Ελπίζω ότι τώρα πλέον θα συμφωνήσης μαζί μου και συ. Είδες τώρα πια με τα ίδια σου τα μάτια, τι ραδιούργον και πλάνον πνεύμα είναι η κ. Σορκή. Θα προσπαθήσης να την λησμονήσης ολότελα και θα συγκατανεύσης να εκπληρώσης τας υποσχέσεις, που έδωκα για σένα στον λόρδο Στάφφορδ. Και έτσι πια σε συγχωρώ», είπε με ευμένεια η κ. Μπιρτών.
— Δεν θέλω να με συγχωρήσετε ποτέ, είπε ο Έδμον με ταραχή. Ποτέ εγώ δεν θα πάρω άλλη γυναίκα και να το ξαίρετε.
— Πώς; είπεν η κ. Μπιρτών με κατάπληξιν, αρνείσαι κάθε άλλη γυναίκα για μίαν τέτοια μιαρή πανούργα, για μίαν παλιό . . .
— Κυρία! διέκοψεν ο Έδμον. Αν ηπάτησε, ηπάτησε εμένα, το ξαίρω . . . έπρεπε βέβαια να την μισώ για τούτο. Αυτός είναι ο χαρακτήρ μου, αλλά αυτή έχει μεταβάλει και τον χαρακτήρα μου. Ακούστε λοιπόν: Για να την εκδικηθώ στην πρώτη ορμή του θυμού μου, είπα να με φέρουν εδώ σ' εσάς. Αλλά . . . αι τι τα θέλετε: δεν υποφέρω νακούσω, να πη άλλος κακό γιαυτήν. Σεμένα έφταιξε, τους άλλους τι τους μέλει; ίσως εγώ να έχω το δικαίωμα να την κατηγορήσω, αλλά δεν επιτρέπω μπροστά μου σε κανένα άλλον, να προσβάλη την υπόληψή της.
Η Μαλβίνα τότε με πολλή συγκίνηση εφώναξε: — Αγαπημένε μου Έδμον! εγώ να σε πικράνω έτσι| . . . τι καταδρομή της μοίρας μου ήταν αυτή! Πιστεύεις λοιπόν ότι εγώ επιθύμησα το θάνατό σου, ω θεέ μου! Πώς θα μπορέσω νανταμείψω της καρδιάς σου την γενναιότητα! Πώς θα καταισχύνω τους αμφισβητούντας τας αρετάς σου! Και τι απεκρίθη η κ. Μπιρτών, Μούδη:
— Είπε ότι αυτά τα αποδίδει εις τον πυρετόν του, και ότι ελπίζει να τον εύρη αργότερα πλέον ήσυχον, και τότε θα σκεφθή λογικώτερα, για τούτο δεν μπορεί ακόμη να σχηματίση αυτή καμίαν ιδέαν. Τον εχαιρέτησε λοιπόν και του είπε να μη συγχύζεται, για να θεραπευθή γρήγορα, και τότε θα τα ξαναπούνε.
Η Άννα ηκολούθησε σιγά σιγά έξω την κ. Μπιρτών και είδε την κ. Φέμπικ να τρέχη να την συναντήση, ενώ ανέβαινε τη σκάλα.
— Λοιπόν; την ερώτησε η κ. Φέμπικ τι λέει ο Έδμον;
— Ο παράλογος ενθουσιασμός του έχει περισσέψει, Κίττη μου.
— Δεν υπάρχει λοιπόν ελπίς να τον αποσπάσωμεν.
— Σχεδόν· εγώ όμως θα τους χωρίσω.
— Αλλά πώς θα τον κάμης να πάρη την λ. Σούμεριλ, αν αυτός εξακολουθή ναγαπά την κ. Σορκή;
— Έχω τα σχέδιά μου και μη φοβάσαι . . .
Εδώ οι δύο κυρίες απομακρύνθηκαν, κέτσι η Άννα δεν κατώρθωσε νακούση παρακάτω την συνομιλίαν τους. Η Άννα όμως με εβεβαίωσε, ότι η κ. Φέμπικ σας ζηλεύει πολύ για την αγάπη του κ. Έδμον.
— Αρκεί, γραία Μουδ, δεν θέλω να μάθω τίποτε άλλο· εκτός της υγείας του Έδμον τίποτε άλλο δεν μενδιαφέρει. Άφισέ με τώρα μόνην. Μην ομιλήσης για μένα σε κανένα, πως ευρίσκομαι εδώ. Μην ξεχνάς μόνο να με ειδοποιήσης, άμα μάθης τίποτε νέο για τον Έδμον.
Το υπόλοιπο της ημέρας το πέρασε ανήσυχη και χωρίς ειδήσεις νεωτέρας από τον ασθενή. Την νύκτα τρομερά όνειρα την κατετάραξαν. Όταν ο οργανισμός είναι επηρεασμένος από μεγάλες συγκινήσεις και όταν το πνεύμα του κοιμωμένου αδρανεί ναρκωμένον υπό του ύπνου, το γενικόν αισθητικόν είναι εν αταξία και υποφέρει η ψυχή, καίτοι το σώμα αναπαύεται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'.
ΝΕΟΙ ΦΟΒΟΙ
Κουρασμένη η Μαλβίνα κιαπό τον ύπνο της το βασανισμένο, εσηκώθη. Η γριά Μουδ της έφερε το τσάι.
— Πώς είναι ο Έδμον σήμερα; είναι καλύτερα; έμαθες τίποτε;
— Αχ κυρία μου . . .
— Λέγε, Μούδη.
— Τι να σας πω; Δεν τολμώ.
— Δεν είναι λοιπόν καλά ο Έδμον;
— Ο πυρετός λαμβάνει επίφοβον χαρακτήρα. Ο ιατρός φρονεί, ότι είναι δυνατόν να γυρίση εις λοιμικήν αρρώστια. Η κ. Μπιρτών είναι πολύ ταραγμένη φοβάται μήπως μολυνθή το σπίτι της.
— Λοιμική αρρώστια, λέει; Και ποιος είναι κοντά του; ποιος τον περιποιείται; ποιος ελαφρώνει τους πόνους του;
— Έχει καλήν νοσοκόμον. Εγώ την ξαίρω.
— Την ξαίρεις Μούδη: Δεν μπορείς να με συστήσεις κεμένα, να με κάνεις να την γνωρίσω, να της ομιλήσω;
— Ξαίρω κεγώ; Αύτη ούτε στιγμή δεν αφίνει τον άρρωστο, πού να την δήτε; Μόνο λένε, να πάρουν και μίαν άλλη νοσοκόμα για να την βοηθή, και τότε. . .
— Τι είπες: θα πάρουν κιάλλη νοσοκόμα είπες;
— Έτσι μου φαίνεται.
— Τότε λοιπόν πληροφορήσου καλά, κέλα σεμένα, να σου εύρω μία νοσοκόμα. Τακούς;
— Tι λέτε, κυρία μου, και πού θα τη βρήτε σεις από δω μέσα;
— Την έχω έτοιμη εγώ. Μάθε συ αν θα πάρουν κιάλλη νοσοκόμα, για το συμφέρο σου και για την ησυχία μου· μην αμελήσης αυτό που σου λέω.
Η Μουδ της το υπεσχέθη, χωρίς να εννοή τίποτε. Εξέλαβε ως ελαφράν σύγχυσιν του νου την τοιαύτην διάθεσιν της Μαλβίνας.
Εκείνη εκάθησε στηρίζουσα το κεφάλι στα χέρια της. Δεν ημπορούσε να υποφέρη πλέον το βάρος της οδύνης.
— Ω θεέ μου, εσκέφθη, είναι λοιπόν γραφτό να πάθω και το δυστύχημα τούτο; να χάσω τας δυνάμεις μου τη στιγμή που μου χρειάζονται!
— Η κυρία πρέπει να πιή κάτι, που να την δυναμώση.
— Φέρε μου τίποτε, αν έχης, είπε χωρίς διάθεση η Μαλβίνα.
Έτρεξε και της έφερε ζωμόν κρέατος. Η Μαλβίνα ήπιε λίγο. Εσηκώθη και επήγε προς το παράθυρο, Το άνοιξε και βλέπωντας έξω είπε:
— Εκεί λοιπόν είναι; και πάσχει! εκεί όπου εγώ είχα ορκιστεί να μη γυρίσω ποτέ! . . Και στρεφομένη προς την Μουδ:
— Πιστεύεις, της λέγει, πως απεφάσισαν να την πάρουν;
— Ποιαν να πάρουν, κυρία μου;
— Τη νοσοκόμα· δεν μου μιλούσες πρωτύτερα για μια νοσοκόμα ακόμη που θέλουν διά τον Έδμον;
— Α ναι, συγχωρήστε με, κυρία μου. Έφυγε ολότελα από το νου μου.
— Και σε τι έχεις λοιπόν το νου σου:
— Να, η Άννα μου έλεγε, ότι εδώ όλοι αυτοί οι καλοί - καλοί ζητούν να απατούν ο ένας τον άλλον. Όποια φαντάζεται, πως είναι πιο έξυπνη από τις άλλες, εκείνη απατάται και περισσότερο. Η κ. Φέμπικ λόγου χάρη μια που δεν κατόρθωσε να πάρη τον κ. Έδμον. . . .
— Φτάνει, Μούδη, δεν θέλω να μου μιλείς γιαυτούς τους ανθρώπους πλέον . . . Πήγαινε να μου φέρεις ένα καλαμάρι και χαρτί. Θέλω να γράψω.
— Να γράψετε, κυρία; . . . Αλλά είσθε τόσο αδύνατη . . . . το γράψιμο θα σας κουράση.
— Μουδ, εξηκολούθησε η Μαλβίνα, φέρε μου ακόμα ένα καπέλλο σου κένα φόρεμά σου.
— Για σας, κυρία;
— Ναι θέλω να τα δοκιμάσω αυτήν την ώρα.
— Θα αστειεύεται βέβαια η κυρία.
Η Μαλβίνα την παρετήρησε ατενώς. Ύστερα χαμογέλασε οικτρά, έσφιξε τα χέρια της και της είπε.
— Κυρία Μουδ, υπάρχουν περιστάσεις, που μπορείς κανείς ευκολώτερα να πεθάνη παρά να αστειευθή. Τρέξε και μην αργείς πλέον, να μου φέρης ότι σου ζητώ.