Παρ. Α'. Ποσά διατεθέντα εν τω χρηματιστηρίω του Λονδίνου.
Υπό τον τίτλον τούτον συμπεριλαμβάνονται:
α') Οι κρατηθέντες τόκοι δύο ετών και το χρεωλύσιον ενός έτους, ήτοι 220,000, καθώς και η προμήθεια των εκδοτών Ρικάρδων, η ανερχομένη, ως γνωρίζομεν, εις 64,000 (3% επί του ονοματικού κεφαλαίου 2% επί των πληρωμένων τόκων).
β') 212,20 Λ. αφιερωθείσαι εις εξαγοράν ομολογιών.
Και καθ' όσον μεν αφορά εις τα πρώτα ποσά, δεν δύναμαι να προβάλω πολλάς αντιρήσεις. Ανάλογοι τόκοι ετέθησαν κατά μέρος κατά την έκδοσιν του α' δανείου. Επίσης η προμήθεια των Ρικάρδων, ήτις τοσαύτας εξήγειρε διαμαρτυρίας (56), δεν πρέπει να θεωρηθή ως υπερβολική· ίσως μόνον έδει να περιοριστή εις δύο τοις εκατόν. Όταν όμως έρχηταί τις εις το ζήτημα της εξαγοράς των ομολογιών, πάσα δικαιολογία παύει ούσα βάσιμος.
Πράγματι, η εξαγορά εγένετο το μεν δυνάμει της συμβάσεως, το δε δι' απλής πρωτοβουλίας της τετραρχίας.
Και δυνάμει του συμβολαίου του β' δανείου, η Ελλάς ώφειλε να εξαγοράση 250,000 λιρών ομολογίας του α' δανείου, και τούτο ίνα υπερτιμηθώσι τα Ελληνικά χρεώγραφα και εδραιωθή η πίστις του Ελληνικού κράτους. — Εις την τρέχουσαν τιμήν της αγοράς εξηγοράσθησαν ομολογίαι ονοματικής αξίας 250,000 Λ. αντί 113,200 Λ.
Νυν είνε προφανές ότι τοιαύτη επιχείρησις ήτο θεωρητικώς μόνον ορθή. Πρώτον, διότι, ότε εγένετο η σύμβασις, αι ομολογίαι του α' δανείου ετιμώντο προς 60% (57) της ονοματικής αυτών αξίας, και ήτο συνεπώς αυτόχρημα μωρία να εκδίδη τις ομολογίας προς 55 1/2, διά να αγοράζη τοιαύτας προς 60. Δεύτερον, διότι ο όρος ούτος ήτο εντελώς περιττός διά να επιτύχη το β' δάνειον, άτε αρκούντων των άλλων δελεασμάτων. Τρίτον, όπερ και κύριον, διότι η Ελλάς είχε χρείαν αμέσου επικουρίας, και ηδύνατο να αναβάλη μέχρι της απελευθερώσεως την μέριμναν περί αποσβέσεως του δημοσίου αυτής χρέους. Ανάγκη λοιπόν να παραδεχθώμεν, ότι η εξαγορά τοσούτων ομολογιών ωρίσθη εν τη συμβάσει μόνον και μόνον διότι εδίδετο ούτω πως εις τους εντεταλμένους την εξαγοράν Ρικάρδους αφορμή νέων μεσιτειών.
Το σκάνδαλον επηυξήθη έτι μάλλον ότε, ανεξαρτήτως του συμβολαίου, η τετραμελής επιτροπή, η αποσπάσασα από των χαλαρών χειρών των Ελλήνων αντιπροσώπων την διαχείρισιν του δανείου, απεφάσισε να προβή εις νέας εξαγοράς, αφιέρωσε δε εις τον σκοπόν τούτον 99,020 λιρών (58).
Η δοθείσα δικαιολογία ήτο ότι επεδιώκετο τοιουτοτρόπως η αναχαίτισις της εκπτώσεως των ελληνικών αξιών. Δοθέντος όμως ότι η έκπτωσις αύτη ωφείλετο ουχί εις την πληθώραν των Ελληνικών χρεογράφων, αλλ' εις την επαπειλούσαν την Ελλάδα καταστροφήν, ήτο πράγματι παράλογον να θέλη τις ν' αναχαιτίση την κατάπτωσιν ταύτην αποστερών την Ελλάδα των μόνων μέσων, δι' ων η καταστροφή αυτής ηδύνατο ν' αποτραπή.
Η αλήθεια δε είνε ότι η περί ης ο λόγος εξήγησις ουχί μόνον βάσιμος δεν ήτο, αλλ' ούτε καν εδίδετο καλή τη πίστει. Επεδιώκοντο πάντοτε αι μεσιτείαι, ιδίως δε η ανύψωσις της αξίας των μετοχών, αίτινες ήσαν εις χείρας των κ. κ. Ρικάρδων και των φίλων αυτών. Ούτοι, ζημιούμενοι διά της εκπτώσεως των ομολογιών, ουχί μόνον ηξίουν ν' αναβιβασθή τεχνητώς η τιμή αυτών (59), αλλά, και ότε τούτο απεδείχθη ανεπαρκές, επέτυχον την εξαγοράν αυτών εις τιμήν πλέον ή τριπλασίαν της τρεχούσης (60).
Παρ. Β'. Χρήματα δαπανηθέντα εις στρατιωτικάς και ναυτικάς
παρασκευάς.
Η β' αύτη παράγραφος απορροφήσασα 392,000 Λ. δύναται να υποδιαιρεθή
εις τρία τμήματα:
| I. Προμήθ. όπλων, πολεμεφόδ. και καννονίων | = | 77,000 Λ. |
| II. Κατασκευήν πλοίων εν Αγγλία και διοργάνωσιν του επικουρικού σώματος υπό τον Cochrane | = | 160,000 Λ. |
| III. Κατασκευήν φρεγατών εν Αμερική | = | 155,600 Λ. |
| -------- | ||
| 392,600 Λ. |
Εξετάσωμεν τα τρία ταύτα ζητήματα, ολίγα μέν τινα λέγοντες περί του πρώτου, διεξοδικώτερον δε πραγματευόμενοι περί των ετέρων δύο.
I. Προμήθεια όπλων, καννονίων και πολεμεφοδίων.
Το τμήμα τούτο διαιρείται εις δύο κύρια κονδύλια: την προμήθειαν των όπλων και των πολεμεφοδίων, ήτοι 57,000 Λ. και την αγοράν καννονίων, άτινα εστοίχισαν 20,000 λιρών.
Η προμήθεια των όπλων εγένετο εν Αγγλία και δεν παρουσιάζει διά το περιωρισμένον θέμα ημών ιδιάζον ενδιαφέρον (61).
Η αγορά των καννονίων εγένετο κατά διαταγήν της κυβερνήσεως, ήτις ήθελεν αφ' ενός μεν ν' ανακαινίση τον οπλισμόν των φρουρίων, αφ' ετέρου δε να οπλίση τον υπάρχοντα στόλον. Προς τούτο επεζητείτο η ανταλλαγή των ορειχαλκίνων καννονίων των ελληνικών φρουρίων, ιδίως των του Ναυπλίου, προς σιδηρά τοιαύτα (62) εξ άλλου διά τον οπλισμόν του στόλου διετάσσετο η αγορά ογδοήκοντα ζευγαρίων καννονίων σιδηρών.
Η επιτροπή, κατόπιν διαφόρων επεισοδίων, άτινα παραλείπομεν (63), δεν ηδυνήθη να εκτελέση ειμή την δευτέραν των διαταγών τούτων. Πλην και αυτά τα αγορασθέντα καννόνια δεν έφθασαν πάντα εις Ελλάδα.
ΙΙ. Κατασκευή ατμοπλοίων εν Αγγλία. Εμφάνισις του Cochrane.
Άμα σχεδόν τη ενάρξει του αγώνος, η ανάγκη ολίγων πολεμικών ατμοπλοίων εγένετο καταφανής. Πάντες έβλεπον ότι, καίτοι η Ελλάς δεν ήτο εις θέσιν διά πολλούς λόγους, ιδίως χρηματικούς, ν' αντιπαρατάξη επί μακρόν στόλον ίσον προς τον του Σουλτάνου, ηδύνατο εν τούτοις ν' αναδειχθή νικηφόρος, εάν το ποιόν ανεπλήρου τον αριθμόν. Ατμόπλοια, φέροντα λ. χ. καννόνια 64 λιτρών, ήσαν ικανά να επενέγκωσι την επιδιωκομένην ισορροπίαν, προσβάλλοντα εν καιρώ γαλήνης τον ακίνητον Οθωμανικόν στόλον, διακόπτοντα τας συγκοινωνίας και βοηθούντα παντοιοτρόπως τα πυρπολικά.
Τας εξ ατμήρους στόλου προκυπτούσας ωφελείας εξέθηκεν από του 1823 διά μακρού υπομνήματος, υποβληθέντος εις τον Βύρωνα, ο Frank Abney Hastings (64). Το μόνον δε κώλυμα εις την εκτέλεσιν του εν λόγω σχεδίου ήτο η έλλειψις επαρκών χρημάτων. Επομένως, ευθύς ως διά της συνάψεως των δανείων το κώλυμα τούτο ήρθη, η τε Ελληνική κυβέρνησις και η εν Λονδίνω επιτροπή σοβαρώς επελήφθησαν της συγκροτήσεως εν Αγγλία ατμοκινήτου στολίσκου.
Δυστυχώς και εν τη περιστάσει ταύτη, μάλλον ή εν άλλη, ανεφάνη η αθλία επιρροή της τετραρχίας, η δε επιχείρησις, εφ' ης εβασίσθησαν τόσαι χρυσαί ελπίδες, κατέληξεν εις αηδή καταστροφήν.
Μόλις πράγματι απεφασίσθη η συγκρότησις του νέου στόλου, και πριν έτι περατωθώσιν αι διαπραγματεύσεις της συνάψεως του β' δανείου, ο γνωστός φιλέλλην και μέλος της τετραρχίας κ. Ellice προέτεινε να τω ανατεθή, αντί 10,000 Λ., η φροντίς της κατασκευής και οπλισμού μιας κορβέττας 400 τόννων, ήτις έμελλε να φέρη το όνομα Καρτερία και να υπαχθή εις τας διαταγάς του Hastings. Των προτάσεων αυτού γενομένων δεκτών, άμα τη εκδόσει του δανείου (65), ο κ. Ellice ανέθηκε την κατασκευήν της Καρτερίας εις τον ναυπηγόν Galloway, όστις ανέλαβε την υποχρέωσιν να παρασκευάση το πλοίον μεθ' όλων των αναγκαίων διά πλουν εντός του Αυγούστου 1825. Αλλ' ο κ. Ellice δεν είχε φροντίση να ορίση εν τω συμβολαίω ποινικήν ρήτραν, ο ναυπηγός έφερε μυρίας αναβολάς (66) και η Καρτερία μετά πολλάς περιπετείας (67) έφθασεν εν Ελλάδι μόνον κατά Σεπτέμβριον του 1826. Αλλά και τότε, ως εκ της αθλίας αυτής καταστάσεως, δεν προσήνεγκε, καίτοι ο ηρωισμός του κυβερνήτου υπήρξε μέγας, ειμή ελαχίστας υπηρεσίας.
Αλλά τα της Καρτερίας είναι μικρά παραβαλλόμενα προς τα κατόπιν συμβάντα.
Ολίγον μετά την έκδοσιν του δανείου η τετραρχία, χωρίς καν να συμβουλευθή τους Έλληνας επιτρόπους (68), παρήγγειλεν εις τον αυτόν κ. Galloway πέντε ατμοκίνητα, παραδοτέα εντός τεσσάρων ή πέντε μηνών, αντί 110,000 Λ.
Ήτο βεβαίως πολύ φρονιμώτερον ν' αγορασθώσι πλοία έτοιμα και ευθηνότερον (69), τοσούτω μάλλον καθ' όσον η αποστολή του στολίσκου ήτο τα μάλιστα κατεπείγουσα (70) και ουδεμία βεβαιότης υπήρχεν ότι τα πλοία θα ώσι κατεσκευασμένα εντός του ωρισμένου χρόνου. Πράγματι, πλην του ότι και πάλιν παρημελήθη η καταχώρισις εν τω συμβολαίω ποινικής ρήτρας, ο Galloway ήτο άξιος πολύ μικράς εμπιστοσύνης, καθ' ό έχων υιόν εν τη υπηρεσία του Μεχμέτ - Αλή, εν τη υπηρεσία δηλαδή εκείνου, εναντίον του οποίου ακριβώς εγίνοντο αι προπαρασκευαί (71).
Οπωσδήποτε η κατασκευή πέντε ατμοπλοίων απεφασίσθη. Ολίγω βραδύτερον αφίκετο εν Αγγλία ο Κόχραν, άρτι θαυματουργήσας εν Νοτίω Αμερική και εγκαταλείψας κατόπιν διαφωνίας την υπηρεσίαν της Βρασιλιανής κυβερνήσεως. Η τετραρχία εσκέφθη να προσλάβη αυτόν ως διοικητήν του ατμοκινήτου στόλου, και κατόπιν πολλών υποσχέσεων (72) έπεισε την ελληνικήν επιτροπήν, ην την φοράν ταύτην συνεβουλεύθη, να υπογράψη μετά του Κόχραν συμβόλαιον, δι' ου ούτος εχειροτονείτο Ναύαρχος όλου του Επικουρικού στόλου μετ' ευρείας δικαιοδοσίας (73) και αμοιβής χρηματικής Λ. 37,000 (74).
Ατυχώς η εκλογή του Κόχραν, ήτις εχαιρετίσθη απανταχού ως απαρχή βεβαίου θριάμβου, συνέτεινεν εις το να καταστώσιν άχρηστοι και αι εις τα πέντε ατμοκίνητα αφιερωθείσαι 113,000 Λ., αίτινες προστιθέμεναι εις τας 37,000, ας έλαβεν ο Κόχραν, ανήγαγον τα διά ναυτικάς προπαρασκευας εν Αγγλία ματαίως δαπανηθέντα χρήματα εις σύνολον 150,000 Λ. (75)
Ιδού δε πώς: Ο Κόχραν άριστος ναυτικός είχε το αμάρτημα να θεωρή εαυτόν μέγαν εφευρέτην. Κατώρθωσε δε να πείση τους κ. κ. Hobhouse, Ricardo, Burdett και Ellice να εφαρμοσθή εις τα νέα πλοία νέον τι σύστημα μηχανών υπ' αυτού εφευρεθέν. Τοιαύτη πρότασις ήτο τοσούτω μάλλον απαράδεκτος, καθ' όσον η εφαρμογή των νέων μηχανών προϋπέθετε και μεγάλας τροποποιήσεις εις τα ήδη ημιτελή σκάφη. Εν τούτοις ο ατμήρης στολίσκος, η τελευταία ελπίς της Ελλάδος, εφάνη εις τους εν Λονδίνω τραπεζίτας ουχί απρόσφορον έδαφος διά πρωτοφανή πειράματα, και οι ναυπηγοί έλαβον διαταγάς να εκτελέσωσι πλοία και μηχανάς κατά τα σχέδια του Κόχραν.
Ποίον υπήρξε το αποτέλεσμα των πειραμάτων τούτων είναι γνωστόν εις τους οπωσδήποτε μελετήσαντας την ελληνικήν επανάστασιν (76).
Είχε παραγγελθή η κατασκευή πέντε ατμοκίνητων, δύο μεγάλων και τριών μικρών (77). Εκ των πρώτων το έν, η Επιχείρησις, κατώρθωσε ν' αποπλεύση εκ Λονδίνου, αλλά μόλις εξήλθε του Ταμέσεως δεν ηδυνήθη ως εκ της εσφαλμένης κατασκευής να θαλασσοπορήση και ολίγου δειν εβυθίζετο. Διασωθέν ως εκ θαύματος, υπό του παρατυχόντος Αγγλικού πολεμικού Colombine, ερρυμουλκήθη εις Plymouth, όπου έμεινε σχεδόν δύο μήνας εις χείρας των ναυπηγών. Αφ' ου προσετέθησαν εις τα πλάγια μέρη του πλοίου παχύταται παγίδες και ηλλάγη το πηδάλιον, ηδυνήθη τέλος να πλεύση. Αφικόμενον δε εις Ελλάδα κατά Σεπτέμβριον του 1828 έμεινεν άχρηστον. Το δεύτερον των μεγάλων πλοίων, ο Ακαταμάχητος, εκάη επί του Ταμέσεως κατά τας δοκιμάς.
Εκ δε των τριών μικρών έν μόνον, αλλαγείσης της μηχανής, έφθασε τέλος εις Ελλάδα κατόπιν εορτής (78). Τα δύο άλλα μη δυνάμενα να πλεύσωσιν εσάπησαν εις τα πρόθυρα του Λονδίνου.
Ταύτα εν ολίγοις τα κατά τα εν Αγγλία ναυπηγηθέντα πλοία. Δεν είνε υπερβολή να είπη τις ότι, εάν αι εις κατασκευήν ατμοκινήτων αφιερωθείσαι 160,000 Λ. (4,000,000 φρ.) εχρησιμοποιούντο λυσιτελώς, άλλη ίσως θα ήτο η τύχη του αγώνος κατά το 1826. Έτι δ' ευμενεστέρα θα ήτο η τύχη των όπλων, εάν εις τα εν Αγγλία σκάνδαλα δεν προσετίθεντο και τα εν Αμερική συμβάντα, περί ων είναι νυν καιρός να ομιλήσωμεν.
III. Ναυπήγησις Φρεγατών εν Αμερική. — Αποστολή Κοντοσταύλου (79).
Η Ελληνική κυβέρνησις διά διατάγματος της 12/24 Αυγούστου 1824 είχεν επιφορτίση τους εν Λονδίνω αντιπροσώπους αυτής να προμηθευθώσιν ως τάχιστα 8 φρεγάτας 18 καννονίων εκάστην. Οι αντιπρόσωποι έκριναν δικαίως ότι αι φρεγάται αύται ηδύναντο εξαιρέτως να ευρεθώσιν εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις, και απετάθησαν διά πληροφορίας προς τον κ. Βαγιάρδ, πρόεδρον του φιλελληνικού κομιτάτου και διευθυντήν του γνωστοτάτου ναυπηγικού καταστήματος Leroy, Bayard και Σα. Ο κ. Βαγιάρδ απήντησεν ότι φρεγάτα 50 καννονίων και 1500 τόννων, οίαι ήσαν αι των Ηνωμένων Πολιτειών, θα εστοίχιζεν ακριβώς 247,500 δολλ. (1,237,500 φρ.) (80) και ότι ήτο έτοιμος να εκτελέση τάχιστα τοιαύτην παραγγελίαν.
Συνεπεία της προσφοράς ταύτης οι αντιπρόσωποι της Ελλάδος και η εν Λονδίνω τετραρχία έπεμψαν κατά Μάρτιον 1825 εις Νέαν Υόρκην τον Γάλλον στρατηγόν Lallemand (81), όπως συνεννοηθή μετά των κ. κ. Leroy Bavard και Σας. Ούτοι (82) ανέλαβον να κατασκευάσωσιν αντί του προρρηθέντος ποσού εις διάστημα έξ μηνών δύο φρεγάτας 50 καννονίων, προσθέτοντες ότι εντός του αυτού χρόνου θα κατεσκευάζοντο και έξ μικρότεραι φρεγάται, ούτως ώστε η παραγγελία των 8 φρεγατών η δοθείσα υπό της Ελληνικής κυβερνήσεως να εκτελεσθή κατά γράμμα.
Αλλ' αντί να εκτελέσωσι τας υποσχέσεις ταύτας οι Αμερικανοί ναυπηγοί περιωρίσθησαν μόνον εις την παραγγελίαν δύο φρεγατών και εις την αποστολήν συναλλαγματικών εις Λονδίνον.
Εν τούτοις, οι εν Αγγλία αντιπρόσωποι της Ελλάδος βλέποντες τον καιρόν παρερχόμενον, την αναχώρησιν των φρεγατών μη αναγγελλομένην και τους κ. κ. Leroy, Bayard και Σαν μη δίδοντας σημεία ζωής, έγραψαν προς τούτους διαπυνθανόμενοι, αλλά μόνην απάντησιν έλαβον νέαν αίτησιν χρημάτων. Είχον ήδη σταλή 155,000 λιρών. Οι αντιπρόσωποι τότε απελπίσαντες, έπεισαν τον εν Λονδίνω Χίον έμπορον Α. Κοντόσταυλον, άνδρα γνωστόν διά τον πατριωτισμόν και την τιμιότητα του, να μεταβή άκων εις Αμερικήν, όπως προσπαθήση να επιτύχη δάνειον προς αποπεράτωσιν των δύο φρεγατών ή τουλάχιστον όπως σώση την μίαν εξ αυτών θυσιάζων την άλλην (83).
Ο Κοντόσταυλος, αφικόμενος εις Νέαν Υόρκην κατ' Απρίλιον του 1826, ευρέθη προ καταστάσεως έτι χείρονος της προσδοκωμένης. Αι μεν φρεγάται πολύ απείχον του να ώσιν αποπερατωμέναι, οι δε κατασκευασταί εζήτουν διά την αποπεράτωσιν της μιας μόνον εξ αυτών και διά διαφόρους άλλας απαιτήσεις 396,090 δολλ. (84) Εν περιπτώσει δε μη πληρωμής ηπείλουν ότι θα επώλουν τας ημιτελείς φρεγάτας εις δημοπρασίαν (85). Δοθέντος δε ότι κατά την εποχήν εκείνην μία φρεγάτα και εν δίκροτον, παραγγελθέντα υπό της Κολομβίας και της Σουηδίας και πωληθέντα εις δημοπρασίαν, είχον εκποιηθή εις ευτελεστάτας τιμάς (προς 70,000 και 32,200 δολλ.), υπήρχε πάσα πιθανότης ότι η πώλησις των Ελληνικών πλοίων θα κατέληγεν εις παρομοίαν συμφοράν.
Τότε ο Κοντόσταυλος άπελπις, ατελώς γνωρίζων την γλώσσαν της χώρας εν η ευρίσκετο, άγνωστος εν μέσω εμπορικού κόσμου εχθρικώς διακειμένου προς αυτόν, εκτεθειμένος εις μυρίας διαβολάς (86), έλαβε την ευτυχή ιδέαν να μεταβή εις Ουασιγκτώνα και απευθυνθή εις την Αμερικανικήν κυβέρνησιν. Διά δε του καλού καγαθού κ. Edward Everett (87), μέλους του Κογκρέσσου, κατώρθωσε να παρουσιασθή εις τον πρόεδρον των Ηνωμένων Πολιτειών Adams και ν' αποκαλύψη εις αυτόν και εις τους υπουργούς του τα συμβάντα. Εν μέσω του ανεπτυγμένου και φιλελληνικού κύκλου της Ουασιγκτώνος, ο Χίος έμπορος εύρε τέλος συμπαθές ακροατήριον (88). Το τε εκτελεστικόν και το νομοθετικόν σώμα τοσούτον εσκανδαλίσθησαν μανθάνοντα τα εν Νέα Υόρκη διαπραττόμενα, ώστε δεν εδίστασαν να παραβώσι τας αρχάς της ουδετερότητος ερχόμενα επίκουρα τη Ελλάδι. Δώδεκα ημέρας μετά την άφιξιν του Κοντοσταύλου εις την πρωτεύουσαν, αι δύο Βουλαί εψήφιζον την αγοράν του ετέρου των ελληνικών πλοίων, επιτρέπουσαι ούτως εις το άλλο να περατωθή και να εκπλεύση (89).
Αλλ' η υπόθεσις δεν έληξεν ενταύθα. Η Αμερικανική κυβέρνησις, άλλως τε πολύ δικαίως, έδιδε διά την μίαν των φρεγατών μόνον 250,000 δολλ., αι δε απαιτήσεις των κατασκευαστών ανήρχοντο, ως είδομεν, εις 396,000 δολλ. (90). Συνεπώς και αυτής της μιας φρεγάτας ο απόπλους καθίστατο αδύνατος. Προ τοιαύτης καταστάσεως ο Κοντόσταυλος, πολύ φρονίμως και επιτηδείως πολιτευόμενος, έπεισε πρώτον την κυβέρνησιν να μη προβή εις την αγοράν της μιας φρεγάτας, εάν το αντίτιμον αυτής δεν ήρκει όπως περατωθή, και αποπλεύση η άλλη, προς λύσιν δε των μετά των κατασκευαστών διαφορών προσέδραμεν εις αιρετοκρισίαν.
Αλλ' οι αιρετοκρίται, αντί να καταδικάσωσι τους κατασκευαστάς διά την ασύγγνωστον αυτών διαγωγήν (91), την πρόδηλον απάτην ην μετεχειρίσθησαν, όπως πείσωσι τους Έλληνας αντιπροσώπους ν' αναθέσωσιν αυτοίς την κατασκευήν των πλοίων, και τον τρόπον δι' ου παρεβίασαν την μίαν μετά την άλλην όλας αυτών τας υποχρεώσεις, περιωρίσθησαν να υποβιβάσωσι τας απαιτήσεις των κατασκευαστών από 396,090 εις 156,856 δολλ. Δικαίως άρα ο δικηγόρος της Ελλάδος Henry. D. Sedgwick είπεν εις τον πρόεδρον των αιρετοκριτών Jonas Pratt· «Κύριε, επράξατε παν ό,τι ηδύνασθε ίνα καταστρέψητε έν έθνος (την Ελλάδα) και ατιμάσητε έν άλλο (την Αμερικήν)» (92).
Οπωσδήποτε δ' όμως η απόφασις αύτη, κατά τα άλλα άδικος και επιζήμιος, έλυσε τουλάχιστον άκρως πολύπλοκον ζήτημα και επέτρεψεν εις το έθνος ν' απoκτήση έν τουλάχιστον νέον πλοίον. Πράγματι η φρεγάτα, Ελλάς επονομασθείσα, ηδυνήθη ν' αποπλεύση εξ Αμερικής και μετά πεντηκονθήμερον πλουν αφίκετο κατά Νοέμβριον του 1826 εις Ναύπλιον.
Το ευτυχές τούτο γεγονός, οφειλόμενον αποκλειστικώς εις τον ζήλον και την ευθυκρισίαν του Κοντοσταύλου, όστις και την ζωήν του αυτήν ερριψοκινδύνευσε κατά την επιστροφήν (93), εχαιρέτισε καταλλήλως η εν Αιγίνη Διοικητική Επιτροπή, επισήμως εκφράσασα εις τον Αλέξανδρον Κοντόσταυλον την ζωηράν ευγνωμοσύνην και τας εγκαρδίους ευχαριστίας του Ελληνικού έθνους (94). Είναι δ' όμως λυπηρόν να προσθέση τις, ότι πριν παρέλθωσιν ολίγα έτη, όχι μόνον πάσαι αι προς την πατρίδα υπηρεσίαι του ευγενούς Χίου (95) είχον λησμονηθή, αλλά και ούτος είδε δηλητηριαζόμενον τον υπόλοιπον βίον του διά κακοβούλων νύξεων και παντοίων διαβολών (96).
Παρ. Γ'. Χρήματα περιελθόντα εις χείρας Ελληνικάς.
Εις το κεφάλαιον τούτο ανάγονται:
| 182,400 Λ. | σταλείσαι απ' ευθείας εις την Ελληνικήν κυβέρνησιν, | |
| 13,108 Λ. | σταλείσαι εις Ελλάδα διά του Γόρδωνος, | |
| 3,350 Λ. | σταλείσαι διά του Γεροστάθη προς βοήθειαν του Μεσολογγίου, | |
| 33,700 Λ. | χρησιμεύσασαι εις πληρωμήν συναλλαγματικών της Ελληνικής κυβερνήσεως (97). |
Διέφυγε λοιπόν τους όνυχας των Άγγλων και Αμερικανών κερδοσκόπων εκ συνόλου 1,150,800 Λ., ποσόν 232,558, δηλαδή ποσόν μικρότερον των 308,000 Λ. του πρώτου δανείου (98). Ένθα αποδεικνύεται και πάλιν η μεταξύ του φιλελληνικού κομιτάτου του αναλαβόντος την διαχείρισιν του πρώτου δανείου και της μετέπειτα τετραρχίας διαφορά. Δυστυχώς όμως η εν Ελλάδι γενομένη χρήσις και των χρημάτων του δανείου του 1824 και των απομειναρίων του δανείου του 1825 υπήρξεν η αυτή. Περιεγράψαμεν ήδη μετά της προς αμαρτήσαντας ήρωας οφειλομένης ευλαβείας την χρήσιν των πρώτων 308,000 Λ. (99)· είναι περιττόν δε να επαναλάβωμεν την αυτήν περιγραφήν διά τας άλλας 230,000. Διά να εννοήση τις όμως οποία υπήρξεν η ευθύνη των ανδρών ους αινιττόμεθα, αρκεί να είπωμεν ότι εκ των περισωθέντων πέντε εκατομμυρίων φράγκων η ιδιοτέλεια και τα εμφύλια πάθη δεν αφήκαν ούτε λεπτόν διά το Μεσολόγγιον, και ότι, ότε επήλθε τέλος η ανυπέρβλητος ανάγκη να δοθή ποιά τις βοήθεια εις την ηρωικήν εκείνην πόλιν, εδέησεν, ουδενός των λογάδων εμπνέοντος εμπιστοσύνην, να διαβιβασθώσι τα εν Λονδίνω υπολειπόμενα ψιχία του πλουσίου δείπνου (3,350 Λ.) δι' απλού αστού, του εν Κερκύρα ιδιωτεύοντος Γεροστάθη.
Συνοψίζοντες νυν τας τρεις παραγράφους, εις ας διηρέσαμεν την χρήσιν του β' δανείου, ευρίσκομεν ότι αύται αποτελούσι σύνολον 1,121,778 Λ. (00 1) Είδομεν αφ' ετέρου ότι οι επίτροποι έσχον εις την διάθεσιν αυτών ολικόν ποσόν 1,150,800 Λ.· μένει λοιπόν υπόλοιπον 29,022 Λ. Ποία χρήσις εγένετο του ποσού τούτου;
Πρώτον δι' αυτού εκαλύφθησαν τα έξοδα ταξειδίου και τριετούς εν Ευρώπη διαμονής των διαφόρου επιτρόπων, ήτοι 11,600 Λ.
Δεύτερον επληρώθησαν διάφορα μεγάλα (101) και μικρά έξοδα (102) και εκαλύφθησαν μερικαί ζημίαι (103).
Τρίτον έμεινεν υπόλοιπον εις χείρας των πληρεξουσίων Ορλάνδου και Λουριώτη. Η εξακρίβωσις του υπολοίπου τούτου έδωκε μεν κατ' αρχάς αφορμήν εις πλείστας λογομαχίας μεταξύ των δύο πληρεξουσίων και του μετέπειτα διορισθέντος τοιούτου Σπανιολάκη, κατέληξε δε βραδύτερον εις μακροτάτην δίκην, ήτις περιέπλεξεν εις βαθμόν απίστευτον την υπόθεσιν, και ης η εξέτασις διαφεύγει εντελώς τον κύκλον της παρούσης μελέτης (104).
Ανασκοπούντες νυν τα κατά το δεύτερον δάνειον δυνάμεθα να είπωμεν:
α'. Ότι ένεκα της κακής πίστεως των εν Λονδίνω τραπεζιτών και της απειρίας ή της ακηδίας των Ελλήνων πληρεξουσίων μεγάλα ποσά, άτινα έπρεπε να σταλώσι κατεπειγόντως εις Ελλάδα, έμειναν εν Αγγλία, χρησιμεύσαντα μόνον εις το να προμηθεύσωσιν εις τους κ. κ. Ρικάρδους και συντροφίαν μεσιτικά και μέσον απαλλαγής εις καλήν τιμήν των ελληνικών ομολογιών, ας ούτοι είχον.
β'. Ότι τα σπουδαία ποσά, τα αφιερωθέντα εις συγκρότησιν αξιομάχου στόλου, εδαπανήθησαν ματαίως, καθ' ότι και αυτά τα περατωθέντα πλοία αφίκοντο ότε ήτο πλέον αργά.
γ'. Ότι ένεκα των τυφλών παθών των εν Ελλάδι τα πρώτα φερόντων, και αυτά τα λείψανα των δανείων καταναλώθηκαν εις εμφυλίους και όχι εις εθνικούς αγώνας (105).
Καταλήγων δε τις εις τοιαύτα συμπεράσματα αγανακτεί έτι μάλλον αναλογιζόμενος οποίοι ήσαν τότε οι κίνδυνοι, ους διέτρεχε το έθνος, και οποία υπήρξεν η χρήσις τοσούτων εκατομμυρίων.
Πρόχειρον δ' επιβεβαίωσιν τούτου παρουσιάζουσι και τα μέσα, εις ά ηναγκάσθη ταχέως να προσδράμη η προσωρινή κυβέρνησις προς διάσωσιν του Μεσολογγίου:
Τη 24η Δεκεμβρίου 1825, απεφάσιζε την έκδοσιν νέου δανείου ενός εκατομμυρίου διστήλων Ισπανικών. «Το δάνειον τούτο, έλεγεν η προκήρυξις (106), ν' ασφαλισθή με την εγγύησιν του έθνους, δηλαδή με την υποθήκην παντός είδους εθνικών κτημάτων εις οποιονδήποτε μέρος της ελληνικής επικρατείας. — Το δάνειον να γίνηται κατ' αναλογίαν των εν ταις επαρχίαις εθνικών κτημάτων και εκάστη συνδρομή (Souscription) να μη υπερβαίνη τα 100,000 τάλληρα. — Η υποθήκη να γίνηται, εις έκαστον ωρισμένον μέρος, διά δημοσίου κηρύγματος εις τον προσφέροντα τα περισσότερα. — Η διάρκεια του δανείου ορίζεται εις έξ έτη, μετά τα οποία η διοίκησις χρεωστεί να πληρώση το κεφάλαιον και τόκον 8%, ειδέ μη να δίδη εις τον δανειστήν την εντελή κυριότητα. — Η καταβολή του δανείου να γίνηται το ήμισυ εις μετρητά, το δε άλλο ήμισυ εις εθνικάς ομολογίας ή εις οποιασδήποτε διαταγάς πληρωτέας από το ταμείον. — Ο δανειστής να καρπούται το υποθηκευμένον κτήμα, οφείλων μόνον ως πας ιδιοκτήτης να πληρώνη εις το δημόσιον την δεκάτην».
Του ιδιορρύθμου τούτου δανείου, αξίου δημοσιονομικού μουσείου, αποτυχόντος, ως ην επόμενον (107), η εν Επιδαύρω Εθνική Συνέλευσις έστρεψε τα βλέμματα αυτής προς τας Ιονίους νήσους, και τη 7η Απριλίου 1826 ανέθηκεν (108) εις τους κ. κ. Δ. Ρώμαν, Π. Δ. Στεφάνου και Κ. Δραγώναν την εξεύρεσιν εν Επτανήσω δανείου 100,000 ταλλήρων ισπανικών, προς βοήθειαν του Μεσολογγίου και κινητοποίησιν του στόλου (109). Δυστυχώς η κατάστασις ήτο τοιαύτη, ώστε παρ' όλην την ελευθερίαν, ήτις εδίδετο εις τους πληρεξουσίους (110), οι πράγματι φιλοπάτριδες εκείνοι άνδρες (111) ουδέν ηδυνήθησαν να πράξωσι και πεσόντος του Μεσολογγίου ανεφάνησαν έτι φαεινότερον τα οικτρά αποτελέσματα της διαχειρίσεως των Αγγλικών δανείων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'
Διαρρύθμισις των Δανείων της Ανεξαρτησίας.
Η διασπάθησις των δανείων της ανεξαρτησίας επόμενον ήτο να φέρη συν
τοις άλλοις και την αναστολήν της υπηρεσίας αυτών. Η αναστολή αύτη
παρετάθη επί εξήκοντα και πλέον έτη, καθ' όλον όμως το μακρόν τούτο
διάστημα ουδέποτε η Ελλάς ηρνήθη, ως συχνάκις ελέχθη, τας
υποχρεώσεις αυτής. Η Ελλάς απ' εναντίας επεζήτησεν επανειλημμένως
να κανονίση τα του χρέους τούτου, ερχομένη εις συμβιβασμόν. Ως προς
δε την απότισιν του ονοματικού κεφαλαίου, ουδ' αυτοί οι
απαιτητικώτεροι των δανειστών ηξίουν αυτήν, αναλογιζόμενοι και τους
ασθενείς πόρους του κράτους και την ελαχίστην ωφέλειαν, ην ηρύσθη
τούτο εκ των δανείων, και κυρίως ότι η ελευθερωθείσα Ελλάς, καθ' ό
άλλη ή η συνάψασα τα δάνεια, είχεν ίσως το δικαίωμα ν' απαρνηθή
μέρος των υποχρεώσεων των κυβερνήσεων της επαναστάσεως, ή και
απάσας.
Το τελευταίον τούτο απαιτεί τινας εξηγήσεις:
Τα δάνεια συνήφθησαν αρχικώς υπό συνελεύσεων, εν αις αντεπροσωπεύοντο πολλαί επαρχίαι, συμμετασχούσαι της επαναστάσεως, αλλά μη ευτυχήσασαι ν' αποτινάξωσι τον ξένον ζυγόν (112). Ηρωτάτο άρα αν ήτο δίκαιον ν' αποτίση το Ελληνικόν Βασίλειον τα χρέη επαρχιών εισέτι Τουρκικών, και αν οι δανεισταί του 1824 και 1825 δεν έπρεπε να θεωρηθώσιν ως κερδοσκόποι εν μέρει μόνον επιτυχόντες. Πολλοί των ημετέρων προέβαλον το επιχείρημα τούτο (113) και εάν μεν νομικώς είχον άδικον (114), πρακτικώς όμως αι αξιώσεις αυτών ήτο δύσκολον να παραγνωρισθώσιν (115).
Αλλά το ζήτημα παρουσιάζετο και άλλως. Ηδύνατό τις να ερωτήση ουχί αν υπήρχε μονομερής, αλλ' αν υπήρχεν οιαδήποτε υποχρέωσις εκ μέρους του Ελληνικού κράτους προς τους δανειστάς του 1824 και 1825. Πράγματι προκύπτει το ερώτημα: αν δάνεια, συναφθέντα υπό επαναστατικής κυβερνήσεως μη ανεγνωρισμένης υπό ξένων κρατών, δύνανται να υποχρεώσωσι κράτος, όπερ συνεστάθη έτη τινά βραδύτερον.
Το ζήτημα γίνεται αμέσως γενικώτερον, η δε λύσις αυτού, καθ' ημάς τουλάχιστον, εύρηται εν τω εξής τύπω (formule), ον δίδει ο κ. Πολίτης, εν τω περισπουδάστω αυτού έργω, Τα δάνεια των κρατών κατά το διεθνές δίκαιον (116): «Ότε μία κυβέρνησις, νόμω ή βία, εγκαθίσταται εν τη αρχή, και γίνεται δεκτή ή τουλάχιστον ανεκτή υπό του έθνους, αντιπροσωπεύει την χώραν και υποχρεοί αυτήν διά των πράξεων, ας συνάπτει εν ονόματί της, αδιάφορον αν η κυβέρνησις αύτη είναι ή ου ανεγνωρισμένη διπλωματικώς υπό των άλλων Δυνάμεων».
Κατά την λύσιν ταύτην, ην θεωρούμεν oρθήν, αι πράξεις των κυβερνήσεων της επαναστάσεως εδέσμευον τω ελευθερωθέν ελληνικόν κράτος. Η δε λύσις αύτη επιβάλλεται τοσούτω μάλλον ενταύθα, καθ' όσον υπάρχει και λόγος ηθικός προφανής (117) επιρρωννύων τους νομικούς συλλογισμούς του κ. Πολίτου. Ουχ ήττον όμως το πράγμα μένει αμφισβητήσιμον (118), είναι δε μεγάλη τιμή διά την Ελλάδα, ότι ουδέποτε εξεμεταλλεύθη τας επί του ζητήματος τούτου αμφιβολίας, διά ν' αποκλείση τους δανειστάς αυτής.
Τουναντίον μάλιστα αρχήθεν αι Ελληνικαί κυβερνήσεις, αναγνωρίζουσαι επισήμως τας υποχρεώσεις των, επεζήτησαν παντί σθένει ικανοποιητικόν δι' αμφότερα τα μέρη συμβιβασμόν.
Ούτως από της 8 Απριλίου 1827, η εν Τροιζήνι Εθνική Συνέλευσις εψήφισε την σύναψιν δανείου πέντε εκατομμυρίων διστήλων πραγματικών, ου η διαπραγμάτευσις ανετίθετο εις τον Κυβερνήτην. Το δε ψήφισμα δηλοί ρητώς, ότι το δάνειον τούτο θέλει συναφθή άνευ ζημίας των δύο προηγουμένων δανείων και θέλει μάλιστα συντελέση εις πληρωμήν των τόκων αυτών. Ολίγω βραδύτερον η εν Άργει Δ' Εθνική Συνέλευσις εθέσπιζε τη 26 Ιουλίου 1829, «Ότι η Κυβέρνησις θέλει ασχοληθή όσον το συντομώτερον εις το εξωτερικόν χρέος, έχουσα υπ' όψιν το παρουσιασθέν σχέδιον περί αυτού του αντικειμένου. Βαίνουσα εις την δικαιοσύνην και την επιείκειαν θέλει προχωρήση εις συμβάσεις μεθ' όσων έχουσιν αποδεικτικά των δανείων του 1824 και 1825, προσπαθούσα να τελειώση αυτήν την διαπραγμάτευσιν διά να λυτρωθώσιν εντίμως και το έθνος από το γενικόν χρέος του, και τα εθνικά κτήματα από του να είναι εις υποθήκην αυτού του χρέους (119)».
Το δε σχέδιον, ό αινίσσεται το ψήφισμα, έχει ως εξής:
Το Πανελλήνιον είχεν αναθέση εις επιτροπήν, συγκειμένην από τον Ζωγράφον, τον Παπαδόπουλον και τον Κοντουμάν, την εξέτασιν της καταστάσεως των δανείων και την εξεύρεσιν σχεδίου προς απόσβεσιν αυτών.
Η επιτροπή εκείνη υπέβαλε την σχετικήν έκθεσιν τη 2 Απριλίου 1829. Εν τη εκθέσει ταύτη, μετά πλήρη ανάλυσιν της τότε καταστάσεως των χρεών, η επιτροπή εξετάζουσα το μέγα πρόβλημα της αποσβέσεως παρατηρεί ότι, ενώ αφ' ενός η προ 6 - 7 ετών επανάληψις της υπηρεσίας των δανείων είναι αδύνατος, αφ' ετέρου, εφ' όσον δεν εκτελείται η πληρωμή των τόκων, και η πίστις της Ελλάδος θέλει ελαττωθή και το χρέος αυτής γίνεται βαρύτερον.
Όθεν η εξεύρεσις συνδυασμού τινος επεβάλλετο. Πολλά δε σχέδια είχον προταθή. Εκ τούτων το σπουδαιότερον συνίστατο α') εις το να εξαγορασθή ικανή ποσότης του χρέους προς 20% περίπου· β') εις το να κηρυχθή το έν τρίτον του υπολοίπου χρέους μόνιμον (120) με τόκον 5%, τα δε άλλα δύο τρίτα να εξοφληθώσι χωρίς τόκον και διά κληρώσεως, εις διάστημα 50 - 100 ετών, κατά το περί αναβαλλομένων χρεών σύστημα της Ολλανδίας.
Επί τούτοις η επιτροπή παρατηρεί ορθώς, ότι άνευ νέου δανείου δεν θα είναι δυνατή η εξαγορά ικανής ποσότητος μετοχών, εάν δε το νέον δάνειον συναφθή, αι ομολογίαι των προηγουμένων δανείων θα τιμώνται περισσότερον των 20% της αρχικής αξίας.
Ως προς το β' μέρος του σχεδίου, η επιτροπή νομίζει ότι τούτο δεν πρέπει να ληφθή υπ' όψιν, διότι, πλην του ότι δι' αυτού αθετούνται αι υποσχέσεις της Ελλάδος, το σχέδιον τούτο δεν θα γίνη δεκτόν υπό των δανειστών. Εις αντικατάστασιν του απορριπτομένου η επιτροπή προτείνει νέον σύστημα αρκετά περίεργον: ήτοι αφ' ενός μεν να γίνη μετά των δανειστών συμβιβασμός, δι' ου η κυβέρνησις θα τοις πληρώνη 2% του πραγματικού κεφαλαίου, αφ' ετέρου δε να δανεισθή η Ελληνική κυβέρνησις προς 5% 444,960 Λ., ας να δανείση εις διαφόρους κοινότητας, επαρχίας και ευυπολήπτους κτηματικούς προς 8%. Δανείζουσα δε εις τόκον ανώτερον εκείνου, εφ' ώ εδανείσθη, η κυβέρνησις θα έχη καθαρόν ετήσιον εισόδημα 35,596 Λ., δι' ων θα δύναται να πληρώνη τον συμβατικόν τόκον των 2% (ήτοι 25,052) και να εξαγοράζη εν τη αγορά ποσόν ομολογιών, όπερ θα βαίνη αυξανόμενον εφ' όσον διά του χρεωλυσίου το διά τους τόκους απαιτούμενον ποσόν θα βαίνη ελαττούμενον. Κατά μακροσκελείς και λεπτομερείς υπολογισμούς, τα δάνεια της επαναστάσεως θ' απεσβέννυντο τοιουτοτρόπως εντός 42 ετών.
Καθ' όσον αφορά δε εις την απόσβεσιν του νέου δανείου, η επιτροπή ολίγον εμερίμνα, ούσα πεπεισμένη ό,τι ως εκ των αδιακόπως αυξανομένων προσόδων του δημοσίου ταμείου, αύτη θα ήτο λίαν εύκολος.
Τοιούτον σχέδιον δεν χρήζει καν ανασκευής, παρατίθεται δ' ενταύθα απλώς χάριν αρχαιολογικής περιεργίας (121). Μετ' ολίγον χρόνον όμως προετείνετο σχέδιον πολύ σοβαρώτερον, το της αποσβέσεως των δανείων της ανεξαρτησίας διά παραχωρήσεως εις τους δανειστάς μέρους των εθνικών κτημάτων της Γαστούνης (122). Τοιαύτη δε λύσις, ην παρεδέχθη κατ' αρχήν και η εν Προνοία κατ' επανάληψιν δ' εθνική συνέλευσις (123), ήθελεν είναι η ευτυχεστέρα πασών, καθ' όσον αι μεν εθνικαί γαίαι ήσαν τότε τόσον άφθονοι, ώστε ο συμβιβασμός δεν θα εστοίχιζε σχεδόν τίποτε εις την Ελλάδα, η δε ενδεχομένη άφιξις ολίγων ξένων γεωργών θα ήτο υπό πάσαν έποψιν ευεργετική διά την χώραν. Δυστυχώς αι τρεις προστάτιδες Δυνάμεις, αίτινες είχον αποφασίση, ουχί άνευ δισταγμών, να εγγυηθώσι το δάνειον των 60 εκατ., του οποίου η υπηρεσία έπρεπε να γίνηται διά των πρώτων εισοδημάτων του Ελληνικού κράτους, και αίτινες δεν ήθελον να ελαττωθώσι ποσώς τα εισοδήματα ταύτα, εδήλωσαν επισήμως τη εθνοσυνελεύσει, ότι προ της αφίξεως των αντιβασιλέων ουδεμία πώλησις των εθνικών γαιών έπρεπε να γίνη, ουδ' ώφειλε να γίνη δεκτόν ουδέν μέτρον δυνάμενον να γεννήση οικονομικάς δυσχερείας εις το νέον κράτος (124).
Υπ' αναλόγων σκέψεων φερομένη η αντιβασιλεία δεν έσπευσε να έλθη εις τον μόνον δυνατόν συμβιβασμόν τον διά παραχωρήσεως εθνικών γαιών, ολίγα δε έτη αργότερον πας συμβιβασμός κατέστη αδύνατος. Διότι αφ' ενός μεν οι προϋπολογισμοί ήσαν τόσον ισχνοί, ώστε αύξησις έστω και ενός εκατομμυρίου κατ' έτος αντεστοίχει προς αύξησιν περίπου 8%. Επί πλέον δε και κυρίως η αναγνώρισις των χρεών της επαναστάσεως θα συνεπέφερεν άλλα βάρη, προϋποθέτουσα την επανάληψιν της εν τω μεταξύ διακοπείσης υπηρεσίας του δανείου των 60 εκατομμυρίων, περί ου εκτενής μετέπειτα θα γίνη λόγος.
Η κατάστασις αύτη παρετάθη κατ' ανάγκην καθ' όλην την βασιλείαν του Όθωνος· εν τούτοις όμως ο κανονισμός των χρεών της επαναστάσεως καθίστατο οσημέραι μάλλον απαραίτητος, και τούτο διά πολλούς λόγους, (125) ων οι κυριώτεροι είναι οι εξής:
α') Τα δάνεια της επαναστάσεως συναφθέντα υπό κυβερνήσεων, των οποίων αι πράξεις υπό νομικήν έποψιν εδέσμευον ημάς, είχον οπωσδήποτε χρησιμεύση εις την αποκατάστασιν της εθνικής ημών ανεξαρτησίας και η συνομολόγησις αυτών ωφείλετο εν πολλοίς εις το τότε εν Ευρώπη κρατούν φιλελληνικόν πνεύμα. Η μη αναγνώρισις των δανείων τούτων ήτο συνεπώς κηλίς (126), την οποίαν ωφείλομεν τοσούτω μάλλον ν' αποσβέσωμεν, καθόσον η παράτασις της καταστάσεως προεκάλει, ή εδικαιολόγει, μυρίας κατά του ημετέρου έθνους μεμψιμοιρίας και συκοφαντίας (127).
Εκτός των ηθικών τούτων λόγων υπήρχον υπέρ του συμβιβασμού και λόγοι υλικοί.
Η πρώτη ημών χρεοκοπία, αποκλείουσα την Ελλάδα από των χρηματιστηρίων της Δύσεως, εστέρει το αρτιπαγές κράτος της χρησιμωτέρας των αρωγών, της πίστεως (128). Και τω όντι, άνευ ξένων χρημάτων, ούτε δημόσια έργα δύνανται να γίνωσιν, ούτε αι συγκοινωνίαι να βελτιωθώσιν, ούτε τράπεζαι να δημιουργηθώσιν, ούτε αυταί αι ιδιωτικαί επιχειρήσεις να προοδεύσωσιν. Προς τούτοις άνευ δανείου είναι αδύνατον χώρα τις να παρασκευαστή ναυτικώς και στρατιωτικώς.
Την σήμερον, πολλοί, βλέποντες πού κατέληξεν η χρήσις ή μάλλον η κατάχρησις των δημοσίων δανείων, μακαρίζουσι την εποχήν, καθ' ην τοιαύτα δάνεια δεν ηδύναντο να συναφθώσιν. Άλλη δ' όμως, και πολύ δικαίως, ήτο η αντίληψις των ανδρών της εποχής εκείνης, μη δυναμένων μήτε κοινωφελή έργα να επιχειρήσωσιν, μήτε αιφνιδίους ανάγκας ν' αντιμετωπίσωσιν. Τούτ' ακριβώς εγένετο καταφανές κατά την μεγάλην επανάστασιν της Κρήτης, ότε το κράτος επιέζετο δεινώς και υπό της ανάγκης του συντηρείν τους εδώ καταφυγόντας Κρήτας και υπό του φόβου τουρκικής επιθέσεως.
Προς τούτοις οι καθ' έξιν μακαρίζοντες τα παρελθόντα, αληθείς laudatores temporis acti, σφάλλονται νομίζοντες ότι τότε το Ελληνικόν κράτος δεν ηδύνατο να συνάψη δάνεια. Η αλήθεια είναι ότι δεν ηδύνατο μόνον να συνάψη δάνεια εν Ευρώπη. Ο περιορισμός δ' ούτος του κύκλου της πιστωτικής αγοράς, αντί να εμποδίση την σύναψιν δανείων, καθίστα απλώς ταύτα επαχθέστερα. Τούτο μαρτυρεί και η μακρά σειρά των εσωτερικών και βαρέων δανείων, των συναφθέντων από του 1863 μέχρι του 1878. Πολλοί δε των ημετέρων αναγνωστών θα ενθυμώνται ότι μεταξύ των επιχειρημάτων των φερομένων τότε υπέρ εξωτερικού δανείου ήτο, ότι τοιούτον δάνειον, συναπτόμενον εν ευρυτέρα αγορά, θα επέτρεπε την μετατροπήν των επαχθών εσωτερικών χρεών.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, απορεί τις βλέπων, ότι ο συμβιβασμός ανεβλήθη επί μακρόν. Αλλά και η αναβολή αύτη εξηγείται πολλαπλώς. Πρώτον διότι μέχρι της μεταπολιτεύσεως τοιούτος συμβιβασμός ήτο, ως είδομεν, πράγμα αδύνατον· από του 1863 η εύρεσις λύσεώς τινος εφαίνετο τη αληθεία ευχερεστέρα, και διότι επήλθεν οριστικός συμβιβασμός διά το δάνειον των τριών προστατίδων Δυνάμεων, και διότι ο εθνικός πλούτος είχεν αναπτυχθή, και διότι τέλος η ανάγκη της ανοίξεως των πυλών των ξένων χρηματιστηρίων εγένετο εις άκρον αισθητή. Αλλά τότε το ζήτημα περιεπλάκη και πάλιν, αναφανεισών δύο νέων δυσκολιών: α') της Ελληνικής απαιτήσεως να συνδεθή η αναγνώρισις των παλαιών δανείων μετά της συνάψεως νέου τοιούτου, και β') των παραλόγων αξιώσεων ξένων τινών ομολογιούχων. Οι ξένοι ούτοι ομολογιούχοι ήσαν Ολλανδοί τινες, οίτινες αγοράσαντες προς κερδοσκοπίαν μέγα μέρος των ομολογιών των δανείων της επαναστάσεως (129) προσεπάθουν μετά προφανούς κακής πίστεως να εκμεταλλευθώσι την ανάγκην, ην η Ελλάς είχε των Ευρωπαϊκών Χρηματιστηρίων (130).
Εν τούτοις τα έτη παρήρχοντο, κατ' ανάλογον δε όρον η θέσις της Ελλάδος επεδεινούτο, καθ' ότι αφ' ενός μεν τα οφειλόμενα ποσά διά του ανατοκισμού επολλαπλασιάζοντο, αναπτυσσομένων δ' αφ' ετέρου ταχέως των πόρων του κράτους, οι δανεισταί, φυσικώ τω λόγω, εγίνοντο απαύστως απαιτητικώτεροι.
Ήτο απαραίτητος λοιπόν ανάγκη να μη εξακολουθή παρατεινομένη τοιαύτη κατάστασις. Τούτο άριστα κατενόησεν ο τότε νεώτατος εν Λονδίνω επιτετραμμένος κ. Γεννάδιος, όστις, διπλωμάτης δεξιός, κάτοχος της αγγλικής άριστος, δεινός του καλάμου χειριστής, κατέπεισε δι' εκθέσεων και δι' άρθρων την τε ελληνικήν κυβέρνησιν (131) και τον αγγλικόν κόσμον, ότι κοινόν είχον συμφέρον να έλθωσιν εις συμβιβασμόν. Άπαξ δ' επιτυχών τούτο, κατώρθωσε το έτι δυσχερέστερον, να επιτύχη συμβιβασμόν ικανοποιητικόν διά τους δανειστάς και μη παραβλάπτοντα τα συμφέροντα του κράτους.
Τα μέχρι τούδε λεχθέντα και η μεγάλη υπηρεσία, ην ο κ. Γεννάδιος προσήνεγκε τότε εις την Ελλάδα, θα κατανοηθώσι κάλλιον, εξεταζομένων λεπτομερέστερον των περί συμβιβασμού διαπραγματεύσεων.
Αι διαπραγματεύσεις αύται, αίτινες καθ' όλην την βασιλείαν του Όθωνος είχον θεωρητικόν χαρακτήρα, ήρξαντο, άμα τη μεταπολιτεύσει και δι' ους λόγους εξεθέσαμεν, να λαμβάνωσι σάρκα και οστά. Δεν είχεν ακόμη κατέλθη ο βασιλεύς Γεώργιος, και οι εν Λονδίνω δανεισταί συνήρχοντο, εν δε ταις Αθήναις διεξήγετο περί του ζητήματος ζωηρός δημοσιογραφικός αγών (132). Εχρειάσθησαν όμως εισέτι τρία έτι πριν η Ελλάς προβή εις επίσημα προς τους δανειστάς διαβήματα.
Πράγματι τω 1866, διά πρώτην φοράν, ο υπουργός των οικονομικών κ. Χρηστίδης διεβίβασε, διά του γενικού προξένου της Ελλάδος κ. Σπάρταλη, εις τον εν Λονδίνω αντιπρόσωπον των ομολογιούχων Κ. Μέρλιν τας εξής προτάσεις: α') ελάττωσιν του οφειλομένου κεφαλαίου εις δεκαέξ εκατ. δραχμών, και εξόφλησιν του ποσού τούτου εις 36 έτη, δι' ενιαυσίας δόσεως 960,000 δρ., ων αι 800,000 αντιπροσωπεύουσιν τόκον 5%, και αι 160,000 χρεωλύσιον 1%· β') σύναψιν δανείου 25 εκατ. δρ.
Εις απάντησιν οι ομολογιούχοι προέτειναν εις τον κ. Κεχαγιάν, όστις εν τω μεταξύ είχε διαδεχθή τον κ. Χρηστίδην: α') να μετατραπή το παλαιόν χρέος εις νέον χρέος 800,000 Λ. προς 8%· β') να συναφθή νέον δάνειον ονοματικής αξίας 1,100,000 εκδιδόμενον προς 80% (ήτοι πραγματικής αξίας 880,000 Λ.), και φέρον 8% επί του ονοματικού κεφαλαίου· γ') να ορισθή κατάλληλον χρεωλύσιον, όπως τα δύο δάνεια ταύτα αποσβεσθώσιν εντός ωρισμένης προθεσμίας.
Τας προτάσεις ταύτας η Ελληνική κυβέρνησις δεν εθεώρησεν αποδεκτάς, επειδή δ' όμως ως εκ της Κρητικής επαναστάσεως είχομεν μεγάλην ανάγκην δανείου, αι προτάσεις δεν απερρίφθησαν επισήμως (133) και ο τότε διορισθείς εν Λονδίνω Έλλην πρεσβευτής αείμνηστος Π. Βράιλας Αρμένης έλαβεν εντολήν να επιδιώξη ερρωμένως τον συμβιβασμόν (134). Ο Βράιλας αφικόμενος εν Λονδίνω ευρέθη προ της εξής καταστάσεως (135): Το χρεωστούμενον ποσόν ανήρχετο εις 7,446,150 Λ. Σ., συνιστάμενον εκ
| α') | 550,000 Λ. | ομολογιών του δανείου του 1824. |
| β') | 646,250 Λ. | τόκων των ομολογιών τούτων από του 1845 και εντεύθεν. |
| γ') | 1,707,000 Λ. | ομολογιών του 1825. |
| δ') | 2,050,000 Λ. | τόκων τούτων από του 1846 και εντεύθεν. |
| ε') | 2,492,900 Λ. | τοκομεριδίων 1826 - 1845 επισυνημμένων εις τας ομολογίας. |
| ----------- | ||
| 7,446,150 Λ. |
Αντί τούτων οι Άγγλοι ηρκούντο εις 900,000 Λ. προς 8%. Επειδή δ' όμως έβλεπον ότι η Ελληνική κυβέρνησις ηδυνάτει να πληρώση αμέσως υψηλούς τόκους, προέτειναν την εφαρμογήν του συστήματος του προοδευτικού τόκου (136).
Εις απάντησιν η Ελληνική κυβέρνησις αντιπροέτεινε την σύστασιν παγίου κεφαλαίου 700,000 προς 8%· εν η δε περιπτώσει οι ομολογιούχοι προετίμων χρεωλυτικόν δάνειον, η Ελλάς εδήλου ότι ήτο ετοίμη να επιτρέψη την αύξησιν της σχετικής αξίας του κεφαλαίου και την ελάττωσιν του τόκου, χωρίς όμως να διαταραχθή το εκ Λ. 56,000 ετησίως πληρωθησόμενον ποσόν (137).
Τας προτάσεις ταύτας παρεδέχθησαν με μικράς παραλλαγάς (138) οι Άγγλοι, οίτινες κατά κανόνα επιδιώκουσι προ πάντων την μη διαιώνισιν των υποθέσεων· η σύμβασις υπεγράφη και εψηφίσθη μάλιστα εις πρώτην ανάγνωσιν, ότε αλλεπάλληλοι πτώσεις κυβερνήσεων εν Αθήναις εματαίωσαν τα πάντα (139).
Ο νέος υπουργός των οικονομικών Βαλασσόπουλος, ανήρ περιωρισμένων βλέψεων, δεν διέβλεπε το επάναγκες του συμβιβασμού, αλλ' αντιληφθείς της ζωηράς επιθυμίας των Άγγλων να λυθή το ζήτημα άπαξ διά παντός, ενόμισεν επιτήδειον να εξαρτήση την κύρωσιν της συμβάσεως εκ της συνάψεως νέου δανείου. Η νέα αύτη εφαρμογή της τόσον βλαψάσης την Ελλάδα στρεψοδίκου μεθόδου (140) εις τας μετά των δανειστών σχέσεις, εξηρέθισε τους Άγγλους εις τον ύπατον βαθμόν, εστέρησε δε ημάς ανελπίστου τύχης προς εμπέδωσιν των ημετέρων οικονομικών και εδικαιολόγησε τους Ολλανδούς, οίτινες καθ' όλας τας διαπραγματεύσεις δεν έπαυσαν εμπαίζοντες ή υβρίζοντες τους Άγγλους διά την μακροθυμίαν αυτών (141).
Η απογοήτευσις του αγγλικού κοινού υπήρξε μεγίστη και επί τρία έτη το ζήτημα εφάνη λησμονηθέν, ότε, κατ' Αύγουστον 1871, ο κ. Σωτηρόπουλος έγραψεν εις τον Βράιλαν εμπιστευτικήν επιστολήν, εν η ανεγνώριζε την ανάγκην του συμβιβασμού, εδείκνυεν όμως πόσον δύσκολον θα ήτο εις τον Ελληνικόν προϋπολογισμόν βεβαρημένον ήδη με ενιαυσίαν υπηρεσίαν 5,700,000 δρ. (αντιπροσωπευουσών κεφάλαιον 44 εκατ.), να υποστή νέαν αφαίμαξιν 60,000. Λ.. Προέτεινε λοιπόν ο κ. Σωτηρόπουλος να συμβιβασθώσι τα αντίθετα ταύτα συμφέροντα διά της συνομολογήσεως δανείου 100 εκατ., εξ ων τα τριάκοντα θ' αφιερούντο εις απότισιν των χρεών της επαναστάσεως, τα δε 70 άλλα εις απόσβεσιν των εσωτερικών χρεών, του κυμαινομένου χρέους και άλλων υποχρεώσεων της κυβερνήσεως.
Κατόπιν των προ τριετίας συμβάντων τοιούτος συμβιβασμός ήτο αδύνατος. Ουχ ήττον όμως δύο μήνας βραδύτερον η κυβέρνησις έπεμπεν εις Λονδίνον τον κ. Οικονομίδην, όπως επιδιώξη συμβιβασμόν επί τη βάσει των διαπραγματεύσεων του 1867.
Η αποστολή του κ. Οικονομίδου (142), συνδεδυασμένη μετά σχεδίου ιδρύσεως κτηματικής Τραπέζης (143), παρετάθη ανεπιτυχώς επί τρία διαδοχικά υπουργεία, η δε υπόθεσις δεν είχε κάμη ουδ' έν βήμα προς τα εμπρός, ότε ανεφάνη ο κ. I. Γεννάδιος.
Ούτος ευρίσκετο ομολογουμένως εις δυσκολωτέραν θέσιν ή οι προκάτοχοι αυτού. Η ημετέρα διαγωγή κατά το 1868 είχε ψυχράνη πάσαν καλήν διάθεσιν. Το χρεωστούμενον ποσόν ηυξάνετο ταχύτατα· είχεν ήδη φθάση εις 8,428,975 Λ., ότε, κατά το 1875, ο κ. Γεννάδιος έγραφε την μακράν αυτού έκθεσιν. Αι πρόοδοι του Ελληνικού κράτους ήσαν καταφανείς και η εξόγκωσις των ελληνικών προϋπολογισμών έτι καταφανεστέρα. Τέλος η ανάγκη της εισροής εν Ελλάδι ξένων κεφαλαίων κατεδεικνύετο οσημέραι επιτακτικωτέρα, τοσούτω μάλλον καθ' όσον η παρασκευή οπωσούν αξιομάχου στρατού και στόλου ήτο, εν πλήρει ανατολική κρίσει, ζήτημα ζωής και θανάτου (144).
Οι ταύτα βλέποντες Άγγλοι εζήτουν την αναγνώρισιν παγίου κεφαλαίου 1,500,000 Λ. προς 5%, ήτοι την ετησίαν παραχώρησιν 75,000 Λ.
Ο κ. Γεννάδιος (145) αντιπροέτεινε την αναγνώρισιν κεφαλαίου 1,200,000 προς 5%, και μετά χρεολυσίου (146). Κατώρθωσε δε να γίνωσιν αι προτάσεις του ασπασταί υπό τε της Ελληνικής κυβερνήσεως και των Άγγλων ομολογιούχων παρά τας διαμαρτυρίας του Drucker. Αι δε διαπραγματεύσεις, καθ' ας η Ελληνική κυβέρνησις αντεπροσωπεύθη και υπό δευτέρου αντιπροσώπου, του κ. Μαλικοπούλου (147), κατέληξαν εις την εξής σύμβασιν (148):
α') Όπως αποσβεσθώσι τα χρέη της επαναστάσεως, εξεδίδοντο νέαι ομολογίαι, συμποσούμενοι εις το ποσόν Λιρών 1,200,000 και φέρουσαι τόκον 5%·
β') Αι ρηθείσαι ομολογίαι διανέμοντο και διηρούντο μεταξύ των παλαιών ομολογιών και τοκομεριδίων κατά την εξής αναλογίαν:
| Αντί 100 Λ. παλαιών ερυθρών ομολ. | Λ. 31,12 — | νέαι ομολογ. |
| Αντί 100 Λ. παλαιών κυανών ομολ. | Λ. 30,10 — (149) | νέαι ομολογ. |
| Αντί 100 Λ. παλαιών τοκομεριδίων | Λ. 11,12 — | νέαι ομολογ. |
γ') Ποσόν ετήσιον 15,000 Λ. αφιερούτο προς χρεωλυσίαν. Το ποσόν τούτο ηυξάνετο διά των επισεσωρευμένων τόκων των αποσβεννυμένων ομολογιών.
Υπελογίζετο εν τη συμβάσει ότι το νέον δάνειον θ' απεσβέννυτο ούτω πως εντός τριακοντατριών ετών (150). Ήτο δ' όμως έκτοτε προφανές ότι η απόσβεσις θα ήτο ταχυτέρα, καθ' ότι ήτο βέβαιον ότι μόνον μέρος των παλαιών ομολογιών και τοκομεριδίων θα προσεφέρετο εις ανταλλαγήν.
δ') Όπως λείψωσιν αι κερδοσκοπίαι και αι αναβολαί, ωρίζετο προθεσμία ενός έτους, παρελθούσης της οποίας οι παλαιοί τίτλοι δεν ήσαν πλέον δεκτοί εις ανταλλαγήν (151).
ε') Η Ελληνική κυβέρνησις υπέσχετο να πληρώνη τακτικώς τα προς υπηρεσίαν του δανείου αναγκαία ποσά. Αλλ' ως περαιτέρω και ειδικήν ασφάλειαν και εγγύησιν, λέγει το άρθρον 16, η Ελληνική κυβέρνησις υποθηκεύει τας εισπράξεις του χαρτοσήμου, αίτινες απέδιδον περί τα 6,000,000 δρ. και τας εισπράξεις του τελωνείου Κεφαλληνίας τας αποδιδούσας 1,200,000 δραχμών (152).
Η ούτω πως δε συνοψισθείσα σύμβασις, εξασφαλίζουσα των δανειστών τα δίκαια, αποπλύνουσα εθνικόν ρύπον και ανοίγουσα εις τα ελληνικά χρεώγραφα το Λονδίνιον χρηματιστήριον (153), εγένετο και εν Αγγλία (154) και εν Ελλάδι δεκτή μετά πλείστης ευμενείας και μεγάλου ενθουσιασμού. Επεκυρώθη δε τη 10 Οκτωβρίου υπό της συνελεύσεως των κατόχων ελληνικών χρεωγράφων (greek bondholders) (155), και ολίγον αργότερον εψηφίζετο σχεδόν άνευ αντιρρήσεως υπό της Ελληνικής Βουλής (156). Παρατηρητέον ότι και αυτοί οι καταψηφίσαντες την σύμβασιν δεν ηρνούντο τα μεγάλα αυτής πλεονεκτήματα, άτινα λίαν επιτηδείως είχεν αναπτύξη ο αείμνηστος Κουμουνδούρος, αλλ' επρέσβευον ότι η Ελλάς, ης οι προϋπολογισμοί έκλειον μετ' ελλειμμάτων (157), δεν ήτο, κατά τον χαρακτηρισμόν της Ημέρας (158), εις θέσιν να υποστή την νέαν ταύτην φλεβοτομίαν.