WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία των Εθνικών Δανείων / Μέρος Α' - Τα δάνεια της ανεξαρτησίας (1824-1825) - Το Δημόσιον Χρέος επί της Βαυαρικής Δυναστείας cover

Ιστορία των Εθνικών Δανείων / Μέρος Α' - Τα δάνεια της ανεξαρτησίας (1824-1825) - Το Δημόσιον Χρέος επί της Βαυαρικής Δυναστείας

Chapter 24: ΒΙΒΛION A'
Open in WeRead

About This Book

A scholarly history traces the origins and management of early national borrowing, concentrating on the independence loans of 1824–1825 and the public debt under the Bavarian regency. It reconstructs issuance, terms, commissions, and conversion practices through archival material and contemporary reports, evaluates fiscal decisions and political context that shaped borrowing arrangements, and organizes the subject into three chronological periods to frame later developments. Detailed endnotes, bibliography, and documentary evidence support a critical account of the causes, mechanics, and fiscal consequences of the early public debts.


Β'. Συντάξεις.


Συντάξεις επί μακρόν δεν ήτο δυνατόν να υπάρχωσι, και πράγματι δεν καθιερώθησαν ειμή μετά το 1852. Εν τούτοις ανεγράφοντο εις τον προϋπολογισμόν και ήσαν μετά το 1843 το σπουδαιότερον τμήμα του δημοσίου χρέους. Τούτο δε, διότι υπό τον τίτλον τούτον εσημειούντο ανταμοιβαί ή αποζημιώσεις, άς το έθνος εθεώρει καθήκον να αποτίνη μετά τον Αγώνα.

Αι Συντάξεις διηρούντο εις τάξεις πέντε:

1) Εις την των Απομάχων, εις ους απενέμοντο συντάξεις δι' ονομαστικών διαταγμάτων.

Κατά τον προϋπολογισμόν του 1845 (258), υπήρχον 396 απόμαχοι λαμβάνοντες σύνταξιν μηνιαίαν δρ. 7,305.

2) Εις την των Χηρών και ορφανών ανδρών προσενεγκόντων εκτάκτους προς την πατρίδα υπηρεσίας.

Τω 1845 η τάξις αύτη περιελάμβανε 1788 άτομα (259) και προϋπέθετεν έξοδα μηνιαία δρ. 19,064.

3) Εις την των Πρεσβυτών της Φάλαγγος. Η τάξις αύτη περιελάμβανεν ελαχίστους φαλαγγίτας (260) προβεβηκότας και αναγνωρισθέντας διά βασιλικού διατάγματος αξίους ιδιαιτέρας βοηθείας.

4) Εις Χορηγήματα απέναντι παλαιών απαιτήσεων. Τα χορηγήματα ταύτα εδίδοντο εις παλαιούς πιστωτάς του κράτους, ως επί το πολύ θυσιάσαντας τα πάντα υπέρ του έθνους (261).

Τω 1845 η τάξις αύτη περιελάμβανεν:

27άτομα λαμβάνοντα από555-80 δρ. κατά μήνα
6άτομα λαμβάνοντα από70-55 δρ. κατά μήνα
12άτομα λαμβάνοντα από50-34 δρ. κατά μήνα
16άτομα λαμβάνοντα από30-20 δρ. κατά μήνα
50άτομα λαμβάνοντα από15- 6 δρ. κατά μήνα

Ήτοι σύνολον 111 ατόμων. — Η μηνιαία επιχορήγησις ήτο δρ. 9,304.

ε') Εις Προικίσεις ορφανών ανδρών διακριθέντων κατά τον Αγώνα. Τοιαύται προικίσεις είχον εγκριθή:

Δι' ειδικών καταλόγων τω1833 δρ.3,800
Δι' ειδικών καταλόγων τω1834 δρ.35,140
Δι' ειδικών καταλόγων τω1835 δρ.51,150
Δι' ειδικών καταλόγων τω1836 δρ.27,140
Διά Β. Διαταγμάτων μέχρι του1844 δρ.33,720
_______
150,950

Εκ του συνόλου τούτου των 150,950 δρ., 73,595 επληρώθησαν και 10,020 ηκυρώθησαν, έμενον λοιπόν τω 1845 δρ. 67,335 πληρωτέαι εις 522 άτομα (262). Αλλ' επειδή αφ' ετέρου είχεν ορισθή ότι αι ανώτεραι των 200 δρ. προικίσεις θα επληρώνοντο εις γαίας, ο προϋπολογισμός ανέγραφε διά την ε' τάξιν απλούν κονδύλιον 3000 δρ.

Το σύνολον των συντάξεων συμποσούμενον τω 1833 εις 172,515 δρ., ανήλθε ταχέως εις 239,329 (1834), 357,976 (1839), και 426,031 δρ. (1842) Έκτοτε περιωρίσθη πως (263), δύναται δέ τις να λάβη ως μέσον όρον δια τα μετέπειτα έτη το ποσόν των 400,000 δρ. Ανάγκη δε να ομολογήσωμεν, ως πράττει και αυτός ο About, ότι τοιούτον ποσόν δεν ήτο υπερβολικόν, λαμβανομένων υπ' όψιν και των εκτάκτων προς το έθνος υπηρεσιών και της άκρας πενίας, εις ην υπέπεσον μετά την επανάστασιν και οι προ αυτής πλουσιώτεροι (264).

Δυστυχώς όμως το κεφάλαιον των συντάξεων δεν περιελάμβανε πάσας τας πληρωνομένας αποζημιώσεις και όλα τα χορηγήματα, έτεραι δε εύρηνται εν τοις προϋπολογισμοίς των διαφόρων υπουργείων. Ούτως (265) αναγράφονται:

Εν τω προϋπολογισμώ του υπουργείου των Στρα-
τιωτικών. Διά μεν την φάλαγγα
481,763.00, δρ. 30)
Διά συντάξεις στρατιωτικάς)δρ. 579,095.01
μη αναγραφομένας αναλυτικώτερον97,331.00, δρ. 76)
Εν τω προϋπολογισμώ του υπουργείου των Ναυτικών, διά
τεσσαράκοντα συντάξεις
δρ. 9,784.80
Εν τω προυπολογισμώ του υπουργείου της Παιδείας,
διά συντάξεις εκκλησιαστικάς
δρ. 71,103.00(266)
Εν τω προϋπολογ. του υπουργ. της Δικαιοσύνηςδρ. 2,040.00
Εν τω προϋπολογ. του υπουργ. των Εσωτερικών, διά
πολιτικάς συντάξεις, μη συμπεριλαμβανομέ-
νων δρ. 75,000 διά βοηθήματα
δρ. 23,994.00

Εν όλω δρ. 686,016, εις ας προσθέτοντες τας 400,000 δρ. των συντάξεων έχομεν άθροισμα 1,086,016, ήτοι ποσόν υπέρογκον εν παραβολή προς τα άλλα έξοδα του κράτους (267). Αλλά το πράγμα δεν περιορίζεται εν τούτω. Είδομεν προ στιγμής ότι ο προϋπολογισμός του υπουργείου των Εσωτερικών ανέγραφεν 75,000 δρ. διά χορηγήματα, προς τούτοις τμήμα του προϋπολογισμού των ναυτικών ουδέν άλλο ήτο ουσιαστικώς ή απλούν χορήγημα. Ιδού τι γράφει ο Κωνσταντίνος Κανάρης, υπουργός των ναυτικών ων, περί δύο σπουδαιοτάτων κονδυλίων του υπουργείου, ό διηύθυνεν (268):

« Αξιωματικούς εχομεν 400, εξ ων 306 μένουσι διαθέσιμοι. Διά δε τους διαθεσίμους τούτους δαπανώμεν κατ' έτος δραχμ. 264,492. Το κεφάλαιον τούτο είναι μεν μέγα, διότι εξισούται με την του εν υπηρεσία στόλου ολικήν μισθοδοσίαν, και κατ' έτος βαίνει αυξάνον, αλλ' όλοι σχεδόν οι διαθέσιμοι αξιωματικοί είναι άνθρωποι, προς ους το Έθνος οφείλει κατά μέγα μέρος την ελευθερίαν και ανεξαρτησίαν του.

«Ο λόχος των αποστράτων, αποτελούμενος εκ των μη εντελώς ανικάνων ναυμάχων, συνεστήθη τω 1833, απαρτίζεται εξ ανδρών 46, και απαιτεί ενιαυσίαν δαπάνην 24,142 δρ.».

Η Φάλαγξ υπήρξε πηγή άλλων καταχρήσεων. Ο θεσμός ούτος είχε διπλούν σκοπόν, ον είχε κάλλιστα καθορίση το ιδρύον την Φάλαγγα βασιλικόν διάταγμα της 18/30 Σεπτεμβρίου 1834. «Η Φάλαγξ ιδρύεται, λέγει το διάταγμα, διά να δοθή δείγμα της Βασιλικής ευνοίας και της ευγνωμοσύνης της πατρίδος εις τους γενναίους άνδρας, οίτινες εχρησίμευσαν ως οδηγοί των συστρατιωτών των εις τον υπέρ της Ελληνικής ανεξαρτησίας αγώνα, και διά να τοις δοθή ευκαιρία να διαπρέψωσιν εις την φωνήν του Βασιλέως των διά νέων εκδουλεύσεων». Ούτως εννοουμένη η Φάλαγξ, ουχί μόνον εδικαιολογείτο τελείως, αλλά και σπουδαιοτάτας ηδύνατο να προσενέγκη προς το έθνος υπηρεσίας. Δυστυχώς ούτε υπηρεσίας αξίας λόγου προσήνεγκεν ούτε διωργανώθη συνετώς.

Ούτω περιελήφθησαν εν αυτή 900 αξιωματικοί, ων πολλοί ουδέ κατά φαντασίαν υπήρξαν οδηγοί των συστρατιωτών των. Εκ δε της εξογκώσεως ταύτης των στελεχών προέκυψεν η υπερβολική ενιαυσία δαπάνη ενός εκατομμυρίου. Εδέησε λοιπόν ταχέως να μετριασθή το κακόν, και εξεδόθη προς τούτο τω 1838 νόμος θεσπίζων ότι, όσοι εκ των φαλαγγιτών δεν ήθελον να μείνωσιν εις τετραρχίας ενεργητικάς, ηδύναντο να λάβωσι προικοδοτήσεις εις γαίας αναλόγους προς το σύνολον των μισθοδοσιών των. Τα αποτελέσματα του νόμου τούτου υπήρξαν κατ' αρχάς λίαν ευεργετικά· ο αριθμός των φαλαγγιτών περιωρίσθη από 900 εις 350 (269) και η εν τω προϋπολογισμώ αναγραφομένη δαπάνη από ενός εκατομμυρίου εις 400,000 δρ. Δυστυχώς πολλοί φαλαγγίται δεν εφρόντισαν ν' ανταλλάξωσι τα εις αυτούς δοθέντα γραμμάτια αντί γαιών, αλλά πωλήσαντες αυτά αντί 25 και 30% της αξίας, και σπαταλήσαντες τα συλλεχθέντα, ταχέως περιέπεσον εις την εσχάτην ένδειαν (270). Τότε δε αντί να υποστώσι τα αντίποινα της ατασθαλίας των, ήγειραν νέας κατά του δημοσίου απαιτήσεις και έχοντες ισχυρούς πολιτικούς προστάτας, επέτυχον, πράγμα απίστευτον, νέαν αυτών κατάταξιν εις την Φάλαγγα, ης ο προϋπολογισμός ανήλθε και πάλιν από 400,000 εις σχεδόν 500,000 δραχμών (271).

Έτη δέ τινα μετά ταύτα, ότε πλέον ο αριθμός των φαλαγγιτών είχε περιορισθή εις 240, εψηφίσθη ο νόμος «Περί συντάξεως και προικοδοτήσεως της εν ενεργεία Φάλαγγος» της 12 Οκτ. 1856, όστις, ισοδυναμών εν τοις πράγμασι προς διάλυσιν της Φάλαγγος, μετέτρεψε τον εις τους φαλαγγίτας πληρωνόμενον μισθόν εις σύνταξιν και συμπεριέλαβεν αυτόν εις τας υπό του υπουργείου των Στρατιωτικών πληρωνομένας συντάξεις.

Και ταύτα μεν καθ' όσον αφορά εις τας συντάξεις μέχρι του 1852. Αλλ' από της εποχής εκείνης ομολογουμένως τα πράγματα μετεβλήθησαν. Πρώτον παρερχομένων των ετών επέστη η ανάγκη εγκαθιδρύσεως αληθούς συστήματος συντάξεων στρατιωτικών, ναυτικών και πολιτικών, και επί τούτω εψηφίσθη σειρά νόμων. Δεύτερον αι συντάξεις δεν διηρούντο πλέον εις πέντε τάξεις, αλλ' ανεγράφοντο κατά είδος. Ο δε προϋπολογισμός του 1862, ο τελευταίος της Βαυαρικής Δυναστείας, υπολογίζων την υπηρεσίαν του δημοσίου χρέους εις 2,848,889, περιλαμβάνει τον εξής Αναλυτικόν Πίνακα:

ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ
1) ΣτρατιωτικαίΆτομαΣυντάξεις
α') Παλαιαί από του 183)1.780559.998)
β') Νέαι από του 1852)
γ') Αποστρατ. μισθ. φάλαγγος323313.782)
_____
2.103
δ') Ενδεχ. αυξήσεις25.000)
ε’) Αύξησις 20% επί μισθών φάλαγγος62.756)961.500
.
2) Ναυτικαί
α') Παλαιαί από τoυ 1834)
β') Νέαι από του 1853)592146.658)
γ') Αποστρατευτικοί μισθοί ναυτικών
Επιτάκτων
202221.990)
__________
794462.448
Ενδεχ. αυξήσεις25.000)
Αύξησις 20% επί μισθών Επιτάκτων44.394)438.046
.
3) Εκκλησιαστικαί
Παλαιαί από του 18342814.049
,
4)Πολιτικαί
α') Παλαιαί από του 1834)3152.928
β') Νέαι από του 185)
-
5)Προίκισις ταμείου Πολιτ.
Συντάξεων
(272)
100.000
_________
1.566.523

Οπωσδήποτε, όμως, παρ' όλας τας εξωτερικάς αλλαγάς, σπουδαίον μέρος των νέων συντάξεων εξηκολούθει να μη είναι άλλο ή ανταμοιβή παρελθουσών και κατά το μάλλον ή ήττον πραγματικών πατριωτικών υπηρεσιών (273).


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Xρέος προς τας ναυτικάς νήσους.


Γνωστόταται είναι αι προς το Έθνος υπηρεσίαι των τριών νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, αίτινες, υποστάσαι σχεδόν όλον το βάρος του κατά θάλασσαν αγώνος, εκλήθησαν και ναυτικαί. Γνωστόταται δ' είναι επίσης αι μεγάλαι χρηματικαί θυσίαι, δι' ων αι νήσοι αύται ηδυνήθησαν να καλύψωσι τα έξοδα του αρίστου στόλου, ον είχον καταρτίση.

Το δε μέγεθος των θυσιών εκείνων δύναταί τις ν' αντιληφθή κάλλιον, αναλογιζόμενος αφ' ενός μεν ότι αι θυσίαι αύται ανήρχοντο εις 18 εκατ. δρ. νέων (274), ήτοι εις ποσόν ακόμη σήμερον υπέρογκον διά τρεις μικράς νήσους, αφ' ετέρου δε ότι τα εξ άλλων πηγών καθ' όλην την Επανάστασιν εις το δημόσιον εισαχθέντα συμποσούνται περίπου εις 37,800,000 δρ. Επειδή δε πάλιν εκ των 37,800,000 δρ. τούτων, μόνον 22,500,000 δρ. κατεβλήθησαν υπό Ελλήνων (αι 15,300,000 άλλαι προήλθον εκ των εξωτερικών δανείων), άγεταί τις, μετά του Παπαρρηγοπούλου (275), εις το συμπέρασμα, ότι το σύνολον των χρηματικών εισφορών της όλης Ελλάδος ολίγον υπερβαίνει τας των τριών νήσων.

Παρατηρητέον προς τούτοις ότι αι θυσίαι αύται εγένοντο εν ταις ναυτικαίς νήσοις, ουχί, όπως εν τη λοιπή Ελλάδι, υφ' όλων των τάξεων, αλλά μόνον υπό των προκρίτων (276), ιδίως δε υπό των Κουντουριωτών (277)·

Το όλως έκτακτον των προς την πατρίδα υπηρεσιών των τριών νήσων συνησθάνθησαν ανέκαθεν αι Ελληνικά κυβερνήσεις, αποζημιώσασαι μεν αυτάς κατά την επανάστασιν (278), βραδύτερον δε αναγνωρίσασαι τας απαιτήσεις αυτών, εν ώ οι λογαριασμοί των θυσιών της Πελοποννήσου και της Στερεάς μένουσιν εισέτι ανεκκαθάριστοι (279).

Αναγνώρισις τον Χρέους — Ο Νόμος του 1853

Η ιστορία της αναγνωρίσεως των προς τας τρεις νήσους υποχρεώσεων είναι μακρά. Από της 14 Απριλίου 1823 αι νήσοι ζητούσι παρά της εν Άστρει συνελεύσεως, όπως η Πελοποννησιακή γερουσία αναλάβη την αποζημίωσιν αυτών (280). Μετά μακράν συζήτησιν, καθ' ην ανεγνώσθη και έγγραφον διαφόρων πελοποννησίων στρατηγών προς τας τρεις νήσους (281), η πρότασις αυτών εγένετο δεκτή. Ολίγω δε βραδύτερον η εν Επιδαύρω εθνική συνέλευσις απεφάσισε ν' αναγνωρισθώσιν ως δημόσια χρέη και τα από του 1823 μέχρι του 1826 γενόμενα και αποδεδειγμένα έξοδα (282).

Ο Κυβερνήτης βαίνων έτι πρόσω συνέστησεν εις την Δ' εθνικήν συνέλευσιν να λάβη υπ' όψιν τας αναφοράς των τριών νήσων (283), έδωκε δε εις αυτάς και προσωρινάς μικράς αποζημιώσεις (284).

Ο Καποδίστριας όμως εδολοφονήθη πριν ή κανονισθή το ζήτημα και επί μακρόν ενομίσθη ότι αι απαιτήσεις των τριών νήσων θα ελάμβανον την τύχην των αξιώσεων της λοιπής Ελλάδος. Τούτο εγέννησε μάλιστα και ταραχάς εν Ύδρα (285). Πλην, ως είπομεν, το έθνος είχε την συναίσθησιν ότι αι υποχρεώσεις αυτού προς τας τρεις ναυτικάς νήσους είχον τι το εξαιρετικόν. Προς τούτοις οι έχοντες απαιτήσεις νησιώται, εκτός του ότι ήσαν ολίγοι και κάτοχοι αναμφισβητήτων τίτλων, ήρχισαν να λαμβάνωσι, λόγω των υπηρεσιών αυτών, παντοίας χορηγήσεις και συντάξεις (286). Εθεωρήθη λοιπόν εν ταυτώ επάναγκες και δίκαιον ν' αποκατασταθή ποια τις ισότης μεταξύ των δικαιούχων, δι' ειδικού νόμου, όστις εψηφίσθη τη 22α Ιανουαρίου 1853 (287). Τρία έτη βραδύτερον, τη 12η Ιουλίου 1856, Βασιλικόν Διάταγμα ώρισε τας απαιτήσεις των νήσων εις δρ. παλαιάς 20,000,000 (288) (18,000,000 δρ. νέας), απέναντι των οποίων εδίδετο το υπό του νόμου ορισθέν ενιαύσιον χορήγημα δρ. παλ. 200,000, ήτοι τόκος 1%.

Η προσωρινή αύτη κατάστασις, ήτις παρετάθη μέχρι του παρόντος έτους, υπ' ουδεμίαν έποψιν ήτο ικανοποιητική. Διότι αφ' ενός μεν ούτε αι προς τας τρεις νήσους πολλάκις επισήμως αναγνωρισθείσαι υποχρεώσεις εξετελούντο, και πράγματι τόκος 1% δυσκόλως δύναται να υποληφθή ως αρκούσα αποζημίωσις, ούτε το κεφάλαιον του χρέους του δημοσίου ωρίζετο μετά τινος ακριβείας. Αφ' ετέρου δε παρατεινομένης της καταστάσεως και αυτός ο νόμος του 1853 εστερείτο καθ' ημέραν του πατριωτικού εκείνου χαρακτήρος, όστις εδικαιολόγει το εξαιρετικόν αυτού· καθ' ότι παρερχομένων των ετών οι αρχικοί δικαιούχοι απεξενούντο των δικαιωμάτων και υπήρχε κίνδυνος μήπως θάττον ή βραδύτερον πάντα τα χορηγήματα και μετ' αυτών αι απαιτήσεις εξοφλήσεως εις το άρτιον περιέλθωσιν εις οικογενείας, προς ας ουδεμίαν το έθνος ώφειλεν ευγνωμοσύνην.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, εδέησεν η Κυβέρνησις να επέμβη. Υπεβλήθη δε υπ' αυτής νομοσχέδιον, διά του οποίου ανεγνωρίζοντο αι προς τας ναυτικάς νήσους υποχρεώσεις και ελαμβάνετο φροντίς προς απόσβεσιν αυτών, χωρίς όμως να επιβαρυνθή σπουδαίως ο προϋπολογισμός.

Αι κυριώτεραι διατάξεις του νομοσχεδίου τούτου, νυν νόμου ΓΚΕ' της 16ης Ιουνίου 1904, είναι αι εξής:

Αι απαιτήσεις των τριών νήσων αναγνωρίζονται χρέος δημόσιον, ου το κεφάλαιον ορίζεται άπαξ διά παντός εις 18 εκατ. δρ. Απέναντι του κεφαλαίου τούτου και επί τη βάσει των μέχρι τούδε χρηματικών ενταλμάτων, εκδίδονται τοις δικαιούχοις ονομαστικαί ή και ανώνυμοι ομολογίαι αποφέρουσαι τόκον 1%.

Κανονισθέντος δε ούτω του κεφαλαίου του χρέους, ο νέος νόμος μεριμνά περί της αποσβέσεως αυτού, προς τούτο δε ορίζει ότι:

α') Διά την υπηρεσίαν του νέου δημοσίου χρέους, εις τας μέχρι τούδε αναγραφομένας εν τω προϋπολογισμώ 180,000 δρ. προστίθεται ενιαυσίως ποσόν 20,000 δρ. αντιπροσωπευουσών το χρεωλύσιον, όπερ θέλει αυξάνεσθαι κατ' έτος διά των τόκων των διά κληρώσεως αποσβεννυμένων ομολογιών. Επειδή δε προφανώς η μέθοδος αύτη της χρεωλυσίας είναι βραδυτάτη, ο νόμος προσθέτει

β') Αι νέαι ομολογίαι γίνονται δεκταί έτι τω αρτίω εις προεξόφλησιν ανανεουμένου προς το δημόσιον χρέους, και εις πληρωμήν δόσεων Εθνικών και Εκκλησιαστικών κτημάτων, δηλαδή εν άλλαις λέξεσιν εις απότισην δυσχερώς εισπραττομένων χρεών.

Διά του διπλού τούτου μέσου υπολογίζεται υπό της βραχυτάτης εισηγητικής του νομοσχεδίου εκθέσεως (289), ότι εντός ουχί μακρού χρόνου και άνευ θυσίας διά το δημόσιον θέλουσιν αποσβεσθή αι εκδοθησόμεναι ομολογίαι. Η δε απόσβεσις αύτη επιταχύνεται και διά του άρθρου 8, ορίζοντος ότι, εάν εντός πέντε ετών από της δημοσιεύσεως δεν ήθελε ζητηθή η έκδοσις ομολογιών, παν δικαίωμα επί των διά του νόμου τούτου χορηγουμένου πλεονεκτήματος διαγράφεται.

Ο ούτω συνοψισθείς νόμος της 16 Ιουνίου δεν έτυχε πολύ ευμενούς υποδοχής. Παρετηρήθη πράγματι έν τισιν οργάνοις του τύπου, ότι ήθελεν είναι ίσως χρήσιμος και δίκαιος ψηφιζόμενος προ πεντηκονταετίας, ότε οι τίτλοι ευρίσκοντο έτι εις χείρας των αρχικών δικαιούχων, αλλ' ότι έκτοτε οι τίτλοι ούτοι είχον ως επί το πολύ πωληθή εις ευτελή τιμήν, και συνεπώς ότι ο νέος νόμος, ο σκοπών την αμοιβήν μεγάλων προς την πατρίδα υπηρεσιών, θα ανταμείψη μόνον την οξυδέρκειαν ευφυών κερδοσκόπων.

Υπάρχει βεβαίως ποιά τις αλήθεια εν ταις σκέψεσι ταύταις, αλλά δεν νομίζω αυτήν αρκούσαν, όπως απορριφθή η αρχή του νόμου της 16ης Ιουνίου. Διότι αφ' ενός μεν πλείστοι των αρχικών δικαιούχων, ως επείσθην εκ προχείρου ανακρίσεως, δεν απεξενώθησαν των δικαιωμάτων των, αφ' ετέρου δε πάσα αναβολή εις τον διακανονισμόν του χρέους θα είχεν ακριβώς το αποτέλεσμα να ελαττώνη βαθμηδόν τον αριθμόν των οικογενειών, ων ο νομοθέτης του 1853 ηθέλησε ν' ανταμείψη τας υπηρεσίας. Επειδή δε μοιραίως ώφειλε κανονισμός τις να επέλθη, ήτο σύμφωνον προς το πνεύμα του νόμου να γίνη ο κανονισμός ούτος όσον ένεστι θάττον.

Όσον αφορά νυν εις τας λεπτομερείας του νόμου, πολλά δύναται τις βεβαίως ν' αντείπη. Συνέτεινεν αναμφιβόλως εις την ατέλειαν αυτού η έλλειψις προκαταρκτικής μελέτης (290), και η σπουδή μεθ' ης ο νόμος εψηφίσθη.

Εκ της αμελείας και της σπουδής ταύτης προέκυψαν δυσκολίαι εις την εφαρμογήν του νόμου, το δε προς εκτέλεσιν του νόμου εκδοθέν βασιλικόν διάταγμα περιέπλεξεν, έτι πλέον τα πράγματα (291). Ουχ ήττον όμως ο νέος νόμος, μετά τινων τροποποιήσεων ή άνευ τοιούτων, δεν θα βραδύνη να εφαρμοσθή, εφαρμοζόμενος δε θα έχη, ως είπομεν, το πλεονέκτημα ν' αποσβέση από του προϋπολογισμού βάρος μη ακριβώς καθωρισμένον και όπερ ένα σχεδόν αιώνα μετά την επανάστασιν δεν ανταποκρίνεται πλέον εις τον αρχικόν αυτού σκοπόν.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
ΕΠΙ ΤΟΥ Β' ΒΙΒΛΙΟΥ


Ανασκοπούντες νυν τα κατά το Δημόσιον χρέος επί της Βαυαρικής Δυναστείας, παρατηρούμεν ότι η αντιπάθεια του Όθωνος προς τα δάνεια, η αναστολή της υπηρεσίας των δανείων των τριών Δυνάμεων και των Βαυαρικών, καθώς και η μη αναγνώρισις των δανείων της ανεξαρτησίας, κατέληξαν αφ' ενός μεν εις το να βαρυνθή ελάχιστα ο προϋπολογισμός, αφ' ετέρου δ' όμως να φθάση το ονοματικόν χρέος της Ελλάδος εις ύψη δυσθεώρητα.

Και εν ώ η αποστροφή του Βασιλέως προς τα δάνεια, εξηγουμένη και εκ του ότι μόνον υπό επαχθεστάτους όρους ηδύνατο τότε να δανεισθή η Ελλάς, είναι αξία παντός επαίνου, η μη επιδίωξις συμβιβασμού ως προς τα μεγάλα ημών εξωτερικά δάνεια είναι τοσούτω μάλλον κατακριτέα, καθ' όσον ηναγκάσθημεν βραδύτερον να υποβληθώμεν ένεκεν αυτών εις βαρείας θυσίας.

Ανεξαρτήτως νυν πάσης κρίσεως περί της δημοσιονομικής ταύτης πολιτείας, παρατηρούμεν ότι το δημόσιον χρέος της Βαυαρικής Δυναστείας εις τας παραμονάς της πτώσεως αυτής συνοψίζεται ως εξής:

α') Δάνειον του 1824 και 1825.

Εκ των δανείων έμενον εν κυκλοφορία ομολογίαι αξίας 2,250,615 (292).
Εις ταύτας προσθετέοι οι καθυστερούμενοι τόκοι από του 1826.

β') Δάνειον των εξήκοντα εκατομμυρίων. Εις το χρεωστούμενον κεφάλαιον προσθετέοι και οι τόκοι από τον 1843.

γ') Τα Βαυαρικά Δάνεια.

Εκ τούτων υπελείπετο κεφάλαιον 2,700,000 δρ., εις ό προσθετέοι, ως και άνω, οι τόκοι από του 1843.

δ') Το εσωτερικόν χρέος, απαρτιζόμενον καθ' ολοκληρίαν σχεδόν εκ του χρέους προς τας ναυτικάς νήσους, χρέους υπολογισθέντος εις 20 εκατ. παλαιών δραχμών (293).

ε') Αι Συντάξεις, περιλαμβάνουσαι, και μετά το 1852, αποζημιώσεις ή ανταμοιβάς σχετιζομένας προς τον Αγώνα.

Απέναντι του ονοματικού τούτου χρέους, ου το βάρος είναι δύσκολον να υπολογισθή μετά τινος ακριβείας (294), ο τελευταίος προϋπολογισμός της Βαυαρικής Δυναστείας αναγράφει τον εξής πίνακα:

ΔΗΜΟΣΙΟΝ ΧΡΕΟΣ
Χρέος εξωτερικόν
1) Απόδοσις εις λογαριασμόν των
προκαταβολών των Δυνάμεων
1,005,120
2) Προμήθεια κτλ. δανείου Ρόσχιλδ50,376
_________
1,055,496(295)
Χρέος εσωτερικόν
1) Χορήγημα Ναυτικών νήσων200,000
2) Ομολογ. απέναντι παλαιών απαι-
τήσεων
20,370
3) Τόκοι εγγυοδοσίας υπολόγων6,500
_______
226,870
Συντάξεις
1. Στρατιωτικαί961,600
2. Ναυτικαί438,046
3. Εκκλησιαστικαί14,049
4. Πολιτικαί52,928
5. Προίκισις ταμείου Εθν. συντάξεων100,000
________
1,566,523
Σύνολον2,848,899 (296)
ΤΕΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

ΠΙΝΑΞ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(σελ. ε' - ιε')

ΒΙΒΛION A'

ΤΑ ΔΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ (1824 - 1825)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α' Έκδοσις και χρήσις α' Δανείου.

Εισαγωγικαί παρατηρήσεις σελ. 1 - 3. — Τα οικονομικά της Ελλάδος κατά την επανάστασιν (Δημόσιαι πρόσοδοι, λαφυραγωγία, εκούσιαι και καταναγκαστικαί εισφοραί)· σελ. 4 - 8 — Ανάγκη δημοσίου δανείου. Πρώται διαπραγματεύσεις (Κεφαλάς Ολύμπιος, Μεταξάς, ο Jourdain και οι ιππόται της Ρόδου, Ρώμας)· κάθοδος εις Ελλάδα των Ρούπενθαλ, Πήκοκ και Βουίτς· σελ. 8 - 13.

Νέαι διαπραγματεύσεις, ο Λουριώτης και ο Blaquière, ανάμιξις του Greek Committee· αποστολή εις Αγγλίαν I. Ορλάνδου, Α. Λουριώτου και I. Ζαΐμη· σελ. 13 - 15. — Κατάστασις του Λονδινίου Χρηματιστηρίου· κερδοσκοπική μανία, δάνεια Κύπρου και Ηπείρου· σελ. 15 - 17. — Επιτυχία Ελληνικού δανείου 800,000 Λ., οι όροι της εκδόσεως - σελ. 17 - 18. — Αποστολή των χρημάτων, τα κατά την αποστολήν επεισόδια· σελ. 18 - 19. — Άφιξις των χρημάτων εις Ελλάδα· ελεεινή χρήσις αυτών· κρίσεις Φίνλεϋ και Γερβίνου· σελ. 19 - 21.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' Έκδοσις και χρήσις β' Δανείου.

Διαπραγματεύσεις περί νέου δανείου εν Παρισίοις και Λονδίνω· σελ. 22 - 23 — Επιτυχής έκδοσις δανείου δύο εκατομμυρίων στερλινών· αθλία διαχείρισις του δανείου· ο Ορλάνδος, ο Λουριώτης και η τετραρχία· κρίσεις περί των Ελλήνων επιτρόπων· σελ. 23 - 27.

Ανάλυσις της χρήσεως του β' δανείου· σελ. 28 - 29. — Παρ. Α'. Ποσά διατεθέντα εν τω χρηματιστηρίου του Λονδίνου αθρόαι και σκανδαλώδεις εξαγοραί ομολογιών· σελ. 29 - 33.

Παρ. Β'. Χρήματα διατεθέντα εις στρατιωτικάς και ναυτικάς παρασκευάς.

I. Προμήθεια όπλων, καννονίων και πολεμεφοδίων· σελ. 34 - 35.

II. Κατασκευή ατμοπλοίων εν Αγγλία. — Εμφάνισις Κόχραν (Ανάγκη ατμήρους στόλου· σχέδιον του Hastings· επέμβασις της τετραρχίας· ανάμιξις του Κόχραν, επιβλαβείς αυτής συνέπειαι· διασπάθησις 160,000 Λ. - ο παραγγελθείς στολίσκος αποβαίνει πάντη άχρηστος τη Ελλάδι) σελ. 35 - 40.

III. Ναυπήγησις Φρεγατών εν Αμερική. — Αποστολή Κοντοσταύλου παραγγελία φρεγατών εν Νέα Υόρκη· νέα σκάνδαλα, ο στρατηγός Λαλλεμάν και οι κ. κ. Λερουά, Βαγιάρ και Σα· αποστολή Κοντοσταύλου εις Ουασιγκτώνα· ο εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις κρατών φιλελληνισμός, επέμβασις της Αμερικανικής κυβερνήσεως· νέαι δυσκολίαι, η αιρετοκρισία και ο αιρετοκρίτης Πραττ· κάθοδος της Ελλάδος εις Ναύπλιον υπηρεσίαι του Κοντοσταύλου, προς το Έθνος) σελ. 40 - 46.

Παρ. Γ'. Χρήματα περιελθόντα εις χείρας Ελληνικάς (Σπατάλη των περισωθέντων 308,000 Λ. Αι ευθύναι Ορλάνδου και Λουριώτου) σελ. 46 - 49.

Συμπέρασμα περί του β' δανείου· σελ. 49 - 50 — Δάνεια προς διάσωσιν του Μεσολογγίου· αποτυχία αυτών σελ. 50 - 51.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ' Διαρρύθμισις των δανείων της Ανεξαρτησίας.

Νομική άποψις του ζητήματος· αι υποχρεώσεις της Ελλάδος· σελ. 52 - 54.

Πρώται διαπραγματεύσεις 1827 - 1832. (Ψηφίσματα Εθνικών Συνελεύσεων Άργους και Τροιζήνος· έκθεσις και σχέδιον της επί των δανείων επιτροπής· σχέδιον αποσβέσεως των δανείων διά παραχωρήσεως εθνικών γαιών) 54 - 57. — Λόγοι δι' ους αι διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν· σελ. 57 - 58. — Παράτασις της καταστάσεως καθ' όλην την βασιλείαν του Όθωνος· σελ. 58.

Ανάγκη διακανονισμού των δανείων (λόγοι ηθικοί και λόγοι υλικοί) σελ. 58 - 60. — Αναβολή του συμβιβασμού και αιτίαι αυτής σελ. 60 - 63.

Νέαι διαπραγματεύσεις 1866 - 1872. (Προτάσεις Μέρλιν, ο κ. Σπάρταλης, ο Π. Βράιλας Αρμένης. Υπογραφή συμβάσεως και ψήφισις αυτής εις α' ανάγνωσιν υπό της Βουλής· ατυχής πολιτεία Βαλασσοπούλου· αποστολή Οικονομίδου)· σελ. 63 - 66.

Επανάληψις των διαπραγματεύσεων. — Ο κ. I. Γεννάδιος (Δράσις του κ. Γενναδίου, αι προς επίτευξιν συμβιβασμού μεγάλαι δυσχέρειαι, σύμβασις μετά των Άγγλων κατόχων ομολογιών, κύρωσις αυτής υπό της Βουλής)· σελ. 66 - 70.

Διαρρύθμισις οριστική των δανείων. (Τα κατά την μετατροπήν, η Λευκή Βίβλος του 1879· Έκθεσις Λογιστική περί του γενικού λογαριασμού των μετατραπέντων δανείων) σελ. 70 - 72.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Α' ΒΙΒΛΙΟΥ

Β I Β Λ I Ο Ν Β'

ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝ ΧΡΕΟΣ EΠΙ ΤΗΣ ΒΑΥΑΡΙΚΗΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ

Εισαγωγικαί παρατηρήσεις (σελ. 73 - 74).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. Δάνειον των εξήκοντα εκατομμυρίων.

Επιτακτική ανάγκη εξωτερικού δανείου· σελ. 75 - 77. Η εγγύησις των Δυνάμεων (λόγοι δι' ους εδόθη)· σελ. 78 - 80.

Παρ. Α '. Συνομολόγησις και έκδοσις δανείου (Διαβήματα Καποδιστρίου και Λεοπόλδου· αι Δυνάμεις προτείνουσιν εις την Βαυαρίαν να εγγυηθώσι δάνειον εξήκοντα εκατομμυρίων· όροι της εγγυήσεως, το άρθρον 12 § 6 της Συνθήκης της 7 Μαΐου 1832. — Έκδοσις του δανείου εις τρία τμήματα, τα κατά την έκδοσιν της γ' σειράς) σελ. 81 - 84.

Παρ. Β'. Χρήσις του δανείου (Μεσιτικά και έξοδα εκδόσεως· τόκοι και χρεωλύσια από 1833 - 1843· αποζημιώσεις — Ανωφελείς δαπάναι: έξοδα αντιβασιλείας και έξοδα στρατού, οι από του 1833 - 1843 δύο στρατοί. — Θυσίαι και προσπάθειαι της Ελλάδος, αναστολή των πληρωμών· σελ. 85 - 92.

Παρ. Γ'. Διαπραγματεύσεις προς κανονισμόν τον δανείου. (Περίοδος του 1848 - 1856, η Αγγλία και ο Κωλέττης, εσφαλμένη πολιτεία των Ελληνικών κυβερνήσεων. — Περίοδος 1856 — 1864, επέμβασις των Δυνάμεων, η Διεθνής Επιτροπή και η έκθεσις αυτής, σύμβασις Ιουνίου 1860. — Μη εκτέλεσις της συμβάσεως, νέαι διαπραγματεύσεις (1864 - 1865). — Διαρρύθμισις του δανείου, φύσις της εξ 900,000 φρ. ενιαυσίας εισφοράς, σελ. 92 - 104.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' Βαυαρικά δάνεια και Χρέος προς τους κληρονόμους του Όθωνος.

Παρ. Α'. Τα Βαυαρικά Δάνεια. (Πηγή των Βαυαρικών δανείων αι από 1838 - 1842 συμβάσεις· αναστολή της υπηρεσίας των δανείων, νομική άποψις του ζητήματος· επέμβασις του Βίσμαρκ, ο συμβιβασμός του 1880) σελ. 105 - 111.

Παρ. Β'. Το προς τους Κληρονόμους του Όθωνος Χρέος. Αι απαιτήσεις του Όθωνος, υπολογισμός αυτών επέμβασις των Δυνάμεων, η υπέρ του Όθωνος αντίδρασις, συμβιβασμός του 1868· προσεχής απόσβεσις του χρέους τούτου) σελ. 111 - 113.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ' Εσωτερικόν Χρέος και Συντάξεις.

Α'. Το Εσωτερικόν Χρέος· σελ. 114. — Β'. Αι Συντάξεις (Αι παλαιαί συντάξεις, φύσις αυτών: είναι ανταμοιβαί ή αποζημιώσεις πηγάζουσαι από του Αγώνος· διαίρεσις των συντάξεων εις πέντε τάξεις. Άλλα Χορηγήματα, η Φάλαγξ, παντοίαι καταχρήσεις. — Αι νέαι συντάξεις (από του 1852). — Αναλυτικός πίναξ των συντάξεων κατά τον προϋπολογισμόν του 1862) 115 - 122.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ' Χρέος προς τας τρεις Ναυτικάς νήσους.

Έκτακτοι υπηρεσίαι των Ναυτικών νήσων παραβολή προς τας χρηματικάς θυσίας της λοιπής Ελλάδος· σελ. 123 - 125. — Αναγνώρισις του χρέους, αι εθνικαί συνελεύσεις, ο Κυβερνήτης, ο νόμος της 22ας Ιανουαρίου 1853 και το Β. Διάταγμα της 12ης Ιουλίου 1856· σελ. 126 - 127. — Ανάγκη νομοθετικής μεταρρυθμίσεως. — Ο Νόμος ΓΚΕ' της 16ης Ιουνίου 1904, ο διπλούς αυτού σκοπός: καθορισμός του χρέους, ταχεία και ολιγοδάπανος απόσβεσις αυτού· κρίσεις περί του νόμου ΓΚΕ' σελ. 128 - 130.

Συμπέρασμα επί του Β' Βιβλίου (Ονοματικόν και Πραγματικόν χρέος της Ελλάδος· πίναξ αναλυτικός του Δημοσίου Χρέους κατά τον προϋπολογισμόν του 1862) σελ. 131 - 133.

Πίναξ των Περιεχομένων σελ. 134 - 138.


TΙMATAΙ ΔΡΑΧ. 5


Εν Αθήναις, Tυπογραφείον «Εστία»· Κ. Μάισνερ και Ν. Καργαδούρη - 4398.

*****

1) Η μελέτη αύτη αποτελεί μέρος (σελ. 174 - 187) της étude économique de la Grèce, ήτοι του αρτιωτέρου οικονομικού έργου, όπερ εγράφη μέχρι τούδε περί της χώρας ημών. Προσθετέον ότι ο Casimir Leconte ομιλεί κυρίως περί του Δανείου των εξήκοντα εκατομμυρίων, ελάχιστα δε λέγει περί των Δανείων της Ανεξαρτησίας, άτε μη ανεγνωρισμένων τότε και μη αναφερομένων εν τω προϋπολογισμώ. Η étude économique de la Grèce εδημοσιεύθη εν Παρισίοις τω 1847, μετά διετή διαμονήν του συγγραφέως εν Ελλάδι.

2) Το απόφθεγμα τούτο του Guizot ανέγραψεν ο Παπαρρηγόπουλος ως ρητόν εν αρχή της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους.

3) Παράβ. τον ημέτερον Εισιτήριον λόγον εις το μάθημα της δημοσιολογίας, σελ. 30.

4) Τα Εθνικά Δάνεια απετέλεσαν το θέμα των ημετέρων παραδόσεων κατά το β' εξάμηνον του παρελθόντος σχολικού έτους. Κατά το α' εξάμηνον εδιδάχθη η Γενική θεωρία του δανείου, κατά δε το ακαδημαϊκόν έτος 1902 - 1903 είχον μελετηθή αι Γενικαί αρχαί της δημοσιονομικής, αι Δημόσιαι Πρόσοδοι και το παρ' ημίν κρατούν φορολογικόν σύστημα. Μικρόν μέρος των παραδόσεων τούτων συνοψισθέν εξεδόθη γαλλιστί υπό τον τίτλον: L'impôt direct en Grèce et son évolution.

5) Βλ. κατωτ. έτερον έργον αγγλικόν του Κοντοσταύλου, [A narrative of the material facts in relation with the building of the two frigates]

6) Η έκθεσις αύτη τυπωθείσα τω 1849 είχεν υποβληθή εις την Βουλήν από του 1845.

7) Υπό Βιάρου Καποδιστρίου.

8) Τα δάνεια της ανεξαρτησίας διαιρούνται εις δύο περιόδους, εις την της συνομολογήσεως και χρήσεως, ήτις περιορίζεται εις τρία έτη αφ' ενός, και εις την της διαρρυθμίσεως, ήτις επεκτείνεται επί έξ δεκαετηρίδας, αφ' ετέρου.

Και δια μεν την μελέτην της πρώτης περιόδου πολλαί δυσκολίαι απαντώσιν:

α') Δεν υπάρχουσιν επί του θέματος ειδικαί πραγματείαι, διότι τοιαύτη βεβαίως δεν δύναται να θεωρηθή το δεκατρισέλιδον Υπόμνημα περί Αγγλοελληνικών Δανείων του Ν. Θ. Κορεσίου (Αλεξάνδρεια, 1868), όπερ άλλως τε δεν είναι ή ανατύπωσις άρθρων τινών εν τη Μερίμνη καταχωρισθέντων.

β') Επίσημα έγγραφα ελάχιστα εδημοσιεύθησαν υπό της Ελληνικής κυβερνήσεως, και αυτά δε τα δημοσιευθέντα είναι μικράς σημασίας. Επειδή δε ουδέποτε αι Δυνάμεις επενέβησαν εις τα δάνεια της ανεξαρτησίας, στερούμεθα των ξένων, ιδίως Αγγλικών, εκείνων δημοσιευμάτων, άτινα είναι σπουδαιότατον βοήθημα δια την μελέτην των μεταγενεστέρων ελληνικών δανείων.

Αι γενικαί ιστορίαι και αυταί μικρόν βοήθημα προσφέρουσι τω φιλίστορι, καθ' ότι, δια λόγους ους εκθέτομεν εν τω κειμένω, οι γράψαντες περί της επαναστάσεως παρημέλησαν την οικονομικήν αυτής άποψιν. Εν τούτοις εύρηνται σποραδικώς πληροφορίαι παρά τω Φίνλεϋ, τω Τρικούπη, τω Βλακιέρ, τω Μένδελσων - Βαρθόλδη και τω Γερβίνω, αφθονώτεραι μεν παρά τω πρώτω, ασφαλέστεραι δε παρά τω τελευταίω. Επίσης ενδιαφέρουσαι πληροφορίαι περί δύο μη πραγματοποιηθέντων δανείων, του μετά των ιπποτών της Ρόδου και του προς διάσωσιν του Μεσολογγίου, δίδονται υπό του Jourdain (Mémoires historiques et militaires sur les événements de Grèce) και υπό του Fabre (Histoire du siège de Missolonghi). Τέλος το υπό του κ. Δ. Γρ. Καμπούρογλου δημοσιευθέν Αρχείον Ρώμα, εκτός ότι περιέχει ποικίλας πληροφορίας περί των δανείων εν γένει, αποκαλύπτει άχρι τούδε αγνώστους διαπραγματεύσεις προς εξεύρεσιν δανείου εν Ιταλία.

Πλην πάντα ταύτα θα ήρκουν μόλις προς συγγραφήν ολιγοσελίδου διατριβής, οία είναι η του Κορεσίου. Εξ άλλου δ' όμως η αθλία χρήσις των δανείων εγένετο πρόξενος μομφών και κατηγοριών, αίτινες καταλήξασαι εν μεν τη Ελλάδι εις μακράς δίκας, εν δε τη Αγγλία εις μεγάλην δημοσιογραφικήν ανάκρισιν, έρριψαν, ευτυχώς δια τον γράφοντα, άπλετον φως επί του προκειμένου θέματος.

Και αι μεν εν Ελλάδι δίκαι είναι αι του Ορλάνδου και Λουριώτου. Οι δύο ούτοι άνδρες, περί της ικανότητος των οποίων υπάρχουσιν αμφιβολίαι, αλλά των οποίων η τιμιότης πρέπει, νομίζω, να θεωρήται ανεπίληπτος, είχον πεμφθή εις Αγγλίαν ως αντιπρόσωποι της Ελληνικής κυβερνήσεως δια την υπόθεσιν των δανείων. Η ατυχεστάτη χρήσις του β' δανείου επέσυρε κατ' αυτών την γενικήν αγανάκτησιν, ήτις εξεδηλώθη και δι' αποφάσεως, μηδέποτε άλλως εκτελεσθείσης, του Ελεγκτικού συνεδρίου (14 Ιαν. 1835), κηρυττούσης αυτούς αλληλεγγύως χρεώστας 809,008 δρ.

Προς ανασκευήν της αποφάσεως ταύτης ο Ορλάνδος και ο Λουριώτης εδημοσίευσαν τω 1839 - 1840 μέγα δίτομον έργον, 529 σελίδων εις τέταρτον, όπερ καλείται μεν Απολογία, είναι δ' όμως πράγματι αποθήκη όλων των εγγράφων επισήμων και μη, όσα ευρίσκοντο εις τας χείρας των συγγραφέων. Ούτως, εκτός της κυρίως απολογίας, το έργον περιλαμβάνει πάσαν την μεταξύ της κυβερνήσεως και των επιτρόπων διαμειφθείσαν αλληλογραφίαν, άσχετον εν πολλοίς προς τα δάνεια, μέγα μέρος των περί των δανείων εν Αγγλία γραφέντων, τέλος δε παντοίαν ύλην οπωσδήποτε σχετιζομένην προς την επίσημον αποστολήν των δύο συνεργατών. Δυστυχώς όμως το πολυτιμότατον τούτο έργον είναι εις άκρον δύσχρηστον, διότι, εκτός ότι στερείται πινάκων των περιεχομένων, φαίνεται στερούμενον και αρχικού σχεδίου. Καθ' ημάς τουλάχιστον, καίτοι διεξήλθομεν επισταμένως πλέον ή δεκάκις την Απολογίαν, καίτοι κατεστρώσαμεν πρόχειρον ευρετήριον αυτής, δεν κατωρθώσαμεν εισέτι ν' ανακαλύψωμεν ποίον σχέδιον ηκολούθουν οι συγγραφείς, διατί κατεχώρισαν τούτο ή εκείνο το έγγραφον και διατί κατεχώρισαν αυτό εις ταύτην την θέσιν και ουχί εις εκείνην.

Πολύ μεθοδικωτέρα είναι η προς αντίκρουσιν του Ορλάνδου και Λουριώτη δημοσιευθείσα υπό του Σπανιολάκη μελέτη (Παρατηρήσεις επί της Απολογίας I. Ορλάνδου και Α. Λουριώτη, Αθήναι 1840), ήτις, καίπερ βραχεία (84 σελ.), περιλαμβάνει, ιδίως εν τοις παραρτήμασι, πολυτίμους πληροφορίας μη παρεχομένας υπό της Απολογίας.

Και ταύτα μεν καθ' όσον αφορά εις τα ελληνικά δημοσιεύματα. Αλλ' η αισχρά διασπάθησις των χρημάτων του β' δανείου εγέννησεν αφ' ετέρου και την αγανάκτησιν των εν Αγγλία φιλελλήνων, οίτινες επιληφθέντες ανακρίσεων ανεκάλυψαν ότι η σπατάλη των ιερών εκείνων χρημάτων ωφείλετο ιδίως εις τους αναλαβόντας την διαχείρισιν του δανείου συμπατριώτας αυτών. Η αγανάκτησις τότε του κοινού εκορυφώθη καί τινες αγγλικαί εφημερίδες, ιδίως ο Χρόνος, ήρξαντο λεπτομερεστέρας ανακρίσεως, ήτις απεκάλυψε νέα σκάνδαλα και έφερεν εις φως πράγματα, άτινα άνευ αυτής θα ηγνοούντο δια παντός. Πολλά των εκ της αφορμής εκείνης εν Λονδίνω γραφέντων είχον μεταφρασθή Ελληνιστί και καταχωρισθή εν τη Απολογία, προϊόντος όμως του χρόνου τα σκάνδαλα του 1825 και 1826 ελησμονήθησαν, επεκράτησε δ' εν Ευρώπη πεποίθησις περί της κακής πίστεως της Ελληνικής κυβερνήσεως, ήτις κατασπαταλήσασα δήθεν τα δάνεια δεν ανεγνώριζε καν αυτά. Προς διαφώτισιν του κοινού και συνεπώς προς επίτευξιν δικαιοτέρου συμβιβασμού, ο κ. Γεννάδιος εδημοσίευσε τα κυριώτερα των άρθρων εκείνων υπό τον τίτλον: The Greek Loans of 1824 - 1825 — How they were handled and what the world thought of (London. P. S. King. 1878). Ο δε αναγνώστης θέλει εύρη εν τω παρόντι έργω όσον ένεστιν αρτιώτερον κατάλογον των κατά την εποχήν εκείνην δημοσιευθέντων εν τω Αγγλικώ τύπω άρθρων, ως και πολλάς περικοπάς αυτών.

Προσθετέον τέλος ότι μέρος των χρημάτων του β' δανείου εδαπανήθη εις κατασκευήν φρεγατών εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις. Η παραγγελία δ' αύτη των φρεγατών προεκάλεσε πρώτον μεν την εις Αμερικήν αποστολήν του Κοντοσταύλου, συνοδευθείσαν υπό παντοίων δικών και διαβολών, ως συνέπειαν δε της αποστολής ταύτης παντοία εν Αμερική και Ελλάδι δημοσιεύματα. Των δημοσιευμάτων τούτων, δια των οποίων μανθάνουσι και οι μεταγενέστεροι τα εν Αμερική τότε συμβάντα, δίδεται εν τω οικείω κεφαλαίω εκτενής κατάλoγoc (βλ. Κεφ. Β' παρ. β', ΙΙΙ).

Η δευτέρα περίοδος η της διαρρυθμίσεως των δανείων επεξετάθη επί εξήκοντα έτη. Δι' ους λόγους όμως θα εκθέσωμεν βραδύτερον, καθ' όλην την βασιλείαν του Όθωνος δεν διεξήχθησαν σοβαραί διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ελλάδος και των δανειστών αυτής. Προσπάθειαι ειλικρινείς προς συμβιβασμόν εγένοντο αφ' ετέρου από του 1827 - 1832 και από της ελεύσεως του Γεωργίου μέχρι του οριστικού συμβιβασμού. Και δια μεν το πρώτον χρονικόν διάστημα ικαναί πληροφορίαι ευρίσκονται παρά τω Μάμουκα (Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τόμ. Θ' και Ι') και παρά τω Parish (Diplomatic and financial history of Greece. Περί του έργου τούτου θα ομιλήσωμεν εκτενέστερον εν τω κεφαλαίω τω αφορώντι εις το δάνειον των εξήκοντα εκατομμυρίων). Τας δε από της ελεύσεως του Γεωργίου διαπραγματεύσεις αφηγείται εκτενώς εν θαυμασία εκθέσει ο βραδύτερον τοσούτον συντελέσας εις την διαρρύθμισιν των δανείων κ. I. Γεννάδιος (Έκθεσις 17/22 Δεκεμβρίου 1875· η έκθεσις αύτη εξετυπώθη και διενεμήθη εις τους βουλευτάς τρία έτη βραδύτερον).

Τέλος η Περί μετατροπής των Δανείων τον 1824 και 1825 Λευκή Βίβλος (Αθήναι 1879) διαλαμβάνει εν λεπτομερεία περί των κατά την επιχείρησιν ταύτην.

Τοιαύται εν συντόμω αι προς μελέτη των δανείων της ανεξαρτησίας κυριώτεραι πηγαί. Εν τη αναπτύξει του θέματος θα υποδείξωμεν και πολλά άλλα έργα, άτινα οπωσδήποτε εχρησίμευσαν ημίν.

9) Σπανίως ιστορικόν γεγονός προεκάλεσεν τηλικαύτην συγκίνησιν και τοσαύτας συγγραφάς όσον η Ελληνική επανάστασις, ήτις εκρίθη πολλάκις και δη επ' εσχάτων εν κυρίω άρθρω του «Figaro» υπό του βαρώνου Κουβερτέν ως το σπουδαιότερον, υπό πολλάς επόψεις, γεγονός του 19ου αιώνος.

10) Όπως λάβη ο αναγνώστης ποιάν τινα ιδέαν της λογιστικής, ήτις ετηρείτο επί της επαναστάσεως, παραθέτομεν ενταύθα αποσπάσματά τινα της εκθέσεως, ην καθυπέβαλεν εις την γ' εθνικήν συνέλευσιν η επί των εθνικών λογαριασμών επιτροπή τη 11 Απρ. l827. Τα αποσπάσματα ταύτα ερανιζόμεθα παρά του Παπαρρηγοπούλου Ιστορία Ελλην. Έθνους τόμ. ε'. σελ. 744 — 748, καθ' ότι το πρωτότυπον της εκθέσεως παρ' επιμόνους προσπαθείας ουδαμού ηδυνήθημεν να εάλωμεν. Κατά φίλον εντριβέστατον περί τα κατά την επανάστασιν, η εν λόγω έκθεσις εδημοσιεύθη πιθανώς εν παραρτήματι της Γενικής Εφημερίδος· δυστυχώς του φύλλου τούτου παραρτήματα δεν ετηρήθησαν εν ταις βιβλιοθήκαις. Προσθετέον ότι ο Παπαρρηγόπουλος ουδαμού παραπέμπει).

Εκ της εκθέσεως της επιτροπής συγκειμένης εκ των κ.κ. Πολυάδου, Κ. Τασσίκα, Μ. Κ. Παγκάλου. Χ. Οικονομίδου και Α. Σκανδαλίδου, προκύπτουσι συν τοις άλλοις και τα εξής:

Τα εθνικά κατάστιχα ήσαν νοθευμένα και πλήρη από καταχρήσεις, πλαστοπαρτίδας, ελλείψεις, λάθη και ανωμαλίας. Προς τούτοις αι θυσίαι, εις ας ασμένως υπεβάλλετο το έθνος καταβάλλον φόρους ικανούς και αναλαμβάνον βαρυτάτας υποχρεώσεις, εις παν άλλο εχρησίμευον ή εις τας ανάγκας του πολέμου. Ούτω κατά τον α' νόμον της διοικήσεως της α' περιόδου ετυπώθησαν εθνικαί ομολογίαι 17,250 εκπροσωπούσαι αξίας γροσίων 5,000,000. Εκ των ομολογιών τούτων εξεδόθησαν μεν 3,688, γροσίων 1,471,000, ευρέθησαν δε ανέκδοτοι μόνον 408, γροσίων 42,100· ώστε έλειπον 13,154 αξίας 3,486,900 γρ. Ούτως ακόμη εν τω καθημερινώ της Β' περιόδου ανεφέρετο ότι επληρώθησαν εις διαφόρους γρόσια 339,098 δι' όσα είχον δώση ούτοι πρότερον εις την διοίκησιν, δεν αναφέρεται δ' όμως ούτε πότε τα χρήματα ταύτα εδόθησαν ούτε πώς κατόπιν εδαπανήθησαν. Ουδαμού σημειούται «εις ποία μέρη εδόθησαν ή εστάλησαν προς κοινήν χρήσιν τα μεγάλης ποσότητος γεννήματα, πολεμεφόδια και άλλα τοιαύτα, όσα ηγοράσθησαν δια δημοσίων χρημάτων παρά του υπουργείου της Οικονομίας, και ούτε βιβλία των υποθηκών ευρίσκονται». Εις τα κατάστιχα ευρίσκονται και παράνομοι πωλήσεις εθνικών κτημάτων και ανύπαρκτοι πληρωμαί αυτών».

Αλλ' έλθωμεν εις έτι σπουδαιότερα. Ουδαμού υπήρχαν σεσημειωμένα τα πολεμεφόδια, άτινα εστάλησαν προς την Κυβέρνησιν υπό της εν Λονδίνω επιτροπής των εθνικών δανείων και όμως η αξία των πολεμεφοδίων τούτων συνεποσούτο εις εκατομμύρια. Ουδαμού υπήρχον σεσημειωμέναι αι λείαι ουδέ τα εκ των λειών εισπραχθέντα εθνικά δικαιώματα. «Εκ δε των συνεισφορών, αι οποίαι εδόθησαν εις το έθνος από τους φιλέλληνας και Έλληνας εντός και εκτός της επικρατείας, απ' αρχής του αγώνος μέχρι του τέλους της γ' περιόδου, και αι οποίαι ειμπορούν να αναβαίνουν εις μιλλιόνια γροσίων, δεν ευρίσκονται περασμέναι εις τα κατάστιχα ειμή μόνον μερικαί εκατοντάδες χιλιάδων γροσίων· το ίδιον δε τρέχει και εις τους κατά καιρούς δοθέντας εράνους».

11) Ο συγγραφεύς ο δυνάμενος να περιγράψη τα ήθη των κλεφτών, τα άθλα του Κανάρη, την πτώσιν του Μεσολογγίου, τους στρατούς του Δράμαλη και του Ιμπραήμ είχε πράγματι προ αυτού θέματα τοσούτον επαγωγά και δι' αυτόν και δια τον αναγνώστην, ώστε δυσκόλως επελαμβάνετο οικονομικής μελέτης, ην προς τοις άλλοις ήτο σχεδόν αδύνατον να φέρη εις πέρας.

12) Βλ. σελ. 227 και εφεξής και σελ. 337 — 342.

13) Ο μεγαλείτερος και θετικώτερος των ημετέρων ιστορικών, ο Παπαρρηγόπουλος, συνοπτικότατα επραγματεύθη τα της Επαναστάσεως. Είναι πιθανόν ότι, εάν είχε συγγράψη εκτενέστερον, δεν θα ημέλει το οικονομικόν ζήτημα. Παρ' όλην δ' αυτού την βραχυλογίαν διέσωσεν ημίν την προμνησθείσαν έκθεσιν της επί των εθνικών λογαριασμών επιτροπής και δίδει ικανάς πληροφορίας περί των χρηματικών θυσιών των τριών νήσων.

14) Ίσως μάλιστα η σύναψις των δανείων έλαβε μεγαλειτέραν επίδρασιν ή η αναγνώρισις ημών ως εμπολέμων. Ιδού δε πώς εκφράζεται περί τούτου ο Γερβίνος: «Η σύναψις των εν Αγγλία δανείων ήτο επιτυχία σπουδαιοτέρα πάσης στρατιωτικής νίκης. Όλοι εγνώριζον ότι, κατόπιν τοιούτων συμμαχιών χρηματικών, λαοί τινες επέτυχον την προστασίαν της Αγγλίας, και μάλιστα εις πολλούς κύκλους η απαρχή αύτη οικονομικών σχέσεων εθεωρήθη ως αντιστοιχούσα, εν τοις πράγμασι, προς αναγνώρισιν του Ελληνικού κράτους» (τόμ. β' σελ. 15, γαλλικής μεταφράσεως).

15) Των προσόδων τούτων δύναται να δώση ιδέαν τινά ο εις την εν Άστρει β' εθνοσυνέλευσιν υποβληθείς υποθετικός προϋπολογισμός (βλ. Μάμουκαν, αυτόθι τόμ. γ' σελ. 24 - 59).

Κατά το έγγραφον εκείνο, τα έσοδα προϋπελογίζοντο εις 12,846,220 γρ. και τα έξοδα εις 38,616,000 γρ. Σημειωτέον προς τούτοις, ότι η επιτροπή εδήλωσεν ότι μόνον διά τα έξοδα επλησίασεν εις την αλήθειαν, δια δε τα έσοδα, επειδή δεν είχεν ουδεμίαν θετικήν πληροφορίαν, εβασίσθη μόνον εις τους υπολογισμούς των πληρεξουσίων των διαφόρων επαρχιών.

Οπωσδήποτε τα προϋπολογισθέντα κεφάλαια εσόδων ήσαν τα εξής:

ΈσοδαΚρήτης7,383,620γρ.
»Νήσων1,419,100»
»Ανατ. Ελλάδος708,200»
»Δυτ. Ελλάδος729,500»
»Πελοποννήσου2,605,800»