WeRead Powered by ReaderPub
Η Ευρώπη κατά τον 19ον αιώνα cover

Η Ευρώπη κατά τον 19ον αιώνα

Chapter 12: ε') Η Ευρώπη από του 1830 έως του 1848.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The work surveys European development from ancient roots through the nineteenth century, tracing cultural inheritance from earlier Mediterranean civilizations and the Greek intellectual and artistic traditions that shaped Roman and later European life. It follows the Roman empire's division and the Byzantine continuation of classical learning, examines the spread of Christianity and the differing institutional trajectories of East and West, and assesses the effects of Islamic and Turkish expansion on eastern borders. It describes maritime advances and overseas expansion that extended European influence, the revival of classical studies, the Protestant schism within western Christendom, and the political realignments that sought stability after early nineteenth-century upheavals.

Εκτός της συνθήκης ταύτης, η οποία εκανόνισε την προελθούσαν εις Ευρώπην κατάστασιν μετά την πτώσιν του Ναπολέοντος, και της οποίας συνθήκης πολλαί διατάξεις ισχύουν μέχρι σήμερον, οι τρεις ηγεμόνες Ρωσίας, Αυστρίας και Πρωσσίας, ήτοι ο αυτοκράτωρ της Ρωσίας Αλέξανδρος Α', ο αυτοκράτωρ της Αυστρίας Φραγκίσκος Α' και ο βασιλεύς της Πρωσσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ', προτού να απέλθουν εκ Παρισίων τω 1815, συνωμολόγησαν, καθώς είπομεν ανωτέρω, συμμαχίαν, διά της οποίας συνεφώνουν μεταξύ των να κυβερνούν οι ηγεμόνες τους λαούς ως πατέρες, χωρίς να περιορίζωνται υπό συνταγμάτων, και εις την τοιαύτην κυβέρνησιν των λαών να βοηθούν αλλήλους ως αδελφοί, διά να βασιλεύη εις τον κόσμον αιώνιος ειρήνη εξωτερική μεταξύ των διαφόρων εθνών, και διαρκής ειρήνη εσωτερική μεταξύ των ηγεμόνων και των υπ' αυτών κυβερνωμένων λαών. Την συνθήκην της συμμαχίας ταύτης ανεκοίνωσαν οι τρεις ιδρυταί της και εις τους άλλους ηγεμόνας, και ούτως η Ιερά Συμμαχία έγεινε γενική Ευρωπαϊκή. Ωνομάσθη δε η Συμμαχία Ιερά, ως εκ του ιερού δήθεν σκοπού προς τον οποίον απέβλεπεν.

Αληθώς η έννοια της συνθήκης εφαίνετο εκ πρώτης όψεως τοιαύτη. Αλλ' οι ηγεμόνες των τότε χρόνων και οι πολιτικοί σύμβουλοι αυτών, προ πάντων οι της Αυστρίας, παρεξέτειναν την έννοιαν ταύτην, και εν ονόματι της Ιεράς Συμμαχίας κατεπολέμησαν παν κίνημα φιλελεύθερον. Το δε περί της αδελφότητος των βασιλέων δόγμα της συνθήκης ηρμήνευσαν κατά τρόπον τοιούτον, ώστε αν είς λαός επαναστατήση κατά του ηγεμόνος και της κυβερνήσεως, οι άλλοι ηγεμόνες να βοηθούν αυτόν εις την καταστολήν της επαναστάσεως. Εκ τούτου πολλά έπαθαν οι υπέρ εθνικής και πολιτικής ελευθερίας αγωνιζόμενοι λαοί, ιδίως οι Ιταλοί, οι Ισπανοί, οι Γερμανοί και μάλιστα οι Έλληνες, ως μαρτυρεί τούτο η Ιστορία της Ευρώπης από του 1815, οπότε συνωμολογήθη η Ιερά Συμμαχία, μέχρι του 1830, οπότε περιήλθεν εις παρακμήν και αδυναμίαν.

γ') H Ευρώπη από του 1815 έως του 1830.


Η κατάστασις της Ευρώπης από του 1815 έως του 1830 ήτο γενικώς ειρηνική· πόλεμοι μεταξύ των Ευρωπαϊκών κρατών δεν έγειναν. Απ' εναντίας, η εσωτερική κατάστασις ήτο ταραχώδης εις πολλάς χώρας, ιδίως εις την Γερμανίαν, την Ιταλίαν και την Ισπανίαν.

Η Γερμανία ήτο από αιώνων διηρημένη εις πολλά μικρά κράτη, των οποίων το ισχυρότερον ήτο το Αυστριακόν, βαθμηδόν δε κατέστη ισχυρόν και το Πρωσσικόν βασίλειον. Η διαίρεσις αύτη παρέλυε την δύναμιν του έθνους και οι μάλλον φιλοπάτριδες μεταξύ των Γερμανών επόθουν ανέκαθεν Γερμανίαν ηνωμένην, διότι μόνον η ένωσις ηδύνατο να φέρη ισχύν. Από των χρόνων της Γαλλικής επαναστάσεως επεθύμουν οι άνδρες ούτοι να προικισθή η πατρίς των, ήτοι τα διάφορα Γερμανικά κράτη, και διά συνταγματικών θεσμών φιλελευθέρων. Ακριβώς δε καθ' όν χρόνον τα Γερμανικά κράτη, (και ιδίως η Πρωσσία μετά τας ήττας και μεγάλας ταπεινώσεις και την υποταγήν της εις την Γαλλίαν,) κατώρθωσαν να εξεγείρουν από του 1813 τους Γερμανικούς λαούς εναντίον του Ναπολέοντος, υπέσχοντο εις αυτούς, μετά την κατά του Ναπολέοντος εξέγερσιν και νίκην, θεσμούς πολιτικούς ασφαλίζοντας ελευθερίαν και ένωσιν. Αλλ' αφού κατώρθωσαν ούτω να ελευθερώσουν την Γερμανίαν από του ζυγού του Ναπολέοντος, δεν εξεπλήρωσαν την υπόσχεσίν των, ένεκα της Ιεράς Συμμαχίας. Ούτε η Αυστρία ούτε η Πρωσσία έδωκαν θεσμούς φιλελευθέρους εις τους λαούς των· μόνον μικρά τινα Γερμανικά κράτη έπραξαν τούτο· και η ένωσις δε της Γερμανίας, η διά της Γερμανικής ομοσπονδίας, ήτο πολύ χαλαρά. Εκ τούτου μεγάλη δυσαρέσκεια κατέλαβε τους φιλελευθέρους Γερμανούς.

Κατ' εκείνους τους χρόνους εις όλας σχεδόν τας Ευρωπαϊκάς χώρας, οι άνδρες οι πολιτικοί, και όσοι αμέσως ή εμμέσως ανεμιγνύοντο εις τα πολιτικά λαλούντες ή γράφοντες, διηρούντο εις δύο μερίδας· εξ ενός εις φιλελευθέρους, των οποίων οι σφοδρότεροι, οι ζητούντες ριζικάς μεταρρυθμίσεις, ωνομάζοντο ριζοσπάσται, — ή και επαναστατικοί ως θέλοντες δι' επαναστάσεως να επιτύχουν του σκοπού των· εξ άλλου δε εις συντηρητικούς ή νομιμόφρονας, ήτοι τους θέλοντας την διατήρησιν των πραγμάτων όπως είχαν, θεωρούντες νόμιμον την τοιαύτην κατάστασιν. Τούτων οι σφοδρότεροι ωνομάζοντο απολυταρχικοί, — ή αντιδραστικοί, ως θέλοντες απόλυτον δεσποτικήν κυβέρνησιν και αντιδρώντες, ήτοι αντιπράττοντες, κατά πάσης μεταβολής φιλελευθέρας. Εις Γερμανίαν ο μεταξύ των δύο μερίδων αγών διεξήχθη άνευ επαναστάσεων, διά λόγων και συγγραμμάτων, διά της δημοσιογραφίας, και με ειρηνικάς διαδηλώσεις, των οποίων κέντρα ήσαν τα Πανεπιστήμια, όπου οι φοιτηταί ήσαν θερμοί οπαδοί των νέων ιδεών. Απέναντι των ειρηνικών τούτων κινημάτων αι κυβερνήσεις των Γερμανικών κρατών συνεκρότουν συνδιασκέψεις των πολιτικών ανδρών, και διά συμβάσεων και δι' αποφάσεων, έτι δε διά νόμων αυστηρών, αντενήργουν εναντίον πάσης φιλελευθέρας κινήσεως. Η κατάστασις αύτη διήρκεσεν εις Γερμανίαν μέχρι του 1848.

Αλλ' εις την Ιταλίαν, ήτις και αυτή εναντίον των πόθων πλείστων φιλοπατρίδων Ιταλών έμεινεν, ως η Γερμανία, και μετά το 1815 διηρημένη εις πολλά κράτη, και της οποίας μέγα μέρος υπέκειτο εις ξένον κράτος, το Αυστριακόν, ο αγών υπέρ ελευθέρων πολιτικών θεσμών και υπέρ της ενώσεως απέληξε κατ' αρχάς εις νικηφόρον επανάστασιν (εις τα κράτη της Νεαπόλεως και του Πεδεμοντίου). Επίσης δε και εις την Ισπανίαν, ήτις δεν ήτο πολιτικώς διηρημένη, αλλ' απετέλει ενιαίον κράτος, ο κατά της τυραννικής απολυταρχίας αγών έληξεν εις επανάστασιν και καθιέρωσιν φιλελευθέρων πολιτικών θεσμών.

Αλλ' εις τας χώρας ταύτας, όπου ενίκησε κατ' αρχάς ο αγών της ελευθερίας, η Ιερά Συμμαχία, δηλαδή οι ηγεμόνες οι πρωτοστατούντες αυτής, εφήρμοσαν την εξής μέθοδον καταστολής: Άμα ήρχιζαν αι επαναστάσεις, οι ηγεμόνες ούτοι συνήρχοντο εις συνέντευξιν ή εις συνέδριον είς τινα πόλιν (ως εις Λαϋβάχην, εις Βερώνην), και επεφόρτιζαν την μίαν εκ των μεγάλων δυνάμεων να επέμβη στρατιωτικώς εις την επαναστατήσασαν χώραν και να καταστείλη την επανάστασιν. Ούτως η Αυστρία, κατ' εντολήν της Ιεράς Συμμαχίας, κατέστειλε στρατιωτικώς εις Ιταλίαν την επανάστασιν (1821), η δε μοναρχική τότε Γαλλία εις Ισπανίαν (1823). Ούτω δε και εις τας δύο ταύτας χώρας υπερίσχυσεν η αντίδρασις και αποκατεστάθη το πρώην καθεστώς.

Κατά τους χρόνους τούτους (1820) επανεστάτησαν κατά της Ισπανίας αι εις την μέσην και νοτίαν Αμερικήν Ισπανικαί αποικίαι, αι οποίαι εκυβερνώντο τυραννικώς υπό της μητροπόλεως Ισπανίας. Η Ισπανία ηγωνίσθη να υποτάξη τας αποστατησάσας αποικίας, ήθελαν δε να υποστηρίξουν την Ισπανίαν εις τον αγώνα τούτον αι κυβερνήσεις της Ιεράς Συμμαχίας. Αλλ' η Αγγλία, (εις την οποίαν από του 1822 την διεύθυνσιν της εξωτερικής πολιτικής ανέλαβεν ο φιλελεύθερος και μεγαλόφρων πολιτευτής Γεώργιος Κάννιγκ, εχθρός άσπονδος της Ιεράς Συμμαχίας και της αντιδράσεως), κατεπολέμησε την τοιαύτην ανάμιξιν των Κυβερνήσεων της Ιεράς Συμμαχίας, και ανεγνώρισε την ανεξαρτησίαν των Ισπανικών αποικιών, αίτινες έκτοτε κατεστάθησαν και πράγματι ανεξάρτητοι διά των γενναίων αγώνων των αρχηγών της επαναστάσεως. Μεταξύ αυτών μέγας αληθώς ανεδείχθη ο περίφημος Βολιβάρ (από Βολιβίας).

δ') Η Ελληνική Επανάστασις
του 1821.


Η Ιερά Συμμαχία ολεθρίως επέδρασε και επί τον υπέρ ελευθερίας μέγαν αγώνα των Ελλήνων. Ενώ ο αγών ούτος κατ' ουσίαν ουδεμίαν σχέσιν είχε προς τα εις την άλλην Ευρώπην διεξαγόμενα κινήματα μεταξύ των φιλελευθέρων και των αντιδραστικών, ήτο δε αγών εθνικός και θρησκευτικός, υπέρ ελευθερίας εθνικής και θρησκευτικής, υπέρ του σταυρού και υπέρ της θρησκείας του Ιησού τον οποίον οι ιδρυταί της Ιεράς Συμμαχίας είχαν κηρύξει προστάτην της Συμμαχίας των, εν τούτοις αι κυβερνήσεις της Ιεράς Συμμαχίας, αντί να υποστηρίξουν τον τοιούτον αγώνα, τον κατεπολέμησαν. Οι αντιδραστικοί οπαδοί της Ιεράς Συμμαχίας εχαρακτήρισαν το κίνημα των Ελλήνων ως επανάστασιν άδικον εναντίον της νομίμου αρχής του Σουλτάνου, ο οποίος έπρεπε κατ' αυτούς, καίτοι δεν ήτο χριστιανός ηγεμών, να θεωρηθή αδελφός και να τύχη της υποστηρίξεως των χριστιανών ηγεμόνων της Ιεράς Συμμαχίας. Την θεωρίαν ταύτην υπεστήριξεν ιδίως ο φιλότουρκος αρχιγραμματεύς του Αυστριακού κράτους πρίγκιψ Μεττερνίχος και παρέσυρεν εις τας ιδέας του ταύτας τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον Α' της Ρωσίας.

Αληθώς ο θρησκευτικός και εθνικός χαρακτήρ του Ελληνικού αγώνος είχεν αποδειχθή εξ αρχής, οπότε ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε' και πολλοί άλλοι, ανώτατοι λειτουργοί εκκλησιαστικοί είχαν σφαγή θυσιάζοντες την ζωήν των μαρτυρικώς εις τον βωμόν της χριστιανικής πίστεως, ο δε αυτοκράτωρ της Ρωσίας ένεκα των σφαγών τούτων είχε διαμαρτυρηθή κατά των γινομένων εις την Τουρκίαν εναντίον της Εκκλησίας και είχε διακόψει τας διπλωματικάς προς την Τουρκίαν σχέσεις. Οι περί τον Μεττερνίχον όμως κατώρθωσαν να εμποδίσουν την έκρηξιν Ρωσοτουρκικού πολέμου. Αλλ' η καρτερόψυχος επιμονή των Ελλήνων, τα μεγάλα κατά γην και κατά θάλασσαν κατορθώματά των, ο ενθουσιασμός τον οποίον ταύτα επροξένουν εις την Ευρώπην και εις τους φιλελευθέρους και εις τους ειλικρινεστέρους των συντηρητικών, και προς τούτοις η δόξα της αρχαιότητος, ηνάγκασαν τας κυβερνήσεις να πράξουν τι υπέρ της Ελλάδος. Ούτω δε η Ρωσία, (όπου από τα τέλη του 1825 είχε διαδεχθή τον αποθανόντα Αλέξανδρον Α' ο πολύ ενεργητικώτερος και αποφασιστικώτερος αδελφός του Νικόλαος Α'), η Γαλλία και η Αγγλία, εναντίον της θελήσεως της Αυστρίας (της οποίας την πολιτικήν ηκολούθησε τότε και η Πρωσσία), συνωμολόγησαν συνθήκην υπέρ ελευθερώσεως μέρους των Ελληνικών χωρών. Η αντίστασις της Τουρκίας εις τας ειρηνικώς προταθείσας απαιτήσεις των δυνάμεων επέφερε την περίφημον ναυμαχίαν του Ναυαρίνου (8 Οκτωβρίου 1827), εις την οποίαν κατεστράφη ο τουρκικός στόλος. Η καταστροφή αύτη ηρέθισε πολύ την Τουρκίαν και τον Σουλτάνον Μαχμούτ Α' (τον βασιλεύοντα από του 1808) εναντίον της Ρωσίας, την οποίαν εθεώρει ούτος ως πρωταίτιον της επελθούσης καταστροφής. Η εχθρική και προκλητική διαγωγή της Τουρκίας εναντίον της Ρωσίας, παρώργισε τον Τσάρον, όστις επί τέλους εκήρυξε τον πόλεμον κατά της Τουρκίας. Ο πόλεμος διαρκέσας δύο έτη (1828 — 1829) και διεξαχθείς και εις Ευρώπην και εις Ασίαν, απέληξεν εις την οριστικήν νίκην των Ρώσων. Ούτοι υπερβάντες το 1829 τον Αίμον, υπό τον αρχιστράτηγον Δίεβιτς (τον επικληθέντα διά τούτο Υπεραίμιον, Βαλκάνσκη), επροχώρησαν εις την Αδριανούπολιν και εκεί επέβαλαν εις την Τουρκίαν ειρήνην, διά της οποίας αύτη ανεγνώριζε την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος εντός περίπου των ορίων τα οποία απετέλεσαν τα όρια του Ελληνικού βασιλείου επί τον βασιλέως Όθωνος. Συγχρόνως δε Γαλλικός στρατός κατοχής ήλθεν υπό τον στρατηγόν Μαιζώνα εις Πελοπόννησον διά να εκδιώξη εκείθεν τους Αιγυπτίους και τον Ιβραήμ πασάν. Εν τω μεταξύ συνδιάσκεψις αντιπροσώπων των τριών Δυνάμεων, αίτινες ωνομάσθησαν πλέον προστάτιδες της Ελλάδος δυνάμεις, είχε συνέλθει εις Λονδίνον, διά να κανονίση τας λεπτομερείας των ορίων και των άλλων διατάξεων της συνθήκης περί ελευθερώσεως της Ελλάδος. Η συνδιάσκεψις αύτη ετελείωσε το έργον της (1830) διά της ανακηρύξεως των ελευθερωθεισών Ελληνικών χωρών ως βασιλείου Ελληνικού, του οποίου βασιλεύς υπό των προστατίδων δυνάμεων εξελέγη ο δευτερότοκος υιός του φιλέλληνος βασιλέως της Βαυαρίας Λουδοβίκου Όθων, εκ του βασιλικού οίκου των Βιττελσβάχων.

ε') Η Ευρώπη από του 1830
έως του 1848.


Η ελευθέρωσις της Ελλάδος έγεινε περίπου το 1830. Κατά το έτος δε τούτο και άλλα σπουδαία γεγονότα συνέβησαν εις την Ευρώπην. Εις Γαλλίαν έγεινεν επανάστασις τον Ιούλιον του 1830 (διά τούτο δε λέγεται Ιουλιανή) εναντίον του βασιλέως Καρόλου Ι', διαδόχου του αποθανόντος το 1824 αδελφού του Λουδοβίκου ΙΗ', τον οποίον, ως είδομεν, αι Δυνάμεις είχαν καταστήσει βασιλέα της Γαλλίας το 1814. Η Ιουλιανή επανάστασις ανέτρεψε τον θρόνον του αρχαίου βασιλικού οίκου της Γαλλίας, του Βουρβωνικού καλουμένου· αλλ' η επανάστασις δεν απέληξεν εις την κατάργησιν της μοναρχίας και την ανακήρυξιν της δημοκρατίας. Οι αρχηγοί του κινήματος, φοβούμενοι τας ενεργείας της Ιεράς Συμμαχίας, και συνετώς φερόμενοι, ηκολούθησαν μέσην τινά οδόν. Αντί να ιδρύσουν δημοκρατίαν, ηρκέσθησαν να καταστήσουν την βασιλείαν μάλλον φιλελεύθερον· θεωρήσαντες δε έκπτωτον τον αρχαίον βασιλικόν οίκον των Βουρβώνων, εξέλεξαν βασιλέα εκ πλαγίου κλάδου του οίκου εκείνου, του κλάδου των Αυρηλιανών (ή ως λέγουν οι Γάλλοι Ορλεάν), τον Ορλεανίδην πρίγκιπα Λουδοβίκον Φίλιππον, ο οποίος συνήνεσε προθύμως να εισαγάγη σύνταγμα φιλελεύθερον, και ωνομάσθη διά τούτο «πολίτης βασιλεύς». Ούτως ησύχασαν εις Γαλλίαν τα πράγματα.

Και εις Ιταλίαν δε έγειναν κινήματά τινα εκ μέρους των φιλελευθέρων και δημοκρατικών, και των οπαδών της Ιταλικής ενώσεως· αλλά δεν έφεραν αποτέλεσμα.

Σπουδαίον γεγονός του 1830 είναι και η επανάστασις η Πολωνική. Η Πολωνία μέχρι του τέλους του παρελθόντος αιώνος ήτο κράτος ανεξάρτητον και ικανώς μέγα. Αλλά κατά την εποχήν εκείνην αι τρεις γείτονες Δυνάμεις, Ρωσία, Αυστρία και Πρωσσία, επωφελούμεναι εκ της εσωτερικής αδυναμίας της Πολωνίας, διεμέλισαν το κράτος και το διενεμήθησαν μεταξύ των. Καθ' όν χρόνον ο Ναπολέων είχε ταπεινώσει Αυστρίαν και Πρωσσίαν, μικρόν μέρος της Πολωνίας είχεν ελευθερωθή· αλλ' η απόπειρα των Πολωνών, διαρκούντος του μετά της Ρωσίας πολέμου του Ναπολέοντος, να αποκαταστήσουν το άλλοτέ ποτε κράτος της Πολωνίας, απέτυχε μετά την ήτταν της Γαλλίας. Η εν Βιέννη σύνοδος του 1815 διεμέρισεν εκ νέου την Πολωνίαν μεταξύ των τριών κρατών, αλλά το πλείστον έδωκεν εις την Ρωσίαν, επί τω όρω η Ρωσική Πολωνία ν' αποτελέση ίδιον κράτος, το βασίλειον της Πολωνίας, μετά ιδιαιτέρου φιλελευθέρου συντάγματος και ιδίου στρατού εθνικού· ο δε αυτοκράτωρ της Ρωσίας να είναι απλούς βασιλεύς της Πολωνίας. Τούτο επεθύμει και ο αυτοκράτωρ Αλέξαδρος και το είχεν υποσχεθή εις τους Πολωνούς πρότερον, από δε του 1815 εξεπλήρωσε πιστώς την υπόσχεσίν του.

Αλλ' επί Νικολάου Α', του διαδόχου του Αλεξάνδρου Α', έγειναν αυθαιρεσίαι τινές εκ μέρους της Ρωσίας. Διά τούτο δε οι Πολωνοί, θέλοντες εντελώς να χωρισθούν από της Ρωσίας και ελπίζοντες επί την βοήθειαν της Γαλλίας, επανέστησαν το 1830 και εκήρυξαν έκπτωτον τον αυτοκράτορα της Ρωσίας από του βασιλικού θρόνου της Πολωνίας. Όταν δε εισήλθεν ο Ρωσικός στρατός, ενίκησαν εις ικανάς μάχας και ανέκοψαν την πορείαν των Ρώσων. Αλλά το επόμενον έτος, 1831, μετά ηρωϊκήν αντίστασιν ηττήθησαν και υπετάγησαν. Η Πολωνία απώλεσε τον προνομιούχον αυτής θρόνον εις το Ρωσικόν κράτος, την αυτονομίαν, το σύνταγμα αυτής, και αφωμοιώθη διοικητικώς προς την λοιπήν Ρωσίαν, αφού ουδεμία Ευρωπαϊκή δύναμις, ούτε η Γαλλία, ηδυνήθη να έλθη εις βοήθειάν της.

Το 1830 και εις την Ανατολήν, ήτοι εις την Οθωμανικήν αυτοκρατορίαν, έγεινάν τινα σπουδαία πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα. Ο Σουλτάνος Μαχμούτ διά να καταβάλη την επανάστασιν της Ελλάδος είχεν επικαλεσθή από του 1824 την βοήθειαν του εις αυτόν υποτελούς, αλλ' ισχυρού σατράπου της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή πασσά, αρχηγού και θεμελιωτού της σήμερον εν Αιγύπτω ηγεμονευούσης δυναστείας των Χεδιβών. Ο Μαχμούτ Αλής είχε πέμψει στόλον και στρατόν υπό την αρχηγίαν του ιδίου αυτού υιού, του περιφήμου Ιβραήμ πασσά. Εις τούτον ο Σουλτάνος είχεν υποσχεθή την ηγεμονίαν της Πελοποννήσου και της Κρήτης. Και η μεν Κρήτη μη ελευθερωθείσα, εδόθη το 1830 εις την Αίγυπτον. Αλλ' ο Μαχμούτ Αλής και ο Ιβραήμ πασσάς εζήτουν και άλλην χώραν εις Συρίαν αντί της Πελοποννήσου, την οποίαν υπεσχέθη μεν αλλά δεν ηδύνατο πλέον να δώση, αφού αυτή ηλευθερώθη.

Ένεκα των απαιτήσεων τούτων επήλθε πόλεμος μεταξύ του Σουλτάνου Μαχμούτ Β' και του αντιβασιλέως της Αιγύπτου. Ο Ιβραήμ ως αρχιστράτηγος ενίκησεν εις πολλάς μάχας τον τουρκικόν στρατόν, κατέλαβεν εντός μικρού χρόνου την Συρίαν όλην, έπειτα δε εισήλασεν εις την Μικράν Ασίαν, και νικήσας πλησίον του Ικονίου νέον μέγαν τουρκικόν στρατόν επροχώρει προς την Κωνσταντινούπολιν. Τότε ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β' επεκαλέσθη την βοήθειαν του αυτοκράτορος της Ρωσίας. Ούτος δε έπεμψε στρατόν, ο οποίος κατέλαβε την Ασιατικήν όχθην του Βοσπόρου διά να υπερασπίση την Κωνσταντινούπολιν. Ο Ιβραήμ δεν ηδύνήθη να προχωρήση περαιτέρω, διά δε της μεσιτείας των Δυνάμεων συνωμολογήθη η εν Κοτυαείω (πόλει της Μικράς Ασίας) συνθήκη του 1833, διά της οποίας όλη η Συρία και μέρος της Μικράς Ασίας (η Κιλικία, ο νομός τον Αδάνων) εδόθησαν εις την δυναστείαν του οίκου του Μεχμέτ Αλή.

Αλλ' ο Σουλτάνος Μαχμούτ εξ ανάγκης υψίστης μόνον συνήνεσεν εις τοιαύτας θυσίας, ητοιμάζετο δε αμέσως από του χρόνου τούτου εις πολεμικάς παρασκευάς διά να ανακτήση τας παραδοθείσας χώρας. Όθεν, μετά τινα έτη, το 1839, νέος πόλεμος εξερράγη μεταξύ του Σουλτάνου και του υποτελούς του. Κατά την πρώτην σπουδαίαν μάχην ενικήθη υπό του Ιβραήμ πασσά ο Τουρκικός στρατός. Εν τω μεταξύ απέθανε και ο Σουλτάνος Μαχμούτ και τον διεδέχθη ο νεαρώτατος υιός του Αβδούλ-Μεδζίτ. Τότε επενέβησαν αι Ευρωπαϊκαί Δυνάμεις. Η Γαλλία, της οποίας βασιλεύς ήτο ήδη, ως είπομεν, ο Λουδοβίκος Φίλιππος, πρωθυπουργός δε ο περίφημος Γάλλος πολιτευτής Θιέρσος, υπερήσπιζε τον Αντιβασιλέα της Αιγύπτου, αλλ' αι άλλαι τέσσαρες μεγάλαι Δυνάμεις Αγγλία, Αυστρία, Ρωσία και Πρωσσία, υπεστήριζαν τον Σουλτάνον και διά πολεμικών επιδείξεων υπεχρέωσαν τον Μεχμέτ Αλήν να εκκενώση όλας τας Τουρκικάς χώρας, τας εκτός της Αιγύπτου, και να περιορισθή μόνον εις την Αίγυπτον, έχων τον τίτλον του πασσά της Αιγύπτου, ως μέχρι τότε. Πολύ ύστερον, εις τα 1867, ο πασσάς της Αιγύπτου έλαβε τον τίτλον του Χεδί-βου (ηγεμόνος).

Το 1830, πριν ακόμη εκθρονισθή ο βασιλεύς Κάρολος Γ, εκυρίευσεν η Γαλλία το Αλγέριον (Δζεζάιρ) εκ των εις την Αφρικήν ημιαυτονόμων κτήσεων του Σουλτάνου, και έθηκε τέρμα εις την υπό των Αλγερινών ενεργουμένην πειρατείαν εις την Μεσόγειον θάλασσαν. Έκτοτε η Γαλλία έχει το Αλγέριον ως μεγάλην Αφρικανικήν αποικίαν, εις την οποίαν πολύ ύστερον, το 1881, προσετέθη κατ' ουσίαν και η γειτονική του Αλγερίου χώρα Τύνις.

Ταύτα είναι τα σπουδαιότερα γεγονότα, στρατιωτικά και πολιτικά, της ιστορίας της Ευρώπης από του 1830 έως του 1848. Περί της Αγγλίας σημειούμεν μόνον ενταύθα ότι έκαμε πολέμους κατά τους χρόνους τούτους εις Κίναν και εις Αφγανιστάν και ηύξησε το Ασιατικόν της κράτος. Κατά τους αυτούς δε χρόνους και το πολίτευμα της Αγγλίας έλαβε μεταρρυθμίσεις διά νέων εκλογικών νόμων περί επεκτάσεως του δικαιώματος της ψήφου.

Το 1843 η Ελλάς, αφού εκυβερνήθη επί δεκαετίαν υπό πολιτεύματος καθαρώς μοναρχικού, έλαβε δι' αναιμάκτου επαναστάσεως, και δι' εθνικής συνελεύσεως προς τούτο συνελθούσης, σύνταγμα φιλελεύθερον μετά Βουλής και Γερουσίας. Το σύνταγμα τούτο ίσχυσε μέχρι του έτους 1862.

στ') Τα έτη 1848 — 1849.


Η Ιστορία των ετών 1848 και 1849 υπήρξε σπουδαιοτάτη διά τους λαούς της Ευρώπης. Κατά τα δύο ταύτα έτη συνέβη μεγάλη κίνησις εις πλείστας χώρας της Ευρώπης, αποβλέπουσα εις την επικράτησιν φιλελευθέρων πολιτικών ιδεών και εις την επίτευξιν εθνικής ελευθερίας και ενότητος. Η αρχή του κινήματος έγεινεν εις Παρισίους, όπου κατά Φεβρουάριον του 1848 επανάστασις επιτυχής κατά του βασιλέως Λουδοβίκου Φιλίππου επέφερε την πτώσιν αυτού, την οριστικήν κατάλυσιν της βασιλείας και την ίδρυσιν δημοκρατίας (δευτέρας ταύτης μετά την δημοκρατίαν της μεγάλης Γαλλικής επαναστάσεως). Αλλ' αυτήν την φοράν μετά των πολιτικών ιδεών ανεμίχθησαν εις Γαλλίαν και ιδέαι κοινωνικαί.

Πολλοί ριζοσπάσται δημοκρατικοί υπεστήριζαν κοινωνικάς ιδέας, κατά τας οποίας η κατάστασις του λαού και των εργατικών τάξεων έπρεπε να βελτιωθεί διά των νόμων του κράτους, και να μεταρρυθμισθούν επί νέων βάσεων αι σχέσεις μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας, ήτοι αι σχέσεις μεταξύ των πλουσίων κεφαλαιούχων και των εις την υπηρεσίαν τούτων εργαζομένων εργατών. Οι οπαδοί των τοιούτων ιδεών ονομάζονται Κοινωνισταί (ή ως λέγουν οι Φράγκοι, Σοσιαλισταί). Και οι μεν μετριοπαθέστεροι των κοινωνιστών εζήτουν απλώς την βελτίωσιν της θέσεως των εργατών διά καταλλήλων νόμων· αλλ' οι ριζοσπαστικώτεροι εζήτουν κοινοκτημοσύνην, ήτοι την κατά ίσας μερίδας διανομήν της περιουσίας όλων των πολιτών, και την κατάργησιν της ιδιοκτησίας και κληρονομίας. Κατά τούτους πάσα περιουσία έπρεπε να ανήκη εις το κράτος, το οποίον εξ ίσου έπρεπε να καταστήση μετόχους της περιουσίας ταύτης όλους τους πολίτας. Αι τοιαύται ιδέαι εθεωρήθησαν, όπως και ήσαν, επικίνδυνοι εις την κοινωνίαν και εις την πολιτείαν, και οι καλοί πολίται και αι κυβερνήσεις αντετάχθησαν κατά της πραγματοποιήσεώς των. Εκ τούτου δε επήλθε πόλεμος εμφύλιος εις Παρισίους, εις τον οποίον ενικήθησαν οι κοινωνισταί. Ουχ ήττον αι ιδέαι του κοινωνισμού ή σοσιαλισμού διεδόθησαν έκτοτε, και σήμερον δε αι σχέσεις μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας, μεταξύ των ευπόρων και των εργατικών τάξεων, αποτελούν μέγα κοινωνικόν ζήτημα, το οποίον ο δέκατος ένατος αιών κληροδοτεί εις τον εικοστόν.

Τον κοινωνισμόν κατεπολέμησεν εις Γαλλίαν η μετριοπαθής κυβέρνησις της δευτέρας δημοκρατίας. Αλλά και η δημοκρατία αυτή δεν διετηρήθη πολύ. Κατά το νέον πολίτευμα, το ψηφισθέν υπό της εθνικής συνελεύσεως, ως αρχηγός της δημοκρατικής κυβερνήσεως έξελέγετο διά καθολικής ψηφοφορίας είς άρχων, καλούμενος πρόεδρος της δημοκρατίας. Τοιούτος πρόεδρος εξελέγη (το 1849) ο του Ναπολέοντος του Μεγάλου ανεψιός Λουδοβίκος Ναπολέων. Αλλ' ούτος και διά την δόξαν του ονόματος της οικογενείας του, και διότι ο ειρηνικός λαός φοβούμενος νέας ταραχάς επεθύμει κυβέρνησιν ισχυράν, απέβλεπεν, όπως ο θείος του, εις το αξίωμα το αυτοκρατορικόν. Και όπως ο Ναπολέων Α' από υπάτου της δημοκρατίας ανηγορεύθη αυτοκράτωρ, ούτω και ο Λουδοβίκος Ναπολέων από προέδρου της δημοκρατίας έγεινε το 1852 αυτοκράτωρ, αφού εκατομμύρια Γάλλων διά καθολικής ψηφοφορίας έδωκαν την συναίνεσίν των εις την τοιαύτην μεταβολήν του πολιτεύματος. Ούτω το 1852 ιδρύθη εις Γαλλίαν η δευτέρα αυτοκρατορία υπό τον Ναπολέοντα I'. Επωνομάσθη δε Ι' Ναπολέων, διότι Ναπολέων Β' εθεωρείτο του Ναπολέοντος του Α' ο υιός, ο οποίος απέθανεν εις Βιέννην το 1832 χωρίς ποτε να βασιλεύση.

Ο Ναπολέων, ως αυτοκράτωρ των Γάλλων, έλαβε σπουδαιότατον μέρος εις την πολιτικήν της Ευρώπης, ανύψωσε την δύναμιν και υπόληψιν της Γαλλίας και κατέστησεν αυτήν κέντρον της Ευρωπαϊκής πολιτικής κινήσεως, επεχείρησε δε και έργα πολεμικά και ειρηνικά σπουδαία. Αλλ' εις την ιστορίαν του Ναπολέοντος θα επανέλθωμεν, αφού είπομεν τι συνέβη εις την λοιπήν Ευρώπην κατά τα έτη 1848 και 1849.

Από την Γαλλίαν η επανάστασις διεδόθη εις την Ιταλίαν και εις την Γερμανίαν.

Εις Ιταλίαν υπερίσχυσαν εις πολλά μέρη οι οπαδοί της ελευθερίας και της ενώσεως, και διά της επαναστάσεως τούτων εξεδιώχθησαν τινές των μικρών ηγεμόνων, ή υπεχρεώθησαν να δώσουν σύνταγμα φιλελεύθερον. Αυτός ο Πάπας, ο οποίος ως κοσμικός ηγεμών ήτο είς των βασιλέων της Ιταλίας, από του 1847 ήδη είχε δώσει σύνταγμα εις το κράτος του, και διά τούτο είχεν εξεγείρει τον ενθουσιασμόν όλων των φιλελευθέρων Ιταλών. Ήτο δε ο Πάπας ούτος ο περίφημος Πίος Θ', γενόμενος Πάπας από του 1847. Αλλ' ο Πίος Θ', βλέπων τας επαναστατικάς ιδέας επικρατούσας εις Ρώμην, μετενόησεν ύστερον διά τας παραχωρήσεις του, και ηναγκάσθη να καταφύγη εις το κράτος της Νεαπόλεως, οπόθεν τον επανέφεραν εις την Ρώμην (1849) Γαλλικά στρατεύματα, πεμφθέντα υπό της τότε δημοκρατικής κυβερνήσεως της Γαλλίας. Τα στρατεύματα εκείνα έμειναν έκτοτε επί μακρόν χρόνον εις Ρώμην προς ασφάλειαν του Πάπα. Ούτω δε η εξωτερική πολιτική της Γαλλίας εφάνη όλως αντιφατική προς την εσωτερικήν. Διότι, ενώ εσωτερικώς η δημοκρατική κυβέρνησις ειργάζετο υπέρ της ελευθερίας, εις Ρώμην ειργάζετο εναντίον της δημοκρατίας και υπέρ του Πάπα. Αλλ' ο Λουδοβίκος Ναπολέων, ο οποίος είχε γίνει τότε πρόεδρος της δημοκρατίας και εμελέτα να γείνη και αυτοκράτωρ, είχεν ανάγκην της ευμενείας του Πάπα, διά να έχη την υποστήριξιν του κλήρου και των πιστών καθολικών διά τα περί αυτοκρατορικού αξιώματος σχέδιά του.

Και αυταί αι εις την Αυστρίαν υποκείμεναι Ιταλικαί χώραι, Λομβαρδία και Βενετία, επανέστησαν κατά της Αυστρίας, την οποίαν εμίσουν όλοι οι Ιταλοί ως ξένον δεσποτικόν κράτος υποστηρίζον εις Ιταλίαν την τυραννίαν και την αντίδρασιν.

Μεταξύ των Ιταλικών κρατών το μάλλον φιλελεύθερον ήτο το Πεδεμόντιον ή βασίλειον της Σαρδηνίας. Οι ηγεμόνες του κράτους τούτου, όντες και λεγόμενοι ηγεμόνες του οίκου της Σαβοΐας, υπεστήριζαν τας περί ενώσεως της Ιταλίας ιδέας, ήσαν δε άλλως βέβαιοι ότι διά της ενώσεως ταύτης ο οίκος αυτών έμελλε να μεγαλυνθή και να βασιλεύση εις όλην την Ιταλίαν. Κατά τους χρόνους τούτους βασιλεύς εκ του οίκου τούτου ήτο ο Κάρολος Αλβέρτος. Ούτος αγωνιζόμενος υπέρ της εθνικής ιδέας των Ιταλών, της ενώσεως δηλαδή, ετόλμησε να έλθη εις πόλεμον και προς την Αυστρίαν. Εις τον πόλεμον τούτον ενικήθη ολοσχερώς εις την μάχην της Νοβάρας (23 Μαρτίου 1849). Η Αυστρία υπερίσχυσε και όλοι οι εξορισθέντες ηγεμόνες των Ιταλικών κρατών αποκατεστάθησαν εις τους θρόνους των. Αλλ' η συμπάθεια των Ιταλών προς τον υπέρ της Ιταλικής ιδέας πολεμήσαντα και νικηθέντα βασιλικόν οίκον της Σαβοΐας έτι μάλλον ηυξήθη, και ως προς τούτο η ήττα εκείνη υπήρξεν ηθική νίκη. Εις την καρδίαν όλων των Ιταλών πατριωτών εβασίλευεν ο βασιλεύς της Σαρδηνίας, εχρειάζοντο δε μόνον εξωτερικαί περιστάσεις ευνοϊκαί διά να νικηθή και ο εξωτερικός εχθρός, η Αυστρία. Αι ευνοϊκαί αύται περιστάσεις παρουσιάσθησαν μετά τινα έτη επί της βασιλείας του υιού του νικηθέντος βασιλέως, επί του Βίκτωρος δηλαδή Εμμανουήλ, όστις αμέσως μετά την μάχην της Νοβάρας διεδέχθη τον οικειοθελώς παραιτηθέντα πατέρα του.

Αγών υπέρ ελευθερίας και ενώσεως όμοιος προς τον της Ιταλίας ήρχισε το 1848 και εις Γερμανίαν. Οι δύο ούτοι λαοί, ο Ιταλικός και ο Γερμανικός, ήσαν ομοιοπαθείς κατά τούτο, ότι αμφοτέρων η πατρίς ήτο διιηρημένη εις πολλά μικρά κράτη και η διαίρεσις αύτη παρέλυε την εσωτερικήν ανάπτυξιν και την εξωτερικήν δύναμιν αμφοτέρων των εθνών. Το 1848 λοιπόν, μετά την εις Γαλλίαν επανάστασιν, έγεινε μεγάλη κίνησις και εις Γερμανίαν, έγεινε δε και ειρηνική τις επανάστασις. Εξ όλων δηλαδή των χωρών της Γερμανίας, άνευ της αδείας ούτε των ιδιαιτέρων Γερμανικών κυβερνήσεων, ούτε του κοινού Γερμανικού ομοσπονδιακού συμβουλίου, συνήλθαν εις Φραγκφούρτην αντιπρόσωποι και συνεκρότησαν εκεί συνέλευσιν ή κοινοβούλιον εθνικόν. Το κοινοβούλιον τούτο εθεώρησεν εαυτό ως κυρίαρχον εθνικήν συνέλευσιν της όλης Γερμανίας, και επεχείρησε να μεταρρυθμίση διά νόμων συντακτικών το πολίτευμα της Γερμανικής ομοσπονδίας, κατά τους πόθους των Γερμανών πατριωτών των ζητούντων την ισχυροτέραν ένωσιν της Γερμανίας και την ίδρυσιν ισχυρού Γερμανικού κράτους. Αλλά το έργον τούτο πολλάς είχε δυσκολίας· διότι διά να ενωθή η Γερμανία εις κράτος ισχυρόν έπρεπε τα πολλά μικρά κράτη και οι ηγεμόνες αυτών να ταχθούν υπό την υπερτάτην αρχήν του ισχυροτέρου μεταξύ των κρατών και ηγεμόνων. Αλλά τα ισχυρότερα κράτη ήσαν δύο, το Πρωσσικόν και το Αυστριακόν. Κανέν δε των κρατών τούτων δεν ηδύνατο να υποταχθή εις την ηγεμονίαν του άλλου. Τέλος η Συνέλευσις εκηρύχθη υπέρ της Πρωσσίας, της οποίας ο βασιλεύς Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ' ανηγορεύθη και Γερμανός αυτοκράτωρ. Αλλ' ούτος, και διότι εθεώρει την Συνέλευσιν επαναστατικήν και διότι εφοβείτο περιπλοκάς προς την Αυστρίαν, ηρνήθη να δεχθή το προσφερόμενον εις αυτόν αυτοκρατορικόν στέμμα της Γερμανίας. Ούτω δε εματαιώθη το έργον της Συνελεύσεως. Αλλ' οι οπαδοί της ενώσεως, βλέποντες ότι δι' αυτοκρατορίας δεν ήτο δυνατόν να επιτευχθή η ένωσις της Γερμανίας, εζήτησαν να επιτύχουν τούτο διά δημοκρατίας. Προς τούτο δε έγειναν είς τινας Γερμανικάς χώρας κινήματα δημοκρατικά και ιδρύθησαν δημοκρατικαί κυβερνήσεις. Τα κινήματα ταύτα κατεστάλησαν ταχέως υπό των κυβερνήσεων και ιδίως υπό της Πρωσσικής, και επανήλθαν τα πράγματα διά την όλην Γερμανίαν εις το πρώην καθεστώς. Οι περί ενώσεως όμως πόθοι έμεναν πάντοτε ζωηροί εις την μεγάλην πλειονότητα του Γερμανικού λαού.

Ούτως εις τον πολιτικόν οργανισμόν της όλης Γερμανίας, ή Γερμανικής ομοσπονδίας, δεν επήλθε καμμία μεταβολή. Αλλά τα ιδιαίτερα Γερμανικά κράτη υπέκυψαν εν μέρει εις το ρεύμα της επαναστάσεως και παρεδέχθησαν πολιτεύματα μάλλον φιλελεύθερα. Τούτο έγεινεν εις Πρωσσίαν μετά μικράν αλλ' αιματηράν επαναστατικήν κίνησιν, και το κράτος τούτο, πρώτην φοράν μετά το 1815, έλαβε το 1848 συνταγματικόν φιλελεύθερον πολίτευμα. Το αυτό έγεινε και εις Αυστρίαν μετά αιματηράν επανάστασιν εις Βιέννην, την πρωτεύουσαν του κράτους τούτου. Η επανάστασις αύτη επέφερε την πτώσιν και την φυγήν του έως τότε (1848) αρχικαγκελαρίου του κράτους, πρίγκιπος Μεττερνίχου. Ο Μεττερνίχος εθεωρείτο ο κυριώτατος αντιπρόσωπος του αντιδραστικού μοναρχικού συστήματος εις όλην την Ευρώπην και διά τούτο εμισείτο υπό όλων των φιλελευθέρων της Ευρώπης, η δε πτώσις του έως τότε παντοδυνάμου υπουργού εθεωρήθη ως νίκη αυτών. Και ο αυτοκράτωρ της Αυστρίας Φερδινάνδος Α' παρητήθη διά να μη δώση σύνταγμα οπωσούν φιλελεύθερον, διεδέχθη δε αυτόν ο ανεψιός του Φραγκίσκος Ιωσήφ, ο νυν αυτοκράτωρ, όστις έδωκε περιωρισμένον τι σύνταγμα εις το κράτος του.

Κατά το έτος 1849 επανέστησαν κατά της Αυστριακής κυβερνήσεως και οι Ούγγροι. Οι Ούγγροι είναι λαός (και διά την ιστορίαν και διά τον πληθυσμόν αυτού) σπουδαιότατος, μετά τους Γερμανούς, εις την Αυστριακήν αυτοκρατορίαν. Έχοντες από του 9ου μ. Χ. αιώνος ελεύθερον κράτος Ουγγρικόν, είχαν εν μέρει ενωθή μετά του Αυστριακού κράτους από του 16ου αιώνος, εν μέρει δε είχαν υποταχθή εις την Τουρκίαν. Κατά τον 17ον αιώνα ελευθερωθέντες από του τουρκικού ζυγού υπετάχθησαν εις την Αυστρίαν. Επαναστατήσαντες λοιπόν το 1849 εζήτουν να ιδρύσουν κράτος όλως ελεύθερον από των Αυστριακών, και διά τούτο εκήρυξαν δημοκρατίαν Ουγγρικήν υπό τον στρατηγόν Κοσσούθ. Οι Αυστριακοί επέλθόντες κατά της Ουγγαρίας ενικήθησαν, τότε δε εζήτησαν την συνδρομήν της Ρωσίας. Ο αυτοκράτωρ Νικόλαος έστειλε στρατόν υπό τον στρατηγόν Πάσκεβιτζ. Προσβληθέντες οι Ούγγροι υπό Ρώσων ομού και Αυστριακών ενικήθησαν. Ούτω κατελύθη η Ουγγρική δημοκρατία και η χώρα έγεινε πάλιν Αυστριακή. Ο αυτοκράτωρ Νικόλαος, όστις και άλλως πανταχού της Ευρώπης υπεστήριζε πολιτικώς και ηθικώς τους ηγεμόνας και το απολυταρχικόν σύστημα, εθεωρήθη έτι περισσότερον ως εχθρός υπό των φιλελευθέρων, μετά την ανάμιξίν του εις την επανάστασιν της Ουγγαρίας. Διά τούτο, ότε μετ' ολίγον περιεπλάκη εις πόλεμον προς την δυτικήν Ευρώπην, ουδεμία συμπάθεια εδείχθη προς αυτόν εκ μέρους των Ευρωπαϊκών λαών.

ζ') Ο Κριμαϊκός πόλεμος.


Αφορμή του μεγάλου ανατολικού πολέμου, του λεγομένου Κριμαϊκού, ήσαν αι έριδες των Λατίνων προς τους Ορθοδόξους εις τους Αγίους Τόπους, περί της κατοχής διαφόρων προσκυνημάτων εις Ιερουσαλήμ και εις τα πέριξ. Αι έριδες αύται υπήρχαν προ αιώνων. Και οι μεν Λατίνοι εις τας αξιώσεις των είχαν πάντοτε την υποστήριξιν της Γαλλίας, οι δε Ορθόδοξοι υπερήσπιζαν μόνοι τα δικαιώματά των απέναντι της Οθωμανικής εξουσίας, μέχρις ότου επ' εσχάτων απέκτησαν και την υποστήριξιν της Ρωσίας. Ο από του 1849 γενόμενος πρόεδρος της Γαλλικής δημοκρατίας Λουδοβίκος Ναπολέων, όστις και εις Ρώμην, ως είδομεν, υπεστήριζε τον Πάπαν, έπραξε το αυτό και εις το ζήτημα των Αγίων Τόπων, και έπεισε την Οθωμανικήν κυβέρνησιν ν' αναγνωρίση τινάς αξιώσεις των Λατίνων. Αλλά κατά της διαγωγής της Πύλης διεμαρτυρήθη ο αυτοκράτωρ Νικόλαος ως προστάτης της Ορθοδοξίας. Ο Σουλτάνος ανεκάλεσε τας εις τους Λατίνους γενομένας παραχωρήσεις. Αλλ' ο Νικόλαος θέλων να τύχη ικανοποιήσεως περιφανεστέρας, θέλων δε και να τιμωρήση την Τουρκίαν διά την πρώτην διαγωγήν της εις το ζήτημα, απήτησε (1852 — 1853) νέας ευρυτάτας παραχωρήσεις υπέρ της ορθοδόξου Εκκλησίας, την παντελή ανεξαρτησίαν του Οικουμενικού Πατριάρχου και της εις Τουρκίαν ορθοδόξου Εκκλησίας, και άλλας τινάς προνομίας, αι οποίαι και υπό των Τούρκων και υπό των Ευρωπαίων εθεωρήθησαν ως κλονούσαι τα θεμέλια του οθωμανικού κράτους.

Επειδή δε προ ετών ήδη ο Νικόλαος είχε προτείνει μυστικώς εις την Αγγλίαν τον διαμελισμόν της Τουρκίας, η Αγγλία υποπτεύσασα ότι ο Νικόλαος εζήτει πρόφασιν να εκτελέση τα σχέδια εκείνα, τα οποία αυτή δεν επεδοκίμαζεν, ηνώθη μετά του αυτοκράτορος ήδη (από του 1852) Ναπολέοντος και αντέπραξε κατά των Ρωσικών απαιτήσεων. Η Τουρκία, της οποίας Σουλτάνος ήτο ο Αβδούλ — Μεζίτ, ενθαρρυνθείσα εκ τούτων, απέρριψε τας αξιώσεις της Ρωσίας και ούτως εξερράγη ο πόλεμος. Η Ρωσία επετέθη κατά της Τουρκίας διά της συνήθους οδού, της Βλαχομολδαυίας, του Δουνάβεως, και της Βουλγαρίας. Αλλ' η Αυστρία, η προ μικρού υπό της Ρωσίας σωθείσα από καταστροφής κατά την Ουγγρικήν επανάστασιν, έλαβε θέσιν απειλητικήν κατά της Ρωσίας, η οποία ηναγκάσθη ούτω ν' ανακαλέση τα επί του Δουνάβεως εις Βουλγαρίαν και εις Μολδοβλαχίαν στρατεύματά της. Την Μολδοβλαχίαν κατέλαβε στρατιωτικώς τότε η Αυστρία, διά να εμποδίση πάσαν εκείθεν νέαν εκστρατείαν των Ρώσων.

Εντεύθεν η θέσις των Τούρκων και των συμμάχων εβελτιώθη. Αντί να υπερασπίζουν τας τουρκικάς χώρας κατά του επερχομένου Ρωσικού στρατού, αυτοί έλαβον επιθετικήν θέσιν και προσέβαλαν την Κριμαίαν, και ιδίως την Σεβαστούπολιν, το εκεί περίφημον Ρωσικόν φρούριον και ναύσταθμον. Οι Ρώσοι οι ίδιοι ηναγκάσθησαν τότε να βυθίσουν και καταστρέψουν τον Ρωσικόν στόλον της Μαύρης θαλάσσης. Μετά πόλεμον δε διαρκέσαντα δύο περίπου έτη, και μετά πολλάς μάχας, οι σύμμαχοι κατέλαβαν την Σεβαστούπολιν. Τότε συνωμολογήθη ειρήνη, την οποίαν διηυκόλυνεν ο έξ μήνας προ της πτώσεως της Σεβαστουπόλεως επελθών θάνατος του Νικολάου (2 Μαρτίου 1855).

Η ειρήνη αύτη συνωμολογήθη εις Παρισίους, επέβαλε δε περιορισμούς τινας και ταπεινώσεις εις την Ρωσίαν. Η προστασία των εις Τουρκίαν ορθοδόξων Χριστιανών, την οποίαν είχε λάβει η Ρωσία από του παρελθόντος αιώνος διά διαφόρων προς την Τουρκίαν συνθηκών, καθώς και της Μολδοβλαχίας η προστασία, αφηρέθησαν από την Ρωσίαν και εδόθησαν εις όλας τας μεγάλας δυνάμεις· ανεγνωρίσθη δε η ακεραιότης και η ανεξαρτησία του Σουλτάνου, όστις όμως έλαβεν απέναντι της Ευρώπης πάνδημον υποχρέωσιν να δώση ισοπολιτείαν εις τους χριστιανούς υπηκόους του και προς τούτο εξέδωκε το περίφημον σουλτανικόν διάταγμα το καλούμενον Χάττι χουμαγιούν (=ύψιστον διάταγμα). Ταπεινωτικοί όροι της συνθήκης διά την Ρωσίαν ήσαν η αφαίρεσις μικράς εκτάσεως γης παρά τον Δούναβιν και ο όρος της συνθήκης ο απαγορεύων εις αυτήν να διατηρή στόλον εις την Μαύρην θάλασσαν και να οχυρώνη τα παράλιά της· ούτω δε παρεδίδοντο ταύτα εις την διάκρισιν του εν Κωνσταντινουπόλει Τουρκικού στόλου.

Των ταπεινωτικών τούτων όρων απηλλάγη η Ρωσία μετά 15 έτη (1871), οπότε η Γαλλία ενικήθη υπό της ηνωμένης Γερμανίας. Αλλ' εν τω μεταξύ, η Γαλλία μέχρι του χρόνου εκείνου ήτο η πρώτη δύναμις της Ευρώπης και ο αυτοκράτωρ Ναπολέων Ι' εθεωρείτο διαιτητής της Ευρώπης, αντικαταστήσας κατά τα πρωτεία τον τσάρον Νικόλαον Α'.

Επωφελούμενος εκ της τοιαύτης δυνάμεώς του ο Ναπολέων επεχείρησε μετ' ολίγα έτη νέον πόλεμον κατά της Αυστρίας, έχων σύμμαχον το Πεδεμόντιον.

η') Γαλλοϊταλικός πόλεμος κατά της
Αυστρίας και η ελευθέρωσις και
ένωσις της Ιταλίας.


Το κράτος του Πεδεμοντίου ειργάζετο από του έτους 1849 διηνεκώς υπέρ της πραγματοποιήσεως της μεγάλης Ιταλικής ιδέας της ενότητος της Ιταλίας. Το μέγιστον κώλυμα προς τούτο ήτο, ως είπομεν, η Αυστρία, η οποία δεν ήτο δυνατόν να εκδιωχθή από της Ιταλίας, άνευ συμμαχίας μετά μεγάλου κράτους. Τοιαύτην συμμαχίαν μετά της Γαλλίας κατώρθωσε να παρασκευάση ο μέγας πολιτικός ανήρ και πρωθυπουργός του Πεδεμοντίου Καβούρ. Διαρκούντος ήδη του Κριμαϊκού πολέμου, το Πεδεμόντιον είχε πέμψει μικράν στρατιωτικήν δύναμιν κατά της Ρωσίας διά να αποκτήση την συμπάθειαν της Γαλλίας και της Αγγλίας. Διά της πράξεώς της εκείνης έλαβε μέρος και εις το συνέδριον της συνθήκης και παρέστησεν ούτω πρόσωπον σπουδαίας Ευρωπαϊκής δυνάμεως.

Ο κατά της Αυστρίας πόλεμος του Πεδεμοντίου και της Γαλλίας (1859) επέφερε την ελευθέρωσιν της Λομβαρδίας, μετά τας ήττας τας οποίας έπαθεν η Αυστρία εις τας περιφήμους μάχας της Μαγέντας και του Σολφερίνου· η δε Βενετία έμεινε πάλιν υπό το κράτος της Αυστρίας. Ούτω το άμεσον κέρδος του πολέμου τούτου διά το Πεδεμόντιον και την Ιταλίαν δεν υπήρξε μέγα. Μέγιστον όμως ήτο το έμμεσον κέρδος, διότι μετά την ήτταν της Αυστρίας ο ενθουσιασμός των Ιταλών επέφερεν εις όλην την Ιταλίαν εξέγερσιν γενικήν κατά των μικρών ηγεμόνων, και ο εθνικός ήρως των Ιταλών, ο στρατηγός Ιωσήφ Γαριβάλδης, εκστρατεύσας κατά της Σικελίας και της Νεαπόλεως, κατέλυσε το κράτος της Νεαπόλεως· εξεδιώχθησαν δε μετ' ολίγον και όλοι οι άλλοι Ιταλοί ηγεμόνες, πλην του Πάπα, του οποίου όμως το κράτος περιωρίσθη εις την Ρώμην και τα πέριξ. Διότι, ως είδομεν, Γαλλικός στρατός κατείχε την Ρώμην και επροστάτευε τον Πάπαν.

Μετά την έξωσιν όλων των μικρών ηγεμόνων ο βασιλεύς Βίκτωρ Εμμανουήλ του Πεδεμοντίου εκηρύχθη βασιλεύς της ηνωμένης Ιταλίας (1861). Ούτως επραγματοποιήθη κατά μέγα μέρος η μεγάλη ιδέα των Ιταλών. Αλλ' εκ του ηνωμένου Ιταλικού κράτους έλειπεν δύο έτι λαμπραί Ιταλικαί χώραι, η Βενετία και η Ρώμη. Την Βενετίαν κατέλαβε μετ' ολίγον η Ιταλία διά του Αυστροπρωσσικού πολέμου (1866), ότε είχε συμμαχήσει μετά της Πρωσσίας εναντίον της Αυστρίας, την δε Ρώμην κατά τον Γαλλογερμανικόν πόλεμον του 1870, ότε οι Γάλλοι απέσυραν τον στρατόν εκ της Ιταλίας.

θ') Αυστροπρωσσικός πόλεμος
του 1866.


Ως είπομεν ανωτέρω, όπως ο Ιταλικός, ούτω και ο Γερμανικός λαός ως μεγάλην ιδέαν είχε την ένωσιν της Γερμανίας εις έν ισχυρόν Γερμανικόν κράτος. Aι κατά τα έτη 1848 — 1849 γενόμεναι προς τούτο απόπειραι απέτυχαν, απέδειξαν όμως ότι, διά να γείνη τοιαύτη ένωσις, έπρεπε μία των δύο μεγάλων Γερμανικών δυνάμεων, η Αυστρία ή η Πρωσσία, να εξέλθη της Γερμανικής ομοσπονδίας, η δε ομοσπονδία αύτη έπρεπε να διοργανωθή υπό την στρατιωτικήν και πολιτικήν ηγεμονίαν της μενούσης εις την ομοσπονδίαν μεγάλης Γερμανικής δυνάμεως. Η κοινή γνώμη εις Γερμανίαν ήθελε μάλλον την έξωσιν της Αυστρίας εκ της ομοσπονδίας και την ηγεμονίαν της Πρωσσίας. Την απαίτησιν ταύτην της κοινής γνώμης επραγματοποίησε διά βιαίων μέσων ο από του 1862 γενόμενος πρωθυπουργός της Πρωσσίας Όθων Βίσμαρκ.

Ο Βίσμαρκ κατ' αρχάς συνομολόγησε συμμαχίαν μετά της Αυστρίας εναντίον της Δανίας.

Δύο χώραι Γερμανικαί εις την βόρειον Γερμανίαν, η Ολσατία ή Χόλστεϊν και το Σλέσβικον, τα λεγόμενα Παράλβια δουκάτα (ως κείμενα παρά τον ποταμόν Άλβιν), ήσαν κτήσεις του βασιλικού οίκου της Δανίας. Οι κατοικούντες εις τα δουκάτα εκείνα Γερμανοί απεστρέφοντο την Δανικήν κυριαρχίαν και πολλάκις επανέστησαν κατά ταύτης βοηθούμενοι ηθικώς υπό του Γερμανικού λαού. Η κοινή γνώμη εις Γερμανίαν απήτει να αποσπασθούν τα δουκάτα από την Δανίαν, αλλ' ούτε η Γερμανική ομοσπονδία ούτε οιονδήποτε Γερμανικόν κράτος ανελάμβανε το έργον τούτο. Τέλος ο Βίσμαρκ κατώρθωσε να ενώση τα δύο ισχυρότατα Γερμανικά κράτη, Αυστρίαν και Πρωσσίαν, εις συμμαχίαν κατά της Δανίας. Εις τον πόλεμον τον προελθόντα εντεύθεν (1864) οι Δανοί, καίτοι ήσαν ολίγοι και αδύνατοι, αντέταξαν ισχυράν αντίστασιν αλλ' ενικήθησαν μετά ένδοξον αγώνα. Τα δουκάτα τότε κατελήφθησαν υπό της Αυστρίας και Πρωσσίας, αλλ' εις το ζήτημα της κατοχής των δουκάτων αι δύο Δυνάμεις περιήλθαν εις έριδας, αι οποίαι απέληξαν εις τον πόλεμον του 1866. Τον πόλεμον τούτον ήθελεν ο Βίσμαρκ ως και ο βασιλεύς Γουλιέλμος Α' της Πρωσσίας, όχι μόνον διά την κτήσιν των δουκάτων, αλλά και διά να εκδιωχθή η Αυστρία από την Γερμανικήν ομοσπονδίαν. Τούτο επέτυχε διά των λαμπρών νικών των Πρώσσων εναντίον των Αυστριακών και των μετ' αυτών συμμαχησάντων Γερμανικών κρατών (Βαυαρίας, Σαξονίας, Αννοβέρου, Βυρτεμβέργης, Βάδεν, Έσσης Κασσέλης, Έσσης Δαρμστάδης, Νασσάου), και ιδίως διά της περιφήμου μάχης της Σαδόβας. Η μετά την νίκην ταύτην συνομολογηθείσα συνθήκη της Πράγας τα μεν δουκάτα παρέδιδεν εις την Πρωσσίαν, την δε Αυστρίαν υπεχρέωσε να εξέλθη της Γερμανικής ομοσπονδίας.

Η ομοσπονδία αύτη μετερρυθμίζετο ως εξής: Αντί της Γερμανικής ομοσπονδίας, χαλαρώς και ασθενώς ωργανωμένης, οποία ήτο η του 1815, ιδρύθη ομοσπονδία των κρατών της βορείου Γερμανίας ισχυρώς ωργανωμένη υπό την στρατιωτικήν και πολιτικήν ηγεμονίαν της Πρωσσίας, της οποίας ο βασιλεύς έγεινε στρατιωτικός ηγεμών της ομοσπονδίας. Η Πρωσσία δε διηύθυνε και την εξωτερικήν πολιτικήν της ομοσπονδίας. Πλην τούτου κράτη τινά Γερμανικά εκ των νικηθέντων (το βασίλειον του Αννοβέρου, το μέγα δουκάτον της Έσσης Κασσέλης, το δουκάτον της Νασσάου και η ελευθέρα πόλις Φραγκφούρτη), προσηρτήθησαν εις το βασίλειον της Πρωσσίας. Τα κράτη της νοτίου Γερμανίας, τα βασίλεια της Βαυαρίας, Βυρτεμβέργης και το μέγα δουκάτον της Βάδης, έμεναν εκτός της ομοσπονδίας, αλλά και ταύτα συνεδέοντο δι' ιδιαιτέρων συμμαχικών συνθηκών προς την Πρωσσίαν και την Ομοσπονδίαν.

Εις τον Αυστροπρωσσικόν τούτον πόλεμον η Ιταλία επολέμησε κατά της Αυστρίας, συνομολογήσασα συμμαχίαν προς την Πρωσσίαν. Οι Ιταλοί ενικήθησαν υπό των Αυστριακών κατά γην και κατά θάλασσαν. Μεθ' όλα ταύτα διά των νικών της Πρωσσίας η Βενετία εδόθη υπό της Αυστρίας εις την Γαλλίαν, η οποία την παρεχώρησεν εις την Ιταλίαν, ώστε προς συμπλήρωσιν της Ιταλικής ενότητος έμενε μόνον η ένωσις της Ρώμης.

ι') Ο Γαλλογερμανικός πόλεμος
1870 — 1871.


Φυσική και λογική ακολουθία του Αυστροπρωσσικού πολέμου ήτο ο πόλεμος ο Γαλλοπρωσσικός ή Γαλλογερμανικός. Ανέκαθεν, από αιώνων, πολιτική της Γαλλίας θεμελιώδης ήτο να μη ενωθή η Γερμανία εις κράτος ισχυρόν, διότι η ύπαρξις ηνωμένης και ισχυράς Γερμανίας εθεωρείτο εμπόδιον εις την επί την Ευρώπην πολιτικήν ηγεμονίαν, την οποίαν ανέκαθεν επεζήτουν οι ισχυροί ηγεμόνες της Γαλλίας. Διά τούτο πολιτική αυτών ήτο να διατηρούν την διαίρεσιν της Γερμανίας υπό το πρόσχημα της υποστηρίξεως των μικρών Γερμανικών κρατών, πρότερον μεν εναντίον της Αυστρίας, κατόπιν δε εναντίον της Πρωσσίας. Αι νίκαι λοιπόν της Πρωσσίας κατά το 1866, η αύξησις αυτής διά της προσαρτήσεως των παραλβίων δουκάτων και των κρατών των διά του πολέμου καταλυθέντων, έτι δε και η ένωσις μεγάλου μέρους της Γερμανίας υπό την στρατιωτικήν ηγεμονίαν αυτής ήσαν εναντίον των συμφερόντων της Γαλλίας.

Ο πόλεμος καθίστατο αναγκαίος διά τον Ναπολέοντα Γ' και διότι ούτος είχεν υποστή ικανάς αποτυχίας πολιτικάς και στρατιωτικάς. Εκστρατεία τις κατά του Μεξικού εις Αμερικήν επιτυχής εν αρχή, ατυχεστάτη εις το τέλος, είχεν ελαττώσει πολύ την δόξαν της αυτοκρατορίας του προ των οφθαλμών του Γαλλικού λαού. Συνετέλει εις την κατά του Ναπολέοντος δυσαρέσκειαν του Γαλλικού λαού και η αποτυχία της κατά το 1863 μεγάλης επαναστάσεως των Πολωνών κατά της Ρωσίας· η Ρωσία, υποστηριζομένη υπό της Πρωσσίας, κατέστειλεν αμειλίκτως την επανάστασιν, μη πτοηθείσα εκ των περί πολέμου απειλών, της Γαλλίας. Ταύτα πάντα κατέρριψαν την ηθικήν δύναμιν του Ναπολέοντος και η δημοκρατική κατ' αυτού αντιπολίτευσις έγεινεν ισχυρά, αναγκάσασα αυτόν να μεταρρυθμίση το 1870, το σύνταγμα της αυτοκρατορίας επί το φιλελευθερώτερον. Αλλά κατά το αυτό έτος 1870 εις Ισπανίαν, όπου κατά το 1868 κατόπιν επαναστάσεως είχε διωχθή η βασιλεύουσα Βουρβωνική δυναστεία, ο θρόνος έμενε κενός· κατά συνέπειαν δε μυστικών διαπραγματεύσεων προσεκαλείτο ως βασιλεύς της Ισπανίας Γερμανός ηγεμών, συγγενής του βασιλικού οίκου της Πρωσσίας. Την νέαν ταύτην επιτυχίαν της Πρωσσίας μη στέργουσα η κυβέρνησις του Ναπολέοντος περιεπλέχθη εις διαμαρτυρήσεις και διαπραγματεύσεις, συνέπεια των οποίων ήτο η έκρηξις πολέμου κατά της Πρωσσίας.

Αλλ' εις τον πόλεμον τούτον εφάνη η στρατιωτική υπεροχή της Πρωσσίας και της Γερμανίας. Η νότιος Γερμανία μείνασα πιστή εις την υπό την Πρωσσίαν ομοσπονδίαν της βορείου Γερμανίας εξεστράτευσεν ομού, ο δε ηνωμένος Γερμανικός στρατός υπό τη αρχιστρατηγίαν του βασιλέως Γουλιέλμου Α', έχων στρατιωτικούς αρχηγούς ικανωτάτους και μάλιστα τον γενικόν αρχηγόν του επιτελείου, τον μεγαλοφυά Μόλτκε, εκέρδισε σειράν αιματηρών αλλά λαμπρών νικών. Στρατοί ολόκληροι μεγάλοι ηχμαλωτίσθησαν, φρούρια μεγάλα εξ εφόδου ή διά πολιορκίας εκυριεύθησαν· αυτή η πόλις των Παρισίων πολιορκηθείσα μετά πεντάμηνον πολιορκίαν παρεδόθη.

Διαρκούντος του πολέμου, προ της πολιορκίας έτι των Παρισίων, ο αυτοκράτωρ Ναπολέων, μετά τας πρώτας μεγάλας αποτυχίας, παρεδόθη εν Σεδάν αιχμάλωτος μετά στρατού 180 χιλ. εις τον βασιλέα της Πρωσσίας (2 7βρίου 1870). Την παράδοσιν του Ναπολέοντος ηκολούθησεν εις Παρισίους επανάστασις, ανατρέψασα την δυναστείαν του Ναπολέοντος και κηρύξασα την δημοκρατίαν (4 Σεπτεμβρίου 1870).

Μετά δε την παράδοσιν των Παρισίων (κατά Φεβρουάριον) συνελθούσα εθνική Συνέλευσις συνωμολόγησε διά του Θιέρσου, τον οποίον διώρισε τότε αρχηγόν της εκτελεστικής εξουσίας, έπειτα δε και Πρόεδρον της Γαλλικής δημοκρατίας, ειρήνην προκαταρκτικήν προς τον νικητήν, ήτις έγεινεν οριστική διά της συνθήκης της Φραγκφούρτης. Διά της ειρήνης ταύτης η Γαλλία απώλεσε δύο μεγάλας επαρχίας, την Αλσατίαν και μέρος της Λοθαριγγίας, αίτινες προσηρτήθησαν εις το Γερμανικόν κράτος, και υπεχρεώθη να πληρώση εις την Γερμανίαν πέντε δισεκατομμύρια φράγκα, μέχρι της τελείας πληρωμής των οποίων μέρος του Γαλλικού εδάφους κατείχετο υπό Γερμανικών στρατευμάτων.