WeRead Powered by ReaderPub
Η Ευρώπη κατά τον 19ον αιώνα cover

Η Ευρώπη κατά τον 19ον αιώνα

Chapter 3: ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ον ΑΙΩΝΑ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1900
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The work surveys European development from ancient roots through the nineteenth century, tracing cultural inheritance from earlier Mediterranean civilizations and the Greek intellectual and artistic traditions that shaped Roman and later European life. It follows the Roman empire's division and the Byzantine continuation of classical learning, examines the spread of Christianity and the differing institutional trajectories of East and West, and assesses the effects of Islamic and Turkish expansion on eastern borders. It describes maritime advances and overseas expansion that extended European influence, the revival of classical studies, the Protestant schism within western Christendom, and the political realignments that sought stability after early nineteenth-century upheavals.

The Project Gutenberg eBook of Η Ευρώπη κατά τον 19ον αιώνα

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Η Ευρώπη κατά τον 19ον αιώνα

Author: Paulos Karolides

Release date: July 7, 2012 [eBook #40150]
Most recently updated: October 23, 2024

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
his major work in proofreading.

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK Η ΕΥΡΏΠΗ ΚΑΤΆ ΤΟΝ 19ΟΝ ΑΙΏΝΑ ***

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, the spelling of the book has not been changed otherwise. A correction at the end of the book has been taken into account.// Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Μία διόρθωση στο τέλος του βιβλίου έχει ληφθεί υπόψη.



Π. ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ

Η  Ε Υ Ρ Ω Π Η

ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ον ΑΙΩΝΑ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
1900

ΕΚΔΟΣΕΙΣ TOΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ
ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ
ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ




ΑΡΙΘ. 10. — ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1900









ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ ΡΑΦΤΑΝΗ — ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Ευρώπη προ του 19 μ. Χ. αιώνος


Η Ευρώπη, η οποία σήμερον είναι το κέντρον της ιστορίας του κόσμου και κατοικείται υπό των ισχυροτάτων και μάλλον πολιτισμένων λαών, είχε το πάλαι δύο μόνον σπουδαίους και πολιτισμένους λαούς, τους Έλληνας και τους Ρωμαίους. Αλλ' ο πολιτισμός και των δύο τούτων λαών, μάλιστα ο των Ελλήνων, είχε την καταγωγήν του εν μέρει εκ της Ασίας και εκ της Αιγύπτου. Εκεί ανεπτύχθη ο αρχαιότατος ιστορικός βίος, εκεί αι αρχαιόταται θρησκείαι και πoλιτείαι. Η Κίνα, η Ινδία, η Βαβυλωνία, η Ασσυρία, η Μηδία, η Περσία εις την μεγάλην Ασιατικήν ήπειρον, και η Αίγυπτος εις την Αφρικήν ήσαν αι χώραι και τα κράτη, όπου εγεννήθη κατά πρώτον ο πολιτισμός. Αλλ' ο πολιτισμός εκείνος εστερείτο τριών πραγμάτων, τα οποία δημιουργούν τον αληθή πνευματικόν βίον του ανθρώπου, δηλαδή της Φιλοσοφίας εις τας γνώσεις, της ελευθερίας εις την πολιτείαν και της καλαισθησίας εις την τέχνην. Υπό τοιούτον πνεύμα εμορφώθη μόνον ο Ελληνικός πολιτισμός.

Οι Έλληνες κατοικούντες κατά την αρχαιότητα τας ιδίας περίπου χώρας, τας οποίας κατοικούν και σήμερον, υπήρξαν οι αρχηγοί και δημιουργοί του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ούτοι ανέπτυξαν εις ανώτατον βαθμόν τας τέχνας, την ποίησιν, τας επιστήμας, την φιλοσοφίαν και όλον εν γένει τον πνευματικόν βίον, μετά δε την εμφάνισιν του Χριστιανισμού ούτοι ανέπτυξαν και ετελειοποίησαν την διδασκαλίαν της νέας πίστεως και διέδωκαν αυτήν εις όλην την άλλην Ευρώπην.

Οι δε Ρωμαίοι, κάτοικοι μιας πόλεως της Ιταλίας, της Ρώμης, διά σώφρονος πολιτείας και διά μεγάλων στρατιωτικών αρετών κατέκτησαν βαθμηδόν όλην την Ιταλίαν και αφού ούτως εδημιούργησαν ισχυρόν κράτος Ιταλικόν, υπέταξαν εις αυτό και τας Ελληνικάς χώρας. Η Ελλάς υπετάχθη πολιτικώς και στρατιωτικώς εις την Ρώμην, αλλά και η Ρώμη υπετάχθη ηθικώς και πνευματικώς εις την Ελλάδα. Τα Ελληνικά γράμματα και ο Ελληνικός πολιτισμός διεδόθησαν εις τους Ρωμαίους, και από των Ρωμαίων εις όλα τα έθνη της Ευρώπης, τα οποία αυτοί υπέταξαν.

Τα έθνη ταύτα ήσαν οι πρόγονοι των σημερινών Γάλλων, Ισπανών και οι αρχαίοι κάτοικοι της Αγγλίας. Αλλά και οι πρόγονοι των σημερινών λαών της Γερμανίας, αν και δεν υπετάχθησαν στρατιωτικώς και πολιτικώς εις τους Ρωμαίους, ήλθαν όμως εις σχέσεις και συνάφειαν πολλήν προς αυτούς και έλαβαν παρ' αυτών τον Ελληνορρωμαϊκόν πολιτισμόν

Όλοι ούτοι οι αρχαίοι λαοί της δυτικής Ευρώπης προ της υποταγής των εις τους Ρωμαίους ευρίσκοντο εις βαρβαρότητα. Παρά των Ρωμαίων έλαβαν τα σπέρματα του πολιτισμού και αυτόν τον χριστιανισμόν, αφού διεδόθη και εστερεώθη εις το Ρωμαϊκόν κράτος.

Το παγκόσμιον τούτο Ρωμαϊκόν κράτος έλαβε βαθμηδόν τόσην έκτασιν, ώστε προς ευκολίαν της διοικήσεώς του εθεωρήθη αναγκαίον ν' αποκτήση νέαν δευτέραν πρωτεύουσαν. Η νέα αύτη πρωτεύουσα ήτο η υπό του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Μεγάλου κτισθείσα (το 323 μ. Χ.) Κωνσταντινούπολις, η οποία κειμένη εν μέσω του Ελληνικού κόσμου ήτο εξ αρχής Ελληνική. Εις την ιδίαν θέσιν έκειτο η παλαιά Ελληνική πόλις Βυζάντιον. Μετά την ίδρυσιν της νέας εις την Ανατολήν πρωτευούσης, επήλθε βαθμηδόν η διαίρεσις του Ρωμαϊκού κράτους εις δύο τμήματα, το Δυτικόν και το Ανατολικόν. Το εις την Ανατολήν κράτος κατεστάθη πράγματι Ελληνικόν, μολονότι εξηκολούθησε μέχρι τέλους να λέγεται Ρωμαϊκόν, εκ τούτου δε και οι Έλληνες συνείθισαν να λέγωνται Ρωμαίοι. Ονομάζεται δε το κράτος τούτο και Βυζαντινόν εκ του Βυζαντίου, της παλαιάς ονομασίας της πρωτευούσης. Το Βυζαντινόν, ήτοι το Ελληνικόν Ρωμαϊκόν κράτος, διήρκεσε μέχρι του 1453 μ. Χ., ενώ το δυτικόν μέρος του Ρωμαϊκού κράτους κατελύθη περί το 500 μ.Χ. υπό των βαρβάρων, οι οποίοι ήλθαν από την ανατολικήν και βόρειον Ευρώπην.

Αλλά και αφού διελύθη το Ρωμαϊκόν Κράτος της Δύσεως, δεν έπαυσεν η υπεροχή της Ρώμης. Αντί της πολιτικής και στρατιωτικής αρχής, την οποίαν έχασεν, ήρχισεν έκτοτε να υποτάσση θρησκευτικώς τους πρώην βαρβάρους εκείνους λαούς. Από του 5ου μέχρι του 8ου μ. Χ. αιώνος όλοι βαθμηδόν οι λαοί της δυτικής Ευρώπης (εκτός των Σλαυικών λαών, οι οποίοι κατώκουν εις τα Ανατολικά της), έγειναν Χριστιανοί και ως ανώτατον αρχηγόν της Χριστιανικής Εκκλησίας ανεγνώριζαν τον επίσκοπον της Ρώμης, ο οποίος ελέγετο και λέγεται συνήθως Πάπας, ήτοι πατήρ. Η εξουσία αύτη του Πάπα δεν ανεγνωρίζετο υπό των Ελλήνων. Μη παραδεχόμενοι τον Πάπαν ως υπέρτατον αρχηγόν της Εκκλησίας και Επίτροπον του Χριστού επί της γης, όπως εθεωρείτο υπό των λαών της δυτικής Ευρώπης, οι Έλληνες έμειναν πιστοί εις τους θεσμούς και τα δόγματα της αρχαίας ορθοδόξου Εκκλησίας, ήτις διά τούτο ωνομάσθη και Ελληνική ορθόδοξος, ή Ανατολική. Εξ αυτής δε έλαβαν τον χριστιανισμόν και πολλοί Σλαυικοί λαοί, ιδίως οι Ρώσοι, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι.

Αλλά και εις την λοιπήν Ευρώπην το κράτος της παπικής Εκκλησίας δεν έμεινε μέχρι τέλους ακέραιον. Κατά τον 16ον αιώνα μ. Χ. επήλθε μέγα σχίσμα, ήτοι διαίρεσις, εις την παπικήν ή δυτικήν Εκκλησίαν, διά του Προτεσταντισμού. Τολμηροί τινες θεολόγοι της δυτικής Εκκλησίας, περιφημότατος των οποίων είναι ο Λούθηρος, κατεπολέμησαν τας έως τότε επικρατούσαι γνώμας περί της υπεροχής του Πάπα, και χωρισθέντες από της παπικής Εκκλησίας ίδρυσαν την Εκκλησίαν των Προτεσταντών, ήτοι των Διαμαρτυρομένων.

Κατά τους χρόνους του σχίσματος τούτου των Προτεσταντών, ήτοι κατά τον 16ον αιώνα μ. Χ. και ολίγον πρότερον, συνέβησαν πολλά άλλα σπουδαία γεγονότα, τα οποία μετέβαλαν την όψιν του κόσμου.

Το 1492 μ. Χ. ανεκαλύφθη η Αμερική, εις την οποίαν έκτοτε πολλοί Ευρωπαϊκοί λαοί, ιδίως Ισπανοί, Πορτογάλλοι, Άγγλοι, Γάλλοι έκαμαν μεγάλας αποικίας. Δια τούτων δε η νέα ήπειρος έγεινε χώρα Ευρωπαϊκή υπό έποψιν του πολιτισμού και της καταγωγής των κατοίκων. Διότι οι αρχαίοι κάτοικοι, οι ιθαγενείς Αμερικανικοί λαοί, τινές των οποίων είχαν προοδεύσει και εις βαθμόν τινα πολιτισμού, καταπιεζόμενοι υπό των Ευρωπαίων αποίκων, κατέφευγαν εις τα δάση και τα όρη και ήρχισαν να εξαφανίζωνται κατά μικρόν.

Κατά τους χρόνους της ανακαλύψεως της Αμερικής ετελειοποιήθη η ναυτική τέχνη. Προ δύο ήδη αιώνων είχεν εφευρεθή η ναυτική πυξίς, και οι θαλασσοπόροι της Ευρώπης ήρχισαν έκτοτε να διατρέχουν πάσας τας θαλάσσας ανακαλύπτοντες νέας χώρας και πολλαπλασιάζοντες τας συγκοινωνίας μεταξύ των διαφόρων λαών του κόσμου.

Κατά τους χρόνους των μεγάλων τούτων ανακαλύψεων προώδευσαν εις Ευρώπην και τέχναι και επιστήμαι και τα γράμματα εν γένει, ιδρύθησαν δε εις πολλάς πόλεις πανεπιστήμια, όπου εισήχθη και η σπουδή της αρχαίας Ελληνικής γλώσσης και φιλολογίας. Η σπουδή αύτη, η οποία τόσον συνετέλεσε και συντελεί μέχρι σήμερον εις την πνευματικήν πρόοδον και εξημέρωσιν της ανθρωπότητος, διεδόθη ιδίως από του 15ου και του 16ου αιώνος μ. Χ. εκ του εξής γεγονότος.

Ενώ το Ελληνικόν κράτος της Κωνσταντινουπόλεως ήτο ακόμη εις μεγάλην ακμήν, κατά τον 7ον αιώνα μ. Χ. νέα εφάνη θρησκεία εις την Αραβίαν της Ασίας. Η νέα θρησκεία ωνομάσθη υπό του θεμελιωτού αυτής Μωάμεθ Ισλάμ= «Αφοσίωσις εις τον Θεόν», από το όνομα δε του Μωάμεθ ωνομάσθη και Μωαμεθανική. Ο Μωαμεθανισμός διεδόθη κατ' αρχάς μεν εις την Αραβίαν, έπειτα δε και εις πολλά άλλα μέρη της Ασίας και Αφρικής. Ούτως εδημιουργήθη μέγα κράτος Αραβικόν, το οποίον κατέστη επικινδυνότατον διά το Ελληνικόν κράτος. Πολλαί επαρχίαι εις Ασίαν και Αφρικήν, η Παλαιστίνη, η Συρία, η Μεσοποταμία, η Αίγυπτος και όλη η βόρειος Αφρική εκυριεύθησαν υπό των Αράβων. Αυτή η Κωνσταντινούπολις επολιορκήθη δις υπ' αυτών, το πρώτον επί επτά έτη (669 — 676 μ.Χ.) και κατόπιν επί έν έτος (717 — 718 μ.Χ.) Οι Άραβες κατά μικρόν παρήκμασαν. Αλλ' εφάνη τότε νέον έθνος Μωαμεθανικόν, το Τουρκικόν. Τούτο είχε δεχθή το Ισλάμ από τους Άραβας, παρήχθησαν δε εξ αυτού διαδοχικώς διάφορα Τουρκικά κράτη, μέχρις ου ιδρύθη το κράτος των Οσμάνων, το επικινδυνότατον όλων των προ αυτού διά τους Έλληνας.

Το 1453 μ. Χ. οι Οσμάνοι Τούρκοι (Οθωμανοί) εκυρίευσαν την Κωνσταντινούπολιν και κατέλυσαν το μέγα Ελληνορρωμαϊκόν κράτος της Ανατολής, το οποίον, ως είδομεν, είχεν ιδρύσει ο Μέγας Κωνσταντίνος (εις τα 323 π. Χ.) Εννοείται ότι οι Τούρκοι πριν να κυριεύσουν την πρωτεύουσαν του κράτους, την Κωνσταντινούπολιν, είχαν αρχίσει πολύ πρότερον να κυριεύουν τας διαφόρους επαρχίας του, πανταχού φέροντες καταστροφήν και εμπνέοντες τον τρόμον.

Μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως πολλοί ευγενείς Έλληνες λόγιοι εκ διαφόρων χωρών του Ελληνικού κράτους, και από την Κωνσταντινούπολιν αυτήν, κατέφυγαν εις την δυτικήν Ευρώπην και ιδίως εις την Ιταλίαν. Οι λόγιοι ούτοι εύρισκαν πανταχού θερμήν και έντιμον υποδοχήν και εκ μέρους των λαών και εκ μέρους των ηγεμόνων, διδάσκοντες δε την Ελληνικήν γλώσσαν και φιλολογίαν και την φιλοσοφίαν προσείλκυαν μέγα πλήθος ακροατών, ιδίως εκ των αριστοκρατικών τάξεων. Ούτως εις Ιταλίαν και εις άλλας Ευρωπαϊκάς χώρας πολλοί σπουδαίοι άνδρες διά της Ελληνικής γλώσσης συνετέλεσαν μεγάλως εις την πνευματικήν ανάπτυξιν και πρόοδον των λαών. Η επίδρασις των Ελληνικών γραμμάτων εις την πνευματικήν πρόοδον της Ευρώπης υπήρξε τόσον μεγάλη, ώστε οι χρόνοι ούτοι ωνομάσθησαν εποχή της Αναγεννήσεως, της πνευματικής δηλαδή αναγεννήσεως. Εκ τούτου δε και η ιστορία από των χρόνων τούτων, από του 15ου δηλονότι και του 16ου αιώνος, ονομάζεται ιστορία των νεωτέρων χρόνων, ενώ η προ αυτής, από του 5ου μ. Χ. αιώνος μέχρι του 15ου, ονομάζεται μεσαιωνική, ή ιστορία των μέσων αιώνων, διότι κείται εν τω μέσω της αρχαίας ιστορίας, ήτοι της ιστορίας του αρχαίου Ελληνικού και Ρωμαϊκού πολιτισμού, και της νεωτέρας ιστορίας της Ευρώπης.

Καθ' όλην την ιστορίαν των νεωτέρων χρόνων, από του 15ου μ. Χ. αιώνος μέχρι του 19ου αιώνος οι λαοί της Ευρώπης εξηκολούθησαν να κάμνουν μεγάλας προόδους εις τον πολιτισμόν, εις τα γράμματα, τας τέχνας, τας επιστήμας και τας διαφόρους εφευρέσεις· η βιομηχανία και το εμπόριον ανεπτύχθησαν, συγχρόνως δε και η υλική ευημερία των λαών. Το μόνον, το οποίον έλειπεν από τον πολιτισμόν τούτον ήτο η ελευθερία των λαών, δηλαδή ελεύθεροι πολιτικοί θεσμοί, διά των οποίων να δύναται ο λαός να λαμβάνη μέρος εις την κυβέρνησιν της πατρίδος, ασκών δικαιώματα πολιτικά. Όλη η πολιτική εξουσία ευρίσκετο εις τας χείρας μοναρχίας απολύτου, και αριστοκρατίας η οποία περιεκύκλωνε τον θρόνον τον βασιλικόν και εχρησίμευεν ως στήριγμα αυτού. Όλα σχεδόν τα μεγάλα πολιτικά και στρατιωτικά και δικαστικά αξιώματα κατείχοντο από τους ευγενείς, εις αυτούς δε ανήκε και όλη σχεδόν η έγγειος ιδιοκτησία. Οι χωρικοί οι εργαζόμενοι εις τα κτήματα των ευγενών ήσαν απλώς καλλιεργηταί, πληρώνοντες φόρους εις τους κυρίους των κτημάτων.

Ούτε δε οι χωρικοί ούτοι, ούτε οι εις τας πόλεις κατοικούντες, έμποροι ή βιομήχανοι ή άνδρες ελευθέρων επαγγελμάτων, — ιατροί, δικηγόροι, διδάσκαλοι, οι εν γένει λεγόμενοι αστοί, — είχαν πολιτικά δικαιώματα όμοια προς τα σημερινά. Αντιπροσωπείαι λαού, βουλαί, εκλεγόμεναι διά της ψήφου του λαού, δεν υπήρχαν. Αι μόναι αντιπροσωπείαι ήσαν τότε συνελεύσεις των ευγενών, συνερχόμεναι οσάκις ήθελεν ο μονάρχης διά να συσκεφθούν μετ' αυτού περί των πραγμάτων της χώρας, χωρίς αι αποφάσεις των συνελεύσεων τούτων να έχουν υποχρεωτικόν κύρος διά τον μονάρχην. Μόνον εις την Αγγλίαν, ένεκα του χαρακτήρος του Αγγλικού έθνους, και των εξαιρετικών περιστάσεων υπό τας οποίας εμορφώθη, είχαν αναπτυχθή θεσμοί φιλελεύθεροι πολιτικοί, επιτρέποντες εν μέρει και εις τον λαόν ν' αντιπροσωπεύεται εις τα μεγάλα συμβούλια της χώρας (το Κοινοβούλιον ή Παρλαμέντον), και δι' αυτών να επιδρά εις την κυβέρνησίν της.

Ο τύπος, ήτοι η δημοσιογραφία, η οποία σήμερον έγεινε μεγάλη δύναμις εις τον δημόσιον βίον των λαών, καθό εκπροσωπούσα την δημοσίαν γνώμην, υπήρχε και από του 15ου και 16ου αιώνος, αλλά δεν είχε την σημερινήν σπουδαιότητα και περιωρίζετο ως επί το πλείστον εις αναγραφήν ειδήσεων. Και η απονομή της δικαιοσύνης εις τον λαόν ήτο πολύ ελαττωματική. Δεν υπήρχαν όπως σήμερον δικαστήρια τακτικά του κράτους, ούτε δικαστήρια λαϊκά των ενόρκων. Ο λαός εδικάζετο υπό δικαστηρίων των ευγενών, οι οποίοι ήσαν και κύριοι αυτού. Και η θρησκευτική δε ελευθερία ήτο πολύ περιωρισμένη και εις τας Καθολικάς και εις τας Προτεσταντικάς χώρας. Αλλ' η ακατάπαυστος πρόοδος του πολιτισμού εβελτίωνε βαθμηδόν τα πάντα.

Aι παραμοναί του 19ου αιώνος


Η πρόοδος αύτη, όσον ήτο ταχεία εις τα γράμματα και τας επιστήμας, τόσον βραδεία ήτο εις την πολιτικήν ανάπτυξιν των Ευρωπαϊκών κρατών, ιδίως εις τα της ελευθερίας και των ελευθέρων θεσμών.

Μεγάλα και ισχυρά κράτη ήσαν τότε εις την Ευρώπην η Γαλλία, η Αγγλία, η Ρωσία (η οποία ήρχισε να λαμβάνη, πολιτισμόν και δύναμιν μεγάλην από του μεγάλου Πέτρου, προς τα τέλη του 17ου αιώνος.)

Η νυν Γερμανία ήτο τότε διηρημένη από των μεσαιωνικών χρόνων εις πολυάριθμα κράτη, τα περισσότερα πολύ μικρά και κατά την έκτασιν και κατά τον πληθυσμόν. Το μεγαλείτερον και ισχυρότερον εκ των κυρίως Γερμανικών κρατών εκείνων κατά τα τέλη του 18ου αιώνος ήτο η Πρωσσία, η οποία όμως πολύ ακόμη απείχεν από την ακμήν εις την οποίαν έφθασε βραδύτερον, και μάλιστα επί των ημερών μας. Ώστε δεν υπήρχε κράτος Γερμανικόν συμπαγές και ισχυρόν. Αλλά τα διάφορα Γερμανικά κράτη, μικρά και μεγάλα, συναπετέλουν την λεγομένην ιεράν Ρωμαϊκήν αυτοκρατορίαν. Αύτη είχεν ιδρυθή προ αιώνων ως διάδοχος δήθεν της Ρώμης και ως αντίζηλος ή αντίπαλος της εξελληνισθείσης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας της Ανατολής. Ώστε η Γερμανία απετέλει είδος ομοσπονδίας, της οποίας την προεδρίαν είχεν αυτοκράτωρ εκλεγόμενος από τινας των ηγεμόνων των Γερμανικών κρατών. Επειδή δε το αυτοκρατορικόν τούτο αξίωμα είχε δοθή αλληλοδιαδόχως εις ηγεμόνας του Αυστριακού οίκου των Χαβσβούργων, οι δε ηγεμόνες ούτοι εν τω μεταξύ ηύξησαν μεγάλως τας ιδιαιτέρας κτήσεις των, γενόμενοι συγχρόνως και της Ουγγαρίας βασιλείς, οι κατ' εκλογήν αυτοκράτορες εκείνοι της ιεράς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας απέκτησαν δύναμιν μεγάλην ως ηγεμόνες της Αυστρίας και κατείχαν θέσιν υψηλήν εις την ολομέλειαν της Ευρώπης. Και η Αυστρία δε εθεωρείτο ως Γερμανικόν κράτος, και μάλιστα ως έχον τα πρωτεία εις την Γερμανίαν.

Άλλα κράτη Ευρωπαϊκά έχοντα σημασίαν ήσαν η Ισπανία, η Ολλανδία, η Σουηδία, και εις την Ιταλίαν η δημοκρατία της Βενετίας, η οποία έπνεε τότε τα λοίσθια, αφού επί πολλούς αιώνας ήκμασε και υπέταξε μάλιστα εις την κυριαρχίαν της διαφόρους κατά καιρόν Ελληνικάς χώρας. Η Τουρκία ήτο ακόμη ικανώς ισχυρά, αν και η εσωτερική παρακμή και οι μεγάλοι πόλεμοι προς την Ρωσίαν και την Αυστρίαν την είχαν εξασθενίσει αρκούντως και δεν ήτο πλέον η Τουρκία του 15ου και 16ου αιώνος, ότε την εφοβείτο η Ευρώπη.

Η συνθήκη του Κάρλοβιτζ, η γενομένη το 1699 μ.Χ. (μετά πόλεμον, κατά τον οποίον η Τουρκία αντέστη επί 16 έτη κατά της Αυστρίας και άλλων Γερμανικών κρατών, της Πολωνίας, της Ρωσίας, εν μέρει και της Βενετίας), έπειτα η συνθήκη του Κουτζούκ-Καϊναρδζή εις το 1774 μ. Χ., την οποίαν επέβαλεν η Αικατερίνη Β' της Ρωσίας εις την Τουρκίαν, αφήρεσαν πολλάς επαρχίας από το Οθωμανικόν κράτος (την Ουγγαρίαν, την Κροατίαν, την Τρανσυλβανίαν, την Κριμαίαν, και την Γεωργίαν εις Ασίαν). Χώρα Ευρωπαϊκή έχουσα αληθώς ελευθέρους θεσμούς ήτο τότε μόνον η Αγγλία· εις όλα δε τα άλλα κράτη (εξαιρουμένης της Βενετίας, Ολλανδίας και Ελβετίας) υπήρχε το λεγόμενον απολυταρχικόν σύστημα, ήτοι εν γένει απόλυτος μοναρχία.

Τοιαύτη ήτο εν συνόψει η κατάστασις της Ευρώπης κατά τα τέλη του 18ου αιώνος, ότε δύο μεγάλα γεγονότα συνετέλεσαν ώστε ο 19ος αιών να εγκαινισθή υπό οιωνούς υποσχομένους μεγάλας και σπουδαίας μεταβολάς προς αύξησιν της ευημερίας των Ευρωπαϊκών λαών.

Το πρώτον των γεγονότων τούτων ήτο ο υπέρ ελευθερίας αγών των βορείων Αμερικανών.

Εις την βόρειον Αμερικήν οι Άγγλοι είχαν ιδρύσει από τας αρχάς του 17ου αιώνος πολλάς αποικίας, αι οποίαι εχρησίμευαν ως άσυλον εις τους εξ Ευρώπης καταδιωκομένους διά λόγους και ιδέας θρησκευτικής και πολιτικής ελευθερίας, και ζητούντας χώραν, όπου να δύνανται να ζήσουν ελευθέρως σύμφωνα προς τας ιδέας των. Αι αποικίαι αυταί είχαν μεν αυτονόμους τινάς θεσμούς, αλλ' επί του όλου εξηρτώντο από της μητροπόλεως, ήτοι από της Αγγλίας, η οποία και επέβαλλε βαρείς φόρους, ενώ δεν είχαν το δικαίωμα να αντιπροσωπεύωνται εις το Κοινοβούλιον το Αγγλικόν. Πιεζόμεναι υπό τοιαύτης φορολογίας και άλλων καταχρήσεων, αι αποικίαι αύται εξηγέρθησαν κατά της μητροπόλεως και ηγωνίσθησαν επί επτά έτη ενδοξότατον υπέρ ελευθερίας αγώνα, επί τέλους δε, βοηθούμεναι και υπό της Γαλλίας, ηνάγκασαν την Αγγλικήν Κυβέρνησιν ν' αναγνωρίση την έλευθερίαν των. Ο υπέρ ελευθερίας αγών ούτος των βορείων Αμερικανών εξήγειρεν ενθουσιασμόν εις όλους τους λαούς της Ευρώπης, και η ελευθερία των Αμερικανών εχαιρετίσθη ως αρχή της ελευθερίας της Ευρώπης. Πράγματι οι ελευθερωθέντες από της Αγγλικής κυριαρχίας Αμερικανοί ίδρυσαν πολιτείαν δημοκρατικήν, η οποία υπήρξε πρότυπον ελευθέρας πολιτείας. Η βάσις της πολιτείας ταύτης υπήρξεν η ανακήρυξις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό της Συνελεύσεως της συνελθούσης προς σύνταξιν του νέου πολιτεύματος. Πάντες δηλαδή οι άνθρωποι οι οικούντες εις την πολιτείαν, οιασδήποτε φυλής, καταγωγής ή θρησκείας, εθεωρήθησαν ως πολίται ελεύθεροι της δημοκρατίας. Το τοιούτον πολίτευμα μεγάλως συνετέλεσεν εις την ταχείαν αύξησιν και κραταίωσιν του πολιτισμού εις τας Ηνωμένας Αμερικανικάς πολιτείας.

Όταν λέγωμεν σήμερον Αμερικανούς, εννοούμεν όχι όλους τους κατοίκους της μεγάλης ηπείρου της Αμερικής, αλλά κυρίως τους κατοίκους των Ηνωμένων Πολιτειών της βορείου Αμερικής, οίτινες ιδίως είναι απόγονοι Άγγλων αποίκων και λαλούν την Αγγλικήν, μολονότι ηύξησαν τον αριθμόν των μεγάλαι μεταναστεύσεις εκ των διαφόρων εθνών της Ευρώπης, ιδίως Ιρλανδών και Γερμανών. Εννοείται ότι τα σπέρματα του μεγάλου πολιτισμού και των φιλελευθέρων ιδεών είναι Ευρωπαϊκά, εξ Ευρώπης μεταφυτευθέντα. Ιδιαίτεραι περιστάσεις έκαμαν ώστε τα σπέρματα ταύτα ταχύτερον ν' αναπτυχθούν και καρποφορήσουν εις την βόρειον Αμερικήν παρά εις την Ευρώπην, όπου από της Γαλλικής επαναστάσεως άρχεται ο μέγας αγών των ιδεών της ελευθερίας.

Το δεύτερον μέγα γεγονός είναι η Γαλλική Επανάστασις. Η επανάστασις αύτη επέφερε ριζικάς μεταβολάς εις την κατάστασιν όχι μόνον της Γαλλίας, άλλα και της Ευρώπης όλης. Το κίνημα ήρχισε κατά το 1789 και διήρκεσε μέχρι του 1815· διά τούτο ανήκει εις την ιστορίαν και των δύο αιώνων και είναι τρόπον τινά σύνδεσμος μεταξύ αυτών.

Η αθλία κατάστασις των οικονομικών της Γαλλίας έπεισε τον βασιλέα Λουδοβίκον ΙΣΤ' να συγκαλέση συνέλευσιν των ευγενών καί τινων αντιπροσώπων του λαού, διά να σκεφθούν περί των μέσων της διορθώσεως. Αλλ' η μεγάλη πρόοδος των γραμμάτων, και ιδίως των φιλοσοφικών θεωριών περί πολιτείας και κοινωνίας, έκαμαν ώστε οι εκλεγέντες αντιπρόσωποι να έχουν γενικωτέρας και βαθυτέρας ιδέας περί της όλης πολιτικής καταστάσεως της πατρίδος των. Διά τούτο η Συνέλευσις, ενώ είχε συγκληθή διά να σκεφθή και προτείνη εις τον βασιλέα τα κατάλληλα μέτρα της οικονομικής ανορθώσεως του Κράτους, εκήρυξεν εαυτήν, επαναστατικώ τω τρόπω και δικαιώματι, Συνέλευσιν Συντακτικήν, δηλαδή συνέλευσιν έχουσαν δικαίωμα να συντάξη και να διοργανώση το πολίτευμα του Γαλλικού κράτους. Ούτως η Συνέλευσις καθίστατο ανωτέρα του βασιλέως, ο οποίος έως τότε εθεωρείτο απόλυτος δεσπότης και κύριος πάντων των Γάλλων. Αλλ' η φορά των πραγμάτων ήτο υπέρ της Συνελεύσεως και η δημοσία γνώμη την υπεστήριζεν ισχυρώς. Διά τούτο η βασιλεία μετά ασθενή αντίστασιν υπετάχθη εις την Συνέλευσιν, η οποία ήρχισε το μεταρρυθμιστικόν της έργον. Δύο μεγάλας αρχάς εκήρυξεν η Συνέλευσις, επί τη βάσει των οποίων συνέταξε το νέον πολίτευμα της Γαλλίας. Αι αρχαί αύται αποτελούν σήμερον την βάσιν των φιλελευθέρων συνταγματικών πολιτειών, είναι δε:

1ον) Η αναγνώρισις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η απονομή ίσων δικαιωμάτων εις όλους τους υπηκόους μιας πολιτείας, ανεξαρτήτως του θρησκεύματος της καταγωγής και της φυλής. Είπομεν δε ότι την αρχήν ταύτην είχε κηρύξει ως βάσιν της πολιτείας και η Συνέλευσις η συντάξασα το πολίτευμα της βορείου Αμερικανικής δημοκρατίας.

2ον) Η αναγνώρισις της κυριαρχίας του λαού. Κατά την αρχήν ταύτην, η υπερτάτη εξουσία ανήκει εις τον λαόν, ο οποίος διά των αντιπροσώπων του εις Συντακτικήν Συνέλευσιν συντάσσει το πολίτευμα, όλοι δε οι του κράτους άρχοντες, και αυτός ο βασιλεύς, είναι κατ' ουσίαν εντολοδόχοι του λαού. Η αρχή αυτή, η οποία αποτελεί σήμερον την βάσιν και του Ελληνικού συντάγματος, ήτο άγνωστος εις την Ευρώπην προ της Γαλλικής επαναστάσεως. Η εξουσία του βασιλέως έως τότε εθεωρείτο (ως και τώρα ακόμη θεωρείται είς τινα μοναρχικά κράτη) ως θεία, ως από του Θεού προερχομένη, και εις ουδένα υποκειμένη περιορισμόν ή έλεγχον εκ μέρους άλλης δυνάμεως και εξουσίας λαϊκής· και διά τούτο οι βασιλείς εκαλούντο, και καλούνται ακόμη είς τινα κράτη, «ελέω Θεού βασιλείς.»

Επί τη βάσει των δύο τούτων μεγάλων αρχών η Συντακτική Συνέλευσις διωργάνωσε το πολίτευμα της Γαλλίας και όλους τους κλάδους της διοικήσεως, πολιτικής και δικαστικής, και αυτής ακόμη της εκκλησιαστικής. Το ούτω συνταχθέν πολιτικόν και διοικητικόν σύστημα εχρησίμευσεν ύστερον ως τύπος εις τα φιλελεύθερα κράτη· και το ιδικόν μας πολιτικόν και διοικητικόν σύστημα, ιδίως από του 1864, είναι σχεδόν αυτό το σύνταγμα της Γαλλίας, το ψηφισθέν το 1791 μ. Χ.

Αλλ' εις την Γαλλίαν το έργον της μεγάλης πολιτικής αναμορφώσεως προεκάλεσε και μεγάλην αντίδρασιν, ιδίως εκ μέρους της τάξεως των ευγενών και του κλήρου. Και αυτός δε ο βασιλεύς, καίτοι ανεγνώρισεν όλα τα υπό της Συνελεύσεως γενόμενα, ουχ ήττον αντενήργει κατά βάθος κατ' αυτών. Και ενόσω μεν ειργάζετο η Συντακτική Συνέλευσις (1789 — 1791), δεν επήλθε πολύ σοβαρά σύγκρουσις μεταξύ αυτής και της βασιλείας. Αλλά κατόπιν άλλαι Συνελεύσεις, η λεγομένη Νομοθετική (1791 — 1792) και η Συμβατική (1792 — 1795), ήλθαν εις μεγάλας συγκρούσεις προς την βασιλείαν. Και η μεν πρώτη των Συνελεύσεων τούτων καθήρεσε τον βασιλέα, η δε δευτέρα εκήρυξε την δημοκρατίαν και κατεδίκασεν εις θάνατον του βασιλέα.

Την καρατόμησιν του βασιλέως συνώδευσαν πολλαί άλλαι θανατικαί εκτελέσεις και άγριαι σφαγαί των οπαδών του παλαιού συστήματος. Ταύτα προεκάλεσαν αντίδρασιν εις την Γαλλίαν, εξήγειραν δε και την άλλην Ευρώπην εναντίον της Γαλλίας. Διότι οι βασιλείς της Ευρώπης δεν ηδύναντο να βλέπουν μετ' αδιαφορίας τον λαόν μιας οιασδήποτε Ευρωπαϊκής χώρας να κηρύττη νέας αρχάς πολιτικάς, να εκθρονίζη, καταδικάζη και θανατώνη βασιλείς. Αι δυνάμεις εφοβούντο ευλόγως ότι αι νέαι επαναστατικαί πολιτικαί αρχαί, αι κηρυχθείσαι υπό της Γαλλίας, ηδύναντο να μεταδοθούν και εις άλλους λαούς. Διά τούτο αι Κυβερνήσεις της Ευρώπης, προ πάντων αι της Αυστρίας και της Πρωσσίας, εκίνησαν πόλεμον κατά της Γαλλίας, επανειλημμένως δε εσχηματίσθησαν μεγάλαι συμμαχίαι, αι λεγόμεναι συστάσεις ή συνασπισμοί των δυνάμεων, κατά της Γαλλίας. Συγχρόνως πολλαχού της Γαλλίας έγειναν επαναστάσεις κατά της εν Παρισίοις αιματηράς κυβερνήσεως της δημοκρατίας. Αλλ' αύτη ενίκησε και τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς εχθρούς. Αι εσωτερικαί στάσεις κατεστάλησαν με φοβεράν αυστηρότητα και εκατοντάδες χιλιάδες Γάλλων εφονεύθησαν υπ' αλλήλων εις τους εμφυλίους τούτους πολέμους. Οι δε εξωτερικοί εχθροί, αφού εισέβαλαν εις την Γαλλίαν, εξεδιώχθησαν πέραν των συνόρων αυτής διά των στρατευμάτων της δημοκρατίας, τα οποία μετ' ενθουσιασμού και φανατισμού επολέμουν εναντίον των εισβαλλόντων εις το Γαλλικόν έδαφος στρατευμάτων των ξένων ηγεμόνων. Διότι τους ξένους τούτους δεν εθεώρουν απλώς εχθρούς της πατρίδος, αλλά και εχθρούς της ελευθερίας και όλων των μεγάλων πολιτικών ιδεών, τας οποίας ως δόγματα πίστεως εκήρυξεν η Γαλλική επανάστασις.

Εις τους χρόνους τούτους ανήκει το περίφημον υπέρ ελευθερίας και κατά της τυραννίας Γαλλικόν άσμα, το λεγόμενον «Μασσαλιώτις», το οποίον είναι σήμερον ο εθνικός ύμνος των Γάλλων.

Αλλά τα ενθουσιώδη και φανατικά στρατεύματα της Γαλλικής δημοκρατίας δεν ηρκέσθησαν απλώς να εκδιώξουν τους πολεμίους πέραν των ορίων της Γαλλίας, αλλ' έλαβαν και επιθετικήν κατ' αυτών θέσιν, διέβησαν τα σύνορα και εισέβαλαν εις τας εχθρικάς χώρας.

Το 1795 έπαυσαν όλαι αι εσωτερικαί εις την Γαλλίαν ταραχαί και ιδρύθη τακτική δημοκρατική Κυβέρνησις, η λεγομένη το «Διευθυντήριον»· αυτή διωργάνωσε μεγάλους στρατούς και επεχείρησε μεγάλας εκστρατείας εις τας χώρας της Γερμανίας και της Ιταλίας. Αι εκστρατείαι εκείναι απέβησαν νικηφόροι. Κατά τα επόμενα έτη οι Γάλλοι εκυρίευσαν μεγάλας χώρας εις Γερμανίαν, κατέλαβαν το Βέλγιον και την Ολλανδίαν και όλην σχεδόν την Ιταλίαν. Εις τας εκστρατείας ταύτας ανεδείχθησαν πολλοί μεγάλοι στρατηγοί, μέγιστος και επιφανέστατος των οποίων ήτο ο από της νήσου Κορσικής καταγόμενος Ναπολέων Βοναπάρτης. Ο Ναπολέων τόσον διέπρεψε, καίτοι νεώτατος έτι, εις τους πρώτους πολέμους της δημοκρατίας, μετέπειτα δε και εις την καταστολήν των εσωτερικών ταραχών, ώστε το 1795, ότε ήτο μόλις 28 ετών, διωρίσθη αρχιστράτηγος του εν Ιταλία στρατού· εκεί έμελλε να πολεμήση κατά των διαφόρων μικρών κρατών, εις τα οποία ήτο διηρημένη τότε η Ιταλία, και κατά της Αυστρίας, η οποία εξουσίαζε μέρος της άνω Ιταλίας και επροστάτευε τα λοιπά Ιταλικά κράτη.

Αλλ' ο Ναπολέων εντός ολίγου χρόνου ενίκησε και τα Αυστριακά και τα Ιταλικά στρατεύματα, κατέλυσε τα μοναρχικά Ιταλικά κράτη και ίδρυσεν αντί αυτών Ιταλικάς δημοκρατίας. Έπειτα δε εισβαλών από την Ιταλίαν εις τας κυρίως Αυστριακάς χώρας και προχωρήσας από νότου προς την διεύθυνσιν της πρωτευούσης της Αυστρίας, ηνάγκασε την Αυστρίαν, η οποία από του 1792 ευρίσκετο εις πόλεμον προς την επαναστατικήν Γαλλίαν, να συνομολογήση το 1797 ειρήνην και να αναγνωρίση την Γαλλικήν δημοκρατίαν, κατά της οποίας τοσαύτα έτη επολέμει. Κατά τον χρόνον τούτον ο Ναπολέων κατέλυσε και την περίφημον εις την ιστορίαν της Ευρώπης και της Ελλάδος Βενετικήν δημοκρατίαν και παρέδωκε την Βενετίαν εις την Αυστρίαν, αντί των άλλων Ιταλικών χωρών, τας οποίας αφήρεσε παρ' αυτής.

Είναι γνωστόν ότι η Βενετία κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας είχεν υπό την εξουσίαν της πολλάς Ελληνικάς χώρας, ιδίως νήσους, τας οποίας μικρόν κατά μικρόν εκυρίευσαν οι Τούρκοι. Αλλ' η Επτάνησος κατείχετο ακόμη κατά τους χρόνους τούτους υπό της Βενετίας. Ο Ναπολέων λοιπόν καταλύσας το κράτος της Βενετίας εθεώρει ότι και αι Ελληνικαί νήσοι, αι υπαγόμεναι έως τότε εις το κράτος τούτο, έπρεπε να καταληφθούν υπό των Γάλλων. Προς τούτο έστειλε μικρόν στρατόν εις την Κέρκυραν. Οι Γάλλοι ούτοι δεν ήλθαν εις την Κέρκυραν ως νέοι κατακτηταί, αλλ' ως ελευθερωταί, και εξέδωκαν προκηρύξεις υπό τοιαύτην έννοιαν. Η εμφάνισις αύτη των Γάλλων εις τας Ελληνικάς χώρας ενεψύχωσε τους Έλληνας και εξήγειρεν ενθουσιασμόν εις όλας τας Ελληνικάς χώρας, διότι παντού εφρόνουν ότι οι Γάλλοι, οι αγωνιζόμενοι εις την Ευρώπην υπέρ της ελευθερίας των λαών, έμελλαν να πράξουν το αυτό και διά την Ανατολήν.

Δύο ένδοξοι Έλληνες έζων τότε: ο μέγας εθνικός ποιητής Ρήγας ο Φεραίος και ο σοφός εις Παρισίους εργαζόμενος Κοραής. Ο Ρήγας ο Φεραίος, ο ενθουσιώδης υμνητής της ελευθερίας και θερμότατος πατριώτης, επεχείρησε να μεταβή τότε εις Βενετίαν, διά να συνεννοηθή προφορικώς μετά του Ναπολέοντος περί εξεγέρσεως όλων των Ελλήνων. Αλλά συλληφθείς εις Τεργέστην υπό της Αυστριακής αστυνομίας, παρεδόθη εις τους Τούρκους και εφονεύθη. Ο δε Κοραής από των Παρισίων προέτρεπε τους ομοεθνείς αυτού να εξεγερθούν εις τον υπέρ ελευθερίας αγώνα. Αι ελπίδες του Κοραή και ο πολεμικός αυτού ενθουσιασμός έτι μάλλον εδυναμώθησαν, ότε ο Ναπολέων μετά το τέλος του Ιταλικού και του Αυστριακού πολέμου επεχείρησε κατά τα έτη 1798 — 1799 την εις Αίγυπτον εκστρατείαν.

Η εις Αίγυπτον εκστρατεία απεφασίσθη υπό της Γαλλικής Κυβερνήσεως, και υπό του Ναπολέοντος προ πάντων, διά να εκφοβηθή η Αγγλία, ότι από της χώρας ταύτης ηδύναντο οι Γάλλοι να προσβάλουν τας εις τας Ινδίας Αγγλικάς κτήσεις. Μετά το τέλος του κατά της Αυστρίας πολέμου όλη σχεδόν η Ευρώπη ευρίσκετο εις ειρήνην προς την Γαλλίαν, μόνη δε η Αγγλία εξηκολούθει ακόμη τον πόλεμον· διότι ούσα ισχυροτέρα κατά θάλασσαν της Γαλλίας, και κατά θάλασσαν πολεμούσα, δεν ηδύνατο εντελώς να νικηθή υπό των Γάλλων, ως τα άλλα Ευρωπαϊκά κράτη.

Μετά μεγάλης τόλμης και αποφασιστικότητος ο Ναπολέων ανέλαβε την αρχηγίαν της εκστρατείας εκείνης και νικήσας τους Μαμελούκους, τους πραγματικούς κυρίους της Αιγύπτου, και τους Τούρκους, οι οποίοι ως επικυρίαρχοι έπεμψαν στρατεύματα, έγεινε κύριος όλης της Αιγύπτου, κατέλαβε δε και μέρος της Συρίας. Αλλ' ο Γαλλικός στόλος υπέστη μεγάλας καταστροφάς εκ μέρους του Αγγλικού.

Η Αιγυπτιακή αύτη εκστρατεία, η οποία και υπό επιστημονικήν έποψιν υπήρξε σπουδαία, ηύξησε πολύ την δόξαν του Ναπολέοντος. Διά τούτο ούτος, μετά την επάνοδόν του, ενθουσιωδώς γενόμενος δεκτός υπό των Γάλλων, εσκέφθη να γείνη όχι πλέον απλούς αρχιστράτηγος, αλλά και αρχηγός της πολιτείας. Επειδή δε κατά το τότε πολίτευμα της Γαλλίας δεν υπήρχεν υπέρτατον αξίωμα πολιτείας δι' ένα και μόνον άνδρα, όπως υπάρχει τούτο εις την σημερινήν Γαλλικήν Δημοκρατίαν, αλλ' υπήρχεν απλή Κυβέρνησις δημοκρατική (το Διευθυντήριον), συγκειμένη εκ πολλών μελών, ο Ναπολέων υποστηριζόμενος από τον στρατόν μετερρύθμισε βιαίως την πολιτείαν επί το μοναρχικώτερον και εδημιούργησεν ανώτατον αξίωμα Αρχηγού της Δημοκρατίας, το αξίωμα του υπάτου. Τούτο κατ' αρχάς εψηφίσθη διά δέκα έτη, μετ' ολίγον έγεινεν ισόβιον, έπειτα δε μετεβλήθη εις αυτοκρατορικόν αξίωμα. Το αξίωμα του υπάτου ιδρύθη εις Γαλλίαν το 1800, ήτοι κατά το τελευταίον έτος του 18ου αιώνος.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ον ΑΙΩΝΑ

α') Η Γαλλία και η Ευρώπη έως του 1815.

Αι μεταβολαί όσας επέβαλεν ο Ναπολέων εις την Γαλλίαν έγειναν δεκταί ευκόλως. Εις τούτο δε συνετέλεσε το γεγονός ότι κατά το διάστημα της απουσίας του Ναπολέοντος εις Αίγυπτον, και ενώ οι στρατοί της Γαλλίας εις Ευρώπην ήσαν υπό άλλους αρχηγούς, όλοι οι καρποί των λαμπρών νικών του εις Ιταλίαν είχαν απολεσθή. Αι Ευρωπαϊκαί δυνάμεις, — Αυστρία, Ρωσία, και άλλαι μικρότεραι, — ενωθείσαι μετά της Αγγλίας ήρχισαν εκ νέου τον πόλεμον κατά της Γαλλίας. Συμμαχικά στρατεύματα εισέβαλαν εις την Ιταλίαν και εις τας παρά τον Ρήνον χώρας.

Όλαι αι ελπίδες των Γάλλων εστρέφοντο προς τον Ναπολέοντα. Αληθώς δε κατώρθωσεν ούτος να νικήση πάλιν όλους τους εχθρούς της Γαλλίας και να ελευθερώση την Ιταλίαν. Κατώρθωσε μάλιστα ο Ναπολέων να συνεννοηθή δι' ολίγον καιρόν με την Ρωσίαν, της οποίας αυτοκράτωρ ήτο τότε ο υιός της Μεγάλης ή Β' Αικατερίνης Παύλος Α'. Επέβαλε δε πάλιν την ειρήνην εις την Αυστρίαν και προσέθεσεν εις το κράτος της Γαλλίας και άλλας χώρας της Ιταλίας και της Γερμανίας. Εφάνη δε, επί μικρόν, και η Αγγλία πρόθυμος εις συνομολόγησιν ειρήνης. Ούτω περί το 1802 εφαίνετο ότι γενική ειρήνη έμελλε να έξασφαλισθή εις την Ευρώπην. Αλλ' αι περί τοιαύτης ειρήνης ελπίδες εματαιώθησαν ταχέως. Η προς την Αγγλίαν ειρήνη δεν συνωμολογήθη οριστικώς, εις δε την Ρωσίαν ο γενόμενος φίλος και σύμμαχος του Ναπολέοντος αυτοκράτωρ Παύλος Α' απέθανε το 1803 βίαιον θάνατον. Ο νεαρός υιός και διάδοχός του Αλέξανδρος Α' έδειξε μεν κατ' αρχάς διαθέσεις ειρηνικάς, αλλά παρασυρθείς υπό της Αγγλικής πολιτικής περιεπλάκη μετ' ολίγον εις νέον κατά της Γαλλίας πόλεμον.

Ο πόλεμος κυρίως δεν ήτο πλέον κατά της Γαλλίας, αλλά κατά του Ναπολέοντος, ο οποίος το 1804 ανηγορεύθη αυτοκράτωρ των Γάλλων και του οποίου η φιλοδοξία και η φιλοκτημοσύνη εφαίνετο ότι δεν είχαν πλέον όρια. Αφού έγεινεν ο ίδιος αυτοκράτωρ, κατέλυσε τας πολλάς εις Ιταλίαν και αλλαχού υπ' αυτού ιδρυθείσας δημοκρατίας, μετέβαλεν αυτάς εις βασίλεια ή ηγεμονίας, και διώρισε βασιλείς τούτων και ηγεμόνας πολλούς εκ των συγγενών και εκ των στρατηγών του. Ενώ δε ούτως ο ίδιος προεκάλει την Ευρώπην, η Αγγλία γην και θάλασσαν εκίνει διά να σχηματίση νέαν μεγάλην συμμαχίαν των Ευρωπαϊκών δυνάμεων κατά του Ναπολέοντος, προσφέρουσα αυτή τας μεγάλας δαπάνας του πολέμου. Ούτω το 1805 ήρχισε νέος πόλεμος, αφού Ρωσία και Αυστρία συνεμάχησαν κατά της Γαλλίας. Ενώ δε ο Ναπολέων συνήθροιζε στρατεύματα εις τα βόρεια παράλια της Γαλλίας, προσποιούμενος ότι εσκόπει να μεταβιβάση στρατόν εις την Αγγλίαν διά του στόλου του, αυτός επήλθε τάχιστα εναντίον των Ρωσικών και Αυστριακών στρατευμάτων, τα οποία είχαν ενωθή εις Αυστρίαν, αλλ' ήσαν ακόμη μακράν των γαλλικών συνόρων, και εις την περίφημον μάχην του Αυστερλιτσίου (2 Δβρίου 1805) ενίκησε λαμπρώς τους συμμάχους· και την μεν Αυστρίαν ηνάγκασε να συνομολογήση νέαν ειρήνην με νέας μεγάλας παραχωρήσεις χωρών, κατά δε της Ρωσίας εξηκολούθησεν ο πόλεμος. Αντί δε της Αυστρίας, ήτις ηναγκάσθη να αποχωρήση της κατά του Ναπολέοντος συμμαχίας, εισήλθεν εις την συμμαχίαν η Πρωσσία. Αλλ' ο Ναπολέων εκστρατεύσας το 1806 εναντίον της Πρωσσίας, κατέστρεψε το κύριον μέρος των στρατευμάτων της εις την μάχην της Ιένης (κατά Οκτώβριον του 1806), έπειτα δε κατενίκησε και τον Ρωσικόν στρατόν εις τας δύο μεγάλας μάχας της Ειλαυίας και της Φρηδλάνδης.

Μετά τας νίκας ταύτας ο Ναπολέων είχεν υπό τους πόδας του πάσαν την Πρωσσίαν και την άλλην Γερμανίαν, της οποίας οι πλείστοι ηγεμόνες (εκτός εννοείται του της Αυστρίας) είχαν συμμαχήσει μετ' αυτού κατά της Πρωσσίας. Αυτή η πρωτεύουσα του Κράτους, το Βερολίνον, και όλαι αι μεγάλαι πόλεις κατείχοντο υπό Γαλλικού στρατού, ο δε τότε βασιλεύς της Πρωσσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ', ο προπάππος του νυν αυτοκράτορος και βασιλέως Γουλιέλμου Β', είχεν αποσυρθή μετά της οικογενείας του εις μακρυσμένην τινά πόλιν παρά τα σύνορα της Ρωσίας. Ο Ναπολέων, καταστρέψας σχεδόν ούτω το Πρωσσικόν κράτος και νικήσας την Ρωσίαν, ησθάνετο εν τούτοις την ανάγκην να έλθη εις συνεννόησιν και να συμμαχήση μετά της Ρωσίας, διότι ταύτην δεν ηδύνατο να καταστρέψη. Ήθελε λοιπόν να την χωρίση από της Αγγλικής συμμαχίας και να την καταστήση σύμμαχόν του. Προς τούτο όχι μόνον προέτεινεν ειρήνην έντιμον εις την Ρωσίαν, την ειρήνην του Τιλσιτίου (1807), χωρίς να υποβάλη αυτήν εις ουδεμίαν ταπείνωσιν, αλλά και εις τον βασιλικόν οίκον της Πρωσσίας απέδωκε μέρος του κατακτηθέντος Πρωσσικού κράτους.

Διά της συμμαχίας προς την Ρωσίαν ήθελεν ο Ναπολέων να διανεμηθή μετά του Κράτους τούτου την ηγεμονίαν της Ευρώπης. Η Αυστρία ήτο τότε ταπεινωμένη, η Πρωσσία σχεδόν κατεστραμμένη, τα άλλα Γερμανικά κράτη σχεδόν όλα είχαν τεθή υπό την προστασίαν του Ναπολέοντος· η Ιταλία όλη εξηρτάτο απ' αυτού, επίσης δε και η Ισπανία. Συμμαχών λοιπόν μετά της Ρωσίας ενόμιζεν ότι ηδύνατο να καταβάλη και την Αγγλίαν και να άρχη της Ευρώπης. Αλλά τι ήθελε κερδίσει η Ρωσία από της συμμαχίας ταύτης; Εδώ ακριβώς ευρίσκετο όλος ο κίνδυνος της συμμαχίας και η αιτία της αποτυχίας.

Ο Ναπολέων προτείνων εις την Ρωσίαν συμμαχίαν, ήθελε να την δελεάση διά σχεδίων περί διανομής της Τουρκίας μεταξύ Γαλλίας και Ρωσίας. Η Ρωσία ευρίσκετο από του 1806 εις πόλεμον προς την Τουρκίαν, όπου εβασίλευε κατά τους χρόνους εκείνους ο συνετός και αγαθός Σουλτάνος Σελίμ Γ'. Ακριβώς δε ο Ναπολέων, ενόσω δεν είχε τελειώσει ο προς την Ρωσίαν πόλεμος αυτού του ιδίου, ενεθάρρυνε τον Σουλτάνον εις την εξακολούθησιν του Ρωσοτουρκικού τούτου πολέμου. Αλλ' άμα ειρήνευσε προς την Ρωσίαν το 1807, προέτεινεν εις αυτήν την διανομήν της Τουρκίας. Αι προς τούτο διαπραγματεύσεις διήρκεσαν επί έτη (1807 — 1810). Οι δύο αυτοκράτορες Ναπολέων και Αλέξανδρος επεδαψίλευαν επιδεικτικώς δείγματα φιλίας προς αλλήλους, ήλθαν δε και άπαξ εις συνέντευξιν επιδεικτικήν εις την Γερμανικήν πόλιν Ερφούρτην. Η συνέντευξις αυτή έκαμε μεγίστην εντύπωσιν εις την Ευρώπην, ως μέλλουσα να κρίνη την τύχην του κόσμου διά της συνεννοήσεως των δύο ισχυροτάτων ηγεμόνων του κόσμου. Αλλ' ακριβώς από της συνεντεύξεως ταύτης ήρχισε κατά μικρόν η διάλυσις της συμμαχίας. Γαλλία και Ρωσία δεν ηδύναντο να συνεννοηθούν περί διανομής της Τουρκίας, διότι αι απαιτήσεις της Ρωσίας, και προ πάντων η απαίτησις του αυτοκράτορός της περί καταλήψεως της Κωνσταντινουπόλεως και του Ελλησπόντου, δεν συνέφεραν εις την Γαλλίαν.

Διά τοιαύτης παραχωρήσεως ο Ναπολέων εκινδύνευε να απολέση ακριβώς εκείνο το οποίον επεδίωκε διά της προς την Ρωσίαν συμμαχίας, ήτοι την εις Ευρώπην υπεροχήν. Διότι η Ρωσία, γενομένη κυρία του Βοσπόρου, θα εγίνετο επικίνδυνος διά την ανεξαρτησίαν της όλης Ευρώπης. Διά τούτο αι διαπραγματεύσεις δεν έφθασαν εις αποτέλεσμα, και εις την συνέντευξιν της Ερφούρτης συνεφωνήθη απλώς η προσάρτησις εις την Ρωσίαν των παραδουναβίων χωρών, ήτοι της Βλαχίας και της Μολδαυίας. Αλλά και τούτο δεν έγεινε, διότι μετ' ολίγον αι μεταξύ Γαλλίας και Ρωσίας σχέσεις ετραχύνθησαν και απέληξαν εις πόλεμον φανερόν (1812), η δε Ρωσία μη δυναμένη να πολεμήση συγχρόνως προς την μεγάλην δύναμιν του Ναπολέοντος και προς την Τουρκίαν, συνωμολόγησεν ειρήνην προς την Τουρκίαν, μεσιτεία της Αγγλίας.

Διά της ειρήνης ταύτης, της συνομολογηθείσης εις Βουκουρέστιον το 1812, η Ρωσία απέδωκεν εις την Τουρκίαν τας υπ' αυτής διαρκούντος του πολέμου καταληφθείσας ηγεμονίας της Βλαχίας και της Μολδαυίας.

Εις δε τον πόλεμον τον οποίον κατά το έτος τούτο (1812) επεχείρησεν ο Ναπολέων κατά της Ρωσίας, είχε σύμμαχον όλην σχεδόν την Ευρώπην, πλην της Αγγλίας και της Τουρκίας. Διότι η Αυστρία, (η οποία το 1810 είχεν εκ νέου πολεμήσει κατά του Ναπολέοντος, και πάλιν είχεν ηττηθή,) η ταπεινωμένη Πρωσσία, όλα τα άλλα Γερμανικά κράτη, αι ιταλικαί χώραι, των οποίων οι διάφοροι ηγεμόνες υπέκειντο εις τον Ναπολέοντα, η Ισπανία της οποίας βασιλεύς είχε κατασταθή υπό του Ναπολέοντος ο αδελφός του Ιωσήφ, όλαι αυταί αι χώραι έλαβαν μέρος εις τον πόλεμον. Ο δε υπό τον Ναπολέοντα στρατός, παραλαμβάνων σώματα εξ όλων σχεδόν των χωρών της Ευρώπης, ανήρχετο εις τον πρωτοφανή διά το μέγεθος αυτού αριθμόν των 500 χιλιάδων ανδρών.

Και όμως ο μέγας ούτος στρατός, αφού κατ' αρχάς επροχώρησε νικηφόρως μέχρι Μόσχας, ηναγκάσθη να υποχωρήση κατά τον χειμώνα του έτους 1812 — 1813 και εις την υποχώρησιν εκείνην έπαθε τα πάνδεινα και κατεστράφη σχεδόν εξ ολοκλήρου. Μόνον ο αυτοκράτωρ μετά οκτώ περίπου χιλιάδων ανδρών επέστρεψε σώος εκ του πολέμου. Οι δε Ρώσοι γενόμενοι νικηταί εξηκολούθησαν τον πόλεμον προχωρήσαντες εις την Γερμανίαν. Τότε η Πρωσσία, χωρισθείσα από του Ναπολέοντος, ηνώθη μετά της Ρωσίας.

Ο Ναπολέων, εν τω μεταξύ, στρατολογήσας εις Γαλλίαν νέον στρατόν, εξεστράτευσε κατά της Γερμανίας. Αλλά μετά τινας μάχας και η Αυστρία ηνώθη μετά των εχθρών του. Ούτω δε επήλθεν η μεγάλη μάχη της Λειψίας (κατά Οκτώβριον του 1813), κατά την οποίαν ενικήθη εντελώς και ηναγκάσθη να φύγη πέραν του Ρήνου. Τότε όλα τα Γερμανικά κράτη απεστάτησαν απ' αυτού. Οι σύμμαχοι διαβάντες τον Ρήνον εισέβαλαν εις την Γαλλίαν, και μετά τινας μάχας προς τον Ναπολέοντα επροχώρησαν μέχρι Παρισίων (κατά το 1814). Ο Ναπολέων στενοχωρούμενος πανταχόθεν, έχων δε τώρα και το μεγαλείτερον μέρος του Γαλλικού έθνους εχθρικώς διακείμενον προς αυτόν, ηναγκάσθη, κατ' απαίτησιν των συμμάχων δυνάμεων, να παραιτηθή την αυτοκρατορικήν αρχήν και να περιορισθή, εις την κυβέρνησιν της μικράς νήσου Έλβας, εις τα παράλια της Ιταλίας, της οποίας νήσου οι σύμμαχοι τον ωνόμασαν ηγεμόνα.

Ο Ναπολέων απήλθεν εις την Έλβαν, οι δε σύμμαχοι ανεβίβασαν εις τον θρόνον της Γαλλίας βασιλέα τον Λουδοβίκον 18ον, νεώτερον αδελφόν του εκθρονισθέντος υπό της Γαλλικής επαναστάσεως και φονευθέντος επί του ικριώματος βασιλέως Λουδοβίκου 18ου, συνωμολόγησαν δε προς την Γαλλίαν την συνθήκην των Παρισίων (το 1814), επανέφεραν τα όρια της Γαλλίας εις την έκτασιν περίπου την οποίαν είχαν προ της Γαλλικής επαναστάσεως, και επέβαλαν εις την Γαλλίαν μεγάλην αποζημίωσιν διά τα έξοδα του πολέμου.

Ακολούθως οι σύμμαχοι, οι ηγεμόνες και οι υπουργοί και σύμβουλοι αυτών συνήλθαν εις Βιέννην διά να συγκροτήσουν μεγάλην σύνοδον, η οποία έμελλε να διακανονίση εκ νέου τα πράγματα της Ευρώπης, να διανείμη ή ν' αποδώση εις τους ηγεμόνας και τους λαούς τας χώρας, αι οποίαι αφηρέθησαν απ' αυτών υπό της Γαλλίας και του Ναπολέοντος, και εν γένει να διαρρυθμίση τα Ευρωπαϊκά πράγματα επί νέων ασφαλών βάσεων.

Αλλ' ενώ συνεκροτείτο το συνέδριον τούτο των ηγεμόνων, και συνεζητούντο τα διάφορα Ευρωπαϊκά πολιτικά ζητήματα, ο Ναπολέων έφυγε κρυφίως από την Έλβαν, απεβιβάσθη μετά των ολίγων στρατιωτωτών του εις τα παράλια της Γαλλίας, και εισεχώρησεν εις τα ενδότερα, γινόμενος δεκτός πανταχού μετ' ενθουσιασμού. Τα βασιλικά στρατεύματα, τα οποία εστάλησαν εναντίον του, απεστάτησαν προς αυτόν και ούτως αναιμωτί έφθασε προ των πυλών των Παρισίων. Ο βασιλεύς Λουδοβίκος 18ος ηναγκάσθη να φύγη πάλιν από την Γαλλίαν, εγκαταλειφθείς υπό του Γαλλικού λαού. Αλλ' ότε οι εν Βιέννη ηγεμόνες έμαθαν ταύτα, κατελήφθησαν από μεγάλην αγανάκτησιν και ομοφώνως εκήρυξαν τον Ναπολέοντα εχθρόν της ανθρωπότητος και τον προέγραψαν, δηλαδή επέτρεψαν εις πάντα να τον συλλάβη και να τον φονεύση.

Ο Ναπολέων αναγκασθείς ούτω να πολεμήση καθ' όλης της Ευρώπης, εξεστράτευσε ταχέως μετά του στρατού, τον οποίον είχεν ετοιμάσει εν τω μεταξύ, και αφού έγεινε πάλιν κύριος του εσωτερικού της Γαλλίας εξήλθε των συνόρων. Αλλά εις την μάχην του Βατερλώ (15 Ιουνίου 1815) ενικήθη ολοσχερώς υπό των συμμάχων και ηναγκάσθη να φύγη εις Παρισίους. Μη ευρισκόμενος και εκεί εν ασφαλεία, διότι τα συμμαχικά στρατεύματα επήρχοντο κατά των Παρισίων, έφυγεν εις τα δυτικά παράλια της Γαλλίας, διά να απέλθη εκείθεν εις Αμερικήν. Αλλά τα παράλια κατείχοντο υπό του Αγγλικού στόλου και ηναγκάσθη ο Ναπολέων να ζητήση σωτηρίαν και άσυλον εις Αγγλικόν πολεμικόν πλοίον, καταφυγών ούτως, όπως το πάλαι Θεμιστοκλής ο Αθηναίος, εις την προστασίαν του κράτους εκείνου, μετά του οποίου ευρίσκετο έως τώρα εις αδιάλλακτον έχθραν και εις διηνεκή πόλεμον. Ο Ναπολέων ήλπιζεν ότι έμελλεν ούτω να εύρη μεγαλόψυχον υποδοχήν. Αλλ' η Αγγλία έμεινε πιστή εις τα μεταξύ των συμμάχων περί του Ναπολέοντος αποφασισθέντα, και τον έπεμψεν ως απλούν ιδιώτην και αιχμάλωτον εις την εν τω Ωκεανώ κειμένην νήσον της Αγίας Ελένης, όπου μετά πενταετή αιχμάλωτον βίον απέθανε το 1821. Οι δε σύμμαχοι ηγεμόνες αποκατέστησαν πάλιν εις τον θρόνον της Γαλλίας τον Λουδοβίκον 18ον, καταλαβόντες διά στρατού επί τινα χρόνον επαρχίας τινάς της Γαλλίας, χάριν ασφαλείας του θρόνου τούτου και χάριν της πιστής εκτελέσεως της νέας προς την Γαλλίαν συνθήκης. Πριν δε απέλθουν εκ Παρισίων οι τρεις εκ των συμμάχων, οι αυτοκράτορες δηλαδή της Ρωσίας και της Αυστρίας και ο βασιλεύς της Πρωσσίας, συνομολόγησαν προς αλλήλους νέαν συνθήκην και συνεκρότησαν την Ιεράν καλουμένην Συμμαχίαν.

β') Η Βιενναία Συνθήκη και η Ιερά Συμμαχία.


Η Βιενναία σύνοδος ήτο μοναδική μεταξύ των πολιτικών και διπλωματικών συνόδων διά την λαμπρότητά της, διότι παρεκάθηντο εις αυτήν οι σπουδαιότατοι ηγεμόνες και πολιτικοί άνδρες της Ευρώπης. Ο ημέτερος Ιωάννης Καποδίστριας ήτο μεταξύ των αντιπροσώπων της Ρωσίας, ως τοιούτος δε έλαβε μέρος εις τας διαπραγματεύσεις. Τα σπουδαιότερα έργα της συνόδου ταύτης, τα οποία καθωρίσθησαν διά της Βιενναίας συνθήκης, ήσαν 1ον) η διανομή των χωρών όσας είχεν αφαιρέσει η Γαλλία από τα διάφορα Γερμανικά κράτη και η ίδρυσις Γερμανικής ομοσπονδίας, της οποίας η Αυστρία και η Πρωσσία ήσαν τα ισχυρότατα μέλη. 2ον) η διανομή των Ιταλικών χωρών μεταξύ των πρώην ηγεμόνων των, και η παράδοσις εις την Αυστρίαν των καλλίστων χωρών της βορείου Ιταλίας (Βενετίας και Λομβαρδίας). 3ον) η ένωσις μεγίστου μέρους της Πολωνίας μετά του Ρωσικού κράτους. 4ον) η μετάβασις των Ιονίων νήσων εις την Αγγλικήν προστασίαν, και η παράδοσις εις την Αγγλίαν της Μελίτης. 5ον) η μετά της Σουηδίας ένωσις της Νορβηγίας. 6ον) η εις Ισπανίαν αποκατάστασις της υπό του Ναπολέοντος καταλυθείσης πρώην βασιλικής δυναστείας της χώρας ταύτης (ήτις κατήγετο εκ του οίκου των Βουρβώνων, ως και η της Γαλλίας βασιλική οικογένεια).