WeRead Powered by ReaderPub
Πολιτεία, Τόμος 2 cover

Πολιτεία, Τόμος 2

Chapter 7: ΒΙΒΛΙΟΝ Ε'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A philosophical conversation argues that the education and poetry given to future guardians must be regulated to cultivate desirable virtues: portrayals of gods and the afterlife that provoke fear, pity, or excessive mourning should be removed, terrifying names and grotesque images excised, and depictions that make the divine appear ridiculous forbidden. Such censorship aims to prevent softness and cowardice, encouraging courage, self-sufficiency, and readiness to face death rather than endure slavery. The passage further contends that rulers may uniquely deploy falsehoods as pragmatic tools for the community's benefit, while truth remains the general rule for others.

 — Ώστε αν κάποτε τύχη και την τραβά, κάτι να μην την αφήση να πιή, όταν διψά, βεβαίως αυτό δεν θα είναι κάτι άλλο μέσα της από εκείνο, που διεγείρει την δίψαν και την σύρει ως θηρίον διά να την κορέση; διότι είπαμεν ότι το ίδιον πράγμα, με το ίδιον μέρος του εαυτού του δεν είναι δυνατόν να κάμνη συγχρόνως δύο πράγματα εναντία υπό τον αυτήν έποψιν. — Όχι, βέβαια. — Όπως, νομίζω, περί του τοξότου δεν θα ήτο ορθόν να λέγωμεν ότι αι χείρες του συγχρόνως απομακρύνουν και σύρουν το τόξον, αλλ' ότι άλλο είναι το χέρι που απομακρύνει το τόξον και άλλο που το πλησιάζει. — Πολύ σωστά. — Τώρα, δεν υπάρχουν άνθρωποι, που ενώ διψούν, δεν θέλουν να πιούν; — Πώς; πολλοί και πολλές φορές. — Τι άλλο τάχα πρέπει να υποθέση κανείς δι’ αυτούς, παρά ότι υπάρχει μεν κάτι μέσα εις την ψυχήν των που τους διατάσσει να πιούν, υπάρχει όμως και άλλο που τους εμποδίζει, αυτό δε το άλλο είναι διαφορετικόν από το πρώτον και ισχυρότερόν του εις αυτήν την περίστασιν; — Και εγώ αυτό νομίζω. — Τώρα μήπως εκείνη η δύναμις που εμποδίζει και συγκρατεί προέρχεται τάχα από το λογικόν, ενώ εκείνα που τον ωθούν και τον σύρουν είναι αποτελέσματα τίποτε παθών και νοσημάτων; — Μου φαίνεται. — Ώστε δεν θα έχωμεν άδικον να ισχυρισθώμεν ότι είναι δύο πράγματα χωριστά, και διαφορετικά μεταξύ των, και ονομάζομεν λογικόν μεν εκείνο διά του οποίου συλλογίζεται η ψυχή, το δε άλλο διά του οποίου ερωτεύεται και πεινά και διψά και ρίπτεται ακράτητος εις όλας τας τοιαύτας επιθυμίας, επιθυμητικόν, αμέτοχον λογισμού και φίλον των απολαύσεων και των ηδονών. — Δεν θα είχαμεν πράγματι άδικον να κάμωμεν αυτήν την διάκρισιν.

 — Ας το θεωρήσωμεν λοιπόν πλέον ωρισμένον ότι υπάρχουσιν αυτά τα δύο είδη εις την ψυχήν· όσον δε αφορά τώρα τον θυμόν και την αιτίαν, η οποία τον προξενεί, θα το θεωρήσωμεν ως τρίτον είδος, ή μήπως να είναι της αυτής φύσεως με το ένα ή με το άλλο από τα δύο πρώτα; — Ίσως να είναι το αυτό με το επιθυμητικόν. — Αλλ' εγώ άκουσα κάτι τι μίαν φοράν, που το πιστεύω αληθινόν, ότι δηλαδή ο Λεόντιος ο υιός του Αγλαίωνος επιστρέφων κάποτε από τον Πειραιά, από το βόρειον τείχος έξω, παρετήρησ μακρόθεν πτώματα εξηπλωμένα εις τον τόπον των θανατικών εκτελέσεων και ησθάνθη την επιθυμίαν να πλησιάση να τα ιδή, αλλά συγχρόνως και κάποια ενδόμυχος αποστροφή τον απέτρεπε· και κατ' αρχάς μεν ανθίστατο εις την επιθυμίαν του και εσκέπασε το πρόσωπόν του, επί τέλους όμως νικηθείς έτρεξε προς τα πτώματα, άνοιξεν εμπρός των όσον ημπορούσε περισσότερον τα μάτια του και είπεν «ιδού, πανάθλια, χορτάσετε λοιπόν το ωραίον αυτό θέαμα!» — Ναι, το ήκουσα και εγώ. — Αυτός λοιπόν ο λόγος σημαίνει, ότι η ορμή της ψυχής αντιτάσσεται ενίοτε προς τας επιθυμίας, ως πράγμα διαφορετικόν από αυτάς. — Πράγματι αυτό σημαίνει.

 — Αλλά δεν παρατηρούμεν και εις πολλάς άλλας περιστάσεις, όταν κανείς αισθάνεται να τον παρασύρουν αι επιθυμίαι του παρά τας υπαγορεύσεις του λογικού, ότι αρχίζει και υβρίζει τον εαυτόν του και θυμώνει με εκείνο που τον βιάζει μέσα του, και, καθώς να μαλλώνουν δύο, έρχεται ο θυμός και τάσσεται σύμμαχος με το μέρος του λογικού; να συμμαχήση όμως αυτός με τας επιθυμίας και να αντιταχθή κατά του λογικού, όταν αυτό μας απαγορεύη να κάμωμεν κάτι τι, νομίζω ότι δεν θα μας ειπής ότι ησθάνθης ποτέ τοιούτον τι να συμβή μέσα εις την ψυχήν σου, ούτε δε και εις κανένα άλλον. — Όχι μα τον θεόν. — Τι δε; όταν κανείς αισθάνεται πως έχει άδικον, όσον γενναιότερα αισθήματα έχει, δεν οργίζεται και ολιγώτερον, εις ότι δήποτε και αν υποβληθή υπό ενός άλλου, εις πείναν, εις δίψαν, εις ψύχος, εις πάσαν εν γένει κακομεταχείρισιν, εφόσον θα αναγνωρίζη ότι έχει δίκαιον εκείνος να τον μεταχειρίζεται κατ' αυτόν τον τρόπον, και, μ' ένα λόγον, ποτέ δεν θα επιτρέψη να εγερθή ο θυμός του εναντίον του; — Είναι αληθές. — Όταν όμως νομίζη κανείς ότι αδικήται, δεν αναβράζει τότε μέσα του ο θυμός και αγριεύει και παίρνει το μέρος εκείνου που του φαίνεται δίκαιον; και υπομένων πείναν και κρύον και ό,τι άλλο πάσχη, δεν κατορθώνει να τα υπερνικήση, και, χωρίς να δαμασθή καθόλου η γενναιότης του, ή ευρίσκει επί τέλους ικανοποίησιν, ή και αποθνήσκει, ή καθώς ο σκύλος υπό του βοσκού, τοιουτοτρόπως και αυτός ανακαλείται υπό του εν αυτώ λογικού και καταπραΰνεται; — Πράγματι συμβαίνει ό,τι και με αυτό το παράδειγμα που έφερες, καθόσον μάλιστα παρεδέχθημεν, ότι εις την πόλιν μας πρέπει οι πολεμισταί να υπακούουν εις τους άρχοντας, όπως οι σκύλοι εις τους βοσκούς.

 — Πολύ καλά ενόησες ό,τι θέλω να είπω· αλλά δεν συλλογίζεσαι ακόμη και κάτι άλλο εκτός αυτού; — Τι πράγμα; — Ότι το θυμοειδές μας παρουσιάζεται τώρα όλως διόλου διαφορετικόν από ό,τι το ενομίσαμεν κατ' αρχάς· διότι τότε το εθεωρήσαμεν ως ένα είδος επιθυμητικόν και αυτό, ενώ τώρα πολύ απέχει να μας φαίνεται τοιούτον, αφού όταν εγερθή καμμία διχόνοια μέσα εις την ψυχήν, αυτό λαμβάνει τα όπλα πάντοτε υπέρ του λογικού. — Αυτό είναι αληθές πράγματι. — Είναι λοιπόν διαφορετικόν και από αυτό, ή έχει τόσον στενήν σχέσιν με το λογικόν, ώστε να μην είναι τρία τα είδη εντός της ψυχής, αλλά μόνον δύο, το επιθυμητικόν και το λογικόν; ή μήπως, όπως και εις την πόλιν μας υπήρχον τρεις τάξεις, των εργατικών, των πολεμιστών και των αρχόντων, τοιουτοτρόπως και εις την ψυχήν υπάρχει και τρίτον είδος, αυτό το θυμοειδές, το όποιον εκ φύσεως έρχεται επίκουρος εις το λογικόν, εάν τουλάχιστον δεν διαφθαρή υπό κακής ανατροφής; — Κατ' ανάγκην είναι τρίτον αυτό. — Ναι, αλλ' αν προηγουμένως αποδειχθή ότι είναι διαφορετικόν από το λογικόν, καθώς απεδείχθη ότι είναι από το επιθυμητικόν. — Αλλά δεν είναι δύσκολον να αποδειχθή· διότι βλέπομεν ότι τα παιδιά, ευθύς άμα γεννηθούν, είναι γεμάτα από θυμόν, ενώ το λογικόν εις μερικούς μεν μου φαίνεται ότι ποτέ δεν έρχεται, εις δε τους περισσοτέρους πολύ αργά. — Αλήθεια, μα τον Δία, σωστά το είπες· ακόμη δε ημπορεί κανείς να το παρατηρήση και εις τα ζώα· προς τούτοις δε και ο στίχος εκείνος του Ομήρου, που ανεφέραμεν κάπου πριν, δύναται να μας χρησιμεύση ως μαρτύριον:

και χτύπησε το στήθος του κ’ έτσ' είπε της καρδιάς του

διότι εδώ ο Όμηρος παρουσιάζει δύο χωριστά πράγματα, που επιπλήττει το ένα το άλλο· εκείνο που κρίνει και σκέπτεται περί του καλυτέρου και χειροτέρου, και εκείνο το οποίον απερισκέπτως παραφέρεται. — Έχεις πληρέστατον δίκαιον.

 — Αυτά λοιπόν τώρα τα ξεκεφαλώσαμεν, αν και με πολύν κόπον, και απεδείξαμεν αρκετά καλά, ότι υπάρχουν και εις την ψυχήν εκάστου ανθρώπου τρεις δυνάμεις, που ανταποκρίνονται εις τας τρεις τάξεις της πολιτείας. — Μάλιστα. — Δεν είναι λοιπόν τώρα ανάγκη, όπως και με ό,τι ήτο η πόλις σοφή, κατά τον αυτόν τρόπον και με το ίδιον να είναι σοφός και ο ιδιώτης; — Πώς όχι; — Και με ό,τι επομένως είναι ανδρείος ο ιδιώτης, με το ίδιο και κατά τον αυτόν τρόπον να είναι ανδρεία και η πόλις, και μ' ένα λόγον, όλα όσα συντείνουν προς την αρετήν, κατά τον αυτόν τρόπον να υπάρχουν και εις το ένα και εις το άλλο; — Κατ' ανάγκην. — Ώστε και δίκαιος θα είπωμεν, ω Γλαύκων, ότι είναι ένας άνθρωπος κατά τον αυτόν τρόπον, κατά τον οποίον ήτο δικαία και η πόλις. — Και αυτό είναι αναγκαία πράγματι συνέπεια. — Δεν ελησμονήσαμεν όμως βέβαια, ότι η πόλις είναι δικαία, όταν εκάστη από τας τρεις τάξεις, που την αποτελούν, περιορίζεται αποκλειστικώς εις το έργον της. — Δεν πιστεύω να το ελησμονήσαμεν. — Ας ενθυμούμεθα λοιπόν ότι και έκαστος εξ ημών θα είναι δίκαιος και θα κάμνη το καθήκον του, όταν έκαστον από τα τρία μέρη της ψυχής του περιορίζεται αποκλειστικώς εις το έργον του. — Και πολύ μάλιστα πρέπει να το ενθυμούμεθα. — Το έργον λοιπόν του λογικού δεν είναι να κυβερνά, αφού εις αυτό εδρεύει η φρόνησις, και αυτό έχει την ανωτάτην εποπτείαν επί της ψυχής; του δε θυμοειδούς πάλιν να υπακούη και να βοηθή εκείνο ως σύμμαχος; — Μάλιστα. — Και δεν θα είναι εκείνη η ανάμιξις της μουσικής και της γυμναστικής, καθώς ελέγαμεν, που θα φέρη την τελείαν μεταξύ των αρμονίαν, και η οποία θα ανατρέφη μεν και θα ενδυναμώνη το ένα με λόγους καλούς και με μαθήματα, θα ημερώνη δε και θα κατευνάζη το άλλο με το θέλγητρον της αρμονίας και του ρυθμού; — Χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν. — Και αφού λοιπόν κατ' αυτόν τον τρόπον ανατραφούν και μάθουν ό,τι έχουν να μάθουν και εκπαιδευθούν, τότε θα διευθύνουν το επιθυμητικόν, το οποίον είναι το μεγαλύτερον και το πλέον εκ φύσεως αχόρταγον μέρος της ψυχής εκάστου ανθρώπου· και θα προσέχουν μήπως αυτό, με την άμετρον απόλαυσιν των λεγομένων ηδονών του σώματος, αυξήση και ενισχυθή τόσον, ώστε να μη περιορίζεται πλέον εις το έργον του, αλλά να ζητήση να υποδουλώση και εξουσιάση εκείνα που δεν έχει δικαίωμα, και τοιουτοτρόπως φέρη γενικήν ανατροπήν εις τον βίον. — Βεβαιότατα. — Δεν θα φυλάττουν δε αυτά τα δύο και τους εξωτερικούς εχθρούς κάλλιστα διά την ασφάλειαν όλης της ψυχής και του σώματος, διότι το μεν λογικόν θα σκέπτεται και θα αποφασίζη, το δε θυμοειδές θα πολεμή και υπό την αρχηγίαν εκείνου θα εκτελή διά της ανδρείας του τας αποφάσεις του; — Έτσι είναι. — Και ανδρείον λοιπόν, νομίζω, καλούμεν τον άνθρωπον, όταν το μέρος εκείνο της ψυχής του, όπου εδρεύει το θυμοειδές, ακολουθή απαρεγκλίτως πάντοτε, διά μέσου των ηδονών και των πόνων, τας παραγγελίας του λογικού σχετικώς με ό,τι είναι φοβερόν ή όχι. — Πολύ σωστά. — Σοφόν δε πάλιν ονομάζομεν τον άνθρωπον, από το μικρόν εκείνο μέρος της ψυχής του, το οποίον έχει την ανωτάτην εξουσίαν εν αυτή και δίδει τας παραγγελίας εκείνας, και το οποίον μόνον γνωρίζει ποίον είναι το συμφέρον και ενός εκάστου των τριών μερών και του συνόλου αυτών. — Μάλιστα. — Δεν είναι δε σώφρων ο άνθρωπος διά της φιλίας και αρμονίας η οποία επικρατεί μεταξύ των τριών μερών, όταν και εκείνο που κυβερνά και τα άλλα που υπακούουν, μένουν σύμφωνα, ότι η ανωτάτη εξουσία πρέπει να ανήκη εις το λογικόν και δεν του την διαφιλονεικούν καθόλου; — Πράγματι αυτό είναι η σωφροσύνη και της πόλεως και του ατόμου. — Τέλος δε, δίκαιος θα είναι ο άνθρωπος από εκείνο, το οποίον πολλάκις είπαμεν και επανελάβαμεν. — Κατ' ανάγκην.

 — Αλλά μήπως εν τω μεταξύ επήλθε τίποτε που μας εμποδίζει να παραδεχθώμεν, ότι η δικαιοσύνη και εις ένα έκαστον άνθρωπον είναι το ίδιον πράγμα, όπως και εις την πόλιν; — Δεν μου φαίνεται. — Θα ημπορούσαμεν όμως, νομίζω, να αποκτήσωμεν πλήρη βεβαιότητα, εάν υπάρχη κάποια ακόμη αμφιβολία εις την ψυχήν μας, μεταχειριζόμενοι τα δραστικά μέσα. — Ποία λοιπόν; — Παραδείγματος χάριν, εάν επρόκειτο, σχετικώς με την πόλιν μας και με τον άνθρωπον ο οποίος είναι και εκ φύσεως και εξ ανατροφής όμοιος με αυτήν, να εξετάσωμεν μεταξύ μας, εάν αυτός ο άνθρωπος θα ηδύνατό ποτε να καταχρασθή μίαν παρακαταθήκην χρυσού ή αργύρου που του ενεπιστεύθησαν, νομίζεις ότι θα τον επίστευε κανείς ικανόν να κάμη αυτό το πράγμα περισσότερον από κάθε άλλον, που δεν είναι τοιούτος; — Κανείς βέβαια. — Δεν θα ήτο επίσης ανίκανος αυτός να διαπράξη ιεροσυλίαν, κλοπήν, προδοσίαν είτε των φίλων του είτε της πόλεως; — Θα ήτο. — Να παραβή οπωσδήποτε τον όρκον του ή καμμίαν άλλην συμφωνίαν; — Επίσης. — Μοιχείαι δε και περιφρονήσεις των γονέων και ασέβειαι προς τους θεούς, είναι βέβαια πράγματα που εις κάθε άλλον ανήκουν, παρά εις αυτόν. — Βεβαιότατα. — Και αίτιον όλων αυτών δεν είναι, ότι έκαστον των μερών της ψυχής του περιορίζεται απλώς εις το έργον που έχει, είτε πρόκειται να άρχη, είτε να υπακούη; — Αυτό και τίποτε άλλο. — Κάθεσαι λοιπόν και ζητάς ακόμη, αν είναι άλλο πράγμα η δικαιοσύνη, παρά η δύναμις αυτή που μας δίδει τους τοιούτους ανθρώπους και τας πόλεις; — Όχι βέβαια εγώ, μα τον Δία.

 — Ώστε ιδού που συνεπληρώθη τελείως το όνειρόν μας, που ελέγαμεν ότι ήτο αμυδρόν εις τας αρχάς· επειδή μόλις αρχίσαμεν να καταστρώνωμεν το σχέδιον της πόλεώς μας, κάποιος θεός μας εβοήθησε να επιτύχωμεν κάτι, που είναι ως ο αρχικός τύπος της δικαιοσύνης. — Είναι αλήθεια. — Και ήτο πράγματι, Γλαύκων, μία εικών της δικαιοσύνης, η οποία ωφελεί προς τον σκοπόν μας, όταν ευρίσκαμεν ότι είναι ορθόν, ο υποδηματοποιός, ο ξυλουργός και κάθε άλλος τοιούτος, τίποτε άλλο να μη κάμνη, παρά το έργον διά το οποίον τον προώρισεν η φύσις. — Φαίνεται. — Η αλήθεια όμως είναι, καθώς φαίνεται, ότι τοιούτον μεν πράγμα είναι και η δικαιοσύνη, δεν αποβλέπει όμως εις τας εξωτερικάς πράξεις του ανθρώπου, αλλ' εις ό,τι υπάρχει και συμβαίνει πράγματι μέσα του και με τον εαυτόν του, εις τρόπον ώστε, να μην επιτρέπη εις κανένα από τα μέρη, που υπάρχουν εις την ψυχήν του, να κάμνη ό,τι δεν είναι έργον του και να αναμιγνύεται το ένα εις τα καθήκοντα του άλλου· αλλ' αφού τωόντι τακτοποιήση καλώς ό,τι ανήκει εις έκαστον, και γίνη κύριος και κοσμήτωρ και φίλος του εαυτού του, και αποκαταστήση τελείαν συμφωνίαν μεταξύ των τριών μερών της ψυχής, καθώς μεταξύ των τριών όρων της αρμονίας, και μεταξύ των άλλων όσα τυχόν υπάρχουν διάμεσα, και συνδέση όλα αυτά και αποτελέση από τα πολλά ένα όλον ενιαίον καλώς ρυθμισμένον και αρμονισμένον, τότε μόνον πλέον να αρχίση να κάμνη εάν έχη να κάμη τίποτε, είτε θέλει να αποκτήση χρήματα, είτε να περιποιήται το σώμα του, είτε να αναμιχθή εις την πολιτικήν, είτε να αναλάβη επιχειρήσεις ιδιωτικής φύσεως, να μη παύη όμως ποτέ εις όλα αυτά να θεωρή και να ονομάζη δικαίαν μεν και καλήν πράξιν εκείνην, η οποία διατηρεί και προάγει διαρκώς την αρμονίαν αυτήν, σοφίαν δε την επιστήμην η οποία επιστατεί και διευθύνει τας τοιαύτας πράξεις, αδικίαν δε εκείνην, η οποία καταστρέφει πάντοτε την τάξιν αυτήν, και αμάθειαν την ιδέαν η οποία πάλιν επιστατεί και διευθύνει αυτήν. — Είναι ορθότατα, Σωκράτη, όλα αυτά που λέγεις.

 — Πολύ καλά· ώστε δεν υπάρχει, νομίζω, και πολύς φόβος να υποτεθή ότι απατώμεθα, εάν είπωμεν ότι ευρήκαμεν πλέον, τι είναι δίκαιος άνθρωπος, τι είναι δικαία πόλις, και τι είναι δικαιοσύνη μεταξύ αυτών. — Δεν υπάρχει, μα την αλήθειαν. — Σύμφωνοι λοιπόν; — Σύμφωνοι.

 — Έστω· μένει λοιπόν τώρα, νομίζω, να εξετάσωμεν τι είναι αδικία. — Βέβαια. — Ημπορεί να είναι άλλο πράγμα αυτή παρά μία σύγκρουσις μεταξύ των τριών μερών της ψυχής, όταν ταύτα δεν περιορίζωνται εις τα έργα των, αλλ' επεμβαίνουν εις τα ξένα καθήκοντα ή όταν επαναστατή το ένα μέρος κατά του συνόλου της ψυχής, διά να αναλάβη αυτό την ανωτάτην αρχήν αυτής, η οποία δεν του ανήκει, διότι είναι πλασμένον από την φύσιν να δουλεύη και να υπακούη εις εκείνο, το οποίον είναι καμωμένον διά να κυβερνά; αυτά λοιπόν θα είπωμεν, και αυτή ακριβώς η αταξία και η ταραχή είναι η αδικία και η ακολασία και η δειλία και η αμάθεια και μ' ένα λόγον όλαι αι κακίαι. — Έτσι είναι πράγματι. — Αφού λοιπόν τώρα γνωρίζομεν σαφώς τι είναι αδικία και τι δικαιοσύνη, γνωρίζομεν επίσης και τι είναι αι άδικοι και αι δίκαιαι πράξεις. — Πώς αυτό; — Διότι δεν έχουν καμμίαν διαφοράν από τα υγιεινά και βλαβερά πράγματα, αλλ' είναι διά την ψυχήν, ό,τι είναι αυτά διά το σώμα. — Τι δηλαδή; — Τα υγιεινά πράγματα δίδουν την υγιείαν, τα δε βλαβερά προξενούν νόσους. — Ναι. — Κατά τον ίδιον λόγον και αι δίκαιαι πράξεις δεν κάμνουν την δικαιοσύνην, αι δε άδικοι την αδικίαν; — Κατ' ανάγκην. — Όταν δε λέγωμεν ότι τα υγιεινά δίδουν την υγιείαν, εννοούμεν ότι αποκαθιστούν μεταξύ των διαφόρων στοιχείων του ανθρωπίνου σώματος την φυσικήν ισορροπίαν, ώστε να επιβάλλεται ή να υποβάλλεται αμοιβαίως το ένα εις το άλλο· τα δε βλαβερά γεννούν νοσήματα, σημαίνει ότι ένα στοιχείον επιβάλλεται εις τα άλλα ή υποβάλλεται εις αυτά, παρά τους νόμους της φύσεως. — Είναι αληθές. — Κατά τον ίδιον λόγον, κάμνουν την δικαιοσύνην, δεν σημαίνει ότι αποκαθιστούν μεταξύ των μερών της ψυχής την ισορροπίαν, την οποίαν απαιτεί η φύσις, παράγουν δε την αδικίαν, δεν σημαίνει ότι ένα μόνον μέρος της ψυχής επιβάλλεται εις τα άλλα, ή και το εναντίον, παρά την φύσιν; — Πολύ ωραία. — Ώστε αρετή μεν, καθώς φαίνεται, είναι, ούτως ειπείν, η υγιεία και το κάλλος και η ευεξία της ψυχής, κακία δε, η ασθένεια, η ασχημία και η αδυναμία. — Έτσι είναι. — Λοιπόν και αι καλαί πράξεις δεν οδηγούν εις την απόκτησιν της αρετής, αι δε αισχραί της κακίας; — Κατ' ανάγκην.

 — Εκείνο πλέον που μας μένει τώρα να εξετάσωμεν είναι, αν ωφελή να εξασκή κανείς την δικαιοσύνην και να είναι δίκαιος, είτε τον νομίζουν οι άνθρωποι, είτε και όχι, ως τοιούτον, ή να αδική και να είναι άδικος, και αν ακόμη δεν είχε κανένα φόβον να τιμωρηθή και να διορθωθή τιμωρούμενος. — Αλλά τώρα πλέον, Σώκρατες, μου φαίνεται γελοίον να επιμείνωμεν εις αυτήν την εξέτασιν· διότι, εάν, όταν καταστραφή η φυσική σύστασις του σώματος, ο βίος θεωρήται πλέον ανυπόφορος, έστω και εν μέσω πάσης αφθονίας και πλούτου και τιμών, κατά πολύ μεγαλύτερον λόγον θα είναι ανυπόφορος, εάν διαταραχθή και καταστραφή η φύσις εκείνου ακριβώς εις το οποίον οφείλομεν την ζωήν, έστω και αν έχη κανείς το δικαίωμα να κάμνη κάθε άλλο, παρά εκείνο, το οποίον θα ηδύνατο να απαλλάξη την ψυχήν του από την κακίαν και την αδικίαν, να του προμηθεύση δε την δικαιοσύνην και την αρετήν, αφού μάλιστα ευρέθησαν αυτά όπως ημείς τα απεδείξαμεν. — Πράγματι γελοίον θα ήτο· αλλ' αφού εφθάσαμεν έως αυτό το σημείον, που να ημπορή να αποκτήσωμεν την πληρεστάτην βεβαιότητα περί αυτής της αληθείας, δεν πρέπει να αποφύγωμεν αυτόν τον κόπον. — Κάθε άλλο βέβαια παρά να τον αποφύγωμεν.

 — Έλα λοιπόν τώρα πλησίασε να ιδής, πόσα διάφορα είδη έχει, καθώς μου φαίνεται, η κακία, όσα τουλάχιστον από αυτά αξίζει τον κόπον να τα παρατηρήση κανείς. — Σε ακολουθώ· μόνον δείξε μου τα. — Και λοιπόν, καθώς από υψηλήν σκοπιάν, αφού μας ανέβασεν εδώ η συζήτησίς μας, βλέπω εγώ ένα μεν είδος μόνον της αρετής, άπειρα δε της κακίας, μεταξύ δε αυτών τέσσαρα κυρίως, τα οποία αξίζει κανείς να τα μνημονεύση. — Τι θέλεις να ειπής; — Όσα είδη πολιτευμάτων υπάρχουν, τόσοι καταντά να υπάρχουν και τρόποι της ψυχής. — Πόσοι δηλαδή; — Πέντε μεν πολιτευμάτων, πέντε δε και της ψυχής. — Λέγε τους λοιπόν. — Λέγω λοιπόν ότι ένας μεν τρόπος πολιτεύματος είναι αυτός, τον οποίον ημείς διεγράψαμεν, εις τον οποίον όμως ημπορούμεν να δώσωμεν δύο ονόματα· και αν μεν υπάρχη ένας μόνον ανώτερος άρχων, θα ονομάσωμεν το πολίτευμα μοναρχίαν, αν δε περισσότεροι, αριστοκρατίαν. — Είναι αλήθεια. — Αυτό λοιπόν λέγω ότι είναι ένα απλώς είδος πολιτεύματος· διότι είτε ένας μόνον είναι ο άρχων, είτε περισσότεροι, αυτό δεν θα ημπορέση να μετακινήση κανένα από τους θεμελιώδεις νόμους της πόλεως μας, εάν τηρηθώσιν απαρεγκλίτως αι αρχαί της ανατροφής και της εκπαιδεύσεως, τας οποίας εθεσπίσαμεν. — Έτσι βέβαια θα είναι.

ΒΙΒΛΙΟΝ Ε'.


Αυτό λοιπόν το είδος του πολιτεύματος, είτε εις τας πόλεις είτε εις τα άτομα, ονομάζω εγώ καλόν· και αν επομένως αυτό είναι το μόνον ορθόν είδος, πάντα τα άλλα θα είναι κακά, είτε περί διοικήσεως πόλεων πρόκειται είτε περί χαρακτήρος της ψυχής ιδιωτών· είναι δε τέσσαρα τον αριθμόν αυτά. — Και ποία είναι;

Και εγώ έμελλον να τα απαριθμήσω κατά σειράν, όπως μου εφαίνετο ότι παρουσιάζονται το ένα κατόπιν του άλλου, ότε ο Πολέμαρχος, ο οποίος εκάθητο ολίγον παραπέρα από τον Αδείμαντον ήπλωσε το χέρι του εις τον ώμον του και τον έσυρε από το φόρεμα; έγυρε και ο ίδιος εμπρός και έτσι σκυμμένος ήρχισε κάτι να του ψιθυρίζη από τα οποία δεν ακούσαμεν άλλο, παρά τούτο μόνον: Θα τον αφήσωμεν λοιπόν να προχωρήση ή θα κάμωμεν τίποτε; — Διόλου μάλιστα, απεκρίθη ο Αδείμαντος, μεγαλοφώνως πλέον. — Τι λοιπόν δεν θα αφήσετε; τον ηρώτησα εγώ τότε. — Εσένα. — Εμένα; και διατί παρακαλώ; — Μας φαίνεται ότι αρχίζεις και χάνεις την διάθεσίν σου και θέλεις να μας στερήσης ολόκληρον τμήμα της συζητήσεως και όχι το ολιγώτερον ενδιαφέρον· ενόμισες φαίνεται ότι θα μας διαφύγης, λέγων απλώς ότι, όσον διά τας γυναίκας και τα τέκνα φανερόν ότι θα είναι κοινά μεταξύ των φίλων. — Και πώς; δεν σου φαίνεται τάχα πως έχω δίκαιον; — Βεβαίως· αλλ' αυτό το δίκαιον όπως και τα άλλα, έχει ανάγκην επεξηγήσεως· διότι αυτή η κοινότης δύναται να εννοηθή κατά πολλούς και διαφόρους τρόπους· δεν πρέπει λοιπόν να παραλείψης να μας είπης ποίον παραδέχεσαι συ· είναι ώρα τώρα που περιμένομεν με την ελπίδα ότι πάντα θα μας ανέφερες κάπου περί αυτού του ζητήματος, πώς θα γίνεται η τεκνοποίησις, πώς θανατρέφωνται τα παιδιά άμα γεννηθούν και εν γένει περί της κοινότητος αυτής των γυναικών και των τέκνων, που λέγεις· διότι νομίζομεν ότι έχει πολύ να κάμη, ή μάλλον ότι το παν εξαρτάται από αυτό εις την πολιτείαν· τώρα λοιπόν, επειδή συ μεταβαίνεις εις άλλο είδος πολιτεύματος, πριν να διευκρινήσης επαρκώς αυτό το ζήτημα, ελάβαμεν αυτήν την απόφασιν, που ήκουσες, να μη σε αφήσωμεν να προχωρήσης πριν να αναπτύξης και αυτό όπως όλα τα άλλα. — Και εγώ συμμερίζομαι την απόφασίν σας αυτήν, είπεν ο Γλαύκων. — Και όλοι μας εδώ να γνωρίζης ότι είμεθα σύμφωνοι, Σωκράτη, είπε και ο Θρασύμαχος.

 — Τι μου εκάμετε, που με εσταματήσετε! τι λόγους και συζητήσεις περί πολιτείας κινείτε πάλιν εξ αρχής! Και εγώ ενόμιζα πως το είχα πλέον διαφύγη και ήμουν πολύ ευχαριστημένος που το παραδεχθήκατε έτσι όπως το είπα τότε· αλλά τώρα με αυτάς σας τας παρακλήσεις δεν ηξεύρετε τι πλήθος συζητήσεων ανακινείτε! και αυτό ακριβώς προέβλεπα εγώ και εζήτησα να το αποφύγω τότε, διά να μη καταντήση πολύ κουραστικόν το πράγμα. — Και τι, είπεν ο Θρασύμαχος, νομίζεις τάχα πως όλοι αυτοί εδώ ήλθαν να λυώσουν μάλαμα, και όχι να ακούσουν λόγους; — Ναι βέβαια, αλλά με το μέτρον. — Δι’ ανθρώπους που έχουν νουν, είπεν ο Γλαύκων, και ολόκληρος η ζωή δεν θα ήτο αρκετή, Σώκρατες, διά να ακούουν τοιούτους λόγους· ώστε μη σε μέλη δι’ ημάς, μόνον μην αποφεύγης εσύ αυτά που σε ερωτώμεν και ανάπτυξέ μας την ιδέαν σου, πώς εννοείς ότι θα γίνεται αυτή η κοινότης των γυναικών και των τέκνων μεταξύ των φρουρών μας, και πώς θα τρέφωνται τα τέκνα από την στιγμήν που θα γεννηθούν, έως να αρχίση η εκπαίδευσίς των, καθ' ην εποχήν ακριβώς έχουν ανάγκην και των επιπονωτέρων φροντίδων^ αυτά λοιπόν προσπάθησε τώρα να μας εξηγήσης.

 — Δεν είναι, καλέ μου, εύκολον το πράγμα· και θα κινήση πολύ περισσοτέραν απιστίαν, παρά όλα όσα είπαμεν προηγουμένως· πρώτον κανείς δεν θα πιστεύση, ότι είναι δυνατόν να γίνουν αυτά τα πράγματα, έπειτα, και αν το πιστεύση, δεν θα παραδεχθή ότι είναι το καλύτερον που ημπορεί να γίνη. Δι’ αυτό και εγώ διστάζω να αρχίσω την συζήτησιν, μήπως θεωρηθούν ως ματαία ευχή όσα έχω να είπω. — Μη διστάζης μολαταύτα· αυτοί που πρόκειται να σε ακούσουν, ούτε ανόητοι βέβαια είναι, ούτε άπιστοι, ούτε δα και τόσον κακώς διατεθειμένοι μαζί σου. — Ω καλέ μου, μήπως τάχα θέλης να μου δώσης θάρρος με αυτά που μου λέγεις; — Και βέβαια. — Αι λοιπόν, κάθε άλλο κατορθώνεις με αυτό· διότι αν είχα την πεποίθησιν ότι γνωρίζω αυτά που πρόκειται να ειπώ, θα είχε τότε τον τόπον της και η ενθάρρυνσίς σου· διότι μεταξύ ανθρώπων φρονίμων και φίλων ημπορεί κανείς να ομιλή με βεβαιότητα και θάρρος, όταν έχη να κάμη λόγον περί πραγμάτων σπουδαιοτάτων και ενδιαφερόντων αυτούς, περί της αληθείας των οποίων είναι πεπεισμένος· όταν όμως δεν έχη αυτήν την πεποίθησιν και ζητή να εύρη όσα έχει να είπη, όπως το κάμνω τώρα εγώ, είναι πράγμα επισφαλές, και κινδυνεύει, όχι βέβαια να γίνη γελοίος — διότι αυτός ο φόβος θα ήτο παιδαριώδης — αλλά να παραπλανηθή εις την ζήτησιν της αληθείας και ο ίδιος και να συμπαρασύρη εις την πτώσιν του και τους φίλους του περί πραγμάτων, διά τα οποία δεν επιτρέπεται καμμία πλάνη. Επικαλούμαι δε την Νέμεσιν δι’ όσα πρόκειται να είπω· διότι πιστεύω ότι είναι μικρότερον έγκλημα να γίνη κανείς φονεύς ακουσίως, παρά να εξαπατήση άλλον εις τα ζητήματα αυτά περί του ωραίου, του καλού, του δικαίου και του νομίμου· και να επρόκειτο να διατρέξη κανείς αυτόν τον κίνδυνον απέναντι εχθρών, καλά οπωσδήποτε· αλλ' απέναντι φίλων; ώστε βλέπεις, φίλε Γλαύκων, δεν είναι θάρρος αυτό που μου δίδεις.

Και ο Γλαύκων εμειδίασε και είπεν· — Αλλ' ω Σώκρατες, αν πάθωμεν τίποτε κακόν από τους λόγους σου, υποσχόμεθα να μη σε καταδιώξωμεν, όπως επί φόνου, και να μη σε θεωρήσωμεν απατεώνα· πάρε λοιπόν θάρρος και άρχισε. — Αλλά πράγματι προκειμένου και περί φόνου θεωρείται αθώος ο συγχωρηθείς, συμφώνως με τον νόμον· είναι λοιπόν ίσως εύλογον το ίδιον να συμβαίνη και με την ιδικήν μας περίστασιν. — Λέγε λοιπόν τώρα χωρίς αυτόν τον φόβον.

 — Είμαι λοιπόν ηναγκασμένος να γυρίζω τώρα πάλιν οπίσω εις ζήτημα, το οποίον έπρεπεν ίσως να πραγματευθώ τότε, που παρουσιάσθη εις την σειράν του. Ημπορεί ίσως να είναι αυτό και ορθόν, αφού ετελείωσε πλέον όλως διόλου το ανδρικόν δράμα, να τελειώνωμεν τώρα και το γυναικείον, αφού άλλως τε συ το προκαλείς. Δι’ ανθρώπους λοιπόν και εκ φύσεως και εξ ανατροφής τοιούτους, όπως ημείς τους ελάβαμεν, δεν έχομεν κατά την ιδέαν μου να ορίσωμεν τίποτε άλλο, ως προς την κτήσιν και την χρήσιν των γυναικών και των τέκνων, παρά να ακολουθήσουν τον ίδιον δρόμον, που εχαράξαμεν εκ μιας αρχής· επεχειρήσαμεν δε να παραστήσωμεν τους άνδρας ως φύλακας μιας αγέλης. — Μάλιστα. — Ας ακολουθήσωμεν λοιπόν αυτήν την ιδέαν και ας παραδεχθώμεν και διά τας γυναίκας την αυτήν φύσιν και ανατροφήν διά να ίδωμεν αν θα μας επιτύχη ή όχι. Πώς δηλαδή; — Κατ' αυτόν τον τρόπον· τα θηλυκά των σκύλων νομίζομεν ότι πρέπει να φυλάττουν τα ποίμνια, όπως και τα αρσενικά, και να κυνηγούν μαζί και να κάμνουν τα πάντα από κοινού, ή απεναντίας να μένουν μέσα, διότι προορισμός των είναι να γεννούν και να τρέφουν τα μικρά τους και δεν έχουν επομένως την δύναμιν να συμμετέχουν εις τους κόπους, που απαιτεί η φύλαξίς των ποιμνίων; — Όλα από κοινού· εκτός ότι μεταχειριζόμεθα πάντα τα θηλυκά ως ασθενέστερα, τα δε αρσενικά ως ισχυρότερα. — Και είναι δυνατόν να μεταχειρισθώμεν εις την ιδίαν εργασίαν ένα ζώον, αν δεν το αναθρέψωμεν και το γυμνάσωμεν κατά τον ίδιον τρόπον; — Δεν είναι δυνατόν. — Εάν θέλωμεν λοιπόν να μεταχειρισθώμεν και τας γυναίκας, όπως τους άνδρας, πρέπει να διδάξωμεν τα ίδια και αυτάς. — Ναι. — Τους άνδρας τους ανεθρέψαμεν διά της μουσικής και της γυμναστικής. — Ναι. — Πρέπει επομένως και εις τας γυναίκας να εφαρμόσωμεν αυτάς τας δύο τέχνας, να τας γυμνάσωμεν εις τα πολεμικά και να τας χρησιμοποιούμεν εις όλα, όπως και τους άνδρας. — Αυτό τουλάχιστον εξάγεται από όσα λέγεις.

 — Ίσως όμως πολλά από αυτά, που λέγομεν τώρα, εις την πράξιν να εφαίνοντο γελοία, διότι είναι εναντία προς τας συνηθείας μας. — Πολύ μάλιστα. — Και τι βλέπεις εις όλα αυτά το πλέον γελοίον; δεν θα είναι βέβαια το να γυμνάζωνται εις τας παλαίστρας γυμναί μαζί με τους άνδρας αι γυναίκες, όχι μόνον αι νέαι, αλλά και αι ηλικιωμέναι ακόμη, καθώς οι γέροντες εκείνοι που ευρίσκουν ακόμη ευχαρίστησιν εις αυτά τα γυμνάσια, αν και είναι καταζαρωμένοι και όχι πολύ ευχάριστοι να τους βλέπη κανείς; — Ναι, μα την αλήθειαν πολύ γελοίον θα εφαίνετο με τα τωρινά μας ήθη. — Αλλ' αφού μίαν φοράν εξεκινήσαμεν, δεν πρέπει βέβαια να μας σταματήσουν τα σκώμματα των αστείων και των εξύπνων, όσα και αν έχουν να λέγουν δι’ αυτήν την μεταβολήν, όταν θα βλέπουν τας γυναίκας να καταγίνωνται με τα γυμνάσια και την μουσικήν, με τον χειρισμόν των όπλων και με την ιππασίαν. — Σωστά λέγεις. — Αφού λοιπόν εξεκινήσαμεν, ας μη λαμβάνωμεν υπ’ όψιν την τραχύτητα του νόμου αυτού, αλλ' ας ακολουθήσωμεν τον δρόμον μας· θα παρακαλέσωμεν μόνον τους κυρίους αυτούς, να αφήσουν την συνειθισμένην των εργασίαν, διά να σπουδαιολογήσουν μίαν φοράν, και θα τους υπενθυμίσωμεν, ότι δεν είναι πολύς καιρός, που εθεώρουν και οι Έλληνες, όπως ακόμη σήμερον οι περισσότεροι των βαρβάρων, αισχρόν και γελοίον το θέαμα ενός ανθρώπου γυμνού, και όταν ήρχισαν να ασκούνται γυμνοί, πρώτοι μεν οι Κρήτες, έπειτα δε οι Λακεδαιμόνιοι, είχον κάποιον δικαίωμα οι αστείοι της εποχής εκείνης να διακωμωδούν όλα αυτά· ή δεν το παραδέχεσαι; — Βεβαίως. — Αφού όμως η πείρα κατέδειξεν ότι ήτο προτιμότερον να ασκούνται γυμνοί παρά να συγκαλύπτουν όλα εκείνα τα μέρη του σώματος, έπαυσε πλέον να θεωρήται αισχρόν διά τους οφθαλμούς εκείνο το οποίον ο ορθός λόγος εφανέρωσεν ως καλύτερον· και τοιουτοτρόπως απέδειξε συνάμα ότι είναι ανόητος και επιπόλαιος εκείνος, ο οποίος θεωρεί άλλο τίποτε γελοίον παρά το κακόν, και εκείνος όστις ζητεί να διακωμωδή τα πράγματα από άλλην όψιν ή την όψιν της κακίας και ανοησίας, και εκείνος ο οποίος επιδιώκει το καλόν αποβλέπων προς άλλο τι ή προς αυτό το καλόν. — Έχεις απολύτως δίκαιον.

 — Δεν πρέπει λοιπόν εις αυτό πρώτον να συμφωνήσωμεν περί των συζητουμένων, εάν είναι πράγματα δυνατά ή όχι, και να δώσωμεν ελευθερίαν, όποιος θέλει, είτε άνθρωπος φιλοπαίγμων είτε σοβαρός, να εξετάση μαζί μας αν η ανθρωπίνη φύσις η γυναικεία είναι ικανή να λάβη μέρος εις όλα τα έργα του ανδρός, ή εις κανένα, ή εις μερικά μεν είναι ικανή, εις άλλα δε όχι, και τέλος εις ποίαν από αυτάς τας δύο κατηγορίας ανήκει και η περί τα πολεμικά ενασχόλησις και αν κατ' αυτόν τον τρόπον αρχίσωμεν τόσον καλά την εξέτασιν αυτήν, δεν είναι επόμενον επίσης καλά και να την τελειώσωμεν; — Και πολύ μάλιστα. — Θέλεις λοιπόν ημείς μεταξύ μας να αναλάβωμεν και το πρόσωπον των αντιφρονούντων, διά να μη πολεμούνται τα επιχειρήματά των ανυπεράσπιστα; — Τίποτε δεν μας εμποδίζει. — Θα ημπορούσαμεν λοιπόν να είπωμεν ως από μέρους των: ω Σωκράτη και Γλαύκων, δεν είναι καμμία ανάγκη να αναιρέσουν άλλοι τους ισχυρισμούς σας· διότι σεις οι ίδιοι εξ αρχής, όταν εθεμελιώνετε την πόλιν σας, ωρίσατε, ότι συμφώνως έκαστος προς την φύσιν του πρέπει να περιορίζεται εις ένα και μόνον έργον. — Πράγματι αυτό ωρίσαμεν· και πώς όχι; — Αλλά δύναται να υπάρξη μεγαλυτέρα διαφορά από αυτήν που υφίσταται μεταξύ της φύσεως του ανδρός και της γυναικός; — Υπάρχει πράγματι μεγίστη. — Δεν πρέπει λοιπόν να τους αναθέσωμεν όλως διόλου διάφορα έργα αναλόγως της φύσεως αυτών; — Πώς όχι; — Δεν περιπίπτετε λοιπόν εις προφανή αντίφασιν με τους εαυτούς σας και δεν σφάλλεσθε, όταν ισχυρίζεσθε τώρα, ότι πρέπει να επιδίδωνται άνδρες και γυναίκες εις τα ίδια έργα, παρ' όλην την μεγίστην φυσικήν διαφοράν που τους χωρίζει; θα έχης τίποτε να απαντήσης εις αυτά, αγαπητέ Γλαύκων; — Έτσι βέβαια εξ απρόοπτου δεν είναι πολύ εύκολον· αλλά θα σε παρακαλέσω και σε παρακαλώ να αναλάβης συ να απαντήσης και εκ μέρους μας ό,τι έχεις να απαντήσης.

 — Αυτά και άλλα πολλά τοιαύτα είναι που προέβλεπα εγώ εξ αρχής και εδίσταζα να εγγίσω αυτό το θέμα περί των γυναικών και των τέκνων. — Και πράγματι, μα την αλήθειαν, δεν ομοιάζει πολύ εύκολον. — Όχι βέβαια· το πράγμα όμως είναι έτσι· είτε πέση κανείς μέσα εις μικράν δεξαμενήν είτε μέσα εις το μεγαλύτερον πέλαγος, ουχ' ήττον όμως κολυμβά και εις την μίαν και εις την άλλην περίστασιν. — Βεβαίως. — Και ημείς λοιπόν πρέπει να κολυμβήσωμεν και να δοκιμάσωμεν να σωθούμεν από αυτήν την συζήτησιν, με την ελπίδα ότι ημπορεί να ευρεθή κανένας δελφίν να μας πάρη εις την ράχιν του, ή να παρουσιασθή καμμία άλλη απροσδόκητος σωτηρία. — Πολύ ενδεχόμενον. — Έλα λοιπόν, μήπως εύρωμεν καμμίαν διέξοδον· είμεθα αληθώς σύμφωνοι, ότι εκάστη φύσις έχει και ίδιον προορισμόν και ότι άλλη είναι η φύσις του ανδρός και άλλη της γυναικός· και μολαταύτα λέγομεν τώρα ότι αυταί αι διαφορετικαί φύσεις πρέπει να επιδίδωνται εις τα ίδια έργα· αυτά δεν είναι που μας κατηγορείτε; — Μάλιστα.

 — Τι θαυμασίαν δύναμιν που έχει, Γλαύκων, η τέχνη της αντιλογίας! — Διατί το λέγεις αυτό; — Διότι, μου φαίνεται, πολλοί περιπίπτουν εις αυτήν χωρίς να το εννοούν και νομίζουν ότι συζητούν, ενώ πράγματι απλώς αντιλέγουν ο ένας εις τον άλλον· και τούτο συμβαίνει διότι δεν ημπορούν να αναλύσουν μίαν έννοιαν εις τα διάφορα στοιχεία της, αλλά την λαμβάνουν κατά γράμμα και προσπαθούν να της εύρουν αντιλογίαν, μεταβάλλοντες τοιουτοτρόπως την συζήτησιν εις έριδα. — Πράγματι πολλοί το παθαίνουν αυτό· αλλά μήπως συμβαίνει τάχα και με ημάς το ίδιον τώρα; — Όλως διόλου· και κινδυνεύομεν, χωρίς να το θέλωμεν, να παρασυρθώμεν εις αυτό το πάθημα. — Πώς; — Την έννοιαν, ότι τα επιτηδεύματα πρέπει να είναι διάφορα αναλόγως της διαφοράς των φύσεων, την λαμβάνομεν, ως γενναίοι οπαδοί της αντιλογικής, κατά γράμμα, χωρίς διόλου να έχωμεν εξετάση προηγουμένως εις τι έγκειται η διαφορά αύτη, ούτε τι είχαμεν υπ’ όψιν μας όταν ωρίζαμεν, ότι αι διαφορετικαί φύσεις πρέπει να έχουν διαφορετικά έργα και αι αύται φύσεις τα αυτά έργα. — Πραγματικώς δεν το εξετάσαμεν. — Και κατά συνέπειαν έχομεν πλήρες το δικαίωμα, καθώς φαίνεται, να ερωτήσωμεν, εάν είναι της αυτής φύσεως οι φαλακροί και οι μαλλιαροί, και αφού συμφωνήσωμεν, ότι είναι διαφορετικής φύσεως, εάν οι φαλακροί έξαφνα καταγίνωνται εις την υποδηματοποιίαν, να μην επιτρέπωμεν αυτήν την ιδίαν εργασίαν εις τους μαλλιαρούς και τανάπαλιν. — Θα ήτο όμως γελοίον το πράγμα. — Και θα είναι δι’ άλλον λόγον άραγε γελοίον, παρά διότι δεν ελαμβάναμεν τότε την ιδίαν ή την διαφορετικήν φύσιν απολύτως, αλλά την περιωρίζαμεν εις εκείνο μόνον το είδος της διαφοράς και της ομοιότητος, το οποίον απέβλεπεν εις τα αυτά επαγγέλματα; παραδείγματος χάριν ελέγαμεν τότε, ότι είναι της αυτής φύσεως ο ιατρός και ο άνθρωπος που είναι κατάλληλος διά την ιατρικήν ή δεν είναι έτσι; — Μάλιστα. — Και διαφορετικής φύσεως ο άνθρωπος ο κατάλληλος διά την ιατρικήν, και ο άνθρωπος ο κατάλληλος διά την ξυλουργικήν; — Αναμφιβόλως. — Εάν λοιπόν ευρέθη ότι η φύσις του ανδρός και της γυναικός διαφέρουσιν ως προς τέχνην τινά ή άλλην εργασίαν, θα συμπεράνωμεν ότι δεν δύνανται να είναι αύται κοιναί και εις τα δύο φύλα· εάν δε η διαφορά έγκειται απλώς και μόνον εις το ζήτημα της τεκνοποιήσεως, δεν θα θεωρήσωμεν διά τούτο ως αποδεδειγμένον πράγμα, ότι η γυναίκα διαφέρει από τον άνδρα ως προς το σημείον, περί του οποίου τώρα κάμνομεν ημείς εδώ λόγον, και δεν θα επιμείνωμεν ολιγώτερον εις τον ισχυρισμόν μας, ότι πρέπει να καταγίνωνται εις τα αυτά και οι πολεμισταί μας και αι γυναίκες των. — Και πολύ σωστά.

 — Κατόπιν λοιπόν τούτων δεν θα ερωτήσωμεν τους αντιλέγοντας να μας διδάξουν, ποία είναι η τέχνη ή ποίον είναι το επάγγελμα εκ των εξασκουμένων εις μίαν πόλιν, ως προς το οποίον δεν είναι η αυτή, αλλά διαφέρει η φύσις του ανδρός και της γυναικός; Δικαία ερώτησις. — Μήπως όμως ευρεθή και άλλος, όπως έκαμες και συ προ ολίγου, να μας απαντήση, ότι δεν είναι μεν εύκολον να δοθή ικανοποιητική απόκρισις εκ του προχείρου, κατόπιν όμως μικράς σκέψεως δεν θα ήτο καθόλου δύσκολον; — Ίσως. — Θέλεις όμως να τον παρακαλέσωμεν να μας παρακολουθήση, μήπως κατορθώσωμεν ημείς να του αποδείξωμεν, ότι δεν υπάρχει κανένα έργον εις την πόλιν, το οποίον να ανήκη ειδικώς εις την γυναίκα; — Μάλιστα. — Έλα λοιπόν, θα του ειπούμεν, να μας απαντήσης· δεν είναι αυτή, κατά την ιδέαν σου, η διαφορά μεταξύ ενός ευφυούς και ενός αφυούς ανθρώπου, ότι ο μεν πρώτος μανθάνει εύκολα ένα πράγμα, ο δε άλλος δύσκολα; και ότι ο ένας, από το μικρόν που έμαθε, είναι ικανός να δημιουργήση ολόκληρον σειράν σχετικών γνώσεων, ενώ ο άλλος μ' όλην του την μεγάλην μάθησιν και επιμέλειαν δεν ημπορεί ούτε όσα έμαθε να συγκρατήση; και ότι ακόμη του μεν πρώτου και αι σωματικαί του διαθέσεις εξυπηρετούν την διάνοιαν, του δευτέρου δε απεναντίας της παρεμβάλλουν προσκόμματα; αυτά είναι, ή τίποτε άλλα, που διακρίνουν, κατά την ιδέαν σου, τον ευφυή άνθρωπον από τον αφυή; — Κανείς δεν θα έχη να ειπή άλλα. — Γνωρίζεις τώρα τίποτε από όσα καταγίνονται οι άνθρωποι, εις το οποίον να μην έχουν οι άνδρες όλας αυτάς τας ιδιότητας εις πολύ ανώτερον βαθμόν από τας γυναίκας; ή νομίζεις πως θα άξιζε τον κόπον να κάμωμεν μακρότερον λόγον περί της υφαντουργίας και μερικών ειδών της μαγειρικής, εις τα οποία κάτι δα φαίνεται πως είναι και αι γυναίκες, και όπου θα ήτο η μεγαλυτέρα των εντροπή να φαίνωνται κατώτεραι από τους άνδρας; — Έχεις δίκαιον πράγματι να λέγης ότι εις όλα, γενικώς ειπείν, υπολείπονται κατά πολύ αι γυναίκες από τους άνδρας· βεβαίως υπάρχουν πολλαί γυναίκες ανώτεραι εις πολλά από τους άνδρας· το γενικόν όμως είναι όπως συ λέγεις.

 — Δεν υπάρχει επομένως, φίλε μου, κανένα, έργον, από όσα εξασκούνται εις μίαν πόλιν, το οποίον να προσιδιάζη αποκλειστικώς εις την γυναίκα, ούτε αποκλειστικώς εις τον άνδρα, αλλ' αι φυσικαί προδιαθέσεις έχουν εξ ίσου απονεμηθή και εις τα δύο φύλα, και δι’ όλα μεν τα έργα είναι εκ φύσεως ικανή η γυναίκα, δι’ όλα δε και ο άνδρας, απλώς μόνον ότι η γυναίκα είναι εις όλα κατωτέρα και ασθενεστέρα του ανδρός. — Αυτό είναι βέβαιον. — Τα πάντα λοιπόν θα τα αναθέσωμεν εις τον άνδρα, και τίποτε δεν θα αφήσωμεν διά την γυναίκα; — Πώς γίνεται; — Δεν υπάρχουν πράγματι, θα είπωμεν, και γυναίκες κατάλληλοι διά την ιατρικήν και την μουσικήν, και άλλαι το εναντίον; — Πώς όχι; — Και άλλαι που έχουν φυσικήν προδιάθεσιν διά την γυμναστικήν, διά τον πόλεμον, και άλλαι πάλιν που δεν έχουν καμμίαν; — Το πιστεύω. — Η και φιλόσοφοι και ανδρείαι, και άλλαι όλως διόλου το εναντίον; — Σωστόν και αυτό. — Υπάρχουν επομένως και γυναίκες ικαναί εκ φύσεως διά την φρούρησιν της πόλεως, και άλλαι όχι· διότι η φιλοσοφία και η ανδρεία δεν είναι αι δύο ιδιότητες επί τη βάσει των οποίων εξελέξαμεν και τους φρουρούς μας; — Μάλιστα. — Ώστε η φύσις της γυναικός είναι επίσης κατάλληλος διά την φρούρησιν της πόλεως, όπως και του ανδρός, και η μόνη διαφορά έγκειται εις τον μεγαλύτερον ή μικρότερον βαθμόν της ικανότητος. — Φαίνεται.

 — Τοιαύτας λοιπόν γυναίκας πρέπει να εκλέγουν οι τοιούτοι άνδρες διά να συνοικούν μαζί των και να συμμετέχουν εις την φρούρησιν της πόλεως, αφού είναι ικαναί προς τούτο και έχουν την αυτήν φυσικήν προδιάθεσιν. — Χωρίς άλλο. — Εις τας αυτάς δε φυσικάς προδιαθέσεις δεν πρέπει να ορίζωμεν και τας αυτάς ενασχολήσεις και τα αυτά έργα; — Τα αυτά.

 — Ιδού λοιπόν που επεστρέψαμεν εις το σημείον, από το οποίον ανεχωρήσαμεν, και ευρέθημεν σύμφωνοι πάλιν, ότι δεν είναι εναντίον της φύσεως να επιδίδωνται αι γυναίκες των φρουρών μας εις την μουσικήν και την γυμναστικήν. — Βεβαιότατα. — Ώστε ο νόμος, τον οποίον ηθέλαμεν να θεσπίσωμεν, αφού είναι σύμφωνος προς την φύσιν, δεν αποβλέπει εις πράγματα αδύνατα, ουδέ ομοιάζει με ευσεβή απλώς πόθον· αλλ' απεναντίας, όπως γίνονται τα πράγματα σήμερον, είναι, καθώς φαίνεται, παρά φύσιν. — Φαίνεται. — Το ζήτημά μας λοιπόν ήτο να εξετάσωμεν, εάν είναι δυνατά αυτά τα πράγματα, και αν συγχρόνως είναι και τα καλύτερα. — Μάλιστα. — Και ότι μεν είναι δυνατά το παρεδέχθημεν ήδη και εσυμφωνήσαμεν. — Ναι. — Δεν υπολείπεται λοιπόν τώρα να αποδειχθή, ότι είναι και τα καλύτερα; — Φανερόν. — Λοιπόν, διά να καταστήσωμεν την γυναίκα ικανήν προς φρούρησιν της πόλεως, άλλη ανατροφή θα μας χρειασθή, παρά διά τους άνδρας, αφού μάλιστα πρόκειται να επενεργήση επί της αυτής φυσικής προδιαθέσεως; — Όχι βέβαια άλλη, — Και τι φρονείς, παρακαλώ, δι’ αυτό που θα σε ερωτήσω; — Ποίον; — Παραδέχεσαι ότι όλοι οι άνδρες είναι όμοιοι κατά την αξίαν, ή άλλος είναι καλύτερος και άλλος χειρότερος; — Αυτό βέβαια. — Εις την πόλιν λοιπόν, που εθεμελιώσαμεν, φρονείς ότι τους φρουρούς, με την εκπαίδευσιν που τους εδώσαμεν, τους εκάμαμεν καλυτέρους από τους υποδηματοποιούς, όπως εξεπαιδεύθησαν και εκείνοι εις την τέχνην των; — Γελοία είναι η ερώτησίς σου — Εννοώ· και από τους άλλους πολίτας δεν είναι αυτοί οι καλύτεροι; — Και πολύ μάλιστα. — Και αι γυναίκες των δεν θα είναι καλύτεραι από τας γυναίκας όλων των άλλων; — Πολύ καλύτεραι και αυταί. — Και υπάρχει τίποτε συμφερώτερον διά μίαν πόλιν, παρά να ευρίσκωνται εις αυτήν όσον το δυνατόν καλύτεροι άνδρες και γυναίκες; — Δεν υπάρχει. Και εις αυτό το αποτέλεσμα δεν θα φθάσουν καλλιεργούντες την μουσικήν και την γυμναστικήν, καθ' όν τρόπον ημείς είπομεν; — Πώς όχι; — Ώστε βλέπεις ότι ο νόμος, που εθέσαμεν, όχι μόνον δυνατός είναι, αλλά και άριστος διά την πόλιν. — Μάλιστα.

 — Οφείλουν λοιπόν αι γυναίκες των φρουρών και να γυμνωθούν, αφού αντί παντός άλλου φορέματος θα είναι ενδεδυμέναι την αρετήν, και να λαμβάνουν μέρος εις τον πόλεμον και εις την φρούρησιν της πόλεως, χωρίς εις τίποτε άλλο να καταγίνωνται· μόνον, θα αναθέτωμεν εις αυτάς τα ελαφρότερα εκ των έργων τούτων, διά την αδυναμίαν του φύλου των· εκείνος δε ο οποίος θα περιγελά διά την γύμνωσιν των γυναικών, αι οποίαι θα γυμνάζωνται δι’ ένα τόσον καλόν σκοπόν, άμεστον θα τρυγά της γνώσεως του γελοίου τον καρπόν, και δεν γνωρίζει, καθώς φαίνεται, διατί γελά, ούτε τι κάμνει· διότι έχει και θα έχη πάντοτε ισχύν το αξίωμα, ότι το μεν ωφέλιμον είναι καλόν, το δε βλαβερόν αισχρόν. — Βεβαιότατα.

 — Αυτό λοιπόν είναι το πρώτον, ούτως ειπείν, κύμα, το οποίον διεφύγαμεν εις την περί των γυναικών συζήτησίν μας, ούτως ώστε να μη καταποντισθώμεν υπ’ αυτού νομοθετούντες, ότι πρέπει από κοινού να πράττουν τα πάντα οι φρουροί μας και αι γυναίκες των, αφού εξήχθη αφ' εαυτού το λογικόν συμπέρασμα ότι και δυνατά είναι αυτά και ωφέλιμα. — Και δεν είναι μικρόν το κύμα, που διέφυγες. — Θα ειπής όμως ότι δεν ήτο και πολύ μεγάλον, όταν θα ίδης αυτό, που έρχεται τώρα. — Λέγε, να το ιδούμεν. — Συνέπεια του νόμου τούτου και των άλλων των προηγουμένων, είναι, καθώς μου φαίνεται, ο εξής. — Ποίος; — Αι γυναίκες των πολεμιστών μας όλαι θα είναι κοιναί δι’ όλους, και καμμία δεν θα συνοική ιδιαιτέρως με κανένα· επίσης και τα τέκνα θα είναι κοινά, και ούτε ο γονεύς θα γνωρίζη το τέκνον του, ούτε το τέκνον τον γονέα του. — Πολύ δυσκολώτερον πράγματι να πιστευθή αυτός ο νόμος, κατά πόσον είναι δυνατός και ωφέλιμος. — Νομίζω ότι ως προς το ωφέλιμον δεν θα γεννηθώσι μεγάλαι αντιρρήσεις, ότι δεν είναι μέγιστον αγαθόν η κοινότης των γυναικών και των τέκνων, εάν είναι δυνατή· αλλά φρονώ ότι περί αυτού ακριβώς του δυνατού θα εγερθώσιν αι μεγαλύτεραι αμφισβητήσεις. — Και τα δύο θα ημπορούσε κάλλιστα ν' αμφισβητηθούν. — Συνεμάχησαν λοιπόν και τα δύο εναντίον μου· και εγώ ενόμιζα ότι θα εγλύτωνα τουλάχιστον από το ένα, εάν ήθελες συμφωνήση ότι είναι ωφέλιμον, και θα μου υπελείπετο μόνον να συζητήσω περί του δυνατού ή μη. — Το επήρα είδησιν, ότι ήθελες να μου διαφύγης· θα δώσης όμως τώρα λόγον και διά τα δύο.

 — Θα υποστώ και αυτήν την ποινήν· μόνον μίαν μικράν χάριν θα σου ζητήσω· άφησέ με να δώσω αυτήν την εορτήν εις τον εαυτόν μου, όπως τα νωθρά εκείνα πνεύματα που συνηθίζουν να τρέφωνται με την φαντασίαν των, όταν αφήνουν τον νουν των να τρέχη· γνωρίζεις βέβαια ότι οι τοιούτοι, πριν να καλοεξετάσουν διά τινος μέσου θα επιτύχουν κάτι που έχουν εις την κεφαλήν των, διά να μη κουράζωνται σκεπτόμενοι κατά πόσον είναι τούτο δυνατόν ή όχι, το λαμβάνουν ως υπάρχον ήδη, σύμφωνα με την επιθυμίαν των, και αρχίζουν πλέον να τακτοποιούν τα επίλοιπα, και χαίρουν προκαταβολικώς λογαριάζοντες το τι έχουν να κάμουν κατόπιν, και — αυξάνουν μόνον ακόμη περισσότερον την φυσικήν νωθρότητα της ψυχής των. Έτσι και εγώ τώρα αποδειλιώ εμπρός εις τας δυσκολίας, και θέλω να αναβάλω δι’ άλλοτε να εξετάσω κατά πόσον είναι δυνατά αυτά που λέγω· τα λαμβάνω όμως επί του παρόντος ως δυνατά και έρχομαι να ίδω, αν μου το επιτρέπης, ποία μέτρα θα λάβουν οι άρχοντες διά την εφαρμογήν των, και να αποδείξω ότι τίποτε δεν θα είναι ωφελιμώτερον και διά τους φρουρούς και διά την πόλιν· εις αυτήν λοιπόν πρώτον την εξέτασιν θα προβώ μαζί σου και κατόπιν βλέπομεν και διά τα άλλα, αν το επιτρέπης. — Το επιτρέπω, μόνον άρχισε.

 — Νομίζω λοιπόν ότι εάν οι άρχοντές μας θα είναι άξιοι του ονόματος τούτου, κατά τον ίδιον δε λόγον και οι πολεμισταί μας, θα θέλουν πάντοτε αυτοί μεν να κάμνουν ό,τι τους προστάττουν, εκείνοι δε να προστάττουν ό,τι επιβάλλει ο νόμος, ή ό,τι συμφωνεί με το πνεύμα του νόμου, εις τας περιστάσεις που θα τους επιτρέψωμεν να το κρίνουν μόνοι των. — Φυσικά. — Συ λοιπόν ο νομοθέτης, όπως εξέλεξες τους άνδρας, τοιουτοτρόπως θα εκλέξης και τα γυναίκας και θα τας παραδώσης να συμφωνούν όσον το δυνατόν κατά τους χαρακτήρας των. Επειδή δε θα έχουν και τας οικίας και τα συσσίτια κοινά, και κανείς δεν θα έχη τίποτε από αυτά ιδιαιτέρως, θα είναι όλοι μαζί, και επειδή θα είναι τοιουτοτρόπως ανακατωμένοι και εις τα γυμνάσια και παντού αλλού, θα οδηγηθούν, νομίζω, από την έμφυτον ανάγκην να ζευγαρωθούν· ή δεν το παραδέχεσαι ότι κατ' ανάγκην θα συμβή αυτό; — Κατ' ανάγκην μάλιστα, όχι γεωμετρικήν βέβαια, αλλ' ερωτικήν, η οποία έχει πολύ μεγαλυτέραν δύναμιν από εκείνην, να πείθη και να ελκύη τον πολύν λαόν.

 — Πολύ σωστά· αλλά, Γλαύκων, να γίνωνται αι ενώσεις αύται χωρίς καμμίαν τάξιν, ή να κάμνουν οτιδήποτε άλλο, δεν είναι πράγμα θεμιτόν εις πόλιν ανθρώπων ευτυχών, ούτε θα το επιτρέψουν οι άρχοντες. — Μάλιστα· διότι δεν είναι δίκαιον. — Κατόπιν τούτου είναι προφανές, ότι θα κάμωμεν γάμους όσον ημπορούμεν περισσότερον ιερούς· θα είναι δε ιεροί οι ωφελιμώτατοι. — Βεβαίως. — Αλλά πώς θα είναι ωφελιμώτατοι; αυτό θα μας το ειπής συ, Γλαύκων· διότι βλέπω εις την οικίαν σου και σκύλους κυνηγετικούς και πάμπολλα θηρευτικά πτηνά· άραγε έδωσες καμμίαν προσοχήν εις τους γάμους των και εις τας παιδοποιίας των; — Τι δηλαδή; — Πρώτον μεν μεταξύ των ζώων τούτων, αν και όλα είναι από καλόν γένος, δεν υπάρχουν μερικά τα οποία είναι και γίνονται καλύτερα από τα άλλα; — Μάλιστα. — Και σου τεκνοποιούν όλα αδιακρίτως, ή φροντίζεις να αποκτήσης μικρά από τα καλύτερα ζώα; Από τα καλύτερα. — Από τα νεώτερα, από τα γεροντότερα, ή από εκείνα που ευρίσκονται εις την ακμήν της ηλικίας των; — Από αυτά τα τελευταία. — Και αν δεν λάβης αυτήν την πρόνοιαν, νομίζεις ότι πολύ γρήγορα θα εκφυλισθή το γένος των σκύλων και των πτηνών σου; — Βεβαίως. — Το ίδιον νομίζεις και διά τους ίππους και δι’ όλα εν γένει τα ζώα; — Θα ήτο άτοπον να πιστεύω το εναντίον.

 — Πωπώ, αγαπητέ μου φίλε, πόσον μεγάλην ικανότητα λοιπόν πρέπει να έχουν οι άρχοντές μας, εάν το ίδιον συμβαίνη και με τους ανθρώπους! — Αλλά το ίδιον βέβαια· διατί όμως; — Διότι θα γίνη ανάγκη να μεταχειρίζωνται πολλά φάρμακα· ένας ιατρός κοινός, και ο χειρότερος ακόμη, νομίζομεν ότι αρκεί, όταν πρόκειται δι’ ασθενείς, που δεν έχουν ανάγκην από φάρμακα, αλλ' απλώς από δίαιταν· όταν όμως είναι ανάγκη να ορίση και φάρμακα, γνωρίζομεν ότι χρειάζεται μεγαλυτέρας αξίας ιατρός. — Είναι αλήθεια· αλλά διατί τα λέγεις αυτά; — Ιδού διατί· φαίνεται ότι θα γίνη ανάγκη να καταφεύγουν συχνά εις το ψεύδος και την απάτην οι άρχοντές μας, προς ωφέλειαν των πολιτών· είπομεν δε ότι ενίοτε είναι χρήσιμα και αυτά, ως είδος φαρμάκου. — Και πολύ ορθά. — Αυτό λοιπόν το ορθόν, που λέγεις, φαίνεται ότι έχει όχι μικράν πέρασιν εις τους γάμους και εις τας παιδοποιίας. — Πώς δηλαδή; — Είναι ανάγκη, συμφώνως με όσα παρεδέχθημεν, αι ερωτικαί συναντήσεις μεταξύ των αρίστων εκ των δύο φύλων να γίνωνται όσον το δυνατόν συχνότεροι, το εναντίον δε μεταξύ των κατωτέρων· και να ανατρέφωνται μεν τα τέκνα των πρώτων, όχι όμως και των άλλων, εάν δεν θέλωμεν να εκφυλισθή το ποίμνιόν μας· και όλα αυτά πρέπει να γίνωνται χωρίς να γνωρίζη κανείς άλλος τίποτε, εκτός μόνον των αρχόντων, εάν εννοούμεν πάλιν να μείνη αδιατάρακτος η ειρήνη μεταξύ της αγέλης των πολεμιστών. — Ορθότατα.