WeRead Powered by ReaderPub
Κύρου Ανάβασις Τόμος 2 cover

Κύρου Ανάβασις Τόμος 2

Chapter 4: ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Δ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The section follows an army that reaches a friendly coastal city and debates onward travel by sea. Officers propose sending men to secure ships and a volunteer sets out to fetch vessels. The commander outlines practical measures for provisioning through controlled forays, establishing guards and patrols, protecting the camp, organizing the requisition and crewing of ships, negotiating with coastal communities, and repairing difficult roads as a contingency. Additional measures cover discipline, distribution of plunder, and precautions against enemy opportunism during the stay.

The Project Gutenberg eBook of Κύρου Ανάβασις Τόμος 2

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Κύρου Ανάβασις Τόμος 2

Author: Xenophon

Translator: Demetrios Anastasopoulos

Release date: June 22, 2012 [eBook #40061]
Most recently updated: October 23, 2024

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
his major work in proofreading.

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΚΎΡΟΥ ΑΝΆΒΑΣΙΣ ΤΌΜΟΣ 2 ***

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. A table of corrections has been taken into account. otherwise the spelling of the book has not been changed. I have inserted one note included in {}. Footnotes have been converted to endnotes.// Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Ένας πίνακας διορθώσεων έχει ενσωματωθεί στο κείμενο. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Έχω προσθέσει μία σημείωση, εντός {}. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

Δ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ


ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΙΟΥ

ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
ΒΙΒΛΙΑ Ε'. — Ζ'.

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
1911

ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΙΩΤΗ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ 4




ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

ΒIΒΛIΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον


Όσα μεν, λοιπόν, κατά την μετά του Κύρου ανάβασιν (των Μυρίων) και όσα κατά την οδοιπορίαν των, την μέχρι της θαλάσσης του Ευξείνου Πόντου, έπραξαν οι Έλληνες, πώς δε εις την Ελληνικήν πόλιν Τραπεζούντα έφθασαν και πώς, όσα εις τους θεούς είχαν τάξη τάμματα επί τη σωτηρία των, προσέφεραν (απέδωκαν) εκεί όπου το πρώτον επάτησαν εις φιλίαν χώραν — όλα αυτά έγειναν γνωστά με όσα μέχρι τούδε διηγήθημεν.

Μετά ταύτα δε συνελθόντες οι Έλληνες ήρχισαν να σκέπτωνται περί της λοιπής πορείας του στρατεύματος. Εσηκώθη δε πρώτος Λέων ο Θούριος και είπε τα εξής: «(Όσον αφορά μεν το τι θα πράξωμεν εν τω μέλλοντι), εγώ, λοιπόν, ω άνδρες, απηύδησα πλέον ετοιμάζων τας αποσκευάς μου διαρκώς και οδοιπορών και τρέχων και τα όπλα φέρων και κατά παράταξιν βαδίζων και ως φρουρός φυλάττων και μαχόμενος. Επιθυμώ δε τώρα, ησυχάζων απ' όλους αυτούς τους κόπους, αφού έχομεν εμπρός μας θάλασσαν, να διανύσω πλέων (ταξειδεύων) το υπόλοιπον χρονικόν διάστημα, και, ξαπλωμένος καθώς ο Οδυσσεύς επί του πλοίου, να φθάσω εις την Ελλάδα».

Ταύτα ακούσαντες οι στρατιώται θορυβωδώς επεδοκίμασαν τους λόγους του. Και άλλος επίσης επρότεινε τα ίδια και όλοι όσοι ωμίλησαν.

Κατόπιν τούτων ηγέρθη ο Χειρίσοφος και είπε τα εξής: Είναι φίλος μου, ω άνδρες, ο Αναξίβιος, ο οποίος τυχαίνει να ήναι (προς τοις άλλοις) και ναύαρχος. Εάν, λοιπόν, με αποστείλετε (προς αυτόν), φρονώ ότι θα ηδυνάμην να επιστρέψω με τριήρεις και πλοία, τα οποία να μας μεταφέρουν στην Ελλάδα. Σεις δε, εάν πράγματι θέλετε να αναχωρήσετε (διά θαλάσσης), περιμείνατέ με μέχρις ότου επιστρέψω. Θα επανέλθω δε ταχέως». Ακούσαντες ταύτα οι στρατιώται ηυχαριστήθησαν και ενέκριναν να αναχωρήση («πλεύση») ο Χειρίσοφος όσον το δυνατόν ταχύτερα.

Μετ' αυτόν ηγέρθη ο Ξενοφών και είπε τα εξής: «Ο μεν Χειρίσοφος αποστέλλεται, διά να μας φέρη πλοία, ημείς δε θα αναμείνωμεν ενταύθα την άφιξίν του. Δι' όσα μεν, λοιπόν, νομίζω ότι επιβάλλουν αι περιστάσεις να πράξωμεν, εφ' όσον χρονικόν διάστημα μένωμεν εδώ, δι' αυτά θα σας ομιλήσω τώρα.

»Πρώτον μεν τα προς διατροφήν μας αναγκαία πρέπει να προμηθευώμεθα εκ της πολεμίας χώρας. Διότι ούτε τροφαί ικαναί υπάρχουν εδώ προς αγοράν των, ούτε, εκτός ελαχίστων ευπόρων, αφθονία, προς αγοράν (τροφών), χρημάτων. Ες άλλου δε η χώρα είναι εχθρική. Κίνδυνος, λοιπόν, υπάρχει ν' απολεσθούν πολλοί, εάν αμελώς και χωρίς προφύλαξιν πορεύεσθε προς προμήθειαν των προς συντήρησίν μας αναγκαίων.

»Η γνώμη μου, λοιπόν, είναι να επισιτιζώμεθα δι' εκδρομών προς αναζήτησιν και διαρπαγήν τροφών ανά την πέριξ πολεμίαν χώραν. Άλλως, διά να ήσθε εν ασφαλεία, φρονώ ότι δεν πρέπει να περιπλανάσθε (ασκόπως). Και ότι πρέπει να φροντίζωμεν με κάθε τρόπον περί της τύχης των διαρπαζόντων».

Απεφασίσθησαν και ταύτα. Αλλ' ακούσατε ακόμη — είπεν ο Ξενοφών — και τα εξής: Βεβαίως, θα υπάγουν κάμποσοι από σας διά λάφυρα (για πλιάτσικο). Νομίζω, λοιπόν, ότι είναι εκ των ων ουκ άνευ όσοι σκοπεύουν να υπάγουν προς λαφυραγωγίαν, να μας το είπουν, να μας δηλώσουν δε και εις ποίον μέρος θα υπάγουν, ίνα και τον αριθμόν γνωρίζωμεν τόσον εκείνων που θα εκδράμουν, όσον και εκείνων που θα μείνουν, και, εάν ποτε παραστή εις τίποτε ανάγκη, έχωμεν πάντοτε ετοίμους τας δυνάμεις μας, (1) και, εάν η περίστασις μας επιβάλλη να προστρέξωμεν εις βοήθειάν τινων, να γνωρίζωμεν πού πρέπει να παράσχωμεν την βοήθειάν μας, και, εάν ακόμη επιχειρήση τις εκ των απειροτέρων να κινηθή κατά τινος, να του δώσωμεν τας καταλλήλους συμβουλάς, προσπαθούντες να μάθωμεν τας δυνάμεις εκείνων, εναντίον των οποίων θα βαδίση».

Και ταύτα ενεκρίθησαν. «Έχετε δ' ακόμη υπ' όψει και τα εξής — προσέθηκεν: Οι πολέμιοι (λόγω της ενταύθα επί μακρόν παραμονής μας) θα έχουν πάντοτε καιρόν να μας αρπάζουν ό,τι εύρουν. Δικαίως άλλως τε μας επιβουλεύουν, αφού έχομεν εις την εξουσίαν μας τας περιουσίας των (τα υπάρχοντά των). Είναι δε και στρατοπεδευμένοι άνωθεν ημών (Τους έχομε δε και από 'πάνω απ' το κεφάλι μας). Λοιπόν, νομίζω ότι πρέπει να προφυλάξωμεν με φρουρούς πανταχόθεν το στρατόπεδόν μας. Διότι, εάν, κατά διαφόρους διανεμηθέντες [«μερισθέντες»] αποστάσεις, φυλάττωμεν κ' επιβλέπωμεν (τα περί ημάς), πολύ ολιγώτερον θα ηδύναντο να μας κυνηγήσουν οι πολέμιοι.

Αλλά παρατηρήσατε και τούτο ακόμη: Εάν μεν εγνωρίζαμεν σαφώς ότι θα έλθη με (αρκετά) πλοία ο Χειρίσοφος, δεν θα παρίστατο καμμία ανάγκη να σας είπω όσα σκοπεύω να σας είπω. Αλλ' επειδή (επί του παρόντος) είναι τούτο άδηλον, νομίζω ορθόν να καταβάλωμεν κάθε προσπάθειαν, ίνα προετοιμάσωμεν και εντεύθεν (και από τον τόπον, εις τον οποίον ευρισκόμεθα) πλοία προς απόπλουν. Διότι, εάν μεν έλθη (φέρων πλοία), υπαρχόντων και των ενταύθα κατασκευασθησομένων, θα αποπλεύσωμεν, έχοντες περισσότερα, ανετώτερον. Εάν δε δεν φέρη τοιαύτα, θα μεταχειρισθώμεν όσα θα κατασκευάσωμεν ενταύθα.

»Βλέπω δ' εγώ πολλάκις πλοία παραπλέοντα (τον Εύξεινον). Εάν, λοιπόν, αφού ζητήσωμεν από τους Τραπεζουντίους μακρά (πολεμικά) πλοία, σύρωμεν δι' αυτών εκείνα (τα παραπλέοντα) εις τον λιμένα και τα προφυλάξωμεν δεόντως, αφαιρούντες εξ αυτών τα πηδάλιά των (προς ασφάλειαν), μέχρις ου γείνουν τόσα όσα μας χρειάζονται, ίσως τότε δεν θα στερηθώμεν πλοίων επαρκών προς μεταφοράν μας».

Και ταύτα απεφασίσθησαν. «Λάβετε δ' υπ' όψει σας ακόμη — είπεν ο Ξενοφών — ότι είναι δίκαιον και από κοινού (δι' εράνων) να συντηρώμεν εκείνους τους οποίους διά της βίας θα φέρωμεν εις τον λιμένα, εφ' όσον χρονικόν διάστημα θα ήναι ηναγκασμένοι εξ αιτίας μας να μένουν άνευ εργασίας, και ναύλον να συμφωνήσωμεν μαζή των διά το ταξείδι (και ναύλο να τους κόψωμε), ώστε να ωφελούν μεν ημάς, αλλά συγχρόνως και να ωφελούνται».

Και ταύτα ενεκρίθησαν. «Αλλά νομίζω ορθόν — προσέθηκεν — εάν και όλα, όσα σας ανέφερα, δεν λάβουν δι' ημάς αισίαν έκβασιν (δεν εκπληρωθούν), ώστε να έχωμεν αρκετά προς μεταγωγήν μας πλοία, να παραγγείλωμεν εις τας παρά την θάλασσαν οικούσας πόλεις, όσας οδούς μανθάνομεν ότι είναι δυσκολοδιάβατοι, να τας επιδιορθώσουν, θα πεισθούν δε εις τούτο και ένεκα φόβου και διότι θα ήθελαν ν' απαλλαγούν από ημάς (μια ώρα αρχήτερα.)

Τότε διά κραυγών (όλοι οι στρατιώται) διεμαρτυρήθησαν ότι τίποτε δεν τους αναγκάζει πλέον να οδοιπορούν. Ο δε Ξενοφών, μόλις κατάλαβε την ανοησίαν των, δεν επέτρεψε μεν (ως είχε δικαίωμα) να ψηφισθούν όσα επρότεινε, (τούτο δε, διά να μην απορριφθούν), τας δε παραθαλασσίας πόλεις κατέπεισε (κρυφίως) να επισκευάσουν τας οδούς εκουσίως των, λέγων ότι πολύ ογρήγορα θ' απαλλαγούν αυτών, εάν καταστούν ευδιάβατοι.

Έλαβαν δε από τους Τραπεζουντίους και πλοίον πεντηκοντάκωπον, επί του οποίου ώρισαν (ετοποθέτησαν) ως πλοίαρχον Δέξιππον τον Λάκωνα, περίοικον. (2) Αλλ' ούτος, αμελήσας να συναθροίζη πλοία, εδραπέτευσε πέραν του Ευξείνου Πόντου, παραλαβών μαζή του και το πλοίον. Και ούτος μεν ετιμωρήθη διά την πράξιν του αυτήν κατόπιν. Διότι, εν Θράκη ευρισκόμενος πλησίον του ηγεμόνος αυτής Σεύθου και ανακατευθείς απρόσκλητος είς τινα υπόθεσιν, εφονεύθη υπό του Λάκωνος Νικάνδρου.

Έλαβαν δ' ακόμη από τους Τραπεζουντίους και τριακοντάκωπον πλοίον, εις ό ωρίσθη ως πλοίαρχος Πολυκράτης ο Αθηναίος, όστις όσα πλοία συνελάμβανε τα εξηνάγκαζε να τεθούν υπό τας διαταγάς του στρατοπέδου. Και τα μεν φορτία των, εάν τυχόν έφερον τοιαύτα, αφού τα έβγαζαν από τα πλοία εις την ξηράν (τα εξεφόρτωναν), τα έθεταν υπό την φύλαξιν φρουράς, ως ιδικά των. Τα δε πλοία εχρησιμοποίουν, διά να μεταφέρουν ανά τα παράλια, προς λεηλασίαν, Έλληνας.

Ενώ δε ούτως είχον τα πράγματα, (3) εξήλθον προς διαρπαγήν οι Έλληνες, και άλλοι μεν επέστρεφαν με λάφυρα, άλλοι δε ουχί. Ο δε Κλεαίνετος, οδηγήσας και τον ιδικόν του και άλλον τινά λόχον προς λεηλασίαν εις μέρος οχυρόν και άγριον, και αυτός ο ίδιος εφονεύθη και άλλοι πολλοί εκ των περί αυτόν.

Κεφάλαιον δεύτερον


Επειδή δεν ήτο δυνατόν πλέον να προμηθεύωνται τροφάς ούτως ώστε εντός της αυτής ημέρας να επανέρχωνται εις το στρατόπεδον, λαβών ο Ξενοφών από τους Τραπεζουντίους, οδηγούς, εξάγει εις την (πλησίον ορεινήν) χώραν των Δριλών το ήμισυ του στρατεύματος, το δε άλλο ήμισυ αφήνει διά να φυλάττη το στρατόπεδον. Διότι οι Κόλχοι, επειδή εξεδιώχθησαν διά της βίας (εφυγαδεύθησαν) από τας οικίας των, συνηθροίσθησαν οι πλείστοι και κατέλαβαν τας υπεράνω των Ελλήνων κορυφάς των ορέων. Οι δε Τραπεζούντιοι εκεί μεν όπου ήτον εύκολον να προμηθευθούν τροφάς, δεν μετέβαιναν, διότι ήσαν φίλοι των. Κατά των Δρίλων όμως, κατοικούντων εις μέρη ορεινά και δύσβατα, εκ των πολεμικωτέρων δε του Πόντου ανθρώπων, επειδή τους ηνώχλουν (εκακομεταχειρίζοντο), εβάδισαν προθύμως.

Αφού δ' έφθασαν εις τα υψηλότερα (των ορέων) μέρη οι Έλληνες, όσους μεν αγρούς και υποστατικά είχαν νομίση οι Δρίλαι ότι ήσαν ευκολοκυρίευτα, τα έκαυσαν και έφυγαν. Και τίποτε άλλο δεν κατώρθωσαν να λάβουν (οι Έλληνες) εκείθεν παρά μόνον χοίρους και βόας ή κανένα άλλο, διαφυγόν το πυρ, κτήνος. Ένα δε μόνον μέρος («χωρίον») ήτον η πρωτεύουσά των, εις το οποίον και είχαν συρρεύση όλοι (οι εκ των καέντων μερών Δρίλαι). Γύρω του δε ήτο χαράδρα πάρα πολύ βαθεία και δρόμοι (περάσματα) προς το χωρίον δυσκολώτατοι.

Οι δε πελτασταί, προτρέξαντες των οπλιτών πέντε ή έξ στάδια και διαβάντες την χαράδραν, βλέποντες δε πολλά πρόβατα και άλλα διάφορα πράγματα, ώρμησαν κατά του χωρίου ακάθεκτοι. Μαζή των δε ηκολούθουν και πολλοί δορυφόροι στρατιώται με δόρατα μικρά και σάκκους και αγγεία, οι οποίοι είχαν εξορμήση επίτηδες εκ του στρατοπέδου προς περισυλλογήν τροφών. Ώστε εν όλω οι διαβάντες υπερέβησαν τους δισχιλίους ανθρώπους.

Επειδή όμως μαχόμενοι δεν κατώρθωναν να κυριεύσουν το χωρίον, και διότι ήτο περί αυτό τάφρος, της οποίας τα εκσκαφέντα χώματα απετέλουν πρόχωμα, και διότι υπήρχον επί του προχώματος τούτου χαρακώματα και πυκνοί πύργοι (προμαχώνες) κατασκευασμένοι εκ ξύλου, ήρχισαν να υποχωρούν (ν' απομακρύνωνται). Εκείνοι δε ώρμησαν τότε εναντίον των.

Επειδή δε δεν ηδύναντο να φύγουν τρέχοντες, διότι η προς την χαράδραν κατάβασις του χωρίου ήτο τόσον στενή, ώστε να κατεβαίνουν ο είς μετά τον άλλον, αποστέλλουν κάποιον προς τον οδηγούντα όπισθεν τους οπλίτας Ξενοφώντα. Προς ον ελθών εκείνος του αναγγέλλει ότι υπάρχει χωρίον (μέρος οχυρόν) γεμάτον από πλείστα όσα πράγματα και χρήματα. Και «ότι ούτε να το κυριεύσωμεν δυνάμεθα, διότι είναι λίαν οχυρόν, ούτε να υποχωρήσωμεν μας είναι εύκολον. Διότι πολεμούμεν φεύγοντες συγχρόνως και τους όπισθεν καταδιώκοντας ημάς εχθρούς, ούτω δε η απομάκρυνσίς μας είναι λίαν δύσκολος».

Αφού ήκουσε ταύτα ο Ξενοφών, πλησιάσας με τον στρατόν του προς την χαράδραν, τους μεν οπλίτας διέταξε να παραταχθούν, αυτός δε μαζή με τους λοχαγούς διαβάς παρετήρει προσεκτικά να ίδη ποίον εκ των δύο θα ήτο προτιμότερον: να φέρη οπίσω (εκεί όπου ήσαν οι οπλίται) και τους διαβάντας την χαράδραν, ή να διαβιβάση δι' αυτής και τους οπλίτας, με τον σκοπόν να κυριεύση το χωρίον.

Διότι εφαίνετο ότι, το να φέρη μεν οπίσω εκείνους, ήτον αδύνατον να το κατορθώση, χωρίς να φονευθούν πολλοί, το να το κυριεύση όμως, το ενόμιζαν κατορθωτόν και οι λοχαγοί του, και ο Ξενοφών συνεφώνησε μαζή των πιστεύσας (και) εις το ευοίωνον των προσφερθέντων εις τους θεούς σφαγίων. Διότι οι μάντεις είχαν αποφανθή ότι θα γείνη μεν μάχη, αλλ' ότι το τέλος της εξόδου θα ήναι νικηφόρον.

Και τους μεν λοχαγούς, λοιπόν, απέστειλε, διά να διαβιβάσουν εκείθεν τους οπλίτας, αυτός δ' έμεινεν εντεύθεν της χαράδρας, αφού ξεχώρισεν όλους τους πελταστάς, και εις κανένα δεν επέτρεπε ν' ακροβολίζεται.

Αφού δ' έφθασαν (εις τον προς ον όρον) οι οπλίται, διέταξεν έκαστον των λοχαγών να κατορθώση, ώστε ο λόχος του να πολεμήση όσον του είναι δυνατόν ηρωικώτερον. Διότι ήσαν εκεί πλησίον αλλήλων όλοι οι λοχαγοί, όσοι καθ' όλον τον χρόνον της οδοιπορίας αντηγωνίζοντο περί ανδραγαθίας μεταξύ των.

Και ούτοι μεν συνεμορφούντο προς τας διαταγάς του. Ο δε Ξενοφών διέταξεν όλους τους πελταστάς να ετοιμάσουν τα ακόντιά των (να βάλουν τα δάκτυλά των εις της θηλειαίς των ακοντίων των), ίνα, οπόταν δώση το σύνθημα ο σαλπιγκτής, αρχίσουν ν' ακοντίζουν, και τους τοξότας να τοποθετήσουν τα βέλη εις τας νευράς των, ίνα, οπόταν σαλπίση ο σαλπιγκτής, αρχίσουν να τοξεύουν — αν παραστή ανάγκη — και τους ευζώνους να έχουν γεμάτα τα ενδύματά των από πέτραις. Απέστειλε δε τους αρμοδίους (αξιωματικούς) να μεριμνήσουν περί όλων τούτων.

Αφού δε όλα προετοιμάσθησαν, και οι λοχαγοί και οι υπολοχαγοί και όλοι όσοι είχαν την αξίωσιν να μη φανούν κατώτεροι τούτων παρετάχθησαν εις την πρώτην γραμμήν, επί τινα μεν χρόνον έβλεπαν αλλήλους. Διότι, ως εκ της θέσεως του χωρίου, η παράταξις ήτον ημικυκλική.

Αφού δ' επεκαλέσθησαν διά παιάνος τον Απόλλωνα και ήχησεν η σάλπιγξ, τότε ταυτοχρόνως και την αρμόζουσαν εις τον φιλοπόλεμον Άρην πολεμικήν κραυγήν ανεφώνησαν, και έτρεχαν δρομαίοι οι οπλίται, και τα κτυπήματα κατεφέροντο αλλεπάλληλα, λόγχαι, βέλη, σφενδόναι, πλείστοι δε με τας χείρας ριπτόμενοι λίθοι, τινές δε και φωτιά ακόμη εις τους εχθρούς ενέβαλαν.

Ένεκα, λοιπόν, του πλήθους των κτυπημάτων τούτων εγκατέλειψαν οι πολέμιοι και τα χαρακώματα και τους πύργους. Ώστε Αγασίας ο Στυμφάλιος και Φιλόξενος ο Πελληνεύς, αφήσαντες κατά γης τα όπλα, ανέβησαν, φορούντες μόνον τον χιτώνα των, το πρόχωμα, και ο ένας έσυρε προς τ' άνω τον άλλον, και κατόπιν και άλλοι κατά τον αυτόν ανήλθον τρόπον και ενόμιζε κανείς πλέον ότι είχε κυριευθή το χωρίον.

Και οι μεν πελτασταί και οι ελαφρωπλισμένοι (εύζωνοι), εισορμήσαντες, ήρπαζον ό,τι ηδύνατο έκαστος. Ο δε Ξενοφών, σταθείς παρά τας πύλας (του «χωρίου»), ημπόδιζε την είσοδον εις όσους ηδύνατο εκ των οπλιτών. Διότι επί τινων λόφων οχυρών (πέραν της χαράδρας) ήρχισαν να φαίνωνται και άλλοι πολέμιοι.

Δεν είχε δε παρέλθη πολύ χρονικόν διάστημα εν τω μεταξύ, και έσωθεν ακούονται κραυγαί και τρεξίματα φευγόντων, εξ ων τινες και κρατούντες εις χείρας όσα είχαν αρπάση, πιθανώτατα δε και κανένας πληγωμένος. Και σπρώξιμο φοβερόν ήτο παρά τας πύλας (ποιος να πρωτοέβγη). Και ερωτώμενοι οι καταδιωκόμενοι ούτω (οι υπό τοιούτον διωγμόν εκτινασσόμενοι έξω των θυρών) έλεγαν ότι υπάρχει εντός του χωρίου ακρόπολις και εντός της ακροπόλεως πολλοί πολέμιοι, οίτινες εξορμώντες (κάμνοντες γιουρούσι) κτυπούν τους εισελθόντας (Έλληνας).

Τότε ο Ξενοφών διέταξε τον κήρυκα Τολμίδην να κηρύξη: «ο θέλων ν' αρπάξη τίποτε (να πλιατσικολογήση) δύναται να εισέλθη ελευθέρως (εις το χωρίον)». Και εισέρχονται εν συνωστισμώ πολλοί και αναχαιτίζουν τους καταδιωκομένους Έλληνας οι (ποιος να πρωτομπή) συνωστιζόμενοι και ξαναγυρίζουν ('πίσω) τους πολεμίους, αποκλείοντες αυτούς και πάλιν στην ακρόπολιν.

Και όσα μεν ήσαν εκτός της ακροπόλεως, όλα διηρπάγησαν μεταφερθέντα έξω (του χωρίου) από τους Έλληνας. Οι δε οπλίται παρετάχθησαν άλλοι μεν περί τα χαρακώματα, άλλοι δε καθ' όλον το μήκος της προς την ακρόπολιν αγούσης οδού.

Ο δε Ξενοφών και οι λοχαγοί εκύτταζαν εάν και πώς ήτο δυνατόν να κυριευθή η ακρόπολις. Διότι μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον θα ηδύναντο να εξασφαλίσουν την σωτηρίαν των, άλλως θα ήτο πάρα πολύ δύσκολον να εξέλθουν.

Και προετοίμαζαν, λοιπόν, την υποχώρησίν των, και από τους χάρακας μεν (τα παλούκια) των χαρακωμάτων αφήρουν ξεχωριστά έκαστοι (των λοχαγών) όσους ήσαν προς το μέρος των, και τους αχρήστους και τους κρατούντας πράγματα («φορτία») απεμάκρυναν καθώς και τους πλειοτέρους των οπλιτών, κρατήσαντες μόνον εκείνους, περί της πολεμικής ικανότητος των οποίων είχαν πεποίθησιν.

Αφού δε ήρχισαν ν' αποχωρούν, εξώρμησαν εκ της ακροπόλεως αθρόοι οι πολέμιοι με πλεκτάς ασπίδας και λόγχας, φορούντες περικνημίδας και κράνη (δερμάτινα) Παφλαγονικά, άλλοι δε ανέβαιναν εις τα δώματα των εκατέρωθεν του εις την ακρόπολιν άγοντος δρόμου οικιών. Ώστε ουδέ να καταδιώκη τις προς τας εις την ακρόπολιν φερούσας πύλας ήτον ησφαλισμένος. Διότι ερρίπτοντο (κατεπάνω του) εκ των οικιών ξύλα μεγάλα, ώστε να ήναι (εξ ίσου) επικίνδυνον και το να μένη τις και το να φεύγη. Και η νυξ, ήδη επερχομένη κατ' ολίγον, ήτο φοβερά.

Ενώ δ' εμάχοντο και ηπόρουν περί του πρακτέου, κάποιος εκ των Θεών τους εμπνέει τον εξής σωτηρίας τρόπον. Αιφνιδίως φωτίζεται λάμψασα ολόκληρος μία εκ των δεξιά της οδού οικιών, διότι, φαίνεται, εκ των διωκόντων κάποιος της έβαλε φωτιά. Ευθύς δε ως ήρχισε να καταπίπτη (να σωριάζεται) αύτη, ετράπησαν εις φυγήν όλοι οι εκ των δεξιά της οδού οικιών επιτιθέμενοι.

Ο δε Ξενοφών, άμα ως έμαθε τυχαίως τούτο, διέταξεν αμέσως να βάλουν φωτιά και εις τας αριστερά της οδού οικίας, αίτινες ήσαν ξύλιναι, ώστε ήρχισαν και να καίωνται ταχύτατα. Ετράπησαν, λοιπόν, εις φυγήν και οι εκ των οικιών αυτών (επιτιθέμενοι) πολέμιοι.

Οι δε κατά μέτωπον (πολέμιοι) ήσαν οι μόνοι πλέον οίτινες ηνώχλουν τους Έλληνας και εφαίνοντο ότι είχαν σκοπόν να επιπέσουν κατ' αυτών κατά την εκ της μητροπόλεως έξοδον και την εις την χαράδραν κατάβασίν των. Τότε ο Ξενοφών διατάσσει όσους έτυχε να ήναι έξω των βελών (των κτυπημάτων) των πολεμίων («εκτός βολής») να φέρουν ξύλα και να τα σωρεύσουν μεταξύ των πολεμίων και αυτών. Αφού δ' εσωρεύθησαν ήδη αρκετά, διέταξε να τους βάλουν φωτιά. Έβαλαν δε φωτιά επίσης και εις τας παρ' αυτό το χαράκωμα οικίας, όπως περικυκλωθούν ούτω υπ' αυτής απ' όλα τα μέρη οι πολέμιοι.

Και ούτω μόλις κατώρθωσαν να ξεφύγουν, (προς την έξοδον τραπέντες όλοι και την χαράδραν), θέσαντες πυρ μεταξύ αυτών και των πολεμίων. Και επυρπολήθη όλη η πόλις και αι οικίαι και οι πύργοι και τα χαρακώματα και όλα τα άλλα, εκτός της ακροπόλεως.

Την δ' επομένην ανεχώρησαν εκείθεν οι Έλληνες φέροντες τα προς συντήρησίν των αναγκαία. Επειδή δ' εφοβούντο την εκ της ορεινής χώρας των Δριλών εις την Τραπεζούντα κατάβασιν, διότι αύτη ήτο κατωφερής και στενή, επενόησαν, (διά να διεκφύγουν εκείθεν), ψευδενέδραν.

Και, λοιπόν, κάποιος στρατιώτης, Μυσός την πατρίδα και το όνομα, λαβών δέκα εκ των Κρητών, παρεμόνευε (δήθεν) εις κάποιο δασώδες μέρος και επροσποιείτο ότι προσεπάθει να διαφύγη την προσοχήν των πολεμίων. Αι δ' ασπίδες των, αι οποίαι ήσαν χάλκιναι, από καιρού εις καιρόν εφαίνοντο (έλαμπαν) διά των φυλλωμάτων των δένδρων.

Οι μεν πολέμιοι, λοιπόν, βλέποντες ταύτα (από του χωρίου των) εφοβούντο μήπως πρόκειται περί αληθινής ενέδρας. Εν τω μεταξύ όμως το στράτευμα ολονέν κατήρχετο. Αφού δ' εφάνη πλέον ότι τούτο είχεν απομακρυνθή (ξεγλιστρήση) αρκετά, εσήμανεν ο σαλπιγκτής εις τον Μυσόν να φύγη εκείθεν όσον ηδύνατο ταχύτερον. Αμέσως δε ούτος εγερθείς και ορμήσας προς τα κάτω φεύγει με τους περί αυτόν.

Και οι μεν Κρήτες, επειδή έλεγαν ότι θα συλληφθούν φεύγοντες, εξετράπησαν εκ της οδού εις το δάσος και εκεί, φερόμενοι κάτω προς τας δασώδεις κοιλάδας με ταχύτητα, εσώθησαν. Ο Μυσός όμως, φεύγων (την καταδίωξιν) επί της φανεράς οδού και κινδυνεύων, εκάλει εις βοήθειαν. Και προσέτρεξαν αμέσως εις βοήθειάν του και τον παρέλαβαν (τον 'σήκωσαν από 'κεί που ήτο) πληγωμένον. Οι δε βοηθήσαντες, κτυπώμενοι άνωθεν από τους πολεμίους, ωπισθοχώρουν με το πρόσωπον εστραμμένον προς αυτούς, ενώ εκ των Κρητών τινες τους αντετόξευον. Και τοιουτοτρόπως έφθασαν όλοι εις το στρατόπεδον σωθέντες.

Κεφάλαιον τρίτον


Επειδή δε ούτε ο Χειρίσοφος επέστρεψεν, ούτε πλοία ικανά υπήρχον προς απόπλουν, ούτε ήτο δυνατόν να εξακολουθούν ακόμη δι' επιδρομών προμηθευόμενοι τροφάς, απεφάσισαν ν' απέλθουν. Και εις μεν τα πλοία (τα εν τω λιμένι οδηγηθέντα διά της βίας προς τον σκοπόν αυτόν) ετοποθέτησαν τους ασθενούντας και τους έχοντας ηλικίαν άνω των τεσσαράκοντα ετών και τας γυναίκας και τους παίδας και όσα εκ των σκευών δεν ήτον απόλυτος ανάγκη να φέρωσι μαζή των. Και τον Φιλήσιον και τον Σοφαίνετον, τους γεροντοτέρους των στρατηγών, επιβιβάσαντες, διέταξαν να έχουν την περί όλων αυτών μέριμναν. Οι δε λοιποί επορεύοντο. Η δε οδός είχεν ήδη επισκευασθή προς οδοιπορίαν.

Και πορευόμενοι φθάνουν μετά τρεις ημέρας εις την Κερασούντα, παραθαλασσίαν Ελληνικήν πόλιν, αποικίαν των Σινωπέων (των κατοίκων της Σινώπης) εις την Κολχίδα χώραν. Ενταύθα έμειναν ημέρας δέκα. Και έγεινεν επιθεώρησις και απαρίθμησις του στρατού ωπλισμένου (με τα όπλα του) και ευρέθησαν εν όλω οκτώ χιλιάδες εξακόσιοι. Ούτοι ήσαν όσοι είχαν διασωθή, πάντες δε οι άλλοι απωλέσθησαν, οι μεν από τους πολεμίους, οι δε από τας χιόνας και τα ψύχη του χειμώνος, ελάχιστοι δε από νόσους.

Ενταύθα και παρέλαβαν εις χείρας των τα εκ της πωλήσεως των λαφύρων εισπραχθέντα από τους λαφυροπώλας χρήματα. Και την δεκάτην (το δέκατον των εισπραχθέντων), ην εχώρισαν, διά να την αφιερώσουν εις τον Απόλλωνα και την Εφεσίαν Αρτέμιδα, διεμοιράσθησαν οι στρατηγοί μεταξύ των, προορίζοντες διά τους Θεούς αυτούς εν καιρώ έκαστος το μέρος του. Το ανήκον δε εις τον Χειρίσοφον παρέλαβε Νέων ο Ασιναίος (από την Λακεδαίμονα).

Ο Ξενοφών, λοιπόν, το μεν ανήκον εις τον Απόλλωνα, αφού μετέβαλεν εις ανάθημα, (4) ανέθεσεν εις τον εν Δελφοίς θησαυρόν των Αθηναίων, (5) γράψας επ' αυτού το όνομά του και το όνομα του συμφονευθέντος με τον Κλέαρχον φίλου του Προξένου.

Το δ' ανήκον εις την Εφεσίαν Αρτέμιδα, ότε ανεχώρει μαζή με τον Αγησίλαον εκ της Ασίας εις την Βοιωτίαν, αφήνει εις τον νεωκόρον της Αρτέμιδος Μεγάβυζον, διότι ενόμιζεν ότι εκεί όπου μετέβαινε θα ερριψοκινδύνευε, και του παραγγέλλει: εάν μεν σωθή, να του το επιστρέψη, εάν δε αποθάνη, να το αφιερώση εις την Αρτέμιδα, αφού το μεταβάλη εις οιονδήποτε ενόμιζεν ότι θα ευχαριστεί την Θεάν ανάθημα.

Ενώ δε ήτο φυγάς (εξ Αθηνών) ο Ξενοφών, (6) κατοικών ήδη εις τον παρά την Ολυμπίαν Σκιλλούντα, πόλιν νεωστί οικισθείσαν υπό των Λακεδαιμονίων, φθάνει ως προσκυνητής εις την Ολυμπίαν ο Μεγάβυζος και του επιστρέφει την (προ ετών) ως παρακαταθήκην εμπιστευθείσαν εις αυτόν δεκάτην. Ο δε Ξενοφών, λαβών αυτήν, αγοράζει κτήμα επ' ονόματι της Αρτέμιδος, επί του οποίου εχρησμοδότει ο Απόλλων. (7)

Διέρρεε δε διά μέσου του κτήματος αυτού ποταμός ονομαζόμενος Σελινούς. Αλλά και εις την Έφεσον, παρά τον ναόν της Αρτέμιδος, ποταμός, Σελινούς ονομαζόμενος επίσης, ρέει. Και εις τους δύο υπάρχουν ιχθύς και κογχύλια. Εις το εν Σκιλλούντι όμως κτήμα υπάρχει και θήρα όλων των εν κυνηγίω συλλαμβανομένων ζώων.

Κατεσκεύασε δε και θυσιαστήριον («βωμόν») και ναόν από του ιερού εκείνου χρήματος, και του λοιπού (τακτικά κατ' έτος), κρατών πάντοτε την δεκάτην των ωριμαζόντων εις τους αγρούς καρπών του, προσέφερεν αυτήν ως θυσίαν εις την Αρτέμιδα, και όλοι οι (εκ του Σκιλλούντος) πολίται και οι των περιχώρων άνδρες και γυναίκες ελάμβαναν μέρος εις την εορτήν. Εχορήγει δε η θεά (την ημέραν εκείνην) εις τους προσκυνητάς τα προς συντήρησίν των: άρτους, οίνον, καρπούς, γλυκύσματα και μέρη (κοψίδια) και από τα θυσιαζόμενα εκ των αφιερωμένων εις την Θεάν ζώων και από τα θηρευόμενα.

Διότι κατά την ημέραν της εορτής εξήρχοντο εις κυνήγιον και τα τέκνα του Ξενοφώντος και τα των άλλων πολιτών, καθώς και όσοι εκ των ανδρών ήθελαν. Και άλλα μεν των θηραμάτων (ζώων) εφονεύοντο εντός αυτού του ιερού κτήματος, άλλα δε και επί του όρους Φολόη, αγριόχοιροι δηλαδή και δορκάδες και έλαφοι.

Απέχει δε η χώρα αυτή, διά της οποίας διέρχεται και η από Λακεδαίμονος εις Ολυμπίαν οδός, ως είκοσι στάδια από του εν Ολυμπία ιερού ναού του Διός. Υπάρχουν δε εις τον ιερόν αυτόν χώρον και λειμών και όρη σύδενδρα, καταλληλότατα διά να θρέψουν αγριοχοίρους και αίγας και βους και ίππους, ώστε ακόμη και τα ζώα αυτά των ερχομένων εις την εορτήν πανηγυριστών να τρέφωνται την ημέραν εκείνην) αφθόνως (να καλοπερνούν).

Γύρω δε από τον ναόν αυτόν εφυτεύθη άλσος από ήμερα δένδρα, παράγοντα καθ' ωρισμένας ώρας του έτους φαγωσίμους καρπούς. Ο δε ναός, όπως είναι δυνατόν να ομοιάζη μικρός ναός προς μέγαν, ομοιάζει με τον εν Εφέσω μέγαν της Αρτέμιδος ναόν, επίσης και το εν αυτώ κυπαρίσσινον άγαλμα («ξόανον») με το της Εφέσου, το όποιον όμως είναι εκ χρυσού. Και στήλη έχει στηθή παρά τον ναόν, φέρουσα την εξής επιγραφήν: Ο χώρος ούτος είναι αφιερωμένος εις την Θεάν Άρτεμιν. Πας έχων κτήματα και καρπούμενος αυτά, την μεν δεκάτην εκ των καρπών εκάστου έτους εντέλλεται να Της προσφέρη ως θυσίαν. Απ' ό,τι δε του περισσεύση, να επισκευάζη τον ναόν. Αν δε τις δεν συμμορφωθή προς την εντολήν αυτήν, αυτός θα κριθή από την Θεάν κατά τα έργα του.

Κεφάλαιον τέταρτον.


Εκ της Κερασούντος δ' εξηκολούθησαν την κατά θάλασσαν πορείαν των όσοι και προτήτερα. Οι δε λοιποί επορεύοντο διά ξηράς.

Αφού δ' έφθασαν εις τα όρια των Μοσσυνοίκων, στέλλουν εις αυτούς Τιμησίθεον τον Τραπεζούντιον, όστις ήτον εν Τραπεζούντι επιφορτισμένος την επιστασίαν των υποθέσεων των Μοσσυνοίκων («πρόξενος»), ερωτώντες αυτούς να μάθουν αν ως φίλοι ή ως εχθροί των θα διέλθουν εκ της χώρας των. Ούτοι δ' απεκρίθησαν ότι δεν θα τους άφηναν να διέλθουν. Διότι είχαν μεγάλην πεποίθησιν εις την οχυρότητά της. («Επίστευον γαρ τοις χωρίοις»).

Μετά τούτο λέγει ο Τιμησίθεος ότι εχθροί των Μοσσυνοίκων τούτων είναι οι εκ της χώρας εκείνης, (ην βλέπετε), ορμώμενοι κάτοικοι. Κ' επρότεινεν ως επιβαλλόμενον από τας περιστάσεις να τους προσκαλέσουν (προς σύμπραξιν), εάν ήθελαν να συμμαχήσουν μαζή των. (8) Αποσταλείς, λοιπόν, ο Τιμησίθεος προς εκείνους, επανήλθε φέρων τους άρχοντάς των (προς τους Έλληνας).

Αφού δ' έφθασαν, συνήλθον (εις το αυτό μέρος) και οι άρχοντες των Μοσσυνοίκων και οι στρατηγοί των Ελλήνων. Και διερμηνεύοντος του Τιμησιθέου, ο Ξενοφών είπε τα εξής:

«Ω άνδρες Μοσσύνοικοι, ημείς σκοπόν έχομεν να φθάσωμεν σώοι εις την Ελλάδα, βαδίζοντες πεζή. Διότι στερούμεθα πλοίων. Μας εμποδίζουν όμως ούτοι, οίτινες, καθώς μανθάνομεν, είναι εχθροί σας.

»Εάν, λοιπόν, θέλετε, δύνασθε να συμμαχήσετε μαζή μας και να τους τιμωρήσετε, εάν ποτε ούτοι σας έβλαψαν εις τίποτε, ούτω δε του λοιπού να έχετε αυτούς υπό την εξουσίαν σας.

»Εάν όμως δεν συμμαχήσετε, σκεφθήτε αν θα σας δοθή και πάλιν η ευκαιρία ν' αποκτήσετε ως σύμμαχόν σας τόσω μεγάλην, (σαν τη δική μας), δύναμιν».

Εις ταύτα απεκρίθη ο άρχων των Μοσσυνοίκων (ο εν ονόματι των άλλων ομιλών): «ότι και θέλουν ό,τι τους προτείνουν και δέχονται την συμμαχίαν (συμμαχούν)».

«Εμπρός, λοιπόν, είπεν ο Ξενοφών, ειπέτε μας εις τι θα μας χρησιμοποιήσετε, αν συμμαχήσωμεν μαζή σας, και σεις ποίαν βοήθειαν είσθε εις θέσιν να μας δώσετε, όσον αφορά την περαιτέρω πορείαν μας».

Εκείνοι δε απεκρίθησαν: «ότι είμεθα ικανοί να εισβάλωμεν εις την αμοιβαίως (και εις τους δύο μας) εχθρικήν ταύτην χώραν, από το αντίθετον αυτής μέρος. Και να σας στείλωμεν εδώ και πλοία και άνδρας, οίτινες ου μόνον θα γείνουν σύμμαχοί σας, αλλά και τον περαιτέρω δρόμον θα σας δείξουν».

Μετά ταύτα, αφού συνεφώνησαν (αφού έδωκαν και έλαβαν ενόρκους διαβεβαιώσεις ότι θα τηρήσουν αμφότερα τα μέρη τα συμφωνηθέντα), ανεχώρησαν. Και ήλθαν την επομένην φέροντες τριακόσια μονόξυλα πλοία, έκαστον των οποίων είχε τρεις άνδρας, εξ ων οι μεν δύο, αποβιβαζόμενοι, παρετάσσοντο, ο άλλος δ' έμενεν (εις το πλοίον).

Και ούτοι μεν (οι μείναντες), παραλαβόντες τα πλοία, απέπλευσαν, οι δ' αποβιβασθέντες παρετάχθησαν κατά τον εξής τρόπον: Ετοποθετήθησαν, καθώς χοροί, ο ένας τον άλλον αντικρύζοντες, ανά εκατόν ως έγγιστα άνδρες, φέροντες όλοι (πλεκτάς) ασπίδας κατασκευασμένας από χονδρά λευκά δέρματα βοών, αίτινες ωμοίαζαν με πέταλον κισσού, εις δε την δεξιάν χείρα κρατούντες έκαστος ακόντια μήκους περίπου έξ πήχεων, έχοντα έμπροσθεν μεν λόγχην, όπισθεν δε εκ του ιδίου ξύλου, (από τdοοποίον ήτο και το ακόντιον), έχοντα το σχήμα σφαίρας.

Εφόρουν δε χιτώνας τόσον μικρούς, ώστε δεν έφθαναν μέχρι των γονάτων, τόσον δε χονδρούς όσον το εκ λινού εκείνο ύφασμα, με τα οποίον κατασκευάζονται τα στρώματα, επί της κεφαλής δε (έφεραν) δερματίνους, ως αι Παφλαγονικαί, περικεφαλαίας, φερούσας εις το μέσον θύσανον από τρίχας ίππου, παρεμφερείς δε προς τας Περσικάς τιάρας. Έφεραν δε και αμφιστόμους σιδηρούς πελέκεις.

Μετά ταύτα έκαμε την αρχήν ένας εξ αυτών και όλοι οι άλλοι επορεύοντο ρυθμικώς άδοντες, διελθόντες δε διά μέσου των ωπλισμένων λόχων των Ελλήνων, εβάδισαν κατ' ευθείαν κατά του μέρους (του «χωρίου»), εις ο ευρίσκοντο οι πολέμιοι και το οποίον εφαίνετο ότι ήτο λίαν περιμάχητον.

Κατωκείτο δε τούτο (έκειτο) προ της πόλεώς των, της υπ' αυτών ονομαζομένης Πρωτευούσης, ήτις κατείχε την υψηλοτέραν κορυφήν της των Μοσσυνοίκων χώρας. Περί του μέρους δε τούτου ήτο και ο πόλεμος. Διότι οι κατέχοντες διαρκώς αυτό εφρόνουν ότι είναι κύριοι και όλων εν γένει των Μοσσυνοίκων, έλεγαν δε (οι εκ των βαρβάρων σύμμαχοι) ότι αδίκως κατελήφθη τούτο, και ότι, ενώ ήτο μέρος κοινόν δι' όλους, ήσαν ήδη εκείνοι ισχυρότεροι των, αφ' ης αυθαιρέτως το κατέλαβον.

Τους ηκολούθουν δε καί τινες εκ των Ελλήνων, ουχί κατά διαταγήν των στρατηγών συμπαραταχθέντες, αλλ' ακολουθήσαντες τες αυτοβούλως, προς διαρπαγήν (για να πλιατσικολογήσουν). Οι δε πολέμιοι εν τω μεταξύ μεν ησύχαζαν, εφ' όσον ούτοι επροχώρουν. Άμα όμως επλησίασαν προς το μέρος των, εξορμήσαντες εκείθεν τους τρέπουν εις φυγήν, φονεύουν ουκ ολίγους εκ των βαρβάρων καί τινας εκ των συνακολουθησάντων Ελλήνων, και τους καταδιώκουν, έως ου είδαν να έρχωνται οι Έλληνες εις βοήθειάν των.

Κατόπιν δε, στραφέντες προς τα οπίσω, έφυγαν, και, αφού απεκεφάλισαν τους νεκρούς, τους επεδείκνυον μακρόθεν προς τους Έλληνας και τους πολεμίους των, και συγχρόνως εχόρευαν, άδοντες προς κάποιον ήχον.

Οι δ' Έλληνες πάρα πολύ εστενοχωρήθησαν, και διότι έγειναν ούτω τολμηρότεροι, οι πολέμιοι, και διότι οι συνακολουθήσαντες Έλληνες ετράπησαν, όπως και οι βάρβαροι, εις φυγήν, αν και ήσαν ουκ ολίγοι. Πράγμα το οποίον ουδέποτε είχε συμβή κατά την μέχρι τούδε οδοιπορίαν των.

Ο δε Ξενοφών συναθροίσας τους Έλληνας τους είπε τα εξής: «Ω άνδρες στρατιώται, μην αποθαρρυνθήτε δι' όσα έγιναν. Διότι πρέπει να γνωρίζετε ότι επήλθε και κάποιο καλόν, όχι μικρότερον του δυστυχήματος, το οποίον επάθαμεν.

»Διότι πρώτον μεν γνωρίζετε καλά πλέον, ότι εκείνοι οίτινες μέλλουν να γίνουν οδηγοί μας, είναι πράγματι εχθροί εκείνων, προς τους οποίους είμεθα κατ' ανάγκην και ημείς. Έπειτα δε και όσοι εκ των Ελλήνων αδιαφόρησαν προς την παρ' ημίν κρατούσαν τάξιν και πειθαρχίαν κ' ενόμισαν ότι είναι ικανοί να πράττουν μετά των βαρβάρων όσα μεθ' ημών πράττουν, ετιμωρήθησαν. Ώστε εις το μέλλον να σεβασθούν περισσότερον την πειθαρχίαν του στρατεύματος.

»Πρέπει, λοιπόν, να προετοιμασθήτε, όπως και εις τους εκ των βαρβάρων συμμάχους μας αποδείξετε (φανήτε) ότι είσθε πολύ καλλίτεροι αυτών, και εις τους πολεμίους φανερώσετε ότι οι άνδρες, με τους οποίους θα πολεμήσουν τώρα, δεν είναι όμοιοι με τους ατάκτους, με τους οποίους προ ολίγου επολέμησαν».

Ταύτην μεν, λοιπόν, την ημέραν ουδέν έπραξαν. Την δ' επομένην, αφού προσέφεραν θυσίας εις τους θεούς και είδαν ότι ήσαν παρ' αυτών ευπρόσδεκτοι, και αφού, κατόπιν, εγευμάτισαν, παρέταξαν τους λόχους τάξαντες τους άνδρας εκάστου (λόχου) τον ένα όπισθεν του άλλου και αφήσαντες μεταξύ των λόχων διαστήματα («ποιησάμενοι ορθίους τους λόχους»), κατά τον αυτόν δε τρόπον και τους βαρβάρους εις το αριστερόν κέρας παρατάξαντες, επορεύοντο έχοντες τους τοξότας μεταξύ των λόχων, ενώ το μέτωπον των οπλιτών έμενεν ολίγον όπισθεν.

Διότι τινές των πολεμίων, τρέχοντες ελευθέρως προς τα κάτω, τους ελιθοβόλουν. Και τούτων την ορμήν ανέκοπτον οι (προτεταγμένοι των οπλιτών) τοξόται και πελτασταί. Οι δε λοιποί επορεύοντο βάδην, πρώτον μεν κατά του μέρους, από του οποίου την προηγουμένην ετράπησαν εις φυγήν οι βάρβαροι και οι συνακολουθήσαντες αυτούς Έλληνες. Διότι εδώ είχαν αντιπαραταχθή (την προτεραίαν) οι πολέμιοι.

Προς μεν, λοιπόν, τους πελταστάς αντέστησαν οι βάρβαροι και εμάχοντο. Επειδή όμως επλησίασαν ήδη οι οπλίται, ήρχισαν να τρέπωνται εις φυγήν. Και οι μεν πελτασταί τους κατεδίωκον κατά πόδας, φερόμενοι άνω, προς την πόλιν. Οι δε οπλίται ηκολούθουν εν τάξει.

Αφού δ' έφθασαν άνω, πλησιάζοντες ήδη τας οικίας της Πρωτευούσης των, τότε οι πολέμιοι συγκεντρωθέντες επί ταυτό όλοι εμάχοντο και εκίνουν με ορμήν (ετίναζαν μακράν) τα ακόντια και με δόρατα μακρά και παχέα, τόσα, ώστε μόλις να δύναται να τα σηκώση ένας άνδρας, προσεπάθουν ν' αμυνθούν εκ του συστάδην.

Επειδή όμως οι Έλληνες δεν υπεχώρουν, αλλά, τουναντίον, επροχώρουν προς την αυτήν (πάντοτε) διεύθυνσιν (προς το μέρος των), ετράπησαν κ' εντεύθεν εις φυγήν οι βάρβαροι, εγκαταλείψαντες όλοι την Πρωτεύουσάν των. Ο δε βασιλεύς των (άρχων), ο κατοικών διαρκώς κατάκλειστος εις τον επί του υψηλοτέρου σημείου της πόλεως οικοδομημένον πύργον του, τον οποίον όλοι από κοινού διατρέφουν και φυλάττουν, ηρνείτο να εξέλθη εκείθεν, καθώς και ο εις το πρότερον κυριευθέν χωρίον (μέρος) βασιλεύς, αλλά κ' εκείνος και ούτος εκεί μαζή με τους πύργους των εκάησαν.

Οι δ' Έλληνες, διαρπάζοντες τα μέρη ταύτα, εύρισκαν εις τας οικίας αποθήκας γεμάτος από επισωρευμένους περυσινούς (9) άρτους, καθώς οι Μοσσύνοικοι εβεβαίουν, και από σίτον νέον, αποκείμενον μαζή με την καλάμην του (με τ' άχυρα). Ήτο δε το περισσότερον μέρος του σίτου γυμνοκρίθι («ζειά»). (10)

Ηύραν ακόμη (εντός των αποθηκών) και μεγάλα τεμάχια δελφίνων ταριχευμένα μέσα εις αγγεία πήλινα (λαγήνια), και εις δοχεία, άλειμμα (ξύγγι) από δελφίνας, το οποίον μετεχειρίζοντο οι Μοσσύνοικοι, όπως οι Έλληνες το έλαιον.

Προς δε, εις τα ανώγεια των οικιών, και πολλά κάστανα («κάρυα πλατέα»), μη έχοντα κανένα χώρισμα. Τούτων δε και πλείστου σίτου έκαμνον χρήσιν, βράζοντες αναμίξ αυτά και μεταβάλλοντες κατόπιν εις ψημένους άρτους. Ηύραν δε προσέτι και οίνον, όστις άκρατος μεν ήτο λίαν δυνατός (στην γεύσιν) ως εκ της δριμύτητός του, συγκερασμένος δε (με ύδωρ), εγίνετο ευώδης και γλυκύς.

Οι μεν Έλληνες, λοιπόν, αφού εγευμάτισαν ενταύθα, επροχώρησαν, αφού παρέδωσαν το κυριευθέν αυτό χωρίον εις τους συμμαχήσαντας εκ των Μοσσυνοίκων. Και εκ των άλλων δε μερών, όσα επέρασαν και ήσαν σύμμαχα (με το μέρος) των πολεμίων, τα μεν περισσότερον ευπρόσιτα, άλλοι μεν των κατοίκων, φεύγοντες, εγκατέλειπον, άλλοι δε, παραδίδοντες εκουσίως, προσεχώρουν. Τα δε πλείστα εξ αυτών ήσαν τοιαύτα περίπου (απάνου-κάτου):

Αι πόλεις απείχον απ' αλλήλων κατά το μάλλον ή ήττον στάδια ογδοήκοντα. Όταν δε φωνάζονται μεταξύ των δυνατά οι κάτοικοι, ακούει ο είς τον άλλον από της μιας εις την άλλην πόλιν. Τόσον υψηλά όρη είχεν η χώρα και τόσας μεταξύ αυτών κοιλάδας. (11)

Αφού δε, πορευόμενοι, έφθασαν (επί τέλους) εις φιλικά των μέρη, τους παρουσίαζαν παχυτάτους παίδας των ευκαταστάτων (νοικοκυραίων), θρεμμένους με βραστά καρύδια, έχοντας πολύ μαλακόν και λευκόν το δέρμα και κατά το μήκος και το πλάτος (του σώματός των) ίσου σχεδόν πάχους, διακεντημένους δε καθ' όλα των τα νώτα και τα έμπροσθεν με ποικίλα ανθοειδή στίγματα.

Εζήτουν δε και να συνουσιασθούν ολοφάνερα με τας εταίρας τας οποίας έφερον μαζή των οι Έλληνες. Διότι τα έθιμά των δεν τους το απηγόρευον.

Γυναίκες δε και άνδρες ήσαν λευκοί όλοι. Περί τούτων έλεγαν, οι λαβόντες μέρος εις την εκστρατείαν ότι ήσαν βαρβαρώτατοι τα ήθη και τους τρόπους και ότι ήσαν πάρα πολύ απομεμακρυσμένοι των Ελληνικών νόμων. Διότι ευρισκόμενοι εν τω μέσω πλήθους έπραττον πράξεις, τας οποίας πράττουν οι άνθρωποι (μόνον) όταν ήναι μόνοι. Και, αντιθέτως, όταν ήσαν μόνοι, έπραττον τας αυτάς πράξεις τας οποίας (έπραττον) ευρισκόμενοι εν τω μέσω πλήθους. Δηλαδή ωμίλουν μόνοι των (εμονολόγουν) και εγέλων διά τον εαυτόν των (αυτοκοροϊδεύοντο) και εχόρευαν σταματώντες όπου ετύχαινε (όπου και αν ευρίσκοντο), σαν να εφαντάζοντο ότι επεδεικνύοντο (ότι εχόρευαν) έμπροσθεν άλλων.

Κεφάλαιον πέμπτον.


Διά μέσου της χώρας ταύτης, της φιλικής και της πολεμίας, πορευθέντες οι Έλληνες οκτώ σταθμούς, αφίχθησαν εις την χώραν των Χαλύβων (12). Ούτοι, όντες ολίγοι, ήσαν υπήκοοι των Μοσσυνοίκων και οι πλείστοι εξ αυτών απέζων μεταλλευόμενοι και επεξεργαζόμενοι τον σίδηρον.

Εντεύθεν φθάνουν εις την χώραν των Τιβαρηνών, ήτις ήτο πολύ πεδινωτέρα και είχε τα προς την θάλασσαν μέρη ολιγώτερον απόκρημνα. Και οι στρατηγοί εφρόνουν ότι έπρεπε να τα πλησιάσουν (να κατευθυνθούν προς αυτά) με τον στρατόν των και ότι κάτι έπρεπεν εντεύθεν να ωφεληθή το στράτευμα, τα δε προς ένδειξιν της φιλοξενίας των δώρα, όσα απέστειλαν προς αυτούς οι Τιβαρηνοί, δεν ήθελαν να τα δεχθούν, αλλ', αφού τους παρήγγειλαν να περιμένουν μέχρις ου αποφασίσουν, παρετήρουν τα των προσφερθέντων (εις τους θεούς) σφαγίων σπλάγχνα.

Αφού δε κατηνάλωσαν ουκ ολίγα θύματα, επί τέλους απεφάνθησαν οι μάντεις όλοι ότι δεν παρεδέχοντο (δεν επέτρεπον) κατ' ουδένα λόγον οι θεοί τον πόλεμον. Κατόπιν, λοιπόν, τούτου εδέχθησαν τα δώρα και, πορευόμενοι ως διά φιλικής χώρας επί δύο ημέρας, έφθασαν εις την Ελληνικήν πόλιν Κοτύωρα, αποικίαν των Σινωπέων, περιλαμβανομένην δε εις την των Τιβαρηνών χώραν.

[Έως εδώ επορεύετο ο στρατός (η εις την Ελλάδα επιστροφή εγίνετο) διά ξηράς. Και η μεν έκτασις (και το μεν μήκος) της οδού της καταβάσεως από της παρά την Βαβυλώνα μάχης μέχρι των Κοτυώρων ήτο σταθμοί εκατόν είκοσι δύο, παρασάγγαι εξακόσιοι είκοσι, στάδια δέκα οκτώ χιλιάδες εξακόσια. Το δε (καταναλωθέν) χρονικόν διάστημα, οκτώ μήνες].

Ενταύθα έμειναν σαράντα πέντε ημέρας. Κατά το διάστημα αυτό πρώτον μεν προσέφεραν θυσίας εις τους θεούς και λιτανείας έκαμαν ξεχωριστά εκάστη Ελληνική εθνότης, (13) και γυμνικούς αγώνας. Τα δε προς τροφήν των αναγκαία ελάμβαναν διά της βίας, άλλα μεν εκ της Παφλαγονίας, άλλα δε εκ των περιχώρων των Κοτυωριτών. Διότι ούτοι ούτε τροφάς προς αγοράν παρείχον, ούτε την εντός των τειχών των (την εις την πόλιν των) είσοδον των ασθενών επέτρεπαν.

Εν τω μεταξύ τούτω έρχονται από την Σινώπην πρέσβεις, φοβηθέντες και περί της χώρας των Κοτυωριτών και περί της πόλεώς των. Διότι αύτη ήτον αποικία των Σινωπέων, οι δε Κοτυωρίται φόρου εις αυτούς υποτελείς, και διότι εμάνθαναν ότι ελεηλατείτο από τους Έλληνας η χώρα των.

Ελθόντες, λοιπόν, εις το Ελληνικόν στρατόπεδον διεμαρτύροντο. Επ' ονόματι δ' αυτών ωμίλησεν ως εξής ο Εκατώνυμος, όστις έχαιρε φήμην ότι ήτο δεινός περί το λέγειν.

»Μας απέστειλεν — είπεν — ω άνδρες στρατιώται, η πόλις των Σινωπέων, πρώτον μεν, διά να σας επευφημήσωμεν ως Έλληνας νικητάς των βαρβάρων, έπειτα δε, διά να σας εκφράσωμεν την χαράν μας ότι ευρίσκεσθε πλέον ενταύθα εν ασφαλεία (ότι διεσώθητε), αφού, ως εμάθαμεν, πολλάς και φοβεράς εδοκιμάσατε περιπετείας.

«Έχομεν δε την αξίωσιν, επειδή είμεθα και ημείς Έλληνες (όπως και σεις), να ευεργετηθώμεν μεν εις οτιδήποτε από σας — Έλληνας όντας — να μη ζημιωθώμεν δε παντάπασι. Διότι και ημείς ουδέποτε, ουδέ κατ' ελάχιστον, εις την ζωήν μας σας εβλάψαμεν.

»Οι Κοτυωρίται δε αυτοί, και άποικοι ιδικοί μας είναι, και την χώραν (που κατέχουν) ημείς τους παρεδώσαμεν, αφού την επήραμεν διά της βίας από τους βαρβάρους. Διά τούτο δε και μας είναι (ωρισμένου) φόρου υποτελείς, καθώς και οι Κερασούντιοι και οι Τραπεζούντιοι. Ώστε οιονδήποτε κακόν και αν προξενήσετε εις αυτούς, η πόλις των Σινωπέων φρονεί ότι εις αυτήν (πρωτίστως) αντανακλά η βλάβη.

»Εν τούτοις μανθάνομεν τώρα ότι εξ υμών τινες, εισερχόμενοι διά της βίας εις την πόλιν, κατασκηνούν εις τας οικίας, και ότι από τα πέριξ επίσης διά της βίας λαμβάνουν (παίρνουν) — ό,τι σας χρειάζεται, χωρίς κανένα καλόν τρόπον να μεταχειρίζωνται πειθούς.

»Πάντα ταύτα, λοιπόν, ημείς δεν τα επιδοκιμάζομεν. Εάν δ' εξακολουθήτε να πράττετε τοιαύτα, θα ευρεθώμεν εις την ανάγκην να λάβωμεν τα μέτρα μας, συμμαχούντες με τον Κορύλαν (τον της Παφλαγονίας άρχοντα) και τους Παφλαγόνας και με οιονδήποτε άλλον ημπορέσωμεν».

Εις ταύτα εγερθείς ο Ξενοφών απήντησε εν ονόματι του στρατού τα εξής: «Ημείς, ω άνδρες Σινωπείς, είμεθα ευχαριστημένοι (αρκούμεθα) ότι εφθάσαμεν (έως εδώ) διασώσαντες και τους εαυτούς μας και την τιμήν των όπλων μας. Διότι δεν μας ήτο δυνατόν συγχρόνως και ταναγκαιούντα εις ημάς πράγματα να φέρωμεν μαζή μας και να πολεμώμεν.

»Και τώρα, αφού πλέον ήλθαμεν εις τας Ελληνίδας πόλεις, εις μεν την Τραπεζούντα, διότι μας παρείχον ακόπως τροφάς προς αγοράν, τας επρομηθευόμεθα αγοράζοντες, και αντί των περιποιήσεων, με τας οποίας μας ετίμησαν, και των δώρων, με τα οποία εφιλοδώρησαν το στράτευμά μας, τους αντιπεριποιήθημεν και ημείς όπως τους ήξιζε, και εάν κανείς εκ των βαρβάρων ήτο φίλος των, δεν τον επειράξαμεν. Τους δ' εχθρούς των, κατά των οποίων μας ωδήγησαν, τους εβλάψαμεν όσον ημπορέσαμεν.