WeRead Powered by ReaderPub
Κύρου Ανάβασις Τόμος 2 cover

Κύρου Ανάβασις Τόμος 2

Chapter 8: ΒIΒΛIΟΝ ΕΚΤΟΝ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The section follows an army that reaches a friendly coastal city and debates onward travel by sea. Officers propose sending men to secure ships and a volunteer sets out to fetch vessels. The commander outlines practical measures for provisioning through controlled forays, establishing guards and patrols, protecting the camp, organizing the requisition and crewing of ships, negotiating with coastal communities, and repairing difficult roads as a contingency. Additional measures cover discipline, distribution of plunder, and precautions against enemy opportunism during the stay.

»Διά τούτο μάλιστα και επιτρέψατε (εδώσατε το δικαίωμα) εις τους κακούς εξ αυτών να βιαιοπραγούν, αφήνοντες αυτούς ατιμωρήτους. Διότι, εάν, κατά την γνώμην μου, θέλετε να εξετάσετε καλώς τα πράγματα, θα εύρετε αυτούς τους ιδίους και τότε κακοτρόπους και σήμερα επίσης βιαιοτάτους. Τουλάχιστον, (διά να φέρω ένα παράδειγμα), Βοΐσκος ο Θεσσαλός, ο πυγμάχος, τότε μεν κατέβαλλε κάθε προσπάθειαν, ως ασθενής δήθεν, να μη φέρη ασπίδα, σήμερα δε, καθώς μανθάνω, πολλούς εκ των Κοτυωριτών έχει ήδη ξεγυμνώση (φέρων όλον των ενδυμάτων των το βάρος).

Εάν, λοιπόν, ήσθε σώφρονες, θα τον μεταχειρισθήτε κατά τρόπον εντελώς αντίθετον εκείνου, με τον οποίον μεταχειρίζονται τους σκύλλους. Διότι τους μεν αγριοσκύλλους, την μεν ημέραν δένουν, την δε νύκτα αφήνουν ελευθέρους. Τούτου δε, αν σωφρονήτε, την μεν νύκτα να δέσετε, την ημέραν δε να ξαπολύσετε.

»Αλλά — προσέθηκεν — απορώ ότι, εάν μεν είς τινα από σας έγεινα απεχθής, το ενθυμείσθε ευκόλως και δεν σιωπάτε. Εάν όμως ή εν καιρώ χειμώνος έτρεξα εις βοήθειαν οιουδήποτε ή εχθρόν τινα απ' αυτού απέκρουσα ή, ενώ ήτο ασθενής ή άπορος, συνετέλεσα εις το να εξευρεθή οιαδήποτε υπέρ αυτού βοήθεια — πάντα ταύτα ουδείς πλέον ενθυμείται. Ακόμη και ουδέ εάν επήνεσά τινα, πράττοντα το καλόν και πρέπον, ουδέ εάν ετίμησα, όσον μου ήτο δυνατόν, κανένα ανδρείον στρατιώτην — και εκ τούτων ακόμη ουδέν απολύτως ενθυμείσθε.

»Εν τούτοις φρονώ ότι καλόν και δίκαιον και ιερόν κ' ευχάριστον (γλυκύ) είναι: τα καλά μάλλον ή τα κακά να ενθυμήται τις».

Μετά τους λόγους αυτούς του Ξενοφώντος πολύ φυσικόν ήτον όλοι πλέον να εγερθούν ενθυμούμενοι (όσα υπέρ αυτών έπραξεν). Και το αποτέλεσμα όλων αυτών υπήρξεν ότι τα πράγματα είχαν ακριβώς όπως ο Ξενοφών τα αφηγήθη.

ΒIΒΛIΟΝ ΕΚΤΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον


Μετά ταύτα δε, διαρκούσης της εν Κοτυώροις διαμονής των, άλλοι μεν των Ελλήνων έζων από τροφάς εξ αγοράς, άλλοι δε και από ληστείας εκ της Παφλαγονίας. Επίσης δε και οι Παφλαγόνες έκλεπτον αρκετά τους διεσκορπισμένους εδώ κ' εκεί εκ των Ελλήνων, και τους κάπως μακρύτερα κατασκηνούντας προσεπάθουν την νύκτα να κακοποιούν. Και ένεκα τούτων διέκειντο προς αλλήλους εχθρικώτατα.

Ο δε Κορύλας, όστις ετύχαινε τότε να ήναι άρχων (διοικητής) της Παφλαγονίας, αποστέλλει προς τους Έλληνας εφίππους πρέσβεις, ωραιότατα ενδεδυμένους, με την εντολήν να τους είπουν ότι ο Κορύλας είναι προθυμότατος: ούτε να βλάπτη, αλλ' ούτε και να βλάπτεται από τους Έλληνας.

Οι δε στρατηγοί απεκρίθησαν ότι περί τούτων μεν θ' αποφασίσουν μαζή με όλον τον στρατόν, τους πρέσβεις δε (με όλην των την διάθεσιν) τους εφιλοξένουν. Προσεκάλεσαν δε και εκ των άλλων Ελλήνων, όσους ενόμιζαν ότι ήσαν οι καταλληλότεροι. (39) Αφού δε προσέφεραν θυσίαν εις τους Θεούς βους των αιχμαλώτων και άλλα (κατάλληλα προς θυσίαν) ζώα, τους παρέθεσαν πλουσιοπάροχον γεύμα, ανακεκλιμένοι δε εις μικράς κλίνας (ευρύχωρα σκαμνιά) έτρωγαν, και έπιναν με ποτήρια καμωμένα από κέρατα βοός, τα οποία τυχαίως είχαν προμηθευθή από την χώραν.

Αφού δ' έγειναν σπονδαί (έκαμαν εκχύσεις αράτου οίνου από τα ποτήριά των προς τιμήν των Θεών) και έψαλαν δοξαστικόν ύμνον προς τον Απόλλωνα («επαιάνισαν»), εσηκώθησαν κατ' αρχάς μεν οι Θράκες και εχόρευσαν μαζή με τα όπλα των εν συνοδεία αυλού, πηδώντες υψηλά και ανάλαφρα, μεταχειριζόμενοι (εν τω χορεύειν αυτών) και τας μαχαίρας των. (40) Επί τέλους δε αρχίζει δήθεν να κτυπά ο ένας τον άλλον (με την μάχαιράν του), ώστε εις όλους να φαίνεται ότι αληθώς τον επλήγωνεν.

Ο πληγωνόμενος δε έπιπτε με τέχνην κατά γης. Και οι Παφλαγόνες ανεβόων (επιδοκιμαστικώτατα). Και ο μεν ένας (εκ των χορευτών), αφού έπαιρνε τα όπλα του άλλου (του ψευδοφονευθέντος), απεμακρύνετο τραγουδών άσμα τι θρακικόν, ονομαζόμενον από τον εν αυτώ τραγουδούμενον ήρωα: «Σιτάλκας». Άλλοι δε εκ των Θρακών μετέφεραν τον άλλον έξω (των θεωμένων), σαν να ήτον αληθινά νεκρός, χωρίς πράγματι να έχη πάθη τίποτε.

Κατόπιν εσηκώθησαν οι Αινιάνες και οι Μαγνήτες, οι οποίοι εχόρεψαν, επίσης με τα όπλα των και αυτοί, τον, όπως τον ωνόμαζαν, χορόν «καρπαίαν». Ο τρόπος δε, καθ' ον εχορεύετο ο χορός αυτός, ήτον ο εξής: (41)

Ο μεν ένας (εκ των δύο χορευτών), αφού αποθέση (ακουμπήση) κάπου εκεί τα όπλα του, κάνει πως σπείρει και οδηγεί ζεύγος βοών προς αροτρίασιν (οργώνει), συχνά-πυκνά στρεφόμενος οπίσω του ως δήθεν φοβούμενος ληστήν, όστις, επί τέλους, κ' εμφανίζεται. Εκείνος όμως, μόλις (από μακράν) τον αντικρύση, αρπάζει τα όπλα του, ορμά κατ' αυτού και μάχεται μαζή του, έμπροσθεν του ζεύγους των βοών (ιστάμενος). (42) — Επίσης δε, όπως και οι προηγούμενοι, και ούτοι έκαναν όλα αυτά κινούμενοι ερρύθμως προς αυλόν. — Επί τέλους ο ληστής νικά και, αφού δέση καλά τον ζευγηλάτην, αρπάζει μαζή μ' αυτόν και το ζευγάρι του. Κάποτε όμως συμβαίνει να αιχμαλωτίζη και ο ζευγηλάτης τον ληστήν. Έπειτα, αφού τον ζεύξη, δεμένον με τας χείρας όπισθεν, κοντά στα βώδια του, θέτει και αυτόν κ' εκείνα εις κίνησιν («ελαύνει»).

Μετά ταύτα εισέρχεται κάποιος από την Μυσίαν καταγόμενος («Μυσός»), κρατών εις εκάστην χείρα (μικράν και ελαφράν, πλεκτήν δε και περικεκαλυμμένην με δέρμα αιγός) ασπίδα. Και άλλοτε μεν, σαν να είχεν ενώπιόν του δύο αντιπάλους, εμιμείτο με τον χορόν την (και προς τους δύο τούτους) μάχην. Άλλοτε δε μετεχειρίζετο εναντίον του ενός μόνον τας ασπίδας, και άλλοτε περιεστρέφετο ταχύτατα, κάμνων συγχρόνως το έν μετά το άλλο και αναπηδήματα από των ποδών προς την κεφαλήν και από της κεφαλής προς τους πόδας (τούμπαις), κρατών και τας ασπίδας ανά χείρας, ώστε ούτω να παρουσιάζη πάγκαλον εν συνόλω θέαμα.

Τελευταίον δ' εχόρευσε τον Περσικόν χορόν, κτυπών τας ασπίδας την μίαν με την άλλην και γονατίζων και ξανασηκωνόμενος (43). Και όλα αυτά επίσης και ούτος έκαμνεν εν συνοδεία αυλού.

Ενώ δ' εχορεύετο ο χορός αυτός, εισελθόντες (αίφνης) οι Μαντινείς, εγερθέντες δε και άλλοι τινές εκ των Αρκάδων, αφού εξωπλίσθησαν όσον ηδύναντο καλλίτερα, εβάδισαν εν ρυθμώ προς τον ένοπλον χορόν εκείνον, συνοδευόμενοι υπ' αυλών, και επαιάνισαν κ' εχόρεψαν, όπως γίνεται εις τας λιτανείας του λαού, όταν προσέρχεται εις τον ναόν, διά να παρακαλέση ή να ευχαριστήση τους εν αυτώ θεούς διά θυσιών κ' ευχών («ώσπερ εν τοις προς τους Θεούς προσόδοις»). Βλέποντες δε οι Παφλαγόνες ταύτα ενόμιζαν ως φοβερά τινα και τεράστια όλους τους χορούς αυτούς, ούτω χορευομένους με τα όπλα.

Ο δε Μυσός, βλέπων αυτούς εκπεπληγμένους, αφού έπεισε κάποιον εκ των Αρκάδων, έχοντα υπό την κυριότητά του ορχηστρίδα, (να της δώση την άδειαν να χορεύση), την οδηγεί ενώπιόν των, αφού την εστόλισεν όσον το δυνατόν καλλίτερα και της έδωκεν ελαφράν ασπίδα (να κρατή). Αύτη δ', (εμφανισθείσα ούτω), εχόρεψεν ελαφρά και ανάερα τον (από του Κρητός Πυρρίχου ονομασθέντα Κρητικόν χορόν) πυρρίχειον. (44)

(Ενώπιον του θεάματος αυτού) ηγέρθη τότε (μεταξύ των Παφλαγόνων) πάταγος, ερωτώντων, εάν και γυναίκες ακόμη συνεπολέμουν μαζή των. Οι δ' Έλληνες έλεγαν (χαριεντιζόμενοι) ότι αύται ήσαν και αι τρέψασαι από του Ελληνικού στρατοπέδου εις φυγήν τον βασιλέα! Και ούτω μεν, λοιπόν, επέρασεν η νυξ αυτή.

Την δ' επομένην τους ωδήγησαν εις το στράτευμα. Και απεφάσισαν οι στρατιώται ούτε να ενοχλούν, αλλ' ούτε και να ενοχλούνται οι Παφλαγόνες. Μετά ταύτα οι μεν πρέσβεις ανεχώρησαν. Οι δ' Έλληνες, αφού είδαν ότι είχαν πλέον εις την διάθεσίν των αρκετά (διά την αναχώρησίν των) πλοία, επιβιβασθέντες έπλεον νυχθημερόν υπό ούριον άνεμον, έχοντες προς τα αριστερά των την Παφλαγονίαν.

Την δ' επομένην φθάνουν εις την Σινώπην και προσορμίζονται εις το επίνειον αυτής Αρμήνην. Οι Σινωπείς δε κατοικούν μεν εις την Παφλαγονικήν χώραν, είναι δε άποικοι των Μιλησίων. Ούτοι, λοιπόν, αποστέλλουν ως δώρα (φιλοξενίας) προς τους Έλληνας κριθίνων μεν αλεύρων τρισχιλίους μεδίμνους, (45) πλήρεις δε οίνου χίλιους πεντακοσίους αμφορείς. (46) Ενταύθα ήλθε και ο Χειρίσοφος με μίαν μόνον τριήρη.

Και οι μεν στρατιώται ήλπιζαν ότι θα ήρχετο φέρων εις αυτούς κάτι τι σπουδαίον. Ούτος όμως δεν έφερε μεν τίποτε, ανήγγειλε δε, ότι εγκρίνει (όσα μέχρι τούδε έπραξαν) και ο ναύαρχος Αναξίβιος και οι άλλοι, και ότι ο Αναξίβιος υπέσχετο ότι, άμα εξέλθουν του Πόντου, θα δώση εις έκαστον μισθόν.

Και εις την Αρμήνην ταύτην έμειναν οι στρατιώται ημέρας πέντε. Άμα δε είδαν (ησθάνθησαν) ότι ήσαν πλησίον της Ελλάδος, τώρα περισσότερον ή πριν εσκέφθησαν (τους μπήκε η έννοια) πως θα ήτο δυνατόν να επιστρέψουν εις την πατρίδα των φέροντες και κάτι τι μαζή των (κάποιο χαρτζηλίκι).

Έκριναν, λοιπόν, ορθόν ότι, εάν εξέλεγαν ένα αρχηγόν, θα ηδύνατο πολύ περισσότερον ή εάν ήτο πολυπρόσωπος Κυβέρνησις ο ένας ούτος να διοικήση επωφελώς το στράτευμα και την ημέραν και την νύκτα, και, εάν παρίστατο ανάγκη να κάνη τίποτε χωρίς να εννοηθή, ότι θα ηδύνατο να κρυφθή πολύ καλλίτερα, και εάν, πάλιν, ήτον ηναγκασμένος να προφθάση (προλάβη) κάτι, ότι τώρα πολύ ολιγώτερον ή πρότερον θα καθυστέρει (θα έμενεν οπίσω). Διότι ενόμιζαν ότι δεν είχαν (πλέον) ανάγκην αναμεταξύ των λόγων (από λόγια), (47) αλλά πώς να τελειώνη (να πραγματοποιήται) το ταχύτερον ό,τι μόνον ο ένας θ' απεφάσιζεν. Ενώ προτήτερα δυνάμει της επικρατούσης ψήφου έπραττον τα πάντα οι στρατηγοί.

Μόλις δ' απεφάσισαν ταύτα, διηυθύνθησαν (ετράβηξαν) προς τον Ξενοφώντα. Και οι λοχαγοί, άμα τον επλησίασαν, του είπαν ότι τοιαύτη είναι η απόφασις του στρατού, έκαστος δε, φιλοφρονούμενος προς αυτόν όσον το δυνατόν περισσότερον, προσεπάθει να τον πείση ν' αναλάβη την αρχηγίαν του στρατεύματος.

Ο δε Ξενοφών αφ' ενός μεν επεθύμει (ό,τι του επροτείνετο), νομίζων ότι και η από μέρους του προς τους φίλους του εκτίμησις εκδηλούται ούτω ζωηροτέρα, (48) και εις την πατρίδα του ότι έτι μεγαλητέρα θα φθάση η φήμη του ονόματός του και ότι ίσως (κατά τύχην) γείνη παραίτιος μεγάλου τινός καλού διά τον στρατόν.

Και λοιπόν, αι μεν τοιαύται σκέψεις τον παρεκίνησαν (τον έσπρωξαν) (49) προς την επιθυμίαν να γείνη γενικός μονάρχης του στρατεύματος. Αλλ' όταν πάλιν ενεθυμείτο (περνούσε απ' το μυαλό του η ιδέα), ότι διά κάθε μεν άνθρωπον είναι άγνωστον πού θα ήναι το μέλλον του (πού θα καταλήξη), ότι δε, διά τούτο, θα εκινδύνευε και να χάση εντελώς όλην την μέχρι τούδε κτηθείσαν διά τόσων κόπων δόξαν, περιήρχετο εις απορίαν περί του πρακτέου (εστενοχωρείτο).

Ενώ δε εις τοιαύτην ευρίσκετο στενοχωρίαν τι να προτιμήση, ενόμισεν ότι το καλήτερον θα ήτο να ερωτήση (ν' ανακοινώση τας σκέψεις του) εις τους θεούς. Και, αφού διέταξε να του φέρουν δύο κατάλληλα προς θυσίαν σφάγια, ηρώτα — ενώ τα εθυσίαζε — τον βασιλέα Δία, όστις του ήτον από το μαντείον των Δελφών ενδεδειγμένος, (ίνα ερωτάται εις τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις). Και μάλιστα το όνειρον, το οποίον είδεν άλλοτε, ότε ήρχιζε να λαμβάνη μέρος εις την από κοινού επιμέλειαν του στρατεύματος (να 'νοιάζεται κι αυτός για την τύχη του στρατεύματος), (50) ενόμιζεν ότι χάρις και μόνον εις τον Θεόν αυτόν το είδεν.

Και ότε ωρμάτο (ξεκινούσε) από την Έφεσον, διά να ενωθή (συνεργασθή) με τον Κύρον, ενεθυμείτο ότι αετός τις εφώναξεν αισιώτατα, καθήμενος όμως κατά γης και ηρεμών, διά τον οποίον ο προπέμπων αυτόν (τον Ξενοφώντα) μάντις έλεγεν ότι εσήμαινε μεν μέγα και γεμάτον από δόξαν μάντευμα, μη αποβλέπον την ατομικήν (του Ξ.) τύχην, ότι όμως προεμήνυε μεγάλας ταλαιπωρίας και μόχθους διά το μέλλον. Διότι (έλεγεν) ότι πάρα πολύ επιτίθενται κατά του ούτω καθημένου αετού τα όρνεα. Και ότι ο οιωνός αυτός δεν προεμάντευε πλούτον και αφθονίαν πόρων. Διότι — κατά την γνώμην του — ο αετός προμηθεύεται τα προς συντήρησίν του αναγκαία μάλλον όταν ίπταται.

Ούτω, λοιπόν, ενώ εθυσίαζεν ερωτών διά των σφαγίων τον Θεόν, του αναγγέλλει ολοφάνερα ούτος να μη προσθέση εις την, ην έχει, αρχήν και άλλην, ούτε, εάν τυχόν τον εξέλεγαν, ν' αποδεχθή την εκλογήν. Και το ζήτημα μεν τούτο ελύθη σύμφωνα με την επιθυμίαν του Θεού.

Ο δε στρατός συνήλθε και πάντες ομοθύμως επρότειναν να εκλέξουν ένα μόνον αρχηγόν. Και αφού το απεφάσισαν, επρότειναν τον Ξενοφώντα. Όταν δε πλέον εφάνη καταφώρως ότι θα τον εκλέξουν, δεδομένου ότι η νικώσα ψήφος ανήκε κατά νόμον πάντοτε εις τον προτείνοντα, ηγέρθη ούτος και είπε τα εξής:

«Εγώ, ω άνδρες, ως άνθρωπος κ' εγώ μ' αδυναμίας, πάρα πολύ ευχαριστούμαι ούτω από σας τιμώμενος και σας ευχαριστώ και εύχομαι να μ' αξιώσουν οι Θεοί να γείνω διά σας κάποιου καλού παραίτιος. Το να προτιμηθώ όμως από σας ως γενικός του στρατού αρχηγός, ενώ παρευρίσκεται εις τας τάξεις σας ανήρ Λακεδαιμόνιος, ούτε εις σας μου φαίνεται ότι είναι συμφέρον — τουναντίον μάλιστα, εάν παρακαλέσετε τους Θεούς εις ό,τι δήποτε, διά τον λόγον ακριβώς τούτον ολιγώτερον θα εισακουσθήτε παρ' αυτών — ούτε πάλιν φρονώ ότι η εκλογή μου αυτή είναι απηλλαγμένη οιουδήποτε κινδύνου ως προς εμέ.

»Διότι βλέπω ότι και την πατρίδα μου δεν έπαυσαν ούτοι (οι Θεοί) πολεμούντες, πριν ή κατορθώσουν ν' αναγνωρίσουν (ρητώς) οι Αθηναίοι τους Λακεδαιμονίους και πριν ή γείνουν (ούτοι) ηγεμόνες των. (51) Αφού δ' ανεγνώρισαν την ηγεμονίαν των ταύτην οι Αθηναίοι, αμέσως (οι Θεοί) έπαυσαν να την πολεμούν και δεν κατεπίεζαν την πόλιν πλέον (τας Αθήνας) πέραν του υπό των συνθηκών συμφωνηθέντος ορίου. Ταύτα, λοιπόν, βλέπων σκέπτομαι μήπως, εάν φανώ ότι, όπου μου είναι εύκολον, εκεί και παραβαίνω τας αξιώσεις των (τας εντολάς των), μήπως, λέγω, λίαν ταχέως υπ' αυτών σωφρονισθώ.

»Όσον δ' αφορά εκείνο το οποίον σκέπτεσθε, ότι θα ηγείρετο μικροτέρα εις τον στρατόν στάσις, εάν, αντί πολλών, υπήρχεν ένας μόνον αρχηγός, μάθετε ότι, και οιονδήποτε άλλον εάν εκλέξετε ως τοιούτον, πάντως εμέ δεν θα με ιδήτε ποτέ στασιαστήν. Διότι φρονώ ότι, όστις, διαρκούντος του πολέμου, στασιάζει εναντίον του αρχηγού του, ότι ούτος εναντίον της ιδίας αυτού σωτηρίας στασιάζει. Εάν δ' εκλέξετε εμέ, δεν θα εξεπληττόμην διόλου, εάν ηθέλατε (μετά τινα καιρόν) εύρη κανένα πρόθυμον να φθονήση (ν' αντιπολιτευθή) και υμάς κ' εμέ».

Αφού δε είπε ταύτα, πολύ περισσότεροι τώρα διεμαρτύροντο λέγοντες ότι είναι απόλυτος ανάγκη να ήναι αυτός (και όχι άλλος) ο αρχηγός. Αγασίας δε ο Στυμφάλιος είπεν ότι θα ήτο γελοίον, εάν τα πράγματα είχον όπως τα εξέθηκεν ο Ξενοφών. «Ή μήπως τάχα θα οργισθούν οι Λακεδαιμόνιοι ακόμη και εάν, συνελθόντες συνδαιτυμόνες τινές εις δείπνον, εκλέξουν προϊστάμενον του συμποσίου μη Λακεδαιμόνιον; Επειδή — είπεν — εάν αληθώς έχη ούτω το πράγμα, πρέπει τότε — κατά την λογικήν αυτήν — να μην επιτραπή και εις ημάς να λοχαγώμεν, επειδή είμεθα Αρκάδες». Τότε, λοιπόν, επειδή ο Αγασίας ούτος ωμίλησεν ευστόχως, οι στρατιώται όλοι ήρχισαν να επιδοκιμάζουν θορυβωδώς τους λόγους του.

Και ο Ξενοφών, επειδή έβλεπεν ότι απ' όσα προηγουμένως είπεν, έλειπεν ακριβώς το σπουδαιότερον, ελθών εις το μέσον (των στρατιωτών) είπεν: «Αλλ', ω άνδρες, διά να βεβαιωθήτε (διά να με πιστέψετε), σας ορκίζομαι εις όλας και όλους τους Θεούς ότι αληθώς εγώ, ευθύς αφού εκατάλαβα την περί εμού απόφασίν σας, ηρώτων τους Θεούς, εάν θα ήτο και διά σας και δι' εμέ επωφελέστερον να μου επιτρέψουν ν' αναλάβω την, ην μου προτείνετε, αρχηγίαν. Οι Θεοί όμως εις τα θυσιασθέντα εις αυτούς σφάγια μου έδειξαν την απόφασίν των τόσον φανερά, ώστε και ιδιώτης ακόμη να ημπορή να καταλάβη (εκ των σφαγίων), ότι διά παντός τρόπου έπρεπε ν' απόσχω της γενικής αρχηγίας του στρατεύματος».

Ένεκα τούτου, λοιπόν, εκλέγουν τον Χειρίσοφον, όστις, ευθύς άμα εξελέγη, παρουσιασθείς προ των στρατιωτών είπε τα εξής: «Αλλ', ω άνδρες, τούτο μεν μάθετε καλώς, ότι ούτε εγώ βέβαια ήθελα στασιάση, εάν αντ' εμού εξελέγετε άλλον. Τον Ξενοφώντα όμως, μη εκλέξαντες, ωφελήσατε. Ακόμη και τώρα (που σας ομιλώ) τον έχει ήδη διαβάλη ο Δέξιππος προς τον Αναξίβιον όσον του ήτο δυνατόν, παρ' όλας τας προτροπάς μου να μη λέγη τοιαύτας διαβολάς. Ούτος δηλαδή (ο Δέξιππος) έλεγε πώς επίστευεν ότι ο Ξενοφών θέλει μάλλον να συναρχηγή του στρατεύματος του Κλεάρχου μαζή με τον Τιμασίωνα, αν και ήτον ούτος Δαρδανεύς, παρά με τον εαυτόν του (τον Δέξιππον), όντα Λάκωνα. (52)

»Αφού όμως — προσέθηκεν — εμέ εξελέξατε, και εγώ (επίσης) θα προσπαθήσω όσον ημπορώ να σας φανώ ωφέλιμος. Και τώρα δύνασθε πλέον να προετοιμάζεσθε μέχρι της αύριον προς αναχώρησιν, εάν ήναι ο καιρός κατάλληλος. Θα διευθυνθώμεν δε προς την Ηράκλειαν. Πρέπει, λοιπόν, όλοι μας να προσπαθήσωμεν να προσορμισθώμεν (να πιάσωμεν) εκεί. Ως προς τα άλλα δε, όταν φθάσωμεν εις την Ηράκλειαν, θα σκεφθώμεν».

Κεφάλαιον δεύτερον


Από την Σινώπην, λοιπόν, την επομένην εκπλεύσαντες (αναχωρήσαντες) έπλεον υπό ούριον άνεμον παρά την ακτήν επί δύο ημέρας. Και [ενώ παρέπλεον, εθεώντο την Ιασονίαν ακτήν, όπου λέγεται ότι προσωρμίσθη η Αργώ, και των ποταμών, πρώτον μεν του Θερμώδοντος, κατόπιν δε του Ίριος και έπειτα του Άλυος, τας εκβολάς, μετά τον τελευταίον δε τούτον, και την του Παρθενίου. Αφού δε επροσπέρασαν και τούτον], έφθασαν εις την Ηράκλειαν, πόλιν Ελληνικήν, αποικίαν των Μεγαρέων, ευρισκομένην δε εις την χώραν των Μαριανδυνών.

Και αγκυροβόλησαν παρά την Αχερουσιάδα Χερρόνησον, όπου λέγεται ότι κατήλθε προς συνάντησιν του Κερβέρου κυνός ο Ηρακλής, δεικνύουν δε και σήμερον εκεί καταβόθραν ως σημείον της καταβάσεώς του, έχουσαν βάθος πλέον των δύο σταδίων.

Ενταύθα οι Ηρακλεώται στέλλουν εις τους Έλληνας ως δώρα φιλοξενίας τρεις χιλιάδας μεδίμνους κριθίνων αλεύρων, δύο χιλιάδας αμφορείς οίνου, είκοσι βους και εκατόν πρόβατα. Ενταύθα, διά μέσου της πεδιάδος, ρέει ποταμός ονομαζόμενος Λύκος, του οποίου το πλάτος ήτο μέχρι δύο πλέθρων.

Οι δε στρατιώται συναθροισθέντες εσκέπτοντο πώς πρέπει πλέον να κάμουν εκ του Πόντου την λοιπήν πορείαν των: κατά γην ή κατά θάλασσαν; Εγερθείς δε Λύκων ο Αχαιός είπε τα εξής: «Απορώ τη αληθεία, ω άνδρες, με τους στρατηγούς: ότι ουδεμίαν καταβάλλουν προσπάθειαν να μας χορηγήσουν το αναγκαιούν δι' εκάστην ημέραν σιτηρέσιον. Διότι όσα μεν μας απέστειλαν οι Ηρακλεώται δεν θα ήναι ή τριών μόλις ημερών τροφή διά τον στρατόν. Από οιονδήποτε δε μέρος και αν εζητήσαμεν τοιαύτην, εστάθη αδύνατον να εύρωμεν. Νομίζω, λοιπόν, ότι πρέπει να ζητήσωμεν από τους Ηρακλεώτας όχι ολιγωτέρους των τριών χιλιάδων κυζικηνών (στατήρων) — διακόψας δ' άλλος τις είπεν: όχι ολιγωτέρους των δέκα χιλιάδων — αφού δ' εκλέξωμεν πρέσβεις, και μάλιστα αμέσως τώρα, να τους στείλωμεν, περιμένοντες αυτούς ενταύθα, εις την πόλιν, ίνα μάθωμεν τι θα μας απαντήσουν, διά να σκεφθώμεν κατόπιν, συμφώνως προς την απάντησίν των, τι θα πράξωμεν».

Μετά τους λόγους τούτους υπέδειξαν ως πρέσβεις πρώτον μεν τον Χειρίσοφον ως γενικόν του στρατού αρχηγόν. Τινές δ' επρότειναν και τον Ξενοφώντα. Ούτοι όμως ισχυρώς εναντιούντο. Διότι και οι δύο την αυτήν είχαν γνώμην: να μην καταπιέζουν Ελληνικήν πόλιν, ούτε να εκβιάζουν την φιλίαν της, όταν αυτή αρνήται να προσφέρη τι με την θέλησίν της.

Επειδή, λοιπόν, και ο Χειρίσοφος και ο Ξενοφών εφαίνοντο απρόθυμοι (να συμμορφωθούν προς την απόφασιν του στρατεύματος), αποστέλλουν Λύκωνα τον Αχαιόν και Καλλίμαχον τον Παρράσιον και Αγασίαν τον Στυμφάλιον. Ούτοι ελθόντες εις Ηράκλειαν ανήγγειλαν τα αποφασισθέντα. Ελέγετο μάλιστα ότι ο Λύκων προέβη και εις απειλάς, εις περίπτωσιν καθ' ην δεν ήθελαν συμμορφωθή προς τας αποφάσεις των.

Ακούσαντες δ' αυτούς οι Ηρακλεώται τους είπαν ότι θα σκεφθούν. Κ' ευθύς αμέσως και τα πράγματά των — (τα πράτα των, τα ζωντανά των) εκ των αγρών συνέλεξαν και, συμμαζεύσαντες ό,τι κατάλληλον ήτο προς αγοράν εκτεθειμένον, μετέφεραν εντός της πόλεως, αφού δ' έκλεισαν τας πύλας της, ήρχισαν να φαίνωνται επί των τειχών της όπλα (έτοιμα προς υπεράσπισίν της).

Ένεκα όλων αυτών οι (ως άνω) κινήσαντες την ταραχήν ταύτην κατηγόρουν τους στρατηγούς ότι, (ως εκ της στάσεώς των), τους κατέστρεψαν (τους εχάλασαν) την υπόθεσιν. Και συνήλθον συνενωθέντες οι Αρκάδες και οι Αχαιοί. Προΐσταντο δ' αυτών προ πάντων Καλλίμαχος ο Παρράσιος και Λύκων ο Αχαιός. Οίτινες έλεγαν ότι ήτον απρεπέστατον να ήναι αρχηγός των Πελοποννησίων Αθηναίος ή και Λακεδαιμόνιος, όστις ελαχίστην είχεν εισφέρη δύναμιν εις τον στρατόν. (53) Ότι αυτοί (κυρίως) κάθε κόπον εδοκίμαζαν, ενώ τα κέρδη ήσαν προωρισμένα δι' άλλους. Και όλα αυτά, ενώ αυτοί έφεραν εις πέρας την εν γένει του στρατού διάσωσιν. Διότι (και πράγματι) — έλεγαν — οι μέχρι τέλους εργασθέντες προς διάσωσίν του ήσαν οι Αρκάδες και οι Αχαιοί, ότι ολόκληρον δε το άλλο στράτευμα (απέναντι του αριθμού αυτών) τίποτε δεν ήξιζεν. — Αληθώς δε πλέον του ημίσεος του στρατεύματος ήσαν Αρκάδες και Αχαιοί.

Εάν, λοιπόν, ήναι φρόνιμοι (εάν, λοιπόν, έχουν μυαλό), πρέπει, αφού συνέλθουν και εκλέξουν ιδίους στρατηγούς, να βαδίσουν πλέον εις τα εξής μόνοι των, προσπαθούντες να καρπωθούν (και αυτοί) τίποτε καλόν. Πράγμα το οποίον και απεφασίσθη αμέσως.

Και αφού εγκατέλειψαν τον Χειρίσοφον (ακόμη και) όσοι ήσαν πλησίον του Αρκάδες και Αχαιοί, και τον Ξενοφώντα, συνηνώθησαν (πάντες) κ' εκλέγουν δέκα (δι' εαυτούς και μόνον) στρατηγούς. Δυνάμει δε του εκ της επικρατούσης ψήφου απορρέοντος δικαιώματος εψήφισαν: παν ό,τι απεφάσιζαν, τούτο και να εκτελούν (οι στρατηγοί). Ούτω λοιπόν, η μεν γενική αρχηγία του Χειρισόφου, έξ ή επτά ημέρας, αφ' ης εξελέγη ούτος, κατελύθη.

Ο Ξενοφών όμως ήθελε μαζή με τον Χειρίσοφον να συνεχίση την πορείαν του, νομίζων ότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα ήτον αύτη ασφαλεστέρα, παρά εάν εβάδιζεν έκαστος (των στρατηγών) ξεχωριστά. Ο Νέων όμως προσεπάθει να τον πείση να προχωρήση μόνος του, επειδή είχε μάθη από τον Χειρίσοφον ότι ο εν Βυζαντίω διοικητής Κλέανδρος του είχεν υποσχεθή ότι θα ήρχετο με πλοία εις τον λιμένα της Κάλπης.

Διά να μη λάβη, λοιπόν, κανείς άλλος μέρος, μόνοι δε ο Νέων και ο Χειρίσοφος και οι στρατιώται των αναχωρήσουν με τα (εν λόγω) πλοία, διά τούτο έδιδε τοιαύτας εις τον Ξενοφώντα συμβουλάς. Και ο Χειρίσοφος, αφ' ενός μεν αθυμών δι' όσα μέχρι τούδε έγειναν, αφ' ετέρου δε, ένεκα όλων αυτών, αισθανόμενος μίσος προς το στράτευμα, δίδει εις τον Νέωνα την άδειαν να κάμη ό,τι θέλει.

Ο δε Ξενοφών επί τι μεν χρονικόν διάστημα εσκέφθη, αφού απαλλαγή από το στράτευμα, να αναχωρήση (μόνος του). Αλλ' ενώ ηρώτα (θύων) περί τούτου τον άρχοντα Ηρακλέα και του ανεκοίνωνε την σκέψιν του: ποίον εκ των δυο θα ήτο προτιμότερον: να προχωρήση με όσους του είχαν απομείνη (μετά την αποχώρησιν των Αχαιών και Αρκάδων του) στρατιώτας, ή ν' απαλλαγή αυτών τελείως, ο Θεός διά των σπλάγχνων των σφαγίων του είπε (του απήντησεν) ότι πρέπει να συνεχίση μαζή των την πορείαν του.

Ούτω διαιρείται το στράτευμα εις τρία μέρη: Αρκάδες μεν και Αχαιοί, πλέον των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων, όλοι οπλίται. Υπό τον Χειρίσοφον δε, οπλίται μεν μέχρι χιλίων τετρακοσίων, πελτασταί δε μέχρις επτακοσίων, ήσαν δ' (οι τελευταίοι) ούτοι οι υπό τον Κλέαρχον Θράκες. Και υπό τον Ξενοφώντα, οπλίται μεν μέχρι χιλίων επτακοσίων, πελτασταί δε μέχρι τριακοσίων. Μόνον δε ούτος είχε μαζή του και ιππικόν, περί τους τεσσαράκοντα ιππείς.

Και οι μεν Αρκάδες, κατορθώσαντες να λάβουν πλοία από τους Ηρακλεώτας, πρώτοι εξ όλων αναχωρούν, όπως, αιφνιδίως επιπίπτοντες κατά των Βιθυνών, αρπάξουν όσον το δυνατόν περισσότερα. Και αποβιβάζονται εις τον λιμένα της Κάλπης, κατά το μέσον σχεδόν της (εν Μικρασία) Θράκης. Ο δε Χειρίσοφος, ευθύς από της πόλεως των Ηρακλεωτών αρχίσας την πορείαν του, επορεύετο πεζή διά της Βιθυνίας. Αφού δ' εισήλθεν εις την Θράκην, ετράπη προς την θάλασσαν, επειδή (καθ' οδόν) ησθένησεν. Ο δε Ξενοφών, αφού έλαβε πλοία, αποβιβάζεται εις τα μεταξύ Θράκης και Ηρακλεώτιδος όρια και εβάδιζεν εντεύθεν (από 'δώ και πέρα) διά ξηράς.

Κεφάλαιον τρίτον


[Κατά ποίον μεν τρόπον η γενική αρχηγία του Χειρισόφου κατελύθη και κατεμερίσθη το των Ελλήνων στράτευμα, ελέχθη ανωτέρω]. Έκαστοι δ' αυτών έπραξαν τα εξής:

Οι μεν Αρκάδες, ευθύς ως απεβιβάσθησαν την νύκτα εις τον λιμένα της Κάλπης, βαδίζουν εις τα πρώτα, που συνήντησαν, εις απόστασιν τριάκοντα περίπου σταδίων από της θαλάσσης, χωρία. Αφού δ' εξημέρωσεν, ωδήγησεν έκαστος των στρατηγών εναντίον εκάστου (ξεχωριστά) χωρίου τον λόχον του. Εις κάθε δε χωρίον, που τους εφαίνετο μεγαλήτερον των άλλων, ωδήγουν οι στρατηγοί ανά δύο μαζή λόχους.

Υπέδειξαν δ' από συμφώνου και λόφον, εις τον οποίον εν ανάγκη θα συνηθροίζοντο όλοι. Και, λοιπόν, επειδή επέπεσαν κατά των χωρίων αιφνιδίως, και πολλούς αιχμαλώτους έλαβαν και, περικυκλώσαντες (της στάναις των), πολλά πρόβατα εκυρίευσαν.

Όσοι δ' εκ των κατοίκων διέφευγον (την επίθεσιν) συνηθροίζοντο. Πολλοί δε, όντες πελτασταί, διέφευγον εξ αυτών των χειρών των οπλιτών. Αφού δε συνηθροίσθησαν (αρκετοί), κατ' αρχάς μεν επιτίθενται κατά του λόχου ενός των Αρκάδων στρατηγών, ονομαζόμενου Σμίκρητος, όστις (λόχος) ήδη έτρεχε, φέρων μαζή του και πολλά πράγματα, εις τον εκ της προηγουμένης συνεννοήσεως ωρισθέντα λόφον.

Και μέχρι τινός μεν οι Έλληνες εμάχοντο συγχρόνως πορευόμενοι. Κατά την διάβασιν όμως (κάποιας εκεί) χαράδρας, τους τρέπουν εις φυγήν οι Θράκες, και αυτόν τον ίδιον Σμίκρητα φονεύουν και όλους όσοι τον ηκολούθουν. Από άλλον δε λόχον, διοικούμενον από τον Ηγήσανδρον, και τούτον εκ των δέκα στρατηγών όντα, άφησαν οκτώ μόνον ζωντανούς, εν οις και ο Ηγήσανδρος.

Και οι άλλοι επίσης λόχοι συνεπλάκησαν, άλλοι μεν με όσα είχαν αρπάση πράγματα, άλλοι δε χωρίς πράγματα. Οι δε Θράκες, επειδή ηυτύχησαν εις την πρώτην ταύτην συμπλοκήν, επεκαλούντο διά φωνών αλλήλους και συνηθροίζοντο με όλα των τα δυνατά καθ' όλην την επιούσαν νύκτα. Και μόλις εξημέρωσεν, ήρχισε να παρατάσσεται γύρω του λόφου, επί του οποίου ήσαν στρατοπεδευμένοι οι Έλληνες, και ιππικόν πολύ και πελτασταί, ολίγον δε κατ' ολίγον συνέρρεον διαρκώς περισσότεροι.

Και επετέθησαν αφόβως κατά των οπλιτών. Διότι οι μεν Έλληνες ούτε τοξότην είχαν κανένα, ούτε ακοντιστήν, ούτε ιππέα. Οι δε Θράκες, τρέχοντες και ελαύνοντες πλησίον του λόφου, τους εκτύπων με τα ακόντιά των. Κάθε φορά δε που επήρχοντο εναντίον των οι Έλληνες, αυτοί ευκόλως διέφευγον τας επιθέσεις των. Και εν γένει άλλοι άλλοις κατά διαφόρων σημείων επετίθεντο.

Και εκ των Ελλήνων μεν πολλοί επληγώνοντο, εκ των Θρακών δε κανείς. (Εις τοιαύτην δε οι Έλληνες είχαν περιέλθη θέσιν), ώστε να μην ήναι δυνατόν πλέον ούτε να κινηθούν από το μέρος εκείνο, έφθασαν δε μέχρι του σημείου οι Θράκες, ακόμη και αυτό το νερό να τους στερήσουν.

Επειδή δε περιήλθον εις αμηχανίαν, ήρχισαν να συζητούν περί ειρήνης. Και ως προς όλα μεν τα άλλα εσυμφώνησαν. Ζητούντων όμως ομήρους των Ελλήνων εις πίστωσιν των συμφωνιών, οι Θράκες ηρνούντο να τους δώσουν. Και η υπόθεσις μόνον εις το σημείον αυτό εύρισκεν εμπόδια (εσκάλωνε).

Και λοιπόν, τα των Αρκάδων μεν εις τοιαύτην είχαν περιέλθη θέσιν. Ο δε Χειρίσοφος, ασφαλώς πορευόμενος παρά την θάλασσαν (παραπλέων τας ακτάς της Βιθυνίας), φθάνει εις τον λιμένα της Κάλπης. Ενώ δε ο Ξενοφών εβάδιζε διά ξηράς, οι ιππείς του, τρέχοντες με ορμήν προς τα εμπρός, συναντούν γέροντάς τινας, κάπου εκεί πορευομένους. Τους οποίους, αφού έφεραν εις τον Ξενοφώντα, ερωτά ούτος, εάν που ήκουσαν τίποτε περί άλλου τινός στρατεύματος, επίσης Ελληνικού.

Ούτοι δε του διηγήθησαν όλα όσα είχαν πάθη οι Αρκάδες, και ότι ούτοι ήδη πολιορκούνται επί λόφου, ότι δε όλοι οι Θράκες τους είχαν πανταχόθεν περικυκλώση. Τότε τους μεν ανθρώπους τούτους εφύλαττεν ισχυρώς (με προσοχήν), διά να του χρησιμεύσουν ως οδηγοί, όπου ήθελε παραστή ανάγκη. Αφού δ' ετοποθέτησε πλησίον των φρουρούς, συνήθροισε τους στρατιώτας και είπε (προς τούτους τα εξής):

«Ω άνδρες στρατιώται, άλλοι μεν εκ των Αρκάδων εφονεύθησαν, οι δε υπόλοιποι επί λόφου τινός πολιορκούνται. Νομίζω, λοιπόν, ότι, εάν καταστραφούν εκείνοι, βεβαίως ούτε ημείς πλέον δυνάμεθα να σωθώμεν (από την καταστροφήν), αφού οι πολέμιοι τόσον μεν είναι, αφ' ενός, πολλοί, τόσον δ', αφ' ετέρου, έχουν λάβη θάρρος.

»Λοιπόν φρονώ ότι μας επιβάλλεται εξ άπαντος να τρέξωμεν· εις βοήθειαν εκείνων, όπως, εάν δεν εφονεύθησαν ακόμη, πολεμήσωμεν μαζή των, και όπως μη, εγκαταλειφθέντες μόνοι εις τας δυνάμεις μας, μόνοι επίσης και ριψοκινδυνεύσωμεν.

»Διότι εντεύθεν (από 'δώ που είμαστε) εις κανένα μέρος δεν θα ηδυνάμεθα απαρατήρητοι να φύγωμεν. Διότι — προσέθηκεν — εάν επιστρέψωμεν και πάλιν εις Ηράκλειαν, ο δρόμος είναι πολύς. Πολύς δ' επίσης και έως ότου περάσωμεν από 'δώ εις την Χρυσούπολιν. Οι δε πολέμιοι είναι πλησίον μας. Μέχρις όμως του λιμένος της Κάλπης, ένθα υποθέτομεν ότι ευρίσκεται ο Χειρίσοφος, εάν τυχόν έχει διασωθή, η οδός είναι ελαχίστη. Αλλ' εκεί μεν ούτε πλοία έχομεν προς αναχώρησιν, ούτε μιας καν ημέρας (έχομεν) τροφάς, εάν θελήσωμεν να μείνωμεν.

»Των πολιορκουμένων όμως τυχόν καταστραφέντων, είναι πολύ χειρότερον με μόνους τους υπό τον Χειρίσοφον να διακινδυνεύωμεν, παρά, διασωθέντων τούτων (54), να φροντίζωμεν από κοινού υπέρ της σωτηρίας μας, αφού εις ένα και το αυτό μέρος συγκεντρωθώμεν όλοι.

«Πρέπει, λοιπόν, αφού πάρωμεν την απόφασιν, να προχωρήσωμεν (να τραβήξωμε εμπρός), διότι τώρα είναι περίστασις ή ν' αποθάνωμεν ευκλεώς ή να επιτελέσωμεν κατόρθωμα ένδοξον, τόσους Έλληνας από άφευκτον σώζοντες καταστροφήν (55).

»Ίσως δε μας οδηγεί (προς την δόξαν ταύτην και ο Θεός, όστις θέλει (βέβαια) να ταπεινώση εκείνους, οίτινες εκαυχήθησαν ότι είναι υπέρτεροι αυτού (ισχυρότεροί του), ημάς δε, οίτινες πάντοτε από των θεών αρχόμεθα (εις κάθε διάβημά μας), (56) να αναδείξη εντιμοτέρους εκείνων. Αλλά πρέπει να πρέπει να με ακολουθείτε κατά πόδας, προσέχοντες ούτως ώστε να ημπορήτε να εκτελήτε τας διαταγάς μου.

»Και τώρα μεν, λοιπόν, θα στρατοπεδεύσωμεν, αλλ' αφού προχωρήσωμεν έως ου εύρωμεν τον κατάλληλον καιρόν να δειπνήσωμεν. Εφ' όσον δε προχωρούμεν, ο Τιμασίων με τους ιππείς του ας προπορεύεται, έχων πάντοτε τον νουν του και εις ημάς, και ας κατασκοπεύη τα προ αυτού (μέρη), ώστε να μη μας διαφύγη τίποτε».

Αφού είπε ταύτα, ανέλαβε την όλην αρχηγίαν του στρατεύματος. Απέστειλε δε προς τούτοις εις τα πλάγια και άκρα (του στρατού) και εκ των ελαφρωπλισμένων αρκετούς ευζώνους, διά να τους ειδοποιούν, αν τυχόν ήθελαν εξ οιουδήποτε μέρους παρατηρήση τίποτε. Διέταξε δε να κατακαίουν παν ό,τι καθ' οδόν ήθελαν συναντήση καύσιμον.

Οι δε ιππείς, διασπειρόμενοι παντού, έκαιον (και αυτοί), εφ' όσον ήτον ομαλόν το έδαφος. Και οι πελτασταί, αντιπαρερχόμενοι τα άκρα (ακολουθούντες τα άκρα εκ του πλησίον), έκαιον όλα όσα ενόμιζαν (έβλεπαν) ότι ήσαν διά κάψιμο. Η δε κατόπισθεν ερχομένη στρατιά (έκαιεν), εάν τυχόν ήθελε συναντήση τίποτε, το οποίον είχαν παραλείψη να κάψουν οι προηγηθέντες.

Ώστε εφαίνετο ότι επυρπολείτο όλη η χώρα και ότι ήτο το στράτευμα πολύ. (57) Επειδή δε ήτο καιρός πλέον (να στρατοπεδεύσουν) εστρατοπέδευσαν επί τινος λόφου αναβάντες, όπου και τα των πολεμίων πυρά έβλεπαν, απέχοντες αυτών ως τεσσαράκοντα στάδια, και αυτοί έκαιαν όσον ηδύναντο περισσότερα.

Αφού δ' εδείπνησαν ταχύτατα, εδόθησαν διαταγαί να σβυσθούν όλα εντελώς. Και την μεν νύκτα, εγκαταστήσαντες φρουρούς, εκοιμώντο. Άμα δ' εξημέρωσεν, αφού προσηυχήθησαν εις τους Θεούς και συνετάχθησαν ως προς μάχην, ήρχισαν να βαδίζουν απ' όποιο μέρος ηδύναντο (να βαδίζουν) γρηγορώτερα.

Ο Τιμασίων δε και οι ιππείς του, έχοντες μαζή των τους οδηγούς και προχωρούντες (πάντοτε), έφθασαν, χωρίς να το εννοήσουν, εις τον λόφον, όπου επολιορκούντο οι Έλληνες. Δεν βλέπουν δ' ενταύθα ούτε φιλικόν, ούτε εχθρικόν στράτευμα — πράγμα το οποίον αμέσως αναγγέλλουν εις τον Ξενοφώντα και το στράτευμά του — μόνον δε γραΐδιά τινα και γερόντια και πρόβατα ολίγοι και βόας, οι οποίοι είχαν εγκαταλειφθή εκεί.

Και κατ' αρχάς μεν ηπόρησαν: τι (να) είχε συμβή άραγε. Έπειτα όμως, ερωτήσαντες, έμαθαν από τους εγκαταλειφθέντας ότι οι μεν Θράκες, αμέσως μόλις εβράδυασεν, ανεχώρησαν (έφυγαν) εξαφανισθέντες. Περί τα χαράμματα δε — είπαν — ότι είχαν αναχωρήση και οι Έλληνες. Προς ποίον δε μέρος διηυθύνθησαν ούτοι, δεν εγνώριζαν.

Ακούσαντες ταύτα οι περί τον Ξενοφώντα, αφού επρογευμάτισαν (έφαγαν) κ' ετοίμασαν, κατόπιν, τας αποσκευάς των, επροχώρουν, θέλοντες να ενωθούν, όσον ηδύναντο ταχύτερον, με τους άλλους, εις τον λιμένα της Κάλπης. Πορευόμενοι δε (προς τον λιμένα) έβλεπαν επί της προς την Κάλπην αγούσης οδού τα ίχνη των Αρκάδων και Αχαιών. Αφού δε συνηντήθησαν, είδαν με μεγάλην των χαράν αλλήλους και ησπάζοντο ο ένας τον άλλον σαν αδελφοί.

Ηρώτων δε οι Αρκάδες τους περί τον Ξενοφώντα διατί είχαν σβύση (την παρελθούσαν νύκτα) τα πυρά. «Διότι ημείς μεν — είπαν — ενομίζαμεν κατ' αρχάς, επειδή δεν τα εβλέπαμεν πλέον, ότι εβαδίσατε, διαρκούσης της νυκτός, κατά των πολεμίων. Οι δε πολέμιοι πάλιν, καθώς μας εφάνησαν, τοιαύτην τινά εξ υμών επίθεσιν φοβηθέντες, ανεχώρησαν. Διότι αυτοί απεμακρύνθησαν καθ' ον σχεδόν χρόνον εσβύσατε σεις τα πυρά.

Επειδή όμως δεν σας εβλέπαμεν (από πουθενά να φαίνεσθε), εις μάτην δε ο καιρός παρήρχετο, ενομίσαμεν ότι, αφού εμάθατε τα καθ' ημάς (τα όσα υποφέραμεν), ότι εκ φόβου ετράπητε κρυφίως προς την θάλασσαν. Και απεφασίσαμεν να σας ακολουθήσωμεν. Κατ' αυτόν, λοιπόν, τον τρόπον εβαδίσαμεν και ημείς προς τα εδώ».

Κεφάλαιον τέταρτον


Ταύτην μεν, λοιπόν, την ημέραν εστρατοπέδευσαν εις το παραθαλάσσιον, εν υπαίθρω, πλησίον του λιμένος. Το δε μέρος τούτο, το οποίον ονομάζεται λιμήν Κάλπης, ευρίσκεται μεν εις την εν τη Μικρά Ασία Θράκην. Άρχεται δε η Θράκη αύτη από της εισόδου («στόματος») του Πόντου, εκτεινομένη μέχρι της Ηρακλείας, (κειμένης) προς τα δεξιά του εισερχομένου εις τον Πόντον.

Και με τριήρη μεν κωπηλατουμένην η απόστασις από Βυζαντίου εις Ηράκλειαν είναι μιας μακράς ημέρας πλους. Εις το μέσον δε καμμία μεν άλλη πόλις δεν υπάρχει, ούτε φιλική (εις τους Έλληνας), ούτε Ελληνίς, ειμή μόνον Θράκες Βιθυνοί. Οίτινες όσους εκ των Ελλήνων ήθελαν αιχμαλωτίση, ναυαγήσαντας ή δι' οιονδήποτε άλλον λόγον αποβιβασθέντας εις την χώραν των, λέγεται ότι τους μεταχειρίζονται υβριστικώτατα.

Ο δε λιμήν της Κάλπης κείται μεν εν τω μέσω των εκατέρωθεν, εξ Ηρακλείας και Βυζαντίου, πλεόντων, είναι δε γλώσσα γης κατευθυνομένη προς την θάλασσαν, της οποίας το μεν προς αυτήν (την θάλασσαν) εκτεινόμενον μέρος είναι βράχος απόκρημνος, έχων ύψος, κατ' ελάχιστον (όριον), όχι ολιγώτερον των είκοσιν οργυιών, ο δε προς την γην (ξηράν) εκτεινόμενος αυχήν (λαιμός) έχει πλάτος πλέον των τεσσάρων πλέθρων (58). Εις δε το εντός της περιοχής του αυχένος μέρος δύνανται να κατοικήσουν δέκα χιλιάδες άνθρωποι.

Υπάρχει δε λιμήν υπ' αυτόν τον βράχον, προς τα δυτικά αυτού, μ' επίπεδον και ομαλήν ακτήν («αιγιαλόν»). Υπό την γλώσσαν δε, δεσποζομένη υπ' αυτής, υπάρχει κρήνη με γλυκό νερό, ρέουσα επ' αυτής της θαλάσσης αφθονώτατα. Δένδρα δε πολλά μεν και ποικίλα, πάρα πολλά δ' εξ αυτών και κατάλληλα διά ναυπήγησιν πλοίων υπάρχουν παρ' αυτήν την θάλασσαν.

Το δε όρος προς τα μεσόγεια μεν εκτείνεται μέχρις είκοσι σταδίων, όλον δε χωμάτινον και άλιθον. Το δε παρά την θάλασσαν, εις πλέον των είκοσι σταδίων έκτασιν, γεμάτον από πολλά και ποικίλα και μεγάλα δένδρα.

Η δε υπόλοιπος χώρα είναι πολλή και εύφορος και χωρία υπάρχουν εν αυτή πολλά και καλώς οικούμενα. Διότι η γη παράγει και κριθήν και σίτον και όλα τα όσπρια και κεχρί και σουσάμι και σύκα αρκετά και πολλάς και γλυκυοίνους αμπέλους και όλα τα άλλα (καρποφόρα δένδρα) πλην των ελαιών.

Και η μεν χώρα ήτο τοιαύτη (περίπου). Κατεσκήνου δε — είπομεν — ο στρατός εις τας πλησιεστάτας προς την θάλασσαν ακτάς. Εις ην δε περιοχήν (μέρος) ηδύνατο να ιδρυθή πόλις, ο στρατός δεν ήθελε να στρατοπεδεύση. Αλλά και εάν ήθελάν τινες να ιδρύσουν τοιαύτην, ήτο δύσκολον, διότι ο ενταύθα οικισμός των θα εκρίνετο ως εξ επιβουλής (κατά των άλλων εν Πόντω Ελληνικών πόλεων) ορμώμενος.

Διότι οι περισσότεροι των στρατιωτών δεν έγειναν μισθοφόροι (δεν έφυγαν από την πατρίδα των, διά να προσληφθούν εις τον μισθοφορικόν αυτόν στρατόν) ένεκα πτωχείας και στερήσεων, αλλά διότι ήκουον διαρκώς περί της μεγάλης ικανότητος και ανδρείας του Κύρου, άλλοι μεν εξ αυτών και (ουκ ολίγους) άνδρας φέροντες μαζή των (όταν έφυγαν), άλλοι δε προσθέτως και χρήματα καταναλώσαντες, και εξ αυτών (πάλιν) άλλοι μεν διεκφυγόντες κρυφά πατέρας και μητέρας, άλλοι δε και τέκνα εγκαταλείψαντες, με την ελπίδα ότι θα επιστρέψουν με περιουσίας στην πατρίδα των, ακόμη δε και διότι ήκουον ότι όλοι οι πλησίον του Κύρου υπηρετήσαντες πολυειδώς ηυτύχησαν. Επειδή, λοιπόν, ήσαν τοιούτοι, επόθουν να επιστρέψουν, πλέον (σώοι και ασφαλείς) εις την Ελλάδα.

Αφού δ' εξημέρωσεν η δευτέρα (59) ημέρα της επί ταυτό συναντήσεως του στρατεύματος, ο Ξενοφών ηρώτα θύων διά την περαιτέρω αυτού πορείαν (τύχην) τους Θεούς. Διότι ήτον ανάγκη να οδηγήση τον στρατόν προς εύρεσιν των προς συντήρησίν του αναγκαίων. Είχε δε κατά νουν να θάψη και τους νεκρούς. Αφού δ' εσπλαγχνοσκόπησε τα σφάγια, ξεκίνησε, τον ηκολούθουν δε (προπορευόμενον) και οι Αρκάδες, και τους μεν περισσοτέρους εκ των νεκρών έθαψαν κατά σωρούς εις ο μέρος έπεσαν. Διότι ήδη κατέκειντο εκεί από πέντε ημερών και ήτον απολύτως αδύνατον να τους σηκώσουν. Τινάς δε, περιμαζεύσαντες εκ των οδών, έθαψαν εκ των ενόντων όσον ηδύναντο καλλίτερα. Διά τους μη ευρεθέντας δε, έκαμαν μέγα κενοτάφιον, και στεφάνους (επ' αυτού) επέθηκαν.

Αφού δ' έπραξαν ταύτα, επέστρεψαν εις το στρατόπεδον. Και τότε μεν δειπνήσαντες εκοιμήθησαν. Την δ' επομένην συνηθροίσθησαν όλοι οι στρατιώται. Προ πάντων δε συνέλεξεν αυτούς Αγασίας ο Στυμφάλιος, λοχαγός, και Ιερώνυμος ο Ηλείος, λοχαγός, και άλλοι, όλοι από τους σεβαστοτάτους των Αρκάδων.

Και απεφάσισαν: εάν τις του λοιπού κάμη λόγον περί διαιρέσεως του στρατού, ούτος να τιμωρήται διά θανάτου. Και να βαδίζουν όλοι ευρισκόμενοι εις τας θέσεις των, καθ' ον τρόπον ήτο (καταμερισμένον) προτήτερα το στράτευμα. Και να ήναι αρχηγοί του οι πρώην στρατηγοί. Και ο μεν Χειρίσοφος είχεν ήδη αποθάνη, επειδή επήρε με πυρετόν φάρμακόν τι. (60) Την θέσιν δ' αυτού έλαβε (τον διεδέχθη δε) Νέων ο Ασιναίος.

Μετά ταύτα δε εγερθείς ο Ξενοφών είπε τα εξής: «Ω άνδρες στρατιώται, την μεν περαιτέρω πορείαν θα κάμωμεν, καθ' όλα τα φαινόμενα, διά ξηράς. Διότι πλοία δεν υπάρχουν. Είναι δε πλέον ανάγκη να βαδίζωμεν. Διότι, εάν μείνωμεν, δεν θα έχωμεν πόθεν να τραφώμεν. Ημείς, λοιπόν, οι στρατηγοί, θα ερωτήσωμεν τους Θεούς (περί του πρακτέου). Σεις δε, αν άλλοτέ ποτε παρεσκευάσθητε προς μάχην, σήμερα πρέπει να προετοιμασθήτε πολύ περισσότερον παρ' άλλοτε. Διότι οι πολέμιοι ανεθάρρησαν».

Μετά ταύτα ηρώτων τους Θεούς οι στρατηγοί θύοντες. Παρευρίσκετο δε ως μάντις Αρηξίων ο Αρκάς. Διότι ο Σιλανός ο Αμπρακιώτης είχεν ήδη δραπετεύση, αφού εμίσθωσε πλοίον από την Ηράκλειαν. Ενώ δε εσπλαγχνοσκόπουν ερωτώντες τους Θεούς περί της, ην ήθελεν έχει, εκβάσεως η αναχώρησίς των, τα σφάγια δεν εφανέρωναν καλά σημεία. Ταύτην μεν, λοιπόν, την ημέραν έπαυσαν (μαντευόμενοι).

Καί τινες ετόλμησαν να είπουν ότι ο Ξενοφών, θέλων να κατοικίση (ιδρύση πόλιν εις) το μέρος εκείνο, έπεισε τον μάντιν να λέγη ότι τα σφάγια δεν φανερώνουν κανέν σημείον σχετικόν με την αναχώρησίν των.

Ένεκα του λόγου τούτου, αφού την επαύριον εκήρυξεν ότι ηδύνατο πας τις να παρευρίσκεται κατά την ώραν της θυσίας και αφού παρήγγειλεν, εάν τυχόν υπήρχε κανείς ακόμη μάντις εις στράτευμα, να παρευρίσκεται και ούτος, διά να ίδη μαζή με τον Αρηξίωνα τα σφάγια, ηρώτα, θύων, εκ νέου τους Θεούς. Και τότε παρευρέθησαν πολλοί.

Ενώ δε και πάλιν εσπλαγχνοσκόπει μαντευόμενος διά τρίτην ήδη φοράν, ουδέν τα σφάγια εφανέρωναν ως προς την αναχώρησιν. Ως εκ τούτου εστενοχωρούντο πολύ οι στρατιώται. Διότι και αι τροφαί, όσας είχαν φέρη μαζή των, όταν ήλθαν, είχαν πλέον τελειώση. Και ουδαμού υπήρχαν τοιαύται, διά ν' αγοράσουν.

Ένεκα τούτου, συναθροισθέντων των στρατιωτών (και πάλιν), είπε προς αυτούς ο Ξενοφών: «Ω άνδρες, ως προς την πορείαν μας μεν, όπως βλέπετε, ακόμη δεν εφανερώθησαν κατ' ευχήν τα ιερά. Βλέπω δ' εξ άλλου ότι έχετε ανάγκην τροφών. Νομίζω, λοιπόν, ότι περί τούτου και μόνου πρέπει να ερωτήσωμεν τους Θεούς». (61)

Εγερθείς κάποιος τότε είπε: «Και — καθώς βλέπω — ήτον επόμενον να μην αποβαίνουν κατ' ευχήν τα ιερά. Διότι, όπως εγώ έμαθα χθες κατά τύχην από κάποιον ελθόντα με πλοίον εις τα μέρη αυτά, ο διοικητής του βυζαντίου Κλέανδρος έχει σκοπόν να έλθη με (φορτηγά) πλοία και τριήρεις».

Μετά ταύτα δε όλοι μεν ενόμιζαν ότι έπρεπε να τον αναμένουν. Αλλ' ήτον, εξ άλλου, και ανάγκη απόλυτος να τρέξουν προς εύρεσιν τροφών. Και πάλιν, λοιπόν, διά το ίδιο ζήτημα επί τρεις φοράς ηρώτων με σφάγια τους Θεούς, αλλά και πάλιν ταύτα ουδέν αίσιον εφανέρωσαν. Και ήδη, ελθόντες και εις αυτήν την σκηνήν του Ξενοφώντος, διεμαρτύροντο διά την έλλειψιν τροφών. Εν τούτοις ούτος εξηκολούθει αρνούμενος να τους οδηγήση (να εξαγάγη τον στρατόν) προς εύρεσιν τοιούτων, αφού τα ιερά παρουσιάζοντο πάντοτε δυσοίωνα.

Και πάλιν ηρώτα τους Θεούς την επομένην και σχεδόν όλοι οι στρατιώται, διότι όλοι ενδιαφέροντο, ετριγύριζαν τα ιερά παρατηρούντες. Τα δε σφάγια είχαν τελειώση πλέον (Ζώα δε προς σπλαγχνοσκοπίαν δεν υπήρχαν πλέον). Οι δε στρατηγοί ηρνούντο μεν να οδηγήσουν τον στρατόν προς επισιτισμόν, τον εκάλεσαν δε και πάλιν εις συνάθροισιν. Είπε, λοιπόν, ο Ξενοφών: «Ίσως είναι ήδη συνηθροισμένοι κάπου οι πολέμιοι και είναι απόλυτος ανάγκη να πολεμήσωμεν. Εάν, λοιπόν, αφού αφήσωμεν (τοποθετήσωμεν) τας αποσκευάς μας εις το ασφαλές και οχυρόν του όρους μέρος, ηθέλαμεν βαδίση παρασκευασμένοι ως προς μάχην, ίσως τα ιερά εκαλλιτέρευαν κατά τι».

Ακούσαντες δε οι στρατιώται διεμαρτύροντο λέγοντες ότι ουδεμία παρίστατο ανάγκη να τας (μετα)φέρουν εις το μέρος εκείνο, αλλά να ερωτήσουν τους Θεούς ως τάχιστα. Και πρόβατα μεν (διά σφάγια) δεν υπήρχαν πλέον. Αφού δε ηγόρασαν βόας εκ των εις άμαξαν ζευγνυομένων, ηρώτων και πάλιν τους Θεούς. Και ο Ξενοφών παρεκάλεσε Κλεάνορα τον Αρκάδα ν' αναλάβη αυτός προθύμως την θυσίαν, διά να ίδη αν εκ της μεταλλαγής ταύτης του θύτου θα προέκυπτε κανέν ευοίωνον διά τον στρατόν σημείον. (62) Αλλ' ούτε δι' αυτού έδειξαν τίποτε καλόν τα ιερά.

Ο Νέων δε ήτο μεν στρατηγός, αντικαταστήσας τον Χειρίσοφον (μετά τον θάνατόν του), βλέπων όμως τους στρατιώτας πάρα πολύ να υποφέρουν, επειδή ήθελε να τους φανή ευχάριστος, ευρών τινα άνθρωπον Ηρακλεώτην, όστις του είχεν είπη ότι γνωρίζει εκεί που πλησίον χωρία, από τα οποία θα ήτο δυνατόν να προμηθευθούν τα προς συντήρησίν των, εκήρυξεν εις όλον το στράτευμα ότι, όποιος ήθελεν, ηδύνατο να υπάγη προς εύρεσιν τροφών, διότι θα είχαν τον Ηρακλεώτην εκείνον οδηγόν των.