Κ. Εκ δε των άλλων νόμων αυτού ιδιότροπος μάλιστα και παράδοξος είναι ο διατάττων να είναι άτιμος ο κατά τας στάσεις εις ουδετέραν των μερίδων προστιθέμενος, θέλει δε, ως φαίνεται, κανείς να μη μένη απαθής ουδ' αναίσθητος προς τα κοινά, εξασφαλίσας τα καθ' εαυτόν, και εγκαυχώμενος ότι δεν συμπάσχει και δεν συμπονεί μετά της πατρίδος του· αλλ' αμέσως προστιθέμενος εις τους πολιτευομένους δικαιότερα και καλήτερα, να συγκινδυνεύη μάλλον μετ' αυτών και να τους βοηθή, παρά να περιμένη ακινδύνως τίνες θα υπερισχύσωσιν. Άτοπος δε και γελοίος φαίνεται ο επιτρέπων εις την επίκληρον, αν ο κατά τον νόμον εξουσιάζων και κύριος αυτής δεν δύναται να πλησιάζη αυτήν, να την λαμβάνη ο πλησιέστερος του ανδρός συγγενής (89). Αλλά και τούτο θεωρούσι τινές ορθόν, διά τους μη δυναμένους να νυμφευθώσι, λαμβάνοντας όμως τας επικλήρους διά τα χρήματά των, και, διά του νόμου, την φύσιν παραβιάζοντας. Διότι βλέποντες την επίκληρον εκλέγουσαν όντινα θέλει, ή παραιτούνται του γάμου, ή εμμένουσι μετ' αισχύνης, τιμωρούμενοι διά την κακοήθειαν και την φιλοπλουτίαν των. Καλόν δ' είναι και το ότι η επίκληρος εδύνατο να κοινωνή ουχί μετά πάντων, αλλά μεθ' ού τινος ήθελε των συγγενών του ανδρός της, ώστε το τέκνον της να είναι οικείον, και του ιδίου γένους μετέχον. Εις τούτο δε συντελεί και το να συγκατακλείηται η νύμφη μετά του νυμφίου, αφ' ού φάγη μετ' αυτού κυδώνιον (90), και το τρις εκάστου μηνός να συναπαντάται εξάπαντος μετά της επικλήρου ο λαβών αυτήν· διότι, και παίδας αν δεν έχωσιν, άλλα τιμή τις είναι αύτη και φιλοφροσύνη του ανδρός προς σώφρονα γυναίκα, αφαιρούσα πολλάς των δυσαρεσκειών όσαι συμπίπτουσι πάντοτε, και μη επιτρέπουσα τας διαφοράς να καταντώσιν εις αποστροφήν. Από δε των άλλων γάμων αφήρεσε τα προικία (91), διατάξας μόνον τρία ιμάτια, σκεύη τινά ελαχίστης αξίας, άλλο δε τίποτε να μη φέρη η νύμφη· διότι ήθελεν ο γάμος να μη είναι μισθωτός ουδ' αγοραστός, αλλά να συνοικώσιν ανήρ και γυνή διά ν' αποκτώσι τέκνα, και ν' απολαμβάνωσι της αγάπης τας ευχαριστήσεις. Ο Διονύσιος (92), όταν η μήτηρ του τω εζήτει να την δώση εις γάμον είς τινα των πολιτών, είπεν ότι «ως τύραννος ηκύρωσε τους νόμους της πόλεως, αλλά τους νόμους της φύσεως δεν δύναται να βιάση παρηλίκων γάμων γινόμενος προξενήτης.» Επίσης δε και εις τας πόλεις δεν πρέπει να επιτρέπηται η αταξία αύτη, ουδέ να παραβλέπωνται συζεύξεις παράκαιροι, και ουδεμίαν έχουσαι χάριν, ουδέ προς τα έργα και τον σκοπόν αφορώσαι του γάμου. Αλλά, προς γέροντα νυμφευόμενον νέαν, δύναται να ειπή ευφυής άρχων ή νομοθέτης το προς τον Φιλοκτήτην (93) και ευρών νέον εις δωμάτιον γραίας, εκ του γάμου, ως αι πέρδικες, παχυνόμενον, να τον μετοικίση προς παρθένον νύμφην, ανδρός ανάγκην έχουσαν. Ταύτα λοιπόν περί τούτων.
ΚΑ. Επαινείται δε του Σόλωνος και ο νόμος ο απαγορεύων να κατηγορώσι τους αποθανόντας· διότι όσιον μεν είναι ιερούς να νομίζωμεν τους μεταλλάξαντας τον βίον, δίκαιον δε να μη επιπίπτωμεν κατά των μη υπαρχόντων, και πολιτικόν να μη αφήνωμεν τας έχθρας να διαιωνίζωνται. Τας δε κατά ζώντων κακολογίας απηγόρευσεν εντός ιερών, και δικαστηρίων, και δημοσίων καταστημάτων των αρχών, και όταν τελώνται θεωρίαι αγώνων άλλως, έταξε να δίδωνται ως πρόστιμον, τρεις μεν δραχμαί προς τον ιδιώτην, άλλαι δε δύο εις το δημόσιον. Διότι το να μη κρατή τις ποτέ την οργήν του, είναι ίδιον ανθρώπου απαιδεύτου και ακολάστου· το δε να κρατή αυτήν πάντοτε, είναι δύσκολον, και είς τινας και αδύνατον. Πρέπει δ' ο νόμος να γράφηται τα δυνατά διατάττων, αν θέλη να τιμωρή ολίγους επωφελώς, και ουχί πολλούς ανωφελώς. Ηυδοκίμησε δε και ως προς τον νόμον των διαθηκών, διότι πρότερον άλλως δεν επετρέπετο, αλλά τα χρήματα και ο οίκος έπρεπε να μένωσιν εις την οικογένειαν του αποθανόντος. Ο δε νόμος όστις επέτρεψε να δίδη τις την περιουσίαν του, όταν δεν έχη παίδας, εις όν τινα βούλεται, ετίμησε την φιλίαν υπέρ την συγγένειαν, και την χάριν υπέρ την ανάγκην, και κατέστησε τα χρήματα κτήματα των εχόντων. Δεν επέτρεψεν όμως να διαθέτη τις πάλιν απλώς και άνευ περιορισμών, αλλά μόνον αν δεν έπραττε τούτο ένεκα νόσου, ή φαρμάκων, ή εις δεσμά κατεχόμενος, ή εις γυναίκα πειθόμενος· ορθότατα νομίζων ότι κατ' ουδέν διαφέρει το να πεισθή τις παρά το συμφέρον, του να βιασθή, αλλ' εις την αυτήν κατηγορίαν κατατάτων την απάτην μετά της ανάγκης, και μετά του πόνου την ηδονήν, διότι αμφότερα δύνανται επίσης να ταράξωσι του ανθρώπου τον λογισμόν. Έθηκε δε και εις τας εξόδους των γυναικών, και εις τα πένθη, και εις τας εορτάς νόμον προλαμβάνοντα την αταξίαν και την ακολασίαν, διατάξας, γυνή εξερχομένη να μη έχη περισσότερα των τριών ιματίων, ούτε να λαμβάνη μεθ' εαυτής τροφήν και ποτόν αξίας περισσοτέρας του οβολού (94), ουδέ κοφίνιον μεγαλήτερον ενός πήχεως, μήτε την νύκτα να βαδίζη, εκτός εφ' αμάξης, έχουσα λύχνον προπορευόμενον. Αφήρεσε δ' από των ταφών και το να τύπτωνται, και το να θρηνώσι προσποιητώς, και το να μοιρολογώσι ξένοι ξένους. Δεν αφήκε δε ουδέ να θυσιάζωσι βουν εις τας κηδείας, ουδέ να θάπτωσι μετά των νεκρών πλέον των τριών ιματίων, ουδέ να βαδίζωσιν εις ξένα μνήματα, πλην όταν γίνηται ενταφιασμός. Τούτων τα πλείστα απαγορεύουσι και οι ημέτεροι νόμοι (95). Προστίθεται δ' εις τους ημετέρους να τιμωρώνται διά προστίμου υπό των γυναικονόμων (96) οι τοιαύτα πράττοντες, ως υποκύπτοντες εις ανάξια ανδρών και εις γυναικώδη πάθη κατά τα πένθη.
ΚΒ. Βλέπων δ' ότι η μεν πόλις των Αθηνών επληρούτο ανθρώπων οίτινες αδιακόπως συνέρρεον πανταχόθεν εις την Αττικήν διά την αυτόθι ασφάλειαν, το δε πλείστον μέρος της χώρας ότι ήτον άγονον και ξηρόν, τους δε διά θαλάσσης εμπορευομένους ουδέν εισάγοντας προς τους ουδέν έχοντας να δίδωσιν εις αντάλλαγμα, έτρεψε τους πολίτας προς τας τέχνας, και νόμον έγραψε να μη αναγκάζηται υιός να τρέφη τον πατέρα του όστις ουδεμίαν τω εδίδαξε τέχνην. Διότι, ο μεν Λυκούργος, πόλιν κατοικών καθαράν όχλου ξενικού, και χώραν πολλήν εις πολλούς επαρκούσαν
«και δις τοσούτον πλείονα»
κατ' Ευριπίδην, και, το μέγιστον, έχων κατά πάσαν την Λακεδαίμονα διεσπαρμένον το πλήθος των Ειλώτων, δι' ούς συμφερώτερον ήτον να μη σχολάζωσιν, αλλά κατατριβόμενοι πάντοτε εις εργασίας και κοπιάζοντες να ταπεινώνται, καλώς ποιών απήλλαξε τους πολίτας ασχολιών βαναύσων και επιπόνων, και προσήλου αυτούς εις τα όπλα, όπως ταύτην την μίαν και μόνην τέχνην μανθάνωσι και ασκώσιν. Αλλ' ο Σόλων, προσαρμόζων τους νόμους μάλλον εις τα πράγματα παρά τα πράγματα εις τους νόμους, και βλέπων την φύσιν της χώρας ήτις μόλις εξήσκει εις τους γεωργούς, και δεν ηδύνατο να τρέφη όχλον αργόν και σχολάζοντα, περιήψεν υπόληψιν εις τας τέχνας, και έταξε την βουλήν του Αρείου Πάγου να επιτηρή, πόθεν έκαστος έχει τους πόρους του, και να τιμωρή τους αργούς. Εκείνο δ' είναι έτι σφοδρότερον, ότι ουδ' οι εξ εταιρών γεννώμενοι ήσαν υπόχρεοι να τρέφωσι τους πατέρας των, ως διηγείται Ηρακλείδης ο Ποντικός (97), διότι ο κατά τον γάμον τα καλά παραβλέπων ήθη, προφανές είναι ότι έλαβε γυναίκα δι' ευχαρίστησιν, και ουχί προς απόκτησιν τέκνων, στερείται επομένως της αμοιβής και του δικαιώματος του ν' απαιτή τι παρά των τέκνων του, αφ' ού και αυτήν την γέννησιν ως όνειδος τοις επέβαλεν.
ΚΓ. Ατοπώτατοι δε φαίνονται οι περί των γυναικών νόμοι του Σόλωνος· διότι επέτρεψεν, ο συλλαμβάνων μοιχόν να τον φονεύη· εις δε τον αρπάζοντα και βιάζοντα ελευθέραν γυναίκα, έταξε πρόστιμον εκατόν δραχμών, εις τον προαγωγεύοντα, δραχμάς είκοσι, πλην εκείνων όσαι προφανώς πωλούνται, διά τούτου εννοών τας εταίρας, αίτινες προφανώς απέρχονται προς τους δίδοντας. Προσέτι δε δεν επιτρέπει να πωλώσιν ούτε τας θυγατέρας, ούτε τας αδελφάς, εκτός αν ήθελον συλλάβει παρθένον τινά ατιμασθείσαν. Αλλ' είναι άλογον, το αυτό πράγμα πότε μεν πικρώς και αδυσωπήτως να το τιμωρή, πότε δε ευκόλως και παίζων, ορίζων το τυχόν πρόστιμον ως ποινήν εκτός αν, επειδή το νόμισμα ήτον σπάνιον εις την πόλιν τότε, η δυσκολία της ευρέσεως αυτού καθίστα τας τιμωρίας μεγάλας. Εις δε τον προσδιορισμόν της τιμής των θυσιών, υπολογίζεται έν πρόβατον και μίαν δραχμήν ισότιμα προς μέδιμνον. Εις τον νικητήν δε των ισθμίων έταξε να δίδωνται δραχμαί εκατόν, εις δε τον νικητήν των Ολυμπίων πεντακόσιαι· εις τον φέροντα δε λύκον, έδωκε πέντε δραχμάς, και εις τον φέροντα λύκου σκύμνον, μίαν, ως λέγει ο Δημήτριος ο Φαληρεύς (98), το μεν βοός, του δε προβάτου αξίαν. Αι δε τιμαί των εκλεκτών θυμάτων, άς ορίζει εις τον δέκατον έκτον των αξόνων του, εισί φυσικώ τω λόγω πολύ ανώτεραι, αλλά και εκείναι εισίν ευτελείς παραβαλλόμεναι προς τας σημερινάς. Είναι δε αρχαίον έθιμον των Αθηναίων να πολεμώσι τους λύκους, διότι έχουσι χώραν καταλληλοτέραν προς την ποιμαντικήν παρά προς την γεωργίαν. Υπάρχουσι δε καί τινες λέγοντες ότι αι φυλαί δεν ωνομάσθησαν από των υιών του Ίωνος, αλλ' από των γενών εις ά αι δίαιται διηρέθησαν κατά πρώτον, Οπλίται μεν το μάχιμον πλήθος, Εργάδεις δε το εργατικόν, εκ δε των δύο άλλων Γελέοντες μεν οι γεωργοί, Αιγικορείς δ' οι εις νομάς και ποιμενικά έργα ασχολούμενοι (99). Επειδή δ' η χώρα διά το ύδωρ ούτε ποταμούς αεννάους είχεν, ούτε λίμνας, ούτε πηγάς αφθόνους, αλλ' οι πλείστοι μετεχειρίζοντο χειροποίητα φρέατα, νόμον έγραψεν, όπου μεν υπήρχε δημόσιον φρέαρ εντός αποστάσεως ιππικής, να μεταχειρίζωνται αυτό. Ήτον δε το ιππικόν διάστημα τεσσάρων σταδίων (100). Όπου δέ τις περισσότερον απείχε, να ζητή ίδιον ύδωρ. Εάν δε, σκάψας τις δέκα οργυιών βάθος (101) εις την οικίαν του, δεν ήθελεν εύρει, τότε να λαμβάνη παρά του γείτονος, γεμίζων δις καθ' εκάστην ημέραν σταμνίον έξ χόας χωρούν (102)· διότι ήτον γνώμης ότι πρέπει να βοηθή την ένδειαν, ουχί και να εφοδιάζη την αργίαν. Ώρισε δε και των φυτειών τα μέτρα μετά πολλής εμπειρίας, διατάξας, οι μεν φυτεύοντες άλλο τι εις τον αγρόν των, ν' απέχωσι πέντε πόδας του γείτονος· οι δε συκήν ή ελαίαν, εννέα, διότι τούτων αι ρίζαι φθάνουσι μακρύτερα, και δεν βλαστάνουσι πλησίον των άλλων φυτών αβλαβώς, αλλά και την τροφήν αυτών αφαιρούσι, και είς τινα εκπέμπουσιν ολεθρίας αναθυμιάσεις. Λάκκους δε και τάφρους διέταξε να σκάπτη όστις θέλει, τοσούτον απέχων από του άλλου, όσον είναι το βάθος των. Και ο τοποθετών σμήνη μελισσών ν' απέχη από των πρότερον τοποτεθημένων πόδας τριακοσίους.
ΚΔ. Εκ δε των προϊόντων το έλαιον μόνον επέτρεψε να πωλήται εις τους ξένους, απηγόρευσε δε να εξάγωνται τα άλλα (103)· Κατά δε των εξαγόντων προσέταξε να προφέρη ο άρχων κατάρας, ή να πληρώνη αυτός εκατόν δραχμάς εις το δημόσιον. Είναι δ' ο πρώτος άξων ο τούτον περιέχων τον νόμον. Επομένως δεν πρέπει να νομισθή ότι όλως απίθανα λέγουσιν οι διισχυριζόμενοι ότι και η των σύκων εξαγωγή ήτον απηγορευμένη το πάλαι, και ότι ο φανερών τους εξάγοντας ωνομάσθη Συκοφάντης. Έγραψε δε και περί βλάβης τετραπόδων νόμον, ορίζοντα προς τοις άλλοις, σκύλος όστις εδάγκασεν άνθρωπον να δένηται εις κλοιόν τετράπηχυν· διάταξις αξιόλογος, καθ' ό εις ασφάλειαν συντελούσα. Απορίαν δε προξενεί και ο περί των πολιτογραφουμένων νόμος, ότι δεν επιτρέπει να γίνωνται άλλοι πολίται, πλην των όσοι κατεδικάσθησαν εις αειφυγίαν εις την πατρίδα των, ή μετοικίζονται εις τας Αθήνας πανέστιοι, όπως εξασκήσωσι τέχνην. Λέγουσι δ' ότι έπραξε τούτο, ουχί όπως αποβάλη τους άλλους, αλλ' όπως τούτους καλή εις Αθήνας να μετέχωσιν ασφαλώς της πολιτείας, και συγχρόνως αξιοπίστους νομίζων τους μεν αποβληθέντας από της πατρίδος των, εξ ανάγκης, τους δ' εγκαταλίποντας αυτήν, εκ προαιρέσεως. Ιδιαίτερος δε νόμος του Σόλωνος είναι και ο περί των τρεφομένων δημοσίως, όπερ εκείνος ωνόμασε παρασιτίαν. Δεν επιτρέπει δε να τρώγη ο αυτός πολλάκις εκ του δημοσίου, αλλ' αφ' ετέρου τιμωρεί τον καλούμενον όστις αποποιείται, διότι το μεν θεωρεί ως πλεονεξίαν, το δε ως περιφρόνηση των κοινών.
ΚΕ. Έδωκε δ' εις όλους τους νόμους του ισχύν εκατόν ετών, και κατεγράφησαν εις ξυλίνους άξονας στρεφομένους εντός των περιεχουσών αυτούς τετραγώνων θηκών, εξ ών έτι και μέχρις ημών διεσώζοντο μικρά λείψανα εις το Πρυτανείον. Ωνομάσθησαν δε, ως λέγει ο Αριστοτέλης, Κύρβεις. Και Κρατίνος ο κωμικός λέγει που (104)·
«Σ' ορκίζω, μα τον Σόλωνα και Δράκοντα,
εις ών τας κύρβεις τώρα ψήνομεν κριθάς.»
Τινές δε λέγουσιν ότι Κύρβεις μεν ωνομάζοντο αι περιέχουσαι τα περί ιερών και θυσιών, Άξονες δε οι άλλοι. Ώμνυε δ' η Βουλή όρκον κοινόν, να στηρίξη τους νόμους του Σόλωνος· έκαστος δε των θεσμοθετών ιδίως (105), εις την αγοράν, πλησίον του λίθου (106) υπέσχετο, αν ήθελε παραβή τινά των θεσμών τούτων, ν' αναθέτη εις τους Δελφούς ανδριάντα χρυσούν, ισόμετρον προς εαυτόν (107). Εννοήσας δε του μηνός την ανωμαλίαν, και την κίνησιν της σελήνης ότι δεν συμφωνεί ούτε μετά της δύσεως ούτε μετά της ανατολής του ηλίου, αλλά πολλάκις κατά την ιδίαν ημέραν και τον φθάνει και τον περνά, έταξεν αύτη η ημέρα (108) να ονομάζηται Παλαιά και νέα (109), φρονών ότι το μεν μέρος αυτής το προ της συνόδου μετά του ηλίου ανήκει εις τον παύοντα μήνα, το δε λοιπόν, εις τον ήδη αρχόμενον, πρώτος, ως φαίνεται, εννοήσας ορθώς τον Όμηρον λέγοντα (110)·
Παύοντος μεν του μηνός, και του άλλου μηνός αρχομένου.
Την δε μετά ταύτην ημέραν ωνόμασε νουμηνίαν (111). Τας δ' από της εικοστής ημέρας, δεν τας προσέθετεν, αλλά τας αφήρει και τας ωλιγόστευεν, ως έβλεπεν ελαττούμενα τα φώτα της σελήνης, αριθμών μέχρι της τριακοστής (112). Αφ' ού δ' οι νόμοι εισήχθησαν, πολλοί ήρχοντο προς τον Σόλωνα καθ' εκάστην επαινούντες ή κατηγορούντες αυτούς, ή συμβουλεύοντες να προσθέση εις τα γεγραμμένα ή ν' αφαιρέση εξ αυτών ό,τι τύχοι, και ζητούντες να τοις εξηγή και να τοις σαφηνίζη πώς είναι έκαστον, και τίνα έννοιαν έχει. Βλέπων δ' ότι και το να μη συγκατανεύση εις ταύτα ήτον άτοπον, και το να συγκατανεύση επικίνδυνον, ηθέλησεν εντελώς ν' απαλλαγή από τας δυσχερείας ταύτας, και να διαφύγη των πολιτών τας δυσαρεσκείας και την φιλοκατήγορον διάθεσιν, διότι
«Επί μεγάλων πραγμάτων δυσκόλως τις πάσιν αρέσκει,»
ως είπεν ο ίδιος. Διά τούτο, προφασισθείς ότι θέλει να επιδοθή εις θαλάσσιον εμπόριον, εζήτησε παρά των Αθηναίων δεκαετή άδειαν απουσίας, και απήλθε να πλανηθή· διότι ήλπιζεν ότι εις το διάστημα τούτο οι νόμοι του ήθελον συνηθισθή.
ΚΣΤ. Και πρώτον μεν ήλθεν εις Αίγυπτον, και διέτριψεν, ως εις προηγούμενον χωρίον ο ίδιος λέγει,
«Εις Κανωβίδα ακτήν, όπου ρέων ο Νείλος προχείται».
Επί τινα δε καιρόν έμεινε φιλοσοφών μετά Ψενώφιδος του Ηλιουπολίτου και Σώγχιδος του Σαίτου, οίτινες ήσαν λογιώτατοι μεταξύ των ιερέων (113). Παρά τούτων ακούσας και τον Ατλαντικόν λόγον, ως λέγει ο Πλάτων, επεχείρησε να διαδώση αυτόν διά ποιήματος εις τους Έλληνας (114). Έπειτα δε, πλεύσας εις την Κύπρον, ηγαπήθη μεγάλως υπό τινος των εκεί βασιλέων, Φιλοκύπρου ονομαζομένου, όστις ήρχεν επί πόλεως ου μεγάλης, οικισθείσης υπό Δημοφόντος, του υιού του Θησέως, περί τον Κλάριον ποταμόν, εις μέρη οχυρά μεν, αλλά δύσβατα και άφορα. Τούτον έπεισεν ο Σόλων να μεταθέση την πόλιν εις πεδιάδα ωραίαν, ήτις εξετείνετο υπ' αυτήν, και να την κατασκευάση μεγαλητέραν και τερπνοτέραν. Παρευρεθείς δε και ο ίδιος, επεμελήθη του συνοικισμού, και διέταξε τα πάντα άριστα προς την δίαιταν και προς την ασφάλειαν, ώστε πολλοί μεν οικήτορες συνήλθον περί τον Φιλόκυπρον, εζήλωσαν δ' αυτόν και οι άλλοι βασιλείς· διό και τιμήσας τον Σόλωνα, την πόλιν, ονομαζομένην Αιπείαν (115) πριν, μετωνόμασεν απ' εκείνου Σόλους. Ποιείται δε και αυτός ο ίδιος, μνείαν του συνοικισμού, όταν εις τας ελεγείας του, αποτεινόμενος προς τον Φιλόκυπρον, λέγη;
«Τώρα δε, συ μεν εις Σόλους εις έτη πολλά βασιλεύων,
οίκει την πόλιν καλώς, συ και το γένος το σον.
Αλλ' εις ταχύπορον ναυν εκ της νήσου αυτής της ενδόξου
σώον ας πέμψη εμέ Κύπρις
(116) η
ιοστεφής.
Είθε δ' ένεκ' αυτής της οικίσεως, χάριν και δόξαν
δώσοι μοι, κ' είθε καλόν εις την πατρίδα μου πλουν!»
ΚΖ. Την δε μετά του Κροίσου έντευξιν αυτού νομίζουσί τινες ότι, παραβάλλοντες τους καιρούς, πρέπει πλαστήν να την θεωρήσωσιν. Εγώ δε, λόγον τοσούτον επίσημον, και τοσούτους μάρτυρας έχοντα, και, το μεγαλήτερον, πρέποντα εις το ήθος του Σόλωνος, και άξιον της μεγαλοφροσύνης και της σοφίας εκείνου, δεν νομίζω ότι πρέπει να τον παραλείψω διά λεγομένους τινάς χρονολογικούς κανόνας, ούς μυρίοι διορθούντες άχρι της σήμερον, εις ουδέν όμως ασφαλές συμπέρασμα δύνανται να συμβιβάσωσι τας αντιφάσεις. Λέγουσι λοιπόν ότι ο Σόλων, ελθών εις Σάρδεις κατά παράκλησιν του Κροίσου (117) έπαθεν ό,τι άνθρωπος χερσαίος, όστις καταβαίνει κατά πρώτον εις την θάλασσαν, διότι, ως εκείνος, άλλον και άλλον βλέπων ποταμόν, εκλαμβάνει ότι είναι η θάλασσα, ούτω και ο Σόλων, την αυλήν διερχόμενος, και πολλούς βλέπων των οπαδών του βασιλέως κεκοσμημένους πολυτελώς, και υπερηφάνως βαδίζοντας μεταξύ όχλου προπέμποντος και μεταξύ δορυφόρων, ενόμιζεν ότι έκαστος αυτών ήτον ο Κροίσος, μέχρις ού ωδηγήθη προς αυτόν, φορούντα ό,τι αξιόλογον είχεν, ή ωραίον, ή ζηλωτόν φαινόμενον, εις πολυτίμους λίθους, εις ενδύματα χρωματιστά, ή εις έντεχνα χρυσά κοσμήματα, όπως φαίνηται θέαμα ποικιλώτατον και μεγαλοπρεπέστατον. Ο Σόλων όμως, ελθών άντικρυς αυτού, ουδ' εξεπλάγη παντελώς διά την όψιν, ουδ' είπε τίποτε, ως ο Κροίσος περιέμενεν, αλλ' εφαίνετο μάλιστα εις τους φρονίμους ότι κατεφρόνει την απειροκαλίαν εκείνου και την μικροφιλοτιμίαν. Τότε διέταξεν ο βασιλεύς να τω ανοίξωσι τους θησαυρούς των χρημάτων, και να τω επιδείξωσι τα επίλοιπα σκεύη και την πολυτέλειαν, εν ώ ουδεμίαν εκείνος είχε τούτων ανάγκην, διότι ήρκει ο Κροίσος αυτός δι' εαυτού να δώση του τρόπου του έννοιαν. Αφ' ού λοιπόν τα είδεν όλα, και ωδηγήθη πάλιν προς τον βασιλέα, τον ερώτησεν ούτος αν είδε ποτέ άνθρωπον αυτού μακαριώτερον. Όταν δ' ο Σόλων τω απεκρίθη ότι είδε τον συμπολίτην του Τέλλον, και τω διηγήθη ότι ο Τέλλος ήτον ανήρ χρηστός, και αφήκεν υιούς εντίμους, και περιουσίαν επαρκή εις τας ανάγκας του βίου, και ενδόξως απέθανεν, ανδραγαθήσας υπέρ της πατρίδος, εις τον Κροίσον εφάνη αγροίκος άνθρωπος και αλλόκοτος, να μη λαμβάνη ως μέτρον της ευδαιμονίας το αργύριον ουδέ τον χρυσόν, αλλά παρά την τόσην εξουσίαν και δύναμιν να προτιμά την ζωήν και τον θάνατον κοινού ανθρώπου και ιδιώτου. Και όμως τον ηρώτησε πάλιν αν μετά τον Τέλλον εγνώρισεν άλλον ευδαιμονέστερον άνθρωπον. Τότε δ' ο Σόλων απεκρίθη ότι εγνώρισε τον Κλέοβιν και τον Βίτωνα, άνδρας εξόχως φιλαδέλφους και φιλομήτορας, οίτινες, επειδή εβράδυνον οι βόες να έλθωσι, ζευχθέντες αυτοί εις την άμαξαν, εκόμισαν την μητέρα των εις της Ήρας το ιερόν (118), μακαριζομένην υπό των πολιτών και χαίρουσαν, και έπειτα, αφ' ού προσέφερον θυσίαν και έπιον, δεν εξύπνησαν πλέον την άλλην ημέραν, αλλ' απέθανον θάνατον άνευ πόνου και λύπης μετά δόξαν τοσαύτην. «Ημάς δε, είπε μετ' οργής ο Κροίσος, δεν μας καταριθμείς μετά των ευδαιμόνων ανθρώπων;» Ο δε Σόλων ούτε να κολακεύση θέλων αυτόν, ούτε περαιτέρω να τον παροξύνη, «Εις τους Έλληνας, είπεν, ω βασιλεύ των Λυδών, ο Θεός μέτρια μεν έδωκε και τ' άλλα όλα, προσέτι δε, διά ταύτην την μετριότητα, έχομεν και σοφίαν θαρραλέαν τινά, ως φαίνεται, και δημοτικήν, ουχί δε βασιλικήν και λαμπράν. Αύτη δε, βλέπουσα τον βίον υποκείμενον πάντοτε εις τύχας παντοδαπάς, δεν μας αφήνει να επαιρώμεθα διά τα υπάρχοντα αγαθά, ουδέ να θαυμάζωμεν ευτυχίαν ανθρώπου ήτις έχει ακόμη καιρόν να μεταβληθή· διότι το μέλλον επέρχεται εξ αδήλου ποικίλον εις έκαστον· ευδαίμονα δ' εκείνον νομίζομεν, εις όν μέχρι τέλους ο Θεός απένειμεν ευτυχίαν· εν ώ μακαρισμός ανθρώπου ζώντος έτι και κινδυνεύοντος εν τω βίω, είναι αβέβαιος και άκυρος, ως η ανακήρυξις και ο στέφανος αθλητού εισέτι αγωνιζομένου.» Ταύτα ειπών ο Σόλων ανεχώρησε, και ελύπησε μεν, αλλά δεν εσωφρόνησε τον Κροίσον.
ΚΗ. Ο δε μυθοποιός (119) Αίσωπος, όστις έτυχε να είναι και αυτός προσκεκλημένος εις Σάρδεις, και ετιμάτο υπό του Κροίσου, ελυπήθη διότι ο Σόλων μηδεμιάς έτυχε φιλοξενίας, και νουθετών αυτόν, «Ω Σόλων, τω είπε, μετά των βασιλέων πρέπει τις να συναναστρέφηται όσον ολιγώτερον ή όσον ευαρεστότερον δύναται.» «Όχι, απεκρίθη ο Σόλων, όσον ολιγώτερον ή όσον ωφελιμώτερον» (120). Τότε λοιπόν ούτως ο Κροίσος κατεφρόνησε τον Σόλωνα. Όταν δε, πολεμήσας μετά του Κύρου, ενικήθη, και εκυριεύθη η πόλις του, και αιχμαλωτισθείς και ο ίδιος έμελλε να κατακαή, και η πυρά ήτον ετοίμη, και ανεβιβάσθη ήδη εις αυτήν, ενώπιον όλων των Περσών και παρόντος του Κύρου, υψώσας όσον ηδύνατο την φωνήν του, ανεβόησε τρις «Ω Σόλων !» Απορήσας δ' ο Κύρος, έπεμψε να τον ερωτήσωσι τις άνθρωπος ή τις Θεός ήτον ούτος ο Σόλων, όν μόνον επικαλείται εις της τύχης την εσχάτην καταδρομήν. Και ο Κροίσος, χωρίς ουδέν ν' αποκρύψη, είπεν, ότι «ούτος ήτον είς των Ελλήνων σοφών, όν προσεκάλεσα εγώ, διότι ήθελον όχι ν' ακούσω ή να μάθω τι αφ' όσα μοι έλειπον, αλλά διά να γίνη αυτός θεατής και ν' αναχωρήση μάρτυς της ευδαιμονίας εκείνης, ής η στέρησις ήτον μεγαλήτερον κακόν αφ' ό,τι ήτον καλόν η απόκτησις. Διότι, ότε την είχον, τ' αγαθά αυτής ήσαν λόγοι μόνον και φαντασία· αι δε μεταβολαί αυτής με ρίπτουσιν εις πάθη δεινά και εις συμφοράς ανιάτους. Ο ανήρ λοιπόν εκείνος εκ των τότε προβλέπων τα νυν, μοι έλεγε ν' αποβλέπω εις του βίου το τέλος, και να μη υπερηφανεύωμαι θαρρών εις αβέβαια.» Όταν δε ταύτα διεκοινώθησαν προς τον Κύρον, ων αυτός του Κροίσου σοφώτερος, και τον λόγον του Σόλωνος βλέπων κυρούμενον εκ του παραδείγματος, ου μόνον αφήκε τον Κροίσον, αλλά και εξακολούθησε τιμών αυτόν εφ' όσον έζη, και εδοξάσθη ο Σόλων, ότι δι' ενός λόγου τον μεν έσωσε, τον δε εδίδαξε των βασιλέων.
ΚΘ. Οι δ' Αθηναίοι περιέπεσαν πάλιν εις στάσεις αφ' ού απήλθεν ο Σόλων και των μεν Πεδιέων (121) αρχηγός ήτον ο Λυκούργος, των δε Παράλων ο Μεγακλής ο Αλκμαίωνος (122), ο Πεισίστρατος δε των Διακρίων, μεθ' ών συνετάττετο και ο θητικός (123) όχλος, όστις προ πάντων κατεφέρετο κατά των πλουσίων. Και μετεχειρίζετο μεν έτι τους νόμους η πόλις, αλλ' ήδη απέβλεπε προς νεωτερισμούς, και όλοι επόθουν άλλην κατάστασιν, ελπίζοντες διά της μεταβολής να λάβωσι δικαιώματα, ουχί ίσα μετά των άλλων, αλλά περισσότερα, και να υπερισχύσωσιν εντελώς των αντιπάλων των. Εν ώ δ' ούτως είχον τα πράγματα, ο Σόλων, ελθών εις τας Αθήνας, ευλαβείτο μεν παρά πάντων και ετιμάτο, αλλά δημοσίως να ενεργή και δημηγορή δεν είχε πλέον δύναμιν ουδέ προθυμίαν διά το γήρας· συνομιλών όμως ιδίως μετά των ανδρών των προϊσταμένων των φατριών, επροσπάθει να τους διαλλάξη και να τους συμβιβάση, και προ πάντων εφαίνετο ότι έδιδε προσοχήν εις τους λόγους του ο Πεισίστρατος, όστις εις την ομιλίαν του είχε τι γλυκύ και ευάρεστον, και ήτον ευεργετικός προς τους πένητας, και ως προς τας έχθρας πράος και μέτριος. Όσα δε δεν είχεν εκ φύσεως, προσεποιείτο και ταύτα, και επιστεύετο υπέρ τους έχοντας, ως άνθρωπος ειδήμων και κόσμιος, και φίλος της ισότητος, και δυσαρεστούμενος αν τις ήθελε να μεταβάλη την κατάστασιν των πραγμάτων, και αν επεθύμει νεωτερισμούς. Διά τοιούτων εξηπάτα το πλήθος· αλλ' ο Σόλων ταχέως ανεκάλυψε το ήθος αυτού, και πρώτος ενόησε την επιβουλήν. Δεν τον εμίσησεν όμως διά τούτο, αλλ' επροσπάθει να τον καταπραΰνη και να τον νουθετή, και έλεγε και προς αυτόν και προς άλλους, ότι αν αφαιρέση τις από της ψυχής αυτού το φιλόπρωτον, και ιατρεύση την επιθυμίαν της τυραννίδος, δεν υπάρχει άλλος καταλληλότερος εις αρετής άσκησιν, ουδέ καλλήτερος πολίτης. Κατ' εκείνον τον χρόνον είχεν αρχίσει ο Θέσπις να οργανίζη την τραγωδίαν (124), και το πράγμα, ως νεοφανές είλκυσε τον λαόν, αλλά δεν είχε προχωρήσει εισέτι μέχρις αμίλλης μεταξύ ανταγωνιστών. Ο δε Σόλων, φύσει φιλήκοος ων και φιλομαθής, έτι δε μάλλον εις το γήρας του παρερχόμενος τον καιρόν του εις αργίαν και εις παιγνίδια, και ακόμη και εις συμπόσια και εις μουσικήν, είδε τον ίδιον Θέσπιν αυτοπροσώπως υποκρινόμενον, ως συνήθιζον οι παλαιοί ποιηταί. Μετά δε την παράστασιν, αποταθείς προς αυτόν, τον ηρώτησεν αν δεν εντρέπηται τόσα να ψεύδηται ενώπιον τόσων ανθρώπων. Ο δε Θέσπις απεκρίθη ότι δεν βλάπτει ποσώς, όταν τα τοιαύτα λέγωνται και πράττωνται ως παιγνίδια. Τότε δε, κτυπήσας σφοδρώς ο Σόλων την γην διά της βακτηρίας, «Επαινούντες, είπε, και τιμώντες τα παιγνίδια ταύτα, ταχέως θα τα εύρωμεν και εντός των συμβολαίων ημών.»
Λ. Ο δε Πεισίστρατος, καλύψας διά τραυμάτων το σώμα του, προέβη εις την αγοράν κομιζόμενος εφ' αμάξης, και παρώξυνε τον δήμον, λέγων ότι οι εχθροί του τον επεβουλεύθησαν διά τα πολιτικά του φρονήματα. Εν ώ δε πολλοί ηγανάκτουν και έκραζον, ελθών προς αυτόν ο Σόλων, και πλησίον του στας, «Δεν προσποιείσαι καλώς, ω υιέ του Ιπποκράτους, τω είπε, τον Ομηρικόν Οδυσσέα (125) διότι τα ίδια κάμνεις συ όπως δολιευθής τους πολίτας, όσα εκείνος, όταν επλήγωσεν εαυτόν, διά ν' απατήση τους εχθρούς. Και το μεν πλήθος ήτον έτοιμον να υπερμαχήση υπέρ του Πεισιστράτου, και συνήλθεν εις εκκλησσίαν ο δήμος, και έγραψε ψήφισμα ο Αρίστων (126) όπως δοθώσιν εις τον Πεισίστρατον πεντήκοντα ροπαλοφόροι ως σωματοφύλακες. Αλλ' ο Σόλων αντέστη, και αναστάς, πολλά ωμίλησεν όμοια προς ταύτα τα περιεχόμενα εις τα ποιήματά του·
«Σεις αφοράτε εις γλώσσαν και λόγους ανδρός γλυκυστόμου.
Έκαστος πλην εξ υμών εις αλώπεκος ίχνη βαδίζει.
Πάλιν δε όλοι ομού χαύνον εγκρύπτετε νουν».
Βλέπων δ' ότι οι μεν πένητες ήσαν πρόθυμοι να ευχαριστήσωσι τον Πεισίστρατον, και εθορύβουν, οι δε πλούσιοι ότι εφοβούντο και εδραπέτευον, ανεχώρησεν ειπών ότι των μεν είναι σοφώτερος, των δε ανδρειότερος· σοφώτερος μεν εκείνων οίτινες δεν ενόουν τι συνέβαινεν, ανδρειότερος δ' εκείνων οίτινες το ενόουν, αλλ' εφοβούντο ν' αντισταθώσιν εις την τυραννίαν. Ο δε δήμος, κυρώσας το ψήφισμα, δεν εμικρολόγει πλέον ούτε περί του αριθμού των ροπαλοφόρων προς τον Πεισίστρατον, αλλά τον αφήκε να τρέφη και να συνάγη φανερώς όσους ήθελεν, έως ότου κατέλαβε την ακρόπολιν. Αφ' ού δε τούτο έγινε, και η πόλις συνεταράχθη, ο μεν Μεγακλής ευθύς έφυγε μετά των άλλων Αλκμαιωνιδών ο δε Σόλων ήτον ήδη πολύ γέρων, και δεν είχε τινά να τον βοηθήση· εξήλθεν όμως εις την αγοράν, και ωμίλησε προς τους πολίτας, επιπλήττων μεν αυτούς διά την αφροσύνην αυτών και αδράνειαν, παροξύνων δε και προκαλών αυτούς να μη εγκαταλείψωσι την ελευθερίαν. Τότε είπε και το περίφημον εκείνο, ότι πριν μεν τοις ήτον ευκολώτερον να εμποδίσωσι την τυραννίαν όταν ερριζούτο, ήδη δε είναι έργον μεγαλήτερον και λαμπρότερον να την ανασπάσωσι και να την αφαιρέσωσιν, αφ' ού συνέστη και αφ' ού εβλάστησεν. Επειδή δε, εκ φόβου, ουδείς προσείχεν εις αυτόν, απήλθεν εις την οικίαν του, και λαβών τα όπλα του, τα έστησεν εις την οδόν εμπρός των θυρών του, και «Εγώ μεν, είπεν, κατά την δύναμίν μου εβοήθησα την πατρίδα και τους νόμους.» Έκτοτε δ' έμεινεν ησυχάζων, και δεν ήκουε τους φίλους του, οίτινες τον παρεκίνουν να φύγη, αλλά ποιήματα γράφων επέπληττε τους Αθηναίους·
«Εξ ανανδρίας εάν εις δεινά ενεπέσατε τόσα,
μη συναντίους αυτών λέγετε, μη τους Θεούς.
Τούτους υψώσατε σεις, εις αυτούς την ασφάλειαν δόντες,
και διά ταύτα κακόν έχετε δούλων ζυγόν».
ΛΑ. Όταν δε πολλοί τον ενουθέτουν, λέγοντές τω ότι θέλει θανατωθή υπό του τυράννου, και τον ηρώτων εις τι εμπιστευόμενος τοιαύτα τολμά, «Εις το γήρας,» είπεν. Ο Πεισίστρατος όμως, αφ' ού έγινε κύριος των πραγμάτων, τοσούτον επεριποιήθη τον Σόλωνα, τιμών και φιλοφρονούμενος, και προσκαλών αυτόν συνεχώς, ώστε και σύμβουλός του έγινε και πολλά επήνει εξ όσων εκείνος έπραττε· διότι εφύλαττε τους πλείστους νόμους του Σόλωνος, επιμένων πρώτος αυτός εις αυτούς, και τους φίλους του αναγκάζων εις τούτο. Ούτω και διά φόνον προσκληθείς εις τον Άρειον Πάγον, εν ώ ήτον τύραννος ήδη, παρουσιάσθη κοσμίως διά ν' απολογηθή· αλλ' ο κατήγορος δεν ενεφανίσθη. Και νόμους άλλους έγραψεν ο ίδιος, εν οίς ην και ο διατάττων, οι ακρωτηριασθέντες εις τον πόλεμον να τρέφωνται δημοσίως. Λέγει δ' ο Ηρακλείδης (127) ότι τούτον εμιμήθη ο Πεισίστρατος εκ του Σόλωνος, όστις το αυτό είχε ψηφίσει περί του Θερσίππου, ακρωτηριασθέντος. Ως δ' ο Θεόφραστος (128) ιστορεί, και τον περί αργίας νόμον δεν έγραψεν ο Σόλων, αλλ' ο Πεισίστρατος, καταστήσας δι' αυτού και την χώραν ευφορωτέραν, και την πόλιν ησυχωτέραν. Ο δε Σόλων, αρχίσας μεγάλην πραγματείαν περί του λόγου ή του μύθου της Ατλαντίδος, όν ήκουσε διηγούμενον υπό των λογίων της Σάιδος ως ανήκοντα εις τους Αθηναίους, απέκαμεν ουχί διά τας ασχολίας του, ως λέγει ο Πλάτων, αλλά μάλλον διά το γήρας, φοβηθείς το μέγεθος της συγγραφής. Διότι περί της πολλής του σχολής μαρτυρούσιν ούτοι οι στίχοι αυτού·
«Καταγηράσκω, διδασκόμενος πολλά»·
και
«Έργα της κόρης της Κύπρου μ' αρέσκουσι τώρα, του Βάκχου,
και των Μουσών τα τερπνά εις των ανθρώπων τον νουν».
ΛΒ. Φιλοτιμούμενος δ' ο Πλάτων να επεξεργασθή την Ατλαντικήν υπόθεσιν ως καλής χώρας έρημον έδαφος, εις αυτόν δε και συγγενείας λόγω ανήκον (129) έθηκε μεν εις την αρχήν πρόθυρα μεγάλα, και περιβόλους και αυλάς, ως ουδείς ποτέ λόγος άλλος ή μύθος ή ποίησις έλαβεν. Εξώρας δ' αρχίσας, απέθανε πριν περατώση το έργον (130), τόσω μεγαλητέραν λύπην αφήσας διά τα ελλείποντα, όσω τερπνότερο είναι το μέρος ό έγραψε. Διότι, ως η πόλις των Αθηναίων τον ναόν του Ολυμπίου Διός, ούτως η σοφία του Πλάτωνος, μετά τοσούτων καλών έργων, μόνον ατελές παρήγαγε τον Ατλαντικόν λογον (131). Απεβίωσε δ' ο Σόλων, ως μεν ο Ποντικός Ηρακλείδης ιστορεί, πολύν καιρόν αφ' ού ήρχισε να τυραννή ο Πεισίστρατος, ως δε λέγει ο Ερέσιος Φανίας (132), ουδέ μετά δύω έτη· διότι ο μεν Πεισίστρατος ήρχισε να τυραννή επί Κωμίου άρχοντος (133), ο δε Σόλων λέγει ο Φανίας ότι απέθανεν επί Ηγεστράτου, όστις ήτον άρχων μετά τον Κωμίαν. Η δε διασπορά της τέφρας αυτού παρά την νήσον των Σαλαμινίων αφ' ού εκάη το σώμα του, είναι μεν άτοπος, και διά τούτο απίθανος και μυθώδης, αλλ' αναφέρουσιν αυτήν και άλλοι αξιόλογοι άνδρες, και ο φιλόσοφος Αριστοτέλης.
ΠΟΠΛΙΚΟΛΑΣ
Α. Τοιούτος ήτον ο Σόλων, και προς αυτόν παραβάλλομεν τον Ποπλικόλαν, εις όν
μεταγενεστέρως εδόθη το όνομα τούτο προς τιμήν υπό του δήμου των Ρωμαίων,
προτού δ' ωνομάζετο Πόπλιος Ουαλέριος, απόγονος, ως φαίνεται Ουαλερίου, ενός
των παλαιών ανδρών, όστις μεγάλως συνετέλεσεν εις το να συγχωνευθώσιν εις ένα
λαόν οι Ρωμαίοι και οι Σαβίνοι, πριν πολέμιοι όντες· διότι εκείνος είναι όστις προ
πάντων κατέπεισε τους βασιλείς να συναντηθώσι, και τους εφιλίωσεν. Εις τούτου
το γένος ανήκων ο Ουαλέριος, ως λέγουσιν, εν ώ η Ρώμη ήτον έτι υπό βασιλείς,
διέπρεπε διά την δύναμιν του λόγου του και διά τον πλούτον του. Τούτων δε τον
μεν μετεχειρίζετο πάντοτε ορθώς και ευτόλμως υπέρ του δικαίου, τον δε μετέδιδεν
ελευθερίως και φιλανθρώπως εις τους ενδεείς· δι' ό προφανές ήτον ότι, αν εγίνετο
δημοκρατία, ήθελε πρωτεύσει. Ότε δε, ο δήμος μισών και βαρυνόμενος Ταρκύνιον
τον Σούπερβον, λαβόντα την βασιλείαν ουχί δικαίως, αλλ' ανοσίως και παρανόμως
(134), και
διαχειριζόμενον αυτήν ουχί βασιλικώς, αλλ' υβριστικώς και τυραννικώς, έλαβεν ως
επαναστάσεως αφορμήν το πάθημα της Λουκρητίας, ήτις, βιασθείσα, απέσφαξεν
αυτή εαυτήν, τότε Λεύκιος ο Βρούτος
(135),
αρχηγός γενόμενος της αποστασίας, ήλθε κατά πρώτον προς τον Ουαλέριον, και
ευρών αυτόν προθυμότατον, απεδίωξεν ομού μετ' εκείνου τους βασιλείς. Και εν
όσω μεν ο δήμος εφαίνετο σκοπόν έχων ένα να χειροτονήση στρατηγόν αντί του
βασιλέως, ο Ουαλέριος έμενεν ήσυχος, διότι εις τον Βρούτον μάλλον ανήκεν η
αρχή, ως πρωταίτιον γενόμενον της δημοκρατίας. Επειδή όμως εμισείτο της
μοναρχίας το όνομα, και ο δήμος εφαίνετο ότι ευκολώτερον θα υπέφερε την
εξουσίαν, αν εμερίζετο, και δύο επρόβαλλε και εζήτει υπάτους, ο Ουαλέριος
ήλπισε να συνυπατεύση μετά του Βρούτου, αλλά δεν επέτυχε· διότι, αντί του
Ουαλερίου, εξελέγη συνάρχων του Βρούτου, εκουσίως αυτού, Ταρκύνιος
Κολλατίνος, ο της Λουκρητίας ανήρ, ουχί ως υπερέχων εκείνου κατά την αρετήν,
αλλά διότι οι δυνατοί, φοβούμενοι τους βασιλείς, οίτινες έξωθεν διά πολλών
επροσπάθουν να πραΰνωσι την πόλιν, ήθελον να διορίσωσι στρατηγόν τον
ασπονδότερον εκείνων εχθρόν, όστις ήτον βεβαιότερον ότι δεν ενέδιδεν.
Β. Αγανακτών δ' ο Ουαλέριος ότι δεν τον επίστευον ικανόν να πράξη τα πάντα υπέρ της πατρίδος διότι ουδέν κακόν έπαθεν αυτός υπό των τυράννων, παρητήθη της βουλής, και αφήκε τας συνηγορίας, και έπαυσε ν' αναμίγνυται εις τα δημόσια. Ώστε και λόγων και φόβων έδωκεν εις πολλούς αφορμήν, μη, οργιζόμενος, συνταχθή μετά των βασιλέων και ανατρέψη τα πράγματα, και την πόλιν ήτις διετέλει εις κινδυνώδη θέσιν. Όταν δ' ο Βρούτος, υποψίας έχων κατ' άλλων τινών, ηθέλησε διά θυσιών να ορκίση την βουλήν, και προσδιώρισε την ημέραν, κατέβη φαιδρότατος εις την αγοράν ο Ουαλέριος, και πρώτος ομώσας ότι ουδόλως θέλει ενδώσει ουδ' υποχωρήσει εις τον Ταρκύνιον, αλλ' ότι θέλει πολεμήσει μέχρις εσχάτων υπέρ της ελευθερίας, επροξένησεν ηδονήν εις την βουλήν και θάρρος εις τους άρχοντας· και ευθύς τα έργα επεκύρουν τον όρκον του· διότι πρέσβεις ήλθον από του Ταρκυνίου, φέροντες γράμματα, δι' ών ήθελε να ελκύση τον δήμον, και λόγους προσηνείς, δι' ών αυτοί ήλπιζον προ πάντων να διαφθείρωσι τον λαόν, παριστώντες ότι είπεν αυτούς ο βασιλεύς, ως ταπεινώσας δήθεν το φρόνημά του, και ως έχων αξιώσεις μετριωτέρας. Τούτους ενόμισαν οι ύπατοι ότι ώφειλον να τους παρουσιάσωσι εις το πλήθος· ο Ουαλέριος όμως δεν τους αφήκεν αλλ' αντέστη, και δεν επέτρεψε να δοθή εις ανθρώπους πένητας, και βαρυνομένους τον πόλεμον μάλλον παρά την τυραννίαν, αρχή και πρόφασις νεωτερισμών.
Γ. Μετά δε ταύτα ήλθον άλλοι πρέσβεις, λέγοντες ότι ο Ταρκύνιος και της βασιλείας παρητείτο και τον πόλεμον έπαυεν, απήτει δε μόνον τα χρήματα και τας περιουσίας αυτού και των φίλων και οικείων του, εξ ών να ζήσωσιν εις την εξορίαν των. Και πολλοί μεν εκάμπτοντο, και ο Κολλατίνος συνηγόρησε μάλιστα. Αλλ' ο Βρούτος (136), άκαμπτος ων ανήρ και τραχύς εις την οργήν του, ώρμησεν έξω εις την αγοράν, τον συνάρχοντα αυτού προδότην αποκαλών, ως θέλοντα να χαρίση πολέμου αφορμάς και τυραννίδος εις ανθρώπους εις ούς δεινόν όντως ήτον και εφόδια φυγής να ψηφίσωσιν. Αφ' ού δ' οι πολίται συνήλθον, πρώτος ο Γάιος Μινούκιος, ανήρ ιδιώτης, ωμίλησεν εις τον δήμον, προτρέπων τον Βρούτον και τους Ρωμαίους παραινών να φροντίσωσιν όπως τα χρήματα μετ' αυτών πολεμώσι τους τυράννους, ουχί μετά των τυράννων αυτούς. Ουχ ήττον όμως απεφάσισαν οι Ρωμαίοι, αφ' ού είχον την ελευθερίαν, υπέρ ής επολέμουν, να μη στερηθώσι της ειρήνης διά τα χρήματα, αλλά να εξώσωσι και αυτά μετά των τυράννων. Εφρόντιζε δ' ο Ταρκύνιος ολίγον περί των χρημάτων, και απήτει αυτά μάλλον όπως δοκιμάση τον δήμον, και παρασκευάση προδοσίαν. Και ταύτα ενήργουν οι πρέσβεις, μένοντες επί προφάσει των χρημάτων, και λέγοντες άλλα μεν ότι πωλούσιν άλλα δ' ότι φυλάττουσι, και άλλα ότι πέμπουσι προς εκείνον, μέχρις ότου διέφθειραν δυο οίκους εκ των αρίστων νομιζομένων, τον των Ακυλίων, όστις είχε τρεις βουλευτάς, και τον των Ουιτελλίων, όστις είχε δύο. Ήσαν δ' όλοι ούτοι εκ μητέρων ανεψιοί του υπάτου Κολλατίνου, μεταξύ δ' ιδίως των Ουιτελλίων και του Βρούτου υπήρχεν άλλη οικειότης, ότι την αδελφήν αυτών είχεν ο Βρούτος, και πολλούς είχεν υιούς εξ αυτής, ών δύο, τους ενήλικας, συγγενείς όντας αυτών και σχετικούς, εκέρδισαν οι Ουιτέλλιοι, και τους έπεισαν να γίνωσι μέτοχοι της προδοσίας, και συνδεθέντες μετά του μεγάλου γένους των Ταρκυνίων, και βασιλικών κοινωνήσαντες ελπίδων, να εγκαταλείψωσι του πατρός των την ηλιθιότητα και την δυστροπίαν· δυστροπίαν μεν λέγοντες την αδυσώπητον αυτού αποστροφήν προς τους πονηρούς, ηλιθιότητα δε την χρησιμεύσασαν επί πολύν καιρόν ως προσποιήσιν και προκάλυμμα όπως προφυλαχθή κατά των τυράννων, και ής ουδ' ύστερον απέφυγε την επωνυμίαν.
Δ. Αφ' ού δ' επείσθησαν οι νεανίσκοι, και συνενοήθησαν μετά των Ακυλίων, απεφασίσθη υφ' όλων να ομόσωσιν όρκον μέγαν και φοβερόν, ως σπονδήν επιχέοντες αίμα ανθρώπου σφαγέντος, και τα σπλάγχνα αυτού εγγίζοντες. Προς ταύτα λοιπόν συνήλθον εις την οικίαν των Ακυλίων, και ο οίκος εις όν έμελλον να πράξωσι ταύτα ήτον ως επόμενον έρημος σχεδόν και σκοτεινός· αλλά δεν παρετήρησαν ότι εντός αυτού είχε κρυβή υπηρέτης τις, Ουινδίκιος καλούμενος, ουχί προς επιβουλήν ή διότι προενόησέ τι εκ των μελετωμένων, αλλά διότι έτυχε να είναι εντός, και φοβηθείς να φανή εις αυτούς, όταν τους είδε να έρχωνται μετά σπουδής, εστάθη οπίσω κιβωτίου εκεί ευρεθέντος, ώστε και τα πραττόμενα έβλεπε, και ήκουσεν όσα εβουλεύοντο. Απεφάσισαν δ' αυτοί να φονεύσωσι τους Υπάτους, και γράψαντες περί τούτου επιστολάς εις τον Ταρκύνιον, επέδωκαν αυτάς εις τους πρέσβεις, οίτινες εκεί κατώκουν φιλοξενούμενοι υπό των Ακυλίων και τότε παρευρέθησαν εις την συνωμοσίαν. Αφ' ού δε, ταύτα πράξαντες, ανεχώρησαν, εξήλθε κρυφίως ο Ουινδίκιος, και δεν ήξευρε πώς να ενεργήση ως προς τα εκ τύχης εις αυτόν ανακαλυφθέντα, δεινόν μεν νομίζων, καθώς και ήτον, να κατηγορήση προς πατέρα, τον Βρούτον, ανόσια των υιών του βουλεύματα, ή τα των ανεψιών προς τον θείον αυτών Κολλατίνον, ουδένα δ' ιδιώτην Ρωμαίον άξιον εμπιστοσύνης νομίζων, διά τοιαύτα απόρρητα. Αλλά παν άλλο δυνάμενος μάλλον παρά να ησυχάση, και υπό της συνειδήσεως του πράγματος ελαυνόμενος, απηυθύνθη προς τον Ουαλέριον, ενθαρρυνθείς προπάντων υπό των φιλολάων και φιλανθρώπων τρόπων αυτού, διότι ήτον εις όλους ευπρόσιτος όσοι είχον ανάγκην αυτού, και την οικίαν του είχε πάντοτε ανοικτήν, και ποτέ δεν απέρριπτε των ταπεινοτέρων πολιτών ούτε λόγον ούτε υπόθεσιν.
Ε. Όταν λοιπόν ανέβη προς αυτόν ο Ουινδίκιος, και τω είπε τα πάντα, επί παρουσία μόνου του αδελφού του Μάρκου και της γυναικός του, εκπλαγείς και φοβηθείς ο Ουαλέριος, δεν αφήκε τον άνθρωπον ν' αναχωρήση, αλλά κλείσας αυτόν εις την οικίαν του, και επιστήσας την γυναίκα του φύλακα εις την θύραν, διώρισε τον αδελφόν του να περικυκλώση την βασιλικήν έπαυλιν, και να λάβη, αν ήτον δυνατόν, τα γράμματα, και να παραφυλάττη τους υπηρέτας. Αυτός δε, μετά πολλών πελατών και φίλων, οίτινες ήσαν πάντοτε περί αυτόν, και μετά πολλών θεραπόντων, εβάδισε προς την οικίαν των Ακυλλίων, οίτινες δεν ήσαν εντός, και καθ' ήν στιγμήν ουδείς το επρόσμενεν, εισχωρήσας διά των θυρών, εύρε τα γράμματα κείμενα, όπου κατώκουν οι πρέσβεις. Ενώ δε ταύτα έπραττεν, έδραμον μεθ' ορμής οι Ακύλλιοι, και απαντήσαντες αυτόν περί τας θύρας, εζήτουν να τω αφαιρέσωσι τας επιστολάς· εκείνοι δ' ανθίσταντο, και περιτιλύσσοντες τα ιμάτια περί τους τραχήλους των, μόλις και μετά βίας, ωθούντες και ωθούμενοι διά των στενών οδών, έφθασαν εις την αγοράν. Τα αυτά εγίνοντο, συγχρόνως και εις την βασιλικήν έπαυλιν, όπου ο Μάρκος συνέλαβεν άλλα γράμματα, και τα έφερεν εντός σκευών, σύρων συγχρόνως εις την αγοράν και όσους εδύνατο εκ των βασιλικών οικετών.
ΣΤ. Αφ' ού δ' οι Ύπατοι έπαυσαν τον θόρυβον και κατά παραγγελίαν του Ουαλερίου εκομίσθη ο Ουινδίκιος εκ της οικίας του, και μετά την κατηγορίαν ανεγνώσθησαν τα γράμματα, τότε οι άνδρες ουδέν ετόλμησαν ν' αρνηθώσι· και οι μεν άλλοι ίσταντο κατηφείς και σιωπηλοί· ολίγοι δε, χάριν θέλοντες να κάμωσιν εις τον Βρούτον, ωμίλουν περί εξορίας. Και ο Κολλατίνος δε τοις έδιδεν ελπίδας τινάς, διότι εδάκρυε, και ο Ουαλέριος, σιωπών. Ο δε Βρούτος, προσφωνήσας ονομαστί εκάτερον των υιών του, «Έλα, ω Τίτε, είπεν, έλα, ω Ουαλέριε· διατί δεν απολογείσθε προς την κατηγορίαν;» Αφ' ού δε τρις ερωτηθέντες δεν απεκρίθησαν, στρέψας προς τους υπηρέτας το πρόσωπον, «Εδικόν σας είναι, είπε, το επίλοιπον έργον». Τότε δ' αυτοί, συλλαβόντες αμέσως τους νεανίσκους, έσχισαν τα ιμάτιά των, έδεσαν οπίσω τας χείρας των, και απηνώς τους ερράβδιζον. Και οι μεν άλλοι δεν ηδύναντο να βλέπωσι το θέαμα τούτο, ουδ' υπέμενον αυτό· εκείνος δε λέγεται ότι ούτε τα βλέμματα απέστρεψεν αλλαχού, ούτε εξ οίκτου εμετρίασε την έκφρασιν της οργής, και αυστηρότητος του προσώπου του, αλλ' αγρίως έβλεπε τους υιούς του τιμωρουμένους, έως ού απλώσαντες αυτούς εις το έδαφος, τοις έκοψαν τας κεφαλάς διά του πελέκεως. Τότε, αφήσας τους άλλους εις τον συνάρχοντα, αυτός αναστάς, ανεχώρησεν, έργον πράξας μη επιδεχόμενον ούτε αξίως να επαινεθή, ούτε να κατηγορηθή· διότι, ή το υψος της αρετής κατήντησε την ψυχήν του εις απάθειαν, ή του πάθους το μέγεθος εις αναλγησίαν· ουδέ το έν δε ουδέ το άλλο είναι ή μικρόν ή ανθρώπινον, αλλ' ή θείον ή θηριώδες. Δικαιότερον δ' είναι η κρίσις ν' ακολουθήση μάλλον του ανδρός την δόξαν, παρά να μη πιστευθή η αρετή αυτού, εξ αιτίας της ασθενείας του κρίνοντος. Διότι οι Ρωμαίοι ολιγώτερον πιστεύουσιν ότι έργον του Ρωμύλου υπήρξεν η ίδρυσις της πόλεως, παρ' ό,τι η κτίσις και αποκατάστασις της πολιτείας υπήρξεν έργον του Βρούτου.
Ζ. Αφ' ού δ' απήλθεν εκ της αγοράς τότε, επί πολύν καιρόν φρίκη και σιωπή κατείχε πάντας διά τα γενόμενα. Βλέποντες δ' οι Ακύλιοι την μαλακότητα και την βραδύτητα του Κολλατίνου, έλαβον θάρρος, και απήτουν να λάβωσιν εις απολογίαν καιρόν, και να τοις δοθή ο Ουινδίκιος, διότι ήτον δούλος των, και να μη μείνη υπό τους κατηγόρους των. Και ο μεν Κολλατίνος ήθελε να συγκατανεύση εις ταύτα, και να διαλύση την εκκλησίαν· αλλ' ο Ουαλέριος, ούτε τον άνθρωπον ήθελε ν' αφήση ν' αναμιγή εις τον πέριξ όχλον, ούτε εις τον δήμον επέτρεπε ν' αφήση τους προδότας να φύγωσι. Τέλος δε, συλλαβών αυτούς διά των χειρών του, επεκαλείτο τον Βρούτον, και προς τον Κολλατίνον εβόα ότι κάκιστα πράττει, αν, αφ' ού εις τον συνάρχοντά του επέβαλεν ανάγκην παιδοκτονίας, νομίζη τώρα ότι πρέπει να χαρίση εις τας γυναίκας των τους προδότας και τους εχθρούς της πατρίδος. Επειδή δ' ο ύπατος ηγανάκτει, και διέταττε να συλλάβωσι τον Ουινδίκιον, οι μεν υπηρέται, απωθούντες τον όχλον, συνελάμβανον τον άνθρωπον, και εκτύπων τους θέλοντας να τον αφαιρέσωσιν απ' αυτών, οι δε φίλοι του Ουαλερίου εστάθησαν εμπρός να τον υπερασπίσωσι, και ο δήμος εβόα να έλθη ο Βρούτος. Ήλθε λοιπόν αυτός επιστρέψας, και αφ' ού όλοι εσιώπησαν διά να τον ακούσωσιν, είπεν ότι των μεν υιών του αυτός ήτον κατάλληλος δικαστής, περί δε των άλλων αφήνει να ψηφίσωσιν οι πολίται, οίτινες εισίν ελεύθεροι. Ας ομιλήση επομένως όστις θέλει, και ας πείση τον δήμον. Λόγοι όμως δεν εχρειάσθησαν πλέον, αλλ' έγινε ψηφοφορία, και παμψηφεί καταδικασθέντες, επελεκίσθησαν. Ο δε Κολλατίνος ήτον μεν, ως φαίνεται, και ύποπτος οπωσούν, εξ αιτίας της προς τους βασιλείς συγγενείας του, ωργίζοντο δε κατ' αυτού οι Ρωμαίοι και διά το δεύτερον όνομά του, μισούντες τον Ταρκύνιον. Όταν δε συνέβησαν ταύτα, δυσαρεστήσας αυτούς εντελώς, αφήκεν εκουσίως την αρχήν, και ανεχώρησεν εκ της πόλεως. Τότε έγινον πάλιν αρχαιρεσίαι, και ανεδείχθη ομοθύμως ύπατος ο Ουαλέριος, λαβών την αξίαν ταύτην ως της προθυμίας του αμοιβήν. Νομίσας δ' ότι μέρος αυτής έπρεπε ν' απολαύση και ο Ουινδίκιος, εψήφισε να γίνη αυτός πρώτος απελεύθερος (137) πολίτης εις την Ρώμην, και να έχη δικαίωμα ψήφου, καταγραφείς εις οποιανδήποτε φρατρίαν ήθελε (138). Εις δε τους άλλους, απελευθέρους εξώρας και μετά πολύν χρόνον έδωκεν εξουσίαν ψήφου ο Άππιος, χαριζόμενος εις τον δήμον. Η δ' εντελής απελευθέρωσις μέχρι τούδε ονομάζεται Ουινδίκτα (139) δι' εκείνον, ως λέγεται, τον Ουινδίκιον.