93. Ο μεν πρέσβυς της Κορίνθου Σωσικλής ταύτα είπεν· ο δε Ιππίας τους αυτούς θεούς επικαλεσθείς απεκρίθη ότι περισσότερον από όλους τους άλλους Έλληνας οι Κορίνθιοι θα ποθήσωσι κατόπιν τους Πεισιστρατίδας, όταν φθάσωσι δι' αυτούς αι αναπόφευκτοι ημέραι καθ' ας θέλουσιν αδικηθή από τους Αθηναίους. Έλεγε δε ταύτα ο Ιππίας ως άνθρωπος γνωρίζων καλλίτερον παντός άλλου τους χρησμούς. Οι δε λοιποί σύμμαχοι έως τότε μεν εσιώπων· αφού όμως ήκουσαν τον Σωσικλέα εκφράζοντα ελευθέρως την γνώμην του, τότε όλοι μεγαλοφώνως είπον ότι συνεμερίζοντο την γνώμην του Κορινθίου, και παρεκάλεσαν τους Λακεδαιμονίους να μη επιχειρίσωσι νεωτερισμόν τινα εις πόλιν Ελληνίδα.
94. Τοιούτον το τέλος της υποθέσεως ταύτης· εις δε τον Ιππίαν διωχθέντα εκείθεν έδωκεν ο Μακεδών Αμύντας την Ανθεμούντα, και συγχρόνως οι Θεσσαλοί τω προσέφερον την Ιωλκόν· αλλ' αυτός δεν ηθέλησε μήτε την μίαν μήτε την άλλην, και επέστρεψεν εις το Σίγειον το οποίον ο Πεισίστρατος ήρπασε διά των όπλων από τους Μιτυληναίους και αφού το εκυρίευσε κατέστησεν εις αυτό τύραννον τον νόθον αυτού υιόν Ηγησίστρατον, τον έκ τινος Αργείας γυναικός γεννηθέντα, όστις διετήρησεν ουχί αμαχητί όσα παρέλαβε παρά του Πεισιστράτου, διότι επί πολύν χρόνον επολέμουν οι Μιτυληναίοι ορμώμενοι εκ της πόλεως Αχιλλείου και οι Αθηναίοι ορμώμενοι εκ του Σιγείου, οι μεν πρώτοι ζητούντες οπίσω την χώραν των, οι δε Αθηναίοι μη συγκατατιθέμενοι να αποδώσωσιν αυτήν αλλ' αποδεικνύοντες διά λόγων ότι οι Αιολείς δεν έχουσιν επί της Τρωικής γης πλειότερα δικαιώματα παρ' όσα έχουσιν αυτοί οι Αθηναίοι και οι άλλοι Έλληνες όσοι εβοήθησαν τον Μενέλαον εις την εκστρατείαν την γενομένην διά την αρπαγήν της Ελένης.
95. Διαρκούντος τον πολέμου τούτου συνέβησαν διάφορα άλλα εις τα πεδία της μάχης, και προς τούτοις ο ποιητής Αλκαίος είς τινα συμπλοκήν κατά την οποίαν ενίκησαν οι Αθηναίοι, αυτός μεν ελυτρώθη διά της φυγής, τα όπλα του όμως έλαβον οι Αθηναίοι και τα εκρέμασαν εις τον εν τω Σιγείω ναόν της Αθηνάς. Περί της μάχης ταύτης ο Αλκαίος συνέθεσεν άσμα λυρικόν το οποίον έπεμψεν εις Μιτυλήνην διά να καταστήση γνωστόν εις τον φίλον Μελάνιππον το πάθημά του. Τους δε Μιτυληναίους και τους Αθηναίους συνεβίβασεν ο Περίανδρος του Κυψέλου, διότι αυτόν εξελέξαντο ως διαιτητήν. Τους συνεβίβασε δε ως εξής· να νέμεται εκάτερον μέρος την χώραν την οποίαν κατέχει. Τοιουτοτρόπως λοιπόν το Σίγειον έμεινεν εις τους Αθηναίους.
96. Επανελθών δε ο Ιππίας εκ της Λακεδαίμονος εις την Ασίαν, πάντα λίθον εκίνησε διαβάλλων τους Αθηναίους εις τον Αρταφέρνη και παν μέσον μεταχειριζόμενος διά να υποπέσωσιν αι Αθήναι εις την ιδικήν του και την του Δαρείου εξουσίαν. Και ο μεν Ιππίας ταύτα έπραττεν· οι δε Αθηναίοι άμα μαθόντες τα γινόμενα έπεμψαν εις τας Σάρδεις απεσταλμένους διά να εμποδίσωσι τους Πέρσας από του να δίδωσι πίστιν εις τους λόγους των φυγάδων. Αλλ' ο Αρταφέρνης διέταξε τους πρέσβεις, εάν ήθελον να σώσωσι τον τόπον των, να δεχθώσι τον Ιππίαν επιστρέφοντα. Οι δε Αθηναίοι, ότε τοις ανεκοινώθη η απόκρισις αύτη, δεν την παρεδέχθησαν και απεφάσισαν να γίνωσι φανεροί πολέμιοι των Περσών.
97. Ενώ είχον αποφασίσει ταύτα και ηρέθιζον τους Πέρσας εναντίον των, ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, διωχθείς εκ της Σπάρτης υπό του Λακεδαιμονίου Κλεομένους, ήλθεν εις τας Αθήνας· καθότι η πόλις αύτη ήτο τότε η δυνατωτάτη όλων των άλλων. Παρουσιασθείς ο Αρισταγόρας ενώπιον του δήμου είπεν όσα είχεν ειπεί εις την Σπάρτην περί των αγαθών της Ασίας και περί της πολεμικής ικανότητος των Περσών, ότι ούτε ασπίδα ούτε δόρυ μεταχειρίζονται και ότι ευκόλως ηδύναντο να νικηθώσι. Ταύτα έλεγε και προς τούτοις ότι οι Μιλήσιοι ήσαν άποικοι των Αθηνών και ότι ήτο χρέος της πόλεως ταύτης, ήτις έχει τόσην δύναμιν, να τους προστατεύση. Διά την ανάγκην δε την οποίαν είχεν, υπέσχετο τα πάντα, μέχρις ου επί τέλους τους έπεισεν. Εκ τούτου καθίσταται δήλον ότι ευκολώτερον δύναταί τις να απατήση πολλούς ή ένα μόνον άνθρωπον, καθότι ο Αρισταγόρας τον μεν Λακεδαιμόνιον Κλεομένη δεν ηδυνήθη να απατήση, ηπάτησεν όμως τρεις μυριάδας Αθηναίων. Οι Αθηναίοι λοιπόν παρασυρθέντες εψήφισαν να στείλωσιν είκοσι πλοία διά να βοηθήσωσι τους Ίωνας, διορίσαντες στρατηγόν του στόλου τούτου τον Μελάνθιον, πολίτην σημαντικόν υπό όλας τας επόψεις. Ταύτα δε τα πλοία εγένοντο αρχή κακών εις τους Έλληνας και τους βαρβάρους.
98. Ο δε Αρισταγόρας προπλεύσας και φθάσας εις την Μίλητον διενοήθη να πράξη πράγμα το οποίον ουδαμώς ήθελεν ωφελήσει τους Ίωνας, και ούτε αυτός το έκαμε με τοιούτον σκοπόν, αλλά μάλλον διά να λυπήση τον βασιλέα Δαρείον. Έπεμψεν άνθρωπον εις την Φρυγίαν προς τους Παίονας, οίτινες αιχμαλωτευθέντες υπό του Φαρναβάζου επέμφθησαν από τον Στρυμόνα ποταμόν και κατώκουν εις ιδιαιτέραν κώμην της Φρυγίας. Ελθών ο απεσταλμένος εις τους Παίονας τοις είπε τα εξής· Ώ Παίονες, ο τύραννος της Μιλήτου Αρισταγόρας με έδωσεν εντολήν να σας σώσω, εάν θέλετε να με ακούσετε· διότι τώρα όλη η Ιωνία απέσεισε τον ζυγόν του Δαρείου και παρ' υμών εξαρτάται να επιστρέψετε σώοι και αβλαβείς εις την πατρίδα σας. Πώς να καταβήτε εις την θάλασσαν, φροντίσατε οι ίδιοι· τα λοιπά αφορώσιν ημάς.» Ακούσαντες ταύτα οι Παίονες ευχαριστήθησαν πολύ και λαβόντες τας γυναίκας των και τα παιδία των έδραμον προς την θάλασσαν· τινές όμως έμειναν εκεί, διότι εφοβήθησαν. Φθάσαντες οι άλλοι εις την παραλίαν, διέβησαν εις την Χίον. Ήσαν δε πλέον εις την Χίον, ότε εκίνησε κατόπιν των πολύ ιππικόν. Μη δυνηθέντες όμως οι Πέρσαι να τους φθάσωσι, τοις εμήνυσαν εις την Χίον να επιστρέψωσιν. Αλλ' οι Παίονες δεν εδέχθησαν τους λόγους, και εκ μεν της Χίου μετεκόμισαν αυτούς οι Χίοι εις την Λέσβον, εκ δε της Λέσβου οι Λεσβίοι εις τον Δορίσκον, και εκείθεν διά ξηράς έφθασαν εις την Παιονίαν.
99. Εν τούτοις τα πλοία των Αθηναίων έφθασαν ακολουθούμενα υπό πέντε τριήρεων των Ερετριέων οίτινες έλαβον μέρος εις αυτήν την εκστρατείαν ουχί χάριν των Αθηναίων άλλα χάριν αυτών τούτων των Μιλησίων, αποδίδοντες προηγουμένην υποχρέωσιν, καθότι πρότερον οι Μιλήσιοι εβοήθησαν αυτούς εις πόλεμόν τινα τον οποίον είχον κατά των Χαλκιδέων ότε οι Σάμιοι εβοήθησαν τους Χαλκιδείς εναντίον των Ερετρέων και Μιλησίων. Τότε ο Αρισταγόρας συναθροίσας τους Αθηναίους και τους άλλους συμμάχους, διεύθυνε την εκστρατείαν κατά των Σάρδεων, αυτός μεν μη λαβών μέρος, διορίσας όμως στρατηγούς των Μιλησίων πρώτον μεν τον αδελφόν του Χαροπίνον, έπειτα δε τον Ερμόφαντον ένα των αστών.
100. Φθάσαντες δε οι Ίωνες με τον στόλον τούτον εις την Έφεσον, τα μεν πλοία άφησαν εις τον λιμένα της Κορησσού πλησίον της Εφέσου, αυτοί δε ανέβαινον με πολλάς δυνάμεις έχοντες οδηγούς Εφεσίους. Ακολουθούντες την όχθην του ποταμού Καϋστρίου, και έπειτα υπερβάντες τον Τμώλον, εκυρίευσαν τας Σάρδεις χωρίς να τοις αντισταθή κανείς. Κατέλαβον δε όλην την πόλιν πλην της ακροπόλεως την οποίαν έσωσεν αυτός ο Αρταφέρνης έχων δύναμιν ανδρών όχι ολίγην.
101. Σύριοι γενόμενοι της πόλεως δεν έλαβον καιρόν να λεηλατήσωσιν αυτήν, εμποδισθέντες υπό της εξής αιτίας. Αι περισσότεραι οικίαι εις τας Σάρδεις ήσαν καλάμινοι, όσαι δε ήσαν πλίνθιναι, είχον και αυταί οροφάς καλαμίνους. Θέσαντος πυρ εις μίαν εξ αυτών στρατιώτου τινός, η πυρκαϊά αμέσως μεταδοθείσα από οικίας εις οικίαν, κατέκαυσεν όλην την πόλιν. Ενώ δε αύτη εκαίετο, οι Λυδοί και όσοι των Περσών ευρέθησαν εκεί, περικυκλωθέντες πανταχόθεν (καθότι το πυρ είχε μεταδοθή μέχρι των άκρων της πόλεως) και μη έχοντες ουδεμίαν έξοδον, συνέρρευσαν εις την αγοράν και εις τας όχθας του Πακτωλού ποταμού, όστις καταβιβάζων από τον Τμώλον ψήγματα χρυσού ρέει διά της αγοράς, έπειτα δε ενούται με τον Έρμον όστις εκβάλλει εις την θάλασσαν. Εις τας όχθας λοιπόν του Πακτωλού και εις την αγοράν συναθροιζόμενοι οι Λυδοί και οι Πέρσαι ηναγκάζοντο να αμύνωνται. Βλέποντες δε οι Ίωνες άλλους μεν εκ των πολεμίων να ανθίστανται, άλλους δε με πολύ πλήθος να επέρχωνται, εφοβήθησαν και ανεχώρησαν πάλιν εις το όρος το καλούμενον Τμώλον, εκείθεν δε, άμα ενύκτωσεν, επέστρεψαν εις τα πλοία.
102. Και αι μεν Σάρδεις εκάησαν, μετ' αυτών δε εκάη και ο ναός επιχωρίας τινός θεάς της Κυβήβης· τούτον δε τον εμπρησμόν προφασιζόμενοι οι Πέρσαι, έκαιον και αυτοί τους ναούς της Ελλάδος. Άμα οι προς δυσμάς του Άλυος ποταμού κατοικούντες Πέρσαι έμαθον τα συμβαίνοντα, συνηθροίσθησαν και έσπευσαν προς βοήθειαν των Λυδών· αλλ' επειδή ένεκα του συμβάντος το οποίον διηγήθην δεν εύρον πλέον τους Ίωνας εις τας Σάρδεις, τους κατεδίωξαν και τους έφθασαν εις την Έφεσον. Και αντετάχθησαν μεν οι Ίωνες, πολεμήσαντες όμως ενικήθησαν ολοσχερώς και οι Πέρσαι εφόνευσαν πλείστους εξ αυτών· μεταξύ δε άλλων ονομαστών και τον Ευαλκίδην, στρατηγόν των Ερετριέων όστις πολλούς αγώνας στεφανηφόρους είχε κερδίσει και όστις πολλάκις είχεν υμνηθή υπό του Κείου Σιμωνίδου. Όσοι δε εξ αυτών διέφυγον τον όλεθρον, ούτοι εσκορπίσθησαν εις διαφόρους πόλεις.
103. Τότε μεν ούτως ηγωνίσθησαν· μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι εγκαταλιπόντες ολοτελώς τους Ίωνας ηρνήθησαν, με όλας τας επιμόνους παρακλήσεις και τας επανειλημμένας πρεσβεύσεις του Αρισταγόρου, να τω πέμψωσι βοηθείας τινάς. Οι Ίωνες όμως, μολονότι εστερήθησαν της συμμαχίας των Αθηναίων, επειδή όσα είχον πράξει κατά του Δαρείου δεν τοις επέτρεπον να φερθώσιν άλλως, εξηκολούθησαν ουδέν ήττον τας πολεμικάς παρασκευάς των κατά του βασιλέως, όθεν πλεύσαντες εις τον Ελλήσποντον υπέταξαν το Βυζάντιον και τας άλλας πόλεις τας περί εκείνα τα μέρη· έπειτα δε εξελθόντες του Ελλησπόντου, προσέλαβον εις την συμμαχίαν των τα πλειότερα μέρη της Καρίας. Και αυτή η Καύνος, ήτις πρότερον δεν ήθελε να συμμαχήση, άμα ενέπρησαν τας Σάρδεις, ηνώθη με αυτούς.
104. Οι δε Κύπριοι όλοι, πλην των Αμαθουσίων, προσετέθησαν εις αυτούς ως εθελονταί, διότι και αυτοί απεστάτησαν από τους Μήδους κατά τον εξής τρόπον. Ο Ονήσιλος ήτο νεώτερος αδελφός του βασιλέως των Σαλαμινίων Γόργου και υιός του Χέρσιος, υιού του Σιρώμου, υιού του Ευέλθοντος. Ούτος ο άνθρωπος πολλάκις μεν και πρότερον επρότεινεν εις τον Γόργον να αποστατήση από τον βασιλέα, τότε δε άμα έμαθεν ότι απεστάτησαν και οι Ίωνες, τον παρεκίνησε μετά πλειοτέρας ζέσεως· επειδή όμως δεν έπειθε τον Γόργον, καιροφυλακτήσας ότε αυτός εξήλθε της πόλεως των Σαλαμινίων, ο Ονήσιλος ομού με τους οπαδούς του, τον έκλεισεν έξω των πυλών. Και ο μεν Γόργος μη δυνηθείς πλέον να εισέλθη κατέφυγεν εις τους Μήδους, ο δε Ονήσιλος μείνας κύριος της Σαλαμίνος έπεισε τους Κυπρίους να αποστατήσωσιν· έπεισε δε όλους πλην των Αμαθουσίων, τους οποίους μη θέλοντας να υπακούσωσιν, ήλθε και τους επολιόρκησεν.
105. Επολιόρκει λοιπόν την Αμαθούντα ο Ονήσιλος όταν ανήγγειλον εις τον βασιλέα ότι αι Σάρδεις εκυριεύθησαν και εκάησαν υπό των Αθηναίων και των Ιώνων, και ότι, κατά πάσαν πιθανότητα, αρχηγός της συστάσεως ταύτης ήτο ο Μιλήσιος Αρισταγόρας. Μαθών τας ειδήσεις ταύτας, χωρίς να φροντίση ποσώς διά τους Ίωνας οίτινες ήτο βέβαιος ότι δεν ήθελον διαφύγει την τιμωρίαν ης ήτο αξία η αποστασία των, ηρώτησε πρώτον τίνες ήσαν οι Αθηναίοι. Αφού δε έλαβε τας πληροφορίας τας οποίας ήθελεν, εζήτησε το τόξον του, το έλαβεν, έθεσεν επ' αυτού βέλος, το ηκόντισε προς τον ουρανόν, και ενώ εκείνο διέσχιζε τον αέρα, είπεν· «Ω Ζευ, είθε να δυνηθώ να τιμωρήσω τους Αθηναίους.» Αφού δε είπε ταύτα, διέταξεν ένα των υπηρετών να ίσταται πλησίον του οσάκις γευματίζη και να τω επαναλαμβάνη τρις· «Δέσποτα, ενθυμού τους Αθηναίους.»
106. Αφού διέταξε ταύτα ο Δαρείος, καλέσας ενώπιόν του τον Ιστιαίον τον Μιλήσιον, τον οποίον εκράτει εκεί προ πολλού, τω είπεν: «Ακούω, Ιστιαίε, ότι ο επίτροπός σου εις τον οποίον ενεπιστεύθης την πόλιν, απεστάτησεν απ' εμού. Με έφερεν άνδρας εκ της άλλης ηπείρου, και πείσας τους Ίωνας (οίτινες θα τιμωρηθώσι δι όσα έπραξαν) να ακολουθήσωσιν εκείνους, με απεστέρησε των Σάρδεων. Τώρα σοι φαίνεται η πράξις καλή; Πώς ετολμήθη άνευ της συμβουλής σου; Πρόσεξον μήπως ύστερον κατηγορήσης συ σεαυτόν. Εις ταύτα ο Ιστιαίος απεκρίθη· «Ποίον λόγον είπες, ω βασιλεύ; Εγώ να συμβουλεύσω πράγμα από το οποίον ηδύνατο να προκύψη εις σε μεγάλη ή μικρά δυσαρέσκεια! Και τι επιθυμών περισσότερον ήθελον πράξει τούτο; τι με λείπει; Απολαμβάνω όλα τα αγαθά όσα απολαμβάνεις συ και είμαι ο εμπεπιστευμένος όλων σου των βουλευμάτων. Εάν ήναι αληθές ότι ο επίτροπός μου έπραξεν αυτό το οποίον είπες, ήξευρε ότι το έπραξεν αφ' εαυτού. Εν πρώτοις όμως εγώ δεν παραδέχομαι ότι οι Μιλήσιοι και ο επίτροπός μου επιβουλεύονται την βασιλείαν σου· εάν εν τούτοις έπραξαν τοιούτο τι, εάν σοι ανέφερον πραγματικόν τι γεγονός, ω βασιλεύ, ενόησον τι κακόν έπραξες καλέσας με πλησίον σου εκ των παραθαλασσίων μερών· διότι οι Ίωνες, απαλλαγέντες της επαγρυπνήσεώς μου, θα απεπειράθησαν ως φαίνεται εκείνο το οποίον επεθύμουν προ πολλού. Εάν εγώ ήμην εις την Ιωνίαν, ουδεμία πόλις θα εκινείτο. Τώρα λοιπόν άφησόν με να επιστρέψω εκεί ταχέως διά να αποκαταστήσω πάλιν την τάξιν εις όλα τα πράγματα, διά να συλλάβω τον επίτροπον τούτον της Μιλήτου, όστις ως λέγεται εμηχανεύθη όλα ταύτα, και τον παραδώσω εις σε. Αφού δε εκπληρώσω ταύτα κατά την επιθυμίαν σου, ομνύω εις τους βασιλικούς θεούς να μη εκβάλω τον χιτώνα με τον οποίον θα καταβώ εις την Ιωνίαν πριν σοι καταστήσω φόρου υποτελή την μεγίστην νήσον Σαρδώ.»
107. Διά των λόγων τούτων ο Ιστιαίος ηπάτησε τον Δαρείον όστις επείσθη και τον απέστειλε, παραγγέλλων αυτώ, άμα εκπληρώση τας υποσχέσεις του, να επιστρέψη πάλιν εις τα Σούσα.
108. Ενώ η περί των Σάρδεων αγγελία έφθασεν εις τον βασιλέα, και ο Ιστιαίος λαβών την άδειαν παρά του Δαρείου επορεύετο εις την θάλασσαν, καθ όλον τούτο το διάστημα συνέβαινον τα εξής: Ανηγγέλθη εις τον Σαλαμίνιον Ονήσιλον, πολιορκούντα τους Αμαθουσίους, ότι ο Πέρσης Αρτύβιος, έχων μεθ' εαυτού στρατόν πολύν περιμένεται μετά πλοίων εις την Κύπρον. Μαθών τούτο ο Ονήσιλος έσπευσε να πέμψη κήρυκα προς τους Ίωνας διά να επικαλεσθή την βοήθειάν των· ούτοι δε χωρίς να σκεφθώσι πολύ έφθασαν μετά μεγάλου στόλου. Ότε δε έφθασαν οι Ίωνες εις την Κύπρον, τότε και οι Πέρσαι διαβάντες με πλοία εκ της Κιλικίας εχώρουν πεζοί προς την Σαλαμίνα, οι δε Φοίνικες μετά του στόλου των περιέπλεον την άκραν ήτις καλείται Κλείδες της Κύπρου.
109. Εν τούτω τω αναμεταξύ οι τύραννοι της Κύπρου, συγκαλέσαντες τους στρατηγούς των Ιώνων, τοις είπον· «Άνδρες της Ιωνίας, σας αφίνομεν να εκλέξετε ό,τι θέλετε εκ των δύο· ή τους Πέρσας να κτυπήσετε ή τους Φοίνικας. Εάν μεν θέλετε να παραταχθήτε πεζοί και να πολεμήσετε τους Πέρσας, είναι καιρός να εξέλθετε από τα πλοία και να ταχθήτε εις μάχην, ενώ ημείς θα εισέλθωμεν εις τα πλοία σας και θα ανταγωνισθώμεν προς τους Φοίνικας· εάν δε προτιμάτε να πολεμήσετε κατά των Φοινίκων, πράξατε τούτο. Ό,τι όμως από τα δύο εκλέξετε, προσέξατε να φερθήτε ούτως ώστε δι' υμών να γίνωσιν ελεύθεραι η Κύπρος και η Ιωνία.» Εις ταύτα οι Ίωνες απεκρίθησαν· «Το κοινόν των Ιώνων μας έπεμψε διά να φυλάττωμεν την θάλασσαν και όχι διά να παραδώσωμεν τα πλοία μας εις τους Κυπρίους και να πολεμήσωμεν πεζοί τους Πέρσας. Θα προσπαθήσωμεν λοιπόν να φανώμεν χρήσιμοι εκεί όπου διετάχθημεν να μείνωμεν· υμείς δε οφείλετε, ενθυμηθέντες όσα επάθετε ότε ήσθε υπό την κυριαρχίαν των Μήδων, να φανήτε άνδρες γενναίοι.» Ταύτα απεκρίθησαν οι Ίωνες.
110. Ύστερον δε, ότε ήλθον εις την πεδιάδα των Σαλαμινίων οι Πέρσαι, οι βασιλείς των Κυπρίων παρετάχθησαν εις μάχην, αντιτάξαντες τους μεν άλλους Κυπρίους κατά των συμμαχικών στρατευμάτων των Περσών, εκ δε των Σαλαμινίων και των Σολίων εκλέξαντες τους ανδρειοτέρους παρέταξαν αυτούς εναντίον των Περσών. Εναντίον δε του στρατηγού των Περσών Αρτυβίου ετάχθη εθελοντής ο Ονήσιλος.
111. Ο Αρτύβιος είχεν ίππον όστις ήτο δεδιδαγμένος να ίσταται ορθός εναντίον του οπλίτου. Μαθών τούτο ο Ονήσιλος είπε προς τον υπασπιστήν του, Κάρα μεν το γένος, δοκιμώτατον δε περί τα πολεμικά και τολμηρότατον· «Έμαθον ότι ο ίππος του Αρτυβίου ορθούται επί των οπισθίων ποδών, διά δε του στόματος και των εμπροσθίων ποδών προσβάλλει εκείνον κατά του οποίου ήθελεν επιπέσει. Σκέφθητι λοιπόν και ειπέ μοι αμέσως ποίον επιφορτίζεσαι να προσέξης και να κτυπήσης, τον ίππον ή αυτόν τον Αρτύβιον.» Απεκρίθη εις ταύτα ο ακόλουθός του· «Βασιλεύ, είμαι έτοιμος να πράξω αμφότερα ή μόνον το έν εκ των δύο, αφεύκτως όμως εκείνο το οποίον με διατάξης· εν τούτοις θα σοι είπω εκείνο το οποίον νομίζω διά σε συμφερώτερον. Η γνώμη μου είναι ότι είς βασιλεύς, είς στρατηγός, οφείλει να επιτεθή κατά βασιλέως, κατά στρατηγού· διότι εάν καταστρέψης στρατηγόν, ποία δόξα διά σε! Εάν πάλιν σε καταστρέψη εκείνος (ό μη γένοιτο) είναι ημίσεια συμφορά να φονευθή τις υπό ευγενούς χειρός. Ημείς οι υπηρέται οφείλομεν να πολεμώμεν τους υπηρέτας· όσον δ' αφορά τον ίππον, μη φοβηθής παντάπασι τα τεχνάσματά του, διότι σε υπόσχομαι ότι δεν θα ορθωθή πλέον κατ' ουδενός ανθρώπου.»
112. Ταύτα είπε και μετά ταύτα εγένετο η συμπλοκή κατά ξηράν και κατά θάλασσαν. Και εις μεν το ναυτικόν οι Ίωνες εφάνησαν κατ' εκείνην την ημέραν αξιώτατοι και ενίκησαν τους Φοίνικας, μεταξύ δε αυτών οι Σάμιοι ηρίστευσαν· εις δε πεζικόν, άμα επλησίασαν τα στρατεύματα, συνεπλάκησαν και εμάχοντο. Όσον αφορά τους δύο στρατηγούς, συνέβησαν εις αυτούς τα εξής· ενώ ο Αρτύβιος έφιππος ώρμα εναντίον του Ονησίλου, ο Ονήσιλος τον εκτύπησε κατά την συμβουλήν του υπασπιστού του· εν τούτοις ο ίππος ητοιμάζετο να κτυπήση διά των εμπροσθίων ποδών την ασπίδα του Ονησίλου, ότε ο ακόλουθος πλήξας με δρέπανον απέκοψε τους πόδας του ίππου και ο στρατηγός των Περσών Αρτύβιος έπεσεν εκεί εις τον τόπον συγχρόνως με τον ίππον.
113. Ενώ δε εμάχοντο και οι άλλοι, ο τύραννος του Κουρίου Στησήνωρ, έχων περί εαυτόν δύναμιν ανδρών ου σμικράν, ηυτομόλησεν εις τους Πέρσας· λέγονται δε οι Κουριείς ούτοι άποικοι των Αργείων. Ότε λοιπόν επρόδωσαν, αμέσως και τα πολεμιστήρια άρματα των Σαλαμινίων έπραξαν το αυτό με τους Κουριείς. Γενομένων δε τούτων υπερίσχυσαν οι Πέρσαι και τραπέντος εις φυγήν του στρατού των Κυπρίων, έπεσον πολλοί εξ αυτών και μεταξύ άλλων ο Ονήσιλος του Χέρσιος, όστις ενήργησε την επανάστασιν των Κυπρίων, και ο βασιλεύς των Σολίων Αριστόκυπρος ο υιός του Φιλοκύπρου, του Φιλοκύπρου εκείνου τον οποίον ο Σόλων ο Αθηναίος ελθών εις την Κύπρον επήνεσε διά στίχων πλειότερον από πάντα άλλον τύραννον.
114. Οι δε Αμαθούσιοι τους οποίους επολιόρκησεν ο Ονήσιλος κόψαντες την κεφαλήν αυτού την έφερον εις την Αμαθούντα και την εκρέμασαν υπεράνω των πυλών. Κρεμαμένης δε της κεφαλής και γενομένης κοίλης, σμήνος μελισσών εισήλθεν εις αυτήν και την επλήρωσε μέλιτος. Τούτου γενομένου ηρώτησαν οι Αμαθούσιοι το μαντείον και τοις εδόθη χρησμός την μεν κεφαλήν να καταβιβάσωσι και να θάψωσιν, εις δε τον Ονήσιλον να κάμνωσι κατ' έτος θυσίας ως εις ήρωα, και ότι, εάν πράξωσι ταύτα, θα τοις αποβή εις καλόν. Και οι μεν Αμαθούσιοι έπραττον ταύτα μέχρι των ημερών μου.
115 Οι δε Ίωνες οι ναυμαχήσαντες εις την Κύπρον, μαθόντες ότι τα πράγματα του Ονησίλου είχον καταστραφή και ότι αι άλλαι πόλεις των Κυπρίων επολιορκούντο, πλην της Σαλαμίνος όπου, μετά την αποστασίαν των κατοίκων, εισήλθε πάλιν ο αρχαίος βασιλεύς Γόργος, άμα μαθόντες ταύτα οι Ίωνες απέπλευσαν εις την Ιωνίαν. Εκ δε των εν Κύπρω πόλεων μόνη η πόλις Σόλοι αντέστη πλειότερον χρόνον, αλλ' οι Πέρσαι υποσκάψαντες πέριξ το τείχος την εκυρίευσαν κατά τον πέμπτον μήνα.
116. Τοιουτοτρόπως οι Κύπριοι, μείναντες επί έν έτος ελεύθεροι, κατεδαυλώθησαν αύθις εκ νέου· ο δε Λαυρίσης όστις είχε μίαν των θυγατέρων του Δαρείου, ο Υμέης, ο Οτάνης και άλλοι Πέρσαι στρατηγοί, έχοντες και αυτοί θυγατέρας του Δαρείου, καταδιώξαντες τους εις τας Σάρδεις εκστρατεύσαντας Ίωνας και αναγκάσαντες αυτούς να εισέλθωσιν εις τα πλοία, εμοίρασαν ως νικηταί τας πόλεις μεταξύ των και τας ελεηλάτουν.
117. Και ο μεν Δαυρίσης τραπείς προς τας πόλεις του Ελλησπόντου εκυρίευσε το Δάρδανον, την Άβυδον, την Περκώπην, την Λάμψακον και την Παισόν· ταύτας εκυρίευε μίαν καθ' ημέραν. Ενώ όμως εξήρχετο από την Παισόν διά να μεταβή εις την πόλιν Πάριον, τω ήλθεν αγγελία ότι οι Κάρες ομοφρονήσαντες με τους Ίωνας απεστάτησαν από τους Πέρσας. Αναχωρήσας λοιπόν εκ του Ελλησπόντου, ωδήγησε τον στρατόν κατά της Καρίας.
118. Πριν όμως φθάση εκεί, οι Κάρες έμαθαν φαίνεται τούτο και συνηθροίσθησαν εις τας Λευκάς καλουμένας Στήλας και εις τον ποταμόν Μαρσύαν όστις ρέων εκ της Ιδριάδος χώρας εκβάλλει εις τον Μαίανδρον. Εκεί συναθροισθέντες συνεκρότησαν συμβούλιον εις το οποίον πολλαί και διάφοροι γνώμαι εδόθησαν εξ ων η αρίστη κατ' εμέ ήτο η του Πιξωδάρου, υιού του Μαυσώλου, πολίτου Κινδυέως και γαμβρού του βασιλέως των Κιλίκων Συεννέσεως. Τούτου του ανδρός η γνώμη ήτο να διαβώσιν οι Κάρες τον Μαίανδρον. και έχοντες εις τα νώτα τον ποταμόν, να πολεμήσωσι, διά να μη δύνανται να φύγωσιν οπίσω, και αναγκαζόμενοι να μείνωσιν εκεί, να γίνωσιν ανδρειότεροι παρ' όσον ήσαν εκ φύσεως. Η γνώμη όμως αύτη δεν υπερίσχυσεν, αλλ' ήθελον μάλλον οι Πέρσαι να έχωσιν όπισθέν των τον ποταμόν ή οι Κάρες, με την ελπίδα βεβαίως ότι εάν νικηθώσιν εις την μάχην οι Πέρσαι και θελήσωσι να φύγωσι, να μη δυνηθώσι να επιστρέψωσιν οπίσω πίπτοντες εις τον ποταμόν.
119. Μετά ταύτα δε, ότε ήλθον οι Πέρσαι και διέβησαν τον ποταμόν, οι Κάρες συνεπλάκησαν με αυτούς εις τας όχθας του ποταμού Μαρσύου και επολέμησαν επί πολλήν ώραν και επιμόνως· τέλος όμως ενικήθησαν υπό του πλήθους των πολεμίων. Και εκ μεν των Περσών έπεσον περί τους δισχιλίους, εκ δε των Καρών περί τους μυρίους. Όσοι των Καρών διέφυγαν, εκλείσθησαν εις το εν Λαβράνδοις ιερόν του Πολεμιστού Διός, όπερ είναι άλσος μέγα και άγιον εκ πλατάνων. Από όσους δε ημείς γνωρίζομεν, μόνοι οι Κάρες προσφέρουσι θυσίας εις τον Πολεμιστήν Δία. Κατακλεισθέντες λοιπόν εκεί, συνεσκέπτοντο ποίον ήτο συμφερώτερον διά την σωτηρίαν των, να παραδοθώσιν εις τους Πέρσας, ή να εγκαταλείψωσι διά παντός την Ασίαν και να φύγωσιν,
120. Ενώ εσκέπτοντο ταύτα, ήλθον εις βοήθειαν αυτών οι Μιλήσιοι και οι σύμμαχοι αυτών. Τότε οι Κάρες παρήτησαν πάσαν περαιτέρω διάσκεψιν και ητοιμάσθησαν να επαναλάβωσι τον πόλεμον. Συνεπλάκησαν λοιπόν με τους Πέρσας ελθόντας εναντίον των, και πολεμήσαντες ενικήθησαν πλειότερον ή πρότερον. Πλήθος εξ αυτών έπεσον· μεγαλειτέραν όμως φθοράν υπέστησαν οι Μιλήσιοι.
121. Μετά την καταστροφήν δε ταύτην ανέλαβον πάλιν οι Κάρες και επολέμησαν· διότι μαθόντες ότι οι Πέρσαι εστράτευσαν κατά των πόλεών των, έστησαν ενέδραν εις την οδόν της Πηδάσου και εμπεσόντες εις αυτήν οι Πέρσαι κατά την νύκτα διεφθάρησαν αυτοί και οι στρατηγοί των Δαυρίσης, Αμόργης και Σισιμάκης. Μετ' αυτών απώλετο και ο Μύριος του Γύγου. Αρχηγός της ενέδρας ήτο ο υιός του Ιβανώλιος Ηρακλείδης, πολίτης Μυλασσεύς. Και ούτοι μεν οι Πέρσαι τοιουτοτρόπως απώλοντο.
122. Ο δε Υμέης, είς εξ εκείνων οίτινες είχον καταδιώξει τους εις τας Σάρδεις στρατεύσαντας Ίωνας, τραπείς προς την Προποντίδα, εκυρίευσε την Κίον της Μυσίας. Ότε δε έμαθεν ότι ο Δαυρίσης ανεχώρησεν από τον Ελλήσποντον και εξεστράτευσε κατά της Καρίας, αφήσας την Προποντίδα, έφερε τον στρατόν εις τον Ελλήσποντον και εκυρίευσεν όλους τους Αιολείς όσοι νέμονται την Τρωικήν χώραν· εκυρίευσεν ομοίως τους Γέργιθας οίτινες είχον μείνει από την εποχήν των αρχαίων Τευκρών. Αυτός δε ο Υμέης, αφού υπέταξε τα έθνη ταύτα, απέθανεν εξ ασθενείας εις την Τρωάδα.
123. Και ούτος μεν ούτως ετελεύτησεν· ο δε Αρταφέρνης, ο ύπαρχος των Σάρδεων, και ο Οττάνης ο τρίτος στρατηγός, διετάχθησαν να εκστρατεύσωσι κατά της Ιωνίας και της πλησιοχώρου αυτής Αιολίδος. Και της μεν Ιωνίας εκυρίευσαν τας Κλαζομενάς, της δε Αιολίδος την Κύμην.
124. Ενώ δε εκυριεύοντο αι πόλεις αύται, ο Μιλήσιος Αρισταγόρας (όστις ως απεδείχθη δεν είχε μεγαλοψυχίαν, διότι αφού ανεστάτωσε την Ιωνίαν και υπεκίνησε μεγάλας ταραχάς, εσκέπτετο πώς να φύγη) ακούσας ταύτα και σκεπτόμενος ότι ήτο αδύνατον να υπερτερήση τον βασιλέα Δαρείον, συνήθροισε τους συστασιώτας και συνεσκέπτετο μετ' αυτών λέγων ότι είναι συμφέρον εις αυτούς να έχωσιν έτοιμον καταφύγιον εις περίστασιν καθ' ην ήθελον εξωσθή εκ της Μιλήτου, και προτείνων να τους φέρη ως αποίκους είτε εις την Σαρδώ είτε εις την Μύρκινον των Ηδωνών, την οποίαν ο Ιστιαίος έλαβεν από τον Δαρείον και την ετείχισε. Ταύτα συνεβούλευεν ο Αρισταγόρας.
125. Του δε ιστορικού Εκαταίου του Ηγησάνδρου η γνώμη ήτο να μη εκλέξη ο Αρισταγόρας μήτε την μίαν μήτε την άλλην πόλιν, αλλά να κτίση τείχος εις την νήσον Λέρον και να μείνη εκεί ησυχάζων, εάν διωχθή εκ της Μιλήτου· έπειτα δε, μετά παρέλευσιν χρόνου τινός, να αναχωρήση εκείθεν και να επιστρέψη πάλιν εις την Μίλητον. Ταύτα συνεβούλευσε και ο Εκαταίος.
126. Του Αρισταγόρου όμως η γνώμη έκλινε περισσότερον να απέλθη εις την Μύρκινον. Όθεν την μεν Μίλητον επέτρεψεν εις τον Πυθαγόραν, πολίτην ευπόληπτον, αυτός δε παραλαβών πάντα τον βουλόμενον έπλευσεν εις την Θράκην και εκυρίευσε την χώραν κατά της οποίας ήλθε. Κατά τινα όμως έξοδον εκ της χώρας ταύτης, ο Αρισταγόρας και όλος ο στρατός του εξωλοθρεύθησαν υπό των Θρακών ενώπιον πόλεώς τινος την οποίαν επολιόρκουν και εκ της οποίας οι Θράκες είχον συγκατατεθή να εξέλθωσιν υπόσπονδοι.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΚΤΟΝ
Ε Ρ Α Τ Ω.
1. Ο Αρισταγόρας λοιπόν αποστατήσας την Ιωνίαν τοιουτοτρόπως ετελεύτησεν· ο δε τύραννος της Μιλήτου Ιστιαίος, αφεθείς υπό του Δαρείου, ήλθεν εις τας Σάρδεις. Άμα δε έφθασεν εκ των Σούσων, τον ηρώτησεν ο ύπαρχος των Σάρδεων Αρταφέρνης διά ποίαν αιτίαν νομίζει ότι απεστάτησαν οι Ίωνες. Ο Ιστιαίος απεκρίθη ότι όχι μόνον δεν ήξευρε τίποτε, αλλά και ότι εθαύμαζε διά το γεγονός. Έλεγε δε ταύτα με ύφος ανθρώπου αγνοούντος εντελώς τα διατρέχοντα. Τότε ο Αρταφέρνης, γνωρίζων την αληθή αιτίαν της αποστασίας και βλέπων αυτόν υποκρινόμενον, είπεν· «Ιδού, ω Ιστιαίε, πώς έχουσιν αυτά τα πράγματα· συ μεν έρραψας το υπόδημα, ο δε Αρισταγόρας το εφόρεσε.»
2. Ταύτα είπεν ο Αρταφέρνης σχετικά προς την αποστασίαν, ο δε Ιστιαίος φοβηθείς την διορατικότητα του Αρταφέρνους, αμέσως εκείνην την νύκτα έφυγεν εις την θάλασσαν, ευχαριστούμενος διότι ηπάτησε τον βασιλέα Δαρείον. Αυτός όστις είχεν υποσχεθή να υποτάξη την μεγίστην νήσον Σαρδώ, δεν εδίστασε να αναλάβη την αρχηγίαν του πολέμου των Ιώνων κατά του Δαρείου. Διαβάς εις την Χίον, εδεσμεύθη υπό των Χίων, οίτινες τον υπώπτευσαν ότι οργανίζει εναντίον των νέα τινά σχέδια προς το συμφέρον του Δαρείου. Όταν έπειτα έμαθον οι Χίοι όλην την ιστορίαν, ότι ήτο πολέμιος του βασιλέως, τον απέλυσαν.
3. Ερωτώμενος τότε ο Ιστιαίος υπό των Ιώνων της Χίου διατί τόσον προθύμως έγραψε προς τον Αρισταγόραν να αποστατήση από τον βασιλέα και επέφερε τόσον κακόν εις τους Ίωνας, την μεν αληθή αιτίαν δεν εφανέρωσεν, είπε δε ότι ο βασιλεύς Δαρείος είχεν απόφασιν να μεταφέρη τους Φοίνικας εις την Ιωνίαν και τους Ίωνας εις την Φοινίκην, και τούτου ένεκα έγραψεν εις τον Αρισταγόραν. Βεβαίως ο βασιλεύς ουδεμίαν τοιαύτην ιδέαν συνέλαβεν, αλλ' ο Ιστιαίος ήθελε να φοβίζη τους Ίωνας.
4. Μετά ταύτα ο Ιστιαίος, μεταχειριζόμενος ως γραμματοκομιστήν τον Αταρνείτην Έρμιππον, έπεμψεν επιστολάς προς τους εις τας Σάρδεις διαμένοντας Πέρσας οίτινες προηγουμένως είχον συνομιλήσει μετ' αυτού περί της αποστασίας. Αλλ' ο Έρμιππος, εις μεν τους Πέρσας προς τους οποίους επέμφθη δεν δίδει τα γράμματα, τα φέρει δε και τα εγχειρίζει εις τον Αρταφέρνην. Μαθών δε ούτος τα διατρέχοντα, διέταξε τον Έρμιππον τας μεν επιστολάς να δώση εις εκείνους προς τους οποίους εστάλη, τας δε άλλας τας παρά των Περσών αντιπεμπομένας εις τον Ιστιαίον, ταύτας να τω παραδώση. Τούτων λοιπόν φανερωθέντων, εφόνευσε τότε ο Αρταφέρνης πολλούς Πέρσας.
5. Εις μεν τας Σάρδεις λοιπόν επεκράτει ταραχή. Τον δε Ιστιαίον, απατηθέντα εις τας ελπίδας του, έφερον οι Χίοι εις την Μίλητον κατ' αίτησίν του. Οι δε Μιλήσιοι, οίτινες ασμένως απηλλάγησαν του Αρισταγόρου, ουδόλως ήσαν πρόθυμοι να δεχθώσιν άλλον τύραννον εις την χώραν, καθότι εγεύθησαν την ελευθερίαν. Και επειδή ο Ιστιαίος έφθασε κατά την νύκτα και επειράθη βιαίως να εισέλθη εις την Μίλητον, επληγώθη εις τον μηρόν υπό τινος των Μιλησίων. Διωχθείς λοιπόν εκ της πατρίδος του, επιστρέφει οπίσω εις την Χίον· εντεύθεν δε, επειδή δεν έπειθε τους Χίους να τω δώσωσι πλοία, διέβη εις την Μιτυλήνην και έπεισε τους Λεσβίους να τω δώσωσι. Πληρώσαντες λοιπόν οι Λέσβιοι οκτώ τριήρεις, έπλευσαν μετά του Ιστιαίου εις το Βυζάντιον, και μένοντες εκεί συνελάμβανον τα εκ του Ευξείνου Πόντου εκπλέοντα πλοία, πλην εκείνων τα οποία έλεγον ότι ήσαν πρόθυμα να υπακούωσιν εις τον Ιστιαίον.
6. Ο μεν Ιστιαίος λοιπόν και οι Μιτυληναίοι ταύτα έπραττον· εις δε την Μίλητον περιεμένετο πολύς στρατός ναυτικός και πεζός· διότι συνενωθέντες οι στρατηγοί των Περσών και σχηματήσαντες έν μόνον στρατόπεδον, ήλαυνον κατά της Μιλήτου, ήκιστα φροντίζοντας διά τας άλλας πόλεις. Εκ των του ναυτικού στρατού οι Φοίνικες ήσαν οι προθυμότατοι· ομού δε με αυτούς είχον ενωθή οι Κύπριοι, προσφάτως υποταγέντες, οι Κίλικες και οι Αιγύπτιοι.
7. Και αυτοί μεν ήρχοντο κατά της Μιλήτου και της λοιπής Ιωνίας, οι δε Ίωνες μαθόντες ταύτα έπεμψαν πρέσβεις εις το Πανιώνιον. Γενομένης δε συνελεύσεως εν τω τόπω τούτω, απεφασίσθη να μη αντιτάξωσι πεζόν στρατόν εναντίον των Περσών, να αναθέσωσι την φύλαξιν της πόλεως εις αυτούς τους Μιλησίους, να πληρώσωσιν όλα τα πλοία χωρίς να αφήσωσιν ουδέν κενόν, να τα φέρωσι τάχιστα εις την Δάδην και να ναυμαχήσωσιν υπέρ της Μιλήτου. Η δε Δάδη είναι νήσος μικρά κειμένη προ της πόλεως των Μιλησίων.
8. Μετά ταύτα, συμπληρωθέντων των πληρωμάτων, ήλθον οι Ίωνες και μετ' αυτών οι Αιολείς οι κατοικούντες την Λέσβον. Ετάχθησαν δε ως εξής· το μεν προς ανατολάς κέρας είχον αυτοί οι Μιλήσιοι οίτινες παρέσχον ογδοήκοντα πλοία· μετ' αυτούς ήσαν οι Πριηνείς με δώδεκα πλοία και οι Μυούσιοι με τρία· πλησίον αυτών ήσαν οι Τήιοι με πλοία δεκαεπτά· μετά τους Τηίους ήσαν οι Χίοι με πλοία εκατόν πλησίον δε αυτών ετάχθησαν οι Ερυθραίοι και οι Φωκαείς, οι μεν Ερυθραίοι έχοντες οκτώ πλοία, οι δε Φωκαείς τρία· μετά τους Φωκαείς ήσαν οι Λέσβιοι με πλοία εβδομήκοντα· τελευταίοι δε παρετάχθησαν οι Σάμιοι με εξήκοντα πλοία, έχοντες το προς δυσμάς κέρας. Όλων τούτων των τριήρεων ο αριθμός συνεποσώθη εις τριακοσίας πεντήκοντα τρεις. Και ταύτα μεν ήσαν τα πλοία των Ιώνων.
9. Των δε βαρβάρων τα πλοία ήσαν εξακόσια. Όταν δε έφθασαν και αυτά απέναντι της Μιλήτου, ήλθε δε και όλος ο πεζός στρατός των, τότε οι στρατηγοί των Περσών, μαθόντες τον αριθμόν των ιωνικών πλοίων εφοβήθησαν μήπως δεν δυνηθώσι να νικήσωσι, και τοιουτοτρόπως ου μόνον την Μίλητον δεν θα λάβωσιν, ως μη όντες κύριοι της θαλάσσης, αλλά και την οργήν του Δαρείου θα επισύρωσι. Ταύτα σκεπτόμενοι, συνεκάλεσαν τους τυράννους των ιωνικών πόλεων όσοι, στερηθέντες των ηγεμονιών των υπό του Αρισταγόρου του Μιλησίου, κατέφυγον εις τους Μήδους, και ευρίσκοντο τότε εις το προ της Μιλήτου στρατόπεδον. Τους παρόντας λοιπόν των ανδρών τούτων συγκαλέσαντες, έλεγον προς αυτούς τα εξής· «Ω Ίωνες, τώρα έκαστος υμών ας φανή ότι υπηρετεί τον οίκον του βασιλέως· ας προσπαθήση έκαστος υμών να αποσπάση τους συμπολίτας του από τους λοιπούς συμμάχους. Είπατε εις αυτούς δι' απεσταλμένων ότι δεν θα πάθωσι τίποτε διά την αποστασίαν των· ότι δεν θα καύσωμεν ούτε τα ιερά των ούτε τας οικίας των, και ότι δεν θα τους μεταχειρισθώμεν αυστηρότερον ή πρότερον. Εάν όμως δεν πράξωσι ταύτα, εάν επιμείνωσιν αμετατρέπτως να λάβωσι μέρος εις τον πόλεμον, απειλήσατε αυτούς τι θα πάθωσιν εάν νικηθώσιν· αυτούς μεν θα εξανδραποδίσωμεν, τους δε παίδας των θα ευνουχίσωμεν, τας δε θυγατέρας των θα μεταφέρωμεν εις τα Βάκτρα, και θα δώσωμεν εις άλλους την χώραν των.»
10. Οι μεν στρατηγοί των Περσών ταύτα έλεγον· οι δε τύραννοι των Ιώνων έπεμπον διά νυκτός απεσταλμένους, έκαστος προς τους συμπολίτας του, και έδιδον τας αγγελίας ταύτας. Οι Ίωνες όμως, εις όσους έφθασαν αι αγγελίαι, τας ήκουον με περιφρόνησιν και δεν εδέχοντο την προδοσίαν· έκαστη δε πόλις ενόμιζεν ότι εις αυτήν μόνην οι Πέρσαι εμήνυον ταύτα. Συνέβησαν λοιπόν ταύτα ευθύς ως έφθασαν οι Πέρσαι εις την Μίλητον.
11. Μετά την συνάθροισίν των δε εις την Λάδην οι Ίωνες συνεσκέφθησαν. Εκεί πολλοί άλλοι ωμίλησαν, και προς τούτοις ο στρατηγός των Φωκαέων Διονύσιος, λέγων τα εξής· «Τα πράγματά μας, ω άνδρες της Ιωνίας, ίστανται επί ξυρού ακμής, ή να ελευθερωθώμεν, ή να μείνωμεν δούλοι, και δούλοι δραπέται. Τώρα λοιπόν εάν θελήσετε να υποφέρετε ταλαιπωρίας, θα κουρασθήτε μεν προς καιρόν, θα γίνετε όμως ικανοί να νικήσετε τους εχθρούς σας και να ελευθερωθήτε· εάν δε εξ εναντίας δείξετε μαλθακότητα και αταξίαν, ουδεμίαν ελπίδα έχω να σας ίδω διαφεύγοντας την τιμωρίαν του βασιλέως διά την αποστασίαν σας. Υπακούσατε λοιπόν εις εμέ και αναθέσατέ μοι την σωτηρίαν σας· εάν οι θεοί μείνωσιν ουδέτεροι, σας υπόσχομαι ότι οι πολέμιοι θα αποφύγωσι την μάχην, εάν δε συμπλακώσι, να νικηθώσιν ολοσχερώς.»
12. Ακούσαντες ταύτα οι Ίωνες αφιέρωσαν εαυτούς εις τον Διονύσιον. Αυτός δε εξάγων καθ' ημέραν τον στόλον εις το πέλαγος εν είδει ημικυκλίου, διά να συνειθίζωσιν οι κωπηλάται να κάμνωσι διέκπλους μεταξύ των και να ασκώνται οι πολεμισταί, εκράτει κατά το επίλοιπον της ημέρας τα πλοία ηγκυροβολημένα και εκούραζε τοιουτοτρόπως τους Ίωνας δι' όλης της ημέρας. Και επί επτά μεν ημέρας υπήκουον οι Ίωνες και εξετέλουν όσα τους επρόσταζε· την ογδόην όμως ημέραν, ασυνείθιστοι όντες εις τοιούτους κόπους και βασανιζόμενοι από τας ταλαιπωρίας και τον ήλιον, είπον μεταξύ των· «Εις ποίον θεόν ημαρτήσαμεν και υποφέρομεν αυτά τα δεινά; βεβαίως παρεφρονήσαμεν και εχάσαμεν το λογικόν μας αφιερωθέντες και υπακούοντες εις ένα αλαζόνα Φωκαέα όστις έφερε τρία πλοία και όστις παραλαβών ημάς εις την εξουσίαν του, καταταλαιπωρεί όλους με αφορήτους κόπους. Πολλοί εξ ημών έπεσαν ασθενείς, πολλοί άλλοι είναι έτοιμοι να πάθωσι το ίδιον. Αντί τούτων των κακών, δεν είναι προτιμότερον να πάθωμεν παν άλλο, και αυτήν την δουλείαν ήτις μας περιμένει; διότι οιαδήποτε και αν ήναι αύτη, πάντοτε θα ήναι ολιγώτερον βαρεία της παρούσης. Θάρρος λοιπόν και μη υπακούωμεν πλέον εις αυτόν.» Ταύτα είπον και εις το εξής ουδείς πλέον ήθελε να υπακούη, αλλ' ως οι πεζοί στρατοί έστησαν σκηνάς εις την νήσον, έμενον υπό σκιάν και δεν ήθελαν ούτε εις τα πλοία, να εισέλθωσιν ούτε να επαναλάβωσι τα γυμνάσια.
13. Οι δε στρατηγοί της Σάμου μαθόντες τι έπραττον οι Ίωνες, συνεννοήθησαν μετά του υιού του Συλοσώντος Αιάκους όστις προηγουμένως τοις είχε πέμψει προτάσεις υπαγορευθείσας υπό των Περσών, παροτρύνων αυτούς να εγκαταλίπωσι την ιωνικήν συμμαχίαν. Βλέποντες λοιπόν την επικρατούσαν αταξίαν και σκεπτόμενοι ενταυτώ ότι ήτο αδύνατον να υπερνικήσωσι την δύναμιν του βασιλέως, εδέχθησαν τας προσφοράς του Αιάκους, πεπεισμένοι άλλως τε ότι και αν ο παρών στόλος των νικήση τον του Δαρείου, δεν θα εβράδυνε να έλθη εναντίον των άλλος πενταπλάσιος. Επομένως, άμα είδον τους Ίωνας αποποιουμένους να φανώσιν ανδρείοι, επροφασίσθησαν την ανάγκην ότι έπρεπε να σώσωσιν εκ του κινδύνου τα ιερά και τας κατοικίας των. Ο Αιάκης δε εκείνος του οποίου εδέχθησαν τας προτάσεις ήτο υιός του Συλοσώντος, υιού του Αιάκους· τύραννος δε ων της Σάμου, είχε καθαιρεθή υπό του Μιλησίου Αρισταγόρου, ως και οι άλλοι τύραννοι της Ιωνίας.
14. Τότε λοιπόν, επειδή έπλευσαν εναντίον των οι Φοίνικες, αντεπεξήλθον και οι Ίωνες και παρέταξαν τα πλοία των εν σχήματι ημισελήνου. Ότε όμως επλησίασαν αλλήλους και συνεπλάκησαν, δεν δύναμαι να είπω μετά βεβαιότητος ποίοι εκ των Ιώνων εφάνησαν γενναίοι και ποίοι άνανδροι εις αυτήν την ναυμαχίαν, διότι αιτιώνται αλλήλους. Λέγεται όμως ότι τότε οι Σάμιοι κατά τα συμπεφωνημένα προς τον Αιάκη, αναπετάσαντες τα ιστία και εγκαταλιπόντες την τάξιν των, έπλευσαν εις την Σάμον, πλην ένδεκα πλοίων των οποίων οι τριήραρχοι έμειναν εις την τάξιν των και εναυμάχησαν μη υπακούσαντες εις τους στρατηγούς. Τούτου ένεκα το κοινόν των Σαμίων διέταξε να χαραχθώσι τα ονόματα αυτών και των πατέρων των εις στήλην προς ένδειξιν ότι εφέρθησαν ως άνδρες γενναίοι· σώζεται δε η στήλη αύτη εις την αγοράν. Ιδόντες δε οι Λέσβιοι τους πλησίον των ότι έφευγον, έπραξαν το αυτό και οι πλείστοι των Ιώνων τους εμιμήθησαν.
15. Εκ των παραμεινάντων εις την ναυμαχίαν οι μάλλον βλαβέντες ήσαν οι Χίοι, οίτινες όμως ηνδραγάθησαν και ουδεμίαν έδειξαν αδυναμίαν. Αυτοί, ως ερρέθη ανωτέρω, παρέσχον εκατόν πλοία εις έκαστον των οποίων ήσαν τεσσαράκοντα άνδρες εκλεκτοί μεταξύ των πολιτών. Όταν είδον ότι οι πλειότεροι των συμμάχων επρόδιδον, απεφάσισαν να μη φανώσιν όμοιοι με τους ανάνδρους εκείνους· μείναντες μόνοι μετ' ολίγων συμμάχων διέσχισαν την εχθρικήν γραμμήν και εναυμάχησαν καταστρέψαντες πολλά πλοία, μέχρις ου απώλεσαν όλα σχεδόν τα ιδικά των. Οι επιζήσαντες, με όσα πλοία τοις έμειναν, έφυγον εις την Χίον.
16. Τινές όμως, των οποίων τα πλοία είχον υποστή πολλά τραύματα, αυτοί διωκόμενοι κατέφυγον εις την Μυκάλην· και τα μεν πλοία ρίψαντες εις την ξηράν τα άφησαν εκεί, αυτοί δε επορεύθησαν πεζοί δια της ηπείρου. Όταν δε εισήλθον εις την γην της Εφέσου και έφθασαν προ της πόλεως, είχε νυχτώσει και αι γυναίκες του τόπου εώρταζον τα θεσμοφόρια. Οι Εφέσιοι οίτινες προηγουμένως δεν είχον ακούσει περί της καταστροφής των Χίων, ιδόντες να εισέρχεται στρατός εις την χώραν των, τους εξέλαβον ότι ήσαν κλέπται και ότι ήρχοντο να αρπάσωσι τας γυναίκας των. Τότε ο λαός όλος έδραμεν επί τα όπλα και κατέσφαξε τους Χίους. Οι Χίοι λοιπόν ταύτα τα δυστυχήματα έπαθον.
17. Ο δε φωκαεύς Διονύσιος, αφού είδεν ότι τα πράγματα των Ιώνων κατεστράφησαν, κυριεύσας τρία πλοία των πολεμίων δεν επέστρεψε πλέον εις την Φώκαιαν, καθότι ήτο βέβαιος ότι και η πόλις αύτη ήθελεν εξανδραποδισθή ομού με την άλλην Ιωνίαν, αλλ' άνευ αναβολής έπλευσε κατ' ευθείαν προς την Φοινίκην. Έπειτα, καταβυθίσας γαυλούς τινας και λαβών πλούτη πολλά, έπλευσεν εις την Σικελίαν. Εκείθεν δε ορμώμενος ελήστευεν, ουχί τους Έλληνας, αλλά τους Καρχηδονίους και τους Τυρρηνούς.
18. Οι δε Πέρσαι, αφού ενίκησαν τους Ίωνας εις την ναυμαχίαν, επολιόρκησαν την Μίλητον διά ξηράς και διά θαλάσσης. Υποσκάπτοντες τα τείχη και μεταχειριζόμενοι διαφόρους μηχανάς, εκυρίευσαν την πόλιν κατά το έκτον έτος μετά την αποστασίαν του Αρισταγόρου, και εξηνδραπόδισαν αυτήν· ώστε επηλήθευσε ο χρησμός ο δοθείς περί της Μιλήτου.
19. Ότε οι Αργείοι μετέβησαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι το μαντείον περί της σωτηρίας της πόλεώς των, έλαβον από κοινού απόκρισιν της οποίας μέρος μεν ήρμοζεν εις αυτούς, μέρος δε κατά παρένθεσιν εις τους Μιλησίους. Και το μεν μέρος το αφορών τους Αργείους θα μνημονεύσω όταν φθάσω εις εκείνο το σημείον της ιστορίας μου· όσα δε εχρησμοδοτήθησαν εις τους Μιλησίους, οίτινες δεν ήσαν παρόντες, είναι τα εξής· Τότε βεβαίως, Μίλητε, εφευρέτρια κακών έργων, θα χρησιμεύσης ως δείπνον εις πολλούς και πηγή πλουσίων δώρων. Αι γυναίκες σου θα νίψωσι τους πόδας πολλών ανδρών με μακράς κόμας και άλλοι θα επιμεληθώσι τον εις τα Δίδυμα ναόν μου. Τότε λοιπόν αυτά τα δεινά εύρον τους Μιλησίους, ότε οι πλείστοι των ανδρών εφονεύθησαν υπό των Περσών οίτινες είχον μακράν κόμην, αι δε γυναίκες και τα παιδία εγένοντο ανδράποδα, και οι εν Διδύμοις Βραγχίδαι, ναός και χρηστήριον, εσυλήθησαν και επυρπολήθησαν. Περί δε των πραγμάτων όσα υπήρχον εις το ιερόν, πολλάκις εις άλλα μέρη της ιστορίας ανέφερα.
20. Εκείθεν δε, όσοι των Μιλησίων εζωγρήθησαν, εφέρθησαν εις τα Σούσα. Ο βασιλεύς Δαρείος, χωρίς να τους κακοποιήση, τους αποκατέστησεν εις τα παράλια της Ερυθράς θαλάσσης, εις την πόλιν Άμπην, παρά την οποίαν παραρρέων ο Τίγρης ποταμός χύνεται εις την θάλασσαν. Της δε Μιλησίας χώρας την μεν πόλιν και την πεδιάδα εκράτησαν οι Πέρσαι δι' εαυτούς, τα δε ορεινά μέρη έδωσαν εις τους Κάρας Πηδασείς.
21. Ότε έπαθον ταύτα οι Μιλήσιοι από τους Πέρσας, οι Συβαρίται, οίτινες είχον στερηθή της πόλεως των και κατώκουν την Λάον και την Σκίδρον, δεν απέδωκαν τα όμοια εις τους Μιλησίους· διότι, κατά την άλωσιν της Συβάριος υπό των Κροτωνιατών όλοι οι έφηβοι Μιλήσιοι έκοψαν τας κόμας των και έφερον μέγα πένθος. Αι πόλεις αύται, πλειότερον των άλλων τας οποίας γνωρίζομεν, είχον μεταξύ των φιλίαν μεγάλην. Οι Αθηναίοι όμως δεν εφέρθησαν ως οι Συβαρίται, διότι μεταξύ των άλλων τεκμηρίων της λύπης των, ότε ο ποιητής Φρύνιχος συνέθεσε δράμα «την άλωσιν της Μιλήτου» και εδίδαξεν αυτό από σκηνής, το θέατρον ανελύθη εις δάκρυα και οι Αθηναίοι τον κατεδίκασαν εις πρόστιμον χιλίων δραχμών ως αναμνήσαντα οικιακά δυστυχήματα, και διά ψηφίσματος απηγόρευσαν την αναπαράστασιν του δράματος.
22. Η Μίλητος λοιπόν ηρημώθη Μιλησίων. Εκ των Σαμίων δε οι έχοντες περιουσίαν τινά ουδόλως ευχαριστήθησαν δι' εκείνο το οποίον οι στρατηγοί των έπραξαν υπέρ των Μήδων. Όθεν συγκροτήσαντες συμβούλιον αμέσως μετά την ναυμαχίαν, απεφάσισαν, πριν έλθη εις τον τόπον των ο τύραννος Αιάκης, να μεταναστεύσωσι και να μη γίνωσι δούλοι του Αιάκους και των Μήδων μένοντες εις την Σάμον. Κατ' εκείνον τον χρόνον οι Ζαγκλαίοι της Σικελίας είχον προσκαλέσει δι' απεσταλμένων τους Ίωνας να έλθωσιν εις την Καλήν ακτήν, επιθυμούντες να υπάρχη εκεί αποικία Ιώνων. Αύτη δε η Καλή ακτή, ως την ονομάζουσιν, αποτελεί μέρος της Σικελίας και κείται προς το μέρος της νήσου το τετραμμένον προς την Τυρρηνίαν. Μόνοι λοιπόν εκ των Ιώνων οι Σάμιοι εδέχθησαν την πρόσκλησιν, και μετ' αυτών όσοι των Μιλησίων διέφυγον. Συνέβη όμως, τότε το εξής.
23. Οι Σάμιοι, πλέοντες προς την Σικελίαν, έφθασαν εις τους Λοκρούς τους Επιζεφυρίους, ενώ αυτοί οι Ζαγκλαίοι και ο βασιλεύς των όστις ωνομάζετο Σκύθης επολιόρκουν πόλιν τινά των Σικελών, θέλοντες να κυριεύσωσιν αυτήν. Ο τύραννος του Ρηγίου Αναξίλαος, όστις διεφέρετο με τους Ζαγκλαίους, μαθών την άφιξιν των Σαμίων, ήλθεν εις ομιλίαν με αυτούς και τους έπεισε να παραιτήσωσι την Καλήν ακτήν διά την οποίαν ήλθον και να κυριεύσωσι την Ζάγκλην, έρημον ούσαν ανδρών. Τότε οι Ζαγκλαίοι, μαθόντες ότι εκυριεύθη η πόλις των, έδραμον αμέσως επικαλούμενοι εις βοήθειάν των τον τύραννον της Γέλης Ιπποκράτην, όστις ήτο σύμμαχός τους. Ότε όμως ήλθεν ο Ιπποκράτης μετά στρατού προς βοήθειάν των, συνέλαβε τον μονάρχην των Ζαγκλαίων Σκύθην όστις είχε χάσει την πόλιν του, και δέσας με πέδας αυτόν και τον αδελφόν του Πυθογένη, τους έπεμψεν εις την πόλιν Ίνυκον· τους δε λοιπούς Ζαγκλαίους, συνεννοηθείς με τους Σαμίους και συνδεθείς μετ' αυτών δι' όρκων, τους παρέδωκεν εις αυτούς. Ως μισθόν δε της προδοσίας του οι Σάμιοι τω παρεχώρησαν το ήμισυ των επίπλων και των αδραπόδων όσα ήσαν εις την πόλιν και όλα όσα ήσαν εις τους αγρούς. Όθεν έδεσε τους περισσοτέρους των Ζαγκλαίων και τους είχεν ως ανδράποδα, τριακοσίους δε τους επιφανεστέρους, έδωσεν εις τους Σαμίους διά να τους σφάξωσιν. Αλλ' οι Σάμιοι δεν έπραξαν τούτο. 24. Ο δε μονάρχης των Ζαγκλαίων Σκύθης έφυγεν εκ της Ινύκου και ήλθεν εις την Ιμέραν· εκείθεν δε μετέβη εις την Ασίαν και ανέβη προς τον βασιλέα Δαρείον, όστις τον εκήρυξεν ότι ήτο ο δικαιότερος άνθρωπος από όλους όσοι εκ της Ελλάδος ήλθον πλησίον του, καθότι λαβών άδειαν από τον βασιλέα επέστρεψεν εις την Σικελίαν και εκ της Σικελίας ήλθε πάλιν οπίσω εις τον βασιλέα. Έμεινε δε εκεί μέχρις ου απέθανεν υπό γήρατος, ευτυχέστατος ων.
25. Τοιουτοτρόπως οι Σάμιοι, διαφυγόντες τους Μήδους, εκτήσαντο ακόπως καλλίστην πόλιν την Ζάγκλην. Αφ' ετέρου οι Φοίνικες, μετά την ναυμαχίαν της Μιλήτου, διαταχθέντες από τους Πέρσας, κατεβίβασαν εις την Σάμον τον Αιάκη του Συλοσώντος, καθότι πολύ τους ωφέλησε και κατώρθωσε μεγάλα πράγματα· εξ όλων δε των αποστατησάντων από τον Δαρείον, μόνον των Σαμίων ούτε η πόλις ούτε τα ιερά ενεπρήσθησαν διά την λιποταξίαν των πλοίων ήτις εγένετο κατά την στιγμήν της ναυμαχίας. Κυριευθείσης δε της Μιλήτου, αμέσως οι Πέρσαι κατέλαβον την Καρίαν, της οποίας αι πόλεις, άλλαι μεν υπετάγησαν εκουσίως, άλλαι δε διά της βίας. Ταύτα λοιπόν συνέβησαν εις αυτάς τας χώρας.
26. Εις δε τον Ιστιαίον τον Μιλήσιον, ευρισκόμενον περί το Βυζάντιον και συλλαμβάνοντα τας εκ του Πόντου εκπλεούσας ολκάδας των Ιώνων, ηγγέλθησαν τα διατρέξαντα εις την Μίλητον. Τότε ούτος ανέθεσε την φροντίδα των εν τω Ελλησπόντω πραγμάτων εις την Βισάλτην, υιόν του Απολλοφάνους, πολίτην της Αβίδου, και λαβών μεθ' εαυτού τους Λεσβίους έπλευσεν εις την Χίον, όπου επολέμησεν εις τόπον τινά της νήσου, καλούμενον Κοίλα, του οποίου η φρουρά δεν τον άφινε να πλησιάση. Εξ αυτών εφόνευσε πολλούς, και έπειτα ορμώμενος εκ της Πολίχνης με τους Λεσβίους, ενίκησε και τους λοιπούς Χίους, οίτινες είχον κακοπάθει εκ της ναυμαχίας.
27. Όταν πρόκηται μεγάλαι συμφοραί να επισκήψωσιν εις πόλιν τινά ή έθνος, συμβαίνουσι συνήθως σημεία τινα προαναγγέλλοντα τούτο. Τωόντι, προ των καταστροφών τούτων, μεγάλα σημεία εφάνησαν εις την Χίον. Πρώτον, εκ του χορού των εκατόν νέων, τους οποίους έπεμψαν εις τους Δελφούς, δύο μόνον επέστρεψαν, τους δε άλλους εννενήκοντα οκτώ ήρπασεν ο λοιμός· δεύτερον, κατά τον αυτόν χρόνον, ολίγον προ της ναυμαχίας, έπεσεν η στέγη οικίας επί παιδίων διδασκομένων γράμματα, και εξ εκατόν είκοσι τα οποία ήσαν, έν μόνον εσώθη. Ταύτα τα σημεία τοις προέδειξεν ο θεός, και ολίγον μετά ταύτα συνέβη η ναυμαχία και κατέβαλε την πόλιν. Προς επίμετρον της δυστυχίας ήλθεν ο Ιστιαίος με τους Λεσβίους, και ευρών τους Χίους ήδη δεδαμασμένους, κατέστρεψεν αυτούς, ευκόλως.