WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2 cover

Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2

Chapter 6: ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ ΠΟΛΥΜΝΙΑ.
Open in WeRead

About This Book

A narrative of Persian military activity in Thrace and interactions with Greek cities, describing campaigns led by Persian commanders and the subjugation of coastal settlements; detailed ethnographic observations of Thracian tribes, customs, marriage and burial rites, horse types, and beliefs; accounts of Darius' movements and political dealings with local leaders, including rewards and demands made to Greek figures; and a sequence of anecdotes blending military history, cultural description, and political intrigue that illustrate how imperial expansion, regional practices, and personal ambition intersect.

135. Ο Μιλτιάδης λοιπόν κακώς έχων απέπλευσεν οπίσω, ούτε χρήματα φέρων εις τους Αθηναίους ούτε την Πάρον κυριεύσας. Είχε πολιορκήσει αυτήν είκοσι και έξ ημέρας και κατερημώσει τα πέριξ. Μαθόντες δε Πάριοι ότι η υποδιάκονος των θεών Τιμώ είχε δώσει οδηγίας εις τον Μιλτιάδην και θέλοντες διά τούτο να την τιμωρήσωσιν, άμα ησύχασαν μετά την πολιορκίαν έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσιν εάν έπρεπε να επιβάλωσι τιμωρίαν τινά εις την υποδιάκονον των θεών, καθότι υπέδειξεν εις τους εχθρούς το μέσον να κυριεύσωσι την πόλιν και εφανέρωσεν εις τον Μιλτιάδην πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να φανερωθώσιν εις άνδρα. Αλλ' η Πυθία δεν επέτρεψε τούτο, ειπούσα ότι η Τιμώ δεν ήτο ένοχος, ότι ήτο πεπρωμένον ο Μιλτιάδης να έχη κακόν τέλος και ότι εκείνη υπήρξε το όργανον των κακών του. Και εις μεν τους Παρίους ταύτα απεκρίθη η Πυθία.

136. Αφού δε επέστρεψεν ο Μιλτιάδης εκ της Πάρου, μία ομόθυμος κραυγή ηγέρθη κατ' αυτού, τινές δε και μάλιστα ο Ξάνθιππος του Αρίφρονος ενήγαγον αυτόν ενώπιον του δήμου ως ένοχον θανάτου και τον κατεδίωκον ως απατήσαντα τους Αθηναίους. Ο δε Μιλτιάδης, μη δυνάμενος να εμφανισθή αυτοπροσώπως, δεν απελογήθη, καθότι ο μηρός του ήρχισεν ήδη να σήπεται· αλλ' ενώ έκειτο εις την κλίνην, οι φίλοι του απελογούντο αντ' αυτού αναφέροντες μετ' εμφάσεως την εν Μαραθώνι μάχην, την άλωσιν της Λήμνου και λέγοντες ότι κυριεύσας αυτήν και εκδικηθείς τους Πελασγούς την παρέδωκεν εις τους Αθηναίους. Ο δε δήμος τον απέλυσε μεν της θανατικής καταδίκης, τον εζημίωσεν όμως ως αδικήσαντα εις πρόστιμον πεντήκοντα ταλάντων. Ολίγον μετά ταύτα προχωρησάσης της γαγγραίνης απέθανεν ο Μιλτιάδης, τα δε πεντήκοντα τάλαντα επλήρωσεν ο υιός του Κίμων.

137. Εκυρίευσε δε την Λήμνον ο Μιλτιάδης ο υιός του Κίμωνος ως ακολούθως. Οι Πελασγοί είχον διωχθή εκ της Αττικής υπό των Αθηναίων, είτε δικαίως είτε αδίκως· περί τούτου δεν θα είπω άλλο τι παρ' ό,τι λέγουσιν άλλοι. Αφ' ενός μεν ο Εκαταίος του Ηγησάνδρου εν τη ιστορία του λέγει ότι εδιώχθησαν αδίκως· κατ' αυτόν, όταν οι Αθηναίοι είδον την εις τους πρόποδες του Υμηττού χώραν την οποίαν είχον δώσει εις τους Πελασγούς εις αντάλλαγμα του υπό των Πελασγών κτισθέντος τείχους της ακροπόλεως, όταν είδον την χώραν ταύτην καλώς δεδουλευμένην, πρότερον ούσαν άγονον και μηδαμινήν, εφθόνησαν και επεθύμησαν να την λάβωσι, και εδίωξαν τους Πελασγούς χωρίς να προβάλωσι την ελαχίστην πρόφασιν. Αφ' ετέρου δε οι Αθηναίοι λέγουσιν ότι δικαίως τους εδίωξαν, διότι κατοικούντες οι Πελασγοί εις τους πρόποδας του Υμηττού και ορμώμενοι εκείθεν επροξένουν τας εξής αδικίας. Επειδή αι θυγατέρες των Αθηναίων εσύχναζον εις την Εννεάκρουνον διά να λάβωσιν ύδωρ (καθότι κατ' εκείνην την εποχήν μήτε οι Αθηναίοι μήτε οι άλλοι Έλληνες είχον δούλους) οι Πελασγοί, όταν ήρχοντο αύται εις την πηγήν, τας εβίαζον αυθαδώς και περιφρονητικώς. Δεν ήρκει δε τούτο, αλλά τελευταίον τους συνέλαβον επ' αυτοφώρω επιβουλεύοντας να κυριεύσωσι τας Αθήνας. Τότε δε εφάνησαν τόσον καλλίτεροι εκείνων ώστε ενώ ηδύναντο να τους φονεύσωσιν ως επιβούλους, δεν έπραξαν τούτο, αλλ' ηρκέσθησαν να τους διατάξωσι να εξέλθωσι της χώρας. Ανεχώρησαν λοιπόν οι Πελασγοί και εκυρίευσαν άλλους τόπους, ιδίως δε την Λήμνον. Και εκείνα μεν είπεν ο Εκαταίος, ταύτα δε λέγουσιν οι Αθηναίοι.

138. Ούτοι δε οι Πελασγοί νεμόμενοι τότε την Λήμνον και θέλοντες να εκδικηθώσι τους Αθηναίους, επειδή εγνώριζον καλώς τας εορτάς των Αθηναίων, αποστείλαντες πεντηκοντόρους ενήδρευσαν τας γυναίκας αυτών ότε ετέλουν εις την Βραυρώνα την εορτήν της Αρτέμιδος. Αρπάσαντες δε εκείθεν πολλάς εξ αυτών απέπλευσαν και ελθόντες εις την Λήμνον είχον αυτάς ως παλλακάς. Αφού δε αι γυναίκες αύται ετεκνοποίησαν, εδίδασκον εις τους παίδας των την Αττικήν γλώσσαν και τα ήθη των Αθηναίων. Οι δε παίδες ούτε να συναναστρέφονται ήθελον με τους παίδας τους γεννηθέντας εκ των Πελασγίδων γυναικών, και εάν τις εξ αυτών ετύπτετο υπό τινος παιδός Πελασγίδος, έτρεχον όλοι και εβοήθουν αλλήλους. Προσέτι και να άρχωσιν ήθελον των άλλων παιδίων και ήσαν ισχυρότεροι. Ιδόντες ταύτα οι Πελασγοί συνηθροίσθησαν όπως συσκεφθώσι· συσκεπτόμενοι δε εύρον ότι το πράγμα ήτο επικίνδυνον καθότι αφού εις τοιαύτην μικράν ηλικίαν οι παίδες εκείνοι ήξευραν να βοηθώνται μεταξύ των εναντίον των παίδων των νομίμων των γυναικών, και ήθελον από τούδε να τους διοικώσι, τι άρα γε θα ήσαν ικανοί να πράξωσιν αφού ανδρωθώσιν; Όθεν απεφάσισαν να φονεύσωσι τους παίδας τους εκ των Αττικών γυναικών, και εκτελέσαντες τούτο εφόνευσαν προσέτι και τας μητέρας. Από τούτου δε του έργου και του προτέρου το οποίον διέπραξαν αι Λήμνιαι γυναίκες, φονεύσασαι συγχρόνως τον βασιλέα Θόαντα και όλους τους συζύγους των, έμεινε συνήθεια εις την Ελλάδα να καλώνται Λήμνια όλα τα εγκληματικά έργα.

139. Αφού δε οι Πελασγοί εφόνευσαν τους παίδας και τας γυναίκας των ούτε η γη των εβλάστησε πλέον καρπόν, ούτε αι γυναίκες των και αι ποιμναί των εγέννησαν. Πιεζόμενοι υπό του λιμού και της ατεκνίας, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ζητήσωσι λύσιν των παρόντων κακών. Η δε Πυθία τους διέταξε να δώσωσιν εις τους Αθηναίους ικανοποίησιν οποίαν αυτοί οι Αθηναίοι ήθελον ζητήσει. Μετέβησαν λοιπόν οι Πελασγοί εις τας Αθήνας και είπον ότι προθύμως έδιδον ικανοποίησιν διά τα αδικήματά των. Οι δε Αθηναίοι στήσαντες κλίνην εις το πρυτανείον όσον ηδυνήθησαν μεγαλοπρεπέστερον και παραθέσαντες τράπεζαν κεκαλυμμένην υπό εξαιρέτων φαγητών, είπον εις τους Πελασγούς να παραδώσωσι την χώραν των εις τοιαύτην κατάστασιν. Οι δε Πελασγοί αποκριθέντες εις ταύτα είπον· «Όταν εις μίαν ημέραν ο βορράς άνεμος φέρη έν πλοίον εκ της χώρας σας εις την ιδικήν μας, τότε σας την παραδίδομεν.» Είπον τούτο βέβαιοι όντες ότι ήτο αδύνατον να γίνη, καθότι η Αττική κείται πολύ μακράν της Λήμνου προς νότον.

140 Ταύτα συνέβησαν τότε. Μετά πολλά δε έτη, ότε η Χερσόνησος υπετάγη εις τους Αθηναίους, ο Μιλτιάδης του Κίμωνος, ενώ έπνεον οι ετησίαι άνεμοι, πλεύσας εκ του Ελαιούντος του εν τη Χερσονήσω εις την Λήμνον, είπεν εις τους Πελασγούς να εκκενώσωσι την νήσον, αναμιμνήσκων αυτοίς τον χρησμόν τον οποίον ούτοι ουδέποτε ήλπιζον ότι ήθελεν εκπληρωθή. Και οι μεν Ηφαιστιείς υπήκουσαν, οι δε Μυριναίοι μη πειθόμενοι και λέγοντες ότι η Χερσόνησος δεν ήτο Αττική, επολιορκήθησαν μέχρις ου παρεδόθησαν. Τοιουτοτρόπως λοιπόν οι Αθηναίοι και ο Μιλτιάδης κατέλαβον την Λήμνον.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ
ΠΟΛΥΜΝΙΑ.

1. Ότε ήλθεν η αγγελία περί της μάχης του Μαραθώνος εις τον βασιλέα Δαρείον του Υστάσπους, ούτος ων και πρότερον ωργισμένος κατά των Αθηναίων διά την εις τας Σάρδεις εισβολήν, τότε έτι μάλλον ωργίσθη και έτι μάλλον έσπευσε να στρατεύση κατά της Ελλάδος. Αμέσως λοιπόν πέμψας απεσταλμένους εις τας πόλεις παρήγγειλε να ετοιμάσωσι στρατόν περισσότερο του προτέρου, και εζήτησε πλοία, ίππους, τροφάς, λέμβους. Επί τρία έτη η Ασία ήτο εις κίνησιν ένεκα των διαταγών τούτων· πανταχού εστρατολογούντο οι μάλλον ανδρείοι και ητοιμάζοντο να στρατεύσωσι κατά της Ελλάδος. Κατά το τέταρτον δε έτος οι Αιγύπτιοι, τους οποίους είχεν υποδουλώσει ο Καμβύσης, απεστάτησαν από τους Πέρσας. Τότε έτι μάλλον παρωξύνθη ο Δαρείος και απεφάσισε να εκστρατεύση κατ' αμφοτέρων των εθνών.

2. Ενώ δε ο βασιλεύς ητοιμάζετο να εκστρατεύση κατά της Αιγύπτου και των Αθηνών, μεγάλη έρις ανεφύη μεταξύ των υιών του περί της ηγεμονίας, διότι όταν ο βασιλεύς απέρχεται εις εκστρατείαν οφείλει κατά τον νόμον των Περσών να υποδεικνύη τον διάδοχόν του. Είχε δε ο Δαρείος τρεις υιούς εκ της πρώτης του γυναικός, της θυγατρός του Γωβρύου, και αφότου εγένετο βασιλεύς, άλλους τέσσαρας εκ της Ατόσσης, θυγατρός του Κύρου. Εκ των πρώτων πρεσβύτερος ήτο ο Αρταβαρζάνης, εκ των δευτέρων ο Ξέρξης. Επειδή λοιπόν δεν ήσαν εκ της ιδίας μητρός όλοι, διεφώνουν. Ο μεν Αρτοβαρζάνης ηξίου να βασιλεύση επειδή ήτο ο πρεσβύτατος όλων των τέκνων και επειδή κατά τους νόμους όλων των εθνών ο πρεσβύτατος διαδέχεται την αρχήν· ο δε Ξέρξης επειδή ήτο υιός της θυγατρός του Κύρου και εις τον Κύρον οι Πέρσαι ώφειλον την ελευθερίαν των.

3. Ο Δαρείος δεν είχε φανερώσει ακόμη την γνώμην του, ότε έτυχε να έλθη εις τα Σούσα ο Δημάρατος του Αρίστωνος, στερηθείς την βασιλείαν της Σπάρτης και καταδικάσας εαυτόν εις φυγήν εκουσίαν. Ο Δημάρατος ούτος, μαθών την διαφοράν των υιών του Δαρείου, επορεύθη ως λέγουσι να εύρη τον Ξέρξην και τον συνεβούλευσε, πλην των δικαιωμάτων όσα είχεν ήδη προβάλει, να λέγη και τούτο, ότι εγεννήθη ότε εβασίλευεν ο πατήρ του και είχεν επί των Περσών την υπερτάτην κυριαρχίαν, ενώ ο Αρτοβαρζάνης εγεννήθη ότε ο Δαρείος ήτο ακόμη ιδιώτης. Όθεν ούτε πρέπον είναι ούτε δίκαιον να προτιμηθή άλλος· καθότι και εις την Σπάρτην, προσέθεσε καταλήγων ο Δημάρατος, τοιούτος ήτο ο νόμος· εάν υπάρχωσιν υιοί γεννηθέντες πριν γίνη βασιλεύς ο πατήρ των, και γεννηθή άλλος αφού βασιλεύση ο πατήρ, διαδέχεται ο νεώτερος ούτος την βασιλείαν. Και ο μεν Ξέρξης μετεχειρίσθη την συμβουλήν ταύτην του Δημαράτου, ο δε Δαρείος αναγνωρίσας ότι ωμίλει δικαίως, τον υπέδειξεν ως μέλλοντα βασιλέα. Εγώ όμως φρονώ ότι και άνευ της συμβουλής ταύτης ο Ξέρξης ήθελε βασιλεύσει, καθότι η Άτοσσα ήτο παντοδύναμος.

4. Υποδείξας δε ο Δαρείος τον Ξέρξην ως βασιλέα των Περσών, έσπευσε να εκστρατεύση. Αλλά μετά τα συμβάντα ταύτα, διαρκούντος του δευτέρου έτους μετά την αποστασίαν της Αιγύπτου, συνέπεσε να αποθάνη ο Δαρείος ενώ παρεσκευάζετο διά την εκστρατείαν (14), βασιλεύσας τριάκοντα και έξ έτη και μη προφτάσας να τιμωρήση μήτε τους αποστατήσαντας Αιγυπτίους μήτε τους Αθηναίους.

5. Αποθανόντος δε του Δαρείου μετέβη η βασιλεία εις τον υιόν αυτού Ξέρξην. Ο δε Ξέρξης κατ' αρχάς ποσώς δεν ήτο πρόθυμος να στρατεύση κατά της Ελλάδος. Αλλ' άνθρωπός τις έχων επιρροήν μεγαλειτέραν των άλλων εν τη αυλή των Περσών, ο υιός του Γωβρύου Μαρδόνιος, εξάδελφος του Ξέρξου και υιός αδελφής του Δαρείου, τω είπε τα εξής· «Δέσποτα, δεν είναι πρέπον οι Αθηναίοι, αφού επροξένησαν τόσα κακά εις τους Πέρσας, να μη τιμωρηθώσι δι' όσα έπραξαν. Προς το παρόν τελείωσον ό,τι έχεις ανά χείρας· αφού δε ταπεινώσης την αυθάδη Αίγυπτον, στρέψον τα όπλα κατά των Αθηνών, διά να φημισθή το όνομά σου μεταξύ των ανθρώπων και διά να μάθη καθείς να μη στρατεύη κατά της χώρας σου.» Ταύτα δε έλεγεν εμπνεόμενος υπό της εκδικήσεως, εκτός δε τούτου συνείθισε να επαναλαμβάνη ότι η Ευρώπη ήτο ωραία χώρα, είχε διάφορα δένδρα ήμερα, η γη αυτής ήτο ευφορωτάτη και ότι εξ όλων των θνητών μόνος ο βασιλεύς ήτο άξιος να κατέχη αυτήν.

6. Ταύτα έλεγεν επιθυμών νέας επιχειρήσεις και θέλων να γίνη ύπαρχος της Ελλάδος. Επί τέλους το κατώρθωσε και έπεισε τον Ξέρξην να πράξη ταύτα· και άλλαι όμως περιστάσεις συνετέλεσαν εις το να πεισθή ο βασιλεύς. Αφ' ενός ελθόντες απεσταλμένοι από της Θεσσαλίας, σταλέντες παρά των Αλευαδών, παρώτρυνον τον βασιλέα κατά της Ελλάδος υποσχόμενοι να συμπράξωσι μετά πάσης προθυμίας· ήσαν δε οι Αλευάδαι ούτοι βασιλείς της Θεσσαλίας. Αφ' ετέρου όσοι Πεισιστρατίδαι είχον αναβή εις τα Σούσα, ου μόνον έλεγον όσα και οι Αλευάδαι, αλλά προς τούτοις τω έδιδον και ελπίδας ότι θα επιτύχη, έχοντες μεθ' εαυτών τον Αθηναίον μάντιν Ονομάκριτον όστις είχε συλλέξει τους χρησμούς του Μουσαίου. Είχον έλθει εις τα Σούσα αφού πρώτον συνεφιλιώθησαν μετ' αυτού· καθότι ο Ονομάκριτος είχεν εξορισθή εκ των Αθηνών υπό του Ιππάρχου του Πεισιστράτου, συλληφθείς επ' αυτοφώρω υπό του Ερμιονέως Λάσου παρεισάγων εις τους χρησμούς του Μουσαίου ένα ιδικόν του προλέγοντα ότι αι περί την Λήμνον νήσοι έμελλον να καταβυθισθώσιν εις την θάλασσαν. Τούτου ένεκα εξώρισεν αυτόν ο Ίππαρχος ενώ πρότερον ήτο φίλος του. Τότε δε αναβάς μετ' αυτών εις τα Σούσα, οσάκις παρουσιάζετο εις τον βασιλέα, προς τον οποίον οι Πεισιστρατίδαι πολλά εγκώμια έλεγον περί αυτού, απήγγελλε χρησμούς τινας· και εάν μεν ήτο τι το οποίον προεμήνυε κακόν εις τον βάρβαρον, απεσιώπα αυτό, και εκλέγων τα μάλλον ευνοϊκά έλεγεν ότι ήτο πεπρωμένον να ζευχθή ο Ελλήσποντος υπό ανδρός Πέρσου και περιέγραφε την πορείαν του στρατού. Τοιουτοτρόπως αφ' ενός μεν ο Ονομάκριτος διά των χρησμών, αφ' ετέρου δε οι Αλευάδαι διά των συμβουλών των παρεκίνουν τον βασιλέα.

7. Αφού λοιπόν ο Ξέρξης επείσθη να στρατεύση κατά της Ελλάδος, το δεύτερον έτος μετά τον θάνατον του πατρός του εξεστράτευσε πρώτον κατά των αποστατών. Τούτους δε καταστρέψας και υποβαλών την Αίγυπτον εις δουλείαν βαρυτέραν ή πρότερον αφήκεν αυτήν εις τον αδελφόν του Αχαιμένη. Μετά τινα χρόνον ο Λίβυς Ινάρως του Ψαμμιτίχου εφόνευσε τον Αχαιμένη τούτον, διοικητήν όντα της Αιγύπτου.

8. Ο δε Ξέρξης μετά την άλωσιν της Αιγύπτου, επειδή εσκόπευε να διευθύνη αυτοπροσώπως την κατά των Αθηνών εκστρατείαν, συνεκάλεσε συνέλευσιν εκ των πρώτων Περσών διά να ακούση τας γνώμας των και να είπη εις όλους εκείνα τα οποία ήθελεν. 1. Αφού δε συνήχθησαν, είπεν ο Ξέρξης τα εξής· «Ω Πέρσαι, δεν επιχειρώ να σας επιβάλω νόμον νέον, αλλ' ευρών αυτόν εν ισχύι θα τον μεταχειρισθώ. Ως ακούω από τους πρεσβυτέρους, ουδέποτε εμείναμεν ήσυχοι αφότου ο Κύρος κατέστρεψε τον Αστυάγη και αφηρέσαμεν την ηγεμονίαν από τους Μήδους, αλλά θεός τις μας οδηγεί προς νέας πράξεις και ημείς ακολουθούντες αυτόν ευδοκιμούμεν. Και όσα μεν έθνη κατετρόπωσαν και προσεκτήσαντο ο Κύρος, ο Καμβύσης και ο πατήρ μου Δαρείος, είναι περιττόν να τα λέγη τις προς ειδότας. Το κατ' εμέ δε, αφότου παρέλαβον τον θρόνον, αδιακόπως σκέπτομαι πώς να μη φανώ κατώτερος από τους προ εμού έχοντας την τιμήν ταύτην και να προσθέσω εις τους Πέρσας δύναμιν όχι ολιγωτέραν. Σκεπτόμενος δε ευρίσκω ότι και δόξαν δυνάμεθα να λάβωμεν και χώραν να κατακτήσωμεν ουχί μικροτέραν ουδέ χειροτέραν αυτής την οποίαν έχομεν, ίσως μάλιστα ευφορωτέραν, συγχρόνως δε να τιμωρήσωμεν και να εκδικηθώμεν τους εχθρούς μας. Τούτου ένεκα εκάλεσα υμάς ενταύθα διά να ανακοινώσω τι σκοπεύω να πράξω. 2. Ζεύξας τον Ελλήσποντον θα φέρω τον στρατόν μου κατά της Ελλάδος διερχόμενος την Ευρώπην, όπως τιμωρήσω τους Αθηναίους δι' όσα έπραξαν εις τους Πέρσας και εις τον πατέρα μου. Είδετε τον Δαρείον επιθυμούντα διακαώς να κινήση στρατόν κατά των ανθρώπων τούτων αλλ' εκείνος μεν απέθανε και δεν επρόφθασε να τους τιμωρήση, εγώ δε υπέρ εκείνου και των άλλων Περσών δεν θα παύσω μέχρις ου κυριεύσω και κατακαύσω τας Αθήνας, καθότι πρώτοι οι Αθηναίοι ηδίκησαν εμέ και τον πατέρα μου. Πρώτον μεν ελθόντες εις τας Σάρδεις μετά του ημετέρου δούλου Αρισταγόρου του Μιλησίου ενέπρησαν τα άλση και τους ναούς, έπειτα δε ηξεύρετε όλοι βεβαίως πώς μας μετεχειρίσθησαν όταν απέβημεν εις την γην αυτών υπό την στρατηγίαν του Δάτιδος και του Αρταφέρνους. 3. Ταύτα είναι τα αίτια τα οποία με παρακινούσι να τους πολεμήσω. Τα δε αγαθά τα οποία σκεπτόμενος ευρίσκω εις αυτήν την εκστρατείαν είναι τα εξής. Εάν υποτάξωμεν αυτούς και τους γείτονάς των οίτινες κατέχουσι την χώραν του Φρυγός Πέλοπος, θα καταστήσωμεν την Περσικήν γην όμορον του ουρανού του Διός, διότι ο ήλιος δεν θα βλέπη πλέον άλλην χώραν συνορεύουσαν με αυτήν, αφού θα ήναι η μόνη με την οποίαν θα ενώσω όλας τας άλλας διερχόμενος διά πάσης της Ευρώπης. Επληροφορήθην δε ότι ούτε πόλις μένει πλέον ούτε έθνος το οποίον να δυνηθή να έλθη εις πόλεμον με ημάς, αφού υποδουλώσω τους ανθρώπους τους οποίους ανέφερα. Τοιουτοτρόπως και εκείνοι οίτινες μας έπταισαν και εκείνοι οίτινες δεν μας έπταισαν, θα κύψωσιν υπό τον ζυγόν της δουλείας. 4. Υμείς δε θέλετε με ευχαριστήσει εάν πράξετε τα εξής. Όταν σας αναγγείλω την στιγμήν κατά την οποίαν πρέπει να έλθετε, ας δράμη έκαστος υμών μετά προθυμίας· εκείνος δε όστις έλθη με κάλλιστα παρεσκευασμένον στρατόν θα λάβη παρ' εμού δώρα όσα νομίζονται τιμιώτατα εις την αυλήν μου. Και ταύτα μεν ούτω πρέπει να γίνωσι· διά να μη νομίσετε δε ότι ιδιοβουλεύω, εκθέτω το πράγμα ενώπιόν σας και ζητώ όστις θέλει να εκφράση την γνώμην του.» Ταύτα ειπών εσιώπησεν.

9. Μετ' αυτόν δε ο Μαρδόνιος είπε· «Δέσποτα, συ είσαι ο άριστος ου μόνον των γεννηθέντων Περσών αλλά και των μελλόντων να γεννηθώσι, διότι και αι ιδέαι τας οποίας εξέθεσες είναι άρισται και αληθέσταται, και τους εις την Ευρώπην κατοικούντες Ίωνας, ανθρώπους μηδαμινούς, δεν θα αφήσης να μας εμπαίξωσιν. Εάν προς μόνον τον σκοπόν να αυξήσωμεν την δύναμίν μας υπεδουλώσαμεν τους Σάκας, τους Ινδούς, τους Αιθίοπας, τους Ασσυρίους και τόσα άλλα έθνη πολλά και μεγάλα άτινα ουδόλως ηδίκησαν τους Πέρσας, δεν θα ήναι αίσχος δι ημάς εάν δεν τιμωρήσωμεν τους Έλληνας οίτινες πρώτοι μας ηδίκησαν; Τι φοβούμεθα; ποίον στρατόν μέγαν; ποίαν χρημάτων δύναμιν; 1. Ηξεύρομεν τον τρόπον με τον οποίον πολεμούσιν, ηξεύρομεν ότι τα μέσα των είναι ασθενή, είμεθα κύριοι των παίδων των τους οποίους υπετάξαμεν και οίτινες κατοικούσιν εις την χώραν μας καλούμενοι Ίωνες, Αιολείς, Δωριείς. Τους εδοκίμασα εγώ ο ίδιος όταν εστράτευσα κατ' αυτών κατά προσταγήν του πατρός σου. Εισήλασα μέχρι της Μακεδονίας και ολίγον έλειψε να φθάσω και εις αυτάς τας Αθήνας χωρίς να εξέλθη κανείς διά να με πολεμήση. 2. Και εν τούτοις, ως μανθάνω, οι Έλληνες συνειθίζουσι να συγκροτώσι πολέμους απερισκέπτως, αφρόνως, αναιτίως. Άμα κηρύξωσι πόλεμον μεταξύ των, εκλέγουσι την ωραιοτέραν και ομαλωτέραν πεδιάδα και καταβαίνοντες πολεμούσιν ούτως ώστε οι νικώντες αναχωρούσιν έπειτα με μεγάλην ζημίαν· περί των ηττωμένων δεν λέγω τίποτε, καθότι αφανίζονται κατά κράτος, ενώ έπρεπεν, επειδή είναι ομόγλωσσοι, να μεταχειρίζωνται κήρυκας και πρέσβεις και να καταπαύωσι τας διαφοράς των διά παντός άλλου τρόπου ή διά της μάχης. Εάν δε ήτο άφευκτον να πολεμήσωσι προς αλλήλους, έπρεπε να εκλέγωσι θέσεις όπου εκάτερον μέρος δυσκόλως ήθελε νικάται και εκεί να δοκιμάζωσι την τύχην των όπλων. Οι Έλληνες λοιπόν οι μετά τοσαύτης προθυμίας συγκροτούντες ανωφελείς μάχας, όταν εγώ εισήλασα μέχρι της Μακεδονίας, ούτε καν εσκέφθησαν να πολεμήσωσι. 3. Εις σε δε, ω βασιλεύ, ποίος θα εναντιωθή και θα σε πολεμήση άγοντα αναρίθμητον στρατόν και όλα τα πλοία της Ασίας; Ως φρονώ δεν έφθασαν οι Έλληνες εις τοιαύτην αυθάδειαν. Εάν όμως απατώμαι, εάν παρασυρθέντες υπό της επάρσεως θελήσωσι να μας πολεμήσωσι, θα μάθωσιν ότι είμεθα οι άριστοι των ανθρώπων εις τα πολεμικά. Ας μεταχειρισθώμεν κατ' αυτών όλα τα μέσα, διότι ουδέν γίνεται αυτόματον, αλλ' όλα τα ανθρώπινα πράγματα απαιτούσι δοκιμήν.»

10. Ο μεν Μαρδόνιος ούτως εξομαλίσας την γνώμην του Ξέρξου έπαυσε. Σιωπώντων δε των άλλων Περσών και μη τολμώντων να εκφράσωσι γνώμην εναντίαν της προκειμένης, ο Αρτάβανος του Υστάσπους, θείος ων του Ξέρξου και τούτου ένεκα τολμηρότερος, είπε τα εξής. 1. «Βασιλεύ, εάν δεν λεχθώσι γνώμαι εναντίαι προς αλλήλας, δεν είναι δυνατόν να αποφανθή τις υπέρ της καλλιτέρας, αλλ' είναι ηναγκασμένος να παραδεχθή την μόνην ήτις επροτάθη, ενώ, όταν εκτεθώσι διάφοροι γνώμαι, δύναται τότε να εκλέξη. Το αυτό συμβαίνει με τον καθαρόν χρυσόν όστις αφ' εαυτού μεν δεν διακρίνεται, εάν όμως τρίψωμεν αυτόν εις την λίθον πλησίον άλλου χρυσού διακρίνομεν τον καλλίτερον. Άλλοτε συνεβούλευσα τον πατέρα σου, τον αδελφόν μου Δαρείον, να μη στρατεύση κατά των Σκυθών, ανθρώπων οίτινες δεν έχουσι πόλιν εις κανέν μέρος της γης· εκείνος όμως ελπίσας ότι θα καταστρέψη τους νομάδας Σκύθας δεν με ήκουσε και έκαμε την εκστρατείαν εκείνην από την οποίαν επέστρεψεν αφού απώλεσε πολλούς και ανδρείους άνδρας του στρατού του. Συ δε, ω βασιλεύ, προτίθεσαι να εκστρατεύσης εναντίον ανθρώπων πολύ γενναιοτέρων από τους Σκύθας και οίτινες λέγονται ότι είναι εμπειρότατοι και εις την θάλασσαν και εις την ξηράν. Όθεν είναι πρέπον να σε είπω εκείνο το οποίον βλέπω εις αυτούς φοβερόν. 2. Λέγεις να ζεύξης τον Ελλήσποντον και να οδηγήσης τον στρατόν σου διά της Ευρώπης, Υπόθεσον όμως ότι συμβαίνει να νικηθώμεν ή κατά γην ή κατά θάλασσαν, ή και κατ' αμφότερα, διότι οι άνθρωποι ούτοι φημίζονται ότι είναι ανδρειότατοι και είναι επιτετραμμένον να το συμπεράνη τις εκ τούτου ότι μόνοι οι Αθηναίοι κατέστρεψαν τον μέγαν στρατόν τον οποίον ωδήγησεν εις την Αττικήν ο Δάτις και ο Αρταφέρνης· Και τούτο, ενώ μόνον κατά ξηράν ευδοκίμησαν. Αλλ' εάν ναυμαχήσωσιν, εάν πλεύσωσι νικηφόροι προς τον Ελλήσποντον, εάν λύσωσι την γέφυραν, ω βασιλεύ, πόσον τρομεράς συνεπείας θα είχε τούτο. 3. Αι ανησυχίαι αύται δεν προέρχονται εξ ιδίων μου σκέψεων. Ενθυμούμαι ποίαν καταστροφήν ολίγον έλειψε να πάθωμεν ότε ο πατήρ σου ζεύξας τον Θρακικόν Βόσπορον και γεφυρώσας τον ποταμόν Ίστρον διέβη εις τους Σκύθας. Τότε οι Σκύθαι τα πάντα έκαμον παρακαλούντες τους Ίωνας, εις τους οποίους ήτο εμπεπιστευμένη η φύλαξις των γεφυρών του Ίστρου, να λύσωσιν αυτάς. Εάν κατ' εκείνην την στιγμήν ο τύραννος της Μιλήτου Ιστιαίος ηκολούθει την γνώμην των άλλων τυράννων και δεν ηναντιούτο, οι Πέρσαι θα εχάνοντο· μολονότι είναι τρομερόν και τον λόγον να ακούση τις τούτον, ότι η σωτηρία του βασιλέως εξηρτάτο παρ' ενός ανθρώπου. 4. Μη λοιπόν αποφασίσης να εκτεθής εις τοιούτον κίνδυνον, μηδεμιάς ανάγκης υπαρχούσης, αλλά πείσθητι εις τας συμβουλάς μου. Τώρα μεν διάλυσον τον σύλλογον τούτον· έπειτα δε, όταν σε φανή εύλογον, αφού σκεφθής καλώς, πράξον ό,τι νομίσης ωφελιμώτατον. Να σκέπτεταί τις καλώς, εγώ νομίζω ότι είναι μέγιστον κέρδος, διότι και αν συμβή εναντίον τι, πάλιν ο άνθρωπος εβουλεύθη μεν καλώς, τα βουλεύματά του όμως ενικήθησαν υπό της τύχης. Όταν όμως βουλευθή τις κακώς, έστω και αν η τύχη τον βοηθήση, η επιτυχία του είναι τυχαία και ουχ ήττον εσκέφθη κακώς. 5. Ιδέ πώς ο θεός κεραυνολογεί τα υπερέχοντα όντα και δεν τα αφίνει να φαντάζωνται, ενώ τα μικρά ούτε καν εγγίζει. Ιδέ πώς ρίπτει πάντοτε τα βέλη του επί των υψηλών οικημάτων και των μεγάλων δένδρων, διότι το θείον αρέσκεται να ταπεινόνη πάντα τα υπερέχοντα. Διά τον αυτόν λόγον πολλάκις και πολυάριθμος στρατός καταστρέφεται υπό ολίγου, εάν ο θεός φθονήσας εμβάλη εις αυτόν φόβον ή μωρίαν· τότε οι πολεμισταί καταστρέφονται διά τρόπου αναξίου εαυτών, καθότι ο θεός δεν επιτρέπει να μεγαλοφρονή άλλος ή αυτός μόνος. 6. Εις οιονδήποτε πράγμα η πολλή σπουδή γεννά σφάλματα εκ των οποίων συνήθως προέχονται μεγάλαι ζημίαι· η υπομονή όμως παρέχει πολλά αγαθά τα οποία, εάν δεν φανώσιν αμέσως, με τον καιρόν όμως τα ευρίσκει ο άνθρωπος. 7. Εις σε μεν ω βασιλεύ, ταύτα συμβουλεύω· συ δε, ω υιέ του Γωβρύου Μαρδόνιε, παύσον φλυαρών περί των Ελλήνων, διότι δεν είναι άνθρωποι διά να ομιλή τις περί αυτών με καταφρόνησιν. Κατηγορών τους Έλληνας, ερεθίζεις τον βασιλέα να κάμη την εκστρατείαν ταύτη, προς τούτον δε τον σκοπόν με φαίνεται ότι τείνει όλη σου η προθυμία. Είθε να μη επιτύχης, διότι η διαβολή είναι κάκιστον πράγμα· εις αυτήν δύο μεν είναι οι αδικούντες, είς δε ο αδικούμενος· ο διαβάλλων αδικεί, διότι κατηγορεί άνθρωπον απόντα· ο ακούων αδικεί, διότι πείθεται πριν μάθη την αλήθειαν· ο δε τρίτος, όστις δεν είναι παρών εις την συνομιλίαν, αδικείται τοιουτοτρόπως υπ' αμφοτέρων· υπό μεν του ενός διαβάλλεται, υπό δε του ετέρου κρίνεται ότι είναι κακός. 8. Αλλ' εάν πρέπη αφεύκτως να γίνη εκστρατεία κατά των ανθρώπων τούτων, ας μείνη τουλάχιστον ο βασιλεύς εις την Περσίαν· συ δε, ω Μαρδόνιε, αφού και οι δύο δώσωμεν τα τέκνα μας ως ομήρους, στράτευσον εκλέξας όσους θέλεις άνδρας και λαβών όσον θέλεις στρατόν. Και εάν μεν τα πράγματα αποβώσιν εις τον βασιλέα ως λέγεις συ, ας φονευθώσι τα ιδικά μου τέκνα· εάν δε αποβώσιν ως προλέγω εγώ, ας πάθωσι τούτο τα ιδικά σου τέκνα, μετ' αυτών δε και συ, εάν επιστρέψης. Αλλ' εάν δεν δέχεσαι την συμφωνίαν ταύτην και επιμένης να οδηγήσης τον στρατόν κατά της Ελλάδος, λέγω μετά βεβαιότατος ότι όστις μείνη εις τα Σούσα θα ακούση ότι ο Μαρδόνιος, αφού επροξένησε μέγα κακόν εις τους Πέρσας, εσπαράχθη υπό κυνών και ορνέων εις μέρος τι ή των Αθηνών ή της Λακεδαίμονος, εκτός εάν συμβή τούτο καθ' οδόν πριν φθάσης εκεί, διά να γνωρίση πας τις εναντίον τίνων ανθρώπων συμβουλεύεις τον βασιλέα να στρατεύση.»

11. Ο μεν Αρτάβανος ταύτα είπεν, ο δε Ξέρξης θυμωθείς απεκρίθη τα εξής· «Άρτάβανε, είσαι αδελφός του πατρός μου και τούτο σε απαλλάττει του να λάβης την αξίαν αμοιβήν των ασυνέτων λόγων σου. Επειδή δε είσαι άνανδρος και μικρόψυχος, σοι επιβάλλω την εξής ατιμίαν· να μη συστρατεύσης μετ' εμού κατά της Ελλάδος, αλλά να μείνης εδώ με τας γυναίκας, εγώ δε και άνευ σου θα εκτελέσω όσα είπα. Δεν θα ήμην απόγονος του Δαρείου, του Ιστάσπους, του Αρσάμους, του Αριαράμνου, του Τεΐσπους, του Κύρου, του Καμβύσου, του Τεΐσπους, του Αχαιμένους, εάν παρητούμην να τιμωρήσω τους Αθηναίους, ων μάλιστα βέβαιος ότι και ημείς εάν μείνωμεν ήσυχοι, εκείνοι δεν θα ησυχάσωσιν, αλλά θα στρατεύσωσι καθ' ημών, εάν κρίνωμεν από τας προλαβούσας των πράξεις· καθότι αυτοί ενέπρησαν τας Σάρδεις και εισέβαλον εις την Ασίαν. Ουδεμία είναι δυνατή εκατέρωθεν υποχώρησις· πρόκειται αγών να κάμωμεν ή να πάθωμεν· πρέπει ή όλον τούτο το μέγα βασίλειον να υποταχθή εις τους Έλληνας ή η Ελλάς εις τους Πέρσας· μέσος όρος της έχθρας δεν υπάρχει κανείς. Καλόν λοιπόν είναι να τους τιμωρήσωμεν ημείς οίτινες πρώτοι επάθομεν υπ' αυτών, διά να γνωρίσω και εγώ το δεινόν το οποίον έχω να πάθω στρατεύων κατά τοιούτων ανθρώπων τους οποίους και ο Φρυξ Πέλοψ, ο δούλος των προπατόρων μου, κατέστρεψε τόσον, ώστε μέχρι της σήμερον και οι άνθρωποι ούτοι και η χώρα των έχουσι το όνομά των από του καταστρέψαντος αυτούς.»

12. Τοιούτοι ήσαν οι λόγοι οι απαγγελθέντες εν τω συλλόγω τούτω· ακολούθως ενύκτωσε και η γνώμη του Αρταβάνου ετάραττε τον Ξέρξην· σκεπτόμενος ούτος εύρισκεν ότι τωόντι δεν ήτο συμφέρον να στρατεύση κατά της Ελλάδος και αφού μετήλλαξε γνώμην απεκοιμήθη. Είδε δε εις τον ύπνον του, ως λέγουσιν οι Πέρσαι, το εξής όνειρον· τω εφάνη ότι παρουσιασθείς μέγας και ευειδής ανήρ, είπεν εις αυτόν τα ακόλουθα· «Αλλάσσεις γνώμην, ω Πέρσα, και δεν θέλεις να στρατεύσης κατά της Ελλάδος, αφού ανήγγειλες εις τους Πέρσας να συναθροίσωσι στρατόν; έχεις άδικον μεταμελόμενος, και κανείς δεν θα συμφωνήση μετά σου. Εκτέλεσον λοιπόν ό,τι απεφάσισες την ημέραν και ακολούθησον ταύτην την οδόν.» Εφάνη δε ει τον Ξέρξην ότι ο άνθρωπος εκείνος, αφού είπε ταύτα, απέπτη.

13. Επιλαμψάσης δε της ημέρας, περί μεν του ονείρου τούτου ουδένα λόγον έκαμε, συγκαλέσας δε τους ιδίους Πέρσας της προτεραίας, είπε προς αυτούς τα ακόλουθα· «Ω Πέρσαι, συγχωρήσατε την παλιμβουλίαν μου, πρώτον μεν διότι δεν έχω ακόμη την απαιτουμένην σύνεσιν, και δεύτερον διότι εκείνοι οίτινες με παρακινούσι να πράξω όσα είπα χθες, δεν με αφίνουν ούτε στιγμήν. Ότε ήκουσα την γνώμην του Αρταβάνου, τότε μεν ησθάνθην αναβράζον το αίμα μου και με διέφυγον λόγοι τους οποίους απρεπές ήτο να είπω προς άνδρα προβεβηκότα· τώρα όμως συνελθών εις εμαυτόν θα ακολουθήσω την γνώμην εκείνου. Επειδή λοιπόν μετέβαλον απόφασιν και δεν θέλω να στρατεύσω κατά της Ελλάδος, μένετε ήσυχοι.» Οι μεν Πέρσαι, ως ήκουσαν ταύτα, χαίροντες προσεκύνησαν.

14. Νυκτός δε γενομένης, αύθις το αυτό όνειρον παρουσιασθέν εις τον υπνώττοντα Ξέρξην είπε τα εξής· «Ω υιέ του Δαρείου, είπες λοιπόν εις τους Πέρσας ότι παραιτείσαι της εκστρατείας, και εις ουδέν ελογίσθης τους λόγους μου, ως να μη τους ήκουσες. Μάθε όμως ότι εάν δεν επιχειρήσης αμέσως την εκστρατείαν ταύτην, θα σε συμβή το εξής· ως εν ολίγω χρόνω εγένεσο μέγας και πολύς, ούτω πάλιν θα γίνης ταχέως ταπεινός.»

15. Γενόμενος ο Ξέρξης περιδεής εκ του ονείρου τούτου ανεπήδησεν από της κλίνης και έπεμψε να καλέση τον Αρτάβανον. Προσελθότος δε τούτου είπε τα εξής· «Αρτάβανε, εκείνην την ώραν δεν ήμην εις τας φρένας μου ειπών σε λόγους προσβλητικούς διά την καλήν σου συμβουλήν, μετ' ολίγον όμως μετενόησα και επείσθην ότι έπρεπε να πράξω όσα με συνεβούλευσες. Αλλά μολονότι θέλω, δεν είμαι κύριος να τα εκτελέσω, διότι αφού παρεδέχθην την γνώμην σου και απέρριψα την ιδικήν μου, έν όνειρον μοι εμφανίζεται και με μέμφεται πράττοντα ούτω· ταύτην μάλιστα την στιγμήν ανεχώρησε με απειλάς. Εάν λοιπόν ο πέμπων αυτό ήναι θεός και χαίρη εάν γίνη εκστρατεία κατά της Ελλάδος, το όνειρον τούτο θα καταβή και εις σε και θα σε δώση τας αυτάς διαταγάς τας οποίας έδωκεν εις εμέ. Δεν αμφιβάλλω δε ότι θα γίνη ούτω εάν λάβης τα ενδύματά μου και ενδυθείς αυτά καθίσης εις τον θρόνον μου και έπειτα κοιμηθής εις την κλίνην μου.»

16. Ο μεν Ξέρξης ταύτα είπεν. Ο δε Αρτάβανος κατ' αρχάς μεν δεν ηθέλησε να υπακούση, μη κρίνων εαυτόν άξιον να καθίση εις τον βασιλικόν θρόνον· επί τέλους όμως, επειδή ηναγκάσθη, έπραξε το προσταζόμενον αφού πρώτον είπε τα εξής. 1. «Επίσης είναι προτέρημα, ω βασιλεύ, να φρονή τις ορθώς και να πείθεται εις τας διδομένας καλάς συμβουλάς. Συ έχεις αμφότερα ταύτα, πλην η μετ' ανθρώπων κακών συναναστροφή σε αποπλανά, ως λέγουσι διά την θάλασσαν ότι ενώ είναι χρησιμωτάτη εις τους ανθρώπους, οι πνέοντες άνεμοι την εμποδίζουσι να φέρεται κατά την φύσιν της. Εγώ ελυπήθην ουχί τόσον διά τους υβριστικούς λόγους σου, όσον διότι εκ των δύο προτεθεισών εις τους Πέρσας γνωμών, ενώ η μία έτεινε να αυξήση την κενοδοξίαν των, η δε άλλη να την καταπαύση και να δείξη ότι είναι κακόν να συνειθίζη τις τον άνθρωπον να επιθυμή πάντοτε περισσότερα από όσα έχει, εκ των δύο τούτων γνωμών, συ επροτίμησες την μάλλον σφαλεράν εις σε και εις τους Πέρσας. 2. Τώρα λοιπόν, επειδή εστράφης προς την καλλιτέραν και παρήτησες την ιδέαν να στρατεύσης κατά της Ελλάδος, λέγεις ότι σοι εμφανίζεται όνειρον εκ θεού τινος πεμπόμενον το οποίον δεν σε αφίνει να καταπαύσης τας πολεμικάς ετοιμασίας. Αλλ' ουδέ ταύτα, υιέ μου, είναι θεία· διότι τα ενύπνια τα οποία πλανώνται περί τους ανθρώπους είναι οποία θα σε είπω εγώ όστις ήμαι πρεσβύτερός σου κατά πολλά έτη. Τα ενύπνια ταύτα είναι συνήθως πεπλανημένα όταν σχετίζωνται προς τα πράγματα περί των οποίων ενησχολήθημεν κατά την ημέραν· ημείς δε κατά τας προλαβούσας ημέρας δεν είχομεν άλλην ομιλίαν ή περί της εκστρατείας ταύτης. 3. Αλλ' εάν το όνειρον δεν ήναι ως το εξηγώ, εάν μετέχη θειότητός τινος, θα συμβή ως είπες συ, θα φανή δηλαδή και εις εμέ και θα με διατάξη ως σε. Εν τούτοις, εάν θέλη να φανή, θα φανή είτε έχω το ιδικόν σου φόρεμα είτε το ιδικόν μου, είτε αναπαύομαι εις την ιδικήν σου κλίνην είτε εις την ιδικήν μου· διότι ό,τι και αν ήναι εκείνο το οποίον σε επισκέπτεται εις τον ύπνον σου, δεν είναι τόσον ανόητον ώστε βλέπον το φόρεμά μου να νομίση ότι είσαι συ. Εάν δεν με λάβη ουδόλως υπ' όψιν, εάν δεν με αξιώση εμφανίσεως, αδιάφορον υπό ποίαν ενδυμασίαν, είναι καλόν εν τοιαύτη περιστάσει να μάθωμεν εάν θα έλθη να σε εύρη. Διότι εάν εξακολουθήση να έρχεται εις σε, θα είπω και εγώ ότι είναι ον θείον. Επειδή λοιπόν απεφάσισες να γίνη η δοκιμή αύτη και δεν είναι δυνατόν να μεταπεισθής, αλλά πρέπει εγώ να κοιμηθώ εις την κλίνην σου, ας υπακούσω και ας εμφανισθή και εις εμέ, το όνειρον. Μέχρις όμως εκείνης της ώρας θα διατηρήσω την γνώμην την οποίαν έχω.»

17. Ταύτα είπεν ο Αρτάβανος ελπίζων να δείξη εις τον βασιλέα ότι οι λόγοι του ουδεμίαν είχον σημασίαν. Μετά ταύτα εσιώπησε και έπραξε το προσταχθέν. Ενδυθείς την εσθήτα του Ξέρξου, εκάθισεν εις τον βασιλικόν θρόνον. Έπειτα, άμα κατεκλίθη και απεκοιμήθη, ήλθε το αυτό όνειρον το οποίον επεσκέπτετο τον Ξέρξην και σταθέν υπεράνω της κεφαλής του τω είπε ταύτα· «Συ λοιπόν εμποδίζεις τον Ξέρξην από του να στρατεύση κατά της Ελλάδος, φροντίζων τάχα διά την ασφάλειάν του; Αλλ' ούτε εις το μέλλον ούτε κατά την παρούσαν στιγμήν θα κατορθώσης να αποτρέψης το πεπρωμένον. Τι δε μέλλει να πάθη ο Ξέρξης εάν παρακούση το είπα εις αυτόν τον ίδιον.»

18. Τοιαύται ήσαν αι απειλαί τας οποίας ο Αρτάβανος ενόμισεν εις τον ύπνον του ότι έλεγε το όνειρον, το οποίον ενώ ωμίλει εφαίνετο ως να ήθελε να καύση τους οφθαλμούς του διά πεπυρακτωμένου σιδήρου. Ανακράξας λοιπόν επήδησεν από της κλίνης, μετέβη να εύρη τον Ξέρξην και τω διηγήθη το όραμα· έπειτα προσέθηκε τα εξής· «Ω βασιλεύ, ως άνθρωπος ιδών πολλάς και μεγάλας δυνάμεις καταστραφείσας υπό μικροτέρων, δεν σε άφινον να ενδίδης καθ' όλα εις τας ορμάς της νεότητος, γνωρίζων πόσον είναι επικίνδυνον να επιθυμή τις πολλά, διότι ουδόλως ελησμόνησα την κακήν έκβασιν της εκστρατείας του Κύρου κατά των Μασσαγετών, της του Καμβύσου κατά των Αιθιόπων και της του Δαρείου κατά των Σκυθών. Ταύτας ενθυμούμενος είχον γνώμην ότι μένων ήσυχος ήθελες είσθαι ο μάλλον μακάριος των ανθρώπων. Αλλ' επειδή υποδεικνύεται θεία τις ώθησις και ως φαίνεται οργή θεήλατος περιμένει τους Έλληνας, ενδίδω και εγώ, και μεταβάλλω γνώμην. Συ δε ανάγγειλον μεν εις τους Πέρσας το εκ του θεού πεμπόμενον όνειρον, διάταξον δε αυτούς να συμμορφωθώσι με τας πρώτας σου παραγγελίας περί ετοιμασίας. Κάμε δε τρόπον ώστε, αφού θεός τις σε τους παραδίδει, να μη σε λείψη τίποτε.» Αφού ελέχθησαν ταύτα, παρακινηθέντες αμφότεροι υπό του ονείρου, άμα εγένετο ημέρα, ο μεν Ξέρξης εξέθηκε την υπόθεσιν εις τους Πέρσας, ο δε Αρτάβανος, όστις πρότερον μόνος εφαίνετο εναντιούμενος εις την εκστρατείαν, τότε αναφανδόν τους παρεκίνει και αυτός.

19. Αφού λοιπόν ο Ξέρξης απεφάσισε να εκστρατεύση, τρίτον όνειρον ήλθεν εις τον ύπνον του το οποίον οι μάγοι εξήγησαν ότι ανεφέρετο προς όλην την γην και εσήμαινεν ότι όλοι οι άνθρωποι έμελλαν να γίνωσι δούλοι του βασιλέως. Το δε όνειρον ήτο το εξής· εφάνη εις τον Ξέρξην ότι ήτο εστεφανωμένος με θαλλόν ελαίας και ότι οι κλάδοι αυτής εκάλυπτον όλην την γην, και ότι αίφνης ο περί την κεφαλήν του στέφανος εγένετο άφαντος. Επειδή δε ούτως εξήγησαν το όνειρον οι μάγοι, αμέσως οι απαρτίζοντες τον σύλλογον Πέρσαι μετέβησαν εις τας ηγεμονίας των και ήρχισαν μετά προθυμίας να εκτελώσι τας διαταγάς τας οποίας είχον λάβει, επιθυμών έκαστος να λάβη αυτός τα υποσχεθέντα δώρα. Και τοιουτοτρόπως ο Ξέρξης εσύναξε στρατόν από όλα τα μέρη της ηπείρου.

20. Τέσσαρα ολόκληρα έτη παρήλθον από της αλώσεως της Αιγύπτου μέχρι ου ετοιμασθή ο στρατός και συναχθώσι τροφαί δι' αυτόν, κατά δε το πέμπτον έτος εστράτευσε μετ' απείρου πλήθους. Εξ όλων των στρατειών τας οποίας γνωρίζομεν, αύτη υπήρξεν η μεγαλειτέρα, τόσον ώστε ούτε η στρατεία του Δαρείου κατά των Σκυθών, φαίνεται μηδέν ως προς αυτήν· ούτε η των Σκυθών, όταν καταδιώκοντες τους Κιμμερίους εισέβαλον εις την Μηδικήν χώραν, υπέταξαν σχεδόν όλην την άνω Ασίαν και αποκατεστάθησαν εκεί, αιτία διά την οποίαν ύστερον ο Δαρείος ηθέλησε να τους τιμωρήση· ούτε η κατά τα λεγόμενα στρατεία των Ατρειδών κατά του Ιλίου· ούτε προ των Τρωικών ή των Μυσών και των Τευκρών, οίτινες διαβάντες διά του Βοσπόρου εις την Ευρώπην, υπέταξαν όλους τους Θράκας και κατέβησαν μέχρι της μεσημβρίας, αφ' ενός μεν μέχρι του Ιονίου πελάγους, αφ' ετέρου δε μέχρι του Πηνειού ποταμού.

21. Όλαι αύται αι στρατηλασίαι και όσαι προηγουμένως εγένοντο δεν εξισούνται προς την μίαν ταύτην· καθότι ποιον έθνος δεν ωδήγησε κατά της Ελλάδος ο Ξέρξης ποίον ύδωρ, πλην των μεγάλων ποταμών, δεν εξέλιπε πινόμενον; Οι μεν παρέσχον πλοία, άλλοι πεζικόν, άλλοι ιππικόν, άλλοι ιππαγωγά πλοιάρια και συγχρόνως στρατιώτας, άλλοι μακρά πλοία διά τας γεφύρας, άλλοι δε τροφάς και πλοία.

22. Προς τούτοις, επειδή οι πρώτοι περί τον Άθων περιπλεύσαντες είχον υποστή μεγάλας ζημίας, διά τούτο από τριών ετών εγίνοντο πολλαί ετοιμασίαι εις τον Άθων. Εις την Ελαιούντα της Χερσονήσου ίσταντο τριήρεις και εκείθεν μετεφέροντο άνθρωποι διαφόρων εθνών λαμβανόμενοι εκ του στρατού και ηναγκάζοντο διά της μάστιγος να σκάπτωσιν· έσκαπτον δε και οι περί τον Άθων κατοικούντες. Επεστάτουν δε του έργου δύο Πέρσαι, ο Βουβάρης του Μεγαβάζου και ο Αρταχαίης του Αρταίου. Είναι δε ο Άθως όρος μέγα και ονομαστόν, καταβαίνον εις την θάλασσαν και κατοικούμενον υπό ανθρώπων. Εις το μέρος δε της ηπείρου όπου απολήγει σχηματίζει είδος τι χερσονήσου και ισθμόν τινα δώδεκα περίπου σταδίων. Τούτο το διάστημα εκ της θαλάσσης των Ακανθίων μέχρι της άλλης θαλάσσης της αντικρύ της Τορώνης, είναι πεδιάς και λοφίδια. Επί του ισθμού δε τούτου, εις τον οποίον τελευτά ο Άθως, είναι η ελληνική πόλις Σάνη. Αι δε έσωθεν της Σάνης εις τον Άθων πόλεις τας οποίας ο Πέρσης επεχείρησε να κάμη νησιώτιδας αντί ηπειρωτικών, είναι το Δίον, η Ολόφυξος, το Ακρόθωον, η Θύσσος και αι Κλεωναί. Αύται εισίν αι πόλεις αι κείμεναι εις τον Άθων.

23. Έσκαπτον δε κατά τον ακόλουθον τρόπον· οι βάρβαροι, ελκύσαντες γραμμήν ευθείαν προς την πόλιν Σάνην, εμοίρασαν το έδαφος κατά έθνη. Αφού δε έγινε βαθεία η διώρυξ, οι μεν ίσταντο εις το βάθος και έσκαπτον, άλλοι δε παρέδιδον το πάντοτε εξορυσσόμενον χώμα εις άλλους ανωτέρω ισταμένους επί βάθρων, ούτοι πάλιν το παρελάμβανον και το έδιδον εις άλλους μέχρις ου έφθανεν εις τους ανωτάτω οίτινες το εξέφερον και το διεσκόρπιζον. Πλην των Φοινίκων όλοι οι λοιποί διπλάσιον κατέβαλον κόπον ένεκα των καταπιπτουσών κλιτύων του ορύγματος· και δεν ήτο δυνατόν να μη συμβή τούτο, καθότι είχον δώσει το αυτό πλάτος εις το στόμα και εις το βάθος. Οι Φοίνικες όμως οίτινες και εις τα άλλα πράγματα φαίνονται σοφοί, έδειξαν την σοφίαν των και εις τούτο. Λαβόντες τα λαχόν εις αυτούς μέρος, έδωκαν εις το στόμα της διώρυγος πλάτος διπλάσιον εκείνου το οποίον ώφειλε να έχη το βάθος, έπειτα προχωρούντες το εστένευον ολίγον κατ' ολίγον, ώστε όταν έφθασαν κάτω το μέρος αυτών είχε το αυτό πλάτος με τα μέρη των άλλων. Εκεί υπάρχει λειμών όπου εγίνοντο αι αγοραί και πωλήσεις πολλού αλεύρου ερχομένου εκ της Ασίας.

24. Ως εγώ συμπεραίνων ευρίσκω, ο Ξέρξης διέταξε να ορύξωσι το μέρος τούτο ένεκα οιήσεως, θέλων να δείξη την δύναμίν του και να αφήση μνημείον αυτής· διότι ενώ ήτο δυνατόν άνευ ουδενός κόπου να σύρωσι τα πλοία άνωθεν του ισθμού, διέταξε να ορύξωσι διώρυγα εις την οποίαν να εισέρχεται η θάλασσα, αρκετά πλατείαν ώστε να πλέωσιν ομού δύο τριήρεις κωπηλατούμεναι. Οι ίδιοι δε οίτινες έσκαψαν την διώρυγα, διετάχθησαν επίσης να γεφυρώσωσι τον ποταμόν Στρυμόνα.

25. Ταύτα έκαμνεν αφ' ενός· αφ' ετέρου δε εσύναζε διά τας γεφύρας σχοινία εκ βύβλου και εκ λίνου λευκού. Διέταξε προσέτι τους Φοίνικας και τους Αιγυπτίους να προμηθεύσωσιν εις τον στρατόν τροφάς, ώστε μήτε αυτός να πεινάση μήτε τα υποζύγια τα ελαυνόμενα κατά της Ελλάδος. Γνωρίσας τους τόπους επρόσταξε να συστήσωσιν αποθήκας εκεί όπου ήθελεν είσθαι ευκολώτερον να έρχωνται εκ των διαφόρων λιμένων της Ασίας ολκάδες και πορθμεία. Αι σημαντικώτεραι αποθήκαι εγένοντο εις την Λευκήν καλουμένην ακτήν της Θράκης, εις την Τυρόδιζαν των Περινθίων, εις τον Δορίσκον, εις την επί του Στρυμόνος Ηιόνα και εις την Μακεδονίαν.

26. Ενώ ούτοι κατεγίνοντο εις τα διορισθέντα έργα, όλος ο πεζός στρατός όστις είχε συναχθή, αναχωρήσας εκ των Κριτάλλων της Καππαδοκίας επορεύετο μετά του Ξέρξου εις τας Σάρδεις, διότι εκεί εδόθη διαταγή να ενωθή όλος ο στρατός όστις έμελλε ν' ακολουθήση τον Ξέρξην διά ξηράς. Δεν δύναμαι να είπω ποίος των διοικητών έφερε τον εντελέστερον στρατόν και έλαβε τα παρά του βασιλέως υποσχεθέντα δώρα, ούτε ηξεύρω αν εγένετο περί τούτου κρίσις. Ούτοι λοιπόν, αφού διαβάντες τον Άλυν ποταμόν εισήλθον εις την Φρυγίαν, πορευόμενοι δι' αυτής· έφθασαν εις τας Κελαινάς, όπου αναδίδουσιν αι πηγαί του Μαιάνδρου ποταμού και ενός άλλου ουχί μικροτέρου όστις ονομάζεται Καταρράκτης και όστις αναβρύων εκ του μέσου της αγοράς των Κελαινών χύνεται εις τον Μαίανδρον. Εν τη πόλει ταύτη είναι ανηρτημένον και το δέρμα του σιληνού Μαρσύου, το οποίον εκδαρέν, ως λέγουσιν οι Φρύγες, υπό του Απόλλωνος, ανεκρεμάσθη εκεί.

27. Εις ταύτην την πόλιν περιμένων ο Λυδός Πύθιος, υιός του Άτυος, εφιλοξένησε μεγαλοπρεπέστατα όλον τον στρατόν του βασιλέως, και αυτόν τον Ξέρξην, και είπεν ότι ήτο πρόθυμος να προσφέρη και χρήματα διά τον πόλεμον. Ο Ξέρξης ηρώτησε τους περί αυτόν Πέρσας τις ήτο αυτός ο Πύθιος και πόσα πλούτη είχεν ώστε να κάμνη τοιαύτας υποσχέσεις· οι δε απεκρίθησαν «Βασιλεύ, είναι εκείνος όστις προσέφερεν εις τον πατέρα σου Δαρείου την χρυσήν πλάτανον και την χρυσήν άμπελον, και σήμερον είναι μετά σε εις τα πλούτη ο πρώτος από τους ανθρώπους όσους ημείς γνωρίζομεν.»

28. Θαυμάσας διά τους τελευταίους τούτους λόγους ο Ξέρξης, ηρώτησεν ο ίδιος έπειτα τον Πύθιον πόσα χρήματα έχει. Αυτός δε απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, δεν σε κρύπτω την αλήθειαν, ούτε πρέπει να προφασισθώ ότι δεν ηξεύρω την περιουσίαν μου· την ηξεύρω και θα σοι την είπω ακριβώς. Άμα έμαθον ότι καταβαίνεις εις την Ελληνικήν θάλασσαν, θέλων να σοι προσφέρω χρήματα διά τον πόλεμον, ηρεύνησα και αριθμήσας εύρον ότι έχω δύο χιλιάδας τάλαντα αργυρίου, χρυσίου δε μοι ελλείπουσιν επτά χιλιάδες διά να έχω τετρακοσίας μυριάδας στατέρων Δαρεικών· ταύτα σοι προσφέρω. Δι' εμέ αρκούσι τα ανδράποδά μου και αι γαίαι μου.» Ο μεν Πύθιος ταύτα έλεγεν.

29. Ο δε Ξέρξης ευφρανθείς διά τους λόγους τούτους είπε· «Ξένε Λυδέ, αφότου εξήλθον της Περσικής χώρας ουδαμού συνήντησα μέχρι τούδε άνθρωπον όστις ηθέλησε να φιλοξενήση τον στρατόν μου και όστις παρουσιασθείς εις εμέ αυτοπροαιρέτως ηθέλησε να με προσφέρη χρήματα διά τον πόλεμον τον οποίον επιχειρώ. Συ δε και τον στρατόν μου εφιλοξένησες μεγαλοπρεπώς και χρήματα πολλά μοι προσφέρεις. Αντ' αυτών λοιπόν ιδού εγώ σε δίδω τα εξής δώρα· σε κάμνω ξένον μου και συμπληρώ τα τέσσαρα εκατομμύρια των στατήρων σου δίδων σοι εκ των ιδίων μου χρημάτων επτά χιλιάδας στατήρων, διά να μη ήναι ελλιπείς αι τετρακόσιαι μυριάδες σου κατά επτά χιλιάδας αλλά να γίνη άρτιος ο αριθμός συμπληρωθείς παρ' εμού. Έχε λοιπόν όσα εκτήσω και ήξευρε να μένης πάντοτε οίος είσαι· διότι εάν φέρεσαι ούτω, δεν θα μεταμεληθής ουδέποτε, ούτε εις το παρόν ούτε εις το μέλλον.»

30. Ταύτα ειπών και εκτελέσας την υπόσχεσίν του επορεύετο πάντοτε εις τα πρόσω. Αφού δε διήλθε πλησίον της πόλεως των Φρυγών ήτις καλείται Άναυα, και πλησίον λίμνης τινός εκ της οποίας εξάγεται άλας, έφθασεν εις τας Κολοσσάς, πόλιν μεγάλην της Φρυγίας, όπου ο ποταμός Λύκος χυνόμενος εις χάσμα γης αφανίζεται και έπειτα αναφαινόμενος εις πέντε σταδίων απόστασιν πίπτει και αυτός εις τον Μαίανδρον. Εκ δε των Κολοσσών αναχωρήσας ο στρατός προς τα όρια των Φρυγών και των Λυδών έφθασεν εις την πόλιν Κύδραρα όπου υπάρχει στήλη εμπεπηγμένη την οποίαν έστησεν ο Κροίσος και ήτις δεικνύει διά γραμμάτων τα όρια.

31. Αφού διέλθη τις εκ της Φρυγίας εις την Λυδίαν η οδός σχίζεται εις δύο· και η μεν αριστερά φέρει εις την Καρίαν, η δε δεξιά εις τας Σάρδεις. Ταύτην την τελευταίαν εάν ακολουθήση τις, είναι ηναγκασμένος να διαβή τον Μαίανδρον ποταμόν πλησίον της πόλεως Καλλατήβου όπου άνθρωποι τεχνίται κατασκευάζουσι μέλι εκ μυρίκης και σίτου. Ταύτην την οδόν πορευόμενος ο Ξέρξης εύρη πλάτανον εις την οποίαν διά το κάλλος της δωρήσας κοσμήματα χρυσά και καταστήσας επιμελητήν αυτής ένα των αθανάτων, έφθασε την δευτέραν ημέραν εις την πόλιν των Λυδών.

32. Φθάσας εις τας Σάρδεις, πρώτον μεν έπεμψε κήρυκας εις την Ελλάδα διά να ζητήσωσι γην και ύδωρ και παραγγείλωσι να προετοιμάζωσι δείπνα διά τον βασιλέα· πλην ούτε εις την Λακεδαίμονα ούτε εις τας Αθήνας έπεμψε να ζητήση γην, αλλά μόνον εις τα άλλα μέρη· έπραττε δε τούτο εκ δευτέρου, καθότι εσκέπτετο ότι όσοι προηγουμένως ηρνήθησαν τούτο εις τον Δαρείαν, βεβαίως τότε θα έδιδον υπό φόβου. Θέλων δε να πληροφορηθή περί τούτου ακριβώς, έπεμψε τους κήρυκας.

33. Μετά δε ταύτα παρεσκευάζετο να μεταβή εις την Άβυδον. Οι εργάται εν τούτοις έζευξαν τον Ελλήσποντον εκ της Ασίας εις την Ευρώπην. Μεταξύ δε της πόλεως Σηστού και Μαδύτου, απέναντι της Αβύδου, υψούται απόκρημνον ακρωτήριον όπερ εκτείνετο επί του Ελλησπόντου, εις το αυτό μέρος όπου ολίγα έτη ύστερον Αθηναίοι τίνες υπό τον στρατηγόν Ξάνθιππον του Αρίφρονος, συλλαβόντες τον Πέρσην Αρταΰκτην, ύπαρχον της Σηστού, τον εκάρφωσαν ζώντα εις πάσσαλον· διότι σύρων γυναίκας εις το εν Ελαιούντι ιερόν του Πρωτεσίλαου, έπραττεν έργα αθέμιτα.

34. Εις τούτο λοιπόν το ακρωτήριον αρχίσαντες από την Άβυδον, οι μεν Φοίνικες με λευκόν λίνον, οι δε Αιγύπτιοι με βύβλον, προσέδενον τα πλοία ως διετάχθησαν και κατεσκεύαζον ούτω τας γεφύρας. Είναι δε επτά στάδια από της Αβύδου μέχρι της αντικρύ ξηράς. Μόλις όμως ετελείωσε το ζεύγμα, και μεγάλη τρικυμία επιπεσούσα, διέλυσεν όλα εκείνα.

35. Άμα έμαθε τούτο ο Ξέρξης ωργίσθη και διέταξε να δώσωσιν εις τον Ελλήσποντον τριακοσίας πληγάς διά της μάστιγος και να ρίψωσιν εις το πέλαγος δύο πέδας. Ήκουσα προς τούτοις ότι έστειλε και στιγματιστάς διά να στίξωσι τον Ελλήσποντον, και διέταξεν εις τους ραπίζοντας να λέγωσι τους ακολούθους βαρβάρους και ατασθάλους λόγους «Ω πικρόν ύδωρ, ο δεσπότης ημών σοι επιβάλλει την τιμωρίαν ταύτην διότι τον έβλαψες χωρίς εκείνος να σε αδικήση. Και ο μεν βασιλεύς Ξέρξης θα σε διαβή, είτε θέλεις είτε δεν θέλεις, εις σε δε δικαίως ουδείς άνθρωπος θυσιάζει καθότι είσαι ποταμός απατηλός και αλμυρός.» Τοιουτοτρόπως ετιμώρησε την θάλασσαν ταύτην, και προσέτι διέταξε ν' αποκεφαλίσωσι τους ανθρώπους οίτινες επεστάτησαν εις την ζεύξιν του Ελλησπόντου.

36. Και οι μεν έχοντες την αθλίαν ταύτην τιμήν εξετέλεσαν τα προσταχθέντα, τας δε γεφύρας έζευξαν άλλοι αρχιτέκτονες, και τας έζευξαν ως ακολούθως. Πρώτον ήνωσαν πεντηκοντόρους και τριήρεις, τριακοσίας εξήκοντα μεν προς το μέρος του Ευξείνου πόντου, τριακοσίας δεκατέσσαρας δε προς το άλλο μέρος, εις τρόπον ώστε να ήναι επικάρσιαι μεν εις τον Πόντον, ευθείαι δε εις το ρεύμα του Ελλησπόντου, ίνα τοιουτοτρόπως μετριάζεται η έντασις των σχοινίων· έπειτα δε, αφού συνέδεσαν τα πλοία προς άλληλα, κατεβίβασαν εις την θάλασσαν μακράς αγκύρας τας μεν προς το μέρος του Πόντου διά να ασφαλισθώσιν από τους ανέμους τους πνέοντας εκείθεν, τας δε προς δυσμάς και προς το Αιγαίον πέλαγος διά να ασφαλισθώσιν από τον εύρον και τον νότον. Εις τρία δε μέρη άφησαν περάσματα διά μέσου των πεντηκοντόρων και των τριήρεων ως θυρίδας διά να δύναται όστις ήθελε και να εισπλέη με πλοία μικρά εις τον Πόντον και να εκπλέη. Τούτου γενομένου ετάνυσαν από της μιας όχθης εις την άλλην διά μηχανής σχοινία ουχί πλέον χωριστά, ένθεν τα βύβλινα και ένθεν τα εκ λευκολίνου, αλλ' εκατέρωθεν εντείναντες δύο εκ λευκολίνου και τέσσαρα βύβλινα. Τα σχοινία ταύτα ήσαν όλα του αυτού πάχους και επίσης ωραία, κατά φυσικόν λόγον όμως τα λινά ήσαν βαρύτερα, καθότι ο πήχυς εζύγιζεν έν τάλαντον. Αφού δε τα πλοία εστερεώθησαν, πριονίσαντες κορμούς ξύλων και ποιήσαντες αυτούς ίσους προς το πλάτος των γεφυρών, τους έθεσαν κατά σειράν επί των τεταμένων σχοινίων· αφού δε τους έθεσαν κατά τάξιν, τότε τους συνέσφιγξαν μεταξύ των. Έπειτα έφερον και έρριψαν επ' αυτών σανίδας· αφού δε εφήρμοσαν αυτάς, διεσκόρπισαν επ' αυτών χώμα. Τέλος δε πατήσαντες και το χώμα ήγειρον φραγμούς εκατέρωθεν διά να μη βλέπωσιν οι ίπποι και τα υποζύγια την θάλασσαν και φοβώνται.