209. Ακούσας ταύτα ο Ξέρξης δεν ηδύνατο να εννοήση εκείνο το οποίον ήτο τωόντι· ότι αυτοί ητοιμάζοντο να θανατωθώσιν αφού θανατώσωσιν όσους δυνηθώσιν. Αλλ' επειδή τω εφαίνοντο ότι έπραττον γελοία πράγματα, εκάλεσε τον Δημάρατον του Αρίστωνος, ευρισκόμενον εις το στρατόπεδον. Ελθόντα δε ηρώτα ο Ξέρξης περί όλων τούτων, θέλων να μάθη τι ήτο εκείνο το οποίον έκαμνον οι Λακεδαιμόνιοι. Εκείνος δε τω απεκρίθη· «Με ήκουσες και πρότερον, ότε εκινούμεν διά την Ελλάδα, να σε ομιλώ περί των ανθρώπων τούτων· ακούσας δε εγέλασες με εμέ, διότι σε προείπον πώς έμελλον να γίνωσι τα πράγματα ταύτα. Εν τούτοις εγώ φιλοτιμούμαι πάντοτε, ω βασιλεύ, να λέγω ενώπιόν σου την αλήθειαν. Άκουσόν με λοιπόν και τώρα. Οι άνθρωποι ούτοι ήλθον να μας εμποδίσωσι την δίοδον του στενού, και τούτο ετοιμάζονται να πράξωσιν. Είναι δε εις αυτούς ο εξής νόμος· όταν μέλλωσι να κινδυνεύσωσι την ζωήν των, τότε κοσμούσι τας κεφαλάς. Μάθε δε, ότι εάν νικήσης αυτούς και εκείνους όσοι έμειναν εις την Σπάρτην, δεν υπάρχει άλλο έθνος, ω βασιλεύ, το οποίον να τολμήση να εγείρη χείρα κατά σου· διότι τώρα βαδίζεις κατά των πολιτών του λαμπροτέρου βασιλείου της Ελλάδος και κατ' ανδρών γενναιοτάτων.» Όλοι όμως οι λόγοι ούτοι εφάνησαν εις τον Ξέρξην ελαχίστης πίστεως άξιοι, και ηρώτησε τον Δημάρατον εκ δευτέρου πώς, τοσούτοι όντες, θα πολεμήσωσι με τον στρατόν του. Ο δε Δημάρατος απεκρίθη· «Ο βασιλεύ, έχε με ως ψεύστην εάν τα πράγματα δεν εκβώσιν ούτως ως εγώ λέγω.»
210. Ταύτα λέγων δεν έπειθε τον Ξέρξην, όστις άφησε να παρέλθωσι τέσσαρες ημέραι, ελπίζων πάντοτε ότι αυτοί θα φύγωσι· την δε πέμπτην ημέραν, επειδή δεν ανεχώρουν, αλλ' εφαίνοντο εις αυτόν ότι έμενον από αναίδειαν και ανοησίαν, θυμωθείς εξέπεμψε κατ' αυτών τους Μήδους και τους Κισσίους, με την διαταγήν να τους συλλάβωσι και να τους φέρωσιν ενώπιόν του. Επέπεσαν λοιπόν οι Μήδοι κατά των Ελλήνων μανιωδώς, αλλ' έπεσαν πολλοί· τότε επέπεσαν και οι Κίσσιοι, αλλά δεν ηδυνήθησαν να κλονίοωσι τους εχθρούς των, με όλην την ορμήν της επιθέσεως. Τότε εγένετο καταφανές εις όλους και ιδίως εις τους οφθαλμούς του Ξέρξου, ότι ο βασιλεύς είχε μεν πολλούς ανθρώπους, άνδρας όμως ολίγους. Διήρκεσε δε η συμπλοκή όλην την ημέραν.
211. Επειδή δε οι Μήδοι έπαθον πολύ, τότε αυτοί μεν υπεχώρησαν, διεδέχθησαν δε αυτούς οι Πέρσαι εκείνοι τους οποίους ο βασιλεύς εκάλει αθανάτους· αρχηγός αυτών ήτο ο Υδάρνης, και ο βασιλεύς ενόμισεν ότι τους έπεμπεν εις εύκολον νίκην. Αλλά και ούτοι συμπλακέντες με τους Έλληνας, ουδέν περισσότερον κατώρθωσαν του Μηδικού στρατού· καθότι και εις στενώτατον μέρος εμάχοντο, και δόρατα μετεχειρίζοντο βραχύτερα των Ελληνικών, και πλήθος δεν ηδύναντο να μεταχειρισθώσι πολύ. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εμάχοντο θαυμασίως και έδειξαν τι δύνανται άνδρες εξησκημένοι εις τον πόλεμον εναντίον μη εξησκημένων. Όταν έστρεφον τα νώτα όλοι ομού διά να φύγωσι δήθεν, τότε οι βάρβαροι βλέποντες αυτούς φεύγοντας επήρχοντο μετά βοής και πατάγου· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι, άμα εκείνοι επλησίαζον να τους φθάσωσι, μεταστρεφόμενοι κατέβαλλον πλήθος αναρίθμητον Περσών· έπιπτον δε και εξ αυτών των Σπαρτιατών ολίγοι. Επειδή δε οι Πέρσαι με όλας τας προσπαθείας των, είτε κατά τάγματα ορμώντες, είτε διά διαφόρων άλλων τρόπων, δεν ηδυνήθησαν να καταλάβωσιν ουδέν μέρος του στενού, έφυγον οπίσω.
212. Κατά τας φάσεις ταύτας της μάχης λέγεται ότι ο βασιλεύς θεωρών ανετινάχθη τρις εκ του θρόνου, φοβηθείς διά τον στρατόν. Και τότε μεν όντως ηγωνίσθησαν· την δε δευτέραν ημέραν οι βάρβαροι δεν έπραξαν άλλο τι καλλίτερον. Η αριθμητική αδυναμία των Ελλήνων, η ελπίς ότι αι πληγαί των θα τους καθίστων ανικάνους να εγείρωσι χείρας εναντίον των, ενεθάρρυνον τους Πέρσας να αρχίσωσι πάλιν την μάχην. Αλλ' οι Έλληνες διηρημένοι κατά τάγματα και έθνη, επολέμησαν αλλήλοδιαδόχως, πλην των Φωκέων, καθότι ούτοι είχον διαταχθή να αναβώσιν εις την κορυφήν του όρους διά να φυλάττωσι την ατραπόν. Μη βλέποντες λοιπόν οι Πέρσαι καμμίαν διαφοράν μεταξύ της ημέρας εκείνης και της προλαβούσης, έφυγον εκ δευτέρου.
213. Ενώ δε ο βασιλεύς ήτο εις αμηχανίαν και δεν ήξευρε τι να πράξη εις την προκειμένην περίστασιν, ο Εφιάλτης του Ευρυδήμου, ανήρ Μαλιεύς, ελπίζων να λάβη μεγάλην αμοιβήν παρά του βασιλέως, παρουσιάσθη εις αυτόν και τω υπέδειξε την ατραπόν ήτις διά του όρους έφερεν εις Θερμοπύλας, και ούτω διέφθειρε τους Έλληνας οίτινες εφύλαττον εκείνο το μέρος. Ύστερον δε φοβηθείς τους Λακεδαιμονίους έφυγεν εις την Θεσσαλίαν. Και αφού έφυγεν, οι πυλαγόραι, ενώ οι Αμφικτύονες ήσαν συνηθροισμένοι εις τας Πύλας, προεκήρυξαν χρηματικήν αμοιβήν δι' εκείνον όστις ήθελε τον φονεύσει· και μετά καιρόν, όταν κατέβη εις την Αντικύραν, εφονεύθη υπό του Τραχινίου Αθηνάδου. Ο δε Αθηνάδης ούτος, απέκτεινε μεν τον Εφιάλτην δι' άλλην αιτίαν την οποίαν θα φανερώσω ακολούθως (24), ετιμήθη όμως ουδέν ήττον υπό των Λακεδαιμονίων. Ο μεν Εφιάλτης τοιουτοτρόπως ύστερον ετελεύτησε.
214. Λέγεται δε και άλλος λόγος, ότι ο Καρύστιος Ονήτης του Φαναγόρου και ο Αντικυρεύς Κορυδαλός ήσαν οι ειπόντες εις τον βασιλέα τούτους τους λόγους και οδηγήσαντες τους Πέρσας περί το όρος. Τούτο όμως εις εμέ δεν φαίνεται πιστευτόν. Και πρώτον μεν δύναταί τις να κρίνη εκ τούτου, ότι οι πυλαγόραι των Ελλήνων προεκήρυξαν αμοιβήν ουχί διά τον θάνατον του Ονήτου και του Κορυδαλού, αλλά διά τον θάνατον του Τραχινίου Εφιάλτου, καλώς πληροφορημένοι περί της αληθείας· έπειτα δε ηξεύρομεν ότι ο Εφιάλτης ήτο φυγάς δι' αυτήν την αιτίαν. Ναι μεν χωρίς να ήναι Μαλιεύς ο Ονήτης ηδύνατο να γνωρίζη την ατραπόν ταύτην, εάν ήξευρε καλώς τας τοποθεσίας, αλλ' ο Εφιάλτης είναι όστις ωδήγησε τους Πέρσας διά της ατραπού περί το όρος. Τούτον εγώ κηρύττω ένοχον.
215. Ο δε Ξέρξης, επειδή τω ήρεσαν όσα υπέσχετο ο Εφιάλτης να κατορθώση, πλήρης χαράς εξέπεμψεν αμέσως τον Υδάρνη και εκείνους επί των οποίων εστρατήγει ο Υδάρνης. Εξήλθον δε ούτοι εκ του στρατοπέδου περί λύχνων αφάς. Την ατραπόν ταύτην πρώτοι άλλοτε είχον ανακαλύψει οι Μαλιείς και την έδειξαν εις τους Θεσσαλούς διά να προσβάλωσιν εκείθεν τους Φωκείς, τότε, ότε οι Φωκείς φράξαντες διά τείχους το στενόν ήσαν εν σκέπη του πολέμου. Έκτοτε όμως φαίνεται ότι δεν την μεταχειρίζονται οι Μαλιείς.
216. Είναι δε τοιαύτη αυτή η ατραπός· άρχεται μεν από του Ασωπού ποταμού του ρέοντος διά της διασφάγος του όρους, όπερ καλείται Ανόπαια, ως και η ατραπός, διευθύνεται δε η ατραπός αύτη Ανόπαια προς ράχιν τινά του όρους και λήγει εις την πόλιν Αλπηνόν, την πρώτην πόλιν των Λοκρών προς το μέρος των Μαλιέων, και εις τον Μιλάμπυγον καλούμενον βράχον και τας έδρας των Κερκώπων, όπου είναι το στενώτατον μέρος αυτής.
217. Διά ταύτης λοιπόν της ατραπού, τοιαύτης ούσης, οι Πέρσαι διαβάντες τον Ασωπόν επορεύοντο δι' όλης της νυκτός έχοντες εν δεξιά μεν τα όρη των Οιταίων, εν αριστερά δε τα των Τραχινίων. Υπέφωσκε δε η ηώς όταν έφθασαν εις άκραν τινά του όρους, όπου, ως εδήλωσα προηγουμένως, εφύλασσον χίλιοι οπλίται Φωκείς, αμυνόμενοι υπέρ της χώρας των και φρουρούντες την ατραπόν καθότι το μεν κάτω στενόν εφυλάσσετο υπ' εκείνων τους οποίους εδήλωσα, την δε διά του όρους ατραπόν προσεφέρθησαν εκουσίως εις τον Λεωνίδαν να φυλάξωσιν οι Φωκείς.
218. Ιδού δε πώς ενόησαν οι Φωκείς τους Πέρσας αναβάντας. Ούτοι ανέβαινον κρυπτόμενοι υπό των δρυών υπό των οποίων είναι κεκαλυμμένον το όρος· ήτο νηνεμία· ψόφου δε πολλού γενομένου, ως ήτο επόμενον, καθότι υπό τους πόδας των ήσαν φύλλα περικεχυμένα, ανεπήδησαν οι Φωκείς και ενεδύοντο τα όπλα· αμέσως δε ενεφανίσθησαν οι βάρβαροι. Οι Πέρσαι ιδόντες ανθρώπους ωπλισμένους ηπόρησαν, καθότι ελπίζοντες ότι δεν ήθελε φανή κανείς εναντίον των, αίφνης απήντησαν στρατόν. Τότε ο Υδάρνης, φοβηθείς μήπως οι Φωκείς είναι Λακεδαιμόνιοι, ηρώτησε τον Εφιάλτην τίνων ήτο ο στρατός· πληροφηρηθείς δε ακριβώς περί του πράγματος, παρέταξε τους Πέρσας εις μάχην. Οι δε Φωκείς επειδή εκτυπώντο από πολλά και πυκνά τοξεύματα, έφυγον και ανέβησαν εις την κορυφήν του όρους, θεωρούντες ως βέβαιον ότι αυτοί ήσαν ο κύριος σκοπός της εφόδου των βαρβάρων και απόφασιν έχοντες να αποθάνωσι. Και ούτοι μεν ταύτα εφρόνουν. Οι δε μετά του Εφιάλτου και του Υδάρνου Πέρσαι ουδόλως εφρόντισαν περί των Φωκέων, αλλά κατέβησαν το όρος ταχέως.
219. Εις δε τους εν Θερμοπύλαις μένοντας Έλληνας πρώτον μεν ο μάντις Μεγιστίας επιθεωρήσας τα θύματα προείπε τον μέλλοντα εις αυτούς θάνατον περί την αυγήν· έπειτα δε ήλθον και αυτόμολοι και τοις ανήγγειλον την περικύκλωσιν των Περσών. Ότε ούτοι έφερον την είδησιν ήτο ακόμη νυξ· τρίτοι δε τους ειδοποίησαν οι ημεροσκόποι, καταβάντες δρομαίως από των άκρων ήδη υποφωσκούσης της ημέρας. Τότε οι Έλληνες συνεσκέφθησαν και αι γνώμαι αυτών εσχίζοντο, διότι άλλοι μεν δεν ήθελον να αφήσωσι την θέσιν των, άλλοι δε εζήτουν να αναχωρήσωσι. Μετά δε τούτο χωρισθέντες, τινές μεν απήλθον και διασκεδασθέντες ετράπησαν έκαστοι εις τας πόλεις των, τινές δε μετά του Λεωνίδου ητοιμάσθησαν να μείνωσιν αυτού.
220. Λέγεται δε και ότι αυτός τους απέπεμψε, κηδόμενος περί της μη απωλείας των· εις εαυτόν δε και εις τους Σπαρτιάτας δεν ενόμισεν ευπρεπές να αφήσωσι την θέσιν την οποίαν ήλθον εξ αρχής να φυλάξωσι. Με ταύτην την γνώμην συμφωνώ και εγώ πολύ, ότι ο Λεωνίδας, εννοήσας ότι εψυχράνθη ο ζήλος των συμμάχων και δεν ήθελον να συνδιακινδυνεύσωσι, τους διέταξε να αναχωρήσωσι, πεπεισμένος ότι αυτός δεν ηδύνατο να αναχωρήση χωρίς να ατιμασθή. Μένων αυτού, και κλέος μέγα ήθελεν αφήσει και η ευδαιμονία της Σπάρτης δεν ήθελεν εξαλειφθή· διότι εξαρχής του πολέμου οι Σπαρτιάται είχον ερωτήσει την Πυθίαν, και αύτη τοις απεκρίθη ότι ή η Λακεδαίμων ήθελε καταστραφή υπό των βαρβάρων, ή ο βασιλεύς αυτών ήθελεν απολεσθή. Ταύτα δε εχρησμοδότησεν η Πυθία εις στίχους εξαμέτρους, έχοντας ως εξής·
«Εις υμάς, ω οικήτορες της ευρυχώρου Σπάρτης, ή μεγάλη και ένδοξος πόλις θέλει ερημωθή υπό ανδρών απογόνων του Πέρσου, ή τούτο μεν όχι, η δε Λακεδαίμων θα κλαύση τον θάνατον βασιλέως καταγομένου από τον Ηρακλέα. Τούτον ούτε ταύροι ούτε λέοντες, εάν έλθωσιν εναντίον του, θα δυνηθώσι να εμποδίσωσι, διότι έχει δύναμιν Διός. Σας λέγω όμως ότι ο Ζευς δεν θα παύση πριν απολαύση εντελώς έν εκ των δύο.»
Τούτον τον χρησμόν ενθυμούμενος ο Λεωνίδας και θέλων να δοξάση μόνους τους Σπαρτιάτας, φρονώ ότι απέπεμψε μάλλον τους συμμάχους ή ότι αυτοί μη συμφωνούντες περί του πρακτέου ανεχώρησαν τόσον ακαίρως.
221. Μαρτύριον δε τούτου μέγα είναι και το εξής· ου μόνον τους άλλους, αλλά και τον μάντιν όστις ηκολούθει τον στρατόν, τον Ακαρνάνα Μεγιστίαν, όστις ως ελέγετο κατήγετο από του Μελάμποδος και όστις εκ της επιθεωρήσεως των σφαγίων είχε προειπεί τα μέλλοντα συμβήναι, είναι γνωστόν ότι ο Λεωνίδας απέπεμψε και τούτον διά να μη συναπολεσθή. Αλλ' ο Μεγιστίας αποπεμπόμενος δεν ηθέλησε να αναχωρήση, αλλ' απέπεμψε τον μονογενή τον υιόν όστις ηκολούθει τον στρατόν.
222. Οι μεν λοιπόν σύμμαχοι οι αποπεμφθέντες, υπήκουσαν εις τον Λεωνίδαν και ανεχώρησαν· μόνοι δε οι Θεσπιείς και οι Θηβαίοι έμειναν πλησίον των Λακεδαιμονίων. Εκ τούτων δε οι μεν Θηβαίοι έμειναν ουχί εξ οικείας προαιρέσεως, αλλά διότι ο Λεωνίδας τους εκράτησεν ως ομήρους· οι δε Θεσπιείς έμειναν μετά πάσης προθυμίας, ειπόντες ότι ποτέ δεν θα αναχωρήσωσιν αφίνοντες τον Λεωνίδαν και τους μετ' αυτού. Και ούτω μείναντες συναπέθανον. Εστρατήγει δε αυτών ο Δημόφιλος του Διαδρόμου.
223. Ο δε Ξέρξης, αφού έκαμε σπονδάς ανατέλλοντος του ηλίου, περιμείνας μέχρι της ώρας καθ' ην πληρούται η αγορά, ώρμησεν. Ούτω παρήγγειλεν ο Εφιάλτης, υπολογίσας τον αναγκαίον χρόνον διά την κατάβασιν, ήτις γίνεται ταχύτερον ή η ανάβασις. Αφ' ενός λοιπόν μέρους ήρχοντο οι μετά του Ξέρξου βάρβαροι, αφ' ετέρου δε οι μετά του Λεωνίδου Έλληνες, ηξεύροντες ότι η έξοδός των ήτο θάνατος, τότε πολύ περισσότερον ή κατά τας προλαβούσας μάχας επροχώρησαν εις το ευρύτερον μέρος του αυχένος. Κατά τας προτέρας ημέρας, στηριζόμενοι επί του τείχους εμάχοντο εις το στενώτατον μέρος· τότε δε, επειδή η συμπλοκή εγένετο επί ευρυτέρου χώρου, έπιπτον βάρβαροι πολλοί· καθότι όπισθεν αυτών οι ταγματάρχαι, κρατούντες μάστιγας, τους ερράπιζον και τους ώθουν εις τα εμπρός. Και πολλοί μεν εξ αυτών έπιπτον εις την θάλασσαν και επνίγοντο, πολύ δε περισσότεροι κατεπατούντο υπό των όπισθεν ερχομένων. Ουδείς δε εφρόντιζεν όσοι και αν εφονεύοντο. Οι δε Έλληνες, βέβαιοι όντες περί του θανάτου τον οποίον έμελλον να υποστώσιν από τους ελθόντας εκ του όπισθεν μέρους του όρους, έδειξαν όλην την ανδρίαν των κατά των βαρβάρων, περιφρονούντες τον κίνδυνον και αψηφούντες την ζωήν των.
224. Τότε τα μεν δόρατα των περισσοτέρων είχον θραυσθή πλέον και εφόνευον τους Πέρσας με τα ξίφη. Εις ταύτην δε την συμπλοκήν πίπτει ο Λεωνίδας αφού επολέμησεν ανδρείως, και άλλοι μετ' αυτού ονομαστοί Σπαρτιάται των οποίων έμαθον τα ονόματα, ως ανδρών αξίων αιωνίας μνήμης· έμαθον δε όλων και των τριακοσίων τα ονόματα. Εκ δε των Περσών έπεσαν ενταύθα και άλλοι πολλοί και ονομαστοί, μεταξύ δε άλλων δύο υιοί του Δαρείου, ο Αβροκόμης και ο Υπεράνθης, τους οποίους εγέννησεν ο Δαρείος εκ της Φραταγούνης θυγατρός του Αρτάνου. Ήτο δε ο Αρτάνης αδελφός μεν του βασιλέως Δαρείου, υιός δε του Υστάσπους του Αρσάμους. Δους την θυγατέρα του ο Αρτάνης έδωκεν ομού εις τον βασιλέα όλην του την περιουσίαν, καθότι το μόνον του τέκνον ήτο η θυγάτηρ αύτη.
225. Τοιουτοτρόπως δυο αδελφοί του Ξέρξου εφονεύθησαν μαχόμενοι περί του σώματος του Λεωνίδου, διά το οποίον τρομερός συνωθισμός εγένετο μεταξύ Περσών και Λακεδαιμονίων, μέχρις ου οι Έλληνες διά της ανδρίας των τον ανήγειρον και έτρεψαν τους εναντίους τετράκις· η πάλη δε αύτη διήρκεσε μέχρι της αφίξεως του στρατού τον οποίον ωδήγει ο Εφιάλτης. Άμα είδον τούτους οι Έλληνες ελθόντας, τότε ο πόλεμος άλλαξε φάσιν· καθότι υπεχώρησαν εις το στενώτερον μέρος της οδού, εισήλθον πάλιν εις το τείχος και ετοποθετήθησαν επί του λόφου όλοι ομού πλην των Θηβαίων. Ο δε λόφος ούτος είναι εις την είσοδον του στενού, όπου τώρα ίσταται λίθινος λέων προς τιμήν του Λεωνίδου. Εκεί υπερασπιζομένους με περισωθείσας τινάς μαχαίρας, με χείρας και με στόματα, κατέχωσαν οι βαρβάρους διά βελών, άλλοι μεν κρημνίσαντες το οχύρωμα και επιτεθέντες κατ' αυτών κατά μέτωπον, άλλοι δε περικυκλώσαντες αυτούς πάντοθεν.
226. Μολονότι τοιούτοι εγένοντο όλοι οι Λακεδαιμόνιοι και οι Θεσπιείς, ανδρειότατος όμως εφάνη ως λέγουσιν ο Σπαρτιάτης Διηνέκης. Εις τούτον αναφέρεται λόγος τις τον οποίον είπε πριν συμπλακώσι με τους Μήδους. Ακούσας παρ' ενός Τραχινίου ότι όταν οι βάρβαροι ρίπτωσι τα βέλη των σκεπάζουσι τον ήλιον διά του πλήθους αυτών, δεν εταράχθη εις τους λόγους τούτους· αλλ' αδιαφορών διά το πλήθος των Μήδων, είπεν· «Ο Τραχίνιος ξένος μας, φέρει αγαθάς ειδήσεις· εάν οι Μύδοι κρύπτωσι τον ήλιον, θα τους πολεμήσωμεν υπό σκιάν και όχι εις τον ήλιον.» Αυτούς και άλλους ομοίους λόγους λέγουσιν ότι άφησεν εις ανάμνησιν ο Λακεδαιμόνιος Διηνέκης.
227. Μετά τούτον λέγονται αριστεύσαντες δύο αδελφοί Λακεδαιμόνιοι, ο Αλφειός και ο Μάρων, υιοί του Ορσιφάντου. Εκ δε των Θεσπιέων ηρίστευσεν ο Διθύραμβος του Αρματίδου. 228. Εις δε τους ταφέντας εκεί όπου έπεσον και εις τους αποθανόντας πριν αναχωρήσωσιν οι υπό του Λεωνίδου αποπεμφθέντες, εχαράχθη επίγραμμα, λέγον ούτω:
«Ενταύθα, εναντίον τριακοσίων μυριάδων, επολέμησαν τέσσαρες χιλιάδες άνδρες εκ Πελοποννήσου.» Τούτο το επίγραμμα εγένετο δι' όλους· ιδίως όμως διά τους Σπαρτιάτας εγράφη το εξής:
«Ω ξένε, ειπέ εις τοις Λακεδαιμονίους ότι ενταύθα κείμεθα πειθόμενοι εις τους νόμους των.»
Ταύτα μεν επεγράφησαν εις όλους τους Λακεδαιμονίους, εις δε τον μάντιν τα εξής:
«Τόδε εστί το μνήμα του κλεινού Μεγιστίου, τον οποίον οι Μήδοι διαβάντες τον Σπερχειόν ποταμόν εφόνευσαν, του μάντεως, όστις γινώσκων σαφώς το πεπρωμένον των Σπαρτιατών, δεν ηθέλησε να εγκαταλίπη τους ηγεμόνας της Σπάρτης.»
Οι τιμήσαντες αυτούς με επιγράμματα και με στήλας πλην του επιγράμματος του Μεγιστίου, είναι οι Αμφικτύονες· το δε επίγραμμα του μάντεως Μεγιστίου επέγραψεν ο ξένος του Σιμωνίδης του Λεωπρέπους.
229. Λέγεται ότι δύο εκ τούτων των τριακοσίων, ο Εύρυτος και ο Αριστόδημος, ενώ τοις ήτο δυνατόν, εάν συνεφώνουν, να επιστρέψωσιν ομού ζώντες εις την Σπάρτην (καθότι ο Λεωνίδας τους είχεν αποπέμψει εκ του στρατοπέδου και έμενον εις τους Αλπηνούς πάσχοντας εξ οφθαλμίας,) ή, εάν δεν ήθελον να επιστρέψωσι, να αποθάνωσι μετά των άλλων, ενώ εδύναντο να πράξωσιν ομού ή το έν ή το άλλο, δεν ηθέλησαν να συμφωνήσωσιν, αλλ' έχοντες διάφορον γνώμην, ο μεν Εύρυτος, άμα ήκουσε την περικύκλωσιν των Περσών, εζήτησε τα όπλα του, και αφού τα εφόρεσε, διέταξε τον είλωτά του να τον φέρη εις τους μαχομένους· αφού δε εφέρθη, εκείνος μεν όστις τον έφερε στραφείς έφυγεν, ο δε Εύρυτος ερρίφθη εις την συμπλοκήν και εφονεύθη. Αλλ' ο Αριστόδημος λειποψυχήσας έμεινεν όπου ήτο. Εάν μόνος ο Αριστόδημος συνέβαινε να πάσχη και επέστρεφεν εις την Σπάρτην, ή εάν επέστρεφον και οι δύο ομού, φρονώ ότι οι Σπαρτιάται δεν ήθελον οργισθή κατ' αυτών· αλλ' επειδή ο μεν είς εξ αυτών εφονεύθη, ο δε άλλος την αυτήν έχων πρόφασιν δεν ηθέλησε να αποθάνη, αναγκαίως ωργίσθησαν πολύ κατά του Αριστοδήμου οι συμπολίται του.
230. Άλλοι μεν ούτω και με τοιαύτην πρόφασιν λέγουσιν ότι εσώθη ο Αριστόδημος εις την Σπάρτην· άλλοι δε ότι πεμφθείς ως αγγελιαφόρος εκ του στρατοπέδου, ενώ ηδύνατο να προφθάση και λάβη μέρος εις την μάχην, δεν ηθέλησεν αλλ' εβράδυνε καθ' οδόν και εσώθη. Ο συνάγγελος όμως αυτού επιστρέψας εγκαίρως εφονεύθη.
231. Επιστρέψας εις την Σπάρτην ο Αριστόδημος είχεν όνειδος και ατιμίαν. Και η μεν ατιμία την οποίαν έπασχεν ήτο τοιαύτη· ούτε πυρ τω έδιδεν ουδείς των Σπαρτιατών διά να ανάψη, ούτε τω ωμίλει· όνειδος δε είχε καλούμενος ο δειλός Αριστόδημος. Αλλ' ούτος μεν εις την μάχην των Πλαταιών εξήλειψεν όλην την κατ' αυτού εκφερομένην κατηγορίαν.
232. Λέγουσι δε προσέτι ότι και άλλος τις εξ αυτών των τριακοσίων σταλείς ως αγγελιαφόρος εις την Θεσσαλίαν εσώθη· το όνομα αυτού ήτο Παντίτης. Ότε δε επέστρεψεν εις την Σπάρτην, επειδή περιφρονείτο, απηγχονίσθη.
233. Οι δε Θηβαίοι, των οποίων εστρατήγει ο Λεοντιάδης, ενόσω μεν ήσαν με τους Έλληνας επολέμουν εξ ανάγκης κατά του στρατού του βασιλέως· ότε δε είδον ότι υπερίσχυσαν οι Πέρσαι, τότε ενώ οι μετά του Λεωνίδου Έλληνες έτρεχον επί τον λόφον, αυτοί χωρισθέντες προέτεινον τας χείρας, επλησίασαν τους βαρβάρους και είπον εις αυτούς ό,τι ήτο αληθέστατον· ότι και εμήδιζον και ήσαν εκ των πρώτων οίτινες έδοσαν εις τον βασιλέα γην και ύδωρ, αλλ' ότι αναγκασθέντες ήλθον εις τας Θερμοπύλας και ουδόλως πταίουσιν εις την καταστροφήν την οποίαν έπαθεν ο βασιλεύς. Ταύτα ειπόντες εσώθησαν, διότι είχον μάρτυρας των λόγων τούτων και τους Θεσσαλούς. Πλην δεν επέτυχον καθ' ολοκληρίαν, διότι άμα τους έλαβον εις τας χείρας των οι βάρβαροι, τινάς μεν εφόνευσαν ενώ ακόμη επλησίαζον, τους δε περισσοτέρους, κατά διαταγήν του Ξέρξου, έστιξαν με στίγματα βασιλικά, αρχίσαντες από τον στρατηγόν Λεοντιάδην, του οποίου ο υιός Αντίμαχος εφονεύθη βραδύτερον υπό των Πλαταιέων, ότε κατέλαβε την ακρόπολίν των μετά τετρακοσίων Θηβαίων.
234. Οι μεν περί τας Θερμοπύλας Έλληνες ούτως ηγωνίσθησαν, ο δε Ξέρξης καλέσας τον Δημάρατον ηρώτα αρχίσας ως εξής· «Δημάρατε, είσαι καλός άνθρωπος, τεκμαίρομαι δε τούτο εκ της φιλαληθείας σου, διότι όσα με είπες, όλα απέβησαν ούτω. Τώρα δε ειπέ μοι πόσοι είναι οι λοιποί Λακεδαιμόνιοι και πόσοι εξ αυτών είναι τοιούτοι εις τα πολεμικά, ή εάν ήναι όλοι.» Ο δε Δημάρατος απεκρίθη· «Βασιλεύ, ο αριθμός των Λακεδαιμονίων είναι μέγας και πόλεις έχουσι πολλάς· άκουσον δε εκείνο το οποίον θέλεις να μάθης ακριβώς. Εις την Λακεδαίμονα είναι η Σπάρτη, πόλις ήτις έχει τουλάχιστον οκτακισχιλίους άνδρας, τοιούτους οίοι ήσαν οι ενταύθα πολεμήσαντες· οι άλλοι δε Λακεδαιμόνιοι, αν δεν ήναι όμοιοι με αυτούς, είναι όμως και αυτοί ανδρείοι.» Τότε ο Ξέρξης επανέλαβε· «Δημάρατε, τίνι τρόπω θα δυνηθώμεν ευκολώτερον να επικρατήσωμεν των ανδρών τούτων; Μη διστάζης, λέγε, καθότι υπάρξας βασιλεύς αυτών, γνωρίζεις τους διαλογισμούς των.»
235. Ο δε Δημάρατος απεκρίθη· «Βασιλεύ, επειδή με συμβουλεύεσαι προθύμως, είναι δίκαιον να σε είπω το ασφαλέστερον μέσον. Πέμψον κατά της Λακωνικής τριακόσια πλοία του ναυτικού στρατού. Πλησίον αυτής υπάρχει νήσος καλουμένη Κύθηρα, περί της οποίας ο Χίλων, ο σοφώτατος των παρ' ημίν ανδρών, είπεν ότι μεγαλείτερον κέρδος θα ήτο εις τους Σπαρτιάτας εάν κατεβυθίζετο εις την θάλασσαν ή να υπερέχη, διότι υπώπτευε πάντοτε ότι εξ αυτής δυνατόν να συμβή τοιούτο τι, οποίον εγώ σε λέγω να πράξης· ουχί διότι προείδε την εκστρατείαν σου, αλλά διότι εφοβείτο οιουδήποτε έθνους εκστατείαν, Εκ ταύτης λοιπόν της νήσου ορμώμενοι ας φοβίζωσι τους Λακεδαιμονίους και όταν αυτοί έχωσι πόλεμον εντός της χώρας των, μη φοβηθείς πλέον ότι θα πέμψωσι βοηθείας εις την Ελλάδα κυριευομένην υπό του πεζού στρατού σου· υποδουλουμένης δε της άλλης Ελλάδος, η Λακωνική, μεμονωμένη, δεν θα έχη πλέον δύναμιν. Εάν πράξης άλλως, έχε ως βέβαιον ότι θα γίνη το εξής. Ο ισθμός της Πελοποννήσου είναι στενός· εις τούτο το μέρος συνελθόντες όλοι οι Πελοποννήσιοι θα συνομόσωσι κατά σου, ώστε περίμενε να έχης άλλας μάχας αιματηροτέρας των προλαβουσών· εάν όμως πράξης ως λέγω, τότε αμαχητί και ο ισθμός ούτος και αι πόλεις θα παραδοθώσι.»
236. Μετ' αυτόν ωμίλησεν ο αδελφός του Ξέρξου Αχαιμένης, στρατηγός του ναυτικού στρατού· παρατυχών εις την συνδιάλεξιν και φοβηθείς μήπως πεισθή και πράξη ταύτα ο Ξέρξης, είπε· «Βασιλεύ, βλέπω ότι παραδέχεσαι τους λόγους ανθρώπου φθονούντος την ευτυχίαν σου και προδίδοντος τα συμφέροντά σου· διότι οι Έλληνες συνειθίζουσι να ήναι τοιούτοι· φθονούσι τους ευτυχούντας και μισούσι τους ανωτέρους των. Εάν εις τας παρούσας περιστάσεις καθ' ας εναυάγησαν τετρακόσια πλοία, αποχωρίσης και άλλα τριακόσια από τον στόλον, και τα πέμψης να περιπλέωσι την Πελοπόννησον, οι αντίπαλοι γίνονται αξιόμαχοι σου· ων όμως ο ναυτικός στρατός ηνωμένος, τότε γίνεται δυσκαταγώνιστος και ποτέ δεν θα τολμήσωσι να τον προσβάλωσι· προσέτι όλος ο ναυτικός στρατός θα βοηθή τον πεζόν, και ο πεζός τον ναυτικόν ομού πορευόμενος. Εάν δε τους διασπάσης, ούτε συ θα ήσαι χρήσιμος εις εκείνους, ούτε εκείνοι εις σε. Όθεν κανονίζων καλώς τας υποθέσεις σου, μη φροντίζης διά τας των πολεμίων, πού θα στήσωσι τον πόλεμον, τι θα πράξωσι και πόσοι είναι. Εκείνοι είναι ικανοί να φροντίζωσι περί εαυτών, ωσαύτως και ημείς περί ημών. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, και αν εξέλθωσιν εις μάχην εναντίον των Περσών· ποσώς δεν θα θεραπεύσωσι το παρόν τραύμα των.»
237. Απεκρίθη δε ο Ξέρξης τα ακόλουθα· «Αχαίμενες, με φαίνεται ότι ομιλείς ορθώς και θα πράξω κατά την συμβουλήν σου. Ο Δημάρατος λέγει μεν όσα νομίζει ωφελιμώτερα εις εμέ, η γνώμη σου όμως είναι ορθοτέρα της ιδικής του. Δεν δύναμαι να παραδεχθώ ότι δεν ενδιαφέρεται υπέρ της ευτυχίας μου· εικάζω δε τούτο και εξ όσων με είπε προηγουμένως και εκ του αξιώματος ότι ο πολίτης φθονεί και μισεί εν σιγή τον ευτυχούντα συμπολίτην του· εάν ο τελευταίος αυτός τω ζητήση συμβουλήν, απέχει να τον συμβουλεύση ό,τι νομίζει ορθόν, εκτός μόνον εάν ήναι εις άκρον βαθμόν ενάρετος· σπάνιοι δε είναι οι τοιούτοι άνθρωποι. Ο ξένος όμως προς τον ευτυχούντα ξένον του είναι ο μάλλον εύνους των φίλων, και αν τω ζητηθή συμβουλή, συμβουλεύει τα άριστα. Απαγορεύω λοιπόν να ομιλώσιν εις το εξής υβριστικώς περί του Δημάρατου, όστις είναι ξένος μου.»
238. Ταύτα ειπών ο Ξέρξης διήλθε διά μέσου των νεκρών· μαθών δε ότι ο Λεωνίδας ήτο βασιλεύς και στρατηγός των Λακεδαιμονίων, διέταξε να κόψωσι την κεφαλήν του και να την κρεμάσωσιν εις πάσσαλον. Το συμβάν τούτο και πολλά άλλα καθιστώσι προφανές ότι ο βασιλεύς Ξέρξης ήτο ωργισμένος εναντίον του Λεωνίδου ζώντος, πλειότερον ή καταπαντός άλλου ανθρώπου· άλλως δεν ήθελε πράξει τοιαύτην παρανομίαν εις τον νεκρόν, αφού, ως εγώ ηξεύρω, οι Πέρσαι τιμώσιν ιδιαζόντως τους αξίους άνδρας εις τα πολεμικά. Οι μεν λοιπόν διαταχθέντες να πράξωσι τούτο, το έπραξαν.
239. Εγώ δε επανέρχομαι εις το μέρος όπου διέκοψα την διήγησίν μου. Πρώτοι οι Λακεδαιμόνιοι έμαθον ότι ο βασιλεύς ητοιμάζετο να εκστρατεύση κατά της Ελλάδος, και έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι· το δε μαντείον έδωκεν εις αυτούς την απόκρισιν την οποίαν ανέφερα ολίγον ανωτέρω. Έμαθον δε την προετοιμαζόμενην εκστρατείαν κατά τρόπον παράδοξον. Ο Δημάρατος του Αρίστωνος, φυγών εις τους Μήδους, δεν είχεν ως νομίζω (και τα φαινόμενα συμφωνούσι με την γνώμην μου) ουδεμίαν συμπάθειαν προς τους Λακεδαιμονίους· δύναταί τις λοιπόν να εικάση εάν έπραξε τούτο εξ ευνοίας προς τους Έλληνας ή διά να δείξη εις αυτούς ότι έχαιρε διά τας δυστυχίας των καθότι, ότε ο Ξέρξης απεφάσισε να στρατεύση κατά της Ελλάδος, ο Δημάρατος, ευρισκόμενος εις τα Σούσα και μαθών το σχέδιον τούτο, ηθέλησε να το αναγγείλη εις τους Λακεδαιμονίους. Επειδή δε ήτο κίνδυνος μήπως φωραθή και δεν υπήρχεν άλλος τρόπος να φανερώση το πράγμα, μηχανάται τα εξής. Λαβών διπλήν πινακίδα έξυσε τον κηρόν και επί του ξύλου της πινακίδος έγραψε το σχέδιον τού βασιλέως· τούτου γενομένου, ήλειψε πάλιν με κηρόν τα γράμματα, διά να φαίνεται ότι μεταφέρεται άγραφος η πινακίς και να μη συλλάβωσιν υπονοίας οι οδοφύλακες. Ότε δε ήλθεν η πινακίς εις την Λακεδαίμονα, οι Λακεδαιμόνιοι δεν ενόουν τίποτε μέχρις ου, ως ήκουσα, η θυγάτηρ του Κλεομένους και γυνή του Λεωνίδου Γοργώ ενόησε και διέταξε να ξύσωσι τον κηρόν, λέγουσα ότι εις το ξύλον θα εύρωσι γράμματα. Υπακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι εύρον και ανέγνωσαν τας γράμματτα· έπειτα δε τα έστειλαν και εις τους άλλους Έλληνας. Ταύτα μεν ούτω λέγουσιν ότι εγένοντο.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΟΓΔΟΟΝ
ΟΥΡΑΝΙΑ
1. Οι δε ταχθέντες εις τον ναυτικόν στρατόν Έλληνες ήσαν οι εξής. Οι Αθηναίοι, με εκατόν εικοσεπτά πλοία, οι Πλαταιείς, οίτινες με όλην την απειρίαν των περί τα ναυτικά, πλήρεις όμως προθυμίας και θάρρους, εισήλθον εις τα πλοία των Αθηναίων· οι Κορίνθιοι με τεσσαράκοντα πλοία· οι Μεγαρείς με είκοσιν· οι Χαλκιδείς με είκοσι πλοία τα οποία τοις εδάνεισαν οι Αθηναίοι και εξώπλισαν αυτοί· οι Αιγινήται με δεκαοκτώ· οι Σικυώνιοι με δώδεκα, οι Λακεδαιμόνιοι με δέκα, οι Επιδαύριοι με οκτώ· οι Ερετριείς με επτά· οι Τριζήνιοι με πέντε· οι Στυρείς με δύο και οι Κείοι με δύο πλοία και δύο πεντηκοντόρους. Οι δε Λοκροί οι Οπούντιοι επεβοηθούν τους Έλληνας έχοντες επτά πεντηκοντόρους.
2. Αυτοί ήσαν οι ηγκυροβολημένοι εις το Αρτεμίσιον· είπα δε πόσα πλοία παρέσχεν έκαστον έθνος. Όλων δε των συλλεχθέντων πλοίων ο αριθμός, πάρεξ των πεντηκοντόρων, ήτο διακόσια εβδομήκοντα έν. Ο στρατηγός, όστις είχε την υπερτάτην εξουσίαν, ήτο ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης του Ευρυκλείδου, διορισθείς υπό των Σπαρτιατών καθότι οι σύμμαχοι είχον ειπεί ότι εάν δεν έχη την ηγεμονίαν ο Λάκων δεν θα ακολουθήσωσι τους Αθηναίους ηγεμονεύοντας αλλά θα διαλύσωσι τον ετοιμαζόμενον στόλον.
3. Εγένετο δε κατ' αρχάς λόγος, πριν ακόμη πέμψωσι διά να ζητήσωσι την συμμαχίαν της Σικελίας, ότι έπρεπε να επιτραπή το ναυτικόν εις τους Αθηναίους· αλλ' επειδή αντέστησαν οι σύμμαχοι, υπεχώρησαν οι Αθηναίοι περί πολλού ποιούμενοι την σωτηρίαν της Ελλάδος. Βλέποντες λοιπόν ότι εάν ανεφύοντο έριδες περί της ηγεμονίας θα ηφανίζετο η Ελλάς, δεν επέμειναν και έπραξαν ορθώς, καθότι εμφυλία στάσις, αναφυομένη καθ' ον καιρόν γίνεται πόλεμος από κοινού, είναι χειροτέρα του πολέμου του ταράττοντος την ειρήνην. Ηξεύροντες δε τούτο καλώς, δεν αντέτεινον αλλ' ενέδωσαν εφ' όσον είχον την ανάγκην των Σπαρτιατών ως το απέδειξαν, καθότι αφού οι Πέρσαι απεκρούσθησαν διήγειρον περί του αυτού πράγματος αγώνα, και λαβόντες πρόφασιν την αυθάδειαν του Παυσανίου, αφήρεσαν από τους Λακεδαιμονίους την ηγεμονίαν. Αλλά ταύτα συνέβησαν βραδύτερον.
4. Τότε δε ούτοι οι εις το Αρτεμίσιον ελθόντες Έλληνες ιδόντες ότι πολλά πλοία είχον καταβή εις τας Αφετάς, ότι όλη η χώρα έβριθε στρατευμάτων, ότι αι υποθέσεις των βαρβάρων επετύγχανον πλειότερον παρ' όσον υπέθετον, εφοβήθησαν και εσκέπτοντο να φύγωσιν από του Αρτεμισίου εις τα ενδότερα της Ελλάδος. Εννοήσαντες δε οι Ευβοείς ότι συνεσκέπτοντο ταύτα, παρακάλεσαν τον Ευρυβιάδην να προσμείνη ολίγον χρόνον μέχρις ου θέσωσιν εν ασφαλεί τόπω τα τέκνα και τους οικέτας των. Επειδή όμως δεν τον έπειθον, μεταβάντες εις τον στρατηγόν των Αθηναίων Θεμιστοκλέα έπεισαν αυτόν διά τριάκοντα ταλάντων να μείνη ο στόλος προ της Ευβοίας και να ναυμαχήση.
5. Ο δε Θεμιστοκλής διά να κρατήση εκεί τους Έλληνας, ιδού τι έπραξεν· εκ των τριάκοντα ταλάντων δίδει πέντε εις τον Ευρυβιάδην, ως να τα έδιδε δήθεν αφ' εαυτού. Τούτου πεισθέντος, δεν έμενε πλέον ειμή ο Αδείμαντος του Ωκύτου, στρατηγός των Κορινθίων, όστις εθορύβει λέγων ότι θα αποπλεύση του Αρτεμισίου και δεν θα προσμείνη πλειότερον. Εις τούτον λοιπόν ο Θεμιστοκλής είπε μεθ' όρκου· «Όχι, δεν θα μας αφήσης, διότι εγώ θα σε δώσω δώρα μεγαλείτερα παρ' όσα θα σοι έστελλεν ο βασιλεύς των Μήδων εάν άφινες τους συμμάχους.» Ενώ δε έλεγε ταύτα, έπεμπε συγχρόνως εις το πλοίον του Αδειμάντου τρία τάλαντα αργυρίου. Ούτοι λοιπόν θαμβωθέντες υπό των δώρων ανεπείσθησαν, ώστε και η επιθυμία των Ευβοέων εξεπληρώθη και ο Θεμιστοκλής εκέρδησε χωρίς να ηξεύρη κανείς ότι αυτός εκράτησε τα λοιπά· καθότι οι λαβόντες μέρος εκ των χρημάτων τούτων επίστευον ότι εστάλησαν εξ Αθηνών επί τούτω.
6. Ούτω λοιπόν έμειναν εις την Εύβοιαν και εναυμάχησαν· εγένετο δε η ναυμαχία κατά τον ακόλουθον τρόπον. Ελθόντες οι βάρβαροι περί το εσπέρας της προτεραίας εις τας Αφετάς, έμαθον ότι ολίγα πλοία Ελληνικά εναυλόχουν προ πολλών ημερών περί το Αρτεμίσιον. Βεβαιωθέντες δε περί τούτου, απεφάσισαν να αποπειραθώσι την σύλληψίν των. Να πλεύσωσιν όμως αμέσως και κατ' ευθείαν εναντίον των δεν ενέκρινον, φοβηθέντες μήπως ιδόντες αυτούς οι Έλληνες επερχομένους τραπώσιν εις φυγήν έπειτα δε προφθάση και η νυξ, και τοιουτοτρόπως δυνηθώσι να διαφύγωσιν. Έπρεπε δε, κατ' αυτούς, μήτε πυρφόρος να μη μείνη ζων.
7. Ταύτα σκοπεύοντες εμηχανώντο τα εξής. Αποσπάσαντες εκ του στόλου διακόσια πλοία, τα έπεμψαν έξωθεν της Σκιάθου, εις τρόπον ώστε χωρίς να τα ίδωσιν οι εχθροί, να δυνηθώσι να περιπλεύσωσι την Εύβοιαν και να εισέλθωσιν εις τον Εύριπον δια του Καφηρέως και της Γεραιστού. Το σχέδιόν των ήτο να περικυκλώσωσι τους Έλληνας, τα μεν πλοία ερχόμενα εκ του μέρους τούτου και φράττοντα εις αυτούς την εις τα οπίσω φέρουσαν οδόν, οι δε λοιποί επιτιθέμενοι εκ των έμπροσθεν. Ταύτα αποφασίσαντες απέπεμψαν τα εκλεγέντα πλοία, αλλά δεν είχον κατά νουν να επιτεθώσι κατά των Ελλήνων εκείνην την ημέραν, ουδέ πριν γίνη το σημείον ότι οι περιπλέοντες έφθασαν όπου διετάχθησαν. Αφού δε έπεμψαν τα πλοία ταύτα, ηρίθμησαν τα λοιπά εις τας Αφετάς.
8. Καθ' ον χρόνον έκαμνον ούτοι την απαρίθμησιν των πλοίων (ήτο δε εις το στρατόπεδον Σκιωναίος τις ονόματι Σκύλλας, άριστος δύτης της εποχής εκείνης, όστις εις το ναυάγιον το γενόμενον κατά το Πήλιον πολλά μεν πράγματα έσωσεν εις τους Πέρσας, πολλά δε και αυτός εκέρδησεν), ούτος ο Σκυλλίας προ πολλού είχε κατά νουν να αυτομολήση εις τους Έλληνας, ουδεμία όμως μέχρι τότε παρουσιάσθη ευκαιρία. Κατά ποίον τρόπον έφθασεν εις τους Έλληνας, δεν δύναμαι να είπω μετά βεβαιότητος, εκπλήττομαι μάλιστα εάν τα λεγόμενα ήναι αληθή· καθότι λέγουσιν ότι βυθισθείς εις την θάλασσαν από τας Αφετάς δεν ανέβη εις την επιφάνειαν πριν φθάση εις το Αρτεμίσιον, διελθών διά του ύδατος ογδοήκοντα περίπου στάδια. Διηγούνται δε και άλλα πολλά περί του ανθρώπου τούτου τα οποία φαίνονται ψευδή· τινά όμως είναι αληθή. Περί του γεγονότος δε τούτου ας γίνη αποδεκτή η γνώμη μου ότι ήλθεν εις το Αρτεμίσιον μετά πλοιαρίου. Άμα δε έφθασε, διηγήθη εις τους στρατηγούς το ναυάγιον πώς εγένετο και έδωκε πληροφορίας περί των πλοίων τα οποία επέμφθησαν περί την Εύβοιαν.
9. Τούτο ακούσαντες οι Έλληνες συνήλθον διά να ομιλήσωσιν· αφού δε είπον πολλά, υπερίσχυσεν η γνώμη να μείνωσι και να διέλθωσιν εκεί την ημέραν εκείνην· έπειτα δε αφού αφήσωσι να παρέλθη το μεσονύκτιον, να πλεύσωσι προς απάντησιν των περιπλεόντων πλοίων. Μετά ταύτα, επειδή ουδείς ήρχετο εναντίον των, φυλάξαντες μέχρι της δύσεως του ηλίου έπλευσαν κατά των βαρβάρων, θέλοντες να κάμωσι δοκιμήν της μάχης και να διασχίσωσι την εχθρικήν γραμμήν.
10. Οι στρατιώται του Ξέρξου και οι στρατηγοί, βλέποντες αυτούς προχωρούντας ες ολίγα πλοία, τους ενόμισαν παράφρονας και απήγαγον και αυτοί τα πλοία, ελπίσαντες ότι ευκόλως ήθελον τους αιχμαλωτεύσει· είχον δε δίκαιον ελπίζοντες τούτο, διότι έβλεπον ότι τα πλοία των Ελλήνων ήσαν ολίγα και ότι τα ιδικά των και πολλαπλάσια ήσαν κατά τον αριθμόν και έπλεον καλλίτερον. Ταύτα φρονούντες, προσεπάθουν να περικυκλώσωσι τους Έλληνας. Τότε όσοι μεν Ίωνες ήσαν εύνοοι προς τους Έλληνας και ηκολούθουν ακουσίως την εκστρατείαν, ελυπούντο πολύ βλέποντες τους Έλληνας περικυκλωμένους και όντες βέβαιοι ότι ουδείς αυτών θα επιστρέψη οπίσω· τόσον ασθενής τοις εφαίνετο ο Ελληνικός στόλος. Όσοι δε ηρέσκοντο εις τα γινόμενα, εφιλοτιμούντο τις πρώτος να κυριεύση πλοίον Αττικόν διά να λάβη δώρα παρά του βασιλέως· διότι εις τον στόλον των βαρβάρων πλείστος λόγος εγίνετο διά τους Αθηναίους.
11. Άμα εδόθη εις τους Έλληνας σημείον, πρώτον μεν στρέψαντες τας πρώρας προς τους βαρβάρους, συνήγαγον τας πρύμνας εις το μέσον· εις δε το δεύτερον σημείον άρχισαν την μάχην, περιορισθέντες όλοι εις ολίγον διάστημα και παραταχθέντες κατά πρόσωπον. Εις ταύτην την ναυμαχίαν εκυρίευσαν τριάκοντα πλοία των βαρβάρων, και συνέλαβον τον Φιλάονα του Χέρσιος, αδελφόν του βασιλέως των Σαλαμινίων Γόργου και άνδρα σημαντικόν εν τω στρατοπέδω. Πρώτος δε Έλλην εκυρίευσε πλοίον των πολεμίων ο Αθηναίος Λυκομήδης του Αισχραίου, και ούτος έλαβε το αριστείον. Αλλ' επελθούσα η νυξ διεχώρισεν αυτούς, και η νίκη έμεινεν αμφίβολος εις ταύτην την ναυμαχίαν. Τότε οι μεν Έλληνες επέστρεψαν εις το Αρτεμίσιον· οι δε βάρβαροι εις τας Αφετάς, αποβάντος του πολέμου πολύ διαφόρως παρ' ό,τι ήλπισαν. Εις ταύτην την ναυμαχίαν από τους όντας μετά του βασιλέως Έλληνας, μόνος ο Λήμνιος Αντίδωρος ηυτομόλησεν εις τους Έλληνας, και τούτου ένεκα οι Αθηναίοι τω εχάρισαν γην εις την Σαλαμίνα.
12. Ότε ενύκτωσε (ήτο δε κατά τα μέσα του θέρους) βροχή ραγδαία έπεσε διαρκέσασα δι' όλης της νυκτός και βρονταί ισχυραί ήρχοντο από του Πηλίου· νεκρά σώματα και ναυάγια ερρίπτοντο έξω εις τας Αφετάς, και κυλιόμενα εις τας πρώρας των πλοίων, ετάραττον τας άκρας των κωπών. Οι στρατιώται οίτινες εκ του στόλου ήκουον ταύτα, ενεπλήσθησαν φόβου νομίζοντες ότι αφεύκτως ήθελον απολεσθή από τόσων κακών· καθότι πριν αναπνεύσωσιν εκ του ναυαγίου και της τρικυμίας ήτις τους ηκολούθησε περί το Πήλιον, ιδού κατελήφθησαν υπό κρατεράς ναυμαχίας, και αμέσως μετ' αυτήν βροχή ραγδαία και χείμαρροι ορμητικοί πίπτοντες εις την θάλασσαν και βρονταί φοβεραί. Τοιαύτη ήτο δι' αυτούς η νυξ αύτη.
13. Εις δε τους διαταχθέντας να περιπλεύσωσι την Εύβοιαν, αυτή εκείνη η νυξ υπήρξεν αγριωτέρα, καθόσον τους κατέλαβεν εν τω πελάγει και κατέστη επί τέλους ολεθρία. Έπλεον περί τα Κοίλα της Ευβοίας, όταν η βροχή και η τρικυμία κατέλαβον αυτούς. Φερόμενοι δε από τον άνεμον, και μη ηξεύροντες πού εφέροντο, εξέπιπτον προς τας πέτρας, Ταύτα πάντα εγένοντο κατά θείαν οικονομίαν, διά να εξισωθή το Περσικόν ναυτικόν με το Ελληνικόν και να μη ήναι πολύ περισσότερον. Και ούτοι μεν κατεστράφησαν περί τα Κοίλα της Ευβοίας.
14. Οι δε εν ταις Αφεταίς βάρβαροι, άμα είδον μετά χαράς το φως της ημέρας, εκράτουν ήσυχα τα πλοία, και μεθ' όσα είχον υποφέρει, ηρκούντο εις την παρούσαν κατάστασιν να μένωσιν ακίνητοι. Εις δε τους Έλληνας ήλθεν επικουρία εκ πεντηκοντατριών πλοίων Αττικών. Ταύτα φθάσαντα τους ενεθάρρυναν, και προς τούτοις η ελθούσα αγγελία ότι οι περιπλέοντες την Εύβοιαν απώλοντο υπό της συμβάσης τρικυμίας. Φυλάξαντες λοιπόν την αυτήν ώραν επέπεσον κατά των πλοίων των Κιλίκων· αφού δε τα κατέστρεψαν, επελθούσης της νυκτός, απέπλευσαν οπίσω εις το Αρτεμίσιον.
15. Την τρίτην ημέραν οργισθέντες οι στρατηγοί των βαρβάρων ότι τόσον ολίγα πλοία τους έβλαπτον και φοβούμενοι την οργήν του Ξέρξου, δεν ανέμειναν πλέον τους Έλληνας να αρχίσωσι την μάχην, αλλά παροτρύναντες αλλήλους ανήγαγον τα πλοία, περί την μεσημβρίαν. Συνέπεσε δε ώστε κατά τας ιδίας ημέρας να γίνωνται αι ναυμαχίαι αύται και αι πεζομαχίαι εις τας Θερμοπύλας· κατά θάλασσαν επρόκειτο να υπερασπίσωσι τον Εύριπον, κατά ξηράν οι περί τον Λεωνίδαν ηγωνίζοντο να φυλάξωσι το στενόν. Οι μεν λοιπόν Έλληνες ενεθάρρυνον αλλήλους διά να μη αφήσωσι τους βαρβάρους να εισέλθωσιν εις την Ελλάδα, οι δε βάρβαροι επειρώντο, καταστρέφοντες τας δυνάμεις των Ελλήνων, να γίνωσι κύριοι αμφοτέρων των εισόδων.
16. Ενώ ο στόλος του Ξέρξου επροχώρει με τάξιν κατά των Ελλήνων, ούτοι έμενον ήσυχοι πλησίον του Αρτεμισίου. Οι βάρβαροι, διά να τους περικυκλώσωσι και τους συλλάβωσιν, εσχημάτισαν με τα πλοία ημισέληνον· τότε οι Έλληνες επέπεσαν κατ' αυτών και ήρχισεν η συμπλοκή. Εις ταύτην δε την ναυμαχίαν αι δυνάμεις αμφοτέρων εφάνησαν ισόρροποι. Ο στρατός του Ξέρξου διά το μέγεθος και το πλήθος των πλοίων του εβλάπτετο αυτός αφ' εαυτού, διότι ταρασσόμενα τα πλοία συνεκρούοντο προς άλληλα· αντείχεν όμως και δεν υπενέδιδε, καθότι οι Πέρσαι ησχύνοντο να τραπώσιν εις φυγήν υπό ολίγων πλοίων. Όθεν πολλά μεν πλοία και άνδρας απώλεσαν οι Έλληνες, πολύ δε περισσότερα οι βάρβαροι. Τέλος, μετά την αναποφάσιστον ταύτην μάχην, τα δύο μέρη εχωρίσθησαν.
17. Είς την ναυμαχίαν ταύτην, εκ μεν των στρατιωτών του Ξέρξου ηρίστευσαν οι Αιγύπτιοι, οίτινες και άλλα μεγάλα έπραξαν και πλοία Ελληνικά αύτανδρα συνέλαβον πέντε. Εκ δε των Ελλήνων κατά ταύτην την ημέραν ηρίστευσαν οι Αθηναίοι, και εκ των Αθηναίων ο Κλεινίας του Αλκιβιάδου, όστις είχεν οπλίσει δι' εξόδων του διακοσίους άνδρας και τους έφερε μεθ' ενός πλοίου ανήκοντος εις αυτόν.
18. Αφού λοιπόν ευχαρίστως εχωρίσθησαν και τα δύο μέρη έσπευσαν να επανέλθωσιν εις τους οικείους όρμους. Οι δε Έλληνες, αφού χωρισθέντες έπαυσαν την ναυμαχίαν, τους μεν νεκρούς και τα ναυάγια εσύναξαν· επειδή όμως υπέστησαν μεγάλας ζημίας, και μάλιστα οι Αθηναίοι των οποίων τα ημίσεα των πλοίων ήσαν βεβλαμμένα, εσκέπτοντο να φύγωσιν εις τα ενδότερα της Ελλάδος.
19. Σκεφθείς δε ο Θεμιστοκλής ότι εάν αποσπασθώσιν από του βαρβάρου οι Ίωνες και οι Κάρες, θα δυνηθώσιν οι Έλληνες να νικήσωσι τους λοιπούς, συναθροίσας τους στρατηγούς εις το παραθαλάσσιον όπου οι Ευβοείς έβοσκον τα ποίμνιά των, τοις είπε· «Νομίζω ότι εύρον μέσον διά του οποίου να αποσπάσω τους αρίστους συμμάχους του βασιλέως.» Δεν τοις είπε περισσότερα, ηρκέσθη δε να τοις αποδείξη ότι εις τας παρούσας περιστάσεις ώφειλον να πράξωσι τα εξής. Να σφάξωσιν όσα δυνηθώσι ζώα Ευβοϊκά, διότι είναι προτιμότερον να λάβη ταύτα ο στρατός ή οι πολέμιοι· και τους συνεβούλευε να διατάξη έκαστος στρατηγός τους στρατιώτας του να καίωσι πυρά. Όσον δε διά την επιστροφήν, έλεγεν ότι αυτός, θα φροντίση περί της αρμοδίας ώρας ώστε να φθάσωσιν εις την Ελλάδα σώοι και αβλαβείς. Αρεστή εφάνη εις αυτούς η εκτέλεσις των συμβουλών τούτων, και αμέσως ανάψαντες πυρ έδραμον προς τα ποίμνια.
20. Οι δε Ευβοείς περιφρονήσαντες τον χρησμόν του Βάκιδος ως ασήμαντον, ούτε εξεκομίσαντο τίποτε εκ της χώρας των ούτε εισήγαγον προβλέποντες τον προσεχή πόλεμον, αλλ' άφησαν τα πράγματά των εις την τύχην. Ο δε περί τούτων χρησμός του Βάκιδος είναι ο εξής.
Πρόσεξον, όταν ο βαρβαρόφωνος ρίψη εις την θάλασσαν γέφυραν βυβλίνην, ν' απομακρύνης εκ της Ευβοίας τας μηκωμένας αίγας.
Αμελήσαντες οι Ευβοείς να ωφεληθώσιν εκ των λόγων τούτων, έπρεπε να υποστώσι μεγάλας συμφοράς.
21. Ταύτα έπραττον οι Έλληνες όταν έφθασεν εκ της Τραχίνος ο πρόσκοπος· διότι εις τα ύψη του Αρτεμισίου είχον θέσει πρόσκοπον τον Αντικυρέα Πολύαν εις τον οποίον παρήγγειλαν να έχη πλοιάριον έτοιμο· και εάν ίδη ναυμαχούντα τον ναυτικόν στρατόν να φέρη την είδησιν εις τας Θερμοπύλας· ομοίως πλησίον του Λεωνίδου ίστατο έτοιμος με τριακόντορον ο Αθηναίος Αβρώνιχος του Λυσικλέους, διά να ειδοποιήση τους εις το Αρτεμίσιον εάν συμβή τι εις τον πεζόν στρατόν. Ούτος λοιπόν ο Αβρώνιχος φθάσας τους εφανέρωσεν όσα συνέβησαν εις τον Λεωνίδαν και τον στρατόν αυτού. Οι δε άμα ήκουσαν ταύτα δεν ανέβαλον πλέον την αναχώρησιν, αλλ' έφυγον ως ήσαν τεταγμένοι, πρώτοι οι Κορίνθιοι και τελευταίοι οι Αθηναίοι.
22. Ο δε Θεμιστοκλής εκλέξας τα άριστα πλέοντα πλοία των Αθηναίων, κατέβαινεν όπου υπήρχον πόσιμα ύδατα και εχάραττεν επί των βράχων γράμματα τα οποία ελθόντες την ακόλουθον ημέραν οι Ίωνες εις το Αρτεμίσιον είδον και ανέγνωσαν. Τα γράμματα δε έλεγον τα εξής· «Κακώς ποιείτε, ω Ίωνες, πολεμούντες τους πατέρας σας και υποδουλούντες την Ελλάδα. Έλθετε εις ημάς· εάν όμως τούτο σας ήναι αδύνατον, τουλάχιστον μένετε μακράν των πλοίων μας και παρακινήσατε τους Κάρας να μιμηθώσι το παράδειγμά σας. Εάν δεν ήναι δυνατόν να γίνη μήτε το έν μήτε το άλλο, εάν υπό μείζονος ανάγκης εμποδίζεσθε να αποστατήσετε, όταν ημείς πολεμώμεν, φανήτε εκουσίως νωθροί, ενθυμούμενοι ότι κατάγεσθε από ημάς και ότι εξ αρχής η προς τον βάρβαρον έχθρα προήλθεν από υμάς.» Ο Θεμιστοκλής έγραφε ταύτα, ως νομίζω, με τον διπλούν σκοπόν, ή, εάν μείνωσιν άγνωστα εις τον βασιλέα, να πείσωσι τους Ίωνας, να μεταβληθώσι και να έλθωσι με το μέρος των Ελλήνων, ή, εάν αναφερθώσιν εις τον Ξέρξην εν είδει κατηγορίας, να καταστήσωσι τους Ίωνας υπόπτους και να μη τους μεταχειρισθή ο Βασιλεύς εις τας ναυμαχίας.
23. Ο μεν Θεμιστοκλής ταύτα έγραψεν εις τους βράχους, εις δε τους βαρβάρους αμέσως μετά ταύτα Ιστιεύς τις ανεχώρησε μετά πλοιαρίου και ανήγγειλε την από του Αρτεμισίου αναχώρησιν των Ελλήνων· Ούτοι όμως μη πιστεύσαντες εις τα λεχθέντα, τον μεν αγγελιαφόρον εφυλάκισαν, έπεμψαν δε ταχέα τινά πλοία διά να παρατηρήσωσιν. Αφού δε επανελθόντα ταύτα επεβεβαίωσαν την είδησιν, αμέσως ότε ο ήλιος εσκόρπισε τας ακτίνας του, όλος ο στόλος ομού έπλευσεν εις το Αρτεμίσιον. Μείνας δε εκεί μέχρι της μεσημβρίας, έπλευσε μετά ταύτα εις την Ιστιαίαν. Ελθόντες οι βάρβαροι κατέλαβον την πόλιν των Ιστιαίων και διήρπασαν όλας τας παραθαλασσίας κώμας της Ελλοπίας μοίρας, ήτις είναι γη Ιστιαιώτις.
24. Τούτων δε όντων εκεί, ο Ξέρξης, ετοιμάσας τα περί τους νεκρούς, έπεμψε κήρυκα εις τον ναυτικόν στρατόν· αι δε ετοιμασίαι τας οποίας έκαμεν ήταν αι εξής. Εξ όλων όσοι είχον φονευθή εκ του ιδίου του στρατού (είχον δε φονευθή είκοσι χιλιάδες) χιλίους μόνον άφησε, τους δε λοιπούς διέταξε να ορύξωσι τάφρους και να τους θάψωσιν· έπειτα να τους καλύψωσι με χώμα και να ρίψωσιν επάνω φύλλα, διά να μη τους ίδη ο στρατός. Ότε δε ήλθεν ο κήρυξ εις την Ιστιαίαν, συνεκάλεσεν όλον τον στρατόν του στόλου και είπε τα εξής· «Άνδρες σύμμαχοι, ο βασιλεύς Ξέρξης επιτρέπει εις όντινα θέλει εξ υμών να αφήση τας τάξεις του και να έλθη να ιδή πώς πολεμεί τους ανοήτους ανθρώπους, οίτινες ήλπιζον ότι ήθελον υπερνικήσει τας δυνάμεις του βασιλέως.»
25. Άμα εγένετο η προκήρυξις αύτη, τότε ουδέν δυσκολώτερον, ή η εύρεσις λέμβων, τόσον πολυπληθείς ήσαν εκείνοι οίτινες επεθύμουν να υπάγουν και να παρατηρήσωσιν. Διεκπεραιωθέντες αντικρύ, περιήρχοντο και εθεώρουν τους νεκρούς· όλοι δε επίστευον, βλέποντες και τους είλωτας, ότι όλοι οι φονευμένοι ήσαν Λακεδαιμόνιοι και Θεσπιείς. Αλλά το τέχνασμα του Ξέρξου περί τους νεκρούς τους ιδικούς του δεν έμεινε κρυπτόν εις τους ελθόντας. Και τωόντι ήτο γελοίον εκ μεν των βαρβάρων να φαίνονται μόνον χίλιοι νεκροί διασκορπισμένοι, οι δε Έλληνες να κήνται όλοι ομού σωρευμένοι εις έν μέρος τέσσαρες χιλιάδες. Και ταύτην μεν την ημέραν διήλθον θεωρούντες· την δε ακόλουθον, οι μεν έστρεψαν εις την Ιστιαίαν όπου ήσαν τα πλοία των, οι δε περί τον Ξέρξην εξηκολούθησαν την πορείαν των.
26. Ήλθον δε εις αυτούς ολίγοι τινές αυτόμολοι εκ της Αρκαδίας, ενδεείς και ζητούντες εργασίαν. Τούτους φέροντες έμπροσθεν του βασιλέως, ηρώτων οι Πέρσαι τι έπραττον οι Έλληνες· είς δε προ πάντων ήτο ο ερωτών αυτούς ταύτα. Εκείνοι δε τοις έλεγον ότι εώρταζον τα Ολύμπια · και ότι εθεώρουν τους γυμνικούς και ιππικούς αγώνας. Ο δε ερωτών επανέλαβε τι ήτο το βραβείον περί του οποίου αγωνίζονται. Οι δε είπον ότι εδίδετο στέφανος ελαίας. Τότε ο Τριτανταίχμης του Αρταβάνου είπε λόγον γενναίον διά τον οποίον ο βασιλεύς τον εμέμφθη επί δειλία. Διότι όταν ήκουσεν ότι το άθλον ήτο στέφανος ελαίας και όχι χρήματα, δεν ηδυνήθη να σιωπήση αλλ' ενώπιον όλων είπε· «Φευ! Μαρδόνιε, κατά τίνων ανδρών μας έφερες να πολεμήσωμεν, οίτινες αγωνίζονται ουχί χάριν χρημάτων αλλά χάριν τιμής· Αυτός μεν ταύτα είπεν.
27. Εν τω μεταξύ δε τούτω, αμέσως μετά την εν Θερμοπύλαις καταστροφήν, οι Θεσσαλοί έπεμψαν κήρυκα εις τους Φωκείς, κατά των οποίων είχον αντιπάθειαν, και μάλιστα μετά την τελευταίαν θραύσιν των· καθότι ολίγα έτη προ της εκστρατείας ταύτης του βασιλέως, οι Θεσσαλοί και οι σύμμαχοι αυτών εισβαλόντες πανστρατιά εις την Φωκίδα ηττήθησαν και υπέφερον πολλά. Ότε οι Φωκείς περιεκυκλώθησαν εις τον Παρνασσόν, είχον μεθ' εαυτών τον Ηλείον μάντιν Τελλίαν όστις εσοφίσθη το εξής στρατήγημα. Γυψώσας εξακοσίους άνδρας των Φωκέων τους αρίστους, αυτούς τούτους και τα όπλα αυτών, μετέβη διά νυκτός και επετέθη κατά των Θεσσαλών, προειπών εις αυτούς να φονεύωσι πάντα όστις δεν εφαίνετο λευκός. Πρώτοι οι φύλακες των Θεσσαλών είδον αυτούς και εφοβήθησαν νομίσαντες ότι ήσαν τέρατα, και μετά τούς φύλακας όλος ο στρατός, ούτως ώστε οι Φωκείς έλαβον εκ τετρακισχιλίων νεκρών τας ασπίδας των, εκ των οποίων τας μεν ημισείας αφιέρωσαν εις τους Άβας, τας δε άλλας εις τους Δελφούς. Από δε του δεκάτου των λαφύρων της μάχης ταύτης εγένοντο οι μεγάλοι ανδριάντες οι στηθέντες περί τον τρίποδα, προ του ναού των Δελφών, και άλλοι όμοιοι αφιερωθέντες εις τους Άβας.