WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2 cover

Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2

Chapter 8: ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΝΝΑΤΟΝ ΚΑΛΛΙΟΠΗ
Open in WeRead

About This Book

A narrative of Persian military activity in Thrace and interactions with Greek cities, describing campaigns led by Persian commanders and the subjugation of coastal settlements; detailed ethnographic observations of Thracian tribes, customs, marriage and burial rites, horse types, and beliefs; accounts of Darius' movements and political dealings with local leaders, including rewards and demands made to Greek figures; and a sequence of anecdotes blending military history, cultural description, and political intrigue that illustrate how imperial expansion, regional practices, and personal ambition intersect.

138. Είς δε των παρόντων εξήγησεν εις τον βασιλέα τι εσήμαινεν εκείνο το οποίον έκαμεν ο παις, ειπών ότι ο νεώτατος των αδελφών δεν εδέχθη ασκόπως ό,τι τοις εδόθη. Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς και ταραχθείς, έπεμψε κατόπιν των ιππείς διά να τους θανατώσωσιν. Υπάρχει δε εις την χώραν ταύτην ποταμός εις τον οποίον ως εις σωτήρα θυσιάζουσιν οι απόγονοι των Αργείων τούτων· καθότι ο ποταμός ούτος, αφού διέβησαν οι Τημενίδαι, κατέβη τόσον ορμητικός, ώστε οι ιππείς δεν ηδυνήθησαν να τον διαβώσι και αυτοί. Οι Τημενίδαι λοιπόν, φθάσαντες εις άλλην γην της Μακεδονίας, κατώκησαν πλησίον των κήπων οίτινες λέγονται ότι είναι του Μίδου, υιού του Γορδίου. Εις τούτους τους κήπους φύονται ρόδα αυτόματα, ων έκαστον έχει εξήκοντα φύλλα, και υπερβαίνουσι κατά την ευωδίαν όλα τα άλλα ρόδα. Εις τούτους επίσης τους κήπους συνέλαβαν τον Σιληνόν, ως λέγουσιν οι Μακεδόνες. Ανωτέρω τούτων των κήπων υπάρχει όρος, Βέρμιον καλούμενον, άβατον ένεκα του εκεί επικρατούντος αδιακόπου χειμώνος. Οι τρεις αδελφοί γενόμενοι κύριοι του μέρους τούτον, ωρμώντο εκείθεν και καθυπέτασσον την άλλην Μακεδονίαν.

139. Εκ τούτου του Περδίκκου κατήγετο ο Αλέξανδρος. Ο Αλέξανδρος ήτο υιός του Αμύντου, ο Αμύντας υιός του Αλκέτα, ο Αλκέτας είχε πατέρα τον Αέροπον, ο Αέροπος τον Φίλιππον, ο Φίλιππος τον Αργαίον και ο Αργαίος τον Περδίκκαν όστις πρώτος εκτήσατο την αρχήν. Τοιαύτη ήτο η γενεαλογία του Αλεξάνδρου, υιού του Αμύντου.

140. Ότε δε έφθασεν εις τας Αθήνας, πεμφθείς υπό του Μαρδονίου, είπε τα εξής· 1. «Άνδρες Αθηναίοι, ο Μαρδόνιος τάδε λέγει· Με ήλθεν αγγελία από τον βασιλέα λέγουσα ούτω. Συγχωρώ τους Αθηναίους δι' όσα μοι έπταισαν, και πράξον, Μαρδόνιε, τα εξής. Πρώτον απόδος την γην των, δεύτερον όντες αυτόνομοι ας εκλέξωσιν εκτός αυτής και άλλην γην, οίαν θέλουσι· προσέτι ανοικοδόμησον τα ιερά των όσα εγώ έκαυσα, αν θέλωσι να συνθηκολογήσωσι με εμέ. Επειδή τοιαύται με ήλθον διαταγαί, λέγει ο Μαρδόνιος, είναι ανάγκη να τας εκτελέσω, εάν εκ μέρους σας δεν εύρω αντίστασιν. Σας λέγω δε οίκοθεν τούτο· διατί μαίνεσθε πολεμούντες εναντίον του βασιλέως, αφού ούτε να υπερισχύσετε θα δυνηθήτε ούτε να ανθέξετε είσθε ικανοί; Είδατε το πλήθος των στρατευμάτων του Ξέρξου και τι έπραξεν· ηξεύρετε πόσας δυνάμεις έχω ακόμη περί εμέ. Εάν υπερισχύσετε και μας νικήσετε, το οποίον δεν πρέπει να ελπίζετε εάν σκέπτεσθε ορθώς, πάλιν θα έλθη άλλος στρατός πολλαπλάσιος. Μη θέλετε λοιπόν, ζητούντες να εξισωθήτε με τον βασιλέα, να στερηθήτε της χώρας σας και να διακινδυνεύετε πάντοτε την ύπαρξίν σας, αλλά παύσατε τον πόλεμον· Τώρα είναι καιρός να παύσετε αυτόν εντίμως, καθότι πρώτος ο βασιλεύς προτείνει τούτο. Έστε ελεύθεροι, ποιούντες συμμαχίαν μεθ' ημών άνευ δόλου και απάτης.» 2. Ταύτα με διέταξεν ο Μαρδόνιος, ω Αθηναίοι, να είπω προς υμάς. Εγώ δε περί μεν της προς υμάς ευνοίας μου ουδέν λέγω, διότι δεν θα την μάθετε τώρα κατά πρώτον. Σας παρακαλώ δε εκ μέρους μου να ενδώσετε εις τον Μαρδόνιον, καθότι προβλέπω ότι δεν θα δυνηθήτε να πολεμήτε πάντοτε τον Ξέρξην. Εάν έβλεπα ότι έχετε τοιαύτην δύναμιν, δεν θα ηρχόμην ποτέ θα σας είπω τούτους τους λόγους. Σκεφθήτε ότι η δύναμις του βασιλέως είναι υπέρ άνθρωπον και ότι η χειρ του εκτείνεται μακράν. Εάν δεν δεχθήτε τον συμβιβασμόν αμέσως τώρα, ότε αι Πέρσαι σας υπόσχονται μεγάλα και είναι πρόθυμοι να συμβιβασθώσι με τοιούτους όρους, φοβούμαι δι υμάς οίτινες είσθε εις τον δρόμον πλειότερον των άλλων συμμάχων και πάντοτε καταστρέφεσθε μόνοι, καθότι η γη σας είναι κατ' εξοχήν το μεταίχμιον του πολέμου. Όθεν πεισθήτε· δεν είναι αρκούσα δόξα δι' υμάς ότι ο βασιλεύς εις υμάς μόνους εξ όλων των Ελλήνων συγχωρεί τα αμαρτήματά σας και θέλει να γίνη φίλος σας;» Ο μεν Αλέξανδρος ταύτα είπεν.

141. Οι δε Λακεδαιμόνιοι μαθόντες ότι ο Αλέξανδρος μετέβη εις τας Αθήνας διά να συμβιβάση τους Αθηναίους με τους βαρβάρους, ανεμνήσθησαν του χρησμού κατά τον οποίον αυτοί και οι άλλοι Δωριείς έμελλον να διωχθώσιν εκ της Πελοποννήσου υπό των Μήδων και των Αθηναίων· φοβούμενοι λοιπόν μήπως οι Αθηναίοι συμφωνήσωσι με τον Πέρσην, απεφάσισαν να πέμψωσιν αμέσως πρέσβεις εις τας Αθήνας. Συνέπεσε δε να παρουσιασθώσιν οι πρέσβεις ούτοι εις τον δήμον συγχρόνως με τον Αλέξανδρον, καθότι οι Αθηναίοι ηργοπόρουν και επερίμενον, όντες βέβαιοι ότι οι Λακεδαιμόνιοι θα μάθωσιν, ότι απεσταλμένος επέμφθη παρά των βαρβάρων εις τας Αθήνας προς συμβιβασμόν, και ότι μανθάνοντες τούτο θα σπεύσωσι να πέμψωσι και αυτοί πρέσβεις. Επίτηδες λοιπόν έκαμνον τούτο, θέλοντες να δείξωσι την γνώμην των εις τους Λακεδαιμονίους.

142. Αφού δε έπαυσε λέγων ο Αλέξανδρος, διεδέχθησαν αυτόν οι εκ της Σπάρτης ελθόντες πρέσβεις και είπον τα εξής· «Εμάς δε έπεμψαν οι Λακεδαιμόνιοι διά να σας παρακαλέσωμεν, μήτε νεωτερισμόν τινα να κάμετε εις την Ελλάδα, μήτε να δεχθήτε τους λόγους του βαρβάρου, διότι τούτο δεν είναι δίκαιον κατ' ουδένα τρόπον· ουδείς Έλλην θα το έπραττεν άνευ ατιμίας, και πολύ ολιγώτερον υμείς διά πολλάς αιτίας. Υμείς υπεκινήσητε τον πόλεμον τούτον χωρίς να θέλωμεν ημείς, και ο αγών ήτο πρώτον διά την χώραν σας· τώρα δε εγένετο κοινός δι' όλην την Ελλάδα. Έπειτα, ότε τα πράγματα ήλθον εις αυτήν την κατάστασιν, σεις οι Αθηναίοι να γίνετε αίτιοι της δουλείας των Ελλήνων, τούτο θα ήτο ανυπόφορον· σεις οίτινες πάντοτε και εκ παλαιών χρόνων εφάνητε ελευθερωταί πολλών λαών. Λυπούμεθα δι' όσα δεινά σας πιέζουσι· καθότι επί δύο έτη εστερήθητε των καρπών σας και αι οικίαι σας είναι κατεστραμμέναι. Διά να σας αποζημιώσωσιν όμως οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι σας υπόσχονται, εφ' όσον διαρκέση ο πόλεμος ούτος, να τρέφωσι τας γυναίκας σας και όσους άλλους οικέτας έχετε μη δυναμένους να σας ήναι χρήσιμοι εις τον πόλεμον. Ας μη σας μεταπείση ο Μακεδών Αλέξανδρος λεαίνων τους λόγους του Μαρδονίου. Ούτος πράττει ό,τι οφείλει να πράξη, καθότι τύραννος ων συμπράττει με τύραννον. Υμείς όμως δεν πρέπει να μιμηθήτε το παράδειγμά του, εάν φρονήτε ορθώς, ηξεύροντες ότι παρά τοις βαρβάροις ούτε πίστις υπάρχει, ούτε αλήθεια.» Ταύτα είπον οι πρέσβεις.

143. Οι δε Αθηναίοι προς μεν τον Αλέξανδρον απεκρίθησαν τα εξής· «Και ημείς ηξεύρομεν ότι η δύναμις του Μήδου είναι ανωτέρα της ιδικής μας, ώστε είναι περιττόν να μας ονειδίζης διά την έλλειψίν μας ταύτην Αλλ' όμως αγαπώντες πολύ την ελευθερίαν θα υπερασπίσωμεν αυτήν όπως αν δυνηθώμεν. Μη πειράσαι λοιπόν να μας συμβιβάσης με τον βάρβαρον, διότι δεν θα πεισθώμεν. Ύπαγε τώρα και ειπέ εις τον Μαρδόνιον ότι οι Αθηναίοι λέγουσιν, ενόσω ο ήλιος ακολουθεί την αυτήν οδόν την οποίαν πορεύεται σήμερον, ποτέ δεν θα συμβιβασθώμεν με τον Ξέρξην, αλλ' έχοντες τας ελπίδας μας εις την συμμαχίαν των θεών και των ηρώων, των οποίων εκείνος ασεβώς ενέπρησε τους ναούς και τα αγάλματα, θα τον πολεμήσωμεν εκδικούμενοι. Συ δε πρόσεξον μη εμφανισθής άλλοτε ενώπιον ημών με τοιαύτας προτάσεις, και υπό το φαινόμενον ότι μας προσφέρεις εκδούλευσιν, μη μας συμβουλεύσης να πράξωμεν έργα παράνομα· καθότι δεν θέλομεν να πάθης τι δυσάρεστον υπό των Αθηναίων, πρόξενος ων και φίλος αυτών.»

144. Προς μεν τον Αλέξανδρον ταύτα απεκρίθησαν, προς δε τους εκ Σπάρτης πρέσβεις είπον τα εξής· «Το να φοβώνται οι Λακεδαιμόνιοι μήπως συμβιβασθώμεν με τον βάρβαρον, τούτο έγκειται εις την ανθρωπίνην φύσιν· εφάνητε όμως πολύ μικροπρεπείς φοβηθέντες τόσον, καθότι ηξεύρετε καλώς το φρόνημα των Αθηναίων, ότι ούτε χρυσός τοσούτος υπάρχει ουδαμού της γης, ούτε χώρα τόσον ωραία και τόσον εύφορος, των οποίων η προσφορά να μας πείση να μηδίσωμεν και να συνεργασθώμεν εις την υποδούλωσιν της Ελλάδος. Είναι πολλά και μεγάλα τα αίτια τα οποία, και αν θελήσωμεν, πάλιν μας εμποδίζουσι να πράξωμεν τούτο. Πρώτον μεν και μέγιστον τα αγάλματα και τα οικήματα των θεών εμπεπρησμένα και συγκεχωσμένα, τα οποία καθήκον έχομεν να εκδικήσωμεν μάλλον ή να συμμαχήσωμεν με τον πράξαντα τας καταστροφάς ταύτας· δεύτερον δε οι Έλληνες όλοι έχουσι το αυτό αίμα, την αυτήν γλώσσαν τα ιδρύματα των θεών είναι κοινά εις αυτούς, ομοίως και αι θυσίαι, και τα ήθη ομοιότροπα· τούτων προδόται να γίνωσιν οι Αθηναίοι, δεν είναι ορθόν. Μάθετε λοιπόν τούτο, εάν πρότερον δεν το ηξεύρατε, ότι ενόσω και είς των Αθηναίων μένη ζων, ουδεμία συνθηκολογία θα υπάρξη μεταξύ Αθηνών και Ξέρξου. Επαινούμεν πολύ την φροντίδα σας διά την καταστροφήν των υπαρχόντων μας και την απόφασιν ην σας ενέπνευσεν αύτη να θέλετε να θρέψετε τας οικογενείας μας. Εκ μέρους σας η χάρις είναι τελεία· ημείς όμως απεφασίσαμεν να μείνωμεν ως έχομεν και να μη γίνωμεν βάρος εις υμάς. Τώρα δε, ούτως εχόντων των πραγμάτων, εκπέμψατε όσον τάχιστα στρατόν, καθότι ως εικάζομεν, όχι μετά πολύ, αλλ' άμα λάβη την είδησιν ότι απορρίπτομεν τας προτάσεις του, ο βάρβαρος θα εισβάλη εις την χώραν μας. Πριν λοιπόν εκείνος εισέλθη εις την Αττικήν, πρέπει ημείς να εκστρατεύσωμεν εις την Βοιωτίαν.» Μετά την απόκρισιν ταύτην των Αθηναίων, οι πρέσβεις επέστρεψαν εις την Σπάρτην.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΝΝΑΤΟΝ
ΚΑΛΛΙΟΠΗ

1. Ο δε Μαρδόνιος, αφού ο Αλεξάνδρος επιστρέψας τω ανεκοίνωσε τας αποκρίσεις των Αθηναίων, κινήσας εκ της Θεσσαλίας έφερε μετά σπουδής τον στρατόν κατά των Αθηνών, παραλαμβάνων εξ όλων των μερών δι' ων διήρχετο πάντας τους δυναμένους να φέρωσιν όπλα. Οι δε στρατηγοί των Θεσσαλών ου μόνον δεν μετενόησαν διά τας προλαβούσας πράξεις των, αλλά πολύ περισσότερον εξώτρυνον τον Πέρσην· και ο Θώραξ ο Λαρισσαίος ου μόνον συμπροέπεμψε τον Ξέρξην φεύγοντα, αλλά και τότε αναφανδόν ευκόλυνε την είσοδον του Μαρδονίου εις την Ελλάδα.

2. Αφού δε πορευόμενος ο στρατός έφθασεν εις την Βοιωτίαν, οι Θηβαίοι προσεπάθησαν να κρατήσωσι τον Μαρδόνιον εκεί και τον συνεβούλευσαν να στήση το στρατόπεδόν του εις την χώραν των, αρμοδιωτάτην προς τούτο κατ' αυτούς. «Μη προχωρής περισσότερον, τω είπον, και πράξον ούτως ώστε εντεύθεν, χωρίς να πολεμήσης, υποτάξης όλην την Ελλάδα. Σκέφθητι ότι εάν οι Έλληνες ήναι ηνωμένοι ως ήσαν και πρότερον, θα ήναι δύσκολον να τους νικήσωσιν, έστω και αν όλοι οι άνθρωποι έλθωσιν εναντίον των. Εάν δε παραδεχθής το σχέδιον το οποίον θα σε συμβουλεύσωμεν, απόνως θα γίνης κύριος όλων των αποφάσεών των. Πέμψον χρήματα εις τους μάλλον ισχυρούς των πόλεων, και διά των δώρων τούτων θα διαιρέσης την Ελλάδα. Έπειτα δε με τους ομοφρονούντας σου, ευκόλως θα καταστρέψης τους αντιφρονούντας.»

3. Οι μεν Θηβαίοι ταύτα συνεβουλεύον· αλλ' ο Μαρδόνιος δεν επείθετο και είχε μεγάλην επιθυμίαν να κυριεύση τας Αθήνας εκ δευτέρου, άμα μεν υπό αφροσύνης, άμα δε ίνα διά πυρσών από νήσου εις νήσον αναπτομένων αναγγείλη εις τον βασιλέα όντα έτι εις τας Σάρδεις ότι έχει τας Αθήνας. Ελθών όμως εις την Αττικήν, ούτε τότε δεν εύρε τους Αθηναίους· αλλ έμαθεν ότι οι πλειότεροι ήσαν εις την Σαλαμίνα και εις τα πλοία, και εκυρίευσε την πόλιν έρημον. Από της πρώτης δε υπό του βασιλέως αλώσεως μέχρι της δευτέρας της υπό του Μαρδονίου γενομένης παρήλθον μήνες δέκα.

4. Αφού δε έφθασεν εις τας Αθήνας ο Μαρδόνιος, έπεμψεν εις την Σαλαμίνα τον Ελλησπόντιον Μουρυχίδην, φέροντα τους αυτούς λόγους τους οποίους και ο Μακεδών Αλέξανδρος διεπόρθμευσεν εις τους Αθηναίους. Τους εμήνυσε δε ταύτα εκ δευτέρου ο Μαρδόνιος ουχί διότι έλαβε φιλικάς αποκρίσεις την πρώτην φοράν, αλλά διότι ήλπιζεν ότι ήθελε μετριασθή το πείσμα των, αφού έβλεπον ότι όλη η Αττική ήτο πλέον δορυάλωτος και υπό την εξουσίαν του. Τούτων ένεκα έπεμψε τον Μουρυχίδην εις την Σαλαμίνα.

5. Ούτος δε παρουσιασθείς εις το συμβούλιον είπε τα παρά του Μαρδονίου εντεταλμένα, και ο Λυκίδης, των του συμβουλίου, έδωσε γνώμην ότι ενόμιζε συμφέρον να δεχθώσι τας προτάσεις τας οποίας έφερεν ο Ελλησπόντιος και να τας αναφέρωσιν εις τον δήμον. Ο μεν Λυκίδης ταύτην την γνώμην απεφάνθη, είτε δεχθείς χρήματα από τον Μαρδόνιον, είτε ευρίσκων τωόντι τούτο καλόν. Οι δε Αθηναίοι, και οι εν τω συμβουλίω και οι έξωθεν ελθόντες, άμα το ήκουσαν τοσούτον ωργίσθησαν ώστε περικυκλώσαντες τον Λυκίδην τον εφόνευσαν με λίθους· τον δε Ελλησπόντιον Μουρυχίδην απέπεμψαν αβλαβή. Θορύβου δε γενομένου εις την Σαλαμίνα περί του Λυκίδου, έμαθον το πράγμα αι γυναίκες των Αθηναίων και παροτρύνουσαι η μία την άλλην όρμησαν αυθορμήτως εις την οικίαν του Λυκίδου και κατελιθοβόλησαν την γυναίκα του και τα τέκνα του.

6. Εις δε την Σαλαμίνα διέβησαν οι Αθηναίοι διά την εξής αιτίαν. Ενόσω μεν επρόσμενον να έλθη στρατός εκ της Πελοποννήσου προς βοήθειάν των, έμενον εις την Αττικήν· επειδή δε οι μεν Πελοποννήσιοι εβράδυνον πολύ, ο δε Μαρδόνιος εισερχόμενος ηκούετο ότι ήτο εις την Βοιωτίαν, τότε έλαβον τα πράγματά των και διέβησαν εις την Σαλαμίνα. Εις δε την Λακεδαίμονα έπεμψαν απεσταλμένους, άμα μεν διά να μεμφθώσι τους Λακεδαιμονίους ότι άφησαν τον βάρβαρον να εισβάλη εις την Αττικήν και δεν εξήλθον μετ' αυτών να τον απαντήσωσιν εις την Βοιωτίαν, άμα δε διά να τοις υπομνήσωσιν όσα ο Πέρσης υπεσχέθη να τοις δώση εάν εγίνοντο με το μέρος του· προς τούτοις διά να τοις είπωσιν ότι εάν δεν βοηθήσωσι τους Αθηναίους οι Αθηναίοι μόνοι των θα φροντίσωσι περί της σωτηρίας των.

7. Κατ' εκείνας τας ημέρας οι Λακεδαιμόνιοι εώρταζον τα Υακίνθια και πολύ περισσότερον εφρόντιζον να τιμήσωσι τον θεόν τούτον. Συγχρόνως όμως έκτιζον και το τείχος εις τον Ισθμόν το οποίον είχεν ήδη υψωθή μέχρι των επάλξεων. Ότε δε οι απεσταλμένοι των Αθηναίων και συν αυτοίς οι των Μεγάρων και των Πλαταιών έφθασαν εις την Λακεδαίμονα, παρουσιάσθησαν εις τους εφόρους και είπον τα εξής· 1. «Έπεμψαν ημάς οι Αθηναίοι λέγοντες ότι ο βασιλεύς των Μήδων πρώτον μεν αποδίδει εις ημάς την χώραν μας και δεύτερον θέλει να μας κάμη συμμάχους του επί ίσοις και ομοίοις δικαιώμασιν άνευ δόλου και απάτης· πλην δε της Αττικής, προσφέρει να μας δώση και άλλην χώραν την οποίαν να εκλέξωμεν ημείς. Αλλ' ημείς αιδούμενοι τον Ελλήνιον Δία και μη ανεχόμενοι να παραδώσωμεν την Ελλάδα, δεν εδέχθημεν, και απερρίψαμεν τας προτάσεις του, καίπερ αδικούμενοι υπό των Ελλήνων και καταπροδιδόμενοι και ηξεύροντες καλώς ότι θα ήτο συμφερώτερον δι' ημάς να συμφωνήσωμεν με τον Πέρσην μάλλον ή να πολεμώμεν αυτόν. Εκουσίως όμως ουδέποτε θα ειρηνεύσωμεν μετ' αυτού. Και ημείς μεν ειλικρινώς υπηρετούμεν την Ελλάδα. 2. Σεις δε, ενώ τότε κατεφοβήθητε μήπως συμβιβασθώμεν με τον Πέρσην, τώρα επειδή εμάθετε σαφώς τα φρονήματα ημών ότι ουδαμώς θα προδώσωμεν την Ελλάδα, και επειδή το τείχος το οποίον κτίζετε εις τον Ισθμόν είναι περί το τέλος του, αδιαφορείτε εντελώς περί των Αθηναίων, και ενώ εσυμφωνήσατε με ημάς να απαντήσωμεν τον Πέρσην εις την Βοιωτίαν, μας επροδώσατε και αφήσατε τον βάρβαρον να εισβάλη εις την Αττικήν. Σήμερον λοιπόν οι Αθηναίοι είναι ωργισμένοι καθ' υμών, διότι δεν εφέρθητε ως έπρεπε, και σας λέγουσι τώρα να πέμψητε τον στρατόν σας συγχρόνως με ημάς διά να αντισταθώμεν τουλάχιστον κατά του βαρβάρου εις την Αττικήν αφού δεν τον επροφθάσαμεν εις την Βοιωτίαν. Εν τη ημετέρα χώρα το Θριάσιον πεδίον είναι επιτηδειότατον προς μάχην.»

8. Ακούσαντες ταύτα οι έφοροι, ανέβαλον την απόκρισιν διά την ακόλουθον ημέραν, και την ακόλουθον διά την ακόλουθον, και τούτο έπραττον επί δέκα ημέρας, αναβάλλοντες από ημέρας εις ημέραν. Εν τούτω δε τω χρόνω όλος οι Πελοποννήσιοι ετείχιζον τον Ισθμόν μετά πολλής σπουδής, και ήτο πλέον το τείχος περί το τέλος. Διατί οι Πελοποννήσιοι, ότε μεν ήλθεν ο Μακεδών Αλέξανδρος εις τας Αθήνας, εφοβήθησαν τόσον μη μηδίσωσιν οι Αθηναίοι, τότε δε ουδόλως εφρόντιζον περί αυτών, αιτίαν τούτου δεν ημπορώ να είπω άλλην ειμή ότι όντος του Ισθμού τετειχισμένου, ενόμιζον ότι δεν είχον πλέον την ανάγκην των. Ότε όμως ο Αλέξανδρος μετέβη εις την Αττικήν, το τείχος δεν είχε τελειώσει, και ειργάζοντο μετά σπουδής διά τον φόβον των Περσών.

9. Επί τέλους η απόκρισις και η εκστρατεία των Σπαρτιατών εγένοντο τοιουτοτρόπως. Την προτεραίαν της ημέρας καθ ην έμελλε να γίνη η τελευταία παρουσίασις των απεσταλμένων, ο Τεγεάτης Χίλεος όστις εις την Λακεδαίμονα είχε μεγαλειτέραν επιρροήν από όλους τους ξένους, έμαθεν από τους εφόρους όσα είπον οι Αθηναίοι. Μαθών δε ταύτα τοις είπε τα εξής· «Ω έφοροι, τοιαύτη είναι η κατάστασις των πραγμάτων μας, ώστε εάν οι Αθηναίοι δεν ήναι ηνωμένοι με ημάς και συμμαχήσωσι με τον βάρβαρον, όσον δυνατόν και αν ήναι το τείχος το οποίον εκτίσατε εις τον Ισθμόν, μεγάλαι θύραι είναι αναπεπταμέναι εις την Πελοπόννησον διά τον Πέρσην. Ακούσατε λοιπόν τους Αθηναίους πριν αποφασίσωσιν άλλο τι, το οποίον ήθελεν επιφέρει την πτώσιν της Ελλάδος.»

10. Ο μεν Χίλεος ταύτα συνεβούλευσεν, οι δε έφοροι σκεφθέντες καλώς τους λόγους του, αμέσως, χωρίς να είπωσι τίποτε εις τους απεσταλμένους των πόλεων, προ του τέλους της νυκτός, εξέπεμψαν υπό την στρατηγίαν του Παυσανίου, υιού του Κλεομβρότου, πεντακισχιλίους Σπαρτιάτας, δόντες εις έκαστον επτά είλωτας. Η στρατηγία αύτη ανήκε μεν δικαιωματικώς εις τον Πλείσταρχον του Λεωνίδου, αλλ' ούτος ήτο εισέτι παιδίον, και ο Παυσανίας ήτο επίτροπος του και εξάδελφος. Καθότι ο Κλεόμβροτος, ο πατήρ του Λεωνίδου και υιός του Αναξανδρίδου, δεν έζη πλέον· αλλ' αφού επανέφερεν εκ του Ισθμού τον στρατόν όστις έκτισε το τείχος, μετ' ολίγον απέθανεν. Επανέφερε δε ο Κλεόμβροτος τον στρατόν εκ του Ισθμού διά την εξής αιτίαν. Ενώ εθυσίαζε κατά του Πέρσου, ο ήλιος εσκοτίσθη εν τω ουρανώ. Ο Παυσανίας προσέλαβε συνάρχοντα τον Ευρυάνακτα του Δωριέως, όντα εκ της αυτής οικογενείας. Και ο μεν στρατός, μετά του Παυσανίου, εξήλθε της Σπάρτης.

11. Οι δε πρέσβεις, άμα εγένετο ημέρα, μη ηξεύροντες τίποτε περί της εξόδου, παρουσιάσθησαν εις τους εφόρους, έχοντες κατά νουν να αναχωρήσωσι και αυτοί, έκαστος εις τα ίδια. Παρουσιασθέντες δε είπον τα εξής· «Υμείς μεν, ω Λακεδαιμόνιοι, μένοντες εδώ πανηγυρίζετε Υακίνθια και παίζετε, καταπροδίδοντες τους συμμάχους· οι δε Αθηναίοι, ως αδικούμενοι παρ' υμών, θα ειρηνεύσωσι με τον Πέρσην όπως δυνηθώσι δι' έλλειψιν συμμάχων. Ειρηνεύοντες δε είναι φανερόν ότι γινόμεθα σύμμαχοι του βασιλέως και θα εκστρατεύωμεν μετά των Περσών όπου ήθελον μας οδηγεί. Τότε θα εννοήσετε τι δύναται να σας συμβή εκ τούτου.» Ταύτα ειπόντων των απεσταλμένων, οι έφοροι εβεβαίωσαν μεθ' όρκου ότι οι κατά των ξένων εκπεμφθέντες θα ήσαν πλέον εις το Ορέστιον· ξένους δε εκάλουν τους βαρβάρους. Οι δε απεσταλμένοι μη ηξεύροντες τίποτε ηρώτησαν εκ δευτέρου τι εσήμαινον τα λεγόμενα, και ερωτήσαντες έμαθον ακριβώς όλην την αλήθειαν· ώστε θαυμάσαντες ανεχώρησαν τάχιστα διά να τους φθάσωσι. Συν αυτοίς δε ανεχώρησαν και πεντακισχίλιοι λογάδες οπλίται εκ των περιοίκων Λακεδαιμονίων.

12. Ούτοι μεν έσπευδον να φθάσωσι εις τον Ισθμόν οι δε Αργείοι, οίτινες είχον υποσχεθή πρότερον εις τον Μαρδόνιον να εμποδίσωσι τους Σπαρτιάτας από του να εκστρατεύσωσιν, άμα έμαθον ότι ο στρατός του Παυσανίου εξήλθε της Σπάρτης, έπεμψαν εις την Αττικήν κήρυκα, τον καλλίτερον ημεροδρόμον τον οποίον ηδυνήθησαν να εύρωσι. Φθάσας ούτος εις τας Αθήνας, είπε τα εξής· «Μαρδόνιε, με έπεμψαν οι Αργείοι διά να σε είπω ότι η νεολαία εξήλθε της Λακεδαίμονος και ότι δεν ηδυνήθησαν να την εμποδίσωσιν. Ήξευρε λοιπόν τούτο και πράξον ό,τι νομίσης καλόν.» Ο μεν κήρυξ ταύτα ειπών ανεχώρησε.

13. Ο δε Μαρδόνιος, ως ήκουσε ταύτα, δεν ηθέλησε πλέον να μείνη, εις την Αττικήν· και πρότερον μάλιστα, δεν έμενεν εκεί ειμή διότι ήθελε να μάθη τι ήθελαν αποφασίσει οι Αθηναίοι· και ούτε έβλαπτε τίποτε ούτε έφθειρε την Αττικήν, ελπίζων πάντοτε ότι οι Αθηναίοι ήθελον συνθηκολογήσει μετ' αυτού. Ότε όμως είδεν ότι δεν τους έπειθε και έμαθε τα συμβαίνοντα, πριν φθάσωσιν οι μετά του Παυσανίου εις τον Ισθμόν, εξήλθε της Αττικής αφού προηγουμένως ενέπρησε τας Αθήνας και κατεκρήμνισε παν ό,τι ίστατο ακόμη ορθόν εκ των τειχών ή των οικημάτων ή των ναών. Έφυγε δε εκείθεν διά την εξής αιτίαν. Η Αττική δεν ήτο χώρα κατάλληλος εις ιππικούς ελιγμούς, και εάν ενικάτο εις μάχην δεν είχεν άλλην έξοδον ειμή από στενόν τι μέρος, όπου και ολίγοι άνθρωποι ηδύναντο να εμποδίσωσι τον στρατόν του. Εσκόπευε λοιπόν να επιστρέψη εις τας Θήβας, διά να πολεμήση πλησίον πόλεως φιλικής και χώρας επιτηδείας εις το ιππικόν.

14. Ενώ ο Μαρδόνιος ανεχώρει εκ της Αττικής, συνήντησε καθ' οδόν ταχυδρόμον όστις τον ειδοποίησεν ότι άλλος στρατός εκ χιλίων Λακεδαιμονίων ήτο εις τα Μέγαρα. Ακούσας τούτο εσκέφθη να κυριεύση πρώτον τούτους· όθεν στρέψας προς αριστερά, έλαβε την προς τα Μέγαρα οδόν, το δε ιππικόν προπορευόμενον κατεπάτει την χώραν της Μεγαρίδος. Τούτο είναι το δυτικώτατον της Ευρώπης μέρος εις το οποίον έφθασεν ο Περσικός ούτος στρατός.

15. Μετά ταύτα ήλθεν εις τον Μαρδόνιον αγγελία ότι οι Έλληνες όλοι ήσαν συνηθροισμένοι εις τον Ισθμόν· και ούτω πάλιν επέστρεφεν οπίσω διά της Δεκελείας, καθότι οι βοιωτάρχαι είχον πέμψει ως οδηγούς τους πλησιοχώρους των Ασωπίων, και ούτοι τον έφερον εις τους Σφενδαλείς και εκείθεν εις την Τάναγραν. Διατρίψας δε εις την Τάναγραν μίαν νύκτα, την ακόλουθον ημέραν ετράπη προς την Σκώλον και εισήλθεν εις την γην των Θηβαίων. Εκεί, μολονότι οι Θηβαίοι εμήδιζον, εδενδροτόμησε την χώραν, ουχί ένεκα έχθρας προς αυτούς, αλλ' ευρεθείς εις μεγάλην ανάγκην· καθότι ήθελε να οχυρώση το στρατόπεδον και ητοίμαζε καταφύγιον εν περιπτώσει καθ' ην η έκβασις του πολέμου απέβαινεν εναντία προς τας επιθυμίας τους. Το στρατόπεδον τούτο, τεταγμένον εις τας όχθας του Ασωπού ποταμού, ήρχιζεν από τας πλησίον των Υσιών Ερυθράς και εξετείνετο μέχρι της Πλαταιίδος γης. Δεν ήγειρον όμως οι βάρβαροι τόσον εκτεταμένον τείχος, αλλ' έν τετράγωνον του οποίου έκαστον μέτωπον είχε δέκα σταδίους. Ενώ δε οι βάρβαροι ειργάζοντο εις τούτο, ο Θηβαίος Ατταγίνος του Φρύνωνος έκαμε μεγάλας ετοιμασίας και προσεκάλεσεν εις φιλοξενίαν τον Μαρδόνιον και πεντήκοντα εκ των μάλλον εγκρίτων Περσών. Κληθέντες δε ούτοι εδέχθησαν, και το δείπνον εγένετο εις τας Θήβας.

16. Τα δε επίλοιπα, όσα θα είπω τώρα, ήκουσα από τον Ορχομένιον Θέρσανδρον, άνδρα επιφανή και εκ των πρώτων του Ορχομενού. Με είπε δε ο Θέρσανδρος ότι και αυτός προσεκλήθη υπό του Ατταγίνου εις το δείπνον τούτο ομού με πεντήκοντα άλλους Θηβαίους· προς τούτοις ότι ο Ατταγίνας δεν κατέκλινε περί την τράπεζαν χωριστά τους Πέρσας από τους Έλληνας, αλλ' εις εκάστην κλίνην έθεσεν ένα Πέρσην και ένα Θηβαίον. Μετά το δείπνον ήρχισαν να πίνωσι και ο ομόκλινός του Πέρσης, ομιλών Ελληνιστί, τον ηρώτησε πόθεν ήτο· ο Θέρσανδρος απεκρίθη ότι ήτο Ορχομένιος. Τότε ο Πέρσης είπεν· «Επειδή τώρα έγινες ομοτράπεζος και ομόσπονδός μου, θέλω να σε αφήσω ανάμνησιν της σκέψεως την οποίαν έχω, διά να προηξεύρης και συ, και να δύνασαι να φροντίσης περί των συμφερόντων σου. Βλέπεις τους Πέρσας τους συμποσιάζοντας εδώ και τον στρατόν τον οποίον αφήσαμεν εστρατοπεδευμένον παρά τον ποταμόν; Δεν θα παρέλθη πολύς χρόνος και εξ όλων τούτων ολίγους μόνον θα ίδης να σωθώσι.» Ταύτα είπεν ο Πέρσης και αίφνης έχυσε πολλά δάκρυα. Ο δε Θέρσανδρος εκπλαγείς διά τους λόγους τούτους είπε· «Λοιπόν πρέπει να είπης ταύτα εις τον Μαρδόνιον και τους μετ' εκείνον εγκρίτους Πέρσας.» Ο δε Πέρσης είπε μετά ταύτα· «Φίλε, ό,τι είναι πεπρωμένον να συμβή εκ θείας βουλήσεως, οι άνθρωποι δεν δύνανται να το εμποδίσωσι, διότι κανείς δεν θέλει να πιστεύση εκείνους οίτινες ομιλούσι φρονίμως. Μολονότι πολλοί εξ ημών ηξεύρομεν ταύτα, ακολουθούμεν όμως δεδεμένοι υπό της ανάγκης. Η πικροτέρα οδύνη την οποίαν δύναται να υποστή άνθρωπος, είναι να εννοή πολλά πράγματα και να μη δύναται να πράξη τίποτε.» Ταύτα ήκουσα να λέγη ο Ορχομένιος Θέρσανδρος και προς τούτοις ότι τα είπεν αμέσως εις πολλούς ανθρώπους πριν γίνη η εν Πλαταιαίς μάχη.

17. Ότε δε ο Μαρδόνιος ήτο εστρατοπεδευμένος εις την Βοιωτίαν, οι μεν άλλοι (όσοι εκ των εις εκείνα τα μέρη κατοικούντων Ελλήνων εμήδιζον) όλοι έδοσαν στρατόν και συνεισέβαλον εις τας Αθήνας· μόνοι δε οι Φωκείς δεν συνεισέβαλον, καθότι εμήδιζον μεν και ούτοι σφόδρα, αλλ' ακουσίως και εξ ανάγκης. Ολίγας δε ημέρας μετά την άφιξιν του Μαρδονίου εις τας Θήβας, ήλθον και εκ των Φωκέων χίλιοι οπλίται, των οποίων αρχηγός ήτο ο Αρμοκύδης, ο μάλλον επιφανής των πολιτών. Μόλις δε έφθασαν εις τας Θήβας, έπεμψεν ο Μαρδόνιος προς αυτούς ιππείς και τους διέταξε να στρατοπεδεύσωσι χωριστά εις την πεδιάδα. Αφού έπραξαν τούτο, αμέσως έδραμεν εκεί όλον το ιππικόν. Μετά ταύτα δε διεδόθη φήμη μεταξύ των Ελλήνων των όντων με τους Μήδους ότι ο Μαρδόνιος είχε σκοπόν να κατακοντίση τους Φωκείς. Τότε ο στρατηγός αυτών Αρμοκύδης τους ενεθάρρυνε διά των λόγων τούτων· «Ω Φωκείς, είναι πρόδηλον ότι οι άνθρωποι ούτοι θέλουσιν εκ προμελέτης να μας θανατώσωσι, διότι ως εικάζω μας διέβαλον οι Θεσσαλοί. Τώρα λοιπόν πρέπει έκαστος υμών να φανή γενναίος· διότι προτιμότερον να τελευτήσωμεν τον βίον πράττοντές τι και αμυνόμενοι, ή αφεθέντες ν' απολεσθώμεν με ατιμότατον θάνατον. Ας μάθωσιν οι άνθρωποι ούτοι ότι ατιμωρητί δεν δύνανται βάρβαροι να σκευωρήσωσι τον θάνατον ανδρών Ελλήνων.»

18. Ο μεν Αρμοκύδης τοιαύτα συνεβούλευσεν. Οι δε ιππείς, αφού περικύκλωσαν τους Φωκείς, ώρμησαν εναντίον των δεικνύοντες ότι είχον σκοπόν να τους θανατώσωσι, και έτεινον και τα τόξα διά να ρίψωσι, τινές δε μάλιστα έρριψαν· οι δε Φωκείς, στρεφόμενοι προς όλα τα μέρη και πεπυκνωμένοι, ανθίσταντο. Τότε οι ιππείς υπέστρεψαν και ανεχώρησαν οπίσω. Δεν δύναμαι να είπω μετά βεβαιότητος ούτε εάν τωόντι, κατ' αίτησιν των Θεσσαλών, ήλθον να θανατώσωσι τους Φωκείς, και έπειτα, επειδή τους είδον λαβόντας αμυντικήν θέσιν και εφοβήθησαν μήπως φονευθώσι και εκ των ιδίων των στρατιωτών, τους άφησαν και ανεχώρησαν (καθότι τοιαύτη ήτο η διαταγή του Μαρδονίου), ούτε εάν ηθέλησεν ο Μαρδόνιος να τους δοκιμάση εάν ήναι γενναίοι. Αφού δε επέστρεψαν οι ιππείς, πέμψας κήρυκα ο Μαρδόνιος είπε τα εξής· «Θαρρείτε, ω Φωκείς· διότι εφάνητε ότι είσθε άνδρες γενναίοι και όχι ως ήκουον εγώ. Τώρα λοιπόν δείξατε την προθυμίαν σας εις τον πόλεμον τούτον, και δεν θα υπερβηθήτε εις τας ευεργεσίας. ούτε εμέ ούτε τον βασιλέα». Ταύτα συνέβησαν εις τους Φωκείς.

19. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ελθόντας εις τον Ισθμόν εστρατοπεδεύσαντο εκεί. Μαθόντες δε τούτο οι λοιποί Πελοποννήσιοι, οίτινες είχον ασπασθή την πατριωτικήν μερίδα, και βλέποντες ότι εξεστράτευσαν οι Λακεδαιμόνιοι, δεν ενέκρινον να αφήσωσιν αυτούς μόνους. Εκ του Ισθμού λοιπόν, αφού συνεβουλεύθησαν τα θύματα και είδον ότι ήσαν καλά, εκίνησαν όλοι και έφθασαν εις την Ελευσίνα. Αφού δε έκαμον και εκεί θυσίας αίτινες απέβησαν επίσης καλαί, επορεύθησαν επί τα πρόσω· συν αυτοίς δε και οι Αθηναίοι οίτινες ήλθον εκ της Σαλαμίνος και ηνώθησαν μετ' αυτών εις την Ελευσίνα. Ότε δε έφθασαν εις τας Ερυθράς της Βοιωτίας και έμαθον ότι οι βάρβαροι ήσαν εστρατοπεδευμένοι εις τον Ασωπόν, απεφάσισαν και αυτοί να αντιστρατοπεδευθώσιν εις τας υπωρείας του Κιθαιρώνος.

20. Ο δε Μαρδόνιος, επειδή οι Έλληνες δεν κατέβαινον εις την πεδιάδα, έπεμψε κατ' αυτών όλον το ιππικόν, του οποίου ίππαρχος ήτο ο Μασίστιος, ανήρ μεγάλην φήμην χαίρων παρά τοις Πέρσαις, τον οποίον οι Έλληνες καλούσι Μακίστιον. Ούτος είχεν ίππον Νισαίον χρυσοχάλινον και καθ' όλα τα άλλα κεκοσμημένον καλώς. Εκεί πλησιάσαντες οι ιππείς και εις τάγματα διαιρεθέντες, προσέβαλον τους Έλληνας, επροξένησαν εις αυτούς μεγάλην βλάβην και τους απεκάλεσαν γυναίκας.

21. Κατά συντυχίαν δε οι Μεγαρείς έτυχον να ώσι παρατεταγμένοι εις την μάλλον ευπρόσβλητον όλων των θέσεων, και εκεί ώρμα το ιππικόν περισσότερον. Πιεζόμενοι λοιπόν οι Μεγαρείς υπό των ιππέων, έπεμψαν προς τους στρατηγούς των Ελλήνων κήρυκα. Ελθών δε ο κήρυξ είπε προς αυτούς τα εξής· «Οι Μεγαρείς λέγουσιν: Ω σύμμαχοι, ημείς δεν είμεθα ικανοί να αντιστώμεν μόνοι κατά του ιππικού των Περσών, έχοντες την θέσιν εις ην ετάχθημεν εξ αρχής· αλλά και έως τώρα αντέχομεν καρτερικώς και ανδρείως, καίπερ πιεζόμενοι. Τώρα δε εάν δεν στείλετε άλλους να μας αντικαταστήσωσι, μάθετε ότι θα αφήσωμεν την θέσιν.» Ο μεν κήρυξ ταύτα απήγγειλεν, ο δε Παυσανίας προσεκάλεσε τους Έλληνας και εζήτησεν εθελοντάς διά να υπάγωσιν εις εκείνο το μέρος και διαδεχθώσι τους Μεγαρείς. Μη θελόντων δε των άλλων, εδέχθησαν οι Αθηναίοι, και εκ των Αθηναίων οι τριακόσιοι επίλεκτοι των οποίων λοχαγός ήτο ο Ολυμπιόδωρος του Λάμπωνος.

22. Ούτοι ήσαν οι δεχθέντες και οι προ των άλλων Ελλήνων, όσοι ήσαν εις τας Ερυθράς, ταχθέντες μετά των τοξοτών. Εμάχοντο δε επί αρκετήν ώραν και το τέλος της μάχης εγένετο τοιούτο. Ότε ώρμησε το ιππικόν κατά τάγματα, ο ίππος του Μασιστίου προέχων των άλλων, εβλήθη υπό βέλους εις τα πλευρά· αλγήσας δε, έστη ορθός και ετίναξε τον Μασίστιον. Τούτου πεσόντος, πρόσδραμον οι Αθηναίοι. Τότε και τον ίππον αυτού έλαβον και αυτόν αμυνόμενον εφόνευσαν, ουχί άνευ δυσκολίας καθότι ήτο ωπλισμένος ως εξής. Έσωθεν είχε χρυσόν θώρακα, λεπιδωτόν και άνωθεν του θώρακος εφόρει χιτώνα φοινικούν. Όθεν τύπτοντες εις τον θώρακα δεν έκαμνον τίποτε, μέχρις ου νοήσας τις το πράγμα εκτύπησεν αυτόν εις τον οφθαλμόν και τοιουτοτρόπως έπεσε και απέθανε. Ταύτα πάντα πραττόμενα διέλαθον τους άλλους ιππείς, καθότι ούτε πεσόντα από του ίππου τον είδον, ούτε αποθνήσκοντα. Δεν είδον δε τα γενόμενα καθότι κατ' εκείνην την ώραν είχον στρέψει τους χαλινούς και ανεχώρουν. Ότε όμως εστάθησαν, αμέσως τον εζήτησαν, μη έχοντες πλέον κανένα διά να τους οδηγήση· μαθόντες δε το γεγονός και εξοτρύναντες αλλήλους, επανέλαβον την επίθεσιν διά να λάβωσι τον νεκρόν.

23. Ιδόντες δε οι Αθηναίοι ότι οι ιππείς επήρχοντο ουχί κατά τάγματα αλλ' όλοι ομού, εζήτησαν την συνδρομήν του άλλου στρατού. Ενώ δε ο πεζός στρατός ήρχετο εις βοήθειαν, μάχη βιαία εγένετο περί τον νεκρόν. Και ενόσω μεν ήσαν οι τριακόσιοι μόνοι, υπενέδιδον και εμακρύνοντο από τον νεκρόν· ότε δε έφθασεν εις βοήθειάν των το πλήθος, τότε πλέον οι ιππείς δεν ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν ούτε κατώρθωσαν να λάβωσι τον νεκρόν, αλλά πλην εκείνου προσαπώλεσαν και άλλους εκ των ιππέων. Μακρυθέντες δε δύο περίπου στάδια συνεσκέφθησαν τι έπρεπε να πράξωσι· δι' έλλειψιν δε αρχηγού απεφάσισαν να επιστρέψωσι προς τον Μαρδόνιον.

24. Ότε το ιππικόν έφθασεν εις το στρατόπεδον, όλος ο στρατός και προ πάντων ο Μαρδόνιος επένθησαν τον Μασίστιον, κείραντες εαυτούς και τους ίππους και τα υποζύγια και αφέντες θρήνον μέγαν. Εις όλην δε την Βοιωτίαν αντήχησεν ότι απώλετο ανήρ τα μέγιστα τιμώμενος μετά τον Μαρδόνιον υπό των Περσών και του βασιλέως. Και οι μεν βάρβαροι κατά τα έθιμα των ετίμησαν τον Μαστίστιον αποθανόντα.

25. Οι δε Έλληνες επειδή εδέχθησαν την επίθεσιν του ιππικού και απώθησαν αυτά, έλαβον θάρρος πολύ περισσότερον, και πρώτον θέσαντες τον νεκρόν εις άμαξαν περιέφερον αυτόν εις τας τάξεις. Ο δε νεκρός ήτο άξιος θαυμασμού διά το μέγα του ανάστημα και το κάλλος· εκείνο δε το οποίον τους ηνάγκασε να τον περιφέρωσιν εις τας τάξεις ήτο διά να μη εγκαταλείπωσιν αυτάς οι στρατιώται και έρχωνται να τον βλέπωσι. Μετά ταύτα απεφάσισαν να καταβώσιν εις τας Πλαταιάς, διότι ο Πλαταιικός χώρος τοις εφαίνετο επιτηδειότερος του Ερυθραίου προς στρατοπέδευσιν, και διότι το ύδωρ εκεί ήτο καλλίτερον. Εις τούτον λοιπόν τον χώρον και πλησίον της εν τω χώρω τούτω ούσης Γαργαφίας κρήνης έκρινον ότι έπρεπε να έλθωσι και να στρατοπεδευθώσι. Αναλαβόντες λοιπόν τα όπλα διήλθον πλησίον των Υσιών διά της υπωρείας του Κιθαιρώνος και έφθασαν εις την Πλαταιίδα γην. Φθάσαντες εκεί ετάχθησαν κατά έθνη πλησίον της Γαργαφίας κρήνης και του τεμένους του ήρωος Ανδροκράτους, οι μεν εις όχθους όχι υψηλούς οι δε εις μέρος επίπεδον.

26. Τότε κατά την διάταξιν εγένετο πολλή λογομαχία μεταξύ Τεγεατών και Αθηναίων. Αμφότερα τα έθνη ηξίουν να έχωσι το έν κέρας, προβάλλοντες εις υποστήριξιν των δικαιωμάτων των παλαιά και νέα κατορθώματα. Αφ' ενός μεν οι Τεγεάται έλεγον· «Ημείς πάντοτε εις όσας εκστρατείας κοινάς έκαμον οι Πελοποννήσιοι παλαιάς και νέας, εκρίθημεν άξιοι της τιμής ταύτης παρ' όλων των συμμάχων. Από της εποχής δε καθ' ην οι Ηρακλείδαι μετά τον θάνατον του Ευρυσθέως επειράθησαν να καταβώσιν εις την Πελοπόννησον, ελάβομεν το δικαίωμα τούτο διά την εξής αιτίαν. Ότε μετά των Αχαιών και των Ιώνων, των κατοικούντων τότε εις την Πελοπόννησον, εξεστρατεύσαμεν εις τον Ισθμόν διά να αντιταχθώμεν κατά των θελόντων να καταβώσιν εις την Πελοπόννησον Ηρακλειδών· τότε λέγουσιν ότι επειδή ο Ύλλος είπεν ότι δεν έπρεπε να συμπλακώσιν οι δύο στρατοί, αλλ' όστις ήθελε κριθή μάλλον άξιος εκ του Πελοποννησιακού στρατού, αυτός να μονομαχήση μετά του Ύλλου επί συμπεφωνημένοις όροις, ενέκριναν οι Πελοποννήσιοι να πράξωσι τούτο και θυσιάσαντες ωρκίσθησαν τα εξής· εάν μεν ο Ύλλος νικήση τον ηγεμόνα των Πελοποννησίων, να καταβώσιν οι Ηρακλείδαι εις τα πατρώα· εάν δε εξ εναντίας νικηθή, να αναχωρήσωσιν εκείθεν οι Ηρακλείδαι και να απαγάγωσι τον στρατόν, επί εκατόν δε έτη να μη ζητήσωσι κάθοδον εις την Πελοπόννησον. Ο βασιλεύς ημών και στρατηγός Έχεμος, υιός του Φηγέως Αερόπου, προσεφέρθη εκουσίως και όλοι οι σύμμαχοι εδέχθησαν· μονομαχήσας δε εφόνευσε τον Ύλλον. Εκ του έργου τούτου, ημείς ελάβομεν τότε μεταξύ των Πελοποννησίων και άλλα μεγάλα προνόμια τα οποία διετηρήσαμεν μέχρι σήμερον, και προσέτι να διοικώμεν πάντοτε έν κέρας οσάκις γίνεται κοινή εκστρατεία. Εις υμάς μεν, ω Λακεδαιμόνιοι, δεν εναντιούμεθα· σας αφίνομεν να εκλέξετε το κέρας το οποίον θέλετε, και εκ των προτέρων δίδομεν την συγκατάθεσίν μας· το άλλο όμως λέγομεν ότι εις ημάς ανήκει να έχωμεν ως πάντοτε. Πλην δε του έργου τούτου το οποίον ανεφέραμεν, ημείς είμεθα μάλλον άξιοι των Αθηναίων να έχωμεν αυτήν την τάξιν, καθότι πολλάκις επολεμήσαμεν ανδρείως και καθ' υμών, ω Σπαρτιάται, και κατ' άλλων Ελλήνων. Ούτω λοιπόν είναι δίκαιον ημείς να έχωμεν το έν κέρας και όχι οι Αθηναίοι, καθότι ουδέποτε έπραξαν τόσα κατορθώματα όσα ημείς, ούτε παλαιά ούτε νέα.» Οι μεν Τεγεάται ταύτα είπον.

27. Οι δε Αθηναίοι ακούσαντες ταύτα απεκρίθησαν ως εξής· «Ενομίζομεν ότι συνήχθημεν εδώ ουχί διά να λογομαχήσωμεν, αλλά διά να πολεμήσωμεν τον βάρβαρον· επειδή όμως ο Τεγεάτης έδωκε το παράδειγμα να διηγηθή παλαιά και νέα κατορθώματα όσα έπραξεν έκαστος εν παντί χρόνω, ευρισκόμεθα εις την ανάγκην να δηλώσωμεν εις υμάς ότι παρ' ημίν, πλειότερον ή παρά τοις Αρκάσιν, είναι πατροπαράδοτον να αφοσιούμεθα υπέρ της σωτηρίας όλων και να πολεμώμεν εις την πρώτην τάξιν. Τους Ηρακλείδας, των οποίων τον ηγεμόνα λέγουσιν ούτοι ότι εφόνευσαν, τούτους προ της περιστάσεως ταύτης διωκομένους υπό πάντων των Ελλήνων προς ους ήρχοντο φεύγοντες την δουλείαν των Μυκηναίων, μόνοι ημείς εδέχθημεν, και εταπεινώσαμεν την θρασύτητα του Ευρυσθέως, μετ' εκείνων πολεμήσαντες και νικήσαντες τους έχοντες τότε την Πελοπόννησον. Έπειτα, ότε οι Αργείοι ήλασαν μετά του Πολυνείκους κατά των Θηβών και φονευθέντες έκειντο άταφοι, ημείς εκστρατεύσαντες κατά των Καδμείων, ελάβομεν τους νεκρούς και εθάψαμεν αυτούς εις την Ελευσίνα της ημετέρας χώρας. Επίσης ένδοξον είναι το κατόρθωμά μας εναντίον των Αμαζόνων, αίτινες, ελθούσαι ποτε από του Θερμώδοντος ποταμού, εισέβαλον εις την Αττικήν· προσέτι και εις τον Τρωικόν πόλεμον δεν εφάνημεν κατώτεροι ουδενός άλλου έθνους. Πλην η ανάμνησις αυτών, ουδεμίαν δίδει υπεροχήν· καθόσον οι αυτοί άνθρωποι οίτινες τότε ήσαν γενναίοι, τώρα δυνατόν να ήναι ασθενέστεροι, και οι όντες τότε ασθενείς, να ήναι τώρα γενναίοι· όθεν ας αφήσωμεν τα παλαιά έργα. Ημείς, και τίποτε άλλο αν δεν επράξαμεν, μολονότι επράξαμεν πολλά και λαμπρά και ουχί κατώτερα των άλλων Ελλήνων, πάλιν μόνον διά το έργον του Μαραθώνος είμεθα άξιοι να λάβωμεν τούτο το γέρας και άλλα πλην τούτου. Κατ' εκείνην την ημέραν μόνοι των Ελλήνων επολεμήσαμεν κατά του Πέρσου, και επιχειρήσαντες τοιούτο έργον υπερισχύσαμεν και ενικήσαμεν τεσσαράκοντα έξ έθνη. Δεν είναι λοιπόν δίκαιον, δι' αυτό και μόνον το κατόρθωμα να έχωμεν την τάξιν ταύτην; Αλλ' εις την παρούσαν περίστασιν δεν αρμόζει να ερίζωμεν περί τάξεως· είμεθα έτοιμοι να σας υπακούσωμεν, ω Λακεδαιμόνιοι· θα λάβωμεν την θέσιν την οποίαν θέλετε κρίνει κατάλληλον να μας υποδείξετε και εναντίον οιωνδήποτε αντιπάλων. Όπου όμως και αν ταχθώμεν, θα προσπαθήσωμεν να πολεμήσωμεν ανδρείως. Διατάξατε και υπακούομεν.»

28. Οι μεν Αθηναίοι ταύτα απεκρίθησαν, όλος δε ο στρατός των Λακεδαιμονίων ανεβόησεν ότι οι Αθηναίοι μάλλον άξιοι να έχωσι το έν κέρας ή οι Αρκάδες. Τοιουτοτρόπως λοιπόν το έλαβον οι Αθηναίοι και επροτιμήθησαν των Τεγεατών. Μετά ταύτα δε ετάχθησαν ως ακολούθως όσοι Έλληνες ήλθον ύστερον και όσοι είχον έλθει εξ αρχής. Το μεν δεξιόν κέρας έχον δεκακισχίλιοι Λακεδαιμόνιοι, εξ ων οι πεντακισχίλιοι ήσαν Σπαρτιάται και είχον ως βοηθούς τριάκοντα πέντε χιλιάδας ψιλούς είλωτας, επτά έκαστος. Πλησίον των οι Σπαρτιάται έταζαν τους Τεγεάτας τιμής ένεκεν και αρετής· ούτοι δε ήσαν χίλιοι και πεντακόσιοι οπλίται. Μετ' αυτούς ίσταντο πεντακισχίλιοι Κορίνθιοι και πλησίον αυτών έλαβον την άδειαν να σταθώσι τριακόσιοι Ποτιδαιάται ελθόντες εκ της Παλλήνης. Αμέσως μετ' αυτούς ίσταντο Αρκάδες Ορχομένιοι εξακόσιοι, έπειτα τρισχίλιοι Σικυώνιοι, έπειτα οκτακόσιοι Επιδαύριοι. Πλησίον αυτών ήσαν τεταγμένοι χίλιοι Τροιζήνιοι, έπειτα διακόσιοι Λεπρεάται, έπειτα τετρακόσιοι Μυκηναίοι και Κορίνθιοι. Μετ' αυτούς χίλιοι Φλιάσιοι και πλησίον αυτών τριακόσιοι Ερμιονείς. Μετά τους Ερμιονείς ίσταντο εξακόσιοι Ερετριείς και Στυρείς, έπειτα τετρακόσιοι Χαλκιδείς, έπειτα πεντακόσιοι Αμπρακιώται. Μετά τους Αμπρακιώτας ετάχθησαν οκτακόσιοι Λευκάδιοι και Ανακτόριοι μετ' αυτούς διακόσιοι Παλείς εκ της Κεφαλληνίας, μετ' αυτούς πεντακόσιοι Αιγινήται, έπειτα τρισχίλιοι Μεγαρείς, κατόπιν εξακόσιοι Πλαταιείς. Τελευταίοι δε και πρώτοι ετάχθησαν οκτακισχίλιοι Αθηναίοι έχοντες το ευώνυμον κέρας· εστρατήγει δε αυτών Αριστείδης ο Λυσιμάχου.

29. Ούτοι δε, πλην των επτά ειλώτων των τεταγμένων περί έκαστον Σπαρτιάτην, ήσαν οπλίται και όλοι ομού τριάκοντα οκτώ χιλιάδες τον αριθμόν. Όλοι λοιπόν οι οπλίται οι συλλεγέντες κατά του βαρβάρου ήσαν τοσούτοι· των ψιλών δε το πλήθος ήτο το εξής. Τριάκοντα πέντε μεν χιλιάδες εκ του Σπαρτιατικού τάγματος· καθότι επτά ήσαν περί έκαστον Σπαρτιάτην, όλοι παρεσκευασμένοι ως εις πόλεμον. Οι δε ψιλοί των λοιπών Λακεδαιμονίων και Ελλήνων ήσαν τριάκοντα τέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσιοι, ως να ήτο είς ψιλός πλησίον ενός οπλίτου. Ώστε όλοι οι μάχιμοι ψιλοί ήσαν εξήκοντα εννέα χιλιάδες και πεντακόσιοι.

30. Όλος δε ομού ο Ελληνικός στρατός ο συνελθών εις τας Πλαταιάς, οπλίται και ψιλοί μάχιμοι, ήτο ένδεκα μυριάδες μείον χιλίων οκτακοσίων
(26)· μετά των ελθόντων δε έπειτα Θεσπιέων συνεπληρώθησαν αι ένδεκα μυριάδες· καθότι ήλθον εις το στρατόπεδον όσοι διεσώθησαν Θεσπιείς, χίλιοι οκτακόσιοι τον αριθμόν, αλλ' ούτε αυτοί δεν είχον όπλα. Ούτω διατεταγμένοι οι Έλληνες εστρατοπεδεύοντο εις τας όχθας του Ασωπού.

31. Οι δε βάρβαροι και ο Μαρδόνιος, αφού απεκήδευσαν τον Μασίστιον μαθόντες ότι οι Έλληνες ήσαν εις τας Πλαταιάς, ήλθον και αυτοί προς εκείνο το μέρος του Ασωπού· ελθόντες δε αντετάχθησαν υπό του Μαρδονίου ως ακολούθως. Απέναντι μεν των Λακεδαιμονίων έστησε τους Πέρσας· και επειδή οι Πέρσαι ήσαν περισσότεροι κατά το πλήθος τους εσχημάτισεν εις πολλάς τάξεις τας οποίας εξέτεινε μέχρι του μετώπου των Τεγεατών· και τους μεν δυνατωτάτους των Περσών εκλέξας έστησεν εναντίον των Λακεδαιμονίων, τους δε ασθενεστέρους παρέταξεν εναντίον των Τεγεατών. Ταύτα έπραξε κατά συμβουλήν των Θηβαίων. Αμέσως δε μετά τους Πέρσας έταξε τους Μήδους απέναντι των Κορινθίων, των Ποτιδαιατών, των Ορχομενίων και των Σικυωνίων. Μετά τους Μήδους έταξε τους Βακτρίους απέναντι των Επιδαυρίων, των Τροιζηνίων, των Λεπρεατών, των Τιρυνθίων, των Μυκηναίων και των Φλιασίων. Μετά τους Βακτρίους έστησε τους Ινδούς απέναντι των Ερμιονέων, των Ερεριέων, των Στυρών και των Χαλκιδέων. Μετά τους Ινδούς έταξε τους Σάκας εναντίον των Αμπρακιωτών, των Ανακτορίων, των Λευκαδίων, των Παλέων και των Αιγινητών. Τελευταίον δε κατά των Αθηναίων και των συμμάχων των Πλαταιέων και Μεγαρέων έταξε τους Βοιωτούς, τους Λοκρούς, τους Μαλιείς, τους Θεσσαλούς και τους χιλίους Φωκείς, διότι όλοι οι Φωκείς δεν εμήδισαν, αλλά τινές εξ αυτών καταφυγόντες εις τον Παρνασσόν εβοήθουν τους Έλληνας και εκείθεν ορμώμενοι έβλαπτον τον στρατόν του Μαρδονίου και τους μεταυτού όντας Έλληνας. Έταξε προσέτι εναντίον των Αθηναίων και τους περί την Θεσσαλίαν κατοικούντας.

32. Ταύτα μεν είναι τα ονόματα των μεγίστων εθνών όσα παρέταξεν ο Μαρδόνιος, και ήσαν τα επιφανέστατα και πλείστου λόγου άξια. Ευρίσκοντο δε μεταξύ αυτών και άλλων εθνών άνδρες αναμεμιγμένοι, Φρυγών, Θρακών, Μυσών, Παιόνων και άλλων· προσέτι και εκ των Αιθιόπων και Αιγυπτίων οι καλούμενοι Ερμοτύβιες και Καλασίριες, μαχαιροφόροι, οίτινες είναι οι μόνοι μάχιμοι εκ των Αιγυπτίων. Τούτους έτι ων εν Φαλήρω ο Μαρδόνιος είχεν αποβιβάσει εκ των πλοίων, διότι ήσαν μεταξύ των πληρωμάτων και διότι εις τον πεζόν στρατόν τον οποίον έφερεν ο Ξέρξης εις τας Αθήνας δεν υπήρχον Αιγύπτιοι. Οι μεν βάρβαροι λοιπόν ήσαν τριακόσιαι χιλιάδες, ως και πρότερον εκδήλωσα· των δε Ελλήνων των συμμάχων του Μαρδονίου ουδείς γνωρίζει τον αριθμόν· καθότι δεν ηριθμήθησαν· εικάζω όμως ότι προσήλθον έως πεντήκοντα χιλιάδες. Ούτοι ήσαν οι παραταχθέντες πεζοί· το δε ιππικόν ήτο τεταγμένον κατά μέρος.

33. Αφού όλοι ούτοι διετάχθησαν κατά έθνη και κατά τάγματα, την δευτέραν ημέραν εγένοντο θυσίαι εις αμφότερα τα μέρη. Και εις μεν τους Έλληνας ο θύων ήτο ο Τισαμενός του Αντιόχου, διότι ούτος ηκολούθει το στράτευμα τούτο ως μάντις· όντα δε εκ της Ήλιδος και κατά το γένος Κλυτιάδην εξ Ιμιδών, οι Λακεδαιμόνιοι έκαμον πολίτην των. Ότε ο Τισαμενός ήλθεν εις τους Δελφούς διά να ζητήση χρησμόν περί τέκνων, η Πυθία τω είπεν ότι θα νικήση πέντε μεγίστους αγώνας. Ούτος δε παρεξηγήσας τον χρησμόν, επεδίδετο εις γυμνικάς ασκήσεις, νομίζων ότι έμελλε να νικήση γυμνικούς αγώνας. Όθεν ασκηθείς εις το πένταθλον, ολίγον έλειψε να νικήση εις μίαν ολυμπιάδα· αλλ' ο εξ Άνδρου Ιερώνυμος τον ενίκησεν εις την πάλην. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εννοήσαντες ότι ο περί του Τισαμενού χρησμός δεν απέβλεπεν εις γενικούς αγώνας αλλ' εις πολεμικούς, επειρώντο να πείσωσιν αυτόν επί μισθώ να γίνη αρχηγός των πολέμων ομού με τους βασιλείς των Ηρακλείδας. Βλέπων δε ο Τισαμενός ότι οι Σπαρτιάται περί πολλοί εποιούτο να κάμωσιν αυτόν φίλον, ηύξησε τας αξιώσεις του, προβάλλων ότι, εάν τον δεχθώσιν ως πολίτην των και παρέξωσιν εις αυτόν όλα τα προνόμια, θα πράξη ό,τι επεθύμουν· επ' ουδενί όμως άλλω μισθώ. Οι Σπαρτιάται κατ' αρχάς μεν ακούσαντες τούτο δυσηρεστήθησαν και αδιαφόρησαν περί του χρησμού· επί τέλους όμως, επικρεμασθέντος του μεγάλου φόβου της Περσικής ταύτης εκστρατείας, εδέχθησαν τας αιτήσεις του και τον προσεκάλεσαν. Τότε ο Τισαμενός, ιδών αυτούς μεταβαλόντας γνώμην, είπεν ότι πλέον ούτε με ταύτα μόνα ηρκείτο, αλλ' ότι έπρεπε προσέτι να γίνη Σπαρτιάτης και ο αδελφός του Ηγίας, με τα αυτά δικαιώματα με τα οποία γίνεται και αυτός.

34. Ταύτα λέγων ο Τισαμενός εμιμείτο τον Μελάμποδα, εάν δύναταί τις να παραβάλη την βασιλείαν με την πολιτογράφησιν. Διότι και ο Μελάμπους, ότε εμάνησαν αι γυναίκες του Άργους, επειδή τον εζήτησαν οι Αργείοι να έλθη από την Πύλον επί μισθώ διά να θεραπεύση τας γυναίκας των, εζήτησεν ως μισθόν το ήμισυ της βασιλείας· και επειδή οι Αργείοι δεν ηδυνήθησαν να ανεχθώσι τοιαύτην αξίωσιν και ανεχώρησαν, αι δε γυναίκες των εμαίνοντο πολύ περισσότεραι, τότε αποφασίσαντες να δεχθώσι τας προτάσεις του Μελάμποδος, επέστρεψαν προς αυτόν και τω παρεχώρησαν ό,τι εζήτει. Ο Μελάμπους όμως, ιδών τους Αργείους μεταβληθέντας, εζήτησε περισσότερα λέγων ότι δεν θα κάμη όσα θέλουσιν, εάν δεν μεταδώσωσι και εις τον αδελφόν του Βίαντα τα τριτημόριον της βασιλείας. Οι δε Αχρείοι, ευρισκόμενοι εις τα στενά, εδέχθησαν και τούτο.

35. Ούτω και οι Σπαρτιάται, επειδή είχον μεγάλην ανάγκην του Τισαμενού, έδοσαν ό,τι εζήτησεν. Αφού δε τω παρεχώρησαν ταύτα, τότε ο πλείος Τισαμενός, εγένετο μάντις των εις πέντε μεγάλας μάχας και εθριάμβευσαν ομού. Μόνοι δε ούτοι εξ όλων των ανθρώπων εγένοντο πολίται Σπαρτιάται. Αι δε πέντε μάχαι εισίν αι εξής· πρώτη αύτη η εν Πλαταιαίς έπειτα η εν Τεγέα προς τους Τεγεάτας και τους Αργείους, έπειτα η εν Διπαία προς όλους τους Αρκάδας πλην των Μαντινέων, έπειτα η εν Ιθώμη προς τους Μεσσηνίους, και τελευταίον η εν Τανάγρα προς τους Αθηναίους και τους Αργείους. Αύτη είναι η τελευταία των πέντε μαχών.

36. Ούτος λοιπόν ο Τισαμενός τον οποίον είχον μεθ' εαυτών οι Σπαρτιάται, ήτο ο μάντις των Ελλήνων εις τας Πλαταιάς. Εις δε τους Έλληνας προεμήνυον μεν νίκην τα θύματα εάν μείνωσιν εις αμυντικήν θέσιν, ουχί όμως και εάν διαβάντες τον Ασωπόν αρχίσωσι πρώτοι την μάχην.

37. Ομοίως και εις τον Μαρδόνιον προθυμούμενον να αρχίση την μάχην τα θύματα δεν εφαίνοντο καλά, εκτός εάν πολεμήση αφού τον προσβάλωσι πρώτοι οι εναντίοι· καθότι και ούτος μετεχειρίζετο ελληνικάς μαντείας, έχων μάντιν τον Ηλείον Ηγησίστρατον, τον επιφανέστατον των Τελλιαδών τον οποίον προ του πολέμου τούτου συλλαβόντες οι Σπαρτιάται έρριψαν εις τα δεσμά διά να τον θανατώσωσιν, ως παθόντες υπ' αυτού πολλά και απρεπή. Εις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκόμενος ο Ηγησίστρατος και τρέχων κίνδυνον περί της ζωής του, και προσέτι μέλλων προ του θάνατον να υποστή πολλά και δεινά, έπραξεν έργον μείζον παντός λόγου. Ενώ ήτο δεδεμένος εις ξύλον σιδηρόδετον, έλαβε μάχαιραν την οποίαν βεβαίως τω έφερέ τις εντός της φυλακής και αμέσως εμηχανήθη έργον ανδρειότατον από όσα ημείς ηξεύρομεν. Αφού εμέτρησεν ακριβώς πόσον μέρος του ποδός ηδύνατο να εξέλθη της ποδοκάκης, έκοψε τον ταρσόν. Τούτου γενομένου, όπως λάθη τους φύλακας, διετρύπησε τον τοίχον και απέδρα εις την Τεγέαν, τας μεν νύκτας πορευόμενος, τας δε ημέρας κρυπτόμενος εις δάση και διημερεύων εκεί· ώστε με όλας τας αναζητήσεις τας οποίας έκαμνον όλοι οι Λακεδαιμόνιοι, αυτός την τρίτην νύκτα ήτο εις την Τεγέαν. Οι δε Σπαρτιάται εθαύμαζον μεγάλως διά την τόλμην του, και βλέποντες κείμενον χαμαί το ήμισυ του ποδός, εκείνον δεν ηδύναντο να εύρωσι. Και τότε μεν ούτω διαφυγών τους Λακεδαιμονίους εύρεν άσυλον εις τους Τεγεάτας, οίτινες κατ' εκείνην την εποχήν δεν ήσαν φίλοι των Λακεδαιμονίων. Ιαθείς δε και κατασκευάσας ξύλινον πόδα, εγένετο φανερός εχθρός των Λακεδαιμονίων· πλην η έχθρα αύτη την οποίαν συνέλαβε κατά των Λακεδαιμονίων δεν τον ωφέλησε μέχρι τέλους, καθότι μετεσχόμενος την μαντικήν εις την Ζάκυνθον, συνελήφθη παρ' αυτών και εφονεύθη.