WeRead Powered by ReaderPub
Αντώνιος και Κλεοπάτρα / Τραγωδία εις πράξεις 5 cover

Αντώνιος και Κλεοπάτρα / Τραγωδία εις πράξεις 5

Chapter 13: ΣΚΗΝΗ Γ’.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The play follows the tumultuous liaison between Antony and Cleopatra, whose passionate bond repeatedly undermines public duty and draws them into rivalry with Rome's rising power. Their private revelries and lavish spectacle clash with political and military obligations, culminating in naval defeat, the collapse of their authority, and both lovers' tragic ends. It contrasts imperial ambition with sensual extravagance, examining identity, honor, and the costs of divided loyalties, and stages grand historical events alongside intimate scenes to show how personal desire and statecraft intertwine and produce catastrophe.

ΣΚΗΝΗ Δ' (Γ').

Ρώμη. Δωμάτιον εν τη οικία του Καίσαρος.

Εισέρχεται ο ΟΚΤΑΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡ αναγινώσκων επιστολήν και ο ΛΕΠΙΔΟΣ μετά της συνοδείας των.

ΚΑΙΣΑΡ. Δύνασαι να ίδης, Λέπιδε, και να μάθης εις το εξής, ότι ο Καίσαρ δεν έχει το ελάττωμα να μισή μέγαν συνάρχοντα. Ιδού τι γράφουν εξ Αλεξανδρείας: «Αλιεύει, πίνει και διέρχεται τας νύκτας εις συμπόσια· δεν είνε ανδρικώτερος της Κλεοπάτρας, ούτε η Χήρα του Πτολεμαίου θηλυπρεπεστέρα αυτού». Μόλις ηξίωσε να δεχθή τους απεσταλμένους ημών ή να σκεφθή περί των συναδέλφων του. Εν ενί λόγω, έχει πάντα τα ανθρώπινα ελαττώματα.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Δεν δύναμαι να πιστεύσω ότι τα ελαττώματά του είνε τοσαύτα, ώστε να αμαυρώσωσι τας αρετάς του. Τα σφάλματά του είνε ως αι κηλίδες του ουρανού, αίτινες λάμπουσι πλειότερον εις το σκότος· κληρονομικά μάλλον ή επίκτητα, εκ της φύσεως μάλλον ή εξ αυτού προερχόμενα.

ΚΑΙΣΑΡ. Είσαι πολύ επιεικής. Ας παραδεχθώμεν ότι δεν είνε άτοπον να κυλίεται επί της κλίνης των Πτολεμαίων, να παραχωρή βασίλειον δια μίαν αστειότητα, να κραιπαλά μετά δούλων, οινοβαρής δε και κλονούμενος να διέρχεται τας οδούς εν πλήρει μεσημβρία, γρονθοκοπούμενος μετά ρυπαρών φαυλοβίων· ας παραδεχθώμεν ότι ταύτα πάντα δεν είνε απρεπή — και αληθώς πρέπει να είνε σπανία φύσις διά να μη κηλιδωθή υπό τοιούτων πράξεων — και όμως, δεν πρέπει [παντάπασι να συγχωρή ο Αντώνιος τα αίσχη ταύτα, όταν ημείς υποφέρωμεν εκ των αποτελεσμάτων της επιπολαιότητός του. Αν μόνον κατά τας ώρας της σχολής αυτού παρεδίδετο εις τον ηδυπαθή τούτον βίον, ο κόρος και η εξάντλησις ήθελον συνετίση αυτόν, αλλά να σπαταλά τον χρόνον, όστις επιτάσσει εις αυτόν ναφήση τας διασκεδάσεις και να σκεφθή περί του ιδίου και του ημετέρου συμφέροντος, τούτο σημαίνει ότι είνε άξιος της τιμωρίας εκείνης, ην επιβάλλουσι συνήθως εις τους νεανίσκους, οίτινες έχουν μεν αρκούσαν μάθησιν, θυσιάζουν όμως την πείραν αυτών εις τας εφημέρους ηδονάς και γίνονται αποστάται της λογικής. (Εισέρχεται αγγελιαφόρος). Ιδού μας φέρουν νέας ειδήσεις.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Αι διαταγαί σου εξετελέσθησαν, πανευγενέστατε Καίσαρ, και μετ' ολίγον θα μάθης τα συμβαίνοντα. Ο Πομπήιος είνε ισχυρός κατά θάλασσαν και φαίνεται ότι προσείλκυσε την αγάπην εκείνων οίτινες εκ φόβου μόνον ηκολούθουν τον Καίσαρα. Οι δυσηρεστημένοι σπεύδουν εις τους λιμένας, η δε κοινή γνώμη παριστά αυτόν ως θύμα της αδικίας.

ΚΑΙΣΑΡ. Έπρεπε να το περιμένω. Από της αρχαιοτάτης εποχής διδασκόμεθα ότι ο άρχων έχει υπέρ αυτού τας ευχάς του λαού, μέχρις ότου καταλάβη την εξουσίαν, ότι ο εκπεσών τότε μόνον αγαπάται, όταν πλέον δεν είνε άξιος αγάπης, και ότι καθίσταται επιθυμητός μόνον όταν εκλίπη. Ο λαός ομοιάζει προς φύκον κυματίζοντα επί των υδάτων, όστις φέρεται τήδε κακείσε υπό του εκάστοτε μεταβαλλομένου ανέμου και φθείρεται εν τη αενάω ταύτη κινήσει.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Σου αναγγέλλω, Καίσαρ, ότι οι διαβόητοι πειραταί Μενεκράτης και Μηνάς είνε κύριοι της θαλάσσης, και ότι διασχίζουν αυτήν διά πλοίων παντός είδους. Πολλάς επιδρομάς επιχειρούσιν εις την Ιταλίαν, και πανικόν εμπνέουσιν εις τας παραλίους πόλεις, εξανίσταται δε και επαναστατεί η σφριγώσα νεολαία· αν κανέν πλοίον τολμήση ν' αποπλεύση, συλλαμβάνεται αυθωρεί, το δε όνομα του Πομπηίου εμπνέει περισσότερον φόβον παρ' όσον θα ενέπνεεν ο κατ' αυτού πόλεμος.

ΚΑΙΣΑΡ. Άφες, Αντώνιε, τον ακόλαστον και ηδυπαθή βίον σου. Διωχθείς ποτε εκ της Μουτίνης όπου εφόνευσες τους υπάτους Πάνσαν και Ίρτιον και ταλαιπωρούμενος υπό της πείνης, υπέφερες αυτήν, καίτοι αβροδιαίτως ανατραφείς, και αυτών των αγρίων υπομονητικώτερον, πίνων και ίππων ούρον, και βορβορώδες και διεφθαρμένον ύδωρ, το οποίον και αυτά τα ζώα απέφευγον μετ' αποστροφής· ο ουρανίσκος σου [δεν απηξίου ούτε των αγριωτέρων βάτων τους καρπούς, και ως έλαφος, όταν η χιών κάλυπτε τας βοσκάς, εβλαστολόγεις και αυτούς ακόμη τους φλοιούς των δένδρων· λέγεται δε ότι επί των Άλπεων σε είδον τρώγοντα κρέας παράδοξον, ούτινος η θέα μόνη επέφερεν είς τινας τον θάνατον. Ταύτα δε πάντα — και το λέγω προς καταισχύνην σου — υπέφερες τόσον ανδρικώς, ώστε ουδαμώς ηλλοιώθη το πρόσωπόν σου.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Είνε άξιος οίκτου.

ΚΑΙΣΑΡ. Είθε το αίσθημα της καταισχύνης να επιταχύνη την έλευσίν του. Είνε καιρός να εμφανισθώμεν οι δύο επί του πεδίου της μάχης, και προς τον σκοπόν τούτον πρέπει πάραυτα να προσκαλέσω το συμβούλιον. Η αδράνεια ημών εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Πομπηίου.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Αύριον, Καίσαρ, θα δύναμαι να σου αναγγείλω ακριβώς διά τίνων δυνάμεων θα δυνηθώ να επαρκέσω κατά ξηράν και κατά θάλασσαν εις τας παρούσας περιστάσεις.

ΚΑΙΣΑΡ. Έως ότου δε συνέλθωμεν θα φροντίσω και εγώ περί τούτου.
  Χαίρε.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Χαίρε, Καίσαρ. Αν κατά το διάστημα τούτο μάθης τι νεώτερον
  περί των συμβαινόντων, σε παρακαλώ να μου το αναγγείλης.

ΚΑΙΣΑΡ. Μη αμφιβάλλης, Λέπιδε· γνωρίζω το καθήκον μου.

ΣΚΗΝΗ Ε'.

  Αλεξάνδρεια, Δωμάτιον εν τοις ανακτόροις. ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. ΧΑΡΜΙΟΝ, ΕΙΡΑΣ
  ΚΑΙ ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Χάρμιον.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Χα, χα! — Δος μου να πίω μανδραγόραν.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Διατί, κυρία;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δια να δυνηθώ να κοιμηθώ κατά το διάστημα της απουσίας του Αντωνίου μου.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Παραπολύ σκέπτεσαι περί αυτού.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω, είνε προδοσία!

ΧΑΡΜΙΟΝ. Όχι, κυρία, δεν πιστεύω,

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ε! ευνούχε! Μαρδιανέ!

ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ. Τι επιθυμεί η υμετέρα Υψηλότης;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Όχι βεβαίως ν' ακούσω τώρα το τραγούδι σου. Δεν ευχαριστούμαι εις ό,τι έχει ο ευνούχος. Είσαι ευτυχής ων ευνούχος, διότι ούτως αι σκέψεις σου δεν πλανώνται μακράν της Αιγύπτου. Αισθάνεσαι ποτέ έρωτα;

ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ. Ναι, χαριτωμένη βασίλισσα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πράγματι; (6)

ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ. Εν τω πράγματι, όχι κυρία, (7) διότι δεν δύναμαι να κάμω άλλο, παρ' ό,τι είνε εμπράκτως αθώον να κάμη τις. Έχω όμως άγρια πάθη και συχνά συλλογίζομαι τι έκαμεν η Αφροδίτη με τον Άρην.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πού νομίζεις, Χάρμιον, ότι θα είνε τώρα; Είνε όρθιος ή κάθηται; περιπατεί ή ιππεύει; Ω συ, μακάριε ίππε, όστις φέρεις τον Αντώνιον! Βάδιζε ασφαλώς! διότι ηξεύρεις ποίον φέρεις; τον ημιάτλαντα του κόσμου, τον βραχίονα και την περικεφαλαίαν του ανθρωπίνου γένους. Ομιλεί κατά την στιγμήν ταύτην ή ψιθυρίζει τα εξής : « Πού είνε ο εκ του γηραιού Νείλου όφις μου», διότι ούτω με ονομάζει. Αλλά βλέπω ότι τρέφομαι με ηδυπαθέστατον δηλητήριον. Είνε δυνατόν να σκεφθή περί εμού ην εμαύρισαν τα ερωτικά φιλήματα του Φοίβου και ερρυτίδωσε βαθέως ο χρόνος; Επί της εποχής σου, ω ευρυμέτωπε Καίσαρ, ήμην αξία μονάρχου, ο δε μέγας Πομπήιος, μένων ακίνητος και τους οφθαλμούς αυτού επί του μετώπου μου προσηλών, έβλεπεν αυτό ασκαρδαμυκτί και απέθνησκεν ατενίζων εκείνην εξ ης ηρύετο την ζωήν. (Εισέρχεται ο Αλεξάς).

ΑΛΕΞΑΣ. Χαίρε, βασίλισσα της Αιγύπτου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πόσον διαφέρεις του Μάρκου Αντωνίου! Και όμως επειδή είσαι απεσταλμένος παρ' αυτού, ο φιλοσοφικός εκείνος λίθος σε εχρύσωσε διά της αφής του. Πώς είνε ο ανδρείος μου Μάρκος Αντώνιος;

ΑΛΕΞΑΣ. Η τελευταία του πράξις, αγαπητή βασίλισσα, ήτο έν φίλημα· το τελευταίον πολλών άλλων — το οποίον έδωκεν εις τον ανατολικόν τούτον μαργαρίτην. — Οι λόγοι του είνε ερριζωμένοι εις την καρδίαν μου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Η ακοή μου ανυπομονεί να τους αποσπάση εκείθεν.

ΑΛΕΞΑΣ. Φίλε μου, μου είπεν: Ειπέ εις την βασίλισσαν ότι ο πιστός Ρωμαίος στέλλει εις την ισχυράν βασίλισσαν της Αιγύπτου, τον θησαυρόν ενός οστράκου, και ότι διά να επανορθώση το μικροπρεπές τούτο δώρον θα στολίση διά βασιλείων τον μεγαλοπρεπή αυτής θρόνον. Ειπέ εις αυτήν ότι η ανατολή άπασα θα την ανακήρυξη βασίλισσαν. — Μετά δε ταύτα έκλινε την κεφαλήν, και με τρόπον σοβαρόν ανέβη επί θυμοειδούς ίππου, του οποίου οι γενναίοι χρεμετισμοί εκάλυψαν την φωνήν μου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πώς ήτο, μελαγχολικός ή φαιδρός;

ΑΛΕΞΑΣ. Όπως κατά την ώραν εκείνην του έτους την μεταξύ ψύχους και θάλπους· ούτε μελαγχολικός, ούτε φαιδρός.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω κράσις ευτυχής! Ιδέ τον, καλή μου Χάρμιον· τοιούτος είνε ο Αντώνιος, αλλά πρόσεξέ τον. Δεν ήτο μελαγχολικός, διότι ήθελε να ενθαρρύνη εκείνους οίτινες ήντλουν θάρρος παρ' αυτού· δεν ήτο δε φαιδρός, ως να εφαίνετο λέγων εις αυτούς ότι η διάνοια του εστρέφετο προς την Αίγυπτον όπου ήτο και η τέρψις του· αλλά μεταξύ των δύο τούτων διαθέσεων. Ω θείον κράμα! Είτε μελαγχολικός είσαι, είτε φαιδρός, η υπερβολή του ενός ή του άλλου πάθους σου αρμόζει όσον εις ουδένα άλλον θνητόν. (Προς τον Αλεξάν). Συνήντησες τους ταχυδρόμους μου;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Ναι, βασίλισσα, είκοσι διαφόρους αγγελιαφόρους. Προς τι τόσω πολλούς;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ο γεννηθείς την ημέραν καθ' ην θα λησμονήσω να πέμψω απεσταλμένον προς τον Αντώνιον, θα αποθάνη επαίτης. — Χαρτί και μελάνη, Χάρμιον. — Καλώς ήλθες, φίλτατε Αλεξά. — Ηγάπησα ποτέ τόσω τον Καίσαρα, Χάρμιον;

ΧΑΡΜΙΟΝ. Ω τον ανδρείον εκείνον Καίσαρα!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Να σκάσης αν αποκριθής πάλιν με τόσην έμφασιν! Ειπέ τον ανδρείον Αντώνιον.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Τον ανδρείον Καίσαρα!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Μα την Ίσιδα, θα σου σπάσω τα δόντια, αν παραβάλης και πάλιν με τον Καίσαρα τον πρώτον άνδρα του κόσμου!

ΧΑΡΜΙΟΝ. Ζητώ ταπεινώς συγγνώμην. Επαναλαμβάνω &το τραγούδι σου&.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Κατά την νεαράν μου ηλικίαν, ότε η κρίσις δεν ήτο ώριμος . . . . το αίμα ψυχρόν, να επαναλαμβάνης τώρα ό,τι έλεγον τότε! . . Έλα, ας εξέλθωμεν… Φέρε χαρτί και μελάνη· θα λαμβάνη καθ' εκάστην νέους χαιρετισμούς, και αν πρόκειται ακόμη να καταστήσω την Αίγυπτον έρημον κατοίκων.

ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

ΣΚΗΝΗ Α'.

  Μεσσήνη. Δωμάτιον εν τη οικία του Πομπηίου.
  ΠΟΜΠΗΙΟΣ, ΜΕΝΕΚΡΑΤΗΣ, ΜΗΝΑΣ

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Αν οι μεγάλοι θεοί είνε δίκαιοι, θα συνταχθώσι μετά των
  δικαίων.

ΜΗΝΑΣ. Μάθε, ανδρείε Πομπήιε, ότι δεν αρνούνται ό,τι αναβάλλουσι.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Καθ' ον χρόνον ικετεύομεν αυτούς γονυκλινείς εις τους πόδας του θρόνου των, καταστρέφεται το παρ' ημών αιτούμενον.

ΜΕΝΕΚΡΑΤΗΣ. Ημάς αυτούς αγνοούντες, αιτούμεν συνεχώς εκείνο το οποίον δύναται να μας βλάψη, αλλ' οι θεοί αρνούνται αυτό εν τη συνέσει των προς σωτηρίαν ημών· ώστε κερδίζομεν όταν αι προσευχαί ημών δεν εισακούωνται.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Θα επιτύχω· ο λαός με αγαπά, η δε θάλασσα είνε εις την εξουσίαν μου. Η ισχύς μου αυξάνει αδιαλείπτως, και ελπίζω να φθάση εις τον κολοφώνα της δυνάμεως. Ο Μάρκος Αντώνιος δεν έχει κατά νουν ν' αφήση τα συμπόσια της Αιγύπτου χάριν εξωτερικών πολέμων. Ο Καίσαρ συλλέγει χρήματα, αλλ' αποβάλλει τας συμπαθείας του λαού. Ο Λέπιδος, κολακεύων και τους δύο, κολακεύεται υπ' αμφοτέρων· ουδένα αγαπά, αλλά και ουδείς εκ των δύο σκέπτεται περί αυτού.

ΜΕΝΕΚΡΑΤΗΣ. Ο Καίσαρ και ο Λέπιδος εξεστράτευσαν μετά στρατεύματος ισχυρού.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Πόθεν το γνωρίζεις; είνε ψεύδος.

ΜΕΝΕΚΡΑΤΗΣ. Παρά του Σιλβίου, στρατηγέ.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Ονειρεύεται. Γνωρίζω ότι και οι δύο είνε εις την Ρώμην, αναμένοντες τον Αντώνιον. Είθε πάντα τα θέλγητρα του έρωτος να καλλύνωσι τα μαραμένα σου χείλη, ω ακόλαστος Κλεοπάτρα! Ας ενωθή η μαγεία μετά της καλλονής, και μετ' αυτών αμφοτέρων η ηδυπάθεια. Πρόσδεσον τον ακόλαστον εις παρατεταμένα συμπόσια, και κράτει εξημμένον τον εγκέφαλόν του. Ας οξύνωσι την όρεξίν του μάγειροι Επικούρειοι δι' ερεθιστικών καρυκευμάτων, και ας αμβλύνωσι της τιμής το αίσθημα, ο ύπνος και η τρυφή, έως ου πέση εις εντελή λήθαργον. — Λοιπόν, Βάριε; (Εισέρχεται ο Βάριος).

ΒΑΡΙΟΣ. Έχω τι θετικώτατον να σου αναγγείλω. Ο Μάρκος Αντώνιος αναμένεται εις Ρώμην από ώρας εις ώραν. Τόσος χρόνος παρήλθεν αφ' ότου ανεχώρησεν εκ της Αιγύπτου, ώστε ηδύνατο να φθάση και μακρύτερα.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Μετά περισοτέρας ευχαριστήσεως θα ήκουον αγγελίαν ολιγώτερον σπουδαίαν. Δεν επίστευον, Μηνά, ότι ο ακόρεστος ούτος ερωτοτρόπος ήθελε φορέση την περικεφαλαίαν του χάριν τόσω μικρού πολέμου· η στρατιωτική αυτού ικανότης είνε δις υπερτέρα των δύο άλλων. Αλλά τώρα πρέπει να μεγαλαυχώμεν, αφού η εκστρατεία μας δύναται ναποσπάση από τους κόλπους της Αιγυπτίας χήρας τον ουδέποτε υπό των ηδονών κορεννύμενον Αντώνιον.

ΜΗΝΑΣ. Δεν δύναμαι να παραδεχθώ ότι είνε δυνατόν να ομονοήσωσι ποτέ ο Καίσαρ και ο Αντώνιος. Η αποθανούσα σύζυγος του εστασίασε κατά του Καίσαρος, ο δε αδελφός του εκήρυξε κατ' αυτού πόλεμον, μολονότι δεν πιστεύω να παρωτρύνθησαν υπό του Αντωνίου.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Δεν ηξεύρω, Μηνά, κατά πόσον αι μικραί αύται έριδες δύνανται να υποχωρήσουν απέναντι των μεγαλυτέρων. Είνε πρόδηλον ότι, αν δεν είχομεν εγερθή εναντίον αυτών, θα εφιλονείκουν μεταξύ των, διότι έχουν σπουδαίας αφορμάς έριδος, αλλά δεν ηξεύρομεν ακόμη κατά πόσον ο φόβος, ον εμπνέομεν εις αυτούς, θα δυνηθή να τους συμφιλιώση και να διαλύση τας ασημάντους αυτών διαφοράς. Γεννηθήτω το θέλημα των θεών. Προς εξασφάλισιν της ζωής ημών πρέπει να αναπτύξωμεν όλας ημών τας δυνάμεις. Ελθέ, Μηνά. (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Β'.

Ρώμη. Δωμάτιον εν τη οικία του Λεπίδου. ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ, ΛΕΠΙΔΟΣ.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Πράξιν αρίστην και αξίαν σου θα πράξης, φίλε Αινόβαρβε, καθικετεύων τον στρατηγόν σου να κάμη χρήσιν πραοτέρων λόγων.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Θα παρακαλέσω αυτόν να αποκρίνεται όπως αρμόζει εις τον Αντώνιον. Αν ο Καίσαρ τον ερεθίση, πρέπει ο Αντώνιος να λάβη ύφος αγέρωχον και βροντοφώνως ως άλλος Άρης να αποκριθή: Μα τον Δία, αν εγώ έφερον τον πώγωνα του Αντωνίου, δεν θα έκειρον αυτόν σήμερον!

ΛΕΠΙΔΟΣ. Δεν είνε καιρός τώρα διά προσωπικάς έριδας.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Πάσα στιγμή είνε κατάλληλος προς τα ζητήματα τα όποια
  αύτη γεννά.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Αλλά τα μικρότερα πρέπει να υποχωρούν απένναντι των
  μεγαλυτέρων.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Όχι, αν τα μικρότερα έρχωνται πρώτα.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Οι λόγοι σου είνε εμπαθέστατοι. Αλλά μη υποδαύλιζε, σε παρακαλώ, το υπό την τέφραν πυρ. Ιδού έρχεται ο γενναιόφρων Αντώνιος. (Εισέρχεται ο Αντώνιος μετά του Βενδιδίου).

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ιδού και ο Καίσαρ. (Εισέρχεται ο Καίσαρ, ο Μαικήνας και
  ο Αγρίππας)

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Αν συμφωνήσωμεν εδώ, θα μεταβώμεν έπειτα εις την χώραν των
  Πάρθων! Άκουσε, Βενδίδιε.

ΚΑΙΣΑΡ. Δεν ηξεύρω, Μαικήνα, ερώτησε τον Αγρίππαν.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Επειδή, γενναίοι φίλοι, είνε σπουδαίον το ζήτημα το οποίον μας συνήνωσεν εδώ, δεν πρέπει να επιτρέψωμεν, ώστε πράξεις [ασήμαντοι να διαιρέσωσιν ημάς. Ακούσωμεν με πραότητα ό,τι επιλήψιμον συνέβη. Όταν μετ' εμπαθείας συζητώμεν τας μηδαμινάς ταύτας διαφοράς ημών, διαπράττομεν φόνον, ενώ προσπαθούμεν να επουλώσωμεν πληγάς. Όθεν καθικετεύω υμάς, ευγενείς συνάδελφοι, να θίγετε τα μάλλον δυσάρεστα ζητήματα μετά μεγίστης πραότητος, αποφεύγοντες απρεπείς ή ερεθιστικάς εκφράσεις.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πολύ ορθόν. Θα έπραττον ούτως αν είμεθα ενώπιον του στρατού και έτοιμοι προς μάχην.

ΚΑΙΣΑΡ. Καλώς ήλθες εις Ρώμην.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Σε ευχαριστώ.

ΚΑΙΣΑΡ. Κάθισε.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Κάθισε, κύριε.

ΚΑΙΣΑΡ. Ε, λοιπόν.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Μανθάνω ότι δίδεις κακήν σημασίαν εις πράγματα τα οποία δεν έχουν τοιαύτην ή δεν σε αποβλέπουν και τοιαύτην αν είχον.

ΚΑΙΣΑΡ. Θα ήμην γελοίος αν άνευ λόγου ή δι' ελάχιστα εθεώρουν τον εαυτόν μου υβρισθέντα, και ιδίως υπό σου· πολύ δε γελοιότερος θα ήμην αν άπαξ επρόφερα περιφρονητικώς το όνομά σου, ενώ ουδένα είχα λόγον να το πράξω.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Τι σε έμελεν η εν Αιγύπτω διαμονή μου, Καίσαρ;

ΚΑΙΣΑΡ. Όχι πλειότερον αφ' ό,τι σε έμελεν εις Αίγυπτον η εν Ρώμη ιδική μου. Αν όμως εκεί εσκευώρεις κατά της αρχής μου, τότε η εν Αιγύπτω διαμονή σου ηδύνατο να μου είνε θέμα συζητήσεως.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Τι εννοείς με το «εσκευώρεις»;

ΚΑΙΣΑΡ. Δύνασαι να μαντεύσης τας σκέψεις μου εκ των εδώ συμβάντων. Η σύζυγος και ο αδελφός σου έλαβον τα όπλα εναντίον μου, η δε αποστασία των εχρησίμευεν ως παράδειγμα το οποίον ώφειλες να ακολουθήσης· ήτο το σύνθημα του πολέμου.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Απατάσαι. Ουδέποτε ο αδελφός μου με ανέμιξεν εις τας πράξεις του· επληροφορήθην περί τούτου, και αι πληροφορίαι μου προέρχονται εξ ασφαλούς πηγής, εκ των εκθέσεων των ανθρώπων εκείνων οίτινες επολέμησαν υπέρ σου. Μήπως δεν περιεφρόνησε και την εξουσίαν μου και την ιδικήν σου, και παρά την θέλησίν μου, αφού ο ιδικός σου αγών ήτο και ιδικός μου; Ως προς την υπόθεσιν ταύτην αι προς σε επιστολαί μου σε καθησύχασαν. Αν όμως θέλης να προκαλέσης έριδα και δεν έχης άλλην αφορμήν, μη την ζητής διά του παραπόνου τούτου.

ΚΑΙΣΑΡ. Επαινείς τον εαυτόν σου αποδίδων εις εμέ έλλειψιν κρίσεως, αλλ' αι προφάσεις αύται δεν συνηρμολογήθησαν καλώς.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Όχι, όχι τοιαύτα. Γνωρίζω, είμαι βέβαιος ότι δεν ήτο δυνατόν να απατηθής ως προς τούτο, ότι δηλαδή εγώ, σύμμαχός σου εις τον υπ' αυτού κατά σου διεξαγόμενον αγώνα, ηδυνάμην να βλέπω ασμένως πόλεμον συνταράσσοντα την ησυχίαν μου. Ως προς την σύζυγόν μου θα σου ηυχόμην σύζυγον έχουσαν το πνεύμα της. Είσαι κύριος του τρίτου μέρους του κόσμου, και δύνασαι να διοικήσης αυτό διά μικρού χαλινού, δεν δύνασαι όμως να πράξης το αυτό προκειμένου περί τοιαύτης συζύγου.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Είθε να είχομεν όλοι τοιαύτας συζύγους, ώστε οι άνδρες να παραλαμβάνουν αυτάς εις τους πολέμους!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Χαρακτήρος ούσα βιαίου και ανυπομόνου, διήγειρε ταραχάς — μη στερουμένας πολιτικής δεξιότητος, — αίτινες ομολογώ μετά λύπης, Καίσαρ, σου επροξένησαν πολλήν ανησυχίαν αλλ' ως προς τούτο, οφείλεις να ομολογήσης ότι ουδέν ηδυνάμην να πράξω.

ΚΑΙΣΑΡ. Σου έγραψα ότε εκραιπάλας εν Αλεξανδρεία, αλλά συ θέσας τας επιστολάς εις τον κόλπον σου, απέπεμψες τον απεσταλμένον μου μετά σαρκαστικών επιπλήξεων.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ενεφανίσθη αιφνιδίως ενώπιόν μου πριν ή ακόμη αγγελθή. Προ μικρού δε είχα δεχθή εις συμπόσιον τρεις βασιλείς, και κατά την στιγμήν εκείνην δεν ήμην όπως και την πρωίαν, αλλά την επιούσαν του ωμολόγησα εις ποίαν κατάστασιν ευρισκόμην, όπερ ήτο το αυτό ως εάν του εζήτουν συγγνώμην. Αλλά μη αναμιγνύωμεν αυτόν εις την έριδα ημών. Απαλείψωμεν αυτόν εκ της διαφοράς, αν πρόκειται να συζητήσωμεν περί ταύτης.

ΚΑΙΣΑΡ. Παρέβης την υποχρέωσιν του όρκου σου· διά τοιαύτην δε παράβασιν ουδέποτε θα δυνηθής συ να κατηγορήσης εμέ.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Μη παραφέρεσαι, Καίσαρ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Όχι, Λέπιδε, άφες τον να ομιλήση· η τιμή, περί της οποίας ομιλεί και την οποίαν υποθέτει ότι παρέβην είνε ιερά· αλλ' εξακολούθει, Καίσαρ· είπες περί του όρκου μου. —

ΚΑΙΣΑΡ. Του να μου παράσχης ένοπλον βοήθειαν όταν ήθελον ζητήσει αυτήν, αλλά συ ηρνήθης αυτήν.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ημέλησα μάλλον, και τούτο καθ' ην στιγμήν ώραι φαρμακεραί με καθίστων ουχί κύριον του εαυτού μου. Θα δείξω δε προς σε την μετάνοιάν μου, όσον δύναμαι· αλλ' η χρηστότης μου δεν θα καταβιβάση το μεγαλείον μου, ούτε θα μεταχειρισθώ το μεγαλείον άνευ χρηστότητος. Το αληθές είνε, ότι η Φουλβία υπεκίνησεν εδώ πολέμους όπως με αποσπάση εκ της Αιγύπτου, διά τούτο δ' εγώ όστις εν αγνοία υπήρξα αφορμή τούτων, ζητώ συγγνώμην τοιαύτην, οίαν επιβάλλει η τιμή να ζητήσω εν τη περιστάσει ταύτη.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Ωμίλησες ευγενώς.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Παύσατε, παρακαλώ, την περί των αμοιβαίων δυσαρεσκειών συζήτησιν, λησμονήσατε δ' αυτάς εντελώς, ενθυμούμενοι ότι, η παρούσα στιγμή σας επιβάλλει την συμφιλίωσιν.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Πολύ φρονίμως ωμίλησες, Μαικήνα.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ή αν επί του παρόντος συμφιλιωθήτε, δύνασθε να επανέλθετε επί του θέματος τούτου, όταν δεν θα γίνεται πλέον λόγος περί του Πομπηίου. Τότε μη έχοντες άλλο τι να πράξετε, θα έχετε καιρόν να φιλονεικήτε.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Σιώπα· συ είσαι μόνον στρατιώτης.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Είχα σχεδόν λησμονήση ότι η αλήθεια πρέπει να σιωπά.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Δεικνύεις έλλειψιν σεβασμού προς τους παρόντας, αρκεί.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Καλά λοιπόν, εξακολουθήτε· εις το εξής θα είμαι αναίσθητος ως πέτρα.

ΚΑΙΣΑΡ. Αποδοκιμάζω μόνον τον τρόπον, όχι και την ουσίαν της ομιλίας του, διότι δεν είνε δυνατόν να μείνωμεν συνδεδεμένοι, έχοντες τόσον εναντία φρονήματα. Και όμως, εάν εγνώριζα ότι υπάρχει κρίκος δυνάμενος να μας συνδέση, θα περιηρχόμην την οικουμένην προς ανεύρεσίν του.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Επίτρεψέ μου, Καίσαρ.

ΚΑΙΣΑΡ. Ομίλησον, Αγρίππα.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Έχεις αδελφήν ομομητρίαν, την θαυμαστήν Οκταβίαν ο δε
  μέγας Αντώνιος διατελεί τώρα εν χηρεία.

ΚΑΙΣΑΡ. Σιώπα, Αγρίππα· αν σε ήκουεν η Κλεοπάτρα θα σε επέπληττε
  δικαίως διά την προπέτειάν σου.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Δεν είμαι έγγαμος Καίσαρ, άφες τον Αγρίππαν να
  εξακολουθήση.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Όπως συνδεθήτε διά φιλίας αδιασπάστου, αδελφοποιηθήτε, και τας καρδίας υμών ενώσατε διά δεσμού αδιαρρήκτου· πρέπει ο Αντώνιος να συζευχθή την Οκταβίαν, αξίαν ένεκα του κάλλους της να συνδεθή μετά του επιφανεστάτου των ανδρών, και της οποίας αι αρεταί και αι έξοχοι χάριτες εκφράζουν εκείνο, όπερ ουδείς δύναται να εκφράση. Διά του γάμου τούτου, όλαι αι μικραί ζηλοτυπίαι αι φαινόμεναι τώρα μεγάλαι, και όλοι οι σπουδαίοι φόβοι οι φαινόμενοι επικίνδυνοι, θα εξηφανίζοντο τότε· τότε και αι αλήθειαι θα εθεωρούντο μύθοι, ενώ τώρα και οι μύθοι σχεδόν θεωρούνται αλήθειαι. Η προς αμφοτέρους αγάπη της Οκταβίας ήθελε συνδέση μεν σας, εξασφαλίση δε και εις τους δύο τας συμπαθείας όλων. Συγγνώμην δι' όσα έλαβα το θάρρος να είπω. Δεν είνε σκέψις στιγμιαία, αλλά προϊόν μελέτης και κατά καθήκον μελετηθείσα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Τι λέγει ο Καίσαρ;

ΚΑΙΣΑΡ. Θα περιμείνη ν' ακούση πώς εξέλαβεν ο Αντώνιος τα υπό του
  Αγρίππα λεχθέντα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ποίαν ισχύν έχει ο Αγρίππας προς εκτέλεσιν της προτάσεως
  ταύτης, εάν έλεγα : «έστω δέχομαι, Αγρίππα;»

ΚΑΙΣΑΡ. Την ισχύν του Καίσαρος, την ισχύν μου επί της Οκταβίας.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Είθε να μη διαλογισθώ ποτέ περί προσκόμματος του λαμπρού τούτου και τόσον ευοιώνου σχεδίου! — Δος μου την χείρα σου. Προχώρησε εις την εκτέλεσιν της ευτυχούς ταύτης πράξεως. Από της στιγμής ταύτης ας διευθύνη την αγάπην ημών αδελφική καρδία, και ας προβώμεν αδελφικώς εις την εκτέλεσιν των μεγάλων ημών σχεδίων!

ΚΑΙΣΑΡ. Λάβε την χείρα μου. Σου παραδίδω αδελφήν ην ουδέποτε αδελφός ηγάπησε μετά μείζονος στοργής. Είθε να ζήση ίνα ενώση τα βασίλεια και τας καρδίας ημών είθε η αγάπη ημών να μη διασπασθή του λοιπού!

ΛΕΠΙΔΟΣ. Γένοιτο!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Δεν εφανταζόμην ότι ήθελον πολεμήση κατά του Πομπηίου, διότι εσχάτως ακόμη εφέρθη προς με λίαν φιλοφρόνως· οφείλω μόνον να τον ευχαριστήσω ίνα μη φανώ επιλήσμων της ευεργεσίας, και μετά ταύτα να προκαλέσω αυτόν πάραυτα.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Ο καιρός επείγει. Πρέπει ευθύς να βαδίσωμεν κατά του
  Πομπηίου, πριν ή ούτος βαδίση καθ' ημών.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πού είνε;

ΚΑΙΣΑΡ. Πλησίον του Μισηνού όρους.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ποία είνε η κατά ξηράν δύναμίς του;

ΚΑΙΣΑΡ. Μεγάλη και αδιαλείπτως αυξάνουσα, αλλά κατά θάλασσαν είνε απόλυτος κύριος.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Κατά την διατρέχουσαν φήμην. Είθε να είχομεν ήδη συνδιαλαχθή μετ' αυτού! Ας σπεύσωμεν. Αλλά, τελειώσωμεν την υπόθεσιν περί της οποίας ωμιλήσαμεν πριν ή οπλισθώμεν.

ΚΑΙΣΑΡ. Προθυμότατα. Σε προσκαλώ δε να έλθης, ίνα ίδης την αδελφήν μου· θα σε οδηγήσω προς αυτήν κατ' ευθείαν.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ελθέ, Λέπιδε, μη μας στερήσης της παρουσίας σου.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Ουδέ ασθένεια θα με ημπόδιζε, γενναίε Αντώνιε.

  (Ακούονται σαλπίσματα. Εξέρχονται ο Καίσαρ, ο Αντώνιος και ο
  Λέπιδος).

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Καλώς ήλθες εξ Αιγύπτου, φίλε.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ο λαμπρός Μαικήνας, το ήμισυ της καρδίας του Καίσαρος! Ο αξιότιμος φίλος Αγρίππας!

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Φίλε Αινόβαρβε!

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Πρέπει να χαίρωμεν ότι τα πράγματα διηυθετήθησαν καλώς. —
  Υπήρξε λαμπρά η εν Αιγύπτω διαμονή σας.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ω, ναι· εκοιμώμεθα την ημέραν και διηρχόμεθα την νύκτα
  πίνοντες.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Είνε αληθές, ότι εις πρόγευμα δώδεκα συνδαιτυμόνων είχετε
  οκτώ ολόκληρους αγριοχοίρους ψητούς;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αυτό ήτο ως μυία παραβαλλομένη προς αετόν. Ως προς τα συμπόσια είχομεν άλλα πολύ τερατωδέστερα, τα όποια αληθώς είνε άξια μνείας.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Πρέπει να είνε γυνή απροσμάχητος, αν η περί αυτής φήμη
  είνε ακριβής.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Εκ της πρώτης συναντήσεώς της μετά του Αντωνίου επί του
  Κύδνου ποταμού εκυρίευσεν ευθύς την καρδίαν του.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Εκεί πράγματι ενεφανίσθη εν όλη τη ακτινοβόλω αυτής
  λάμψει, αν αι πληροφορίαι μου δεν είνε ψευδείς.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ιδού πώς ήτο. Το πλοιάριον επί του οποίου επέβαινεν, όμοιον προς απαστράπτοντα θρόνον, έλαμπεν επί του ύδατος· η μεν πρύμνα αυτού ήτον εκ χρυσού σφυρηλάτου, τα δε ιστία πορφυρά και τόσον αρωματώδη, ώστε οι άνεμοι εθώπευον αυτά ερωτύλως· αι αργυραί κώπαι, κινούμεναι ερρύθμως προς τον ήχον των αυλών, παρώτρυνον το υπ' αυτών διωκόμενον ύδωρ να επανέρχεται ταχύτερον, ωσεί ησθάνετο έρωτα προς τα κτυπήματά των. Η δε Κλεοπάτρα ήτο υπερτέρα πάσης περιγραφής. Καθημένη υπό χρυσοκέντητον σκιάδα, υπερέβαινε κατά την καλλονήν και αυτήν την Αφροδίτην, εις την οποίαν η φαντασία ενεφύσησε κάλλος και του φυσικού ανώτερον. Παίδες ευειδείς, όμοιοι προς μειδιώντας έρωτας, ίσταντο εκατέρωθεν αυτής, μετά ποικιλοχρόων ανά χείρας ριπιδίων, η δ' εκ τούτων παραγομένη λεπτή αύρα εφαίνετο αυξάνουσα μάλλον ή ελαττούσα την θερμότητα των λεπτοφυών εκείνων παρειών, ας προσεπάθουν να δροσίσουν.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Θαυμάσιον όντως θέαμα διά τον Αντώνιον!

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αι θεραπαινίδες της όμοιαι με Νηρηίδας και Σειρήνας, υπήκουον εις το ελάχιστον αυτής νεύμα, (8) αι δε υποκλίσεις των επηύξανον τας χάριτας αυτών. Μία τούτων ενδεδυμένη ως σειρήν επηδαλιούχει, τα δε μετάξινα σχοινία εκυρτούντο υπό την αφήν των αβρών εκείνων και ευκινήτων χειρών. Οσμή δε ηδυτάτη διεχέετο από του πλοιαρίου επί τας γειτνιαζούσας όχθας. Η πόλις άπασα έσπευσε να την ίδη, ο δε Αντώνιος, καθήμενος επί θρόνου εις την αγοράν, έμεινε μόνος συρίζων εις τον αέρα· αλλά και αυτός ο αήρ, αν δεν αντέβαινεν εις τους φυσικούς νόμους, ήθελε μεταβή προς θέαν της Κλεοπάτρας, αφήνων ούτω χάσμα εν τη φύσει! (9)

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Θαυμασία αληθώς η Αιγυπτία!

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Άμα αποβιβασθείσαν προσεκάλεσεν αυτήν εις δείπνον ο Αντώνιος, αλλ' αύτη απεκρίθη ότι θα ήρμοζε μάλλον να φιλοξενηθή ούτος παρ' αυτής. Τότε δε ο φιλόφρων ημών Αντώνιος, ον ουδέποτε γυνή ήκουσε προφέροντα την λέξιν «όχι», ξυρισθείς δεκάκις, μεταβαίνει εις το συμπόσιον, και ως εισφοράν, προφέρει την καρδίαν του δι' όσα μόνον οι οφθαλμοί του εγεύθησαν.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Ουράνιον πλάσμα. Έκαμε τον μέγαν Καίσαρα να κατακλιθή με το ξίφος, εκαρποφόρησε δε ο υπ' αυτού καλλιεργηθείς αγρός.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ημέραν τινά την είδον να πηδά τεσσαρακοντάκις με ένα πόδι επί της δημοσίας οδού. Απολέσασα δε την αναπνοήν ωμίλει και ήσθμαινε ούτως, ώστε και αύτη η πάθησις μετεβάλλετο εις χάριν, και άνευ πνοής ακόμη ανέδιδε ζωήν.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Τώρα ο Αντώνιος πρέπει να την αφήση εντελώς.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ουδέποτε. Δεν θα θελήση — Ούτε η ηλικία δύναται να την μαράνη, ούτε η συνήθεια να ελαττώση την εν αυτή ποικιλίαν των θελγήτρων. Αι μεν άλλαι γυναίκες κατευνάζουν τας ορέξεις τας οποίας διεγείρουν, αλλ' αύτη, όσω περισσότερον θέλει να κατευνάση αυτάς, τόσω περισσότερον τας διεγείρει· διότι και τα χαμερπέστατα πράγματα έχουν τόσην χάριν εν αυτή, ώστε (10) οι άγιοι πατέρες την ευλογούν και ακολασταίνουσαν.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Αν η πραότης, η φρόνησις και η κοσμιότης δύνανται να ελκύσωσι την καρδίαν του Αντωνίου, η Οκταβία είνε ευτυχής κλήρος δι' αυτόν.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Ας υπάγωμεν. — Δέχθητι, φίλε Αινόβαρβε, την φιλοξενίαν μου εφ' όσον διαμένεις εδώ.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Σε ευχαριστώ, φίλε. (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Γ’.

  Ρώμη. — Δωμάτιον εν τη οικία του Καίσαρος.
  ΚΑΙΣΑΡ, ΑΝΤΩΝΙΟΣ, ΟΚΤΑΒΙΑ, ΥΠΗΡΕΤΑΙ, ΜΑΝΤΙΣ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ο κόσμος και τα σπουδαία μου καθήκοντα, θα με χωρίζουν
  ενίοτε εκ της αγκάλης σου.

ΟΚΤΑΒΙΑ. Καθ' όλον δε τούτο το διάστημα γονυπετής προ των θεών θα
  δέωμαι υπέρ σου.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Μη κρίνης, Οκταβία μου, περί των ελαττωμάτων μου εκ των διαδόσεων του κόσμου. Δεν ηκολούθησα πάντοτε την ευθείαν οδόν, αλλ' εις το εξής ο βίος μου θα είνε κανονικός. Καλή νύκτα, φιλτάτη κυρία.

ΟΚΤΑΒΙΑ. Καλή νύκτα, άρχον. (Εξέρχεται ο Καίσαρ μετά της Οκταβίας).

ΚΑΙΣΑΡ. Καλή νύκτα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Λοιπόν κατεργάρη! επιθυμείς την Αίγυπτον.

ΜΑΝΤΙΣ. Είθε να μη ηρχόμην ποτέ απ' εκεί, ούτε συ να μετέβαινες εκεί!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Και διά ποίον λόγον σε παρακαλώ;

ΜΑΝΤΙΣ. Τον λόγον βλέπω εις την μαντικήν μου τέχνην, αλλά δεν δύναμαι να τον εκφράσω. Οπωσδήποτε επίστρεψε ταχέως εις την Αίγυπτον.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ειπέ μου, τίνος τύχη θα είνε λαμπροτέρα, του Καίσαρος ή η ιδική μου;

ΜΑΝΤΙΣ. Του Καίσαρος. Διά τούτο μη μένης πλησίον του, ω Αντώνιε. Ο δαίμων σου — ήτοι το προστατεύον σε πνεύμα — είνε μεγαλόφρων, γενναίος, υψηλός, απαράμιλλος όταν λείπη το πνεύμα του Καίσαρος· αλλά πλησίον εκείνου, ο άγγελός σου καταβάλλεται και μεταβάλλεται εις Τρόμον· τούτου ένεκα φεύγε πάντοτε μακράν αυτού.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Μη ομιλήσης πλέον περί τούτου.

ΜΑΝΤΙΣ. Εις ουδένα άλλον εκτός σου, και μόνον μετά σου. Οιονδήποτε παιγνίδι παίξης μετ' αυτού, χάνεις πάντοτε· παρά πάσαν δε πιθανότητα σε νικά διά της τύχης του· η δόξα σου αμαυρούται, όταν αυτός λάμπη πλησίον σου. Επαναλαμβάνω ότι ο δαίμων σου φοβείται να σε καθοδήγηση πλησίον εκείνου, και ότι ανακτά την γενναιότητά του όταν εκείνος είνε απών.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πήγαινε. Ειπέ εις τον Βενδίδιον ότι θέλω να του ομιλήσω. (Εξέρχεται ο μάντις). Θα πέμψω αυτόν κατά των Πάρθων. — Είτε εκ τύχης, είτε εκ τέχνης, ο άνθρωπος ούτος είπε την αλήθειαν. Και αυτοί οι κύβοι τον υπακούουν, εις όλα δε τα παιγνίδια ημών η δεξιότης μου ναυαγεί απέναντι της τύχης του. Αν ρίψωμεν λαχνούς κερδίζει· παρά πάσαν προσδοκίαν οι αλέκτορές του καταβάλλουν τους ιδικούς μου, αι δε όρτυγές του εκδιώκουν πάντοτε τας ιδικάς μου. Θα επανέλθω εις την Αίγυπτον, και, μολονότι συνάπτω τον γάμον τούτον προς ησυχίαν μου (εισέρχεται ο Βενδίδιος), εις την Ανατολήν είνε αι τέρψεις μου. — Ω, ελθέ Βενδίδιε. — Πρέπει να υπάγης εναντίον των Πάρθων. Η εντολή σου είνε ετοίμη· ελθέ να την λάβης. (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Δ'.

  Ρώμη__ Οδός.
  ΛΕΠΙΔΟΣ, ΜΑΙΚΗΝΑΣ, ΑΓΡΙΠΠΑΣ.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Μη ταράττεσθε περισσότερον· σπεύσατε, σας παρακαλώ, εις
  συνάντησιν των στρατηγών σας.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Ευθύς ως ο Μάρκος Αντώνιος εναγκαλισθή την Οκταβίαν, θα
  σας ακολουθήσωμεν.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Χαίρετε λοιπόν, έως ότου σας ίδω με την στρατιωτικήν
  στολήν, η οποία αρμόζει τόσον καλά εις αμφοτέρους υμάς.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Καθόσον δύναμαι να κρίνω περί της πορείας, θα φθάσωμεν προ
  υμών εις το όρος, Λέπιδε.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Η οδός σας είνε συντομωτέρα· τα σχέδιά μου θα με αναγκάσουν
  να λοξοδρομήσω, και θα με προσπεράσετε κατά δύο ημερών δρόμον.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ και ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Σου ευχόμεθα καλήν επιτυχίαν.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Χαίρετε. (Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ Ε'.

  Αλεξάνδρεια. — Δωμάτιον εν τοις ανακτόροις.
  ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ, ΧΑΡΜΙΟΝ, ΕΙΡΑΣ, ΑΛΕΞΑΣ, ΥΠΗΡΕΤΑΙ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ν' ακούσω μουσικήν θέλω, μουσικήν, την μελαγχολικήν
  τροφήν ημών των εραστών.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ. Ε, μουσική! (Εισέρχεται ο Μαρδιανός).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Αφήσατέ την· ας υπάγωμεν εις το σφαιριστήριον (11). Έλα,
  Χάρμιον.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Με πονεί το χέρι, παίξε καλύτερα με τον Μαρδιανόν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Γυνή παίζουσα με ευνούχον, είναι το αυτό ως να παίζη με γυναίκα. Έλα, θέλεις να παίξης μαζύ μου;

ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ. Θα παίξω όσον ημπορέσω καλύτερα, κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Όταν τις δεικνύη καλήν θέλησιν είναι άξιος συγγνώμης και αποτυγχάνων. Δεν θέλω να παίξω τώρα. — Δόσατέ μου την ορμιάν. Θα υπάγωμεν εις τον ποταμόν· εκεί δε ακούουσα μακρόθεν την μουσικήν, θα συλλαμβάνω φαιοπτέρυγας ιχθύς· το κυρτόν άγκιστρόν μου θα διαπερά τας ιλυώδεις σιαγόνας των, και ανασύρουσα αυτούς θα νομίζω ότι έκαστος τούτων είναι είς Αντώνιος, και θα λέγω, α! α! σε συνέλαβα.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Πόσον εγελάσαμεν την ημέραν που εστοιχηματίσατε με τον Αντώνιον εις το ψάρευμα, όταν ο βουτηχτής εκρέμασεν εις το αγκίστρι του ένα παστόψαρο το οποίον ανέσυρε καταχαρούμενος!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω τι καιρός, τι καιρός ήτον εκείνος! Τον επεριγέλασα τόσον, ώστε έχασε την υπομονήν, και την ιδίαν εσπέραν τον καθησύχασα με τον αυτόν τρόπον. Την επιούσαν προ της ενάτης της πρωίας τον εμέθυσα τόσον, ώστε ηναγκάσθη να κατακλιθή. Τότε τον ενέδυσα το κάλυμμα της κεφαλής μου και το φόρεμά μου, εγώ δε εζώσθην το ξίφος το οποίον έφερεν εις Φιλίππους! Ω! από την Ιταλίαν. (Εισέρχεται αγγελιαφόρος). Χύσε τας αγαθάς αγγελίας σου εις τα προ πολλού στείρα ώτα μου.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Κυρία, κυρία —

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Απέθανεν ο Αντώνιος; Φονεύεις την βασίλισσάν σου αν πης ναι, αχρείε· αν όμως αναγγείλης ότι είναι ελεύθερος και υγιαίνει, λάβε χρήματα και φίλησε τας κυανάς φλέβας της χειρός ταύτης, την οποίαν βασιλείς ήγγιζον εις τα χείλη των και τρέμοντες εφίλουν.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Εν πρώτοις, κυρία, σου αναγγέλλω ότι είναι καλά.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ιδού, λάβε περισσότερον χρυσόν αλλά πρόσεχε, δύστηνε· συνειθίζομεν να λέγωμεν ότι και οι νεκροί είναι καλά· αν ούτω πως το εννοείς, θα διαλύσω τον χρυσόν τον οποίον σου δίδω, και θα χύσω αυτόν εις τον άγγελον κακών λάρυγγά σου.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Άκουσέ με, καλή μου κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Καλά, σε ακούω, εξακολούθει· αλλά η όψις σου δεν είναι φαιδρά· αν ο Αντώνιος είνε υγιής και ελεύθερος, διατί τόσον σκυθρωπή φυσιογνωμία, αφού πρόκειται ν' αναγγείλης τόσον ευάρεστον αγγελίαν; Αν πάλιν δεν ήτο καλά, έπρεπε να παρουσιασθής ουχί υπό μορφήν ανθρώπου, αλλ' ως εριννύς οφειοπλόκαμος.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Θα ευαρεστηθή η βασίλισσα να με ακούση;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Μου έρχεται κατά νουν να σε κτυπήσω πριν ή ομιλήσης. Αλλ' όμως αν είπης ότι ο Αντώνιος ζη, υγιαίνει, ότι είναι φίλος και όχι αιχμάλωτος του Καίσαρος, βροχή χρυσού και χάλαζα πολυτίμων μαργαριτών θα πέση επί σου.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Υγιαίνει, κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πολύ καλά.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Και διάκειται φιλικώς προς τον Καίσαρα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είσαι τίμιος άνθρωπος.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Ουδέποτε η φιλία των ήτο στενωτέρα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Λάβε παρ' εμού πλούτον ολόκληρον.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Αλλ' όμως κυρία —

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν μου αρέσει αυτό το «αλλ' όμως»· μετριάζει το ευάρεστον των ήδη αγγελθέντων. Αποτροπιάζομαι αυτό το «αλλ' όμως». Ομοιάζει προς τον δεσμοφύλακα εκείνον, όστις εξάγει εκ της ειρκτής αποφώλιόν τι τέρας. Ειπέ σε παρακαλώ, φίλε μου, όλας ομού τας καλάς ή κακάς αγγελίας. Διάκειται φιλικώς προς τον Καίσαρα είπες, ότι υγιαίνει, και ότι είναι ελεύθερος.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Ελεύθερος κυρία! όχι· δεν είπα τοιούτον τι. Συνεδέθη μετά της Οκταβίας.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τίνι τρόπω;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Συζυγικώς.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ωχριώ, Χάρμιον.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Κυρία, ενυμφεύθη την Οκταβίαν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Λοιμική να σε θερίση. (Τύπτουσα αυτόν τον ρίπτει χαμαί).

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Υπομονή, καλή μου κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τι λέγεις; — Φύγε απ' εδώ. (Κτυπά αυτόν και πάλιν). Άθλιε, πανούργε! μη σου πετάξω τα μάτια και τα ποδοκυλίσω ως σφαίρας· θα σου ξεριζώσω τα μαλλιά. (Τινάσσει αυτόν ορμητικώς). Θα μαστιγωθής διά μεταλλικού σύρματος, θα σε αλείψουν με άλμην, και θα σε ψήσουν σε ολίγην φωτιά.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Εγώ μόνον την αγγελίαν φέρω, ερασμία βασίλισσα, δεν ανεμίχθην εις τον γάμον.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ειπέ ότι δεν είναι αληθές· θα σου δώσω μίαν επαρχίαν, και θα έχης λαμπράν προαγωγήν. Διά του ραπίσματος, το οποίον έλαβες, εξιλεώνεις την οργήν την οποίαν μου διήγειρες. Θα σου χαρίσω δε οιονδήποτε δώρον μου ζητήσης.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Ενυμφεύθη, κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Μοχθηρέ, πολύ έζησες. (Σύρει εγχειρίδιον).

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Α! τότε φεύγω. Τι σκοπόν έχεις, κυρία; εγώ δεν έπταισα εις τίποτε. (Εξέρχεται).

ΧΑΡΜΙΟΝ. Ησύχασε, κυρία, ο άνθρωπος είναι αθώος.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Υπάρχουν αθώοι οι οποίοι δεν διαφεύγουν τον κεραυνόν. —
  Ας καταποντισθή η Αίγυπτος εις τον Νείλον! και ας μεταβληθώσιν εις
  όφεις όλα τα αγαθοποιά πλάσματα! — Καλέσατε πάλιν αυτόν τον δούλον.
  Δεν θα τον δαγκάσω, μόλην την λύσσαν την οποίαν έχω. Φωνάξατέ τον.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Φοβείται να έλθη.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν θα τον πειράξω· θα είναι αγενείς αι χείρες αύται να κτυπήσωσι κατώτερόν μου, αφού εγώ υπήρξα αιτία όλων όσα μου συνέβησαν. — Πλησίασε. (Εισέρχεται πάλιν ο αγγελιαφόρος). Είναι μεν έντιμον, δεν είναι όμως πάντοτε καλόν να είναι τις άγγελος κακών. Λέγε με χίλια στόματα τας ευαρέστους αγγελίας, και άφησε τας δυσαρέστους να υπονοώνται αφ' εαυτών.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Εξετέλεσα το καθήκον μου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ενυμφεύθη; Αν και πάλιν είπης ναι, δεν θα δυνηθώ να σε μισήσω περισσότερον αφ' όσον σε μισώ.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Ενυμφεύθη, κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Οι θεοί να συνταράξωσι τας φρένας σου! Επιμένεις ακόμη;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Να ψευσθώ λοιπόν, κυρία;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είθε να εψεύδεσο, και αν ακόμη επρόκειτο να καταποντισθή το ήμισυ της Αιγύπτου μου, και να μεταβληθή εις δεξαμενήν λεπιδωτών όφεων. Πήγαινε, φύγε απ' εδώ· και Ναρκίσσου πρόσωπον αν είχες, θα μου εφαίνεσο ο δυσειδέστατος των ανθρώπων. Είναι νυμφευμένος;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Ζητώ συγγνώμην από την Μεγαλειότητά σου.