Και λοιπόν η κατόπιν τούτων εύνοια της τύχης εις την κατασκευήν των νόμων, ως άλλος κύβος ιερός, επειδή είναι ασυνήθιστος, ίσως εις την αρχήν κάμνει εκείνον που την ακούει να απορή. Και όμως εις τον συλλογιζόμενον θα φανή ότι κατά δεύτερον λόγον η πόλις μας λαμβάνει, τον καλλίτερον συνοικισμόν. Ίσως όμως δεν την παραδεχθή κανείς, διότι δεν συμμορφώνεται με νομοθέτην μη αυταρχικόν. Αλλά το ορθότερον είναι να προτείνη κανείς τελείως το καλλίτερον πολίτευμα, και το δευτερεύον και το τριτεύον, να αφήση όμως ελευθέραν εκλογήν εις έκαστον πληρεξούσιον του συνοικισμού. Λοιπόν και ημείς τόρα ας κάμωμεν συμφώνως με αυτόν τον λόγον, αφού αναπτύξωμεν ποίον είναι το πρώτον κατά την τελειότητα πολίτευμα και ποίον δεύτερον και τρίτον. Την δε εκλογήν ας την αναθέσωμεν τόρα εις τον Κλεινίαν και, οποιοσδήποτε άλλος θελήση, ας επιστατήση εις την παρομοίαν εκλογήν, συμφώνως με τον χαρακτήρα του να μοιράση ό,τι είναι αρεστόν εις αυτόν από τους νόμους της πατρίδος του.
Η πρώτη λοιπόν πόλις και το πολίτευμα και οι καλλίτεροι νόμοι υπάρχουν εκεί, όπου συμβαίνει όσον το δυνατόν περισσότερον η παλαιά παροιμία. Λέγεται δε ότι πραγματικώς είναι κοινά τα πράγματα των φίλων. Αυτό λοιπόν είτε υπάρχει κάπου τόρα είτε θα υπάρξη άλλοτε, δηλαδή να είναι κοιναί αι γυναίκες, κοινοί οι παίδες, κοινά όλα τα πράγματα και διά παντός μέσου, εξεδιώχθη από όλα τα μέρη του βίου παν ό,τι γίνεται ατομικόν, να ευρεθή δε και τρόπος, διά να γίνουν όσον το δυνατόν κοινά κάπως και τα εκ φύσεως ατομικά, λόγου χάριν τα ομμάτια και τα ώτα και αι χείρες να φαίνωνται κοινά εις το να βλέπουν και ακούουν και εργάζωνται, και πάλιν όλοι ομού να εγκρίνουν και να κατακρίνουν το καθέν πράγμα όσον είναι δυνατόν, και να ευχαριστούνται και λυπούνται διά τα ίδια πράγματα, και όμοιοι νόμοι να καθιστούν όσον το δυνατόν περισσότερον μίαν ηνωμένην την πόλιν, από αυτήν την αρετήν κανείς ποτε δεν ημπορεί να θεσπίση ανωτέραν ούτε να θέση σκοπόν ανώτερον ούτε ορθότερον. Λοιπόν η τοιαύτη πόλις, είτε θεοί βεβαίως την κατοικούν είτε παίδες θεών περισσότεροι από ένα, εάν ζουν κατά αυτόν τον τρόπον, θα μένουν ευχαριστημένοι. Διά τούτο λοιπόν δεν πρέπει αλλού να ζητούμεν πρότυπον πολιτεύματος, αλλά ασπαζόμενοι τούτο να ζητούμεν το όσον το δυνατόν όμοιον με αυτό. Αυτό όμως το οποίον ημείς τόρα ηρχίσαμεν, ίσως είναι το πλησιέστερον προς την αθανασίαν και το μόνον δεύτερον. Το τρίτον δε, εάν θέλη ο θεός, θα εξετάσωμεν κατόπιν. Λοιπόν τόρα ποία φρονούμεν ότι πρέπει να είναι αυτή και πώς ημπορεί να γίνη τοιαύτη; Λοιπόν ας μοιρασθούν πρώτον την γην και τας οικίας και ας μη καλλιεργούν κοινώς, διότι τούτο είναι ανώτερον από την σημερινήν γέννησιν και ανατροφήν και εκπαίδευσιν. Ας μοιρασθούν δε κάπως με το εξής πνεύμα, ότι δηλαδή όστις επιτύχη τον κλήρον τούτον πρέπει να τον θεωρή κοινόν όλης της πόλεως, επειδή όμως η χώρα αυτή είναι πατρίς του, πρέπει να τον περιποιήται περισσότερον παρά την μητέρα οι παίδες, διότι είναι και σεβαστή θεά (Δημήτηρ = γη μήτηρ) αυτών οι οποίοι είναι θνητοί. Τα ίδια δε να φρονούν και διά τους εγχωρίους θεούς και δαίμονας.
Διά να μείνουν δε αυτά εις αιώνα τον άπαντα εις αυτήν την κατάστασιν, πρέπει να σκεφθούν ακόμη και τα εξής. Όσας εστίας έχομεν τόρα μοιρασμένας εις τον καθένα, αυταί πρέπει πάντοτε να μένουν εις το ίδιον ποσόν και ούτε να περισσεύουν διόλου ούτε να ολιγοστεύουν. Αυτό λοιπόν ημπορούσε να συμβαίνη ασφαλώς εις εκάστην πόλιν κατά τον εξής τρόπον. Όστις λάβη την κληρονομίαν ας αφήνη εις αυτήν την κατοικίαν πάντοτε ένα κληρονόμον από όλα τα τέκνα του, εκείνον τον οποίον αγαπά περισσότερον, ως διάδοχον και λάτρην των θεών και του γένους του και της πόλεως από τους ζώντας και από όσους πλέον έως εκείνον τον χρόνον, κατέλαβε ο θάνατος. Όλα δε τα άλλα του τέκνα, αν έχη περισσότερα από έν, και τα κορίτσια να τα υπανδρεύση συμφώνως με τον νόμον, τον οποίον θα επιβάλωμεν κατόπιν, και τα αγόρια να τα μοιράση εις όσους πολίτας έχουν έλλειψιν παιδιών, όταν έχουν ευχαρίστησιν κυρίως. Εάν όμως εις μερικούς λείπη η ευχαρίστησις, ή γεννώνται περισσότεροι απόγονοι θήλεις ή άρρενες εις έκαστον, ή και αντιθέτως, όταν είναι ολιγώτεροι, διότι δεν υπήρξε αφθονία τέκνων, δι' όλα αυτά η εξουσία, την οποίαν θα ορίσωμεν ως ανωτάτην και πολυτιμοτάτην, θα σκεφθή τι πρέπει να γίνη διά τους περισσεύοντας ή τους ελλείποντας, και ας εφεύρη μέθοδον διά να μείνουν όσον το δυνατόν διαρκώς μόναι αι πέντε χιλιάδες σαράντα (5040) κατοικίαι. Μέθοδοι δε υπάρχουν πολλαί. Δηλαδή και η αναστολή των γεννήσεων εις όσας είναι ταχεία η γέννησις και αντιθέτως επιμέλεια και φροντίδες διά την αύξησιν των γεννήσεων με τιμάς και ατιμίας και προτροπάς των γεροντοτέρων προς τους νέους, επιβαλλομένας διά λόγων συμβουλευτικών, ημπορούν να κάμουν αυτό που λέγομεν.
Και μάλιστα εις το τέλος, εάν υπάρχη απόλυτος δυσκολία εις την εξίσωσιν των πέντε χιλιάδων σαράντα κατοικιών, και αν μας έλθη πληθώρα υπερβολική πολιτών από την αφοσίωσιν των συνοικεσίων και δεν ευρίσκωμεν τρόπον, τότε υπάρχει το παλαιόν μηχάνημα, το οποίον είπαμεν πολλάκις, δηλαδή η αποστολή αποικιών φιλικώς γινομένη πλησίον των φίλων, τους οποίους θα εκρίναμεν καταλλήλους. Εάν δε πάλιν αντιθέτως μας έλθη ως τρικυμία και μας φέρη κατακλυσμόν καμμία καταστροφή από ασθενείας ή πολέμους και μείνουν πολύ ολιγώτεροι από τον προσδιωρισμένον αριθμόν, τότε εκουσίως μεν δεν πρέπει να παρεμβάλλωμεν πολίτας ανατραφέντας με νόθον εκπαίδευσιν, την ανάγκην όμως λέγει η παροιμία ότι ούτε ο θεός δεν ημπορεί να την καταπολεμήση. Λοιπόν ας φαντασθώμεν ότι ο λόγος μας αυτός μας συμβουλεύει τα εξής: Ω λαμπρότατοι άνθρωποι, μη παύετε να τιμάτε την ομοιότητα και ισότητα και την ταυτότητα και συμφωνίαν καθώς είναι φυσικόν και εις τους αριθμούς και εις πάσαν ικανότητα διά τα καλά και αγαθά πράγματα. Και λοιπόν και τόρα τον αριθμόν που είπαμεν πρώτον διατηρήσατέ τον εις όλην σας την ζωήν, έπειτα της περιουσίας σας το ύψος και το μέγεθος, το οποίον επήρατε εξ αρχής και είναι μέτριον, μη το ατιμάσετε με αγοράν και πώλησιν μεταξύ σας. Διότι ούτε ο θεός, όστις επεστάτησε εις την διανομήν των κλήρων, θα σας είναι σύμμαχος ούτε ο νομοθέτης. Διότι τόρα διά πρώτην φοράν ο νόμος διατάσσει τον απειθούντα, δηλ. προλέγει με αυτήν την συμφωνίαν να λάβη ή να μη λάβη κλήρον όστις θέλει, διότι κατ' αρχάς μεν η γη είναι ιερά και ανήκει εις όλους τους θεούς, έπειτα δε οι ιερείς και αι ιέρειαι θα κάμουν προσευχάς επάνω εις τας πρώτας και δευτέρας και τρίτας θυσίας, και θα ευχηθούν όστις αγοράση ή πωλήση όσα του έτυχαν εις τον κλήρον του οικόπεδα ή γήπεδα να πάθη ότι του αρμόζει, θα αναγράψουν δε έκαστον εις πίνακας από κυπάρισσον και θα τους τοποθετήσουν μέσα εις τους ναούς ως ενθύμιον δι' όλους τους κατόπιν χρόνους, εκτός δε τούτων θα αφήσουν εγγύησιν διά την εκτέλεσιν τούτων εις εκείνην την αρχήν, η οποία φαίνεται ότι έχει οξυδερκέστερον βλέμμα, διά να μη τους διαφεύγουν αι παραβάσεις αυτών, αλλά τιμωρούν τον απειθούντα συμφώνως με τον νόμον και με τον θεόν. Διότι πόσον βεβαίως είναι το ενταύθα επιβαλλόμενον αγαθόν εις όλας τας πειθομένας πόλεις, αφού λάβη την ανάλογον διευθέτησιν, κανείς, καθώς λέγει η αρχαία παροιμία, δεν ημπορεί να το εννοήση ενόσω είναι κακός, αλλά αφού γίνη έμπειρος και καθώς πρέπει εις τα ήθη του. Δηλαδή ο χρηματισμός δεν επιτρέπεται τόσον πολύ εις την τοιαύτην διευθέτησιν, και μάλιστα συμβαδίζει με αυτήν και το ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται να δοσοληπτή δουλοπρεπώς κανείς με κανένα, εφ' όσον η επονείδιστος θεωρουμένη βαναυσότης παραλύει το φιλελεύθερον ήθος, αλλ' ούτε κατ' αρχήν να απαιτούν να συναθροίζουν χρήματα με αυτά τα μέσα.
Εκτός δε τούτου υπάρχει εις όλα αυτά άλλος νόμος, να μη επιτρέπεται να αποκτήση ούτε χρυσόν ούτε άργυρον κανείς ιδιώτης, μόνον δε νόμισμα χρειάζεται εις την καθημερινήν συναλλαγήν, το οποίον είναι σχεδόν ανάγκη να έχουν μεταξύ των οι εργάται και όλοι όσοι λαμβάνουν την ανάγκην αυτών, διά να πληρώνουν τους μισθούς εις τους μισθωμένους δούλους και πλησιοχώρους. Διά τα οποία θεωρούμεν ότι είναι μεν έγκυρον το νόμισμα μεταξύ των, αλλά διά τους άλλους ανθρώπους είναι άκυρον. Όσον δε διά κοινόν Ελληνικόν νόμισμα διά τας εκστρατείας και τας αποδημήσεις εις άλλας χώρας, λόγου χάριν διά αποστολάς ή διά καμμίαν αντιπροσωπείαν αναγκαίαν χάριν της πόλεως, όταν είναι ανάγκη να σταλή κανείς, δι' αυτό μόνον πρέπει πάντοτε η πόλις να έχη κοινόν Ελληνικόν νόμισμα, εις δε τους ιδιώτας, αν τυχόν γίνη καμμία ανάγκη να περιοδεύσουν, ας ζητήσουν από τους άρχοντας και ας αναχωρήσουν, εάν όμως επιστρέψη κανείς από κανέν μέρος και φέρη μαζί του εις την πατρίδα νόμισμα ξενικόν ως περίσσευμα, ας το καταθέση εις την πόλιν και ας λάβη αναλόγως το εγχώριον. Εάν όμως κανείς αποδειχθή ότι το οικειοποιείται, ας δημευθή, και όστις το γνωρίζει και δεν το μαρτυρεί ας είναι συνένοχος με τον μετακομιστήν του εις την κατάραν και το όνειδος και περιπλέον εις πρόστιμον όχι ολιγώτερον από το ξένον νόμισμα, το οποίον έφερε.
Όταν δε νυμφεύεται ή υπανδρεύη κόρην, να μη του δίδη ούτε να παίρνη από αυτόν προίκα οποιανδήποτε κατ' αρχήν, ούτε νόμισμα να αφήνη ως παρακαταθήκην εις όποιον δεν έχει κανείς εμπιστοσύνην, ούτε να δανείζη με τόκον, διότι είναι δυνατόν ο δανεισθείς να μην επιστρέψη διόλου ούτε τον τόκον ούτε το κεφάλαιον. Ότι δε αυτή είναι λαμπροτάτη ασχολία διά να την εκτελή κανείς χάριν της πόλεως, ως εξής ημπορεί κανείς να τα εξετάση, διά να τα κρίνη ορθώς σχετίζων αυτά πάντοτε με την αρχήν και με το πνεύμα του νομοθέτου. Λοιπόν του νοήμονος πολιτικού ο πόθος είναι, κατά την γνώμην μας, όχι αυτό που νομίζουν οι περισσότεροι, ότι δηλαδή πρέπει αληθής νομοθέτης να ποθή να γίνη όσον το δυνατόν μεγαλιτέρα η πόλις εις την οποίαν νομοθετεί με εύνοιαν, και πλουσία, και έχουσα πολύν χρυσόν και άργυρον, και κυριαρχούσα κατά ξηράν και κατά θάλασσαν όσον το δυνατόν περισσοτέρους. Ημπορεί δε να προσθέση κανείς και ότι πρέπει να θέλη ο νομοθέτης να είναι όσον το δυνατόν καλλιτέρα η πόλις και ευτυχεστέρα. Από αυτά δε άλλα μεν είναι δυνατόν να εκτελεσθούν, άλλα όμως όχι. Και λοιπόν όσα μεν είναι δυνατόν να εκτελεσθούν ημπορεί να τα θέλη ο διαρρυθμιστής αυτής, όσα όμως δεν είναι δυνατόν να εκτελεσθούν ούτε τα θέλει ούτε κάμνει ματαίας δοκιμάς. Δηλαδή το να γίνουν οι πολίται αγαθοί και συγχρόνως ευτυχείς σχεδόν είναι δυνατόν.
Αυτό λοιπόν θα το ποθήση. Αλλά πάλιν να είναι πολύ πλούσιοι και συγχρόνως αγαθοί, είναι αδύνατον, τουλάχιστον όσους θεωρούν πλουσίους οι περισσότεροι άνθρωποι, θεωρούν δε τοιούτους εκείνους οι οποίοι μεταξύ ολίγων κατέχουν κτήματα άξια πάρα πολλού νομίσματος, τα οποία είναι δυνατόν να τα έχη και ο κακός. Αλλά, αν αυτό είναι αληθές, τότε εγώ ποτέ δεν συμφωνώ μαζί των ότι ο πλούσιος είναι όντως ευτυχής, εάν δεν είναι συγχρόνως και αγαθός. Αλλά πάλιν, εάν είναι υπερόχως αγαθός, είναι αδύνατον να είναι και υπερόχως πλούσιος. Διατί λοιπόν; Ίσως είπη κανείς. Διότι, θα του ειπούμεν, η απόκτησις από δίκαια και άδικα συγχρόνως είναι διπλασία παρά η απόκτησις μόνον από δίκαια, και τα έξοδα του μη εξοδεύοντος ούτε εις καλάς πράξεις ούτε εις αισχράς είναι διπλασίως ολιγώτερα από τους θέλοντας να εξοδεύουν εις καλάς πράξεις. Επομένως δεν είναι ποτέ δυνατόν, από τον αποκτώντα διπλάσια και εξοδεύοντα τα μισά να γίνη πλουσιώτερος όστις κάμνει τα αντίθετα από αυτά. Είναι δε από αυτούς τους δύο ο μεν είς αγαθός, ο δε άλλος όχι κακός, εάν είναι απλώς φιλάργυρος. Πολλάκις όμως είναι και πάγκακος. Αγαθός όμως, καθώς είπαμεν προ ολίγου, ποτέ δεν είναι. Δηλαδή όστις λαμβάνει και δικαίως και αδίκως, αλλά δεν εξοδεύει ούτε δικαίως ούτε αδίκως, είναι πλούσιος, όταν συγχρόνως είναι και φιλάργυρος. Ο δε πάγκακος συνήθως, επειδή είναι πολύ άσωτος, είναι υπερβολικά πτωχός. Όστις δε εξοδεύει εις καλά έργα και απολαμβάνει μόνον από δίκαια, ούτε υπέροχος εις τον πλούτον είναι δυνατόν να γίνη ευκόλως ούτε πάλιν πολύ πτωχός. Ώστε ο διισχυρισμός μας είναι ορθός, ότι δεν είναι οι βαθύπλουτοι αγαθοί. Αφού δε δεν είναι αγαθοί, δεν είναι ούτε ευτυχείς.
Αλλά η νομοθεσία μας αυτή απέβλεπε, πώς να είναι ευτυχέστατοι οι πολίται και φίλοι μεταξύ των. Δεν ημπορούν όμως ποτέ οι πολίται να είναι φίλοι, όπου υπάρχουν πολλαί δίκαι μεταξύ των και πολλαί αδικίαι, αλλά όταν είναι όσον το δυνατόν ολιγώτεραι. Λοιπόν λέγομεν ότι δεν πρέπει να υπάρχη εις την πόλιν ούτε χρυσός ούτε άργυρος, ούτε πάλιν κερδοσκοπεία μεγάλη με βαναυσότητας και με τόκους, ούτε με ποίμνια άσχημα, αλλά με όσα παράγει η γεωργία, και από αυτά πάλιν όσα δεν θα τον κάμουν να κερδοσκοπή και να παραμελή εκείνα χάριν των οποίων επλάσθησαν τα χρήματα. Αυτά δε είναι η ψυχή και το σώμα, τα οποία χωρίς γυμναστικήν και την άλλην εκπαίδευσιν δεν είναι ποτέ δυνατόν να γίνουν αξιόλογα. Δι' αυτό λοιπόν δεν το είπαμεν μίαν φοράν μόνον, ότι ως τελευταίον πρέπει να εκτιμώμεν την φροντίδα διά τα χρήματα. Διότι τρία είναι όλα όσα επιδιώκει ο άνθρωπος, από αυτά δε τελευταίον και τρίτον είναι η ορθή φροντίς διά τα χρήματα, η δε του σώματος είναι μέση, και πρώτη είναι η φροντίς της ψυχής. Και τόρα λοιπόν και η πολιτεία την οποίαν συζητούμεν, εάν μεν αυτήν την σειράν δίδη εις τας τιμάς, είναι ορθώς νομοθετημένη. Εάν όμως από τους επιβαλλομένους εις αυτήν νόμους αποδειχθή ότι προτιμά από την φρόνησιν την υγείαν ή τον πλούτον από την υγείαν και την φρόνησιν, θα αποδειχθή ότι δεν νομοθετεί ορθώς.
Αυτά λοιπόν πρέπει ο νομοθέτης να ερωτά τον εαυτόν του: «Τι επιδιώκω και αν εκτελείται τούτο ή αποτυγχάνω τον σκοπόν μου». Και τότε ίσως και ο ίδιος να αλλάξη την νομοθεσίαν και τους άλλους να ελαφρύνη, κατ' άλλον τρόπον όμως ποτέ δεν είναι δυνατόν απολύτως. Λοιπόν όστις επέτυχε τον κλήρον του ας τον έχη, λέγομεν, συμφώνως με τους όρους που είπαμεν. Και βεβαίως καλόν θα ήτο αν ήρχετο ο καθείς εις την αποικίαν έχων ίσα και όλα τα άλλα. Επειδή όμως δεν είναι δυνατόν, αλλά άλλος μεν θα φέρη μαζί του περισσότερα χρήματα, άλλος δε ολιγώτερα, είναι βεβαίως ανάγκη και διά πολλούς άλλους λόγους και χάριν αναλογίας των παροχών της πόλεως να γίνουν άνισα τιμήματα, ώστε εις τας εξουσίας και τας συνεισφοράς και τας διανομάς να λαμβάνεται υπ' όψιν η αξία εκάστου, όχι μόνον της αρετής των προγόνων και της ιδικής του, ούτε της σωματικής του δυνάμεως και πλαστικότητος, αλλά της χρησιμοποιήσεως του πλούτου και της πτωχείας, και εάν λαμβάνουν τιμάς και αρχάς όσον το δυνατόν ίσας με την άνισον αναλογίαν, να μη φιλονικούν. Διά τούτο πρέπει να ορισθούν ως μεγέθη της περιουσίας τέσσαρα τιμήματα, ο πρώτος βαθμός και ο δεύτερος και ο τρίτος και ο τέταρτος, ή με κανέν άλλο όνομα αν ονομασθούν, είτε μένουν εις το ίδιον τίμημα, είτε γίνονται πλουσιώτεροι από πτωχούς και πτωχοί από πλουσίους και μεταβαίνουν εις το αρμόδιον δι' αυτούς τίμημα. Εκτός τούτων όμως εγώ θεωρώ ως συναφή τον εξής νόμον. Δηλαδή φρονώ ότι πρέπει, όταν μία πόλις δεν θέλη να γνωρίση την μεγαλιτέραν ασθένειαν, η οποία λέγεται στάσις, αλλά θα ήτο ορθότερον να ονομασθή διάστασις (5), να μην υπάρχη ούτε η φοβερά πτωχεία εις μερικούς πολίτας ούτε πάλιν ο πλούτος, διότι και τα δύο αυτά φέρουν εκείνα τα δύο. Τόρα λοιπόν ο νομοθέτης πρέπει να θέση όριον και εις τα δύο αυτά. Και λοιπόν όριον μεν της πτωχείας ας είναι η αξία του κλήρου του, ο οποίος πρέπει να μένη και τον οποίον ποτέ κανείς άρχων δεν θα επιτρέψη να ελαττωθή, αλλά και από τους άλλους κανείς δεν θα το επιτρέψη, όστις έχει φιλοδοξίαν διά την αρετήν, Αφού δε ορίση αυτόν ως μέτρον ο νομοθέτης, θα επιτρέψη να έχη κανείς διπλάσια και τριπλάσια από αυτόν μέχρι του τετραπλασίου. Εάν όμως έχη κανείς περισσότερα από αυτά ή διότι τα εύρε ή διότι του εδόθησαν από κάποιον μέρος, ή διότι εκερδοσκόπησε ή με καμμίαν παρομοίαν τύχην απέκτησε όσα είναι ανώτερα από το ωρισμένον ποσόν, αν αποδώση αυτά εις την πόλιν και εις τους προστάτας της πόλεως θεούς, θα είναι δοξασμένος και ατιμώρητος. Εάν όμως κανείς παρακούη τούτον τον νόμον, τότε θα τον αποκαλύψη όστις θέλει με τον όρον να λάβη τα μισά, όστις δε ενοχοποιηθή, θα πληρώση άλλα τόσα από την ιδιοκτησίαν του, τα δε μισά ανήκουν εις τους θεούς. Η δε ιδιοκτησία όλη του καθενός έξω από τον κλήρον ας καταγραφή εις τα φανερά εις την επιθεωρητικήν εξουσίαν, την οποίαν θα ορίση ο νόμος, διά να γίνωνται ευκόλως και πολύ καθαρά αι δίκαι, όσαι περιστρέφονται εις χρήματα.
Κατόπιν δε πρέπει πρώτον μεν η πόλις να κτισθή όσον το δυνατόν εις το κέντρον της χώρας το οποίον να το εκλέξωμεν διά να έχη όλα τα άλλα όσα είναι πρόσφορα διά την πόλιν, τα οποία δεν είναι δύσκολον να τα εννοήσωμεν και να τα ειπούμεν. Έπειτα δε να την χωρίσωμεν εις δώδεκα μέρη, αφού ιδρύσωμεν πρώτον ναόν της Εστίας και του Διός και της Αθηνάς ονομάζοντες αυτό το μέρος ακρόπολιν και περιτειχίζοντες αυτό, από αυτό δε να αρχίσωμεν να χωρίζωμεν τα δώδεκα μέρη και της πόλεως και όλης της χώρας. Πρέπει δε να γίνουν ίσα τα δώδεκα μέρη, εάν τα μεν μερίδια της καλής γης γίνουν μικρά, της δε χειροτέρας μεγαλίτερα. Κλήρους δε να χωρίσωμεν πέντε χιλιάδες σαράντα, έκαστον δε πάλιν από αυτούς να τον χωρίσωμεν εις δύο, διά να είναι ο είς εις τα μακρινά, ο δε άλλος εις τα πλησιέστερα. Και το πλησιέστερον της πόλεως με τα μακρινώτερον να γίνουν είς κλήρος, και πάλιν το δευτεροβαθμίως γειτονικόν εις την πόλιν μαζί με το δευτεροβαθμίως μακρινόν είς κλήρος, και όλα τα άλλα με την ιδίαν αναλογίαν. Να επιδιώξη δε και εις τα δύο τιμήματα να εφαρμοσθή το ίδιον ως προς την ευφορωτέραν και αφορωτέραν χώραν, δηλαδή να επαναφέρη την ισότητα με το περισσότερον και ολιγώτερον της διανομής. Πρέπει δε και τους άνδρας να μοιράση εις δώδεκα μέρη, αφού εκτελέση την απογραφήν όλων και αφού συμποσώση όσον το δυνατόν εξ ίσου τα δώδεκα μέρη. Και μάλιστα κατόπιν να θέση και δώδεκα κλήρους διά τους δώδεκα θεούς και να ονοματίση και να αφιερώση το πληρωθέν μέρος εις έκαστον θεόν, και αυτό να ονομάση φυλήν. Να διαιρέση δε πάλιν τα δώδεκα τμήματα της πόλεως με τον ίδιον τρόπον που εμοίρασε την γην. Και έκαστος να λάβη δύο κατοικίας, μίαν πλησιεστέραν από το μέσον και μίαν μακρινωτέραν. Και ο μεν συνοικισμός να τελειώση ούτω πως.
Πρέπει όμως ημείς διά παντός τρόπου να εννοήσωμεν τα εξής, ότι αυτά που λέγομεν τόρα δεν είναι δυνατόν να συμπέσουν εις παρομοίας περιστάσεις, ώστε όλα να συμβούν όπως τα λογαριάζομεν και οι άνδρες να είναι τοιούτοι ώστε να μη δυστροπήσουν δι' αυτόν τον συνοικισμόν, αλλά να υπομείνουν να έχουν ωρισμένον ποσόν χρημάτων και μέτριον εις όλην των την ζωήν και τεκνοποιίαν οποίαν είπαμεν δι' έκαστον και να στερούνται χρυσόν και όσα άλλα είναι φανερόν ότι θα τους διδάξη ο νομοθέτης συμφώνως με τα προηγούμενα, ακόμη δε καθώς είπα τον μέσον όρον της χώρας και της πόλεως και τας κυκλικάς κατοικίας, σχεδόν εντελώς ως να λέγη όνειρα ή να πλάττη πόλιν από κερί και πολίτας. Και βεβαίως αυτά που είπαμεν κάπως δεν είναι εσφαλμένα, πρέπει όμως κανείς να επαναλαμβάνη με τον εαυτόν του τα εξής. Πάλιν ο νομοθέτης φαίνεται ότι μας λέγει το εξής: φίλοι μου, εις αυτήν την συζήτησιν μήτε εγώ να νομίζετε ότι απατώμαι ως προς αυτά που λέγω, ότι δηλαδή διηγούμαι κάπως αληθινά πράγματα. Αλλ' απλώς νομίζω ότι τα εξής είναι δικαιότατον εις όλα όσα πρόκειται να συζητηθούν, δηλαδή όστις παρουσιάζει το πρότυπον συμφώνως προς το οποίον πρόκειται να κατασκευασθή το σχεδιαζόμενον πράγμα, δεν πρέπει να παραλείψη τίποτε από τα κάλλιστα και αληθέστατα εις όποιον όμως είναι αδύνατον να πραγματοποιήση αυτό, να το αφήση και να μη το εκτελέση, να συλλογίζεται όμως πώς να εκτελεσθή ό,τι είναι πλησιέστερον προς αυτό και ομοιότερον από όλα τα συγγενή. Να επιτρέψη δε εις τον νομοθέτην να θέση τέλος εις τον σκοπόν του, και αφού γίνη αυτό, τότε πλέον να σκεφθή μαζί με αυτόν, ποίον από όσα ελέχθησαν συμφέρει και ποίον εις την νομοθεσίαν είναι ανηφορικόν. Δηλαδή εκείνο που συμβιβάζεται προς τον εαυτόν του πρέπει υπό πάσαν έποψιν να τελειοποιή όστις θέλει να φανή άξιος δημιουργός και της χειροτέρας συζητήσεως.
Τόρα λοιπόν μετά την παραδοχήν αυτής της διανομής εις δώδεκα μέρη, πρέπει να φροντίσωμεν να νοήσωμεν με ποίον τρόπον πρέπει να χωρίσωμεν αυτά τα δώδεκα μέρη, αφού έκαστον από αυτά θα περιέχη πάρα πολλάς υποδιαιρέσεις και εκείναι πάλιν θα φέρουν άλλας μέχρι των πέντε χιλιάδων σαράντα. Από αυτάς δε πρέπει ο νόμος να ορίση τας συνοικίας και τους δήμους και τα χωρία και πάλιν τας πολεμικάς τάξεις και τας συναθροίσεις, ακόμη δε τα νομίσματα και τα ξηρά και υγρά μέτρα και τα σταθμά και όλα ανεξαιρέτως να είναι συμμετρικά και σύμφωνα μεταξύ των. Εκτός τούτου όμως δεν πρέπει από τον φόβον μήπως νομισθή μικρολογία να οπισθοχωρήση εάν διατάξη να μη μένη τίποτε αμέτρητον από όλα τα σκεύη τα οποία έχουν, και κατά γενικόν κανόνα να παραδεχθή ότι εις όλα είναι χρήσιμοι αι διαιρέσεις και οι συνδυασμοί των αριθμών και καθ' εαυτούς και εις την εφαρμογήν των εις τα μήκη και τα βάθη και τους συνδυασμούς και μάλιστα εις τους τόνους και τας κινήσεις και της ευθυγράμμου καθέτου ανυψώσεως και καταβιβάσεως και διαγραφής κύκλου. Δηλαδή εις όλα αυτά πρέπει να αποβλέψη ο νομοθέτης και όσον του είναι δυνατόν να μη απομακρύνεται από αυτό εις την σύνταξιν των διατάξεων δι' όλους τους πολίτας. Αλλά και διά την οικιακήν οικονομίαν και την πολιτείαν και όλας τας τέχνας ουδέν άλλο μάθημα έχει διδακτικήν δύναμιν, όσην η μελέτη των αριθμών. Και το σπουδαιότερον είναι ότι τον φύσει νυσταλέον και αμαθή τον εξυπνά και τον κάμνει επιδεκτικόν και μνημονικόν και αγχίνουν, προκόπτοντα περισσότερον από την ιδιοφυίαν του με θείαν παιδαγωγικήν μέθοδον. Όλαι αύται λοιπόν αι ασχολίαι ημπορούν να είναι καλαί και ευπρεπείς, όταν κανείς με άλλους νόμους και ασχολίας αφαιρή την ανελευθερίαν και φιλαργυρίαν από τας ψυχάς εκείνων οι οποίοι θέλουν να τας αποκτήσουν επαρκώς και επωφελώς. Ειδεμή χωρίς να το αντιληφθή κανείς, είναι δυνατόν να δημιουργή αντί της σοφίας την πανουργίαν, καθώς λέγουν, καθώς ημπορεί να ιδή τους Αιγυπτίους και τους Φοίνικας και πολλά άλλα έθνη που κατήντησαν από την ανελευθερίαν των άλλων ασχολιών και κτημάτων των, είτε διότι ανεφάνη εις αυτούς κάποιος μηδαμινός νομοθέτης και τα έκαμε αυτά, είτε κακή τύχη τους έπεσε, είτε και κάποια παρομοία φύσις.
Και βεβαίως, καλέ Μέγιλλε και Κλεινία, ας μη σας διαφύγη ούτε τούτο περί των γεωγραφικών τοποθεσιών, ότι τάχα δεν υπάρχουν άλλοι τόποι διαφορετικοί από άλλους ως προς το να παράγουν ανθρώπους καλλιτέρους και χειροτέρους και ότι η νομοθεσία δεν πρέπει να αντιβαίνη εις αυτούς. Και άλλων μεν οι κάτοικοι από τους διαφόρους ανέμους και τα καύματα γίνονται χυδαίοι και εξωφρενικοί, άλλων δε από τα νερά και την σχετικήν τροφήν την παραγομένην από την γην όχι μόνον τα σώματα είναι καλλίτερα ή χειρότερα, αλλά και η ψυχή των ημπορεί να πάθη τα ίδια. Από αυτούς πάλιν πολύ ανωτέρα είναι η τοποθεσία της χώρας εις την οποίαν έτυχε κάποια θεία έμπνευσις και λαχνός θεοτήτων, και δέχονται με ευμένειαν πάντοτε τους αποικιζομένους εις αυτούς ή αντιθέτως. Τα οποία όλα πρέπει να τα εξετάση ο νοήμων νομοθέτης όσον είναι δυνατόν εις τον άνθρωπον, και τότε να δοκιμάση να θέση τους νόμους. Αυτό λοιπόν πρέπει να κάμης και συ, Κλεινία. Πρώτον πρέπει εις αυτά να στραφής, αφού σκοπεύεις να συνοικίσης αυτήν την χώραν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ξένε Αθηναίε, και συ ωραιότατα ομιλείς και εγώ ομοίως πρέπει να κάμω.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΣΤ'.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Κατόπιν όμως από όσα είπαμεν τόρα, σχεδόν πρέπει να γίνουν αι εγκαταστάσεις των αρχών εις την πόλιν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως αυτό είναι ορθόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτά τα δύο πράγματα υπάρχουν διά την διακόσμησιν της πολιτείας. Πρώτον μεν η εγκατάστασις των αρχών και των προσώπων τα οποία θα τας αναλάβουν, και πόσαι πρέπει να είναι και με ποίον τρόπον να είναι και με ποίον τρόπον να διορίζονται. Έπειτα πρέπει εις εκάστην αρχήν να ορίσωμεν πάλιν πόσοι και ποίοι νόμοι αρμόζουν εις εκάστην. Ας σταματήσωμεν όμως ολίγον προ της εκλογής των και ας ειπούμεν μίαν εξήγησιν, η οποία αρμόζει να λεχθή δι' αυτήν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία είναι αυτή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Η εξής. Είναι βεβαίως εις τον καθένα φανερόν ότι, ενώ το έργον της νομοθεσίας είναι μέγα εις την καλήν διοργάνωσιν της πόλεως, όμως, εάν εις τους καλώς θεσπισθέντας νόμους διορισθούν άρχοντες ανεπιτήδειοι, όχι μόνον δεν ωφελούν αυτοί οι καλοί νόμοι, αλλά εκτός του ότι ημπορούν να γίνουν εντελώς άξιοι εμπαιγμού, σχεδόν ημπορούν να φέρουν την μεγαλιτέραν βλάβην και συμφοράν εις τας πόλεις.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν, φίλε μου, τούτο ας φαντασθώμεν ότι συμβαίνει τόρα εις εσέ ως προς το πολίτευμά σου και την πόλιν. Δηλαδή βλέπεις ότι όσοι αναλαμβάνουν ορθώς τας εξουσίας πρέπει πρώτον μεν να δώσουν προηγουμένως απόδειξιν αρκετήν και οι ίδιοι και τα γένος των από την παιδικήν ηλικίαν μέχρι της εκλογής των. Έπειτα πάλιν όσοι πρόκειται να εκλεγούν πρέπει να έλαβαν ανατροφήν σύμφωνον με τους νόμους ως προς το να είναι δύστροποι ή εύκολοι εις την ορθήν κρίσιν και απόφασιν περί των ικανών ή μη ικανών. Τόρα όμως οι νεοσύλλεκτοι, αυτοί οι οποίοι δεν γνωρίζονται μεταξύ των, και ακόμη είναι και απαίδευτοι, πώς είναι δυνατόν να εκλέξουν αμέμπτως τους άρχοντας;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Σχεδόν ποτέ δεν είναι δυνατόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά βεβαίως η παροιμία λέγει ότι ο αγών δεν επιτρέπει προφάσεις. Και λοιπόν και συ τόρα και εγώ το ίδιον πρέπει να κάμωμεν, αφού συ μεν τόρα ανέλαβες προθύμως να κτίσης την πόλιν διά την φυλήν των Κρητών επί κεφαλής δέκα αντιπροσώπων, καθώς το λέγεις μόνος σου, εγώ δε πάλιν ανέλαβα να σε συνδράμω με την τορινήν μας διήγησιν. Λοιπόν βεβαίως δεν πρέπει να αφήσω τον λόγον ακέφαλον. Διότι οπουδήποτε και αν υπάγη, αν είναι τοιούτος, θα φανή εντελώς χωρίς γόητρον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ωραία ωμίλησες, φίλε Ξένε.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Όχι μόνον ωμίλησα, αλλά και θα εκτελέσω ομοίως, όσον εξαρτάται από τας δυνάμεις μου.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως ας εκτελούμεν, καθώς λέγομεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό θα γίνη, αν θέλη ο θεός και υπερνικήσωμεν το γήρας, το τόσον υπερβολικόν βεβαίως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Είναι ορθόν να έχωμεν προθυμίαν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως ορθόν. Συμφώνως δε με αυτήν ας έχωμεν υπ' όψει μας και το εξής.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι πράγμα;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ότι με ανδρείαν και τόλμην θα κτισθή προς το παρόν η πόλι.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Εις τι κυρίως αποβλέπων είπες αυτά τόρα πάλιν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ότι ευκόλως και αφόβως νομοθετούμεν διά πρωτοπείρους ανθρώπους, χωρίς πολύ πολύ να σκοτισθώμεν πώς θα παραδεχθούν τους θεσπιζομένους αυτήν την στιγμήν νόμους. Είναι δε φανερόν, καλέ Κλεινία, εις έκαστον, και αν δεν είναι πολύ σοφός, ότι αυτοί ποτέ δεν θα τους δεχθούν με ευκολίαν εις την αρχήν, αλλά μόνον εάν κάπως περιμείνωμεν έως ότου οι λαβόντες την μόρφωσιν των νόμων και ανατραφέντες με αυτούς και συνηθίσαντες αυτούς έλαβαν μέρος εις τας αρχαιρεσίας όλης της πόλεως. Εάν όμως γίνη αυτό που λέγομεν, εάν βεβαίως υπάρχη καμμία μέθοδος διά να εκτελεσθή ορθώς, εγώ νομίζω ότι θα υπάρχη πολλή ασφάλεια και εις το μέλλον να διατηρηθή η διαπαιδαγωγηθείσα πόλις.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό φαίνεται τουλάχιστον λογικόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας ιδούμεν αν προμηθεύομεν δι' αυτά καμμίαν ευκολίαν με τα εξής. Δηλαδή φρονώ, φίλε Κλεινία, ότι περισσότερον από όλους τους Κρήτας οι Κνώσιοι πρέπει όχι μόνον να ιερουργήσουν χάριν της χώρας, η οποία τόρα αποικίζεται, αλλά και συντόνως να επιμεληθούν να αναγορεύσουν τους πρώτους άρχοντας όσον το δυνατόν ασφαλέστερα και καλλίτερα. Διά μεν τας άλλας λοιπόν είναι κάπως συντομώτερος ο κόπος, οι νομοφύλακες όμως είναι μεγάλη ανάγκη να εκλεχθούν πρώτοι με μεγάλην βίαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίαν λοιπόν ευκολίαν και εξήγησιν έχομεν να ειπούμεν κατόπιν από αυτήν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Την εξής. Εγώ φρονώ, παιδιά της Κρήτης, ότι οι Κνώσιοι, επειδή πρωτοστατούν όλων των άλλων πόλεων εκ συμφώνου με όλους τους συμμετέχοντας εις τον συνοικισμόν τούτον, πρέπει να εκλέξουν από τους ιδικούς των και από εκείνους άρχοντας εν συνόλω τριάντα επτά, δεκαεννέα όμως από τας προσθέτους πόλεις, τους δε άλλους από αυτήν την Κνωσόν. Αυτούς δε ας τους δώσουν χάριν της πόλεως αυτής οι Κνώσιοι, και σε τον ίδιον ως πολίτην αυτής της αποικίας, ίνα από τους δέκα οκτώ, αφού σε καταπείσουν ή σου το επιβάλουν με μέτριον εξαναγκασμόν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι δηλαδή; Τάχα και συ, καλέ ξένε, και ο Μέγιλλος δεν λαμβάνετε μέρος εις αυτήν την πολιτείαν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φίλε Κλεινία, και αι Αθήναι και η Σπάρτη είναι πολύ υπερήφανοι, εξ άλλου όμως και αι δύο ευρίσκονται πολύ μακράν. Διά σε όμως είναι καθ' όλα αρμονικόν, ομοίως δε και διά τους άλλους αποικιστάς, καθώς φαίνεται από όσα λέγεις τόρα. Λοιπόν ας ειπούμεν όσον το δυνατόν καλλίτερον πώς είναι δυνατόν να γίνη τελειότερον προς το παρόν. Αφού δε παρέλθη καιρός και στερεωθή το πολίτευμα, ας γίνη εκλογή μεταξύ αυτών ως εξής κάπως. Ας λάβουν μέρος εις την υποψηφιότητα των αρχόντων όλοι όσοι ακριβώς φέρουν όπλα ιππικά και πεζικά και έλαβαν μέρος εις τον πόλεμον κατά την σειράν της ηλικίας των. Να γίνεται δε η εκλογή εις εκείνον τον ναόν, τον οποίον η πόλις θα θεωρήση σεμνοπρεπέστερον, να φέρη δε έκαστος επάνω εις τον βωμόν του θεού τα όνομά του γραμμένον εις ψηφοδέλτιον με το όνομα του πατρός του και της φυλής του και του δήμου του, όπου είναι εγγεγραμμένος, να προσθέση δε συμφώνως με αυτά και το ιδικόν του όνομα.
Να επιτρέπεται δε εις οποιονδήποτε, όποιον ψηφοδέλτιον φρονεί ότι δεν είναι καθώς πρέπει γραμμένον, να το σηκώση και να το εκθέση εις την αγοράν όχι ολιγώτερον από τριάντα ημέρας. Όσα δε ψηφοδέλτια εκλεχθούν πρώτα μέχρι των τριακοσίων, αυτά οι άρχοντες να τα παρουσιάσουν εις όλην την πόλιν να τα ιδή, η δε πόλις από αυτά πάλιν να εκλέγη όποιον προτιμά έκαστος, και τους εκατόν εξ αυτών που θα εκλεχθούν διά δευτέραν φοράν να τους δείξουν εις όλους. Και τρίτην δε φοράν ας εκλέγη από τους εκατόν όποιον θέλει έκαστος προχωρών έως εις τας τελευταίας υποδιαιρέσεις. Αφού δε εκλέξουν τους τριανταεπτά, οι οποίοι συνεκέντρωσαν τας περισσοτέρας ψήφους, ας τους αναγορεύσουν άρχοντας. Λοιπόν, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, ποίοι θα εκτελέσουν εις την πόλιν μας όλα αυτά όσα περιστρέφονται εις τους άρχοντας και την έγκρισιν αυτών; Άραγε εννοούμεν ότι εις τας πόλεις αι οποίαι διά πρώτην φοράν διοργανώνονται πρέπει να υπάρχουν κάποιοι, αλλά ότι δεν είναι δυνατόν αυτοί να προηγούνται από όλους τους άρχοντας; Και όμως οπωσδήποτε είναι ανάγκη και μάλιστα να είναι όχι μηδαμινοί αλλά όσον το δυνατόν υπέροχοι.
Διότι η αρχή λέγεται μεν το ήμισυ του παντός εις τας παροιμιώδεις εκφράσεις και βεβαίως όλοι εγκωμιάζομεν μίαν καλήν αρχήν Αλλ' αυτή μου φαίνεται ότι είναι περισσότερον από ήμισυ και κανείς δεν την εγκωμίασε αρκούντως όταν γίνεται καλά.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν, αφού την γνωρίζομεν, ας μη το αποσιωπήσωμεν, χωρίς να την εξετάσωμεν σαφώς μεταξύ μας, με ποίον τρόπον θα γίνη. Εγώ λοιπόν δεν έχω άλλο τίποτε πρόχειρον παρά να ειπώ προς το παρόν ένα αναγκαίον και συμφέροντα λόγον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φρονώ ότι εις την πόλιν αυτήν, την οποίαν σκοπεύομεν να συνοικίσωμεν, δεν υπάρχει άλλη ως μήτηρ και πατήρ της παρά η πόλις η οποία την συνοικίζει, αν και γνωρίζω ότι πολλαί αποικίαι κάποτε εφάνησαν και θα φαίνωνται ασύμφωνοι με τας μητροπόλεις των. Τόρα όμως προς το παρόν καθώς το παιδί, έστω και αν αργότερα θα γίνη διαφορετικόν από τους γονείς του, μέσα όμως εις την προσωρινήν έλλειψιν ανατροφής αγαπά τούς γονείς του και αγαπάται από αυτούς, και πάντοτε καταφεύγει εις τους συγγενείς του και τους ευρίσκει ως μόνους ασφαλείς συμμάχους. Αυτά λοιπόν φρονώ ότι θα υπάρξουν ευχαρίστως εις τους Κνωσίους, διά να περιποιηθούν την νέαν πόλιν και από την νέαν πόλιν εις την Κνωσόν. Εννοώ δε καθώς το είπα προ ολίγου (και βεβαίως το καλόν δεν είναι ζημία, αν το ειπούμεν δύο φοράς), ότι οι Κνώσιοι πρέπει ομού να φροντίσουν δι' όλα αυτά, αφού εκλέξουν όσον το δυνατόν τους γεροντοτέρους και τους καλλιτέρους από όσους θα έλθουν εις την αποικίαν, όχι ολιγωτέρους δε από εκατόν άνδρας. Και από τους ιδίους Κνωσίους ας είναι άλλοι εκατόν. Αυτοί δε φρονώ ότι πρέπει να έλθουν μαζί εις την νέαν πόλιν και να φροντίσουν, πώς να εκλεχθούν οι άρχοντες συμφώνως με τους νόμους και να επικυρωθούν. Αφού δε γίνουν αυτά, οι μεν Κνώσιοι να κατοικούν εις την Κνωσόν, η δε νέα πόλις μόνη της να προσπαθή να διατηρήται και να ευτυχή. Οι δε τριάντα επτά που είπαμεν και τόρα και κατόπιν εις αιώνα τον άπαντα ας ακλέγωνται υπό τους εξής όρους. Πρώτον μεν να είναι φύλακες των νόμων, έπειτα δε των αρχείων, όπου θα δηλώση έκαστος πολίτης εις τους άρχοντας το ποσόν της περιουσίας του, εκτός του τιμήματος του, το οποίον διά την πρώτην τάξιν είναι τέσσαρες μναι (6), διά δε την δευτέραν τρεις, διά την τρίτην δύο και διά την τετάρτην μία μνα· εάν όμως κανείς αποδειχθή ότι κατέχει και άλλο τίποτε έξω από τα δηλωθέντα, αυτό ας δημευθή ολόκληρον, εκτός αυτού δε ας τον εναγάγη εις δίκην όποιος θέλει όχι καλήν ούτε εύφημον, αλλά ατιμωτικήν, εάν αποδειχθή ότι χάριν του κέρδους περιφρονεί τους νόμους. Λοιπόν ας τον καταγγείλη δι' αισχροκέρδειαν όστις θέλει και ας διεξαγάγη την δίκην εμπρός εις τους ιδίους τους νομοφύλακας. Εάν δε καταδικασθή ο εγκαλούμενος, ας μη μετέχη των κοινών κτημάτων, και όταν γίνη εις την πόλιν καμμία διανομή, ας μη λάβη μερίδων, εκτός του κλήρου του, ας γραφή δε η καταδίκη του, ενόσω ζη, εις μέρος όπου θα την αναγνώση όστις θέλει. Να μη μένη δε εις την εξουσίαν περισσότερον από είκοσι έτη ο νομοφύλαξ, και να μη απολαμβάνη την αρχήν, εάν δεν γίνη πενήντα ετών. Εάν δε την αναλάβη εξήντα ετών, τότε ας την διατηρήση μόνον δέκα έτη, και με αυτήν την αναλογίαν, όσα έτη κανείς επέρασε το εξηκοστόν έτος της ηλικίας, ας μη φρονή ότι θα διατηρήση μεταξύ αυτών των αρχόντων την τόσον σπουδαίαν εξουσίαν.
Λοιπόν περί των νομοφυλάκων αυτά τα τρία προστάγματα ας είναι αρκετά, όσον δε οι νόμοι προχωρούν θα προστάξη ο καθείς μας εις αυτούς τους άνδρας τι άλλο πρέπει να επιμεληθούν εκτός αυτών που λέγομεν τόρα. Τόρα όμως ας ομιλήσωμεν περί της εκλογής άλλων αρχών. Δηλαδή κατόπιν από αυτούς πρέπει να εκλέξωμεν στρατηγούς, και χάριν αυτών ως άλλους υποβοηθούς εις τον πόλεμον τους ιππάρχους και φυλάρχους και κοσμήτορας των τάξεων των πεζών φυλών, εις τους οποίους προ πάντων αυτό το όνομα αρμόζει, καθώς οι περισσότεροι το αποδίδουν και τους ονομάζουν ταξιάρχους. Από όλους δε αυτούς τους μεν στρατηγούς ας τους υποδείξουν από μέσα από αυτήν την πόλιν οι νομοφύλακες, ας εκλεχθούν δε από τους υποδειχθέντας όσοι έλαβαν μέρος εις τον πόλεμον κατά σειράν ηλικίας και λαμβάνουν πάντοτε. Εάν δε βεβαίως νομισθή κανείς από τους μη υποδειχθέντας ότι είναι καλλίτερος από κανένα υποδειχθέντα, ας δηλώση ποίον εις την θέσιν ποίου προτείνει, και βεβαιώσας αυτό με όρκον ας προτείνη ως αντικαταστάτην τον άλλον, όποιος δε προτιμηθή διά χειροτονίας ας εγκριθή διά την υποψηφιότητα. Οι τρεις δε, οι οποίοι θα συγκεντρώσουν τας περισσοτέρας ψήφους, να είναι στρατηγοί και επιμεληταί των πολεμικών υποθέσεων, και ας επικυρωθούν καθώς οι νομοφύλακες. Ταξιάρχους δε να προτείνουν δώδεκα οι ίδιοι εκλεχθέντες στρατηγοί, ανά ένα δι' εκάστην φυλήν. Η δε αντιπρότασις να γίνεται καθώς εις τους στρατηγούς, ομοίως δε και η χειροτονία και η επικύρωσις. Αυτήν δε την συνάθροισιν προς το παρόν πριν να εκλεχθούν οι πρυτάνεις και η βουλή ας την συγκεντρώσουν οι νομοφύλακες εις τόπον όσον το δυνατόν ιερόν και ευρύχωρον και ας τοποθετήσουν χωριστά τους οπλίτας και χωριστά τους ιππείς, τρίτον δε, κατόπιν από αυτούς, όλους όσοι είναι δι' επιστράτευσιν. Ας χειροτονούν δε τους μεν στρατηγούς και τους ιππάρχους όλοι, τους δε ταξιάρχους όσοι φέρουν ασπίδα, τους φυλάρχους δε πάλιν αυτών ας τους εκλέγη ολόκληρον το ιππικόν, των δε ψιλών ή των τοξοτών ή κανενός άλλου σώματος τους αρχηγούς ας τους διορίζουν οι στρατηγοί.
Τόρα μένει πλέον να ομιλήσωμεν περί της εκλογής των ιππάρχων. Αυτούς λοιπόν ας τους προτείνουν μεν εκείνοι οι οποίοι επρότειναν και τους στρατηγούς, η δε εκλογή και η αντιπρότασις αυτών να γίνη ομοίως, καθώς των στρατηγών, ας τους χειροτονή δε το ιππικόν εμπρός εις τα όμματα των πεζών, οι δύο δε οι οποίοι θα συγκεντρώσουν τας περισσοτέρας ψήφους (χειροτονίας) ας είναι αρχηγοί όλων των ιππέων. Αι δε ισοψηφίαι εις τας χειροτονίας να διαφιλονικούνται μέχρι δευτέρας εκλογής, Την τρίτην φοράν, εάν δεν μείνουν σύμφωνοι, να αποφασίζουν οι προεδρεύοντες εις εκάστην χειροτονίαν.
Η δε βουλή ας αποτελείται από τριάντα δωδεκάδας βουλευτών, ήτοι το όλον να είναι τριακόσιοι εξήντα, αριθμόν ο οποίος είναι πολύ αρμόδιος διά τας υποδιαιρέσεις. Και πρώτον θα διαιρεθή εις τέσσαρα μέρη ανά ενενήντα και έκαστον τίμημα πρέπει να φέρη ενενήντα βουλευτάς. Και πρώτον μεν από τα ανώτερα τιμήματα όλοι να φέρουν ψηφοδέλτια υποχρεωτικώς, ειδεμή να τιμωρήται με το ανάλογον πρόστιμον όστις δεν συμμορφώνεται. Όταν δε δοθούν τα ψηφοδέλτια, να σφραγισθούν. Την δε άλλην ημέραν να φέρουν κατά τον ίδιον τρόπον από τα δεύτερα τιμήματα καθώς την προηγουμένην, την τρίτην δε ημέραν να φέρη από τα τρίτα τιμήματα, όστις θέλει· να είναι όμως τούτο υποχρεωτικόν και εις τα τρία τιμήματα, από δε το τέταρτον και μικρότερον να είναι απηλλαγμένος από το πρόστιμον όποιος δεν θέλει να φέρη ψηφοδέλτιον. Την τετάρτην δε ημέραν όλοι μεν να φέρουν ψηφοδέλτια, από το τέταρτον και μικρότερον τίμημα, να μη δίδη όμως πρόστιμον όστις από το τέταρτον και τρίτον τίμημα δεν θέλει να φέρη. Όστις όμως δεν θέλει να φέρη από το δεύτερον και το πρώτον να τιμωρήται, ο μεν του δευτέρου με τριπλάσιον πρόστιμον από το πρώτον, ο δε του πρώτου με τετραπλάσιον. Την δε πέμπτην ημέραν να παρουσιάσουν οι άρχοντες τα σφραγισμένα ονόματα εις όλους τους πολίτας, διά να τα ιδούν, από αυτά δε πάλιν υποχρεούται έκαστος πολίτης να εκλέξη, αλλέως τιμωρείται με το πρώτον πρόστιμον. Αφού δε εκλέξουν από έκαστον τίμημα εκατόν ογδώντα, κατόπιν θα επικυρώσουν τους ημίσεις από αυτούς διά κλήρου, αυτοί δε θα είναι οι βουλευταί του έτους εκείνου. Η εκλογή λοιπόν, εάν γίνη ούτω πως, θα αποτελή μέσον βαθμόν μεταξύ μοναρχικού και δημοκρατικού πολιτεύματος, μεταξύ των οποίων πάντοτε πρέπει να ευρίσκεται εις το μέσον το πολίτευμα. Διότι οι δούλοι και οι κυρίαρχοι ποτέ δεν είναι δυνατόν να γίνουν φίλοι, ούτε όταν ανυψώνονται εις ίσας τιμάς οι μηδαμινοί και οι σπουδαίοι. Διότι εις ανίσους ανθρώπους τα ίσα έρχονται άνισα, εάν δεν επιτύχουν το μέτρον των. Και βεβαίως δι' αυτά τα δύο είναι φορτωμένα τα πολιτεύματα από φατριασμούς. Διότι βεβαίως η παλαιά και αληθής παροιμία που λέγει ότι η ισότης είναι αδελφότης, πολύ ορθά και αρμονικά ελέχθη. Ποία όμως είναι αυτή η ισότης, η οποία φέρει αυτήν την αδελφότητα, επειδή δεν είναι πολύ σαφής, μας φέρει ταραχάς. Δηλαδή δύο ισότητες υπάρχουν, αι οποίαι έχουν μεν το ίδιον όνομα, αλλά εις την πραγματικότητα είναι σχεδόν αντίθετοι εις πολλά, και την μεν μίαν ημπορεί πάσα πόλις και πας νομοθέτης να την εφαρμόση εις τας τιμάς, δηλαδή, εκείνην η οποία συνίσταται εις τα μέτρα και τα βάρη και τους αριθμούς, εάν την αποδώση με τον κλήρον εις όλους εξ ίσου. Αλλά την αληθεστάτην και αρίστην ισότητα δεν είναι εύκολον να την αντιληφθή ο καθείς. Διότι η κρίσις αυτής ανήκει εις τον Δία, εις δε τους ανθρώπους πάντοτε ολίγη δίδεται, αλλά όση δοθή εις τας πόλεις ή εις τους ιδιώτας προξενεί παντός είδους αγαθά. Δηλαδή εις τον μεγαλίτερον μοιράζει περισσότερα και εις τον μικρότερον ολιγώτερα, διότι δίδει ανάλογα με το φυσικόν του εις έκαστον, και το κυριώτερον τιμάς μεν πάντοτε μεγαλιτέρας δίδει εις τους ανωτέρους ως προς την αρετήν, εις όσους δε είναι το αντίθετον ως προς την αρετήν και την παιδείαν μοιράζει το αρμόδιον εις έκαστον αναλόγως. Και βεβαίως αυτό είναι πάντοτε και το πολιτικόν μας δίκαιον. Το οποίον και ημείς τόρα πρέπει να το ποθούμεν, και προς αυτό το είδος της ισότητος αποβλέποντες, φίλε Κλεινία, να ιδρύσωμεν την σήμερον συνοικιζομένην πόλιν. Και αν κανείς κάποτε ιδρύση άλλην πρέπει εις αυτό το ίδιον να αποβλέπη, και να νομοθετή, και όχι προς ολίγους τυράννους ή προς ένα ή ακόμη και προς την υπεροχήν του δήμου, αλλά πάντοτε προς το δίκαιον. Τούτο δε είναι αυτό ακριβώς που είπαμεν προ ολίγου, το ίσον το σύμφωνον με την φύσιν, το οποίον αποδίδεται με ανισότητα. Είναι δε βεβαίως ανάγκη και τοιαύτα παρανόματα να μεταχειρισθή όλη η πόλις, εάν θέλη να μην ιδή εντός της φατριασμούς εις κανέν μέρος. Διότι η ευπρέπεια και η παραχωρητικότης του τελείου και του ακριβούς είναι παράκαμψις της (αυστηράς) δικαιοσύνης, όταν γίνεται. Διά τούτο είναι ανάγκη να μεταχειρίζεται την ισότητα του κλήρου ένεκα της δυστροπίας των πολλών, και μόνον τον θεόν και την αγαθήν τύχην να επικαλούνται, διά να επανορθώση τον κλήρον συμφώνως με το πλήρες δίκαιον. Και λοιπόν κατ' αυτόν τον τρόπον πρέπει να μεταχειρίζονται και τα δύο είδη της ισότητος, αλλά όσον το δυνατόν ολιγώτερον το είδος εκείνο το οποίον χρειάζεται τύχην.
Αυτά, φίλοι μου, πρέπει δι' αυτούς τους λόγους να τα εκτελέση ούτω πως η πόλις, η οποία θέλει να διατηρήται. Επειδή δε και το πλοίον, όταν πλέη εις την θάλασσαν, χρειάζεται φρουράν πάντοτε, και την ημέραν και την νύκτα, ομοίως δε και η πόλις η απειλουμένη από την τρικυμίαν των άλλων πόλεων και η οποία ευρίσκεται εις διαφόρους εποφθαλμιάσεις και κινδυνεύει να κυριευθή, δι' αυτό χρειάζεται από την ημέραν έως την νύκτα και από την νύκτα έως την ημέραν να έρχωνται κατά σειράν οι άρχοντες, διαδεχόμενοι πάντοτε οι φρουροί τους φρουρούς και παραδίδοντες εις τους άλλους χωρίς να παύουν ποτέ. Ο υπερβολικός αριθμός όμως δεν ημπορεί να κάμη ποτέ τοιούτον τι. Λοιπόν είναι ανάγκη τους περισσοτέρους βουλευτάς τον περισσότερον καιρόν να τους αφήσωμεν να μείνουν εις τας ιδιωτικάς των υποθέσεις και να τακτοποιούν τα οικογενειακά των, το δε δωδέκατον μέρος των να το μοιράσωμεν εις έκαστον από τους δώδεκα μήνας και να τους καθιστώμεν κατά σειράν επί ένα μήνα φύλακας, ώστε, και όταν έρχεται κανείς από καμμίαν εξωτερικήν πόλιν είτε είναι και από αυτήν την πόλιν να τους συναντά ευκόλως και εάν κανείς θέλη να αναγγείλη τίποτε ή να ζητήση πληροφορίας δι' όσα αρμόζει να αποκρίνεται μία πόλις προς άλλην πόλιν και να δεχθή δευτέρας ερωτήσεις και απαντήσεις, και μάλιστα και διά τας εσωτερικάς της πόλεως ποικίλας ταραχάς, αι οποίαι συνηθίζουν να γίνωνται κάθε τόσον, κυρίως μεν να φροντίζουν πώς να μη συμβαίνουν, αφού γίνουν όμως, να πληροφορηθή αμέσως η πόλις το συμβάν και να θεραπευθή. Διά τούτο και των συναθροίσεων πληρεξούσιον πρέπει να είναι αυτό το μέρος το προεδρικόν της πόλεως και των διαλύσεων και των νομίμων και των αιφνιδίως επερχομένων εις την πόλιν. Αυτά όλα λοιπόν πρέπει να τα διακοσμή το δωδέκατον μέρος της βουλής, το οποίον θα αναπαύεται κατά τα άλλα ένδεκα μέρη του έτους. Πρέπει δε το μέρος αυτό της βουλής να συνεννοήται πάντοτε με τας άλλας αρχάς διά τας φρουράς αυτάς της πόλεως.