WeRead Powered by ReaderPub
Αντιγόνη cover

Αντιγόνη

Chapter 8: ΠΡΑΞΙΣ Γ’·
Open in WeRead

About This Book

After two brothers die fighting for power, the new ruler forbids burial for one as a traitor. Their sister asserts a familial and divine duty to bury him and secretly performs rites; the ruler condemns her to death. A blind prophet warns of disastrous omens, but the ruler's change comes too late: his son and the son's mother kill themselves, leaving the ruler to confront the tragic consequences. The chorus frames events while the drama examines the clash between civic law and religious obligation, and the devastating effects of rigid authority.

ΑΙΜ. Πατέρα, δικός σου είμαι και συ με κυβερνάς με της
             [καλές σου γνώμες,
     που εγώ βέβαια θα της ακολουθήσω,
     γιατί καμμιά παντρειά δε θ’ αξιωθή να μου σταθή
             [ψηλότερα
     από τα σένα, σαν με οδηγείς καλά.

ΚΡΕ. Τέτοια, παιδί μου, πρέπει νάναι η καρδιά σου
     και πάντα να στέκης πίσω από τη γνώμη του πατέρα·
     για δαύτο κ’ οι άνθρωποι κάνουν ευχές
     να γεννήσουν παιδιά υπάκουα και να τάχουνε στο
             [σπίτι
     για να ‘κδικούνται τον εχθρό και τον φίλο να τιμούν
     μαζύ με τον πατέρα.
     Και όποιος ανωφέλευτα γεννάει παιδιά,
     τι άλλο να του ‘πη κανείς, παρά πως βάσανά του
             [γεννήθηκαν·
     και πολύ περιγέλοιο γι αυτά απ’ τους εχτρούς του;
     μη λοιπόν ποτέ, παιδί μου, αφήσης τα λογικά σου να
             [σου φύγουν
     στην ηδονή υποταγμένος για χάρι μιας γυναίκας,
     γιατί να ξέρης πως κακή ψυχρή γίνεται η αγκαλιά
     με μια κακιά γυναίκα μέσ’ το σπίτι,
     γιατί ποια πληγή είναι μεγαλείτερη απ’ τον κακό
             [το φίλο ;
     φτύσ’ τη λοιπόν και συ, σαν εχτρά σου που είναι
     και άφησε την κόρη μάλλονα να παντρευθή στον Άδη,
     γιατί αφού την έπιασα εγώ ολοφάνερα να παρακούη
     αυτή μονάχα απ’ όλη την πολιτεία
     δε θε να ‘βγω ψεύστης τώρα στον κόσμο,
     αλλά θα τη σκοτώσω·
     ας πάη να φωνάζη και να καταριέται γι’ αυτά στο
             [Δία,
     τον παραστάτη της συγγένειας,
     γιατί αν στο αίμα μου τ’ άπρεπο φυσικό το θρέψω εγώ,
     πολύ περισσότερο θα το θρέψω στους έξω απ’ τη γεν-
             [νηά μου.
     Όποιος στους σπιτικούς του δείχνεται άντρας μ’
             [αρετή,
     και στην πολιτεία μέσα δίκαιος θα φανή’
     εκείνον όμως που αμάρτησε και ή με τη βία χαλάει
             [τους νόμους
     ή θέλει να προστάζη σ’ όσους κυβερνούν,
     αυτός ποτέ του από μένα δε θε να ‘παινευθή,
     παρά όποιονε έβαλεν άρχοντα η πολιτεία, αυτόν πρέ-
             [πει ν’ ακούμε,
     και στα μικρά και στα δίκαια και στα ενάντια·
     και τέτοιος ένας άνδρας, εγώ θαρρώ,
     καλά θα κυβερνά, και να τον κυβερνούν καλά θα δέ-
             [χεται
     και μέσ’ την ανεμοζάλη του πολέμου θα μένη όπου
             [τον πρόσταξαν,
     τίμιος παραστάτης και καλός.
     Αγκαλά τίποτα πειό μεγαλείτερο κακό δεν είναι από
             [την αναρχία·
     Αυτή ρημάζει πολιτείες, αυτή σπίτια αναστατώνει,
     αυτή μέσα στα δόρατα που πολεμούν αντάμα
     φέρνει του φευγιού της ραησιές·
     όπου όμως στέκονται τα σώματα ολόρθα, σώζει τους
             [περισσότερους η πειθαρχία.
     Έτσι πρέπει να διαφεντεύη κανείς τον νόμο και την
             [τάξι
     και ποτέ να μη νικιέται απ’ τη γυναίκα·
     καλλίτερο είναι, αν είναι ανάγκη, μπροστά απ’ τον
             [άνδρα να ξεπέσουμε
     και να μη λεγόμαστε απ’ της γυναίκες πειό κατώ-
             [τεροι.

ΧΟΡ. Εμείς, αν δεν μας ‘κλέψαν τα γερατειά την γνώσι,
             [θαρρούμε
     πως φρόνιμα λόγια είπες για όσα είπες.

ΑΙΜ. Πατέρα, οι θεοί βάζουν μέσ’ τους ανθρώπους το λογικό
     απ’ ό,τι έχομε το πειό ανώτερο κι’ εγώ πως δεν τα
             [λες εσύ σωστά αυτά
     ούτε θα ‘μπόρεγα ούτε θά’ξερα να πω·
     αλλά κι’ απ’ τάλλο μέρος γένεται νάναι το δίκαιο·
     αντίς για σένα βρέθηκα να προσέχω σ’ όλα όσα λεν
             [ή κάνουν
     ή παν’ να κατηγορήσουν, γιατί το μάτι το δικό σου
             [το τρέμει ο κόσμος
     για να πη λόγο που να μη ευχαριστηθής σαν τον
             [ακούσης·
     εγώ όμως δύναμαι και ακούω κρυφά πως την κόρη
             [την κλαίει ολ’ η πόλις,
     γιατί απ’ όλες της γυναίκες αθωότερη,
     χάνεται τρισάθλια για δοξασμένες πράξες.
     «Αυτή που τον αδελφό της σαν έπεσε σκοτωμένος
             [δεν άφησε άθαφτο, να φαγωθή απ’ τα σκυλιά
     πού τρων το κρέας ωμό, ούτ’ από κανένα όρνιο·
     δεν είν’ άξια αυτή χρυσό βραβείο να πάρη;»
     Έτσι σιγοτριγυρνά ο λόγος.
     Πατέρα μου, για μένα, όταν εσύ εισ’ ευτυχισμένος
     δεν είναι άλλο κτήμα πειό πολύτιμο
     γιατί πειό μεγαλήτερο στολίδι υπάρχει παρά νάναι
             [δοξασμένος και νανθή για τα παιδιά ο πατέρας
     και για τον πατέρα τα παιδιά;
     μη βαστάς μέσα σου τώρα μια μονάχα γνώμη,
     πως καθώς εσύ το λες, κι’ όχι αλλοιώς είν’ το σωστό,
     γιατ’ όποιος θαρρεί ή πως μονάχ’ αυτός μυαλό, ή
             [γλώσσα έχει, που δεν έχει άλλος, ή ψυχή,
     αυτούς αν τους ανοίξης από μέσα κούφιοι δείχνονται·
     παρά ο άντρας, και σοφός να είναι, να μαθαίνη
     πολλά δεν είναι ντροπή, και να μη παραεπιμένη·
     βλέπεις στη ακροποταμιές τα δένδρα,
     όσα το ρεύμα ακλουθούνε, βαστούνε τα κλαδιά τους
             [άσπαστα
     ενώ σαν αντιστέκονται, χάνονται μαζύ με τον κορμό
             [τους ξέρριζα,
     καθώς και εις το καράβι, όποιος στηλώνει
     το ποδάρι δυνατά και δεν υποχωρεί καθόλου,
     πέρνει τη τούμπα και τ’ αποδέλοιπο ταξείδι του
     το κάνει με το θρονί ανάποδα και κολυμπώντας.
     Λοιπόν έλα, άφησε το θυμό σου κι’ άλλαξε ιδέα·
     γιατί αν είναι ναρθή μια γνώμη κι’ από μένα τον
             [νεώτερο,
     λέω πως μεγάλη αξία στον άνδρα είναι,
     να γεννηθή με κάθε λογής σοφία γεμάτος·
     αλλά και πάλι, επειδή δεν είναι και πολύ συνειθι-
             [σμένο πράμμα,
     καλό είναι να μαθαίνη κι’ απ’ όσους λέν’ καλά.

ΧΟΡ. Σ’ εσένα βασιληά ταιριάζει, αν λέη τίποτα σωστό
     να το μάθης, κι εσύ πάλιν απ’ αυτόν· γιατί κι’ οι
             [δυο μιλήσατε καλά.

ΚΡΕ. Εμείς πούμαστε τόσων χρονών, θα μάθωμε τώρα να
             [κρίνωμεν
     από έναν τόσον δα;

ΑΙΜ. Δεν λέω τίποτα άδικο· κι αν είμαι νέος εγώ,
     μην κυττάς τα χρόνια μου περισσότερο παρά τα έργα
             [μου.

ΚΡΕ. Έργα σου λες να τιμάς που κάνουν τ’ άπρεπα ;

ΑΙΜ. Μα ούτε θάλεγα εγώ ποτέ να σεβασθήτε τους κακούς.

ΚΡΕ. Μήπως τέτοι’ αρρώστεια δεν είναι πούπαθε κι’ αυτή;

ΑΙΜ. Δεν το λέει σ’ αυτή τη Θήβα μέσα ολάκαιρος λαός.

ΚΡΕ. Ώστε οι πολίτες θα μας ‘πούν τι πρέπει να προστά-
             [ζουμε ;

ΑΙΜ. Βλέπεις που το είπες τώρ’ αυτό σαν νάσουν πολύ νέος;

ΚΡΕ. Για άλλον ή για μένα έχω νάμ’ άρχοντας της χώρας;

ΑΙΜ. Πολιτεία δεν είν’ όποια ενός είναι μονάχα.

ΚΡΕ. Τι, για ‘δική σου δεν περνά ‘κείνου που βασιλεύει;

ΑΙΜ. Ωραία θα βασίλευες μονάχος ‘στην ερημία.

ΚΡΕ. Αυτός καθώς φαίνεται, είναι με τη γυναίκα ένα.

ΑΙΜ. Αν λες γυναίκα εσένα, ναι, γιατί για σε φροντίζω.

ΚΡΕ. Α ! παληάνθρωπε, μένα δικάζεις, τον πατέρα ;

ΑΙΜ. Επειδή σε βλέπω που λαθεύεις και όχι δίκαια.

ΚΡΕ. Λαθεύω επειδή σέβομαι του θρόνου μου τα δίκαια.

ΑΙΜ. Δεν τα σέβεσαι, αφού των θεών της τιμές πατείς.

ΚΡΕ. Ω, βρώμικη ψυχή, να είναι αποκάτω από την γυ
             [ναίκα !

ΑΙΜ. Δεν θα με ‘δης ποτέ σου να ξεπέσω ‘στα αισχρά.

ΚΡΕ. Και όμως τα λόγια όλα σου αυτά για ‘κείνην είναι.

ΑΙΜ. Και για σένα και για μένα και για του Άδη
             [τους θεούς.

ΚΡΕ. Αφού είσαι κλωτσοσκούφι μιας γυναίκας, μη με σκο-
             [τίζης.

ΑΙΜ. Εσύ θέλεις να λες, και ενώ λες, να μην ακούς.

ΚΡΕ. Αυτήνα ζωντανή ποτέ σου γυναίκα δεν θα πάρης.

ΑΙΜ. Τότε θα πεθάνη και πεθαίνοντας κι’ άλλον μαζύ
             [παίρνει.

ΚΡΕ. Και με φοβέραις ακόμα εδώ μούρχεσαι αναιδή;

ΑΙΜ. Φοβέρα το λες ν’ αντιμιλάη κανείς σε λόγια του αέρα;

ΚΡΕ. Θα κλάψης για να βάλης γνώσι, συ που είχες αντίς
             [μυαλό αέρα.

ΑΙΜ. Αν πατέρας μου δεν ήσουν, θάλεγα πως δεν έχεις εσύ
             [τα λογικά σου.

ΚΡΕ. Αλήθεια. Α, τότε μα τον Όλυμπο μάθε πως δεν θα
             [το χαρής,
     που μ’ έβρισες εμένα.
     (προς τους δούλους)
     Πήγαινε, φέρε ‘κείνη τη συχαμένη· με τα μάτια του
             [να την ιδή
     τώρα εδώ μπροστά του να πεθάνη, στο πλάι του
             [γαμπρού.

ΑΙΜ. Για μένα όχι, μη το θαρρής αυτό ποτέ.
     Ούτε μπροστά μου θα πεθάνη, ούτε κι’ εσύ θα με
             [ξαναϊδής
     άλλη φορά στα μάτια σου, παρά με τους φίλους σου,
     όσοι το θέλουν, κάνε τον τρελλό.

ΧΟΡ. Έφυγ’ ο νέος, βασιληά, με βιά απ’ το θυμό του,
     και βαρειά γνώμη έχει σαν πονέση τέτοιος νους.

ΚΡΕ. Ας κάνη. Και δεν πάει να σοφισθή και πειό μεγα-
             [λήτερα
     από όσα είναι των ανθρώπων; τα κορίτσ’ αυτά δεν
             [θα τα ξεγλυτώση
     από την τύχη τους.

ΧΟΡ. Και της δυο λοιπόν εννοείς να της σκοτώσης ;

ΚΡΕ. Όχι. Αυτήνα που το χέρι της δεν έβαλε, καλά που
             [μου το λες.

ΧΟΡ. Και τι θάνατο της άλλης σκοπεύεις να της δώσης ;

ΚΡΕ. Θα την πάω κατά που ο δρόμος των ανθρώπων χά-
             [νεται - στην ερημιά -
     και θα την κλείσω ζωντανή στο κατόϊ σκυμμένη
             [στον βράχο
     ρίχνοντας την τόση τροφή, όση θέλει το κρίμα της
     για να γλυτώση η πολιτεία όλη απ’ τη λέρα.
     Κι’ εκεί τον Άδη, που μονάχα σέβεται απ’ όλους
             [τους θεούς,
     ας τον παρακάλεση, κι ίσως καταφέρη να μην πε-
             [θάνη·
     ή να νοιώση πειά, και αν είν’ κι’ αργά, ότι πάει κό-
             [πος χαμένος,
     να δίνη κανείς τιμή σ’ όσους είναι στον Άδη.

     Στροφή Α’.

ΧΟΡ. Έρωτα ανίκητε με μάχητα.
     Έρωτα που καις τα σωθικά,
     πού τη νύχτα φωλιάζεις στων κοριτσιών τα μάγουλα
     τα τρυφερά
     και το πέλαγος περνάς και μέσ’ της στάνες ‘μπαίνεις
             [και στης μοναχικές αυλές,
     και κανείς αθάνατος
     κανείς από τους ανθρώπους που ζουν μέρες μπορεί να
             [σε ξεφύγη,
     και όποιος σ’ έχει, μανίζει.

     Αντιστροφή Β’.

     Εσύ και των δίκαιων της φρένες
     στο άδικο σπρώχνεις και στην ατιμία,
     εσύ είσαι π’ άναψες και τον καυγά ετούτον
     ανάμεσα σ’ άντρες απ’ το ίδιο αίμα.
     Στα ματόφρυδα της καλοκρέββατης νύφης
     ο πόθος ανθίζει και νικάει,
     χωρίς να ψηφάη τους μεγάλους νόμους,
     γιατί ανίκητα σε τούτα παίζει
     η θεά η Αφροδίτη.

ΠΡΑΞΙΣ Γ’·

     ΜΕΡΟΣ Α’

(Φέρουν την Αντιγόνη. Ο Χορός εισέρχεται ακολουθών
την πομπήν της Αντιγόνης).

ΧΟΡ. Τώρα κι εγώ πέφτω έξω απ’ τους νόμους
     μ’ αυτά που βλέπω
     και δεν μπορώ να σταματήσω τη βρύσι τα δάκρυα
             [μου,
     αφ’ ου στο θάλαμο το μαύρο που όλοι κείτονται
     να προβαίνη θωρώ η Αντιγόνη.

ΑΝΤ. Δέτε με πολίτες της πατρικής μου χώρας
     που τον ύστερο μου δρόμο
     περπατώ, και το στερνό φως
     βλέπω του ήλιου,
     και ποτέ πειά· αλλά με σέρνει ζωντανή ο Άδης που
             [τους παίρνει όλους,
     στου Αχέροντα το γυαλό, και ούτε υμέναιους
     απόχτησα, ούτε κανένα νυφιάτικο τραγούδι
     μούψαλαν, παρά τον Αχέροντα θα πάρω άντρα.

ΧΟΡ. Και όμως ‘παινετή και δοξασμένη
     μπαίνεις σ’ αυτό το άντρο των νεκρών
     χωρίς να λυώσης από αρρώστεια
     ούτ’ από ξίφος να πάς τιμωρημένη,
     παρά ελεύτερη και ζωντανή
     μονάχ’ εσύ απ’ τους θνητούς θα κατεβής στον Άδη.

ΑΝΤ. Έχω ακουσμένα για τον πικρό θάνατο πούπαθε
     η ξένη απ’ τη Φρυγία,
     του Τάνταλου η κόρη, στου Σίπυλου την κορφή·
     αυτήν σαν τον κισσό που αιώνια σφίγγει
     ο βράχος γύρω της φύτρωσε και την έζωσε
     και τώρα η βροχές την λυώνουν
     καθώς λέει ο λόγος των ανθρώπων,
     και ποτέ το χιόνι δεν της απολείπει
     και κάτω από τα πολυδακρυσμένα φρύδια της βρέ-
             [χονται τα λαιμά της·
     ίδια μ’ αυτήν και μένα το ριζικό μου μ’ αποκοιμίζει.

ΧΟΡ. Αυτή είναι θεά, και θεογεννημένη
     και ‘μείς άνθρωποι θνητών γεννιά.
     Και όμως μεγάλο πράμμα ακούγεται
     νάχη άνθρωπος στο θάνατο την ίδια τύχη
     με τους θεούς.

ΑΝΤ. Ωιμένα με περιγελούν! Γιατί στους θεούς σου
     τους πατρικούς, με βρίζεις, πριν ακόμα να χαθώ
     και ενώ είμαι μπροστά σου;
     ώ πόλι, και σεις άντρες της πολιτείας αυτής πούχετε
     τα πολλά χτήματα,
     αχ βρυσούλες στη Δίρκη ψηλά και της Θήβας
     της καλοαμάξωτης
     λόγγε, εσάς τουλάχιστον σας παίρνω μάρτυρες
     που άκλαφτη από φίλους, και με τι νόμο
     έρχομαι, στο χωματένιο μνήμα
     νάβρω τάφο μου ανέλπιστο ·
     αχ ! δυστυχισμένη εγώ !
     μέσ’ στους ανθρώπους νάμαι χωρίς να είμαι.
     Ούτε με ζωντανούς να
     κατοικώ ούτε και με νεκρούς . . . . !

ΧΟΡ. Προβαίνοντας ίσα με την άκρη του θαρρεμού
     χτύπησες βαρειά στο ψηλό βάθρο της Δίκης· παιδί
             [μου,
     εσύ ξεπληρώνεις τώρα και του πατέρα σου τα κα-
            [τορθώματα.

ΑΝΤ. Μου ‘θύμησες λύπες και καϋμούς,
     του πατέρα μου τη συφορά την τριθεμέλιωτη,
     όλης μας της γενεάς το ριζικό,
     των ξακουσμένων Λαβδακιδών.
     Αχ! τι δυστυχία, ο γάμος της μητέρας
     (που) μαζύ μ’ αυτόν που ‘γέννησε (‘κοιμήθηκε) τον
             [πατέρα μου
     η κακορρίζικη,
     και απ’ αυτούς η άμοιρη εγώ γεννήθηκα.
     Και τώρα πάω να τους εύρω να κατοικίσωμε μαζύ
     εγώ η καταραμένη και απάντρευτη.
     Αχ! αδερφέ μου που τέτοιαν ‘πήρες τιμή για την
             [κακή σου τύχη,
     και πεθαμένος πούσαι σκότωσες εμένα τη ζωντανή.

ΧΟΡ. Να σέβεται κανείς είναι άγια πράξι,
     αλλά τη δύναμι εκείνου που είναι δικιά του
     να περιφρονή, δεν πάει ποτέ·
     εσύ απ’ το κεφάλι σου χάνεσαι κι’ απ’ το γεινάτι σου.

ΑΝΤ. Άκλαφτη, άφιλη, άψαλτη
     προβαίνω στο στερνό μου δρόμο,
     και δεν μ’ αφίνουν να ‘δω πειά, η καϋμένη,
     της λαμπάδες τουρανού το άγιο μάτι,
     και για τον δικό μου θάνατο τον αδάκρυτο κανείς
             [απ’ τους φίλους,
     δεν στενάζει;
     (Μπαίνει ο Κρέων)

ΚΡΕ. Ξέρετε πως με τα μυριολόγια και της φωνές
     πριν να πεθάνη κανείς δεν θα ‘τελείωνε,
     αν χρησίμευαν να λέγωνται.
     Δεν την παίρνετε απ’ εδώ το γρηγορώτερο;
     στο σκεπαστό μνήμα κλείστε την, καθώς είπα εγώ,
     κι’ αφήστε την μονάχη κι’ έρημη, και είτε θέλει ας
             [πεθάνη
     είτε ζώντας σε τέτοιο σπίτι μέσα ας παντρευτή.
     Εμείς είμαστ’ αθώοι σ’ αυτή την κόρη·
     μόνον να κατοική ‘δώ ‘πάνω
     υστερήθηκε.

ΑΝΤ. Ώ μνήμα, ώ νυφιάτικο κρεββάτι μου,
     ώ βαθύσκαφτο σπίτι, που παντοτεινά
     θα με φυλάς, εκεί πάω νάβρω
     τούς ‘δικούς μου, που οι περισσότεροί τους ‘χάθηκαν
     και τους εδέχθηκε η Φερσέφασσα μέσ’ τους νεκρούς,
     τελευταία τους είμ’ εγώ και πάρα πολύ πειό άσχημά
             [τους
     κατεβαίνω, πριν να τελειώσω τη ζωή μου.
     Όταν σας έρθω, μεγάλη ελπίδα θρέφω,
     πως θα μ’ αγαπάη ο πατέρας μου,
     θα μ’ αγαπάς και συ, μητέρα,
     και συ κεφάλι μου αδελφικό,
     θα μ’ αγαπάς αφ’ ου, όταν πεθάνατε, ·
     εγώ σας έλουσα και σας εστόλισα
     και στον τάφο σας επάνω έχυσα σπονδές
     και τώρα δα, Πολυνείκη μου, επειδή εσκέπασα
     το σώμα σου, αυτά κερδίζω.
     Ενώ εγώ καλά και δίκαια σ’ ετίμησα, για όσους
             [είναι δίκαιοι.
     Γιατί ποτέ, ούτε αν ήμουνα μητέρα με παιδιά,
     ούτε αν ο άντρας μου ‘σάπιζε πεθαμένος
     δεν θάπαιρνα επάνω μου αυτό τον κόπο, ενάντια στους
             [πολίτες!
     τώρα, με ποιο δίκαιο τα λέω αυτά ;
     Γιατί άντρας θα μούταν άλλος στη θέσι του πεθα-
             [μένου
     και παιδί απ’ άλλον άντρα, σαν έχανα εκείνον·
     τώρα όμως που ο πατέρας και η μητέρα μου κρύ-
             [φτηκαν στον Άδη
     δεν έχει να μου γεννηθή ποτέ πειά αδερφός,
     και επειδή από τέτοιο νόμο σε επροτίμησα εγώ,
     ο Κρέων του ‘φάνηκε πως είναι αμαρτία·
     και θάρρητα τρομερή, ώ τ’ αδελφούλη μου κεφάλι
             [αγαπημένο,
     και τώρα με σέρνει έτσι πιάνοντάς με απ’ τα χέρια,
     ανύπαντρη και άψαλτη, χωρίς απ’ το γάμο τίποτα
             [ν’ απολάψω
     κι’ ούτε παιδιά να θρέψω,
     παρά έρημη από φίλους η άμοιρη,
     στους λάκκους των πεθαμένων ζωντανή έρχομαι.
     και ποιο δίκηο των θεών παράβηκα
     και τι μ’ ωφελεί εμένα την δυστυχισμένη στους
             [θεούς να σηκώσω τη ματιά μου,
     ποιόν να φωνάξω σύμμαχο ;
     αφ’ ου κάνοντας πράξι θεοσεβούμενη απόχτησα να
             [μ’ έχουν γι’ αθεόφοβη.
     Μα αν αυτά είναι και για τους θεούς καλά,
     τότε αφ’ ου έπαθα, θα πω, ότι αμάρτησα·
     αν όμως εκείνοι έχουν την αμαρτία, να μη πάθουν
             [περισσότερο κακό
     απ’ όσα άδικα μου κάνουν.

ΧΟΡ. Ακόμα η ίδια ανεμοζάλη της ψυχής μέσα της
             [παραδέρνει.

ΚΡΕ. Για τούτο κι’ αυτοί που την πηγαίνουν
     θα κλάψουν σε λιγάκι, για την άργητά τους.

ΑΝΤ. Ωιμένα πολύ κοντά στο θάνατο με ‘πήγε αυτός ο
             [λόγος.

ΚΡΕ. Και μη παρηγοριέται κανένας να θαρρή
     πως δε θα της γεννή αυτής ό,τι της είπα.

ΑΝΤ. Ω πόλι πατρική της Θήβας
     και θεοί της γεννηάς μου,
     με παίρνουν και δεν αργούν.
     Διέτε, σεις οι προύχοντες της Θήβας,
     εμένα τη βασιλοπούλα τη μόνη που απόμεινε,
     τι παθαίνω, κι’ από ποιους ανθρώπους,
     επειδή την ευσέβεια εσεβάσθηκα!
     (Τραβούν την Αντιγόνη μέσα στον τάφο)

     Στροφή Α'.


ΧΟΡ. Και της Δανάης το κορμί υπόμενε
     να κάνη αλλαξιά το φως τ’ ουρανού
     με χαλκοδεμένη κατοικία.
     Κρυμμένη σ’ ένα θάλαμο σαν τάφο την εκλείσαν
     κι’ ας ήταν κι’ από γεννηά τιμημένη, κόρη μου,
     και μέσα της εφύλαγε του Δία τη χρυσόχυτη γυνή.
     Είναι την φοβερή η δύναμι της μοίρας,
     και ούτε πλούτος, ούτ’ ο Άρης, ούτε πύργος
     μπορούν να της ξεφύγουν,
     και ούτε τα μαύρα καράβια, τα θαλασσοδαρμένα.

     Αντιστροφή Α’.

     Και το χολιασμένο γυιό του Δρίαντα,
     το βασιληά των Ηδωνών
     επειδή περίπεξε, τον έδεσε σε πέτρινα
     βρόχια ο Διόνυσος
     κι’ έτσι ξεθυμαίνει της μανίας του
     η τρομερή κι’ ανημέρευτη λύσσα.
     Και εκείνος το κατάλαβε έπειτα
     πως θεό επρόσβαλε στην τρέλλα του
     με γλώσσα περγελάστρα
     τότες που εμπόδιζε της θεομέθυστες γυναίκες
     στη Βακχική φωτιά
     κι’ ερέθιζε της Μούσαις π’ αγαπούνε τον αυλό.

     Στροφή Β'.

     Κοντά στους μαυροκυανούς βράχους
     πού δυο θάλασσες αδερφώνουν,
     είν’ η αχτές του Βόσπορου
     και των Θρακών ο αφιλόξενος Σαλμυδησός.
     Εκεί ο Άρης που τη χώρα παραστέκει
     είδε στα δυο παιδιά του Φινέα
     τη θεοκατάρατη πληγή που τους άνοιξε
     η άγρια του γυναίκα σαν τα τύφλωσε,
     βγάζοντας, η κακούργα, της κόρες των ματιών τους
     χωρίς λόγχες, όχι, παρά με τα νύχια της τα ‘μα-
             [τωμένα
     και με της σαΐτας τα μυτερά βελόνια.

     Αντιστροφή Β’.

     Κ’ έλυωναν τα άμοιρα
     και την άθλια συφορά τους έκλαιγαν
     που για κακό τα ‘ γέννησε η μάνα τους,
     κι’ ως τόσο είχε κι’ αυτηνής η γεννιά να κάνη
     με τους αρχαιογεννημένους Ερεχθείδες,
     κ’ αναστήθηκε μέσα σ’ απόμαυρες σπηλιές
     που γύρω φυσομανούνε του πατέρα της οι σίφουνες,
     η κόρη του Βορρηά σαν άλογο γοργόποδο
     πηδώντας ‘πάνω στους γκρεμνούς,
     των θεών η κόρη·
     αλλά και σ’ αυτήν επάνω ‘πέσανε η μοίρες η
             [πολύχρονες,
     παιδί μου.

     ΜΕΡΟΣ Β’
     (Εισέρχεται ο Τειρεσίας στηριζόμενος στον οδηγό).

ΤΕΙΡ. Άρχοντες της Θήβας μαζύ ερχόμαστε κι’ οι δύο
     με του ενού τα μάτια, γιατ’ οι τυφλοί
     μόνο με οδηγό βρίσκουνε το δρόμο.

ΚΡΕ. Τι καινούργιο φέρνεις, γέρω Τειρεσία ;

ΤΕΙΡ. Εγώ θα σου το πω και συ το μάντη άκουγε.

ΚΡΕ. Ούτε μπροστήτερα αψήφησα τα λόγια σου.

ΤΕΙΡ. Γι’ αυτό και εκυβέρναγες καλά τούτη την πολιτεία.

ΚΡΕ. Δεν μπορώ να μαρτυρήσω πως δεν μου χρησίμεψαν.

ΤΕΙΡ. Να ξέρης τώρα πως στης τύχης την κόψι επάνω
             [περπατείς.

ΚΡΕ. Τι λες ; Τρομάρα μου φέρνει ο λόγος σου.

ΤΕΙΡ. Θα το νοιώσης άμα ακούσης της τέχνης μου τα
             [σημάδια.
     Ενώ καθόμουν στο θρονί μου που πάντα ‘ξηγάω τα
             [πουλιά,
     και μου είναι λιμάνι του κάθε σημαδιού,
     ακούω άγνωστο αχό από όρνια που έκραζαν στριγγά,
     ανάκατα κι’ ακατανόητα σαν σε κακόν οίστρο,
     και εκατάλαβα πως με τα νύχια τους κομμάτιαζαν
             [τώνα τ’ άλλο,
     γιατί βαρειά κροτούσαν η φτερούγες τους.
     Τρόμαξα, και αμέσως πήγα να ‘ξετάξω τα καψαλί-
             [σματα στους βωμούς που ήταν όλο με φωτιές
     αλλά στα σφαχτά που καίγονταν δεν έλαμπε ο
             [Ήφαιστος
     παρά έλυωνε και έτρεχε στη στάχτη μέσα το ζουμί
             [απ’ τα μεριά
     και κάπνιζε και ‘πετούσε σπίθες και η χολές σκόρπι-
             [ζαν στον αέρα,
     και βρεμμένα έμεναν τα κρέατα απ’ το χυμένο πάχος.
     Τέτοια άκουγα από τούτο το παιδί και πως ‘χαλού-
             [σαν η μαντείες με άσχημα σημάδια,
     γιατί αυτός εδώ είναι οδηγός σ’ εμένα όπως εγώ στους
             [άλλους.
     Κι’ αυτά τα υποφέρν’ η πόλις εξαιτίας του κεφα-
             [λιού σου,
     γιατ’ οι βωμοί μας και όλες η πυρωστιές εγέμισαν
             [απ’ τα όρνια και τα σκυλιά
     πού ‘φάγανε το κρέας του άμοιρου του σκοτωμένου
             [γυιού του Οιδίπου.
     Και ύστερα δεν δέχονται πειά παρακάλια και θυσίες
             [οι θεοί από τα ‘μάς,
     ούτε των μηριών τη φλόγα, ούτε τα όρνια βγάζουν
             [με τα φτεροχτυπήματά τους
     καλοσήμαντους αχούς, αφ’ ου είναι χορτασμένα απ’
             [το παχύ αίμα του σκοτωμένου.
     Για τούτο, γυιέ μου, βάλε γνώσι’ όλ’ οι άνθρωποι τώ-
             [χουν να πλανεύωνται·
     μα και όταν πλανευτή δεν θα είναι άντρας άμυαλος
     εκείνος και ούτε και δυστυχής που έχοντας ξεπέσει
             [στο κακό
     το διορθώνει και δε μείνει ακούνητος.
     Η αυθάδεια όμως περνάει για προστυχιά.
     Έλα, κάνε το θέλημα του νεκρού και μη πονείς τον
             [πονεμένο.
     Τι, ανδρεία τώχεις να σκοτώσης άλλη μια βολά αυτόν
             [που πέθανε;
     Επειδή καλό σου θέλω, λέω σου το καλό,
     Και να μαθαίνη κανείς είν’ ευχάριστο πολύ’ απ’ οποίον
             [λέει καλά,
     σαν φέρνει κέρδος.

ΚΡΕ. : Άκουσε, γέρω, εσείς όλοι απάνω σ’ ένανε, εμένα
             [σημαδεύετε.
     σαν σκοπευτές και δε μου λείψανε από ‘πάνω μου η
             [προφητείες.
     Κυττάτε σεις να βγάλετε λιανά, κουβαλάτε το ήλε-
             [κτρο απ’ της Σάρδεις
     όσο θέλετε και το Ινδικό χρυσάφι
     εκείνον όμως σε τάφο δε θα βάλετε.
     Ούτε κι’ οι αετοί του Δία αν ήθε τον αρπάξουν
     να παν να τόνε φάνε μπροστά στου Δία το θρόνο,
     ούτε από τέτοιο κρίμα δε θα φοβηθώ ν’ αφήσω να τον
             [θάψουν εκείνον.
     Γιατί ξέρω καλά πως κανείς άνθρωπος δεν έχει δύ-
             [ναμι να προσβάλλη τους θεούς.
     Ξεπέφτουν, γέρω Τειρεσία, κι’ οι πειό μεγάλοι απ’
             [τους θνητούς
     και γίνονται κουρέλια ελεεινά σαν λέν’ αισχρά αντίς
             [καλά για κέρδος.

ΤΕΙΡ. Κρίμα· δεν ξέρετε κανένας σας, δεν λέτε ;

ΚΡΕ. Τι πράμμα ; τι το λες αυτό για όλους μας ;

ΤΕΙΡ. Πως το καλλίτερο χτήμα στον άνθρωπο είν’ ή φρό-
             [νησι.

ΚΡΕ. Όσο και η κουταμάρα, λέω εγώ, φέρνει βλάβη.

ΤΕΙΡ. Απ’ αυτή δα την αρρώστεια εσύ είσαι γεμάτος.

ΚΡΕ. Δεν θέλω ν’ αντιμιλήσω άσχημα στο μάντη.

ΤΕΙΡ. Και μήπως δεν το κάνεις, σαν λες πως προφητεύω
             [ψέμματα ;

ΚΡΕ. Όλο το σόι των προφητών αγαπάει τα λεφτά.

ΤΕΙΡ. Κι’ οι βασιληάδες πάλε την αισχροκέρδεια.

ΚΡΕ. Ξέρεις πως αυτό που λες, το λες στον άρχοντά σου;

ΤΕΙΡ. Το ξέρω, γιατί από μένα κρατάς δική σου αυτή την
             [πόλι.

ΚΡΕ. Είσαι μάντης σοφός εσύ, αλλά το άδικο αγαπάς.

ΤΕΙΡ. Θα με κάνης, όσα έχ’ ακούνητα μέσ’ την καρδιά μου
             [να σου ‘πω.

ΚΡΕ. Λέγε τα, μόνο για κέρδη μη μιλάς.

ΤΕΙΡ. Αυτό ίσαμε τα τώρα τώκανα για χάρι σου.

ΚΡΕ. Να ξέρης πως εμένα μ’ αυτά δε με πουλάς.

ΤΕΙΡ. Εσύ όμως να ξέρης, πως δε θα τελέψη πολλούς γύ-
             [ρους βιαστικός ο ήλιος
     πού από τα σπλάχνα σου ένα νεκρό θα δώσης,
     νεκρών αλλαξιά, για οποίον έβαλες απ’ τον επάνω
             [κόσμο κάτω,
     και μια ψυχή για τιμωρία σε τάφο ‘σπίτωσες,
     και πάλι που των κάτω θεών ξεκλεμένον
     βαστάς, εδώ άθαφτο και ανάγιαστο νεκρό,
     ενώ ούτε εσένα ανήκει ούτε των θεών επάνω,
     παρά του κεφαλιού σου γίνονται όλα αυτά και με τη
             [βία.
     Να σε τιμωρήσουν παραφυλάν αυτές που παίρνουν την
             [αμαρτία κατόπιν,
     η Ερρινύες του Άδου και των θεών, να σε πιάσουν
             [στα κρίματά σου επάνω.
     Κύττα τώρα αν στα λέω αυτά επειδή μ’ έχουν
             [χρυσώσει.
     Δε θα περάση πολύς καιρός και θ’ ακουστούν στα σπί-
             [τια σου
     θρήνοι απ’ άντρες και γυναίκες.
     Κάθε πολιτεία εχθρά σηκώνεται, όταν
     ή από σκυλιά ή από θεριά
     σπαραχτούν και λερωθούν τα λείψανά της,
     ή κανένα όρνιο κουβαλήση ανόσια μυρουδιά στην πόλι
             [την κατοικημένη·
     τέτοιες, γιατί με ‘πίκρανες, απ’ το θυμό μου,
     σαν τοξότης σούριξα σαϊτιές στην καρδιά,
     που δε θα παν χαμένες, γιατί δε θα ξεφύγης τη
             [φλόγα τους.
     Παιδί, πήγαινέ με μακρυά από ‘δώ στο σπίτι μου
     για να βγάλη το θυμό του αυτόν σε πειό νεώτερο,
     και να μάθη να κρατάη τη γλώσσα του ησυχώτερη
     και το νου με πειό καλλίτερη γνώσι
     απ’ οποίαν έχει ως τώρα.
     (Φεύγει ο Τειρεσίας).

ΧΟΡ. Έφυγε ο γέρως, βασιληά, με προφητείες φριχτές
     κι’ όλοι μας ξέρουμε, απ’ τον καιρό που η τρίχες
             [μας γένηκαν από μαύρες άσπρες,
     πως ποτέ του αυτός στην πολιτεία δεν ήρθε να λα-
             [λήση ψέμμα.

ΚΡΕ. Το είδα κι’ εγώ και μου ταράζει την ψυχή.
     Κακό είναι να υποχωρή κανείς,
     αλλά και ‘κείνος π’ αντιστέκεται
     είναι κοντά η συμφορά που θα τόνε λυπήση.

ΧΟΡ. Τώρα χρειάζεται καλή σκέψι, γυιέ του Μενοικέως
             [Κρέων.

ΚΡΕ. Τι πρέπει να κάνω, πες μου, κι’ εγώ θ’ ακούσω.

ΧΟΡ. Πήγαινε και βγάλε το κορίτσι απ’ το βαθύσκαφτο
             [σπίτι,
     και κάνε τάφο του παραριγμένου.

ΚΡΕ. Και το βρίσκεις αυτό καλό ; λες να πάω πίσω ;

ΧΟΡ. Όσο μπορείς πειό γλήγορα, βασιληά μου, επειδή
     η τιμωρίες των θεών γοργόποδες προκάνουν όσους
             [θέλουν το κακό.

ΚΡΕ. Ωιμένα μόλις το μπορώ,
     μα η καδιά με σπρώχνει να το κάνω·
     με την ανάγκη δε θέλω να ‘μπω σε κακό πόλεμο.

ΧΟΡ. Έλα, κάνε τώρα αυτά και μη πάη ο νους σου σ’ άλλο.

ΚΡΕ. Καθώς είμαι πηγαίνω.
     Ελάτε, ελάτε, όσοι μ’ ακολουθάτε
     και όσοι είν’ εδώ μπροστά, και όσοι λείπουν.
     Πάρτε αξίνες στα χέρια και τρέξετε
     στο μέρος το απόμακρο .........

     ................................
     εγώ αφ’ ου μια και άλλαξα τη γνώμη,
     όπως ο ίδιος έδεσα
     έτσι και θα λύσω,
     γιατί φοβάμαι μην είναι το καλλίτερο
     τη ζήση του να περνάη κανείς
     βαστώντας τους βαλμένους νόμους.
     (Φεύγει ο Κρέων)

     Στροφή Α’.

ΧΟΡ. Εσύ με τα χίλια ονόματα στολίδι της νύφης του
             [Κάδμου
     και του Δία του βαρυβροντηχτή γεννηά,
     που νοιάζεσαι την ξακουσμένη Ιταλία
     και στην κοσμοσύχναστη Ελευσίνα, στον κόρφο της
             [Δηούς
     βασιλεύεις,
     Βάκχε,
     που στων Βακχών την πρώτη πολιτεία κάθεσαι
     τη Θήβα, κοντά στο κυλάμενο νερό του Ισμηνού
     και απάνω, στη σπορά του άγριου Δράκου.

     Αντιστροφή Α’.

     Εσέν’ απάνω από το Γήλοφο βράχο αγναντεύει
     ο καπνός και η αναλαμπή της φλόγας
     εκεί που η Κηρύκιες νύφες
     χορεύουν Βακχικά, και της Κασταλίας η πηγή.

     Εσένα ακολουθούνε με πομπή όλοι οι κισσένιοι
     φράχτες απ’ τα βουνά της Μύσσας, κι’ η πράσινες
     πλαγιές των αμπελιών με τα πολλά σταφύλια,
     μέσ’ των τραγουδιών το θεϊκό αλαλητό
     σαν έρχεσαι να μας ιδής και τους δρόμους διαβαί-
             [νεις της Θήβας.

     Στροφή Β’.

     Αυτήνα εσύ πάρα πολύ χτιμάς
     από κάθε πόλη πειότερο
     μαζύ με τη μάννα σου τη κεραυνοχτυπημένη,
     και τώρα που όλη την πολιτεία έπιασε αρρώστεια
             [δυνατή.
     Έλα εσύ να μας γιάννης με το ποδαρικό σου
     ροβολώντας από τη ράχη πάνω του Παρνασού
     ή από το πέραμα που θαλασσοβουίζει.

     Αντιστροφή Β’.

     Ωχ! εσύ που παίρνεις το χορό με τ’ αστέρια που
             [λαμποκοπούν
     και παραστέκεις στης νύχτας το ξεφάντωμα, παιδί,
             [γέννημα του Δία,
     φανερώσου, Βασιληά, μαζύ με της βακχικές γυ-
             [ναίκες
     που σ’ ακολουθάνε και γύρω σου ολονυχτίς σε χο-
             [ρεύουνε,
     εσένα που σκορπίζεις την ξεφωνητή χαρά.
     (Μπαίνει Άγγελος)

ΑΓΓ. Εσείς που κατοικείτε γύρω στα σπίτια του Κάδμου
     και του Αμφίωνα,
     τη ζωή του ανθρώπου εγώ ποτέ δε θα ‘ παινέψω
     ούτε θα ‘πω κακό,
     κι ας είναι ό,τι κι’ αν είναι,
     γιατί πάντα η τύχη τον σηκώνει
     κ’ η τύχη τον γκρεμίζει πάλι
     κι’ αυτόν που ζη ευτυχισμένος κι’ αυτόν που κακο-
             [περνά,
     και δε μπορεί κανείς να προφητεύση στους θνητούς
             [το τι τους μέλλεται·
     να, και ο Κρέων που μια φορά, θαρρώ, ήτανε ζηλευ-
             [τός,
     έσωσε απ’ τους εχθρούς του Κάδμου αυτή τη γη
     και παίρνοντας τη μοναρχία της χώρας όλη επάνω
             [του βασίλευε,
     ανθίζοντας μέσ’ των ευγενικών παιδιών του τη σπορά.
     Και τώρα όλα τα χάνει· γιατί όταν το σώμα του
             [ανθρώπου
     δεν αισθάνεται πειά γλύκα, πες του πως δεν ζη
     παρά είναι ζωντανός νεκρός.
     Έχε όσα θέλεις πλούτια στο σπίτι σου και ζήσε
             [σαν βασιληάς·
     όταν λείπη από αυτά η χαρά, τάλλα εγώ ούτε
             [για του καπνού τον ίσκιο δεν τα ‘ξαγοράζω
     αντί για την χαρά.

ΧΟΡ. Τι άλλη δυστυχία στους βασιληάδες φέρνεις τώρα
             [πάλι;

ΑΓΓ. Πέθαναν, κι’ αυτοί που ζουν είν’ αίτιοι στο θάνατό
             [τους.

ΧΟΡ. Κι’ ο φονηάς ποιος είναι ; ποιος εσκοτώθη; λέγε.

ΑΓΓ. Ο Αίμων ‘χάθηκε, σκοτωμένος στο αίμα του κυ-
             [λιέται.

ΧΟΡ. Πώς, από του πατέρα του το χέρι, η από το δικό
             [του;

ΑΓΓ. Ο ίδιος με το ‘δικό του, γιατί εκάκιωσε του πατέρα
             [του για ‘κείνο το φόνο.

ΧΟΡ. Άι γέρω ! είδες πως ‘βγήκε αληθινός ο λόγος σου.

ΑΓΓ. Αφού έγιναν έτσι αυτά, τώρα πρέπει για τάλλα
             [να σκεφθούμε.

ΧΟΡ. Να, όμως βλέπω και τη δόλια Ευρυδίκη του Κρέοντα
             [τη γυναίκα.
     Άραγε νάκουσε για του παιδιού της το χαμό,
     ή κατά τύχη βγαίνει απ’ τα δώματα ;

      (Παρουσιάζεται η Ευρυδίκη).

ΕΥΡ. Άνθρωποι εσείς που στέκεσθε όλοι μαζύ, άκουσα
             [τα τι έλεγαν
     καθώς έκανα να ‘βγω απ’ το σπίτι για να πάω με
             [περικάλια να προσπέσω στην Παλλάδα,
     και ό,τι άνοιγα με τα κλειδιά τα μάνταλα της πύ-
             [λης να σηκώσω,
     ‘πήρε το αυτί μου για σπιτική μου δυστυχία μια
             [μιλιά
     κι’ έπεσα χάμου ξερή απ’ την τρομάρα μου,
     και με σήκωσαν η δούλες.
     Μα εσείς πέστε μου πάλι τι ήταν ο λόγος,
     γιατί δεν είμ’ αμάθητη στης δυστυχίες, να τ’ ακούσω.

ΑΓΓ. Εγώ, καλή μου κυρά, και εδώ που είμαι θα στο πω,
     και ούτε θ’ αφήσω τίποτε απ’ όσα είν’ αλήθεια.
     τι ; να σου μιλήσω μαλακά και έπειτα σ’ αυτά να
             [βγούμε ψεύτες;
     μόν’ η αλήθεια στέκει παντοτεινά ορθή.
     Εγώ κατά πόδι ακολουθούσα τον άντρα σου, στο
             [ψηλό αλώνι,
     εκεί οπού έκειτο ακόμα αξιοδάκρυτο σπαραγμέν’
             [από τα σκυλιά
     το σώμα του Πολυνείκη. Και αφού τη θεά που στο
             [δρόμο παραστέκει
     παρακαλέσαμε και τον Πλούτωνα να πάψη την οργή
             [του και να μας καλοβλέπη,
     τον ‘λούσαμε σε καθαρό λουτρό και απάνω σε κλαριά
             [νεόκοπα εκάψαμε το λείψανο
     και μνημούρι ολόρθο από της πατρίδος του τη γη
             [του χωματώσαμε·
     και έπειτα ‘γυρίσαμε πάλι για το θωλωτό του Άδη
             [νυφοκρέββατο, το λιθοστρωμμένο,
     που ήταν μέσα η κόρη. Κάποιος όμως άκουσε στριγγό
       [ξεφωνητό να βγαίνη απ’ το θάλαμο τον αφορισμένο
     κι έτρεξε να το φανερώση του αφέντη μας του
             [Κρέοντα.
     Και σ’ αυτόν γύρω καθώς ‘πρόβαινε σιμότερα η
             [ίδια θλιβερή φωνή ‘πετούσε, πειό αδύνατη
     και απ’ τα τρίσβαθα στενάζοντας βγάζει κλαψάρικη
             [λαλιά:
     «Κακορρίζικος εγώ· καλά το ‘μάντεψα λοιπόν ;
     και τώρα περπατώ απ’ όσους στη ζωή μου ‘πέρασαν
             [το πειό θλιβερώτερο δρόμο.
     Τού παιδιού μου η φωνή με τριγυρνάει. Εσείς ‘πε-
             [ρέτες
     τρέξτε γλήγορα, κάτω εκεί, σταθήτε ‘μπρος στον
             [τάφο,
     και απ’ τον αρμό του χώματος σαν η πέτρα ση-
             [κωθή,
     μπαίνοντας στο άνοιγμα του τάφου κυττάχτε του
             [Αίμονος είν’ η φωνή π’ ακούω,
     ή ξεγελιέμαι από τους θεούς ;»
     Και μεις στης προσταγές του πικραμένου αφέντη
             [μας πήγαμε να ‘δούμε
     και μεσ’ το στερνό το μνήμα είδαμε τη μια κρεμα-
             [σμένη απ’ το λαιμό
     με κλωστένιο βρόχο απ’ το πέπλο της δεμένο,
     τον άλλον μπροστά της πεσμένο χάμου απ’ τη μέση
             [να την κρατάη
     θρηνώντας για τη νύφη που χάθηκε και πήγε κάτου
     και για του πατέρα του τα έργατα και το νυφοκρέβ-
             [βατό του το δυστυχισμένο·
     και καθώς το είδε ο Κρέων πικρά βογκώντας προ-
             [βαίνει μέσα και του φωνάζει μ’ αναφιλητό :
     «Δυστυχισμένε μου, τι κάνεις αυτού, στο νου τι
             [σούρθε,
     σε τι συφορά έπεσες ; έλα έξω, παιδί μου, γονατιστός
             [σε παρακαλώ»,
     Μα το παιδί, άγρια ματιά στήλωσε απάνω του, τον
             [έφτυσε κατά μούτρα
     και χωρίς διόλου να απαντήση έπειτα τράβηξε του
             [σπαθιού του τη δίκοπη λεπίδα,
     και ο πατέρας πρόφθασε ορμώντας έξω και του
             [ξέφυγε·
     τότε, ο άραχλος, κατεπάνου του γυρίζει το θυμό
             [του,
     και όπως στέκονταν, το σίδερο μες τα πλευρά
             [του,
     και με τα χέρια του που είχαν παραλύσει, έχοντας
             [ακόμη τα λογικά του,
     αγκαλιάζει την παρθένο, και καθώς ξεφυσούσε, με
             [δύναμι
     πετιέται κόκκινο αίμα βρύσι απάνου στης χλωμές
             [παρειές του κοριτσιού,

     (Φεύγει η Ευρυδίκη έξαλλη και οι γυναίκες τρέχουν πίσω της).

     Και τώρα κείτεται νεκρός σε νεκρής πλευρό ο δόλιος
     το γάμο του γιορτάζοντας στου Άδη τα παλάτια·
             [όμως απόδειξε στον κόσμο
     πως για έναν άνδρα η ασυλλογισιά είναι το μεγα-
             [λείτερο κακό.

ΧΟΡ. Τι να βάλω με το νου μου; έφυγε πάλι η γυναίκα
              [προτού πή λόγο καλό ή κακό.

ΑΓΓ. Κ’ εγώ εθάμμαξα, αλλά παρηγοριούμαι με την ελ-
             [πίδα
     πως σαν άκουσε τη συφορά του παιδιού της,
     δεν θα πάη να μοιρολογήση στην πόλι έξω·
     μέσα στο σπίτι με της δούλες ολόγυρά της
     θα καθήση να κλάψη για το πένθος της·
     γιατί δεν είν’ αμάθητη από καλή γνώμη,
     ώστε να λαθέψη.

ΧΟΡ. δεν ξέρω, ωιμένα, και η πάρα πολλή σιωπή
     κακό σημάδι φαίνεται, καθώς και το πολύ ξεφωνητό
             [το ανωφέλετο.

ΑΓΓ. Αλλά να ‘δούμε μήπως και κρύβει τίποτα στη τα-
             [ραγμένη καρδιά·
     και ας μπούμε μες στο σπίτι, καλά το λες εσύ.
     Και η παρά πολύ σιωπή είναι βαρειό σημάδι.

(Φεύγει ο Άγγελος· εμφανίζεται ο Κρέων κρατώντας στα
χέρια του τον νεκρό του Αίμονος).

ΧΟΡ. Αλλά να, που και ο ίδιος ο βασιληάς έφτασε
     κρατώντας στα χέρια του δείγμα ολοφάνερο-
     αν μου πέφτη και εμένα λόγος - όχι αλλουνού που
             [έφταιξε
     αλλά της αμαρτίας της δικής του.

ΚΡΕ. Ωιμέ του κακοκέφαλου κεφαλιού η αμαρτία πώς
             [‘τέλεψε
     φέρνοντας θάνατο. Αχ ! το φονηά και το σκοτω-
             [μένο κυττάτε μαζί του
     από μια γεννηά. Ωιμένα κακότυχή μου γνώμη.
     Αχ ! παιδί μου, που νέος επήγες με πρώιμο θάνατο
     άι, άι, άι, άι, άι, ‘πέθανες, ‘χάθηκες
     για δική μου όχι για δική σου κακοκεφαλιά.

ΧΟΡ. Ωιμέ, αργά ήταν να δης το δίκηο,

ΚΡΕ. Ωιμένα, το ξέρω ο δόλιος, Μα στο μυαλό μου κά-
             [ποιος θεός τότε
     βρόντηξε που μου κακόθελε βαρειά, και σ’ άγριο
             [δρόμο μ’ έρριξε,
     ώιμέ, πατώντας, με τα πόδια της χαρές μου.
     Αχ ! Αχ! βάσανά του άνθρωπου που δε βαστιώνται.
     (Μπαίνει ο Εξάγγελος).


ΕΞΑ. Αφέντη μου, τα έχεις και τα παράχεις τα βάσανα,
     άλλα βαστάς στα χέρια σου και άλλα πούναι στο
             [σπίτι σου πρόκαναν κι’ όλας,
     και ταχιά με τα μάτια σου θε να τα ‘δης.

ΚΡΕ. Τι είναι πάλι ; χειρότερα ακόμα απ’ τα χειρότερα;

ΕΞΑ. Η γυναίκα σου ‘πέθανε, η δόλια μάννα αυτουνού του
             [νεκρού·
     τώρα δα ‘χτυπήθηκε, κ’ είν’ η πληγές της ανοιχτές.

ΚΡΕ. Άι, άι, άι, άι, λιμάνι του Άδη αχόρταγο,
     γιατί, καλέ, με βουλειάζεις ;
     Ω, εσύ που ήρθες να μου φέρης της πικρόλογες συ-
             [φορές, τι λόγο είπες;
     Άι, άι, σκοτωμένον άνθρωπο πήγες να χτυπήσης·
     τι λες, παιδί μου ; τι άλλο πάλι θα μου πής;
     Άι, άι, άι, άι· σφαχτό της συφοράς κείτεται η γυ-
             [ναίκα πεθαμμένη.

ΧΟΡ. Γύρισε και θα ‘δης· δεν την έχουν πειά κρυμμένη
             [μέσα.

ΚΡΕ. Ωιμένα, βλέπω με τα μάτια μου το δεύτερο κακό·
             [τι άλλο,
     τι άλλο μου μέλλεται ; στα χέρια μου κρατώ ακόμα
             [το παιδί μου, ο κακορρίζικος,
     και αντικρύ μου βλέπω τη νεκρή.
     Αχ, άχ, καϋμένη μητέρα ! αχ, παιδί μου.

ΕΞΑ. Έπεσε πληγωμένη βαρειά και αγκάλιασε το βωμό·
             [τα μάτια της έκλεισαν,
     Μα πρώτ’ εμοιριολόγησε για το δοξασμένο θάνατο
             [του Μεγαρέα, που ‘πέθανε μπροστήτερα
     και πάλι γι’ αυτόν εδώ, και τελευταία για της κα-
             [κές σου πράξες
     καταράσθηκε, εσένα, τον παιδοχτόνο.

ΚΡΕ. Άι, άι, άι, άι, τρομάρα μου, γιατί δεν μ’ εσκότωνε
             [κανείς απ’ τους φίλους
     στο στήθος μπροστά με δίκοπο σπαθί ;
     δόλιος εγώ, άι, άι, άι, και με δόλιο τέλος σβύνω.

ΕΞΑ. Και γι’ αυτή και για εκείνη τη θανή σε σένα
     έρριξε την αιτία η πεθαμμένη·

ΚΡΕ. Και με τι τρόπο χάλασε τη ζωή της ;

ΕΞΑ. ‘Χτυπήθη με το χέρι της μέσ’ στο σκότι, καθώς
             [άκουσε
     τι έπαθε το παιδί της, το πολύκλαφτο.

ΚΡΕ. Ωιμένα σε κανέναν άνθρωπο ποτέ δε θα πέση
     σαν τη δική μου κατηγόρια. εγώ, εγώ σε σκό-
             [τωσα,
     άχ! ο άθλιος ! εγώ, αλήθεια λέω· αχ ! άνθρωποι,
     πηγαίνετε με γλήγορα, βγάλτε με από δω έξω,
     γιατί δεν είμαι πειά άλλο παρά τίποτα.

ΧΟΡ. Κερδισμένος θάβγης, αν βγαίνη απ’ τον πόνο κέρδος,
     γιατί η συφορά που γλήγορα περνά απ’ όσες μας
             [έρχονται
     είναι η καλλίτερη.

ΚΡΕ. Ας έρθη, ας έρθη, ας φανή κι’ εμένα η γλυκεία
             [θανή μου,
     που θα μου φέρη πειά την ύστερή μου μέρα·
     ας έρθη, ας έρθη, για να μη ‘δώ πειά άλλη μέρα
     με τα μάτια μου.

ΧΟΡ. Αυτά είναι του ύστερου καιρού·
     για όσα βλέπομε κάτι να γείνη·
     τάλλα θα τα νοιαστούν εκείνοι που τους πρέπει.

ΚΡΕ. Αυτό που λαχταρίζω, αυτό μονάχα ευχήθηκα.

ΧΌΡ. Μην εύχεσαι τώρα τίποτα, αφού ο άνθρωπος
     δεν έχει να ξεφύγη τη γραφτή του μοίρα.

ΚΡΕ. Πάρτε με τον άχρηστο άνθρωπο απ’ εδώ,
     που ‘σκότωσα και σένα, παιδί μου, χωρίς να το θέλω,
             [και τούτην.
     Τρισάθλιος εγώ και δεν έχω πειά που να γυρίσω τη
             [ματιά μου·
     όλα μου ξεφεύγουν, όσα πιάνω στα χέρια· βαρειά
             [συφορά έπεσε στο κεφάλι μου.
     Το πρώτο πράμμα για να ευτυχήση ο άνθρωπος
     είναι η φρονιμάδα,
     και δεν πρέπει να καταφρονάη κανείς σε τίποτα,
     όσα είναι των θεών·
     τα μεγάλα λόγια με μεγάλα βάσανα τα ξεπλερώνουν
     οι καυχησάρηδες,
     και έτσι βάζουνε γνώσι και στα γεράματα.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Ο μέγιστος των αρχαίων και νεωτέρων δραματικών ποιητών, για την
έντονη δραματικότητα, το βαθύ και συχνά προφητικό της σκέψης του,
τη λυρική του έξαρση και την αρμονία των εννοιών με την αισθητική
τους έκφραση. Οι τραγωδίες του, τολμηρές τόσον ως σύνθεσή τους,
όσο και σαν πλοκή, έχουν ταυτόχρονα πολύ έντονη την αίσθηση και
την ψυχολογία του φυσικού και του πραγματικού, ώστε να δονούνται
από τον παλμό της πιο σφρίγουσας ζωής. Ο Αισχύλος αποτελεί
αναμφισβήτητα την πιο τέλεια ποιητική εκδήλωση του ελληνικού
μεγαλείου.

 ***
Αγαμέμνων: Πρόκειται για το πρώτο δράμα της Τριλογίας «Ορέστια»
κι αναφέρεται στην δολοφονία του Αγαμέμνονα από την σύζυγό του
Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. η σκηνή της προφήτιδος
Κασσάνδρας, που οδύρεται για την αιχμαλωσία της, ανήκει στις
τραγικότερες του παγκοσμίου Θεάτρου. Μετάφραση σε στίχους, του
Γρυπάρη.

Χοηφόροι: Το δεύτερο δράμα της «Ορέστειας». Περιέχει την
κυριώτερη πράξη, γύρω από την οποία στρέφεται η Τριλογία και που
πάνω της στηρίζεται το ηθικό πρόβλημα που κινεί την «Ορέστεια»: ο
Ορέστης θανατώνει τον Αίγισθο και τη μητέρα του· ο νους του
σαλεύεται και καταδιωκόμενος από τα φάσματα των Ερινυών παίρνει
τον δρόμο της εξορίας. Η μετάφραση, σε στίχους, του Γρυπάρη.