The Project Gutenberg eBook of Ιφιγένεια εν Αυλίδι
Title: Ιφιγένεια εν Αυλίδι
Author: Euripides
Translator: Ioannis Fragkias
Release date: October 6, 2008 [eBook #26784]
Most recently updated: March 7, 2012
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΙΩΑΝ. ΦΡΑΓΚΙΑ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Η ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΙΩΑΝ. Γ. ΦΡΑΓΚΙΑ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
1911
Υ Π Ο θ Ε Σ I Σ
Του στρατού και του στόλου των Ελλήνων συναθροισθέντος παρά την
Αυλίδα εν τω πορθμώ του Ευρίπου, όπως εκείθεν ομού, υπό την
αρχιστρατηγίαν του Αγαμέμνονος, εκπλεύση κατά της Τροίας προς
εκδίκησιν της υπό του Πάριδος αρπαγής της Ελένης, νηνεμία διαρκής
παρεκώλυε τον απόπλουν αυτού. Τούτο εθεωρήθη ως ένδειξις
δυσμενείας των θεών, ο δε μάντις Κάλχας, εμπνευσθείς
εχρησμοδότησεν ότι τότε μόνον θα ηδύνατο να πλεύση ο στόλος και θα
εκυριεύετο το Ίλιον, εάν ο Αγαμέμνωνεθυσίαζε την θυγατέρα του
Ιφιγένειαν εις τον βωμόν της Αρτέμιδος, προστάτιδος θεάς της
Αυλίδος. Εκάλεσε τότε ο Αγαμέμνωντην σύζυγόν του Κληταιμνήστραν
να φέρη εκ Μυκηνών εις Αυλίδα την Ιφιγένειαν επί τη προφάσει ότι
εσκόπει να δώση αυτήν εις γάμον προς τον Αχιλλέα, πράγματι όμως
προτιθέμενος να υπακούση εις της θεάς την θέλησιν. Τούτο δε και
συνέβη αληθώς. Αλλά καθ’ ην στιγμήν επί παρουσία σύμπαντος του
ελληνικού στρατού, παρατεταγμένου περί τον βωμόν της Αρτέμιδος, η
μάχαιρα της θυσίας κατεφέρετο επί τον λαιμόν της παρθένου, η μεν
κόρη εξηφανίσθη, αντ’ αυτής δ’ έλαφος εφάνη ασπαίρουσα χαμαί και
ραίνουσα διά του αίματός της τον βωμόν της θεάς.
Π Ρ Ο Σ Ω Π Α
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, βασιλεύς των Μυκηνών.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ, δούλος αυτού.
ΧΟΡΟΣ γυναικών εκ Χαλκίδος.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ, βασιλεύς της Σπάρτης.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ, σύζυγος του Αγαμέμνονος.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ, Θυγάτηρ του Αγαμέμνονος και της Κλυταιμνήστρας
ΑΧΙΛΛΕΥΣ, βασιλεύς της Φθίας.
ΕΙΣ ΑΓΓΕΛΟΣ.
Η σκηνή εις το εν Αυλίδι στρατόπεδον και προ της σκηνής του
Αγαμέμνονος.
ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Η ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ
ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ
ΣΚΗΝΗ Α'.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ και ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (προς τον εντός της σκηνής Πρεσβύτην)
Ελθέ, γέρον, εδώ προ της σκηνής.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Έρχομαι. Τι νέον έχεις εις τον νουν σου, βασιλεύ ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Θα έλθης γρήγορα ή όχι;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (εξερχόμενος)
Έρχομαι. Μη νομίσης ότι κοιμώμαι. Ο ύπνος φεύγει• το γήρας μου
και οι οφθαλμοί μου βλέπουσι καλώς.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Ποίον άραγε να ήναι το άστρον εκείνο ;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Είναι ο Σείριος, όστις περά πλησίον της επταστέρου Πλειάδος, εις
το μέσον τουρανού.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Ούτε πτηνών κελάδημα ούτε φλοίσβος της θαλάσσης ακούεται. Σιγή
τελείας νηνεμίας κατέχει τον Εύριπον.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Και συ, βασιλεύ, διατί περιφέρεσαι έξω της σκηνής ; Η Αυλίς
κοιμάται και η φρουρά των τειχών δεν ήλλαξεν ακόμη. Ας εισέλθωμεν.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Σε ζηλεύω, γέρον. Ζηλεύω πάντα, όστις διέρχεται ακίνδυνον τον βίον
άγνωστος και άδοξος. Πολύ ολιγώτερον όμως ζηλεύω τους ζώντας εν
μέσω αξιωμάτων και τιμών.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Και όμως αυτά αποτελούν το κάλλος της ζωής.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Ψευδές κάλλος! Γλυκείαι είναι τωόντι μακρόθεν αι τιμαί, αλλ' όταν
πλησιάσουν, τότε αισθανόμεθα πόσον είναι αλγειναί. Διότι άλλοτε
μεν η δυσμένεια των θεών, ματαιούσα τας ελπίδας μας, ανατρέπει την
ευτυχίαν ημών, άλλοτε δε καταστρέφουσιν αυτήν αι ποικίλαι και
δυσάρεστοι, γνώμαι των ανθρώπων.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Δεν μοι φαίνονται ορθοί οι λόγοι ούτοι λεγόμενοι παρ’ ανδρός
υπερόχου, οποίος είσαι συ, ω βασιλεύ. Δεν σ' εγέννησε βεβαίως ο
Ατρεύς ίν' απολαύης πάντων των αγαθών του βίου. Και συ ακόμη
οφείλεις να χαίρης και να λυπήσαι ως πας άλλος, διότι και συ
εγεννήθης θνητός. Ό,τι θέλουν οι θεοί, αυτό και θα γίνη, είτε συ
το θέλεις είτε μη. Αλλά βλέπω ότι, ανάψας την λυχνίαν, γράφεις το
γράμμα αυτό, το οποίον εις τας χείρας σου κρατείς, και σβύνεις
πάλιν ό,τι έγραψας. Και αφού εσφράγισας το γράμμα, το
αποσφραγίζεις πάλιν. Και ρίπτεις δακρύων τον λύχνον χαμαί. Έχεις
αληθώς την όψιν παραφρονήσαντος ανθρώπου. Διατί πάσχεις ούτω ; Τι
σε στενοχωρεί τόσον, βασιλεύ ; Φανέρωσόν μοι την αλήθειαν. Θα την
εμπιστευθής εις άνθρωπον αγαθόν και πιστόν. Μήπως δεν έστειλεν εμέ
ο Τυνδάρεως προς την γυναίκα σου, αφωσιωμένον προικώον δούλον;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Άκουσε, γέρον. Η κόρη του Θεστίου Λήδα εγέννησε τρεις θυγατέρας,
την Φοίβην, την Κλυταιμνήστραν, ήτις είναι σύζυγός μου, και την
Ελένην. Ταύτης της Ελένης διεκδικούντες την χείρα ήλθον οι
πλουσιώτατοι της Ελλάδος ηγεμόνες. Δεινώς δε ηπείλουν και
αιματηρώς προς αλλήλους ηγωνίζοντο πώς έκαστος, αποκρούων τους
άλλους, να λάβη αυτός την κόρην ως σύζυγον. Αμηχανία μεγίστη
κατείχε τον Τυνδάρεων, να δώση ή να μη δώση την κόρην του, και εις
ποίον εξ όλων να την δώση όπως διαφύγη συμφοράν. Εσκέφθη τέλος ν'
απαιτήση και απήτησε να ορκισθώσι πάντες εκείνοι οι μνηστήρες, διά
σπονδών επί του καίοντος βωμού τους θεούς επικαλούμενοι, ότι,
οιουδήποτε και αν γίνη η Ελένη σύζυγος, πάντες οι λοιποί θα
υπερασπίσωσιν αυτόν και εάν τις ήθελεν απαγάγει την νεάνιδα εκ του
συζυγικού της οίκου και καταλάβει παρ' αυτή του συζύγου την θέσιν,
θα συνεκστρατεύσωσι κατά του απαγωγέως πάντες ενόπλως και θα
κατασκάψωσι την πόλιν του, είτε Έλλην είναι ούτος είτε βάρβαρος.
Όταν ο όρκος ούτος εξησφάλισε την υπόσχεση ταύτην, έπεισεν ο γέρων
τους μνηστήρας μετά τέχνης συνετής ν' αφεθή ελευθέρα η κόρη όπως
εκλέξη η ιδία ως σύζυγον ένα εξ αυτών, εκείνον προς τον οποίον η
γλυκεία της Αφροδίτης έμπνευσις ήθελε προσελκύσει την καρδίαν της.
Και τότε αυτή εξέλεξεν — είθε να μη τον εξέλεγε ποτέ — τον Μενέλαον.
Μετ' ολίγον όμως ήλθεν εκ Φρυγίας εις Λακεδαίμονα εκείνος, τον
οποίον αι τρεις θεαί εξέλεξαν κριτήν του κάλλους των κατά την εις
το Άργος διαδεδομένην φήμην, νέος περικαλλής, λαμπρά ενδεδυμένος
περίχρυσα ενδύματα βαρβαρικής πολυτελείας και, ερασθείς της
Ελένης, ήτις και αυτή τον ηγάπησεν, επωφεληθείς δε της εκείθεν
αποδημίας τότε του Μενελάου, απήγαγε την Ελένην και έφυγε μετ'
αυτής εις την βουτρόφον χώραν της Ίδης. Αλλ' ο Μενέλαος επανελθών
διατρέχει παράφορος την Ελλάδα και, επικαλούμενος τους
απαγγελθέντας τυνδαρείους όρκους, προσκαλεί τους πάντας εις
εκδίκησιν του αδικήματος. Και τότε οι Έλληνες εξεγερθέντες και
αρπάσαντες τα όπλα συνηθροίσθησαν εδώ εις της Αυλίδος τας
στενοπόρους ακτάς άγοντες πλοία και στρατιάς και ίππους και άρματα
πολλά. Εξέλεξαν δε πάντες εμέ ως αρχιστράτηγον χάριν του
Μενελάου, του οποίου είμαι αδελφός. Ω, είθε να εδίδετο εις πάντα
άλλον το απαίσιον αυτό αξίωμα! Τώρα, ενώ όλος ο στρατός και ο
στόλος είναι προ πολλού συνηθροισμένοι εδώ εις την Αυλίδα, νηνεμία
διαρκής μας εμποδίζει τον απόπλουν και ταλαιπωρούμεθα εδώ αργοί.
Εις την δεινήν αυτήν αμηχανίαν μας, ερωτηθείς εχρησμοδότησεν ο
μάντις Κάλχας ότι τότε μόνον εξ Αυλίδος θ' αποπλεύσωμεν και θα
καταστρέψωμεν την πόλιν των Φρυγών, όταν θυσιασθή η Ιφιγένεια, η
κόρη μου, εις την Αρτέμιδα, προστάτιδα θεάν της χώρας ταύτης.
Άλλως ουδέν εκ τούτων θα κατορθωθή. Όταν ήκουσα τούτον τον
χρησμόν, διέταξα αμέσως τον κήρυκα Ταλθύβιον να κηρύξη μεγάλη τη
φωνή εις το στρατόπεδον ότι απολύω το στράτευμα ολόκληρον, διότι
δεν θα συναινέσω εγώ ποτέ να θανατώσω την κόρην μου. Αλλ' ο
αδελφός μου διά πολλών εντέχνων λόγων με κατέπεισε να υποστώ το
δεινόν τούτο, και τότε έγραψα προς την σύζυγόν μου να στείλη την
κόρην μας εδώ ίνα την δώσω εις γάμον προς τον Αχιλλέα, του οποίου
η έξοχος φήμη θα ήναι τιμή και καύχημα του οίκου μας. Διότι,
έγραψα, ο Αχιλλεύς αρνείται να συμπλεύση μετά των Αχαιών, εάν
πρότερον δεν φέρη την κόρην ημών ως σύζυγόν του εις την Φθίαν.
Τοιούτος ψευδής λόγος μου περί γάμου δήθεν της θυγατρός μας θα
έπειθε την Κλυταιμνήστραν να την φέρη εδώ. Το μυστικόν όμως τούτο
γινώσκουσι μετ' εμού μόνος ο Κάλχας, ο Οδυσσεύς και ο Μενέλαος.
Αλλά μετεμελήθην, γέρον, δι' όσα τότε κακώς πράξας έγραψα, και τα
μεταβάλλω τώρα δι’ αυτού του γράμματος, το οποίον εις την σκιάν
της νυκτός με είδες ν' αποσφραγίζω και πάλιν να σφραγίζω. Εμπρός
λοιπόν, λάβε το γράμμα τούτο και τρέξε εις το Άργος. Θα σου είπω
ό,τι περιέχει, διότι συ είσαι πιστός θεράπων και της γυναικός μου
και του οίκου μου.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Και πρέπει να μοι τα ειπής διά να τη ομιλήσω συμφώνως προς το
γράμμα σου.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Τη γράφω λοιπόν : «Κατόπιν της προτέρας μου επιστολής, κόρη της
Λήδας, σοι στέλλω την ανά χείρας ταύτην και σοι λέγω να μη στείλης
την κόρην μας εις την κολπώδη της Ευβοίας ακτήν, την ακύμαντον
Αυλίδα, διότι τους γάμους της Ιφιγενείας απεφασίσαμεν ν'
αναβάλωμεν εις άλλον χρόνον».
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Αλλά δεν σκέπτεσαι ότι ο Αχιλλεύς, βλέπων την αναβολήν ταύτην του
γάμου, θα εξοργισθή κατά σου και κατά της γυναικός σου ; Μήπως δεν
είναι και τούτο κακόν ; Τι λέγεις δι’ αυτό ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Ο Αχιλλεύς ουδέν γνωρίζει περί τοιούτου γάμου. Μόνον το όνομά του,
ουχί δε και αυτός, μετέχει τούτων. Εκείνος δεν γνωρίζει ότι εγώ
εξέφρασα την πρόθεσιν να δώσω την κόρην μου εις την νυμφικήν αυτού
παστάδα.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Δεινή σου η τόλμη, βασιλεύ, να φέρης την κόρην σου επί σφαγήν υπέρ
των Ελλήνων με πρόφασιν ότι θα την δώσης ως σύζυγον προς τον υιόν
θεάς.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Οίμοι, παρεφρόνησα τωόντι και βλέπω ότι πίπτω εις βάραθρον δεινής
συμφοράς. Αλλ’ ύπαγε, γέρον, κίνει τους πόδας σου ταχείς και
νίκησε το γήρας σου.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Σπεύδω, βασιλεύ.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Πρόσεξε μη καθίσης εις δάσους σκιάν ούτε παρά δροσεράς πηγάς
υδάτων, μήπως σε δελεάση του ύπνου η αγκάλη.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Άναξ, μη με αδικής.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Παντού όπου η οδός διχάζεται, παρατήρει καλώς μήπως άμαξά τις,
ελαύνουσα προς των Ελλήνων τα πλοία, φέρει την κόρην μου, και
διέλθη χωρίς να την ίδης. Εάν την συναντήσης, στρέψε την ευθύς
προς τα οπίσω, αρπάζων τους χαλινούς των ίππων και οδήγησον αυτήν
εις τας Μυκήνας πάλιν.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Θα το πράξω. Αλλά πως θα με πιστεύση η κόρη και η σύζυγος σου όταν
θα είπω ταύτα προς αύτας ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Δείξον την επί της επιστολής σφραγίδα μου. Εμπρός ! Ήδη το
ροδόχρουν φως της αυγής λευκαίνεται υπό των τεθρίππων αρμάτων του
Ηλίου. Τρέξε, βοήθησέ με εις την δυστυχίαν μου.
(Ο δούλος απέρχεται).
Ω ! εις τον κόσμον ουδείς υπάρχει μέχρι τέλους ευτυχής και ουδείς
εγεννήθη άλυπος.
(Εξέρχεται).
ΠΑΡΟΔΟΣ ΠΡΩΤΗ
Εισέρχεται ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
ΧΟΡΟΣ
Στροφή).
Διά του στενού του Ευρίπου, αφείσαι την πόλιν μας Χαλκίδα, την
ποτιζομένην υπό των παραλίων υδάτων της περιφήμου πηγής Αρεθούσης,
ήλθομεν εδώ, εις την αμμώδη ταύτην της Αυλίδος ακτήν, να ίδωμεν το
στράτευμα των Αχαιών και τα πλοία των ανδρείων νέων, οίτινες, ως
λέγουν, εκστρατεύουσιν υπό τον ευπατρίδην Αγαμέμνονα και τον
ξανθόν Μενέλαον επί χιλίων πλοίων εναντίον της Τροίας διά την
Ελένην.
Ταύτην ο βουκόλος Πάρις απήγαγεν εκ του καλαμώδους Ευρώτα,
δωρηθείσαν αυτώ υπό της Αφροδίτης, ότε παρά διαυγή και δροσερά
ύδατα συνηγωνίσθη αυτή επί κάλλει προς την Ήραν και την Αθηνάν.
(Αντιστροφή).
Ήλθομεν ευλαβώς εις το πλούσιον τούτο εις θυσίας άλσος της
Αρτέμιδος μ’ ερυθράς εξ αιδούς τας παρειάς όπως θαυμάσωμεν τα
όπλα, τας σκηνάς, τους Έλληνας οπλίτας και το πλήθος των ίππων.
Και είδομεν τους δύο Αίαντας ομού, τον μεν υιόν του Οιλέως, τον δε
του Τελαμώνος γόνον, άνακτα της Σαλαμίνος, μετά του Πρωτεσιλάου
παίζοντας πεσσούς, και τον έγγονον του Ποσειδώνος Παλαμήδην, τον
δεινόν εις το αγώνισμα του δίσκου, ως επίσης Μηριόνην τον
θαυμάσιον πολεμιστήν, τον νησιώτην Λαερτίδην Οδυσσέα μετά του
περικαλλούς Νηρέως. Είδομεν τον Αχιλλέα, τον ως ο άνεμος ωκύποδα,
τέκνον της Θέτιδος και μαθητήν του Χείρωνος, να τρέχη πάνοπλος επί
των χαλίκων του αιγιαλού συναγωνιζόμενος προς τέθριππον άρμα εις
δρόμον ελικοειδή. Και εφώναζεν ο διφρηλάτης Εύμηλος, ηγεμών των
Φερών, παρορμών και κεντών διά των πτερνιστήρων τους νεαρούς του
ωραιοτάτους ίππους, δάκνοντας χρυσοποικίλτους χαλινούς, τους μεν
δύο μεσαίους, λευκοστίκτου τριχώματος, τους δε πλαγίους και εις
τας στροφάς αντιστοίχους, πυρρότριχας και με κνήμας ποιχιλόχρους.
Και έτρεχεν ο Πηλείδης Αχιλλεύς πάντοτε παρά τους τροχούς του
άρματος πάλλων το δόρυ.
(Στροφή).
Εθαυμάσαμεν το ανέκφραστον εκείνο θέαμα των αναριθμήτων πλοίων,
θέαμα λαμπρόν εις τους απλήστους γυναικείους οφθαλμούς. Πεντήκοντα
πολεμικών πλοίων της δεξιάς πτέρυγος άρχει ο εκ Φθίας Μυρμιδόνειος
ήρως, και φέρουν ταύτα εις την πρώράν των χρυσά Νηρηίδων αγάλματα,
εις δε την πρύμνην το σήμα του Αχιλλείου στρατού.
(Αντιστροφή).
Παρ' αύτας ίστανται τα πλοία των Αργείων ισαρίθμους έχοντα προς τα
άλλα κώπας, τούτων δε αρχηγοί είναι ο Ταλαός, τέκνον και θρέμμα
του Μηκιστέως, και ο του Καπανέως Σθένελος. Ο δε υιός του Θησέως
άγει εξήκοντα πλοία εξ Αττικής, φέροντα την Παλλάδα επί πτερωτών
ιππηλάτων αρμάτων, έμβλημα θεσπέσιον και λατρευτόν εις τους
ναύτας.
(Στροφή).
Πεντήκοντα πλοία είδομεν των Βοιωτών φέροντα εκατέρωθεν της πρώρας
σήμα παριστών τον Κάδμον κρατούντα όφιν χρυσούν, ηγείται δε αυτών
ο γιγάντειος Λήιτος. Ισάριθμα δε πλοία έφερεν εκ του ενδόξου
θρονίου των Λοκρών ο υιός του Οιλέως.
(Αντιστροφή).
Εκ των Κυκλωπείων Μυκηνών ο Ατρείδης Αγαμέμνωνέφερε στρατόν
πολυ-
πληθή επί πλοίων εκατόν, συναρχηγόν έχων και τον Άδραστον,
όστις, φίλος του ων, συνεκστρατεύει και αυτός, ίνα η Ελλάς
ανακτήση την ένεκα βαρβάρου ανδρός καταλιπούσαν τον οίκον του
συζύγου. Είδομεν δε και το σήμα του εκ Πύλου Γερηνίου Νέστορος επί
της πρύμνης των πλοίων του, το παριστών τον γείτονα του Αλφειόν
πόδας έχοντα ταύρου.
(Στροφή).
Δώδεκα είναι των Αινιάνων τα πλοία υπό τον Γουνέαν. Πλησίον δε
τούτων ίστανται τα των Ηλείων, τους οποίους όλος ο στρατός
αποκαλεί Επειούς, και ηγείται αυτών ο Εύρυτος. Τον δε στόλον των
Ταφίων, τον έχοντα λευκάς τας κώπας, άγει ο Μέγης, ο του Φυλέως
βλαστός, ελθών εκ των αλιμένων Εχινάδων νήσων.
(Αντιστροφή).
Ο Αίας δε, της Σαλαμίνος το θρέμμα, διά των δώδεκα ευστροφωτάτων
πλοίων του, παρατεταγμένων πλησίον των άλλων, συνάπτει το δεξιόν
του στόλου κέρας προς το αριστερόν. Ω ! ποίον είδον πολεμοχαρές
ναυτικόν στράτευμα ! Αλλοίμονον εις τα πλοία των βαρβάρων, όσα
ήθελον τύχει προ αυτών ! Ουδέν θα επιστρέψη εις την πατρίδα του
πλέον. Τοιαύτης πανελληνίου στρατιάς και ναυτικής δυνάμεως η εικών
θα μείνη εντός μου ανεξάλειπτος.
ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
Α’.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ και ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Είναι δεινή η τόλμη σου αυτή, Μενέλαε, και απρεπής.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Φύγε απ' εδώ ! η πίστις σου προς τον κύριόν σου υπερβαίνει παν
μέτρον.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Δεν εννοείς, ότι κατηγορών με διά τούτο, μ' επαινείς ;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Θα σε κάμω να κλαύσης, εάν εξακολουθήσης πράττων ό,τι κακώς
πράττεις.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Δεν πρέπει ν’ ανοίξης το γράμμα αυτό, το οποίον κρατώ.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Αλλ’ ουδέ συ πρέπει να γίνης αίτιος ολέθρου εις όλην την Ελλάδα.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ήπαγε να συζητής περί τούτου με άλλους. Άφες την επιστολήν.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ποτέ.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Αλλ' εγώ δεν θα σου την αφήσω. Μάθε το καλώς.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Σου σπάζω την κεφαλήν δι αυτής μου της ράβδου.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Σπάσε την. Είναι τιμή ν' αποθνήσκη τις υπέρ του κυρίου του.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Άφες το γράμμα, σου λέγω. Οι δούλοι πρέπει να λέγωσιν ολίγα.
(Αποσπά την επιστολήν από των χειρών του δούλου).
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
(κραυγάζων προς τον εν τη σκηνή Αγαμέμνονα )
Τρέξε, κύριε μου. Επετέθη κατ' εμού βιαίως ο Μενέλαος και μου
ήρπασε την επιστολήν σου από τας χείρας μου, κωφός εις τα δίκαια
παράπονά μου.
ΣΚΗΝΗ Β'.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Τι τρέχει; Πόθεν ο θόρυβος αυτός εδώ προ της σκηνής μου ; Και
διατί αυτή η απρεπής λογομαχία;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Eμέ πρέπει ν' ακούσης ως μάλλον αξιόπιστον και όχι τούτον εδώ.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Και συ διατί ήλθες εις λόγους με αυτόν, Μενέλαε, και τον
μεταχειρίζεσαι κατ’ αυτόν τον βίαιον τρόπον;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Προς εμέ στρέψον το βλέμμα, αν θέλης να μάθης την αιτίαν.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Μήπως νομίζεις ότι εγώ, ο υιός του Ατρέως, φοβούμαι να σε ατενίσω;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Βλέπεις αυτήν εδώ την επιστολήν, η οποία περιέχει ολέθρια
πράγματα ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Την βλέπω. Απόδος αυτήν πρώτον και ύστερον ομίλει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Δεν θα την αποδώσω ειμή αφού πρώτον φανερώσω εις όλον το στράτευμα
των Ελλήνων ό,τι περιέχει.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Μήπως ετόλμησας να την ανοίξης και έμαθες ό,τι δεν σοι επετρέπετο
να μάθης ;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Βέβαια και να σε δυσαρεστήσω μαθών ό,τι κακόν δι αυτής έπραξας
λάθρα.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Ω της αναισχυντίας σου ! Και πού συνέλαβες τον δούλον μου ;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Εκεί όπου ιστάμην περιμένων την άφιξιν της κόρης σου εξ Άργους εις
το στρατόπεδον.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Και δεν είναι αναίσχυντος πράξις αυτή, να κατασκοπεύης τα ιδικά
μου πράγματα;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ήμην ελεύθερος να έχω αυτήν την περιέργειαν. Δεν είμαι βέβαια
δούλος σου εγώ.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Ω ! ποίον θράσος ! Μήπως έχεις την αξίωσιν να ελέγχης το πώς εγώ
θέλω να διοικώ τα του οίκου μου ;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ναι, διότι βλέπω ότι είναι ύπουλοι αι σκέψεις σου και άλλα μεν
λέγεις τώρα, άλλα δ' έπραξας και άλλα μελετάς να πράξης.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Δεν σου αμφισβητώ την κομψότητα των λόγων. Των πονηρών η γλώσσα
έχει τέχνην ζηλευτήν.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Όσον ο άστατος νους αδικεί και κλονίζει την πίστιν των φίλων. Ναι,
θέλω να σ' ελέγξω και ας μη σε παραφέρη η οργή, ώστε ν' αποφεύγης
την αλήθειαν. θα σοι ομιλήσω σαφώς και συντόμως. Ενθυμείσαι καθ'
ον χρόνον προσεπάθεις να λάβης την αρχηγίαν των Ελλήνων προς το
Ίλιον, φαινόμενος μεν προς αυτήν αδιάφορος, πράγματι όμως επιθυμών
και επιδιώκων αυτήν πάση δυνάμει, πόσον ταπεινώς εφέρεσο προς
πάντας; Ενθυμείσαι πόσον ήσο τότε δαψιλής εις χειραψίας, ότι τας
θύρας του ανακτόρου σου είχες εις πάντα πολίτην ανοικτές και
εχαιρέτιζες ανεξαιρέτως όλους, και αυτούς ακόμη τους μη θέλοντας,
ζητών με τους φιλόφρονας εκείνους τρόπους ν' αγοράσης το αξίωμα;
Όταν όμως κατώρθωσες να λάβης το αξίωμα τούτο, ω, τότε αμέσως
μετεβλήθη το ήθος σου. Δεν ήσο πλέον φίλος προς τους φίλους τους
προτέρους. Εκλείσθης εις τον οίκον σου και δυσκόλως και σπανίως
ηδύνατο τις να σε πλησιάση. Οι άνδρες όμως οι χρηστοί και οι
μεγαλεπήβολοι δεν πρέπει να μεταβάλλωσιν ούτω τρόπους
συμπεριφοράς, αλλά τότε μάλιστα οφείλουσι να ήναι σταθεροί προς
τους φίλους, όταν ευτυχούντες δύνανται και να ωφελώσιν αυτούς. Και
ιδού ότι ευθύς εξ αρχής εδείχθης κακός. Όταν δε ήλθες εδώ εις την
Αυλίδα και ο πανελλήνιος στρατός ηναγκάσθη να μείνη εδώ ελλείψει
ουρίου άνεμου, οι δε Έλληνες ηξίουν να διαλυθή ο στόλος, ίνα μη
ανωφελώς καθήμεθα εδώ, συ κατάπληκτος και αμηχανών προ της θείας
ταύτης συμφοράς, ένεκα της οποίας έχανες την ευκαιρίαν της
φιλοδοξίας σου, όπως, άρχων χιλιαρίθμου στόλου, καλύψης διά
δοράτων την πεδιάδα του Πριάμου, ήρχεσο και με ηρώτας «Τι να
πράξω; Πως να εύρω τρόπον να μη χάσω την αρχηγίαν ταύτην και την
εξ αυτής μεγίστην δόξαν;» Όταν δε ο Κάλχας εχρησμοδότησε να
θυσιάσης την κόρην σου εις την Αρτέμιδα και τότε μόνον θ'
αποπλεύση ο στόλος, συ μετά χαράς εδέχθης να θυσιάσης την κόρην.
Και τότε, ουδενός αναγκάζοντος — μη το αρνηθής — αλλ'
αυτοπροαιρέτως και προθύμως συ ο ίδιος εμήνυσας προς την γυναίκα
σου να στείλη την κόρην σου εδώ υπό την πρόφασιν ότι θα δώσης
αυτήν εις γάμον προς τον Αχιλλέα. Και όμως ύστερον μεταμεληθείς
συλλαμβάνεσαι τώρα άλλα γράφων, ότι, δηλαδή ουδέποτε θα γίνης
φονεύς της θυγατρός σου. Ο αήρ, όστις μας περιβάλλει ταύτην την
στιγμήν, είναι αυτός εκείνος, όστις ήκουσεν όσα είπας τότε. Ω,
πόσοι άλλοι πράττουσιν ό,τι και συ χάριν των υψηλών αξιωμάτων! Και
ενώ ιδία προαιρέσει αναρριχώνται και κατακτώσιν αυτά, ύστερον
αισχρώς υποχωρούσιν άλλοτε μεν παρασυρόμενοι υπό μωρών συμβουλών
των κολάκων, άλλοτε δε και κατ' ανάγκην, ως ανάξιοι να κυβερνήσωσι
το κράτος των. Κρίμα εις την ταλαίπωρον Ελλάδα, ήτις, θελήσασα ν'
αποδυθή εις ένδοξον αγώνα, θα υποχωρήση τώρα αφίνουσα τους
ουτιδανούς αυτούς βαρβάρους να την εμπαίζωσι γελώντες εξ αιτίας
σου και της κόρης σου ! Ένεκα προσωπικών υποχρεώσεων ποτέ δεν
πρέπει ν’ αναγορεύη τινά ο πολίτης προστάτην της χώρας του ούτε
στρατηγόν. Ο στρατηλάτης πρέπει να έχη νουν, άρχων δε της πόλεως
δύναται νάναι μόνος ο συνετός ανήρ.
ΧΟΡΟΣ
Μέγα κακόν η μεταξύ αδελφών έρις και λογομαχία.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Άκουσον τώρα και εμέ να σοι είπω συντόμως δυσαρέστους αληθείας,
χωρίς να σε προσβλέπω με βλέμμα εξ ίσου επηρμένον και αναιδές,
αλλά πολύ μετριοπαθέστερον, διότι είσαι αδελφός μου, ο δε χρηστός
ανήρ ευλαβώς πάντοτε φέρεται. Ειπέ μοι, σε παρακαλώ, πόθεν αυτή
σου η παραφορά και οι πλήρεις οργής φλογοβόλοι οφθαλμοί σου; Ποίος
σε αδικεί ; Τι ζητείς; θέλεις να έχης ωραίαν γυναίκα; Δεν δύναμαι
να σοι την δώσω, αφού, όταν την είχες, κακώς την εφύλαξας. Έπειτα
πως θέλεις να τιμωρηθώ εγώ ο μη πταίσας διά τα ιδικά σου σφάλματα
; ή μήπως ενοχλεί τον εγωισμόν σου η φιλοδοξία μου ; θέλεις να
έχης εις τας αγκάλας σου ωραίαν γυναίκα και, διά να το κατορθώσης,
παραβλέπεις πάσαν λογικήν και πάσαν ευπρέπειαν. Αλλά βεβαίως του
κακού ανδρός κακοί είναι και οι πόθοι. Είμαι άραγε παράφρων εγώ,
διότι κακήν άπαξ απόφασιν λαβών μετεμελήθην ύστερον φρονιμώτερον
σκεφθείς ; ή μήπως συ μάλλον παραλογίζεσαι θέλων ν' ανακτήσης
άπιστον σύζυγον, την οποίαν πρέπει να ευχαριστής τον θεόν ότι
σου την αφήρεσεν; Εάν ώμοσαν τότε τον Τυνδάρειον όρκον οι
ερωτόληπτοι μνηστήρες, δεν το έπραξαν βέβαια ούτε διά της ιδικής
σου ενεργείας ούτε προς χάριν σου? το έπραξαν διότι έκαστος ήλπιζε
δι’ εαυτόν. Λάβε λοιπόν αυτούς τώρα και εκστράτευσον, αν θέλης.
Είναι μωροί και επομένως έτοιμοι να σε ακολουθήσωσι. Δεν είναι
όμως άφρων ο θεός, αλλ' εννοεί καλώς και διακρίνει τους
κατηναγκασμένους και κακώς δοθέντας όρκους. Δεν θα θανατώσω δε τα
τέκνα μου εγώ, διά να δώσω εις σε την άδικον ευχαρίστησιν να
εκδικήσης την αρπαγήν μιας αθλίας συζύγου, ενώ εμέ θα
κατασπαράττωσι νυχθημερόν ο πόνος και τα δάκρυα, ότι έχυσα το αίμα
της προσφιλούς μου θυγατρός ως κακούργος. Σοι ωμίλησα συντόμως και
σαφώς, θα πράξω δε το πρέπον ως προς τ’αφορώντα εις εμέ, εάν δεν
θελήσης να συνετισθής.
ΧΟΡΟΣ
Αντίθετα ταύτα προς τα πρότερον ρηθέντα, αλλ' ορθότερα, διότι οι
γονείς πρέπει βέβαια να προστατεύωσι τα τέκνα των.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Οίμοι! Eνόμιζον ο δυστυχής ότι είχον φίλους και όμως ηπατώμην.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Θα είχες τοιούτους, εάν δεν εζήτεις να τους καταστρέψης.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Και πώς άλλως θα μοι δείξης ότι συ και εγώ εγεννήθημεν εκ του
αυτού πατρός ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Φρονίμως μετά σου συμπράττων αλλ' όχι και συμπαραλογιζόμενος.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Οι αληθείς φίλοι συμπονούσιν εις τας συμφοράς των φίλων των.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Ζήτει παρ' εμού δικαίως ό,τι θέλεις, αλλά μη με λυπείς παραλόγως.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Δεν εννοείς λοιπόν ότι ο πόνος μου είναι πόνος όλων των Ελλήνων ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Εκ θείας, ως φαίνεται, οργής νόσος φρενών κατέχει και σε και όλην
την Ελλάδα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Υπερηφανεύου λοιπόν διά την αρχηγίαν σου και ότι επρόδωκας τον
αδελφόν σου. Όσον δι' εμέ, θα ζητήσω άλλο μέσον και εις άλλους
φίλους, αληθείς εκείνους, θα προσφύγω.
ΣΚΗΝΗ Γ’.
ΑΓΓΕΛΟΣ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αρχηγοί των Πανελλήνων, ήλθον εδώ εκ Μυκηνών συνοδεύων την
Ιφιγένειαν, την κόρην σου• ήλθε δε μετ' αυτής και η μήτηρ της, η
σύζυγος σου Κλυταιμνήστρα, και ο υιός σου Ορέστης. Πόσον θα χαρής
ότι θα τους ίδης μετά τόσον μακράν από της πατρίδος σου αποδημίαν
! Επειδή όμως ο δρόμος ήτο πολύς, έμειναν ίν' αναπαυθώσι παρά τα
δροσερά ύδατα πηγής, αυταί και οι ίπποι, και εκάθισαν να
προγευματίσωσιν επί της χλόης του λειμώνος, εγώ δε μόνος ήλθον προ
αυτών, ίνα σοι αναγγείλω τούτο. Γνωρίζει δε ήδη ο στρατός την
άφιξιν της θυγατρός σου, διότι διεδόθη αμέσως η φήμη και έρχονται
πολλοί ίνα ίδωσι την κόρην σου. Τους ευτυχείς ανθρώπους, βλέπεις,
όλοι τιμώσι και σπεύδουν να τους ίδουν. Διά να έλθη, λέγουν, η
κόρη του εδώ, φαίνεται ότι περί γάμου τινός πρόκειται ή κάτι άλλο
θα συμβαίνη, εκτός αν ο βασιλεύς Αγαμέμνωνέφερε την κόρην του
ποθήσας να την επανίδη. Άλλοι δε πάλιν έλεγον ότι έφερον την νέαν
εις προτελετήν του γάμου της εδώ παρά τη θεά της Αυλίδος Αρτέμιδι.
Αλλά ποίος άραγε να ήναι ο γαμβρός; Εμπρός λοιπόν, ετοίμασον τα
κάνιστρα διά την θυσίαν. Στεφανώσατε με άνθη την κεφαλήν. Συ δε,
άναξ Μενέλαε, ετοίμαζε τα της τελετής του γάμου, και ας ηχήσουν οι
αυλοί εις το στρατόπεδον και ο έρρυθμος κτύπος των ποδών, διά το
χαρμόσυνον αυτό της κόρης γεγονός.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Αρκούσι ταύτα. Τώρα είσελθε εις την σκηνήν και ας διευθετήση τα
λοιπά η καλή τύχη.
(Ο Άγγελος απέρχεται).
ΣΚΗΝΗ Δ'.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, ΜΕΝΕΛΑΟΣ, ΧΟΡΟΣ
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Οίμοι! Τι να είπω τώρα ο ταλαίπωρος ; Πόθεν ν’αρχίσω ; Ω, εις ποία
μαύρα βάραθρα έπεσα! θεός δυσμενής, αλλά πολύ σοφώτερος, όλα τα
σχέδια μου κατεσύντριψε. Πόσον προτιμότερον να γεννηθή τις εκ
γένους ταπεινού ! Κλαίει ελευθέρως και ανακουφίζεται τουλάχιστον
εκφράζων ό,τι αισθάνεται. Αλλ' εις ημάς τους ευγενούς καταγωγής,
ουδέν εκ τούτων επιτρέπεται. Επαιρόμεθα διά τον όγκον του γένους
μας, ενώ ουδέν άλλο είμεθα ειμή δούλοι του άλλου. Ιδού τώρα εγώ ως
βασιλεύς μεν εντρέπομαι να δακρύσω, ως πατήρ δ' εντρέπομαι να μη
δακρύσω υπό την θύελλαν αυτήν των συμφορών. Τι να είπω τώρα προς
την μητέρα της, πώς να την δεχθώ ; Με ποίον βλέμμα θα την ατενίσω,
αυτήν, ήτις απρόσκλητος ελθούσα εδώ συνεπλήρωσε την δυστυχίαν μου;
Και όμως τι το φυσικώτερον να συνοδεύση η μήτηρ την κόρην της
ερχομένην εις την χαράν του γάμου της και να παραδώση φαιδρά και
ευτυχής το προσφιλές της τέκνον εις εμέ τον πατέρα του, τον
κακούργον πατέρα ; Και τι θα είπω προς την κόρην μου, την
ταλαίπωρον παρθένον ; Παρθένον είπα ; Αλλά μόλις έλθη εδώ θα την
αρπάσει εις τας αγκάλας του ως σύζυγον ο Αδης. Και αυτή, ικέτις
προ εμού, θα μοι είπη:—- Πατέρα μου, θέλεις λοιπόν να με θανατώσης
συ; Αυτός είναι ο γάμος, τον οποίον μοι ητοίμαζες; Ω! είθε και συ
και πας φίλτατός σου τοιούτους γάμους να τελέσητε. -—Και ο Ορέστης
μου παρών θα κλαίη χωρίς να εννοή, νήπιον ακόμη το πτωχόν. Ω, εις
ποίαν φρικώδη συμφοράν μ’έρριψε του Πάριδος ο γάμος !
ΧΟΡΟΣ
Τον ακούω και οίκτον δι' αυτόν αισθάνομαι. Καίτοι ξένη, δεν
δύναμαι να μη λυπηθώ διά την δυστυχίαν του ξένου τούτου βασιλέως.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Αδελφέ, δος μοι να σφίγξω την χείρα σου !
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Ιδού, λάβε την. Είσαι συ ο ευτυχής κ' εγώ ο άθλιος.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Εις του Πέλοπος το όνομα ορκίζομαι, πατρός του πατρός μας, και εις
του Ατρέως, όστις μας εγέννησεν, ότι σοι λέγω κατ' ευθείαν απ'
αυτής της καρδίας μου αμιγές πάσης προσποιήσεως και προσθήκης ό,τι
φρονώ και αισθάνομαι. Είδον εκ των οφθαλμών σου ρέοντα τα δάκρυα
και εδάκρυσα και εγώ συγκινηθείς εξ οίκτου. Ανακαλώ, αδελφέ, όσους
πρότερον σοι είπον λόγους και δεν θέλω ν' αυξάνω τον πόνον σου.
Συμμερίζομαι την θλίψιν και τας σκέψεις σου και σε προτρέπω να μη
θανατώσης το τέκνον σου και να μη εξαγοράσης διά τοιαύτης θυσίας
την ιδικήν μου ευτυχίαν. Διότι είναι άδικον συ μεν να στενάζης,
εγώ δε να χαίρω, ν' αποθνήσκωσιν οι του οίκου σου και οι ιδικοί
μου ν' απολαύωσι του φωτός της ζωής. Και τωόντι, τι λείπει εις εμέ;
Εάν έχω πόθον συζύγου, μήπως δεν δύναμαι να λάβω άλλην ; Εγώ να
καταστρέψω τον αδελφόν μου διά ν' ανακτήσω την Ελένην, ν’
ανταλλάξω το αγαθόν μου αντί κακού ; Ωμίλουν προ ολίγου αληθώς ως
νέος απερίσκεπτος πριν εξετάσω και αντιληφθώ καλλίτερον τι είναι
να φονεύση τις τα τέκνα του. Αλλά τώρα, καταμετρών την φοβεράν
αλήθειαν, αισθάνομαι εις την ψυχήν μου έλεος βαθύ διά την
ταλαίπωρον κόρην, κόρην αδελφού μου, μέλλουσαν να θυσιασθή χάριν
μιας τοιαύτης συζύγου μου. Και ποία σύγκρισις δύναται να υπάρξη
μεταξύ της Ελένης και της θυγατρός σου; Όχι, ας διαλυθή και ας
απέλθη έξ Αυλίδος ο στρατός όθεν ήλθε. Συ δε, αδελφέ, παύσε
δακρύων και προκαλών και εις εμέ ομοίως δάκρυα. Εάν ο χρησμός
έδωκε και εις εμέ δικαίωμα επί της ζωής της κόρης σου, εγώ
παραιτούμαι και σοι αποδίδω το δικαίωμα τούτο. Αληθώς μεταβάλλω
όσα είπον πρότερον, αλλά το πράττω μεταπειθόμενος εξ ακαταμαχήτων
λόγων. Με μετέπεισεν η προς τον αδελφόν μου αγάπη. Είναι άξιον
χρηστού ανδρός να εκλέγη πάντοτε τα βέλτιστα.
ΧΟΡΟΣ
Ιδού λόγοι ευγενείς και αρμόζοντες εις απόγονον του Ταντάλου, του
υιού του Διός. Είσαι τωόντι άξιος των προγόνων σου, Ατρείδη.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Εύγε, Μενέλαε, ότι παρά τας προσδοκίας μου και επαξίως σου αυτού
ωμίλησας ορθώς. Των αδελφών τας έριδας διεγείρει πάντοτε ο έρως
και η οικογενειακή πλεονεξία. Αλλ' εγώ αποστρέφομαι τοιαύτην
συγγένειαν πικράν εις αμφοτέρους. Εν τούτοις αμείλικτος τύχη
απαιτεί της κόρης μου τον φόνον.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Τι λέγεις ; Και ποίος θα σε αναγκάση ποτέ να θανατώσης την κόρην
σου;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Ολόκληρον το στράτευμα των Ελλήνων.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Όχι, ποσώς. Αρκεί να την στείλης οπίσω εις το Άργος
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
θα ηδυνάμην να το πράξω χωρίς να παρατηρηθή. Δεν θα κατορθώσω όμως
ν' αποφύγω άλλο τι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ποίον; Δεν πρέπει να φοβήσαι τόσον τα πλήθη.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Ο Κάλχας θ' ανακοινώση τον χρησμόν εις το στράτευμα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Αλλά δεν θα το πράξη βέβαια, εάν προ τούτου αποθάνη και ουδέν
ευκολώτερον τούτου.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Οι μάντεις είναι γένος μοχθηρόν και φιλόδοξον.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Και τούτο μισητόν και άχρηστον.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Δεν φοβείσαι όμως έν άλλο πράγμα, το οποίον εγώ σκέπτομαι;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Εάν δεν το ακούσω, δεν δύναμαι να γνωρίζω τι εννοείς.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Ο γόνος του Σισύφου γνωρίζει τα πάντα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Εννοείς τον Οδυσσέα• αλλ' αυτός δεν θα θελήση βέβαια να βλάψη ούτε
σε ούτ' εμέ.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Είναι πολύ πανούργος, ως γνωρίζεις, και πάντοτε συντάσσεται μετά
του πλήθους.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Τωόντι. Έχει και το μέγα κακόν να ήναι λίαν φιλόδοξος.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Φαντάσθητι λοιπόν τον Οδυσσέα να σταθή εν τω μέσω του
συνηθροισμένου στρατεύματος, να διακηρύξη δημοσία τον χρησμόν του
Κάλχαντος και να με κατηγορήση ότι, ενώ πρώτον υπεσχέθην να
θυσιάσω την κόρην μου εις την Αρτέμιδα, τώρα αρνούμαι να το πράξω.
Όλον τον στρατόν τότε εξεγείρων εις παραφοράν βεβαίως θά διατάξη
τους Έλληνας να θανατώσωσι μεν και σε και εμέ, να σφάξωσι δε την
κόρην μου. Αλλά, και αν ακόμη καταφύγω εις το Άργος, θα έλθουν εις
αυτάς τας κυκλωπείους Μυκήνας και κατασκάψαντες την πόλιν θα μας
αρπάσωσιν όλους εκείθεν. Ιδού η εικών της συμφοράς μου. Ω, εις
ποία φρικώδη δεινά οι θεοί μ’ εβύθισαν τον δυστυχή ! Προσπάθησον
καν, Μενέλαε, διατρέχων το στρατόπεδον, να μη μάθη από τούδε η
Κλυταιμνήστρα ό,τι μέλλει να συμβή μέχρις ου ο Άδης μου καταπίη
την κόρην μου. Ούτω τουλάχιστον θα έχω να κλαύσω ολιγώτερον.
(Προς τον Χορόν)
Σεις δε, ξέναι, κρατείτε μυστικόν ό,τι ηκούσατε.
(Ο Αγαμέμνωνκαι ο Μενέλαος απέρχονται).
ΠΑΡΟΔΟΣ ΔΕΎΤΕΡΑ
ΧΟΡΟΣ
(Στροφή).
Ευδαίμονες όσοι απολαμβάνουσι μετά σωφροσύνης και μετριότητος της
Αφροδίτης τα δώρα και εν ηρεμία ψυχής δέχονται το παράφορον πάθος,
όπερ ο χρυσοκόμης Έρως εις την καρδίαν ακοντίζει τόξα τανύων
διττά, τα μεν μακαρίας γλυκύτητος, τα δε πόνου ολεθρίου. Ω ωραία
Κύπρις, απότρεψον τα δεύτερα ταύτα βέλη από των ιδικών μας
θαλάμων. Μοι αρκεί να έχω μετρίαν καλλονήν, αγνούς όμως θέλω τους
πόθους μου, και δεν ζητώ τον σφοδρόν αλλά τον μέτριον έρωτα.
(Αντιστροφή).
Διάφοροι είναι οι χαρακτήρες και τα ήθη των ανθρώπων, μία όμως και
απλή η αρετή. Εις απόκτησιν δε της αρετής φέρει ασφαλώς η υγιής
ανατροφή και η εκπαίδευσις. Η αιδώς είναι της σοφίας γνώρισμα,
αύτη δε έχει και την υπέροχον χάριν να φωτίζη τον νουν προς
διάγνωσιν του καθήκοντος, του οποίου η εκπλήρωσις παρέχει αθάνατον
κλέος. Είναι μέγα αγαθόν να θηρεύη την αρετήν η μεν γυνή φεύγουσα
τον αθέμιτον έρωτα, ο δε ανήρ ασκών τας κοσμούσας αυτόν ποικίλας
δυνάμεις, δι’ ων αι πόλεις κραταιούνται.
(Επωδός).
Ω Πάρις, διατί να έλθης εις την Ελλάδα συ, όστις ανετράφης βοσκός
λευκών αγελάδων εις την τρωικήν Ίδην συρίζων βάρβαρα μέλη, και δι'
αυλού φρυγικού επεχειρήσας εδώ να ψάλης ήχους Ολυμπίους; Έζης
βόσκων εκεί καλάς γαλακτοφόρους δαμάλεις, ότε η περί κάλλους έρις
των θεαινών σ' εκάλεσε κριτήν εις την Ελλάδα προ των ελεφαντίνων
ανακτόρων των. Και όταν οι οφθαλμοί σου αντίκρυσαν τους οφθαλμούς
της Ελένης, αντήλλαξαν έρωτος φλόγα. Η έρις εκείνη των θεαινών,
άλλην έριδα γεννήσασα, φέρει τώρα την Ελλάδα μετά στόλου και
στρατού κατά της ακροπόλεως της Τροίας.
ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ
ΣΚΗΝΗ Α’.
(Φαίνονται μακρόθεν η Κλυταιμνήστρα και η Ιφιγένεια εφ’ αμάξης
ερχόμεναι)
ΧΟΡΟΣ
Ω! ω ! πόσον μεγάλαι και λαμπραί είναι αι ευτυχίαι των μεγάλων !
να η Ιφιγένεια και η κόρη του Τυνδάρου, η Κλυταιμνήστρα, η
βασίλισσα. Τι ευγενείς βλαστοί ενδόξων γονέων, και προς ποίας
υψηλάς τύχας αποβλέπουσιν ! Οι υψηλοί και κραταιοί άνθρωποι
φαίνονται ως θεοί εις τους χαμηλούς και αδυνάτους. Κόραι της
Χαλκίδος, ας σταθώμεν εδώ να δώσωμεν την χείρα εις την βασίλισσαν,
όταν θα καταβή από της αμάξης όπως πατήση ασφαλώς το έδαφος. Ας
την υποδεχθώμεν με χείρα φιλόφρονα και ήθος γλυκύ, ίνα μη φοβηθή
μόλις φθάση εδώ η ωραία του Αγαμέμνονος κόρη και μη ταραχθώσι μηδ'
εκπλαγώσιν αι Αργείαι ξέναι, όταν μας ίδουωσι ξένας και ημάς.
ΣΚΗΝΗ Β’.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ μετά του μικρού ΟΡΕΣΤΟΥ, ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ, ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ αυτού
νεάνιδες και ΧΟΡΟΣ
(Εισέρχονται, εφ’ αμάξης, ήτις ίσταται εις το βάθος).
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
(προς τον Χορόν)
Αίσιος είναι δι’ ημάς οιωνός οι φιλόφρονες τρόποι και οι γλυκείς
λόγοι, δι’ ων μας υποδέχεσθε, και ελπίζω ότι εις γάμους τωόντι
ευτυχείς φέρω νύμφην την κόρην μου.
(Προς τους ακολούθους)
Λάβετε σεiς εκ της αμάξης τα γαμήλια δώρα της θυγατρός μου και
φέρετε τα μετά προσοχής εις την βασιλικήν σκηνήν. Έξελθε, κόρη
μου, της αμάξης και πάτησε εις το έδαφος τους αβρούς και
κουρασμένους πόδας σου. (Προς τον Χορόν). Σεις δε, νεάνιδες,
λάβετε την εις τας αγκάλας σας διά να καταβή εκ της αμάξης. Δόσατέ
μου τώρα τας χείρας σας να στηριχθώ καταβαίνουσα κ' εγώ. Σεις αι
άλλαι σταθήτε εκεί παρά τας κεφαλάς των ίππων, ίνα μη τρομάξουν μη
βλέποντες κανένα να στέκη πλησίον των. Σηκώσατε και τον μικρόν
αυτόν Ορέστην, τον υιόν του Αγαμέμνονος. Είναι ακόμη, βλέπετε,
τόσον μικρός ! Κοιμάσαι, παιδί μου; Σε απεκοίμισεν ο δρόμος της
αμάξης, αί; Σήκω τώρα και πλησιάζουν οι γάμοι οι ευτυχείς της
αδελφής σου. Σήκω και θα γίνης συγγενής ανδρός γενναίου, του υιού
της Νηρηίδος Θέτιδος, του ίσου προς θεούς. Έλα συ τώρα, Ιφιγένεια,
κάθισε πλησίον της μητρός σου, διά να δείξης εις αυτάς τας ξένας
πόσον είμαι ευτυχής. Α ! να ο πατήρ σου ο αγαπητός, χαιρέτισε τον,
κόρη μου.
ΣΚΗΝΗ Γ'.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Μητέρα μου, άφες με να τρέξω πρώτη να εναγκαλισβώ σφιχτά στήθος με
στήθος τον πατέρα μου.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Ω άναξ Αγαμέμνων, πολύτιμε μου σύζυγε, ιδού ήλθομεν πισταί εις την
πρόσκλησίν σου και πρόθυμοι.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Θέλω να εναγκαλισθώ, πατέρα μου, τα στήθη σου. Μη οργισθής δι'
αυτό. Έχω τόσον καιρόν να σε ιδώ !
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Και πρέπει μάλιστα, παιδί μου. Γνωρίζω ότι εξ όλων μου των τέκνων
συ, περισσότερον αγαπάς τον πατέρα σου.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Ω ! με πόσην χαράν σ' επαναβλέπω μετά τόσον καιρόν, πατέρα μου
αγαπητέ !
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Κ’ εγώ σε, κόρη μου. Ίση είναι και εμού η χαρά.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Χαίρε, πάτερ μου. Α ! τι καλά έκαμες να με φέρης πλησίον σου !
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Δεν ηξεύρω αν έπραξα καλώς ή όχι.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Αλλά διατί στρέφεις αλλού το βλέμμα, αφού είπες ότι μ’ επανείδες
χαίρων ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Αί, κόρη μου, είς βασιλεύς και αρχιστράτηγος έχει περί μυρίων
πραγμάτων να φροντίση.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Άφες αύτας τας φροντίδας και σκέπτου μόνον περί εμού τώρα.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Αλλά δεν βλέπεις ότι είμαι προσηλωμένος εις σε και μόνην ;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Φαίδρυνε το πρόσωπον σου και κύτταξέ με με όλην την αγάπην σου.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Να, σε βλέπω μετά χαράς, ως πάντοτε οσάκις σε βλέπω.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Αλλά διατί από τους οφθαλμούς σου ρέουν δάκρυα ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Διότι θα χωρισθώμεν, κόρη μου, διά πολύν καιρόν.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Δεν σ' εννοώ, πατέρα μου φίλτατε. Τι θέλεις να είπης ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Όσω λογικώτερον ομιλείς, τόσω περισσότερον με συγκινείς.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Α ! τότε λοιπόν θα σου λέγω τρελλούς λόγους, διά να χαρής.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
(καθ’ εαυτόν:)
Οίμοι! να σιωπήσω πλέον είν' αδύνατον.
(Προς την Ιφιγένειαν)
Όχι, παιδί μου, ό,τι λέγεις είναι δι’ εμέ ευχάριστον.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Μείνε, πάτερ μου, μαζή μας. Μη φύγης εις τα ξένα.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Αυτό κ' εγώ θέλω, αλλ’ ακριβώς διότι δεν δύναμαι να πράξω τούτο,
το οποίον θέλω, λυπούμαι τόσον.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Άφες τα να χαθούν αυτά τα όπλα και τα εκ του Μενελάου δεινά.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Αλλους αυτά θα καταστρέψουν, αφού πρώτον κατέστρεψαν εμέ.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Πόσον καιρόν μας έλειπες καθήμενος εδώ εις τους κόλπους της
Αυλίδος !
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Και όμως ακόμη ο απόπλους του στόλου εμποδίζεται.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Πού είναι αυτή η χώρα των Φρυγών, πάτερ μου ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Εκεί όπου είθε να μη εγεννάτο ποτέ ο υιός του Πριάμου Πάρις.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Και θα με αφήσης λοιπόν διά να φύγης τόσον μακράν ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Και συ, κόρη μου, θα φύγης μακράν ως και ο πατήρ σου.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Πόσον θα ήμην ευτυχής, εάν ήρμοζε να με λάβης μαζή σου εις αυτό
σου το ταξείδιον !
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Και συ θα ταξειδεύσης ως εγώ και θα ενθυμήσαι τον πατέρα σου εκεί.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ.
Με την μητέρα μου θα ταξειδεύσω ή μόνη ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Μόνη, μακράν του πατρός και της μητρός σου.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Λοιπόν με στέλλεις, πάτερ μου, να κατοικήσω εις άλλον οίκον ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Άφες αυτά. Αι νεάνιδες δεν πρέπει να γνωρίζουν τοιαύτα πράγματα.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Σπεύσε τουλάχιστον να επιστρέψης εκ Φρυγίας προς εμέ, αφού νικήσης
εκεί.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Πρέπει πρότερον να τελέσω εδώ μίαν θυσίαν.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Δεν ημπορώ να ήμαι κ' εγώ εις αυτήν την θυσίαν με τους ιερείς, να
την ιδώ ευλαβώς ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
θα την ίδης, κόρη μου, θα την ίδης, διότι θα ίστασαι πλησίον της
τραπέζης της θυσίας.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Και θα χορεύσουν, πάτερ μου, περί τον βωμόν ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Πόσον σου ζηλεύω την άγνοιαν ! Ύπαγε τώρα, κόρη μου, εις τα δώματα
σου να σε ίδωσιν αι νεανίδες εκεί. Δός μου την χείρα και έν φίλημα
σου.
(Την ασπάζεται)
Φίλημα πικρόν, διότι πολύ μακρός θα ήναι ο χρόνος καθ’ ήν θα
μείνης μακράν του πατρός σου. Ω στήθος προσφιλές και παρειαί και
ξανθή κόμη ! Εις ποίαν δεινήν συμφοράν μας έφερεν η Τροία και η
Ελένη ! Παύω τους λόγους, διότι ορμώσιν ακάθεκτα εις τους
οφθαλμούς μου τα δάκρυα μόλις σε ήγγισα. Είσελθε εις τα δώματα.
(Η Ιφιγένεια εισέρχεται εις την σκηνήν).
ΣΚΗΝΗ Δ'.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ, ΧΟΡΟΣ
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Συγγνώμην, κόρη της Λήδας, ότι, μέλλων να δώσω την κόρην μου εις
τον Αχιλλέα, συνεκινήθην τόσον. Ευτυχής μεν είναι ο χωρισμός αλλ'
οδυνηρός πάντοτε διά τους γονείς, όταν ο πατήρ, ο τόσον μοχθήσας
διά την ανατροφήν των τέκνων του, τα παραδίδη εις άλλην
οικογένειαν.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Δεν είμαι τόσον άφρων, ώστε να μη αναγνωρίζω δικαίαν την λύπην
σου. Και εγώ την αυτήν συγκίνησιν θα υποστώ καθ ην στιγμήν θα δώσω
το τέκνον μου εις γάμον. Αλλ' αυτό θέλει ο νόμος ο κοινωνικός,
παρερχομένου δε του χρόνου η οδύνη μετριάζεται. Ειπέ μοι τώρα περί
του γαμβρού, τον οποίον εξέλεξας. Γνωρίζω βεβαίως το όνομά του,
αλλ' επιθυμώ να μάθω το γένος του οποίου κατάγεται.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Η Αίγινα εγεννήθη υπό του Ασωπού, ως ηξεύρεις.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Ναι, αλλά σύζυγος αυτής εγένετο θεός τις άραγε ή θνητός, και
ποίος ;
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Ο Ζευς, όστις εξ αυτής εγέννησε τον Αιακόν, βασιλέα της Οινώνης.