Άκουγε η θεια Ελέγκω κλαίγοντας από χαρά πια, άκουγε κ’ η Λιόλια σαν παγωμένη τώρα από μιαν ακατανίκητη ανησυχία κ’ έναν τρόμο κρυφό. . .
Γυρίσανε σταναμεταξύ οι τρεις νέοι με τον Παππά-Βουλέτη, έναν άντρα ίσαμ’ εκεί πάνω με μια μεγάλη ψαριά γενειάδα, κατάμαυρη ολόγυρα στο στόμα, με χοντρά φρύδια σπαθωτά σαν του κοράκου το φτερό και μάτια γιαλιστερά σαν κάρβουνο σχιστό, που να τούβγαζες το καλυμαύχι και να τούβαζες μαντήλι μαύρο στο κεφάλι, Θα νόμιζες πως βρίσκεσαι στο Θέρισο.
Εκεί που γινόταν η στεφάνωση κ’ η θεια Ελέγκω έκλαιγε φωναχτά απ’ τη συγκίνησή της και γιατί τόχε πάρει πια σκοινί γαϊτάνι απ' τις ιστορίες του εκκλησιάρη, η Λιόλια ήτονε σα χαμένη απ' τον εαυτό της κι όλο κρυφόβλεπε κατά τους τοίχους μήπως και ξανοίξη τα μάτια των Αγίων ή τα χέρια τους να ευλογούν. Αχ, δε θα την ευλογούσαν αυτήν, παρά θα την κύτταζαν άγρια σαν τον Παππά-Βουλέτη! . . . Μα δεν έβλεπε τίποτα, παρά τους τοίχους άσπρους σεντόνι. . . Μία στιγμή μονάχα της φάνηκε πως είδε μια μαυροφόρα με το χρυσό το στέφανο πίσω απ’ το κεφάλι σε μιαν άκρη του θόλου, πάνω από ’να φεγγίτη, που την κύτταζε αυστηρά και το πρόσωπό της ήτον κάτασπρο κι ασάλευτο σαν της νεκρής της Βεργινίας. . και την έκοψε κρύος ίδρωτας. . κ’ έρριξε πάλι τα μάτια της στο βάθος του ιερού, μέσ’ απ’ την ανοιχτή Πύλη τον τέμπλου κ’ είδε την Παναγία που την κύτταζε — — αυτή και ο μικρός Χριστός — με απερίγραπτη λύπη. . .
Μια ματιά ήτον πάλι κι αυτή του φεγγαριού πίσω απ’ τα σύννεφα τουρανού της ψυχής της. . .
Βγήκαν απ’ την εκκλησία, άντρας και γυναίκα πια ο Νίκος κ’ η Λιόλια, και κατέβηκαν το βουνάκι και μπήκαν όλη η συντροφιά μαζί σ’ ένα ξενοδοχείο της οδού Πατησίων κ’ έφαγαν ο καθένας ό,τι ήθελε, μ’ έξοδα του κουμπάρου του Περικλή. . . Έπειτα χωρίσανε στην Ομόνοια απ’ τη θεια Ελέγκω, που ήταν όλο ευκές και δάκρυα, και συντροφεμένοι από τους δύο νέους, το καινούργιο αντρόγυνο, γυρίσανε μέσα στην κάψα του απομεσήμερου, ντάλλα καλοκαίρι, στη Γαργαρέτα, στο σπίτι τους, στην κάμαρη της Βεργινίας τη φρικτή —
. . Και ξανάκλεισαν πάλι τα σύννεφα μπρος απ’ το φεγγάρι της ψυχής —
Η κερένια κούκλα
Στους εφτά της μήνες, εκεί πούπλενε η Λιόλια πεσμένη απάνω στη σκάφη, την έπιασαν άξαφνα οι πόνοι. Ήτον αυτού δα, για την καλή της τύχη, κ’ η πονόψυχη η Κερά Γιώργαινα και την εβοηθούσε στο περέχημα — η μόνη φιλενάδα της που την είχε πια σαν άλλη μητέρα: αυτή την έπιασε στα χέρια της, εκεί που ξεφώνιζε και τσάκιζε σε δυο σφίγγοντας με τα δυο της τα χέρια την κοιλιά της, και την πήγε στην κάμαρη και την έβαλε στο κρεββάτι και την παραστάθηκε. . .
Σε μιαν ώρα μέσα γέννησε.
Τόπιασε η Κερά Γιώργαινα στα χέρια της το παιδί που γεννήθηκε χωρίς πνοή: χλωμό-χλωμό, σαν από κερί ασπροκίτρινο με τα χειλάκια του και ταυτάκια του και τα δαχτυλάκια των ποδιών και των χεριών του μελανιασμένα, μαβιοκόκκινα. . . Το χτύπησε η Κερά Γιώργαινα πίσω στις πλάτες και στις πατούνες, το τράνταξε, του πέταξε νερό στο μουτράκι του με το στόμα της. . και σα δεν ανάσαινε μ’ όλ' αυτά, του φύσηξε δυνατά μέσα στο στοματάκι τον και μονομιάς φταρνίστηκε. . και σιγά-σιγά ρόδισε, μα μόλις — όσο ροδίζει εν’ άσπρο τριαντάφυλλο — κ’ έζησε. . κι άρχισε να κλαίη αχνά, καθώς μπήκε στη ζωή. . .
Σαν κερένια κούκλα ήτον το τσαμένο, σαν κούκλα πούβγαζε και λίγη φωνή άμα τηνέ ζουλούσαν. . .
— Κοριτσάκι είνε Λιόλια μου, μα ότι και νάναι να σου ζήση και σπιτονοικοκυρά! Δεν έχει τίποτα· μόνο λιγουλάκι χλωμούλι πουν’ εξ αιτίας που γεννήθηκε πριν τον καιρό. Αυτή θέλει όλο και στα ζεστά και να τη δης που θα σου γείνη θρεφτάρι. . .
Και τόλουσε το νεογνό μέσα σε χλιαρό νερό, πούτρεξε και τόφερε από το πλυσταρειό, κ’ έπειτα το τύλιξε μέσα σε λίγο μαλλί, που το τράβηξε απ’ το στρώμα, και σε κάτι φανελλίτσες πούψαξε και τις ηύρε μέσα στον κομμό, παλιές της Βεργινίας, και το φάσκιωσε με τα παννάκια πούχε η Λιόλια ετοιμάσει κάτι λιγοστά, από καιρό, και της τόβαλε της Λιόλιας στο κρεββάτι. . .
Κοιτόταν η Λιόλια, πονεμένη και χλωμή στο κρεββάτι, ολομόναχη, χωρίς να ξέρη τίποτα ο Νίκος, χωρίς τη θεια Ελέγκω κοντά της, γιατί κανείς δεν τόβαζε με το νου του αυτό το ξαφνικό. . έτσι γερή και δυνατή που ήτον. . .
Ως που να πάη και νάρθη η Κερά Γιώργαινα που πετάχτηκε σπίτι της να πάρη κάτι χρειαζούμενα για τη λεχώνα και για το παιδί: κάτι βαμπάκια, κάτι στύψες, λίγο γλυκοπόδιο, μια χούφτα γλυκάνισο να βράση του παιδιού, που τάχε απ’ τις δικές της γέννες, πλάκωσαν κι άλλες γειτόνισσες — γιατί άλλο δεν είναι να τις τραβήξη, όπως το κρέας τη μύγα και το ψάρι τη γάτα, από λείψανο και γεννητούρια κι όπου φανή η Κερά Γέννα κι ο Κυρ Χάρος σέρνουν όλο το γυναικομάνι αποπίσω τους, όπως ο Φασουλής κι ο Καραγκιόζης τη μαρίδα. Πλάκωσαν το λοιπόν αυτές όλες — που δεν πατούσαν το πόδι τους καμμιά τους στο σπίτι της Λιόλιας κ’ ήρθαν τώρα τάχατες να φανούνε χρήσιμες κι αυτές σε μιαν περίσταση, γιατί πού ξέρεις πως τα φέρνει ο Θεός καμμιά φορά και σου χρειάζεται κ’ εσένα η βοήθεια ταλλουνού! — και πέσανε μελίσσι πάνω απ’ το παιδί: Μοίρες να το μοιράνουν, εκεί που τόχε πάρει η Κερά Γιώργαινα πάλι στα χέρια της να το ξεφασκιώση, να του βάλη λίγο γλυκοπόδιο και καινούργιο βαμπάκι πούχε φέρει απ' το σπίτι — κ’ έλεγαν πια η καθεμιά το μακρύ της και το κοντό της:
— Χριστέ μου! για παιδί. Καλέ τι γατί 'ναι τούτο;!
— Δε μου το πιάνει εμένα το μάτι μου! δεν είναι για ζωή! Μπά — μπα — μπα — μπά — μπα!
— Αμή λίγο τόχεις; ποιός ξέρει με τι φόβους και τι καρδιοχτύπια σπάρθηκε. Για στάσου! πότε πέθανε η Βεργινία;
— Είχε δώδεκα ο Μάρτης. Τώρα έχομε, πόσες Οχτώβριο, δώδεκα του μηνός (και μετρούσε γλήγορα τους μήνες στα δάχτυλα, απομέσα της): δεν έκλεισαν καλά-καλά εφτά μήνες.
— Καταλαβαίνεις τώρα;! Ζωντανή ήτον ακόμα καλέ η μακαρίτισσα, ζωντανή και τάβλεπε. . Αχ, κακό που την ηύρε! . . . Πώς τα βαστάς, Θε μου, τα κεραμίδια ξεκάρφοτα — ά;. .
— Για δες το καλέ τι κίτρινο πούναι, πετάχτηκε μια γεροντοκόρη σταφιδιασμένη με φριζέ και με σάρπα στο κεφάλι. . ίδια κερένια κούκλα!
— Για να δω κ’ εγώ ποιά είν' αυτή η κερένια κούκλα; φώναξε μια κοντή που τάκουσε καθώς έμπαινε στην πόρτα κ’ έσπρωχνε τις άλλες που στέκονταν πάνω απ’ το κεφάλι της Κερά Γιώργαινας για να δη.
— Κερένια κούκλα! καλά λες! Μωρ' τ’ είναι τούτο; Μπααά!
Κι άξαφνα πετιέται μια ξεμπερδεμένη που ήτον η πρώτη κ’ η καλύτερη μέσα στο συρφετό, μια φιλενάδα της Ευρυδίκης (που την είχε στείλει εκείνη επί τούτο για να της πη τα μαντάτα), με μεγάλη μυστικότη, να μην ακούση η Λιόλια:
— Καλέ δε βλέπετε που μοιάζει της μακαρίτισσας;!
— Κάλε — κάλε — κάλε! ίδια! ίδια η Βεργινία, φτυστή! είπε ένα γραΐδιο με φακιόλι.
— Μπώ — μπώ — μπώ!!! έκαναν οι άλλες, η Βεργινία!!
— Για δες κατάρα!
— Εκ Θεού! Εκ Θεού!
— Νά και τα μαλλιά της τα κόκκινα!
— Αμ το μάτι! τί σου λέει το μάτι;
— Έχει και τα κόκκαλα τα πεταγμένα κάτω απ’ τα μάτια! . . .
Η Λιόλια χωρίς νακούη τι λέγανε στην άλλη άκρη πούχε τραβήξη η Κερά Γεώργαινα το τραπέζι κ’ εκεί απάνω είχε όλα του παιδιού τα πράματα — αισθάνθηκε με της μητέρας τη μαντική ψυχή πως κάτι τρομερό γινόταν εκεί αποπάνω απ’ το παιδί της, αισθανόταν τις ματιές των γυναικών που περνούσαν πάνω απ' το κορμί της σαν πνοές παγωμένες, σαν ξουράφια που άγγιζαν ξυστά το πρόσωπό της. . κι ανατρίχιαζε σύσσωμη. . — κι η καρδιά της είχε γίνει κρούσταλλο. . .
Μόλις έφυγαν οι Μοίρες, φώναξε της Κερά Γιώργαινας και της ζήτησε το παιδί. Της τόφερε η Κερά Γιώργαινα, σα μουδιασμένη τώρα κι αυτή απ’ τα όσα είχε ακούσει. Χωρίς να τηνέ ρωτήση τι έλεγαν οι γυναίκες, κύτταζε η Λιόλια, κύτταζε το παιδί, βούλιαζε τη ματιά της μέσα στην κερένια σάρκα του, λες κ’ ήθελε να βγάλη απομέσα κάποιο φριχτό μυστικό πούχανε δη εκείνες, ψηλαφούσε με τη ματιά της το προσωπάκι το χλωμό, σα νάθελε να μαζέψη αποπάνω του τα λόγια των γυναικώνε: μαυράδια που το λέρωναν. . κ’ έξαφνα εκεί που κύτταζε πέρασε μπρος απ’ τα μάτια της ένα χλωμό φεγγάρι και φώτισε του παιδιού το πρόσωπο. . και τότε είδε. . και κατάλαβε κ’ έβγαλε μια φωνή — και λιγοθύμησε. . .
Αυτή η ματιά του φεγγαριού ήτον πιο τρομερή απ’ όλες τις άλλες. . .
Σαν ήρθ' ο Νίκος σπίτι, μεσημέρι περασμένο, ήτον κατακίτρινος: του τάχαν προφτασμένα οι γυναίκες τα γεννητούρια του παιδιού του και πως δεν ήτονε για ζωή, εφταμηνίτικο καθώς ήτον και καλύτερα, γιατί και να ζούσε δεν θα το χαιρόταν ούτ’ αυτός ούτ’ η Λιόλια επειδής που μοιάζε πολύ της μακαρίτισσας. Έτσι είναι αυτά, γιατ’ είν' ο ήσκιος της σχωρεμένης βλέπεις ακόμα μες το σπίτι. . εμ πάντα, όσο δεν έχει κλείσει χρόνος. . .
Φίλησε ο Νίκος τη Λιόλια κ’ έκαμε να της πη ένα δυο λόγια παρηγοριάς, μα κι αυτός ο ίδιος παρηγοριά ζητούσε. . . Όταν πήγε να δη το παιδί που κοιμόταν ασάλευτο σαν κούκλα από κερί, με τα δαχτυλάκια του και τη μυτίτσα του και τα ματόφυλλα σαν ψεύτικα, τρόμαξε κι αυτός απ’ τη μεγάλη ομοιότη με τη νεκρή τη Βεργινία. . . Είχ’ ελπίδα μέσα του ως τη στιγμή αυτή πως ήτανε μόνο λόγια των γυναικών απ’ την κακία τους — κ’ έσκυψε το κεφάλι σαν κάτω από μιαν κατάρα του Θεού. . .
Την άλλη μέρα το πρωί πήγε και του αγόρασε μιαν κούνια.
Το μωρό άνοιγε το στόμα του να κλάψη, χωρίς να βγάζη σχεδόν φωνή, σα μια κούκλα πούχε χαλάσει ο μηχανισμός της. Δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να πιάση το βυζί της μάννας του, παρά ό,τι τούδιναν πια με το κουταλάκι ή με το ρογοβύζι, κι αυτό, το περισσότερο, το ξερνούσε: — θάλεγε κανείς πως κι απομέσα του ήτον κούκλα γεμάτη πίτουρα που άμα μια φορά μουσκέψουνε δεν πίνουν πια. . .
Σαν ήρθε η θεια Ελέγκω και το είδε καταλυπήθηκε και κούνησε απελπισμένα το κεφάλι της.
Έτσι του βγήκε σ’ όλην τη γειτονιά τόνομα: «η κερένια κούκλα».
Κι όσο περνούσαν οι μέρες, η Κερένια Κούκλα αντί να μεγαλώνη, ζάρωνε, αδυνάτιζε, γινόταν πιο κερένια. . . Έφερε ο Νίκος τον παιδίατρο κ’ είπε πως είναι ατροφικό.
Κ’ η Λιόλια το κρατούσε στην αγκαλιά της ολημέρα: κι αλήθεια σαν κούκλα ήτονε μέσα στα χέρια της που κι αυτή κοριτσάκι ήτον ακόμα κ’ έδειχνε σαν κοριτσάκι πούπαιζε κ’ έκανε τη μητέρα. . .
Και την έσφιγγε η Λιόλια — που δεν έπαιζε ποτέ της κούκλες — την κερένια της την κούκλα μ’ όλο το πάθος που αισθάνονται τα κοριτσάκια για τις μεγάλες κούκλες τους. Μα συνάμα την αγαπούσε πιο βαθιά από την κάθε μητέρα που τρέμει για το ζωντανό της το σπλάχνο, το παιδί της — την αγαπούσε αλλοιώς παρ' ανθρώπινα, υπερφυσικά: Αχ, αυτό το κερί που ήτονε ζυμωμένο το κουκλάκι της, ήτον κερήθρα βγαλμένη απ’ της ψυχής της την κυψέλη πούχε στραγγίζει απ’ αυτήν το μέλι της ευτυχίας της όλο! . . κ’ έκλεινε τα μάτια της για να μην ιδή ταχνάρι το φριχτό που άφησε η άλλη απάνω σ’ αυτό το μαλακό κερί της ψυχής της. . και πάλι τάνοιγε και το τήραγε και της ερχότανε να ξεφωνίση, γιατί έβλεπε πως το'χε κάμει πια δικό της η άλλη, πως τόχε βαθιά σημειωμένο με το νεκρό της το πρόσωπο για σφραγίδα. . και τόσφιγγε στο στήθος της μην της το πάρη. . κι αυτό άνοιγε το στόμα του να κλάψη, μα έβγαζε μονάχα μιαν άχνα σα να της έλεγε κάτι από μέρους εκείνης της νεκρής της άφωνης. . .
Τα τρία κεράκια
Είχαν περάσει είκοσι μέρες απ’ τη γέννηση της Κούκλας.
Ένα δειλινό, εκεί που καθόταν και θωρούσε το παιδί της με την ψυχή της όλη απάνω του, πήρε μιαν απόφαση μεγάλη: Μόλις φάνηκε στην πόρτα η Κερά Γιώργαινα πουρχόταν πάντα, κάθε που άδειαζε λιγάκι απ’ το σπιτικό της, να ρίξη μια ματιά, την παρακάλεσε να μείνη με το παιδί ως που να γυρίση που θα πεταγότανε κάπου εδωνά, για μισή ώρα το πολύ.
— Πού θα πας τέτοιαν ώρα! άβγαλτη ασαράντιστη; τώρα σε λίγο νύχτωσε —
Δεν ήθελε να της πη· έπειτα είπε τάχα πως θα πήγαινε σε μια γυναίκα πούξερε γιατροσόφια για τα παιδιά, που της την είχε ονοματίσει η θεια Ελέγκω τις προάλλες που ήτονε φερμένη. . .
Μπαμπουλώθηκε σ’ ένα μεγάλον μποξά και βγήκε όξω. . .
Σούρπα-σούρπα έφθασε στο Νεκροταφείο: — περνώντας απ’ την εκκλησία πήρε τρία κεράκια πεντάρικα, χωρίς να μπη μέσα — γιατ’ ήτον ασαράντιστη . . ίδιο φάντασμα πέρασε κάτω απ’ τα σκοταδερά κυπαρίσσια ταμίλητα κι ανάμεσα απ’ τα μνήματα που ασπρίζανε σαν κουκουλωμένα με σεντόνια, που κυττάζανε σα νάταν το καθένα τους κι από ‘να μεγάλο μάτι άσπρο. . και βγήκε ως έξω πέρα στην πιο άγρια μοναξιά, στην πιο Θλιμμένη ερημιά του μαντροπερίβολου του Χάρου: εκεί πουν’ οι τάφοι οι καινούργιοι κ’ οι φτωχοί — χωρίς θλίψη δένδρινη γερμένη αποπάνω τους. . χωρίς λουλούδι αφημένο από χέρι. . και μέσα σ’ όλους αυτούς, τους τάφους, που τίποτα δεν τους αγκαλιάζει, ηύρε τον τάφο της Βεργινίας (πώς να τον ξεχάση!): ένας μαύρος σταυρός και μες το χώμα, στημένο ορθό, ένα σπασμένο κανάτι κι απάνω σ’ ένα τουβλάκι μαυρισμένο λίγη στάχτη από καμένο λιβάνι, απ’ την ευχή πούχε διαβασμένα ο Νίκος στους έξη μήνες της θανής της. . . Τι άγρια που μαύριζε ολόγυρα του μες την ερημιά ο σταυρός! πώς ξεφώνιζαν απελπισμένα τάσπρα γράμματα πούγραφε απάνω: — «Βεργινία Ρώτα, ετών 26» μες το φωτοσκότιδο της αμίλητης της σούρπας! «Βεργινία Ρώτα!» (κι αυτήν την έλεγαν τώρα «Λιόλια Ρώτα» — με του Νίκου τόνομα κ’ οι δυο τους!). . φώναζαν τα γράμματα, φώναζαν, μα δεν ακουγόταν η φωνή τους, γιατί αυτά τα ίδια κατάπιναν τις κραυγές τους. . και κυττάζανε με βουβά μάτια κάτασπρα. . και γύρω στο πόδι του σταυρού ήταν κάτι αγριολούλουδα κίτρινα που ταράζανε στην ασημένια βραδινή ψυχρίτσα σα να περνούσε κάθε τόσο ένα παγωμένο χεράκι αποπάνω απ’ τα κεφαλάκια τους και να τα πλάγιαζε με σιγαλινή ανατριχίλα — στην ίδια θέση από τότε που την έθαψαν. . . Έβγαλε η Λιόλια τα τρία κεράκια κάτω απ’ τον μποξά της και τάναψε σ’ ένα καντηλάκι που τρεμόσβυνε πιο πέρα σ’ έναν τάφο με ξύλινα κάγκελλα, πούχε μια φωτογραφία ενός νέου κάτω από γυαλί, και τάχωσε μες το μαλακό το χώμα: ένα του παιδιού της, ένα του Νίκου, κ’ ένα δικό της. . . Κ’ έπεσε γονατιστή στο χώμα, μπροστά στο σταυρό σε μετάνοια, με το κεφάλι χάμω, κουκουλωμένη όλη μέσα στον μποξά που αποκάτω του έδειχνε το κοντυλογραμένο της κορμάκι τσακισμένο απ’ της ψυχής το πονεμένο λύσιμο σαν τις μυροφόρες τις γονατιστές κάτω απ’ το Σταυρωμένο. — Βεργινία! Βεργινία! φώναξε μέσα στο χώμα, Βεργινία! λυπήσου με, μη μου πάρης το παιδί μου! . . . Βεργινία, εγώ δεν το θέλησα για να πεθάνης! παρ' τον ήσκιο σου αποπάνω μου! Λυπήσου μοναχά το Νίκο που τον αγαπούσες, γιατί θαρρωστήση. Μη μας πάρης το παιδί μας! . . . Θα του βγάλω τόνομά σου γιατί σου μοιάζει. . αχ, γιατί μου τόκαμες αυτό! Μη μου το πάρης τουλάχιστο! Θα σου ανάβω ένα κερί κάθε μέρα ως που να μεγαλώση. Δε φταίμ’ εμείς! — η Μοίρα μας έτσι το θέλησε. Βεργινία! Βεργινία! άκουσε με, Βεργινία! Νά, σου άναψα ένα κερί για τον καθένα μας, για να μας λυπηθής. . .
Έτσι φώναζε με τη φωνή πνιγμένη μες το χώμα και το πότιζε με δάκρυα για το Νίκο που τονέ λυπόταν καθώς έλεγε τόνομά του, καθώς έλεγε πως θαρρωστούσε, με δάκρυα και για το τάξιμο το φρικτό πούχε κάμει να βγάλη του παιδιού της τόνομα της Βεργινίας. . .
Κ’ έξαφνα εκεί που ξεφώνιζε με το κεφάλι κάτω, της φάνηκε πως άκουσε μια βαθειά φωνή αλλοιώτικη απομέσα της που βούιξε, σα θάλασσα μες ταυτιά της:
«Όλα τα θέλεις, αχόρταγη! και το σπίτι μου και τον άντρα μου και το παιδί μου; Είναι δικό μου το παιδί! — τόσον καιρό το λαχταρούσα και το περίμενα. . η ψυχή μου τόχει γεννημένα πριν ναρθής εσύ να μου πάρης την ευτυχία μου! Όλη μου την ευτυχία εσύ μου την επήρες!»
Σήκωσε η Λιόλια περίτρομη το κεφάλι της κ’ είδε το μαύρο σταυρό αμίλητο που την κύτταζε μ’ άγρια απελπισία με τα γράμματά του σα μια σειρά άσπρα μάτια. . έρριξε τα μάτια της στα κεριά: το κεράκι του παιδιού είχε λυώσει ως κάτω κ’ η φλόγα του έβγαινε ακόμα μέσ’ από το χώμα σα να την ρουφούσε αυτό. . έκαιγε και το κεράκι του Νίκου με μια φλόγα πλατειά, πεσμένη ανάποδα με το κεφάλι κάτω, πούγλυφε, ίδια μια γλώσσα πύρινη μέσ’ απ’ τα μαύρα χνώτα της καπνιάς, το κερί και τανάλυνε σε κίτρινους θρόμπους και το λύγιζε κουλούρα. . μα το δικό της το κερί ήτον άγγιχτο, σβηστό, όπως τόχε ανάψει. . . Πετάχτηκε ορθή! — Δεν τόθελε το κερί της η νεκρή! Μα τάλλα δυο; τάλλα δυο; Το κερί του παιδιού! και του Νίκου! — — Έφυγε σαν τρελλή χωρίς να γυρίση να κυττάξη πίσω. . .
Είχε νυχτώσει πια: τάστρα έλαμπαν κρύα στον ουρανό. Έτρεξε σπίτι. Μέσα της τόξερε τώρα πως το παιδί της θα πέθαινε, πως θα της τόπαιρνε η Βεργινία, αφού ήτανε δικό της εκείνης και τόχε γεννημένο η ψυχή της — — —
Μπαίνοντας στην κάμαρη ηύρε κόσμο και φως από αγιοκέρια. Η Κερά Γιώργαινα είχε φέρει τον Παππά να βαφτίση το παιδί, γιατί φοβήθηκε πως θα τελείωνε — — είχανε μαζευτή κ’ ένα δυο γυναικούλες της γειτονιάς που άμα ακούν τέτοια ραΐζει η καρδιά τους (γιατί και ποιά δεν τάπαθε!) και τρέχουνε να ξενολυπηθούνε, να δουν και ταλλουνού τις πίκρες. . .
Ότι είχε τελειώσει η βάφτιση.
— Τι όνομα του βγάλατε; ρώτησε λαχανιασμένη η Λιόλια.
— Ευτυχία, είπε ο Παππάς, να σας ζήση!
— Έτσι για το καλό, πρόσθεσε η Κερά Γιώργαινα. Είχα δα, η κατακαημένη, και τη μεγάλη μου κόρη Ευτυχίτσα, που την έχασα πρόπερσυ, μακάρι να της έμοιαζε! —
— Αχ! φώναξε η Λιόλια, και τόχα τάξει να το βγάλω Βεργινία! — μα τώρα πάει πια — τώρα ξέρω πως δε θα ζήση —
. . και το πήρε στα χέρια της να το φιλήση κ’ εκείνην τη στιγμή το παιδί άνοιξε τα κερένια του ματόφυλλα και φάνηκαν τα ματάκια του αναποδογυρισμένα σα να κύτταζε τη μητέρα του με τασπράδι, όπως έκανε η Βεργινία. . .
— . . το ξέρω 'γώ! Το ξέρω! — ξαναφώναξε πιο δυνατά η Λιόλια με τρόμο κι άρχισε να ταράζη σύσσωμη. . . μου τόπε η νεκρή! μου τόπε. . μου τόπε! — το κεράκι του! . . το ρούφηξε. . .
. . Και το παιδί μ’ ένα μικρό σπασμό ξεψύχισε — κ’ η Λιόλια λιγοθύμησε. . .
Όταν ήρθε ο Νίκος, πιο ύστερα, έπεσε η Λιόλια απάνω του κλαίγοντας κ’ έμεινε πολλήν ώρα με το κεφάλι κρυμμένο στο στήθος του. . με τα δυο της τα χέρια του ψηλαφούσε το κεφάλι του, τους ώμους του — λες κ’ ήθελε να βεβαιώση πως ήτονε ζωντανός αυτός τουλάχιστο, αυτός ο μόνος θησαυρός της! . . . Κι ο Νίκος με βουρκωμένα μάτια της χάδευε τα μαλλιά. . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Μέσα σ’ ένα δισκάκι, στρωμένο με μια πετσέτα άσπρη χιόνι μαζί με δυο πορτοκάλια που τους είχαν μπηγμένα μοσχοκάρφια, μ’ ένα στεφανάκι από λουλουδάκια κέρινα ολόγυρα στο κερένιο κεφαλάκι με τα κόκκινα μεταξωτά μαλλάκια, την πήγαν την άλλη μέρα την Κερένια Κούκλα να την παραχώσουν. Το δισκάκι με την κούκλα το κρατούσε ο Περικλής ο κουμπάρος, μπροστά, και πίσω έρχονταν ο Νίκος με τη Λιόλια, η θεια Ελέγκω, η Κερά Γιώργαινα, ο Ντίνος κι άλλοι δυο φίλοι κ’ ένα-δυο γειτόνισσες που δεν μπορούν ποτέ να λείψουνε σαν και το Μάρτη απ 'τη σαρακοστή· μα έλειπαν οι γλωσσοφαγάνες αυτήν τη φορά. Αν δεν έβλεπες το σταυρό και τον Παππά, δε θάλεγες πως ήτονε λείψανο. Σα να πήγαιναν τάμμα στην εκκλησία: λαμπάδα σε κανέναν Άγιο θαματουργό, κάποιο είδωλο από πολύτιμο κερί ζυμωμένο με μύρα κι αλόη για κάποια θεϊκή λύτρωση — έτσι έδειχνε ο δίσκος, ο στολισμένος με τα πορτοκάλλια και τα γαρούφαλα, με τανθρώπινο το κερί πλαγιασμένο μέσα του. . .
Και σταλήθεια το κερί, το βγαλμένο απ’ τα βάθη του είναι τους κι απ’ της ψυχής τους τον πόνο και τον πόθο, το πήγαιναν τώρα ο Νίκος κ’ η Λιόλια να ταπιθώσουνε στα πόδια της νεκρής της Βεργινίας, που ο ήσκιος της ζητούσε δικαιοσύνη. Της είχε τάξει η Λιόλια τόνομα του παιδιού της, της είχε τάξει κ’ ένα κεράκι κάθε μέρα για τη ζωή του — και τώρα της πήγαινε το ίδιο το παιδί της, της ψυχής της όλο το κερί: λαμπάδα να την εξιλεώση, για να ησυχάση, για να πάρη τον ήσκιο της από πάνω τους. . .
Χρυσογάλαζο ήτον το προμεσήμερο του Νοεμβρίου — ακόμα βαστούσε το καλοκαιράκι τ’ Άι-Δημητρίου: ο αέρας ήτον αλαφρός και με χυμένη μέσα του μια γλύκα μαλακή σαν κουρασμένη αλάλητη — όπως είναι το γέλοιο σε θλιμμένα χείλη — που τέτοια δεν την έχει η άνοιξη. . .
Έκλαιγε η Λιόλια εκεί που πήγαινε πίσω απ’ το δίσκο, μα τα δάκρυα πάνω στο πρόσωπό της έλαμπαν ίδια δροσοσταλίδες σε τριανταφυλλένια ανθόφυλλα. . .
Οι άντρες μιλούσανε με το Νίκο κι αναμεταξύ τους ζωηρά και μόνο που δε γελούσαν. . .
Όταν έβαλαν την Κερένια Κούκλα μες το χώμα, στα πόδια του τάφου της Βεργινίας, ο μαύρος ο σταυρός που τον είχανε δη καθώς έρχονταν από μακριά να τους κυττάζη με ματιάν ασάλευτη άγρια κι απελπισμένα, σα να μαλάκωσε στις κόψες των γραμμών του, σα να γλύκανε λιγάκι η φρίκη του: ο ήλιος έπεφτε τώρα επάνω του και τόσο γυάλιζε η μαυρίλα του που δε φαινόταν πια μαύρος· το φρεσκοσκαμμένο χώμα μύριζε όπως όταν τσαπίζουν ταμπέλια· τα κίτρινα αγριολούλουδα στη ρίζα του σταυρού άνθιζαν ήρεμα και χρυσίζανε σαν άστρα. . . Σα να ευχαριστήθηκε η νεκρή μέσα στον τάφο της, σα να χαμογέλασε ο ήσκιος της και το χαμόγελο αυτό να περιχύθηκε ολόγυρα. . .
Στο γυρισμό ήταν όλοι ακόμα πιο χαρούμενοι. Της Λιόλιας τα δάκρυα είχανε στεγνώσει κι άκουγε τη θεια Ελέγκω που τα λέγανε με την Κερά Γιώργαινα για μια μεγαλωσιάνα που δεν ντράπηκε να της κόψη τρεις δραχμές απ’ τα πλυστικά, επειδή λέει της λείπανε δυο πετσετάκια.
Οι μικρές λεύκες από της δυο μεριές της οδού Αναπαύσεως ήτανε γεμάτες φύλλα δροσερά κι αχνοπράσινα σαν από μετάξι, που τάχαν πετάξει τώρα-τώρα καινούργια με τη δεύτερη άνοιξη. Ένας κούρκος φούσκωνε και γουργούλιζε απάνω στο χωματένιο ψήλωμα το χλοϊσμένο που πάει μαζί με το δρόμο, απ’ τη μια μπάντα, ίσαμε τη γέφυρα του Ιλισσού: από τις γαλάζιες βραχόπετρες της Καλλιρρόης ακούγονταν καθαρά οι κόπανοι των γυναικών που’ πλεναν. . . Κάτι κατσίκες έβοσκαν στα χόρτα του ψηλώματος πούχανε γεμίσει πάλι καινούργια λουλουδάκια. . . Μες τη μέση του δρόμου ένας κόκκορας με τις κόττες του σκαλίζανε μες τις φρεσκοπεσμένες καβαλλίνες κι ο κόκκορας έκανε κακκαρίσματα ντελαλητά για το κάθε κριθαράκι που τους εύρισκε, φωνάζοντας τις ναρθούνε να το τσιμπήσουν. . .
Απέξω από ‘να μπακάλικο ήτανε βγαλμένα κάτι σιδερένια τραπέζια και καρέκλες κ’ ένας-δυο ήταν καθισμένοι κ’ έπιναν.
— Πάμε να πιούμ’ ένα κρασάκι έτσι στο ποδάρι; φώναξε ο Περικλής ο χοντρέλης — τώρα βγήκε το καινούργιο κρασί κι αυτός εδώ παίρνει τις καλύτερες μουστιές, γιατί σου λέει πριν να πας στον άλλον κόσμο, τσούξε και μια γουλιά της προκοπής! . . . Γέλασαν όλοι με ταστείο του χωρατατζή του Περικλή και κανείς δεν είπε όχι και μπήκαν όλη η συντροφιά στο μαγαζί κ’ ήπιαν από 'να κρασάκι. Τι κρασί ήτον εκείνο! — σα λιακάδα χύθηκε στα σωθικά τους. Ήπιε κ’ η Λιόλια ένα δαχτυλάκι που της το επιβάλανε στανικώς ο Νίκος κι ο Περικλής έτσι για δυναμωτικό, πουν απ’ το κάθε φάρμακο καλύτερο. Της θειάς Ελέγκως το πρόσωπο, το κόκκινο και πλατύ, άνοιξε πια σαν παπαρούνα το μεσημέρι.
Χτυπώντας τις γλώσσες τους και σκουπίζοντας τα χείλια τους με τανάστροφο χέρι, βγήκαν όλοι απ’ το μαγαζί και πήραν πάλι το δρόμο: τα βήματά τους ολωνών τώρα είχανε γίνει πεταχτά, αλαφρά, σα φτερωμένα από μιαν κρυφή χαρά αλάκερου του είναι τους. Το πρόσωπο του Νίκου έδειχνε σαν κάποιες βραδιές που ξαστερώνει ολότελα ο ουρανός και γίνεται γυαλί: κύτταζε της Λιόλιας τα μαλλιά και του φάνηκε πως χρυσίζανε στον ήλιο σαν ποτές άλλοτε και το χείλι της που μισάνοιγε απ' τον κόπο του δρόμου, το χείλι της ταβυσσινύ, του φάνηκε για δάγκωμα. . . Σήκωσ’ η Λιόλια τα μάτια κ’ είδε το φεγγάρι ψηλά πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Μα δεν ήτον το φεγγάρι το φριχτό, το ασημένιο, με το πρόσωπο της Βεργινίας μέσα του, παρά ήτονε σαν από άσπρο χαρτί διάφανο και πήγαινε μαζί τους, κρατώντας ίσο βήμα, σανάθελε να παραβγή στο τρέξιμο ως το σπίτι ή σα να τους έδειχνε το δρόμο. . και τα λουλούδια τα νεοανθισμένα, που απαντούσανε στις άκρες του δρόμου, τους γνεύανε με το κεφάλι, όλο και γνωστικό χαμόγελο σα νάλεγαν πως τόξεραν κι αυτά πως τώρα όλα πια είχαν περάσει. . .
Όταν φθάσανε στο σπίτι κι αποχαιρέτησαν τους φίλους, έσφιξε ο Νίκος τη Λιόλια μες την αγκαλιά του και της είπε:
— Ας ξημερώση τώρα πια και για μας μέρα Θεού, Λιόλια μου! . . . Άμα πάρω κάτι λεφτά, σε μια-δυο μέρες, θα πάω να σου πάρω ένα κρεββάτι πούχω δη στην Άγια Ερήνη, σιδερένιο άσπρο λακέ με σούστα, που δεν τόχει καμμιά — θα σαστίσης! — να φύγη πια η γουρσουζιά από πάνω μας! . . .
Κ’ η Λιόλια, στο στήθος του απάνω, έκλεισε τα μάτια της για να πιάση αυτό τόνειρο κάτω απ’ τα ματόφυλλά της, να μην της φύγη. . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Κ’ η Μοίρα άκουσε τα λόγια του Νίκου κ’ είπε:
Ας ξημερώση και για σας μια μέρα, παιδιά μου, γιατί γλήγορα πάλι θα βραδιάση για πάντα — —
— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
Πέρασε η ημέρα — —
Την άλλη μέρα εκεί που περίμενε η Λιόλια το μεσημέρι το Νίκο πούχε αργήσει κ’ είχε κρυφή χαρά μέσα της πως ίσως να πήγε κιόλας για το καινούργιο κρεββάτι, χτύπησε η πόρτα δυνατά κι αλλόκοτα (έτσι πάντα χτυπάει η πόρτα για νάμπη μέσα η Μοίρα) και παρουσιάστηκαν ο Περικλής με το Ντίνο, — κ’ ένας χωροφύλακας στεκόταν απόξω, — χλωμοί πανιασμένοι, με κάτι μάτια που κάνανε να φύγουν απ' όλες τις μεριές σαν πουλιά που φτεροκοπούν. . και την πήραν τη Λιόλια να την πάνε σε μιαν άμαξα πούχε σταθή παρακάτω στην αρχή τανήφορου, να την παν. . . που την ήθελε ο Νίκος: την πήρανε σχεδόν ανασηκωτή, σα χτυπημένη κατακέφαλα από 'να ρόπαλο, χωρίς να της αφήσουν καιρό να καταλάβη καλά-καλά τι της έλεγαν έτσι λαχανιαστά, με τα λόγια τους τσακισμένα κομμάτια-κομμάτια, τι την ήθελε ο Νίκος έξω απ' το σπίτι; — ποιός Νίκος καλέ; — μόλις που πρόφθασε να ρίξη ένα σάλι στο κεφάλι με χέρια πετούμενα σαν ψάρια που σπαρταρούν. . .
Περάσανε μέσα από 'να μπουλούκι γυναίκες και παιδιά πούχανε βγη σωρός απ' τις πόρτες κ’ είχανε μαζευτή γύρω σταμάξι και ρωτούσανε με χέρια σαλευούμενα και χτυπητά στα γόνατα και με ξεφωνητά πνιγμένα τον άμαξα, πούχε τα χέρια στις τσέπες. . και ρωτούσαν το χωροφύλακα, που κατέβαινε τον κατήφορο σοβαρός, με το πιλίκιο στον' αυτί κι ανεβήκανε σταμάξι — κι ο χωροφύλακας μαζί. . . .
Εκεί που πήγαινε ταμάξι, ο Περικλής που μόλις βαστούσε τα δάκρυα του (ο Ντίνος ήτον άλαλος σαν πέτρα —) της είπε της Λιόλιας για το Νίκο. . της Λιόλιας που γόγγυζε σιγά-σιγά και σάλευε όλη από 'δω κι από 'κεί σα νάθελε να φύγη απ’ ταμάξι κι απ’ τον εαυτό της. . της ξαναείπε για το Νίκο, πως χτύπησαν το Νίκο. . ο Μίμης ο μπαγάσας, που του ζητούσε αφορμή τόσον καιρό πούχαν ξαναμαλλώσει δυο φορές ως τώρα. . για το τίποτα. . στην ταβέρνα, εκεί πούχανε μπη οι τρεις τους, ο Νίκος, ο Ντίνος κι αυτός ο ίδιος για ‘να κρασάκι απ’ το καινούργιο στο ποδάρι. . . επειδή τούπε λέει «ζωή σε λόγου σου!» για την γυναίκα του, την πρώτη, και για το «μπασταρδάκι» του κι ο Νίκος σήκωσε το χέρι του. . .
Και ταμάξι σταμάτησε. .
. . κ’ ήτον ένα μεγάλο περιβόλι με πορτοκαλλιές και με κάτι μεγάλα κυπαρίσια, γεμάτο χλωμούς ανθρώπους με τα νυχτικά τους, με χέρια φασκιωμένα, μαντηλοδεμένους, μπαμπουλωμένους μέσα σε κάτι βελέντζες σα φαντάσματα πληγωμένα που περπατούσαν ξυπόλητα με παντούφλες. . .
. . Κύτταζε γύρω της η Λιόλια με μάτια που δεν έβλεπαν.
. . κ’ έπειτα ήταν κάτι μεγάλες σκάλες και την ανέβασαν που τρίκλιζε, με το μικρό το βογκητό πούκανε ολοένα — σα νάτον αυτό τώρα η αναπνοή της, σα να τη σήκωνε αυτό και να την πήγαινε. .
. . και την πέρασαν από κάτι μακριούς διαδρόμους κ’ ήτανε φωτισμένοι αυτοί με γκάζι μέρα μεσημέρι κ’ εκεί ήτον όλο νέοι καλοντυμένοι με τα καπέλλα στο κεφάλι και με μπαστούνια στα χέρια και κάτι άλλοι ξεσκούφωτοι με μακριές λινές ποκαμίσες — κι όλοι τους κάπνιζαν και μιλούσαν όλοι μαζί δυνατά και της έκαναν τόπο να περάση κυττάζοντάς τη μες το πρόσωπο. .
. . κ’ έπειτα βρέθηκε σε μια μεγάλη σάλα όλο κρεββάτια-κρεββάτια μ’ άλλα πάλι άσπρα φαντάσματα και μερικά απ’ αυτά βογκούσανε δυνατά καθώς περνούσε. .
. . κ’ έπειτα βρέθηκε μπροστά σ’ ένα κρεββάτι, στην άλλη άκρη, κ’ εκεί απάνω ήτον τανάσκελα ο Νίκος με τα μαύρα του κατσαρά μαλλιά βρεμμένα που ξεχειλούσανε μέσ’ από κάτι άσπρα μαντήλια κ’ ήτον κίτρινος σαν αγιοκέρι κ’ είχε ανοιχτά τα μάτια κι ανοιχτό το στόμα και ροχάλιζε κ’ έβγαζε κάτι κόκκινους αφρούς και δυο άντρες με μπλούζες του ανασήκωναν το κορμί με το χέρι κάτω απ’ τη ράχη. .
. . και μόλις πήγε κοντά αυτή. .
. . και μόλις πήγε κοντά αυτή. . σ’ αυτό το κρεββάτι που κοιτόταν ο Νίκος —
. . γιατί ήτον ξαπλωμένος αυτού ο Νίκος; τι ήταν αυτά τα μαντήλια που τούσφιγγαν το κεφάλι! . . τι έβγαινε απ’ το στόμα του Νίκου! —
. . πετάχτηκε απάνω ο Νίκος και ξανάπεσε βαρύς — —
Κι αυτή άνοιξε τα μάτια της σα νάθελε να του τα πετάξη απάνω του, σα νάθελε να βγη αλάκερη μέσ’ απ’ τα μάτια της να πέση απάνω στο κορμί του· κ’ είδε τότες ένα φεγγάρι πελώριο μαυροκόκκινο που ήτον η πύρινη γλώσσα του κεριού πούχε ανάψει, για το Νίκο στον τάφο της Βεργινίας, η ίδια η φλόγα που έτρωγε το κεράκι μέσ’ απ’ τα μαύρα χνώτα της καπνιάς, που τώρα είχε θεριέψει κ’ είχε πεταχτή στον ουρανό! . . και ξεκόλλησε απ' τον ουρανό το πελώριο μαυροκόκκινο φεγγάρι κ’ έπεσε απάνω της και τη σώριασε χάμω — —
— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
— Γυναίκα του νάν' άραγε, είπε πέρα στο διάδρομο ένας νέος από ‘κείνους με τις λινές ποκαμίσες σε κάτι άλλους — πούχε περάσει η Λιόλια από μπροστά τους.
— Δεν πιστεύω! αυτή είναι κοριτσάκι: — έτσι θα την έχη.
— Κουφέτο! Πού παν και σου τις ξετρυπώνουν αυτοί οι κουτσαβάκηδες: όλο και τον καλύτερο μεζέ! . . .
— Τέτοιους θέλουν αυτές· άμα πετύχουν κανέναν από μας, σου λεν αμέσως: «Θα με πάρης!» και νάσου βγαίνει ο αδερφός με το μαχαίρι στα δόντια — κι ο Παππάς πίσω απ’ την πόρτα! . .
— Κομματάκι ωστόσο! θα παρηγορηθή εύκολα — μια και μπήκε στο δρόμο! είπε με κάποιαν κρυφήν ελπίδα ένα γιατρουδάκι αμούστακο. . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Πάνω στη Γαργαρέτα είχαν απομείνει οι γυναίκες ένα κουβάρι αναμαλλιασμένο — και κύτταζαν κατά το μέρος πούχε φύγει η άμαξα. . .
— Δε στάλεγα εγώ, Κυρία Ευρυδίκη μου, είπε η Χαρζανοπουλίνα της παλιάς της έχθρας, πως κακό τέλος θε να πάρη αυτός ο Νίκος; εμένα ποτέ δε μ’ άρεσε αυτό το παιδί! . . .
— Δε λες καλά που. . . είπε η Ευρυδίκη και σταμάτησε — — Καλέ είδες, Κυρά Χαρζανοπουλίνα μου, εκείνο το γουρσούζικο! να ξεκληρίση ολόκληρη φαμελιά: γυναίκα, άντρα και παιδί σ’ ένα χρόνο μέσα! . . .
Κ’ οι δυο κόρες της Χαρζανοπουλίνας έκαμαν:
— Αχ! —
— Αχ! — —
ΤΕΛΟΣ