Και το είχε παράπονο η Ευρυδίκη αυτό, που δεν ήξερε δηλαδής η Βεργινία να ξεχωρίζη τις αληθινές της φίλες. Κι άρχισε για τις πλαϊνές: οι δείξες, οι πείξες, που τους είχε περάσει η ιδέα πως θε να τους άδειαζε τον τόπο η καψερή η Βεργινία, «που να φαν τις γλώσσες τους, κ’ ήταν έτοιμη η γριά-που να μη την πω! — να του πασσάρη μιαν απ’ τις κόρες της του Κύριου Νίκου — και ίσως και τις δυο, τη μια με το στεφάνι και την άλλη αστεφάνωτη — Θε μου σχώρα με!»
«Αμ τι θαρρείς! τέτοιοι άνθρωποι έχουν ιερό και όσιο; άνθρωποι είν' αυτοί; Είδαν το παλληκάρι – γιατ’ είναι όμορφο παιδί και λεβέντης ο αντρούλης σου — να τονέ χαίρεσαι! — δουλευτής, που μπορεί να ζήση τη γυναίκα του με το κόμμοδό της, νάχη, σα να πούμε, και τη διασκέδασή της και το λούσσο της — μη βλέπεις εσύ που δεν έχεις τίποτα απ’ τον κόσμο —»
(Και μπρος απ’ τα μάτια της Βεργινίας φάνταξε σαν όραμα φεγγοβόλο ένα μεγάλο άσπρο φτερό πούχε στο καπέλλο της μιαν όμορφη κυρία, που την είδε μια μέρα να περνάη με ταμάξι απ' τη Λεωφόρο Συγγρού . . και το φτερό ανέμιζε και κυμάτιζε μαλακά στην αύρα σα σύννεφο που έλυωνε, σαν αφρός. . και της χάδευε τα χρυσά μαλλιά, χωρίς ποτέ να φεύγη από κοντά τους, χωρίς να σβήνη. . . Αχ, πόσο της άρεσε εκείνο το φτερό! — και του τόχε ειπή του Νίκου να της πάρη ένα όμοιο για τη Λαμπρή . . και τώρα! — και βούρκωσαν τα μάτια της — —)
«Περαστικά νάναι!», πρόσθεσε η Ευρυδίκη σαν την είδε που δάκρυσε, « — και να ξοδεύεσαι και για ξένον άνθρωπο — εκείνο το κορίτσι δα που πήρες! Αυτά είν' τα τυχερά! Μήπως τόθελες κ’ εσύ που το πήρες; Ξέρει κανείς τι βγαίνει απ’ αυτά τα πράματα! Την είδα που λες τώρα δα που περνούσαν απ' το σπίτι με μια γριά. Μια στρογγυλοπρόσωπη δεν είναι; παχουλή; μ’ όμορφα μαλλιά; με μια τραγιάσκα; Θεια της λέει είν' εκείνη η γριά-μου τόχαν πη οι Βαλλώσαινες στην πίσω αυλή. Είναι και δική σου θεια απ’ τη μητέρα σου; Εμ αφού έρχεται και συγγενής, καλύτερα» —
Και χαμογέλασε μ’ ένα χαμόγελο πουρχόταν τα — ίσα απ’ την Κόλαση.
«Γιατί πάντα ένα ξένο κορίτσι μες το σπίτι», άρχισε παρακάτω με καινούργιον αέρα στα πλεμόνια της, γιατί της φυσούσαν οι διάβολοι με τα φυσερά τους, «πούναι και τόσο νέος άντρας και καλοκαμωμένος — αλήθεια πόσα χρόνια τον απερνάς, ή σ’ απερνάει; Νάξερες, καϋμένη, πώς τονέ ματιάζου — νε — ε τα κορίτσια και τι ακούγει πίσω του! . . . Μέσ’ απ’ τα μπρίζι-μπίζι μου εμένα πού να μου ξεφύγη τίποτα! — θε να πέθαινες δέκα βολές. Να προσέχης! — αυτό μόνο σου λέω. Γιατί όποιος τόχει το νερό μες την αυλή, δεν πάει στο ποτάμι. . . Μου φάνηκε πονηρή η μικρή. Ξέρεις τι σου είν' αυτές οι μικρές, καθώς έγινε τώρα ο κόσμος! . . .»
Έτσι δεν έπαυε η γλώσσα της Κυρίας Ευρυδίκης να στάζη γλύκα ως που βράδιασε. Την αλάλιασε την άμοιρη τη Βεργινία που της απαντούσε με κάτι ξεψυχισμένα λόγια, με κανένα κούνημα του χεριού, στην αρχή κ’ έπειτα καθόλου πια, παρά κοιτόταν με το πρόσωπο χαρτί βαθιά μέσα στο προσκέφαλο, κι άφηνε και της εσούβλιζε την ψυχή και της περίχυνε το κορμί της με ζεστά λάδια και με νερά παγωμένα-το άρρωστο της το κορμί πλάκα κάτω απ’ το γαλάζιο πάπλωμα — ως που λιγοθύμησε — — —
Τηνέ συνέφερε σε λιγάκι πάλι η καλή της η φιλενάδα με σπίρτο του καμινέτου που της έτριψε τα μηλίγγια και τα χέρια. Έπειτα κατέβηκε στην κουζίνα και ηύρε λίγη κανέλλα μέσα σ’ ένα κουτί τενεκεδένιο που ήτανε διάφορα μπαχαρικά και της έβρασ’ ένα φλυτζάνι με λίγο πιπεράκι και της τόδωσε να πιή για να στυλώση την καρδιά της. Από τέτοια δα άλλο τίποτα η Κυρία Ευρυδίκη — του κάκου δεν ήτονε μαμμή ξεσκολισμένη.
Κ’ έπειτα ξανάρχισε — απ' άλλη μεριά τώρα. Της φάνηκε περίεργο γιατί να λείπη απ’ το σπίτι το κορίτσι. Τι το θέλανε; Για να χρειασθή σε μιαν ανάγκη! — ε; «Να μην ήμουν κ’ εγώ και να πάθαινες τη λιγοθυμιά ολομόναχη! Κύριε σώσε! Έχω μιαν ιδέα πως πάει να ιδή το κομιτάτο!»
Η Βεργινία της έκαμε «ναι» με το κεφάλι.
— Ορίστε μας! Εμ τότες δε καθότανε σπιτάκι της μια και καλή. Τρέχα γύρευε τώρα πότε θα γυρίση. . . Μήπως θα τηνέ φέρη κιόλα πίσω ο κύριος Νίκος! έ;, Να-τα! Μάτια μου, θέλει και καβαλλιέρο! Δε στάλεγα εγώ; — όπως πήγε, ναρθή! — τι; Και να δης που εξ αιτίας της αργεί κι ο Κύριος Νίκος. Αυτός δα σε βαστάει στα χέρια — όλη η Γαργαρέττα έχει να το κάνη. . . Κάπου θα μπλέχτηκαν! Οχτώ η ώρα! . . . Αμ νισάφι πια! Απ’ τις τρεις την είδα να πηγαίνη τον κατήφορο . . . Τώρα νύχτωσε. . ο κόσμος όλος είναι στα σπίτια τους. Κι αυτοί που είναι για τους χορούς ή για να πάνε μασκαράδες στα ξένα σπίτια, γυρίζουνε σπιτάκι τους να ετοιμαστούνε, να τσιμπήσουν κάτι.
Κι ανησυχούσε αληθινά που αργούσανε, γιατί ήθελε κι αυτή να πάη να ντυθή ατσιγγάνα για το χορό της Κασταλίας. Και τώρα πώς να την άφηνε μονάχη της τη Βεργινία που ακόμα καλά-καλά δεν είχε συνέρθει!
Είπε που θα πεταγότανε να δη μήπως γύρισαν οι χλαίνες γιατ’ είχε και δουλειά να πάη σπίτι: μια παραγγελία βιαστικιά γι’ αύριο, ένα καπελλάκι τρέλλα, όλο παπαρούνες και πράσινα στάχυα με τα κοτσάνια πίσω κρεμαστά, που θα το φόραγε μια από τις μεγάλες στα Κούλουμα στην Κηφισσιά. «Σου λεν έπειτα πως τα κάμανε στη Φρανσίν και στην Καίτη Παππά και πως τους κόστισαν έναν κόσμο — και βγαίνουν απ’ αυτά εδώ τα χέρια. Τάφησα κ’ εγώ που λες για την τελευταία στιγμή, Γιατ’ είπα μέσα μου: ό,τι έχω εγώ τη Βεργινίτσα μου! . . δεν πα να κουρεύωνται κ’ οι μεγάλες και τα Κούλουμά τους. . .»
Και ξεγλίστρησε όξω απ’ την πόρτα.
Δεν πέρασ’ ένα λεπτό της ώρας και νάτην πάλι μαζί με τη χήρα του δικαστικού κλητήρα τώρα, την καλή την Κερά-Δημήτραινα με τις τριχωτές ελιές και το ψαρύ μουστακάκι που λες και τόχε κληρονομήσει (Αχ, — αυτό μονάχα και μια θεόρατη μαγκούρα) απ’ το μακαρίτη. Χρυσός άνθρωπος ωστόσο αυτή η Κερά-Δημήτραινα! Μόλις άκουσε για τη Βεργινία, τάφησ’ όλα σύξυλα, μόλο που τώρα δα ήτονε φερμένη πούχε πεταχτή λιγάκι στης αδελφής της να τα πουν ένα χεράκι, κ’ έτρεξε να κάτση κοντά της και να τη συντροφέψη, την αδικημένη την ψυχή.
— Τι σούλεγα, Βεργινία μου, πως τους φίλους σου δεν τους ηξέρεις κι ούτε και τους οχτρούς σου! Νά η Κερά-Δημήτραινα από ‘δω με τις κόρες της, κ’ εγώ από μέρος μου — τα πάντα θυσία για σένα! . . . Λέγαμε δα για σας τόσα καλά, Κερά-Δημήτραινα, και για τις κόρες σας — καλή τύχη νάχουν! . . .
Κ’ έφυγε η Ευρυδίκη κι απέμεινε το θύμα με τον καινούργιο δήμιο.
Το ξυπνητήρι στην εταζέρα έλεγ’ εννιά! — δεν ξεκολλούσε πια το μάτι της η Βεργινία από 'κει πάνω — —
Έλεγε η Κερά-Δημήτραινα, έκοβε, η γλώσσα της κ’ έρραβε . . . Κι όλο για τα κορίτσια της που δε ματαγινήκανε στον κόσμο: «η σεμνότη τους κ’ η υπακούητά τους, άλλο πράμα! — άγγελοι που τους λείπουνε μόνο τα φτερά — ζωή νάχουν! — Και μου τις ζητήσανε, νά! (και μάζευε τα δάχτυλα, τις άκρες δέσμη, και των δυο της των χεριών) — έτσι όπως είναι, όχι ψέμματα! — χωρίς πεντάρα προίκα . . . Και τι ανάγκη έχουν αυτές από προίκα; Ας είν' καλά τα χεράκια τους που βγάζουν το ψωμάκι τους σα λίγες μες την Αθήνα, κ’ έχουν και την ομορφιά τους και την αναθροφή τους! Πού τώρα πια αναθροφή! — ποιάς την έχασε για να βρεθή; Παν πια εκείνοι οι καιροί! Τώρα ο κόσμος έπεσε στην ξετσιπωσιά. Αμ ό,τι βλέπουνε δα κ’ οι καψερές απ’ τις μεγάλες μας που πάνε στα παλάτια και με ταυτοκίνητα . . .»
Και γι’ αυτά κι αυτά το συλλογιζόταν η Κερά-Δημήτραινα πολύ να τις παντρέψη τις κόρες της, γιατί τώρα καθώς κατάντησαν κ’ οι νέοι. . . «Μη βλέπεις εσύ που πίτυχες το καλό το παλληκάρι που σου φέρνει του πουλιού το γάλα μέσα στην απαλάμη . . και πάλι νά που σ’ αφήνει και μονάχη σου, άρρωστη ελεεινή, και πάει αυτός να γλεντήση! Και πού να δης άλλους να σου ζητούν το τάλληρο καθεμέρα για τον καφφενέ, ό,τι βγάλης με τα χεράκια σου! — κι αν δε βγάζης, κύττα να τόβρης απ’ αλλού! — και ξύλο! — Ε — ε — έχ, αμαρτίες πούχομ’ εμείς οι γυναίκες. . .»
Η Βεργινία κουνούσε το κεφάλι της — δεν μπορούσε να της μιλήση και γιατί να της μιλήση. . και τι να της πη! — Κύτταζε μόνο το ξυπνητήρι ολοένα — —
Έγινε δέκα η ώρα! — ένδεκα! — μεσάνυχτα! — — — Ήρθαν τώρα κ’ οι κόρες της κλητήραινας, οι δεσποινίδες Χαρζανοπούλου, από μια βεγγέρα πούταν παγεμένες . . να δουν τι ήθελε η μητέρα τους στη Βεργινία τέτοιαν ώρα! — δυο σακαφλιόρες πούχαν περάσει πια τον κάβο κ’ έβγαναν τώρα μ’ όλα τα παννιά στανοιχτά και στάπατα. Η μια, η πιο μεγάλη (!) ήτονε μοδίστρα, η άλλη ασπρορρουχού (λενζερί — μόνον λεπτή εργασία και κεντήματα για τρουσσώ) και «κατ’ οίκον» παρακαλώ — .
Μπήκανε μέσα κορδωμένες, τσιτωμένες, αλύγιστες μες τους μοντέρνους κορσέδες (μπροστά πλάκα και την κοιλιά μέσα) που μόνο που δεν έκαναν κρακ να τσακίσουνε σε δυο, με φούστες κλος με πλατιές πιέτες, στους γοφούς αζουστέ και κάτω φουστανέλλα και χωρίς πολλά μισοφόρια, βουάλ, ας το πούμε δα κρεμ, με ποκαμισάκια ροζ, τους άγκωνες απέξω, με μοτίφ και πολλά τρανσπαράν — και οι δυο τα όμοια σα δίδυμες· και μαύρα βελουδάκια στα λαιμουδάκια. Τα μαλλιά μπροστά αιγκλόν και πίσω δεμένα με φιόγκο ταφτά φέϊγ-μορτ πολύ χαμηλά, σαν κοριτσάκια δεκάξη χρονών. Η μια είχε και φασαμέν, η άλλη μια μύτη με μπιμπίκια. Η πιο «μικρή» (!) κάπως τρωγότανε, μα η μύτη της όχι.
Τι φιλιά ήταν εκείνα! τι γλύκες!
Με τι μάτια τις έβλεπε τώρα η Βεργινία αυτές που θέλανε να της πάρουν τον άντρα της!
Και νά που αρχινίσανε να της τον επαινούν όλες μαζί και δος του κατηγορίες του κοριτσιού που εξ αιτίας της βέβαια αργούσε ο Κύριος Νίκος. «Βρέθηκε γεβεντισμένος ο άνθρωπος, σκασμένος απ’ τη στενοχώρια του! Εμ ας ξεσκάση δα και λιγάκι ο καημένος σα νέος που είναι!» Και μόλο που ξέρανε σε τι μεριά την άγγιζε η βελόνα τη Βεργινία θανάσιμα, όλο και για παιδιά να μιλούν: αφού κ’ η εξαδέρφη τους η Μίνα, πούχε πάρει το γιατρό απ’ το Αίγιο, «έπειτ’ από τρία χρόνια που δεν έκανα παιδιά απόχτησε το διάδοχο, κ’ εκεί που πρώτα δεν ήταν τρόπος να συμμαζέψη τον άντρα της, τώρα όλο και φιλιούνται σαν τα τρυγονάκια . . .»
Η Βεργινία αισθανόταν πάλι πως θα λιγοθυμήση —
Κυτταχτήκαν αναμεταξύ τους οι δεσποινίδες.
Τώρα ήτον κοντά μία η ώρα! — — —
Τις παρεκάλεσε η Βεργινία να παν πια να ησυχάσουν.
— Εμ όπου και νάναι θαρθούν, είπε η μητέρα των κοριτσιών. Δεν μπορούν και να ξημερωθούν πια έξω απ' το σπίτι!
Της δώσανε να πιή το γάλα της μαζί με τις στάλες τις δυναμωτικές, της άναψαν το καντήλι κ’ έσβησαν τη λάμπα —
Ήτανε γλυκόψυχες γυναίκες.
— Αν τύχη και θελήσης τίποτα κι αργήσουνε, μας χτυπάς με το χέρι στον τοίχο, είπε η μεγάλη δεσποινίς που την έλεγαν Μπιμπίκα (από Βαρβάρα)· εγώ είμαι ξέρεις πολύ αλαφροήσκιωτη. . .
Η Βεργινία να χτυπήση! — που δεν μπόραγε δάχτυλο να κουνήση!
Το καντήλι έρριχνε ένα μεγάλον κίτρινο λεκέ, στρογγυλό σαν της αράχνας τον ιστό, στο σκοτεινό ταβάνι.
Τάσπρα μάτια της άρρωστης έπαιρναν κάτι αναλαμπές σαν το υγρό σμάλτο: ασπροκίτρινες, καμμιά φορά μαυροκόκκινες σαν της φλόγας το πένθος, σταχτοπράσινες — φευγαλέες σαν πνοές — καθώς γυρίζανε στις κόγχες τους, μέσα στο σκιόφωτο, από το μέρος της πόρτας κατά την εταζέρα πούτον το ξυπνητήρι και χτυπούσε γλήγορα σαν καρδιοχτύπι. . .
Πώς δεν πέθανε αυτήν τη νύχτα η Βεργινία! — — — —
— — — — — — — — — — — — — — — – — — – — — – — — – — — – — –
«Νά η Μικρούλα! Νά η Μικρούλα! νά!»
Στις δυο η ώρα το πρωί γύρισε ο Νίκος με τη Λιόλια – — — —
— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
Όταν βγήκε το απόγεμα της Κυριακής ο Νίκος απ’ το σπίτι, Πήγε τα-ίσα στο μέρος πούχε πη η θεια Ελέγκω πως θα πάνε να δουν το κομιτάτο: στην Οδό Σταδίου αντίκρυ απ' τη Βουλή, αποπάνω απ’ τον «Αβέρωφ». Στο δρόμο έδωσε τρεις δραχμές και πήρε μια μεγάλη σακκούλα χαρτοπόλεμο και ένα μάτσο σερπαντέν, για νάχη η Λιόλια να ρίχνη . . .
Όλα τα παράθυρα του σπιτιού ήτανε γεμάτα κόσμο· κι αποπίσω τους ήταν κι άλλοι πολλοί ανεβασμένοι σε καρέκλες.
Ξαφνίστηκαν η Λιόλια κ’ η θεια Ελέγκω καθώς είδαν το Νίκο φερμένον απ’ τα τώρα.
— Πέρασε Κυρ Νίκο μου από μπροστά! Για σας τους νέους είναι αυτά τα πράματα, κι απέ εμείς. . είμαστε που είμαστε μασκαράδες —
Και τούκανε τόπο η θεια Ελέγκω στο παράθυρο κοντά στη Λιόλια.
Τι κακό γινόταν κάτω στο δρόμο! Τι οχλοβοή! τι συρφετός!
Τα τραμ είχανε σταματήσει. Μέσα σε σύννεφα από σκόνη περνούσαν τα λοντώ αργά, τόνα πίσω από τάλλο, γεμάτα ντόμινα μαύρα και τριανταφυλλιά και γαλάζια και κόκκινα και κίτρινα και πράσινα με νταντέλλες μαύρες, μ’ άσπρα γάντια και κάτι μακριές χρωματιστές κορδέλλες κρεμαστές πίσωθε. Φωνές μασκαράδικες. Στραγάλια. Μπουκετάκια. Ρουκέτες από σερπαντέν και βροχή το κομφετί. «Εδώ ο χαρτοπόλεμος! Χαρτί και πόλεμος!» Τρόμπες: «ούγου — ού — ου — ου!!»
Τα πεζοδρόμια παστά απ’ τον κοσμάκη που έσερνε πατείς με πατώ σε τα πόδια του μες τον άμμο μια πιθαμή· κι απάνω στα μαύρα ανθρώπινα κύματα: τα τουρλωτά καπέλλα των γυναικώνε σα μαούνες φορτωμένες! — όλα αυτά βουτηγμένα σταλεύρι, τυλιγμένα σ’ ένα σταχτοκίτρινο πέπλο βαρύ και πνιγερό . . .
Να κι ο Θεοδοσίου! Ου, σαχλαμάρα! — Μπράβο! μπράβο! του φωνάζουν άλλοι — και δος του τα παλαμάκια από πέρα, όλο το δρόμο πουρχόταν. . : απάνω σ’ ένα γάιδαρο τανάποδα, με του γαϊδάρου την ουρά ανασηκωτή στα χέρια αντίς για γκέμια . . κ’ έκοβε μ’ ένα ψαλλίδι τρίχες απ’ την ουρά και τις μοίραζε στον κόσμο! . . . Απ’ την ουρά κρεμότανε μια επιγραφή: ΕΘΝΙΚΩΝ ΤΑΜΥΟΝ. Πλάι στο γαϊδουροκαβαλλάρη έτρεχ' ένας μουντζουρωμένος παλιάτσος και τούδινε χαρτάκια από ένα πανέρι πούγραφε απέξω: ΜΠΗΛΙΕΤΑΚΕΙΑ. Ο γάιδαρος είχε στο κεφάλι μια σημαία γαλανόλευκη με κόκκινα γράμματα: ΔΟΛΙΑ ΠΑΤΡΥΣ. Και στου ίδιου του Θεοδοσίου το φέσι ήτον κολλημένο ένα χαρτί που έλεγε: ΣΙΝΝΑΛΑΓΟΙ. . . Και σφυρίγματα, τρόμπες, χάχανα, τροκάνια, χαρτοπόλεμος, στραγαλιές κατάμουτρα και μαγκαρία και μαρίδα από πίσω ατέλειωτη . . .
. . Και νά πάλι αμάξια με τα αιώνια ντόμινα που έξαφνα σηκώνοντ’ ορθά και ρίχνουνε με λύσσα κατά κάποιο παράθυρο στραγάλια, μπουκέτα, ό,τι τους τύχη στο χέρι . . . Σταναμεταξύ «Μακεδόνες» πεζοί, μισόγυμνοι μες τα χρυσόχαρτα, και «γαμπροί» και «νύφες» που φορούν το σεντόνι του νυφικού τους κρεββατιού για πέπλο και μπουλούκια-μπουλούκια παλιάτσοι με κουδουνάκια . . και ιππότες από όπερες με ισπανικά και περμαντόννες με πορτοκαλλιά κοντοφούστανα και μάγουλα βαμμένα σαν αυγά του Πάσχα και με κατσαρά από ροκανίδια. . . και κάτι διάβολοι κοκκινοφορεμένοι με τις ουρές τους αλλαμπρατσέττα . . .
. . Και πάλι φωνές: «Χα! — χα! — χα! χα!» και τρόμπες και ροκάνες και σφυρίγματα και «Χαρτί και πόλεμος! εδώ ο χαρτοπόλεμος!» και παλαμάκια . . . Κ’ έξαφνα: «Να! να το Κομιτάτο! Έρχονται, έρχονται! Το Κομιτάτο! — . . .»
Τι χαρά! Πώς διασκέδαζε η Λιόλια! Και στριμωγνόταν κοντά-κοντά στο Νίκο, γιατί κάτι άλλοι νέοι, πλάι της και πίσω της, σπρώχνονταν απάνω της όλοι μαζί — για να βγουν πιο μπροστά στο παράθυρο να δουν οι καημένοι κι αυτοί καλύτερα το Κομιτάτο!
. . Σ’ ατέλειωτη σειρά περνούσαν ταμάξια στολισμένα με λουλούδια ψεύτικα κι άλλα μ’ αληθινά, με κορδέλλες πολύχρωμες που κυματίζανε στα κεφάλια των αλόγων, στις ουρές τους, στις ρόδες. . άρματα ντυμένα με χασέδες και κόκκινο λαδόπαννο, φορτωμένα θεούς του Ολύμπου: Ήρες, Αθηνές με δόρατα και Αφροδίτες με χοντρά μπράτσα τριχωτά και με κάτι μόρτηδες Ερμήδες και Ήφαιστους και Γανυμήδηδες, σα να πηγαίνανε με τη σούστα στις Τζιτζιφιές για μπάνιο . . .
. . Νά και μια παρέα ποδήλατα με χρωματιστά χαρτένια τρίγωνα στις ρόδες. . . Και πάλι άμαξες: ωχ, μια ντιστεγκέδικη γεμάτη μαρκησίες και καβαλλιέρους με μπερούκες άσπρες που πετούσαν ματσάκια μενεξέδες . . . Και σταναμεταξύ πάλι κάτι μουντζουρωμένοι με λουλάκι και όχρα, ντυμένοι με προβιές και με κέρατα από σφαχτά στο κεφάλι (Μπρρ! τι αηδία!) — —
Κ’ εξακολουθούσε η σειρά των μασκαράτων πούχαν πάρει βραβείο και βαστούσαν το χαρτονάκι με τον αριθμό ψηλά σ’ ένα κοντάρι. «Νά κι ο πρώτος! Νά κι ο πρώτος αριθμός! Νάτο το πρώτο βραβείο! Μπράβο, μπράβο! Εύγε! Και του χρόνου!»
. . Κι απάνω σε δυο ρόδες πέρασε αργά-αργά μια βαρκούλα όλο από άσπρα τριαντάφυλλα, με το παννάκι της τανοιχτό, στολισμένο κι αυτό με γιρλάντες από γαλανά λουλούδια. . και την τραβούσανε δυο όμορφα ναυτάκια, ζεμένα στο τιμόνι του δίτροχου, και το καθένα κρατούσε στα χέρια του ψηλά από 'να περιστέρι άσπρο που φτεροκοπούσε. . μέσα στη βαρκούλα καθόταν ένα παιδάκι σαν ολόγυμνο, με τρικό ροζ, με φτερούγες στις πλάτες και με μια φαρέτρα γεμάτη βέλη — ο Έρωτας! — και κρατούσε στα χέρια του σα χαλινάρια τις ουράνιες κορδέλλες πούτονε δεμένα τα περιστέρια. «Α — ά — ά — α!!!» έκανε όλος ο κόσμος καθώς περνούσε και δος του χειροκροτήματα. . .
Η Λιόλια χτυπούσε τα χέρια της σαν τρελλή και δάκρυζε απ’ την τόση ομορφιά, την τόση ευχαρίστηση. Ο Νίκος κοντά της! — τόσο κοντά που δεν ανάπνεε άλλον αέρα παρά τη ζεστήν ανάσα του κορμιού της, που σκόρπιζε ολοένα γύρω του ένα μύρο, σαν κάποιο αέρινο και φεγγερό ρευστό, και τα μάτια του — τα παράξενα εκείνα μάτια, τα γαλαζοπράσινα, με τις κόρες τις διπλές και τρίδιπλες σαν άνθη και τον ήσκιο ολόγυρα που τραβούσε σα μαγνήτης, — έπιναν κ’ εκείνα τη λάμψη πούτον απάνω στα μαλλιά και στο πρόσωπο της Λιόλιας σαν ήλιος που μεσημεριάζει απάνω σ’ ανθόφυλλα γλυκά.
Μα όχι μοναχά της Λιόλιας και τον Νίκου, παρά ολωνών τα πρόσωπα, γύρω τους και στο δρόμο κάτω, δείχνανε σα σουρωμένα από την ηδονή πούχαν αισθανθή, σα νάχαν κρυσταλλώσει απάνω στα χαραχτηριστικά τους ταυλάκια απ’ τα γέλοια κι απ’ τη χαρά που πέρασαν κι έφυγαν, έτοιμα και γι’ άλλη χαρά, μα και για πόνο ακόμα — γιατί ταχνάρια τους δεν παραλλάζουν ολότελα —
. . Πω — πω — πω! τι μεγάλα κεφάλια είναι τούτα! γατίσια, και σκυλλίσια και γουρουνίσια και μούρες πουλιών και καβούκια από σαλιγκάρια με κάτι σωλήνες για κέρατα που ξεπετιούνται, μια πήχη έξω και πιτσιλίζουν τον κόσμο με κολώνια. . . Νά κι Αραπάδες και Βλάχισσες με μικρά Ελληνάκια! Νά και κάτι λεροφορεμένοι απ’ τη Σιγδίτσα με μεγάλους κουβάδες γεμάτους, νερό φωνάζοντας: «Γάλα καλό — ο — ο!»
. . Κυττάτε την εκείνη εκεί! — μια Κυρία της μόδας με σκούπα για βεντάγια, που σηκώνει τις φούστες της ως τα γόνατα και δείχνει, με χίλια τσαλιμάκια, γάμπες ευζωνικές κι αντρίκια χοντροπάπουτσα λαστιχένια με ταυτιά απόξω. . .
. . Και πάλι αμάξια με ντόμινα και σούστες φορτωμένες με μισόγυμνους ανθρώπους τυλιγμένους σε σεντόνια που πήγαιναν τάχατις στο Φάληρο! — κι ο κόσμος τους φώναζε: «Κρύο! κρύο! μπούζι!» — και πάλι μάσκες και κουρελομάνι και χρώματα και χρυσόχαρτα και λουλούδια και γέλοια και φωνές και χαχαρίσματα και σερπαντέν και σκουντιές και τσιμπιές και πατήματα κάλων και κερατιλίκια και στανιά και «Χαρτί και πόλεμος!» και παλαμάκια που δεν παίρνουν τέλος απ’ την μιαν άκρη του δρόμου ίσαμε την άλλη. . .
Αχ, τι ζωή! τι χαρά! Τι όμορφα που είναι! Τι όμορφα!
Κύτταζε η Λιόλια ολοένα, κύτταζε και δε χόρταινε. Γυάλιζαν τα μάτια της απ' την προσδοκία την άσωστη και στο βάθος τους έκαιγε μία φλόγα πηδοχαρούμενη:
— Δε θα περάση κ’ η γκαμήλα; είπε δειλά-δειλά στο Νίκο σάμπως αυτή μονάχα να της έλειπε από την ευτυχία της —
Την άκουσαν από πίσω κάτι νέοι, που όλη την ώρα μασσουλούσαν πασσατέμπο, και χαχανίζανε με τους σπόρους ακατάπιωτους ακόμα μες το στόμα τους.
Κι ο Νίκος καθόταν εκεί ασάλευτος, στριμωγμένος απάνω της, και δεν ήξερε κι αυτός πούθε τουρχόταν τόση χαρά, τέτοιο γούστο για τους μασκαράδες σαν ποτέ του . . . Φρρ! έκαμε μια κορδέλλα από σερπαντέν και πέρασε μια θηλειά γύρω στα κεφάλια του Νίκου και της Λιόλιας που είδαν κ’ έπαθαν ως να ξεμπλεχτούν . . .
Πήρε φωτιά τότες η Λιόλια κι άρχισε να ρίχνη το χαρτοπόλεμο με τις χούφτες απ’ τη σακκούλα του Νίκου σ’ όποιον περνούσε . . κι ο Νίκος πετούσε σερπαντέν. Τους πήραν κάβο μερικοί κάτω απ’ το δρόμο και τους ρίχτηκαν κι αυτοί με λύσσα. . . Κοντοστάθηκε το ρέμα του κόσμου στο πεζοδρόμιο . . . Δυο φίλοι του Νίκου που περνούσανε μέσα σε μια παρέα τονέ γνώρισαν απάνω στο παράθυρο και σταθήκανε:
— Νίκο! Νίκο! Ψτ! Νίκο! — του φώναξε ο ένας τους, ένα παιδί χοντρομπαλάδικο, άσπρο και κόκκινο με ξανθό μουστάκι σα χρυσαφένιο· και σαν είδε πως ο Νίκος τους ένοιωσε, τούκλεισε το μάτι κατά τη Λιόλια, σα να τούλεγε: «Πού την πέτυχες τη μικρούλα; Καλά τα περνάς εσύ αυτού απάνω!»
— Ελάτ’ απάνω· τους φώναξε κι ο Νίκος, καταχαρούμενος.
Έπιασαν τόπο κι αυτοί στο παράθυρο, πίσω απ’ το Νίκο και τη Λιόλια, και βοηθάγανε γερά στον πόλεμο. Πήραν κ’ έδωσαν τώρα τα γέλοια, γιατ’ ήτανε χωρατατζήδες και με κέφια οι φίλοι του Νίκου και δεν άφησαν ούτε μασκαρά, ούτε αμασκάρευτο να μην τον κοροϊδέψουν.
Προπάντων εκείνος ο «χοντρέλης», καθώς τον έλεγε ο Νίκος που τονέ φώναζε και «κολοκύθα» και «ντολμά», ήτονε σπίρτο μοναχό. Ο άλλος φαινότανε σαν πιο ήσυχος: χλωμός με μαύρα μάτια και κάτι φρύδια ψιλογραμμένα και καμαρωτά, με λίγο μαύρο μουστακάκι σα σκιά και τα χείλια πεταχτά και γυρισμένα καταπάνω, συμπαθητικός πολύ. . — μα σούτον κι αυτός ένα σιγανό ποτάμι! Τα μάτια του δεν ξεκολλούσαν απ’ της Λιόλιας το πρόσωπο, απ’ το ζουμερό κορμί της, απ’ τα καμώματά της όλα. . .
. . Κ’ εκείνη ήτον ίδια παπαρούνα μ’ ανοιγμέν’ ανθόφυλλα, απ' τα γέλοια κι απ’ τη διασκέδαση, ίδια παπαρούνα φλογόφεγγη που δεν ηξέρει τι κόκκινες λαχτάρες ανάβει γύρω της στα χόρτα του κάμπου — στα ψιλόχορτα του κάμπου τι ανατριχίλες σκορπίζει πύρινες. .
Βράδιασε πια κι άρχισε να πέφτη ο κόσμος. . . Τα δέντρα του δρόμου, που μόλις έκαναν πως πετούσαν καινούργια φυλλαράκια, ήτονε σαν αλευρωμένα, με τις κορδέλλες απ' τα σερπαντέν μπλεγμένες στα κλαδιά τους — λες κ’ είχαν τώρα δα σηκωθή απ’ τον ύπνο με τα μαλλιά τους στα χαρτιά για κατσαρά. Άρχισε να βαραίνη τώρα ολόγυρα η λύπη που τη σέρνει πίσω του το κάθε γλέντι, η κάθε δυνατή χαρά — —
— Ο ήλιος έκατσε, δεν πάμε να κάτσωμε κ’ εμείς σε κανένα ζαχαροπλαστείο; ξεροστάλιασα στα πόδια μου! — είπε ο «χοντρέλης» που τον έλεγαν Περικλή κ’ ήτονε μαραγκός.
Κ’ έτσι έφυγαν όλοι μαζί, αφού πρώτα ηύραν και χαιρέτησαν και τη θεια Ελέγκω πούτονε χωμένη μέσα στο γυναικομάνι και γλωσσοκοπανούσε . . . Τους θύμησε η Θεια Ελέγκω, του Νίκου και της Λιόλιας, να μην αργήσουνε να πάνε σπίτι και να της φιλήσουν και τη Βεργινίτσα. . .
Κάτω στο δρόμο ο κόσμος είχε σκορπίσει και κυλιότανε γλήγορα κατά πάνω και κάτω σα νερό που ξετρέχει σ’ ένα δίχτυ από αυλάκια, τόνα μέσα στάλλο . . . Φώναζαν οι πουλητάδες: «Πασσατέμπο! Φυστίκια αρμυρά!» . . . «Αρωματικόν Σέν-Σέν, πάρτε να μοσχοβολάτε — μια πεντάρα!» . . . «Μπανανούτσες! μπανανούτσες απ’ την Αμέρικα!» . . . «Μαστίχα! καλή μαστίχα για τα παιδιά!» — και περνούσε αψηλό το κοντάρι με το στριφογυριστό μαντζούνι τάσπρο και τριανταφυλλί. . . Μασσουλούσαν οι γυναίκες και τα παιδιά καθώς πηγαίνανε στο δρόμο και τα τσέφλια απ' τα φυστίκια που πατιόντουσαν κάνανε σα στράκες και σαν πιστολάκια! . . . Αγόρασε κι ο Περικλής μια δεκάρα Σέν-Σέν και μοίρασε σ’ όλους. . .
Στο ζαχαροπλαστείο στην Ομόνοια που πήγανε, ως πού να τους σερβίρουνε, με τόσον κόσμο πούχε μαζευτή, νύχτωσε.
. . Όσην ώρα μείνανε, δεν έπαψε ο άλλος φίλος, ο χλωμός και συμπαθητικός, πούτον τυπογράφος και λεγότανε Μίμης — κι όλο κύτταζε μ’ ένα βλέμμα βαθύ κι αλλοιώτικο τη Λιόλια — να του πιπιλίζη του Νίκου το μυαλό για έναν «οικογενειακό χορό» που θα γινόταν απόψε στις εννιά στο χοροδιδασκαλείο τους στην Καπνικαρέα, που πήγαιναν ταχτικά από παιδιά με το Νίκο. Είχανε λέει μοιρασμένα πάνω από εκατό εισιτήρια και κανένα σχεδόν δεν τους επιστράφηκε — «. . και να δης και τάλλο, πρόσθεσε, που δεν έχει ματαγίνει: εξόν απ’ τοργανέτο φέραμε και βιολιά, ένα πρώτο, δυο δεύτερα, μια βιόλα, ένα κοντραμπάσσο και δυο μαντολίνα για να παίζουν τα βαλς. («Χοντρά τα κόβει!» είπε μέσα του ο χοντρέλης.) Ξέρεις άλλο πράμα να σου το λέω κι άλλο να χορέψης με τα βιολιά: πετάει η ψυχή τανθρώπου! Θάναι τρέλλα! . . . Ο Δάσκαλος λέει πως αυτός ο χορός θα μείνη στα χρονικά της πρωτευούσης! — Όχι γι’ άλλο τίποτα, μόνο για να ευχαριστηθή κι ο Δάσκαλος, που σ’ αγαπάει τόσο και σ’ είχε πάντα τον καλύτερο, πρέπει ναρθής απόψε με τη Δεσποσύνη απ' εδώ, καθόσαστε λιγάκι και φεύγετε. . .»
Κι ο χοντρέλης ο Περικλής απ’ την άλλη τη μεριά βόηθαγε κι αυτός, λέγοντας πως μια και βρέθηκαν όλοι μαζί, έπρεπε ο Νίκος να μην τους χάλαγε το χατίρι, αφού μάλιστα κ’ η Δεσποινίς ήθελ' ευχαριστηθή πολύ — όσο δεν το φανταζότανε. . .
Η Λιόλια έτρωγε την πάστα της, κόβοντας με το κουταλάκι μικρές-μικρές μπουκίτσες, μα ταυτί της τόχε στην ομιλία του χορού. Σαν άκουσε να την ονοματίζουν για να πήγαινε στο χορό, έσκυψε το κεφάλι της ίσαμε το πιατάκι κι άλλαξ’ εκατό χρώματα —
Ο Μίμης, που όσο μιλούσε της έρριχνε κι από μια ματιά κατάμαυρη και γυαλιστερή και την κύτταζε ακόμα με τα πρισμένα χείλια του τα ηδονικά, είπε τότε:
— Σας αρέσει ο χορός Ματμαζέλ; Βάζω στοίχημα, θα χορεύετε σα νεράιδα! Σας αγκαζάρω απ' τα τώρα για ένα βαλσάκι. . . Ελάτε, πέστε δα κ’ εσείς του Νίκου να σας κάμη τη χάρη! . . για ένα γυράκι μονάχα. . . Φεύγετ’ αμέσως! . . .
Η Λιόλια όλο και ξεροκοκκίνιζε κ’ έμενε σκυμμένη . . . Με μιας σήκωσε ταθώα και γλυκά της μάτια που οι κόρες τους ήτανε χρυσαφένιες σαν τα τζίτζιφα και κολυμπάγανε μες το ασπράδι, το υγρό και μπλου, σα μέσα σ’ ένα πέλαγος αυγινό, σε κάποιον ουρανό χλωμό. . — κι ανεβασμένες στα μεσούρανα απόμεναν κρυμμένες ως τη μέση κάτω απ' τα ματόφυλλα, σα να δειλιάζανε να χύσουν όλο τους το φως —
. . Σήκωσε τα χρυσά της μάτια η Λιόλια κατά το Νίκο, μα δεν είπε τίποτα, παρά, λες και τρόμαξε απ’ την αντιφεγγιά που είδε να πέση στου Νίκου το πρόσωπο, ξανάσκυψε απάνω στο πιατάκι της. . και ψάρευε κάτι ψιχουλάκια με την άκρη του κουταλιού της. . .
— Θέλεις, Λιόλια, να χορέψης λιγάκι; την αρώτησε ο Νίκος.
Αυτή ξανακοκκίνησε ως μέσα στα μάτια κ’ έκανε με το κεφάλι «όχι».
— Δε θαργήσωμε — ξαναείπ’ ο Νίκος που με τις ματιές του αγκάλιαζε την πορφυρή της επιθυμία, την άλαλη, κ’ έπαιρνε κι ο ίδιος φωτιά, σα να του φαινόταν τώρα ο χορός αυτός ο μόνος σκοπός της ζωής του. — Είν' η κυρία Ευρυδίκη κοντά στη Βεργινία και της είπα να μη φύγη πριν να γυρίσωμε. . .
Ξανασήκωσε. η Λιόλια το κεφάλι της και κύτταξε το Νίκο κατάματα. . . Τι να τους έλεγαν τω ματιών του εκείνα της τα μάτια! — Τους έλεγαν; «Αχ! θέλω, θέλω! κι ας ήναι για ένα γύρο μοναχά — τόσο πολύ ταποθυμώ που μετά θάθελα να πέθαινα! . . . Κύριε Νίκο! Κύριε Νίκο! σκότωσέ με, αν θέλης μα πάρε με μαζί σου! Δε χόρεψα ποτέ μου σε χορό αληθινό, παρά μόνο μια φορά, τόσο δα λιγάκι, στο σπίτι μιας φιλενάδας μου που ήμουνα μικρή, πολύ μικρή — μα δεν μπορώ να το ξεχάσω. . .»
Αυτό τούλεγαν του Νίκου τα μάτια της. Μα ο Νίκος άκουγε κι άλλα δικά του μαζί μ’ εκείνα που τούλεγε η Λιόλια. . κ’ ήτον τόσο τρομερά απ’ την πολλή τους γλύκα αυτά που άκουγε, τόσο αβάσταχτα, που πετάχτηκε απάνω ορθός —
— Πάμε, πάμε! είπε, τινάζοντας τα ψίχουλα απ’ το πανωφόρι του. Δε χάνεται ο κόσμος για ένα γύρο. . . Ας ήν' καλά οι Κύριοι που μας βάλανε στα αίματα. . .
Φώναξαν οι δυο φίλοι, καταχαρούμενοι, το γκαρσόνι και πλέρωσε ο Μίμης και βγήκαν έξω όλοι μαζί βιαστικοί, αφήνοντας να προσπεράση η Λιόλια που βαστούσε ένα ροζ σαλάκι στο χέρι και πήγαινε με την τραγιάσκα της την μπλε-μαρέν σαν ονειρεμένη. . .
Μόλις κάμανε λίγα βήματα, θυμήθηκαν πως έπρεπε να μασσήσουν και μια στάλα, πριν απ’ το χορό.
— Τι, με μια πάστα θα με περάσετε! είπε ο χοντρέλης γελώντας.
— Θες να φας τίποτα, Λιόλια, ρώτησε ο Νίκος.
Μα δεν ήθελε η Λιόλια: είπε που δεν πεινούσε.
— Πάμε, πάμε! — φώναζαν οι φίλοι κ’ έπιασαν το Νίκο απ’ το μπράτσο, ο καθένας από μια μεριά, και τον τραβούσαν. . .
— Ένα μεζεδάκι κ’ ένα κρασάκι! είπε ο χοντρέλης. Ας μη φάη η δεσποινίς Λιόλια, τρώμε εμείς το μερδικό της, ας τσιμπήση μοναχά λιγάκι. . .
— Όλο και τσιμπήματα βλέπω έχεις στο νου σου, έκαμε ο άλλος, με τανασηκωμένα χείλια — ο συμπαθητικός ο Μίμης, ο κιτρινόμαυρος, που υπόφερε ο άνθρωπος πολύ απ’ την ομορφιά των κοριτσιών. . .
Γέλασαν κ’ οι τρεις νέοι, κυττάζοντας κρυφά — ο καθένας χώρια κι αλλοιώς και για λογαριασμό του — τη Λιόλια που πήγαινε δυο βήματα μπροστά ντροπιασμένη, τη Λιόλια που πήγαινε στο χορό, σκυφτή απ’ τη χαρά της πούτανε μεγάλη σα λύπη . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Άργησαν πολύ στο «Ξενοδοχείον και Οινοπωλείον Παντός Έθνους» μέσα στου Καλαμιώτη που ξεπέσανε μόλις βγήκαν απ' την οδόν Αγίου Μάρκου — —
Κάτι σκαλιά κατέβαιναν κάτω . . .
Ήταν αρκετοί εκεί μέσα και κύτταζαν κατά το μέρος των νέων με το ντροπαλό κορίτσι. . .
Δεν ήθελε να φάη η Λιόλια — μόνο έκανε σβόλους με το ψωμί που τότριβε ανάμεσα σε δυο της δάχτυλα και με την παλάμη απάνω στο χοντρό τραπεζομάντιλο, το λεκιασμένο, που θάτονε μια φορά άσπρο. . . Με τα πολλά πήρε κ’ έφαγε έν’ αυγό σκληρό μ’ αλάτι και χοντροκομμένο πιπέρι και τσίμπησε μια πηρουνιά φρικασσάδα απ’ το πιάτο του Νίκου. . . Με χίλια στανιά νακκουμπήση τα χείλια της σ’ ένα δάχτυλο ρετσίνα που της έβαλε στο ποτήρι ο Μίμης και πούλεγε ο Νίκος, σα μερακλής που ήτον, πως ήτονε φίνα γιατί «έκανε άμμο».
Τη διαλαλούσε τη ρετσίνα του τραγουδιστά ο κάπελας κοντά στην πόρτα, καθώς έπιανε στόνα χέρι πέντε-πέντε μαζί τα ποτήρια όπου γράφανε στον πάτο: ΠΙΕ ΤΟ ΟΛΟΙ και τα ξέπλενε με κρότο απάνω στον τζίγκο του μπάγκου του και τα γέμιζε πεντάρικα και δεκάρικα απ’ τα εκατοστάρια και τις μισές π' ανέβαζαν ακατάπαυτα οι μπακαλόγατοι απ’ το υπόγειο, γκρεμοτσακιστά με ποδοβρόντι στην ασκάλα:
«Πώ — πω — πω! μωρ' τ’ είν' ετούτη! —
Μέλι — γάλα — και μπαρούτη! . . .»
Το «γκαρσόνι» σα να πούμε — ένα παιδί γιομάτο και κοκκινομάγουλο, με τα μανίκια του ποκαμίσου του ανασκουμπωμένα με τα λάστιχα και μπροστά του μια σκούρη ποδιά δίμιτη που έσταζε απ’ τη βρώμα — μόλις έκανε από ’να θέλημα στα διάφορα τραπέζια και πάλι ερχόταν κοντά κι ακκουμπούσε το χέρι του με τα χοντρά κόκκινα δάχτυλα, τα πρισμένα απ' τις χιονίστρες και μαυρονυχάτα, στην άκρη του τραπεζιού τους και τους κύτταζε πούτρωγαν και τη Λιόλια που δεν έτρωγε. . κι άκουγε τις κουβέντες τους και τη Λιόλια που δε μιλούσε. . και γελούσε μ’ όλο του το πρόσωπο. . .
Πέρα σ’ ένα τραπέζι άστρωτο τραγουδούσαν κάτι παιδιά εργατικά: «Τρυγώνα μου περήφανη! . . .»
Απ’ την άλλη μεριά, εκεί που βάθαινε το μαγαζί, πίσω απ’ την καμάρα, τρεμοστέναζε σιγαλά μια κιθάρα που τη βαστούσε στα γόνατά του ένας ναύτης σκυμμένος τρυφερά απάνω της. Ένας σκαπανέας με τα μαλλιά του «σεϋμούρ» και έν' άλλο «παιδί», πολίτης, με το παλτό ριχμένο στην πλάτη και τη σταχτιά ρεμπούπλικα με τα δυο δάχτυλα — θλίψη στο κεφάλι πίσω, να παίρνη αέρα η αφέλεια, καθόντουσαν κοντά του στο μακρύ τον μπάγκο μπρος το τραπέζι, με τόνα χέρι στο ποτήρι, και λέγανε με σεκλέτι και μεράκι, κυττάζοντας ο ένας τον άλλονε στο στόμα: «. . . που είναι άσπρη και — αι παχειάαα! . . .» — «Άιντε ρε και το σκότωσες!», είπε, καμμιά φορά, κόβοντας το βλαμάκη του, ο πιο τεχνίτης. . .
Και μέσ’ από το βόμβο που έκαναν τα τραγούδια κ’ οι κουβέντες, με τις γροθιές χτυπητές στα τραπέζια, και τα καπάκια των τεντζερέδων και τα μαχαιροπήρουνα, που τα ρίχνανε σωρό μες το θερμό, και το ψωμομάχαιρο πούκοβε τα πεντάρικα και τα δεκάρικα ψωμιά και τα μισοκάρβελα απάνω στη σανίδα, και των μουστερήδων οι παραγγελίες κ’ οι φωνές των σερβιτόρων που ξεφώνιζαν απ’ την άλλη άκρη τη «μια στιφάδο!» και τη «μια πατάτες γιαχνί!» και το «ένα κουνουπίδι!» και «οι μαρίδες να γίνη ζωμόν!» και «πιάσε μία κούπα αποσταμένο», καθώς τόθελαν οι παλαιοί οι μερακλήδες, και τις «μισές» και τις «οκάδες» για τους κρασοπατέρες, ξεχώριζε κάθε λίγο, σαν του κόκκορα ο ψαλμός μέσ’ απ’ τη χλαλοή του κοτετσίου, το διάτορο και καμπανιστό λιανοτράγουδο του κάπελα:
«Πω — πω — πω! μωρ' τ’ είν' ετούτη! —
Βάζει δόντια του φαφούτη! . . .»
Τι απλή που φαινόταν η ζωή, τι ζεστή και τι γλυκειά ανάμεσα σ’ αυτούς τους αφελείς ανθρώπους!
Δεν ήπιατε ποτέ σας γάλα απ’ το βυζί της αγελάδας; Δεν ήπιατε ποτέ σας νερό απ' τη δασοκρήνη που σιγοκελαϊδεί μέσα στα πολυτρίχια; Δεν καθήσατε στο ησκιερό κατώφλι, αποσταμένοι απ’ την ανηφοριά του δρόμου; Κάτω απ’ τον πεύκο δεν εγείρατε τον αγαθό, που απλώνει τα γέρικα του κλώνια με τις τρεμοβελόνες, τις ηλιοστάλαγες κι ανεμοτραγουδίστρες να σας περισκεπάση απ' το κακό του Κόσμου; — Έτσι αισθάνεται όποιος περνάει απ’ της ζωής αυτής το μονοπάτι. Έτσι αισθανόνταν κ’ οι τρεις οι νέοι εκεί που τρώγανε με τη Λιόλια στο πλευρό τους, στο μαγαζί που απηχούσε απ’ τα τραγουδάκια και τις κουβέντες των εργατικών παιδιών κι απ’ του κάπελα τον κοντό ψαλμό για τη ρετσίνα . . και γι’ αυτό παρακάθησαν κοντά στη ρετσίνα «πούκανε άμμο» και δεν το κατάλαβαν πως ήτον κοντά δέκα η ώρα σαν κινήσανε για το χορό τους στο χοροδιδασκαλείο της Καπνικαρέας . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Από κάτω, απ' τη σκάλα που ανέβαιναν, ακουγόταν τοργανέτο πούπαιζε και το σύρσιμο των ποδιών που χόρευαν. . .
Όταν άνοιξαν την πόρτα για να μπούνε στη σάλα που μαύριζε από κεφάλια σαλευούμενα, χύθηκαν έξω μαζί με μια ζεστή μπούχα και τους αγκάλιασαν οι χαρούμενοι ήχοι της «Μικρούλας», που όλος ο κόσμος την τραγουδούσε τότε και δεν ήτον οργανέτο που να μη σαλτάριζε τσιριχτή μέσ’ απ’ την κοιλιά του και μόρτης που να μη σφύριζε, με τα χέρια βαθιά στις τσέπες, τον πρόσχαρο σκοπό της . . .
Μερικοί νέοι, που στεκόντουσαν κοντά στην πόρτα, τραγουδούσαν τα λόγια, εκεί που χόρευαν οι άλλοι, και κρατούσαν το τέμπο με το πόδι:
Να η Μικρούλα!
Να η Μικρούλα! να! –
Αυτή που έρχεται,
Η παχουλή — ή!
Να η Μικρούλα!
Να η Μικρούλα! μπουμ! —
Αυτή που έρχεται
Η στρουμπουλή! μπουμ·μπουμ! — —
Έτσι ταλλάζανε για πιο αστείο και σε κάθε «μπουμ» δος του μια με το τακούνι. . .
Η Λιόλια που δεν έβγαινε απ' τα ξεροκοκκινίσματα, μόλις το πήρε ταυτί της έκαμε να φύγη, γιατί θάρρεψε πως γι’ αυτήν τόλεγαν οι νέοι. Ο Νίκος και οι φίλοι του ξεκαρδιστήκανε στα γέλοια. . .
Ήρθαν και τους πήραν τα καπέλλα και τα παλτά τους. Ο Δάσκαλος τους χαιρέτησε με χαρά και μόνο που δεν τονέ φίλησε το Νίκο: «Μωρέ κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε! Μωρ' τι γίνηκες Νίκο! . . .» Καλωσόρισε και τη Λιόλια σφίγγοντας της το χέρι με μεγάλη φιλία. . .
Αχ, βιολιά, βιολιά! γλυκά βιολιά!
. . Και δεν είδε πια τίποτ’ άλλο η Λιόλια γύρω της, ούτε τις μυρσίνες πούτανε στολισμένα τα κάδρα του Βασιλέα και της Βασίλισσας, του Διαδόχου και της Σοφίας, ούτε τις μικρές σημαίες που κρέμονταν απ’ το ταβάνι σε σκοινιά τεντωμένα, ούτε τα ζευγάρια, μασκαρεμένοι και αμασκάρευτοι μαζί, που χόρευαν την πόλκα, άλλοι στρωτή γερμανικά, άλλοι πηδηχτή γαλλικά, κι όλοι με τόσο πάθος και χτυπώντας απ' την πολυκοσμία τις πλάτες ο ένας απάνω στον άλλονα σαν ξαπολυμένες βάρκες σ’ ανεμόδαρτο λιμάνι. . . Μόνο τα μάτια του Νίκου είδε που της έφεγγαν ως μέσα στο στήθος, σάμπως του χορού ο σκοπός κ’ η γλύκα να τους είχανε ρίξει μέσα σπίθες κρυφόχαρες κι αυτές να γινήκανε φλόγες ξεπεταχτές κι αγκαλιάστρες και φέγγος απαλό — είδε το φέγγος των ματιών που την αγκάλιαζε κ’ είδε και τα δυο τα χέρια να σιγοτρέμουν ανάερα για να την αρπάξουν. . και τους συνεπήρε το ρέμα το φρενιασμένο και ψυχοπλάνο του σκοπού του χορευτή — όπως ένας άνεμος ζεστός, περνώντας απ' το λιβάδι, ξεσέρνει τις γλυκειές τις πεταλούδες. . .
Πώς χόρευ' η Λιόλια με το Νίκο! . . .
. . Σαν κάνανε εκείνα τα λίγα βήματα «φεν-ντε-σιέκλ» στις στροφές, εκεί που γώνιαζε η σάλα, έπεφταν κ’ οι δυο μπροστά μ’ όλο τους το κορμί, με τα κεφάλια κάτω, σα να θέλανε να γκρεμιστούνε χεροπιασμένοι σε μιαν άβυσσο ευτυχίας, σε μια θάλασσα, κάτω βαθιά, με κύματα γλαυκά και σαν αξύπνητα που μόνο το τραγούδι τους έφθανε ως απάνω. . . Πατ! — πατ!! πατ!!! — — χτυπούσε το πόδι του στα τρία βήματα τόνα πιο χτυπητό από άλλο, ο Νίκος, σαν το νέο το άλογο, από υπερδύναμη ζωή κι αβάσταχτη χαρά. . . κ’ έπειτα έκανε μια γλήγορη στροφή και γύριζε κατά πρόσωπο της Λιόλιας να τη δεχτή στο στήθος του. . . Κι αυτή έπεφτε απάνω του με μια κίνηση σα λυμένη, όλο πάθος και παράδοση, χυνότανε, μ’ ένα σκέρτσο αλλοιώτικο, απ' το πλάι μ’ όλο το κορμί της και το στήθος μπροστά, το απαλό και ζεστό, που έπαλλε απάνω στο δικό του, μέσα στα χέρια του . . .
Δε φορούσε σήμερα το στενό της το πολκάκι, η Λιόλια, με τη σειρά κουμπάκια: είχε βάλει τη φουστίτσα της τη σταχτιά από αλπαγά, κοντή-κοντή, μ’ ένα ποκαμισάκι κρεμ μαλακόχυτο όλο σούρες, που της άφηνε το στήθος ελεύθερο, και στη μέση μια ζώνη μουσαμαδένια κι αυτή σταχτιά· και πίσω στα μαλλιά της είχ’ ένα φιόγκο από κορδέλλλα μεταξωτή σκούρη πορτοκαλλιά, πούκανε σα μιαν απόχρωση των μαλλιών της των καστανών που χρύσιζαν . . . Χρύσιζαν τα μαλλιά της μες τα φώτα σα μάλαμα παλιό ζεστόχρωμο και τα σγουρά τους ταναφυσούσε ο απαλόθερμος αέρας όπως η αύρα αναφυσάει τα ψιλόχορτα του κάμπου. . . Τα μάτια της έλαμπαν! Ήτονε ροδοκόκκινη κ’ ιδρωμένη σα νάτρεχε στους ήλιους κ’ έτσι έμοιαζε ρόδο που ό,τι έχει ανοίξει μ’ όλα του τα φύλλα ένα μεσημέρι του Απρίλη. Μα το στόμα της έκανε μια καμπύλη σαν κλάμα και δεν καταλάβαινες πως γέλαγε παρ’ απ’ τη γλύκα που φώλιαζε σε κάτι λακκάκια και μέσα στις γωνιές των χειλιών της κι απ’ τα μαργαριτάρια που φέγγριζαν ανάμεσα στων χειλιών της τα υγρά κι ανοιγμένα ανθόφυλλα.
. . Κι ο Νίκος έσκυβε απάνω στα μαλλιά της: το πρόσωπό του ήτονε χλωμό σα να φωτιζόταν από μέσα και στη χλωμάδα αυτήν τα μάτια του ξεχώριζαν ακόμα πιο σκούρα μες τα ματόκλαδα, σα βαθύ νερό σκιασμένο από κλαριά. . .
. . Κάθε φορά που την άρπαζε τη Λιόλια σαν απ’ τον εαυτό της χαμένη στην αγκαλιά του, έσφιγγε τα χείλια του για να μην πετάξη η άχνα της ψυχής του, ξεροκατάπινε με το καρύδι πηγαινοερχάμενο από κάτι αλάλητο που τούκανε το σάλιο κόμπο και τούκλεινε το λαιμό, έρριχνε πίσω το κεφάλι, σάμπως να του ταρπάζη ο πόθος αποπίσω, στα δυο του τα χέρια, και να του το γύριζε τανάστροφα φιλιώντας του το στόμα. . .
« Παντεσπάνι! Παντεσπάνι!» — φωνάζανε μερικοί πούχανε βαρεθή πια να περιμένουν την πόλκα να τελειώση για να βρουν κι αυτοί ντάμα. Από ντάμες δα άλλο τίποτα, καθιστές γύρω στους καναπέδες, μα νά που έτυχε να χορεύουν όλες οι όμορφες κ’ οι καλύτερες χορεύτρες . . και δεν πάνε στα κουτουρού οι χορευταράδες, μόνο κάθονται να δουν πρώτα κ’ έπειτα διαλέγουνε.
— Δεν έχει παντεσπάνι! είπ' ο Δάσκαλος, μπαγιάτεψε πια κ’ έγινε παξιμάδι. — Βάλ' τη «Ρεζάν», Μηνά! — φώναξε του παιδιού που γύριζε τοργανέτο.
. . Και πάλι, χωρίς να ξαποστάσουνε μια στάλα, έσυρε ο Νίκος τη Λιόλια. . . Να βλέπατε το πόδι του το νεανικό κι αντρίκιο, το χαριτωμένο μαζί και δυνατό, που ξέχωρα φανέρωνε το πλάσμα το πλουσιόβλαστο κι ανθισμένο πούτον ώρα του τώρα να καρπίση — πώς πατούσε το σανίδι ολόσωμο, ριζώνοντας το νέο δεντρί, και σηκωνόταν πάλι ανάερο μ’ ένα τίναγμα ελαστικό και πάλι έπεφτε, στριφογυριστό στον αστράγαλο, βαστάζοντας όλο το κορμί στις μύτες του κ’ έρριχνε γοργότρεχο τη φτέρνα πίσω και γλυστροσερνότανε σα χέλι — λες κ’ είχε ζωή ολόδικιά του και χαρά — το πόδι! . . . Μα κι όλο τάλλο το κορμί: τα μπράτσα κ’ οι ώμοι, οι πλάτες, η μέση κι ο λαιμός — τι τέλεια κι αρμονικά πούχαν τα κουνήματά τους, χώρια το καθένα και τόνα μέσα στάλλο και πάλι όλα μαζί — σα να φιλιούνταν αναμεταξύ τους, σα νάνθιζαν τώρα δα, ξαναγεννημένα σ’ ένα λουτρό χρυσόρρευστο από φως και ηδονή, σε ζωή τρισμάκαρη . . .
Και η Λιόλια — το κοριτσάκι με το κοντοφούστανο τανεμιστό, με τα τρεμόχαρα στηθάκια που κρυφοζούσαν μες ταέρινο ποκαμισάκι ίδια χλωμά ροδάκινα κάτω απ’ τη φυλλωσιά στο βραδυνό ταγέρι, με τα χείλια σα στόμα λουλουδιού που σιγανοίγει να φιλήση τον ήλιο — έπεφτε απάνω του σαν ένα πράμα λευκό κι απαλό, σαν πιτσούνι άσπρο που με τα πούπουλά του τού σκέπαζε το νου. Έτσι έλυωνε του Νίκου η ψυχή κι όλο το κορμί του άνοιγε σε μύρια στόματα για μύρια το καθένα του φιλιά. . . .
Κι όχι μονάχ’ αυτοί οι δυο. Ολ' αυτά τα κορμιά που στριφογύριζαν αγκαλιαστά — το κάθε ζευγάρι σα μέσα σ’ ένα δικόν του σίφουνα μεθυσιού και φρένας — ζούσαν τώρα μιαν άλλη ζωή, τόσο βαθειά, που άγγιζε σχεδόν με πόνο την ψυχή τους, με γλυκό σφάχτη, κ’ έπαιρνε τη λάμψη της και τη φορούσε κ’ έφεγγε. . .
— Το «μαρινάτο!» το «μαρινάτο!», φωνάζανε τώρα μερικοί που δεν χόρευαν άλλο παρά βαλς (έτσι τόχε βγάλει ένας δεκανέας των Πυροσβεστών από το άχτι του, γιατί όλο αυτό κοπανούσανε στα χοροδιδασκαλεία και δεν μπαγιάτευε ποτέ του σα το μαρινάτο ψάρι) —
— Όχι! Όχι! «Τα παιδάκια»! — πολεμούσαν άλλοι να τους μουλώξουνε με τις φωνές τους — Όχι το «μαρινάτο!» Όχι! Ό — οχι! «Τα παιδάκια»! «Τα παιδάκια»! και δυο-τρεις αρχίσανε τα τραγουδάνε δυνατά, για να μην τους περάση το πείσμα εκεινών:
Τα παιδάκια μου, γι’ ακούστε
να σας πω μια συμβουλή! . . .
Έξαφνα χτύπησ’ ο Δάσκαλος τα χέρια κ’ έπαψε τοργανέτο κ’ έπιασαν τα βιολιά (Να λοιπόν πούτον αλήθεια όταν τόλεγε ο Μίμης!). . .
Πώς περνάει, το καλοκαιριάτικο μεσημέρι, ένα φρίκιασμα πάνω απ’ τα φύλλα του δάσους. . μ’ ένα θρόισμα μυριόφωνο βαθύ σαν από κάποια θάλασσα αλαργινή, βαρυστέναγη; — έτσι πέρασε μιαν ανατριχίλα αλάλητη πάνω απ' όλα τα κορμιά τα ολόθερμα με το πρώτο κατέβασμα των δοξαριών, πούβγαλαν κάτι τραβηγμένους ήχους βαθιούς και στριγγούς μαζί. . . Φως κάτασπρο στις αμίλητες πέτρες, γέλοια των κυμάτων στην αμμουδιά, των άγριων περιστεριών γέλοια στις δέντρινες κουφάλες, σίδερο πληγωμένο που ξεφωνίζει, ρόδα μαυροπόρφυρα του πόθου και ήσκιος σε νάρκη βαθιόμαβια με τις φτερούγες ριχμένες πάνω απ’ το κεφάλι — και σαν τι δε μοιάζουν οι λαχτάρες των χορδών! . . . Και με τη γοργάδα και το θάμπωμα της αστραπής που σχίζει μαυρόγυαλον ουρανό, έπεσαν οι ήχοι αυτοί στων ανθρώπινων κορμιών το πιο βαθύτερο «είναι» και ξέσυραν, αποσχίζοντας τις ίνες της ψυχής, κάτι ολάνθιστο, με σπαραγμό μαγευτικό . . κ’ έπειτα χύθηκαν τις πλάτες κάτω τις ζεστόχνουδες, φως ανατριχιαστό, και σιγοστάλαξαν κόμπο-κόμπο στα στήθη σαν κάποιο υπέργειο μύρο τραγουδιστό που σε λιγάκι ξεχείλισε, έγινε πέλαγος. . .
Τσιριχτές φωνές έβγαζαν τα νέα παιδιά, γιατ’ οι καρδιές τους πνίγονταν από ηδονή, Αχ, από ένα μεγάλο κύμα ηδονής. . . Κ’ εκείνοι ακόμα πούχαν αποστάσει να χορεύουν και πηγαίνανε να καθήσουν, ξαναπετάχτηκαν απάνω και ζευγαρώθηκαν πάλι στο φτερό και ριχτήκανε μες του χορού το κύμα. . .
Το σγουρό μαλλί του Νίκου που τούσκιαζε το μέτωπο, στεκόταν ανάερο. . άσπρο το μέτωπό του, λαμποκοπούσε μυστικά σαν κάποιο αρχαίο μάρμαρο που αστράφτει ηλιοφιλημένο ψηλά σ’ έναν έρημο κάβο, κυττάζοντας τη θάλασσα. . .
Η Λιόλια κάθε φορά που μες την αγκαλιά του Νίκου περνούσε κοντά απ’ τα βιολιά, της φαινόταν πως παίζανε για χάρη της πιο δυνατά, με πιότερο πόθο παίζανε, με πιότερη φρένα γλυκερή — γι’ αυτήνα μοναχά πια βαθιά και πιο επίμονα ξέσερναν τις φωνές τους, σα να θέλανε να την κάμουν κάτι να πιστέψη:
«Νέα είσαι κι όμορφη κ’ ευτυχισμένη!» — της έλεγαν. . . Μα όχι αυτό μονάχα: κάτι άλλο πιο γλυκά ακόμα κι από της ομορφιάς την ευφροσύνη και της νιότης κι απ’ το καθετί στον κόσμο, κάτι άλλο πιο αβάσταχτο θέλανε να της ειπούν — που δεν το πίστευε. . και μεθούσε απ’ την πολλή χαρά της – ενώ δεν το πίστευε! . . και της έρχονταν τα δάκρυα απ' την ευτυχία — γιατί κόντευε να το πιστέψη! . . .
Αχ, βιολιά, βιολιά! γλυκά βιολιά! — σφάχτες της ψυχής! Τι μας κάνετε εμάς των νέων!
Μαγεμένες είν' οι χορδές σας, οι βγαλμένες απ’ τα ωραία ζώα που σιγοπερπατούνε στις χορταριές τις κρυφομύριστες απ’ το χαμόμηλο και τον άγριο δυόσμο (. . τα είδατε πώς κυττούνε, θλιμμένα από της ζωής την ομορφιά;) . . . Γλυχοποτισμένες είν’ οι χορδές σας με της ζωής την όμορφη τη θλίψη. . , Όλα τα παλιά τραγούδια των νέων που έζησαν και τώρα έχουνε σβήσει για πάντα και τα δάκρυα απ’ τον παλιό καιρό, εσείς τα τραγουδάτε, βγάζοντας τα μέσ’ από το χάος της ζωής και μέσ’ απ’ την ψυχή μας. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .