WeRead Powered by ReaderPub
Η Κερένια κούκλα: Αθηναϊκό μυθιστόρημα cover

Η Κερένια κούκλα: Αθηναϊκό μυθιστόρημα

Chapter 6: Ο κάμπος με τα λούλουδα
Open in WeRead

About This Book

The novel follows a young couple in Athens whose daily life is marked by poverty, domestic toil and a quietly deepening illness that drains the wife's youth and strains their affection. Through detailed scenes of household chores, neighborhood streets and small labor, the narrative traces the wife's weakening body and the husband's changing gaze as neighbors and social ambitions intrude. Themes include the transience of youth, the erosive effects of work and social ascent on intimate bonds, and a mournful meditation on fate and small sorrows that accumulate into inevitable loss.

Όταν ήρθ' η καντρίλλια, οι φίλοι του Νίκου βρήκαν ευκαιρία να ζητήσουν της Λιόλιας ο καθένας τους κι από ένα χορό. Ο Μίμης της θύμησε πως την είχε αγκαζάρει για ένα βαλς κ’ ήτον αυτό, είπε, πουρχόταν τώρα. Δεν πρόφθασε νανοίξη το στόμα της και πάλι τους χώρισε το ρέμα. . .

Τι εξαίσιο πράμα ωστόσο αυτές οι καντρίλλιες! — ίδια η ζωή! . . . Σαν κάποιος μάγος κ’ εξορκιστής ο Δάσκαλος χτυπούσε τα χέρια του ξεφωνίζοντας λόγια παράξενα που μοιάζανε γητέματα και ξόρκια: «Μπαλανσέ — βο — νταμ!» — «Σασσέ — κρουαζέ!» — και περνούσαν τα γυναικεία λουλούδια μπρος απ’ των αγοριών τα μάτια που μεγάλωναν πιο φεγγερά από πρώτα . . και σελάγιζαν, πάνω από τάνθινα κεφάλια, του αγορίσιου πόθου τάστρα, του πόθου του κυπαρισσένιου — γιατ’ ίδια νέα κυπαρίσσια ταγόρια αψηλοστέκουνε στυλωμένα σ’ ολοστρόγγυλους και δυνατούς δίδυμους κορμούς. . . «Φραππέ»! — κ’ ήτον ο θρίαμβος της Χαράς και της Ζωής: Α! να τις που περνούν κ’ οι δυο αγκαλιασμένες (τι σπάνιο πράμα!) μέσ’ από μια θάλασσα ανθρώπινη, πολύβουη απ’ τάσπρα χέρια που χτυπιούντ’ αναμεταξύ τους σαν αφρισμένες κυματοκορφές, απάνω σ’ ολόχρυσο άρμα, ζεμένο σε λευκό τέθριππο σαν από φως γενάμενο κρέας, και με την ίδια τη θεά την Ήβη πίσωθ' ορθή για Νίκη που κρατάει τα χρυσά στεφάνια. . . «Σαιν»! — και γύριζε η αλυσσίδα η ζωντανή, δεμένη και λυτή, περνούσε σαν άνθινο όνειρο που δε σβήνει, σαν άρωμα που όλο φεύγει κι όλο μένει, περνούσε — κομπολόϊ ανθρώπινο μες τα χέρια ταόρατα της συλλογισμένης Μοίρας. . . Κ’ οι κόμποι του ήταν αφροσταλίδες απ’ την ατέρμονη θάλασσα της πλάσης σαν κ’ εκείνα τα δάκρυα του Ωκεανού τα θρομπισμένα στο κεχριμπάρι που σιγοκυλούνε με μουσική στης Ζωής τον έρημο γιαλό (ώ πένθιμα φωτισμένον από ένα μεγάλον κόκκινον ήλιο!), που έχουνε μέσα τους το θλιβερό μύρο του άπατου βυθού και της αλαργινής κυματιάς την ανεμόφερτη λαχτάρα και τραγουδιστή βουή. . . Και ζούσαν αυτές οι στάλες του σάρκινου αφρού και τρεμοσάλευαν κ’ έφεγγαν η καθεμιά τους μ’ ένα φως κρυμμένο μέσα της. . . Και πότε αποτραβιούνταν οι κόμποι απάνω στο σκοινί πούτον το αίμα το άλικο, το ζεστό, γοργότρεχο από πόθο, νεροσυρμή του πόθου ακράτητη κοχλακιαστή μέσα στην ανθισμένη σάρκα, πότε μαζεύονταν όλοι μαζί μέσα στη χούφτα της Μοίρας τη φριχτή που τους έπαιζε — αλλού έχοντας το νου της. . . Κ’ έξαφνα σαν κομπολόι σκόρπισαν. . .

Κ’ έπειτα απ’ του Μάγου τα χείλη απήχησε η μαγική λέξη; «Προμενάτ»! — και δυο-δυο τα γητεμένα πλάσματα έκαναν τον κύκλο της ζωής το χορευτή, σκιρτώντας απάνω στο λιβάδι της αιώνιας νεότητος. . και περιχυμένο ήτον το λιβάδι απ’ τον απαλόφλογο ήλιο της χαράς. . κ’ ήτον αυτός η σύνθεση ενός τραγουδιού αναβρυσμένου απ’ όλα τανθρώπινα κορμιά που τώρα ζούσανε βαθιά σαν άνθη και σα ζώα. . . Έπαλλαν τα στήθη και τρεμούλιαζαν της σάρκας οι κυρτογραμμές και τα πρόσωπα έβγαζαν ένα φέγγος σαν τανοιχτά παράθυρα το καλοκαίρι όταν απέξω είναι ο χρυσός ο ήλιος και τα φύλλα τα πολλά, κόμες πράσινες ανεμιστές που αναδεύονται απαλά και μυστικά θροΐζουν, κ’ οι καρποί που γλυκοφεγγρίζουνε σ’ απόσκια γλαυκά και τα μεγάλα άσπρα νέφαλα τα στρογγυλεμένα, σαν από αέρινο μάρμαρο πελεκητό, που ασάλευτα ονειρεύονται πίσω απ’ τις πλάτες των βουνών. . . Και καθώς πηγαίνανε σκιρτώντας ρυθμικά κάτω από μιαν ανίδωτη βέργα, τα μαγεμένα πλάσματα, ανασαίνανε βαθιά κ’ η πνοή τους έλεγε: «Είμαστε νέοι, νέοι, νέοι και γεροί! και ωραίοι! και δε μας μέλλει γιατί γυρίζομε και πού πάμε . . και πού πάμε . . και δε μας μέλλει αν πέθαναν εκείνοι που μας γέννησαν και τα μικρά ταδερφάκια μας αν έσβησαν. . . Εμείς πάντα θα γυρνούμε, θα γυρνούμε, γιατ’ είμαστε όμορφοι και νέοι και δε μας μέλλει! δε μας μέλλει! δε μας μέλλει! που κ’ εμείς θε να πεθάνωμε — γιατί δεν το πιστεύομε! . . .»

Κι όχι μόνο των νέων ανθούσε και τραγούδαγε η ψυχή. Αχ, να βλέπατε κάτι γέρους σαράβαλα και κάτι χοντρές πενηντάρες που στο σπίτι τους θα βογκούσαν απ’ τη μια καρέκλα στην άλλη — πώς σήκωναν τα πόδια τους αψηλά και πηδούσανε σαν τις κατσικούλες! Μια προπάντων, χοντρή σα δέκα απ’ τις εγγόνες της που χορεύανε γύρω της, ήτονε θεός να τηνέ βλέπης: τρανταζόταν ολόσωμη σα βαρέλα ξεχαρβαλωμένη και τα προγούλια της πηγαινόρχουνταν πέρα-δώθε σα λάστιχα, μα το πρόσωπο της, κάτω από τις ζάρες και τις κρεατοελιές, άστραφτε από χαρά και νιάτα — ναι από νιάτα, γιατί εκείνην την ώρα ήτονε δεκαεννιά χρονών: σωστά δεκαεννιά χρονών — ούτε μια μέρα παραπάνω . . . Να κ’ ένα κουκλάκι μια σπιθαμή, με κάτι γαμπίτσες ψιλούλες σαν τα καλαμάκια μες τις άσπρες κάλτσες: η κόρη του δασκάλου, τεσσάρων πέντε χρονών, που τη χόρευε ένας αψηλός νέος, πρώτος χορευτής, σκυμμένος ίσαμε κάτω και κρατώντας την απ’ τα δυο τα χεράκια, όπως χορεύουν τα κορίτσια τις κούκλες τους μες τις αυλές. Όλους τους χορούς λέει τους ήξερε και δεν άφηνε χορό να μην τονέ χορέψη με τους πιο ωραίους καβαλλιέρους. Ο νέος, γερμένος απάνω στο κουκλάκι, το γλυκοκύτταζε και του χαμογελούσε, σα νάβλεπε μέσα του την όμορφη κοπέλλα που θα γινότανε μια μέρα, κ’ η μαϊμουδίτσα σήκωνε απ’ το βάθος καταπάνω του τα μάτια της, σα νάτον ο αγαπημένος της — και μόνο τα μπόγια τους που δεν ταιριάζανε. . . Αλήθεια η ψυχή τανθρώπου δεν έχει χρόνια παιδιάτικα, ούτε και γεροντάματα κάτω απ’ τα χιόνια των μαλλιών και τις ζάρες που σταφιδιάζουν τις ωραίες ρόγες: ολάνθιστη γεννιέται και νέα πάντα μένει και σβήνει, χωρίς να ξεφυλλίση, μ’ όλη της τη λάμψη σαν τη συνονόματη της, τη χρυσοφτέρουγη «Ψυχή». . .

Πνίγηκε η Λιόλια απ’ τα γέλοια σαν είδε το μικρό να χορεύη κοντά της με τόση σοβαρότητα και να κάνη ρεβερέντσα στον καβαλλιέρο του με τόνα ποδαράκι πίσωθ’ ανασηκωτό . . κ’ εκεί που γέλαγε, τέλειωσ’ ο χορός κ’ ήρθε τρέχοντας να την πάρη απ' τα χέρια του Νίκου ο Μίμης. . .

— Άσε μας ντε κ’ εμάς λιγάκι να μυρίσουμε κορίτσι! — τούπε αυτός με πίκα.

Τον κύτταξε ο Νίκος με κάποιο σοβαρό και σα λίγουλάκι άγρια, μα δεν είπε τίποτα.

— Τι με κυττάς; — ξαναείπε ο Μίμης που έβραζε μέσα του απ’ όλο το βράδυ κ’ ήτον κίτρινος σαν το φλουρί — δε σ’ αρέσουμε;

— Σα να μη στέκης αυτού καλά μου φαίνεται — είπε ο Νίκος και πήγε με τη Λιόλια στο βάθος της σάλας να την τραττάρη μια λεμονάδα στον μπουφφέ: ένα τραπέζι μακρύ που τούχανε φορέσει ένα κόκκινο φουστάνι από λαδόπαννο. . .

Σε λίγο άρχισαν πάλι τα βιολιά κι ο Μίμης πήρε τη Λιόλια να χορέψουνε. . . Δε μίλησε ο Νίκος, μα είδε τη Λιόλια να τον κυττάζη με κάτι μάτια σα να τον αρωτούσανε μ’ απορία θλιμμένη: «Γιατί αφήνεις να με πάρη αυτός από κοντά σου!;. . .»

Του ήρθε να κάμη ένα σάλτο να την ξαναρπάξη απ’ τα χέρια του Μίμη. Μα εκείνη τη στιγμή τον έπιασε κάποιος απ’ τον αγκώνα: ένας φίλος που τώρα ότι είχ’ έρθει κ’ ήτον όλο χαρά που τον εύρισκε εδώ — ο Ντίνος — ένα παιδί γλυκό με δυο μάτια σαν ελίτσες που δεν άφηναν καθόλου ασπράδι στις άκρες, ψηλούτσικος, με μια μέση τόση δα, που περπατούσε ίσιος-ίσιος σα λαμπάδα. Τον έπιασε που λες στην κουβέντα κ’ έτσι ο Νίκος, χωρίς νακούη τι τούλεγε ο Ντίνος, έβλεπε από μακριά τη Λιόλια που τη χόρευε ο Μίμης. . . Και σαν επίτηδες ο Μίμης έκανε μικρούς-μικρούς τους γύρους του κι όλο κατά την άλλη μεριά της σάλας, για να μην περνάη κοντά απ’ το Νίκο. . .

Τώρα που την έβλεπε τη Λιόλια μακριά του, σε χέρια αλλουνού κ’ εκείνονε να γέρνη αποπάνω της και να πίνη με τα μάτια του το φως της ομορφιάς της, τώρα του φάνηκε πως για πρώτη φορά την έβλεπε. . . Ως τα τώρα είχε μεθύσει με το ζεστό μύρο του κορμιού της σαν από κρασί μοσχάτο (Αχ, όχι! από βαρύ κρασί με ζάχαρη και κανέλλα), είχε γλυκαστή η ψυχή τον με τα ολόδροσά της νιάτα σαν απ’ τον πεπονιού τη δροσερή τη γλύκα, είχανε χάρη τα μάτια του τον ήλιο που ήτον πεσμένος μέσα στα μαλλιά της σα μέσα σ’ άγριο μέλι του βουνού, σκοτεινό. . το στόμα της, λιγωμένο ρόδο με βυσσινύ χαμόγελο, λουλούδι της ψυχής που έβγαζε αμίλητο τραγούδι — λαχτάρα κι αγωνία μαζί — όπως όλων των λουλουδιών τα στόματα —: πάντα το αισθανότανε να φυλλοτρέμη μέσα τον, μα τις περισσότερες φορές στα χείλη του απάνω . . και τα μάτια της με τις τζιτζιφένιες χάρες που μοιάζανε νησάκια ηλιοφίλητα σε πέλαγος γαλατένιο την αυγή, απονύχτερα άστρα σε κάποιον ουρανό χλωμό, αυτά τον παίρνανε μαζί τους κάθε φορά που ήθελε ταντικρύσει, όπως παίρνει ο ουρανός το σύννεφο κ’ η θάλασσα το καράβι — στην αγκαλιά τους. . . Όλ’ αυτά τα αισθανόταν ο Νίκος ως τα τώρα, μα τώρα μόνο κατάλαβε, ότι τα αισθανόταν — μα και πάλι τα αισθανόταν όλα μαζί, θαμπά και μπερδεμένα . . . Έβλεπε όμως τώρα αληθινά, ένα-ένα, αυτά τα χαρακτηριστικά που ήτανε γι’ αυτόν άλλες τόσες κρήνες ηδονής αλάλητης. Και συνάμα κατάλαβε βαθιά μες την ψυχή του πως ήτανε δικά του, ολόδικά του, κατάβαθα δικά του, περισσότερο από κάθε άλλο πράμα πούχε δικό του στον κόσμο, περισσότερο δικό του κι απ’ τον ίδιο τον εαυτό του. . .

Κάτι θολοπόρφυρο νεφέλωσε στα μάτια του μπροστά, σα λιβάνι πυρωμένο που τον τύφλωνε, τονέ ζάλιζε, τούρριχνε μια φλόγα σκοταδερή μέσα στο μυαλό του — —

Η Λιόλια πέρα στην άλλη άκρη της σάλας χόρευε με την καρδιά της . . .

Περνούσαν άλλα ζευγάρια μπροστά απ’ το Νίκο: ένας κοκκινοπρόσωπος μ’ ολοστρόγγυλο σαγόνι και μακρυά μουστάκια κρεμαστά, το στόμα ανοιχτό να παίρνη αέρα (ίδιος κι απαράλλαχτος μπαρμπούνι), κρατώντας στην αγκαλιά του μια γεροντοκόρη στεγνή και σουβλερή, με το πηγούνι και τη μύτη σαν τρυπάνια, που κύτταζε το μπαρμπούνι της σαν μπεκάτσα ερωτοχτυπημένη και ξεροτηγανισμένη . . . Παραπίσω ένας αψηλός νέος ξεσταχιασμένος, σα φραντζόλα μακρουλή της μπίρας, με μια μικρή κοντοστούπα που έμοιαζε μποτίλλια: απάνω στενή μ’ ένα κεφαλάκι σαν καρφίτσα και κάτω φούσκα απ’ τα κολλαριστά σαγκουλιά του φουστανιού της· και σήκωνε τα δυο της χέρια η μποτίλλια, σαν ταχυρένιο σκοινάκι της μποτίλλιας του «Κιάντι», για να πιαστή απ’ το λαιμό της φραντζόλας που χοροπηδούσε καμαρωτή, αλύγιστη κι άψητη. . . Ένας μασκαρεμένος Βεδουίνος μαυρογενάτος, με τριχιές ολόγυρα στο κεφάλι, είχε τυλιγμένη μέσα στα μπουρνούζιά του μια σα δασκάλα και σα σκουπόξυλο και με τα μαλλιά σα σκούπα — και φανταζόταν ίσως τώρα αυτή πως πετούσε απάνω σ’ ένα αραβικό άλογο, κλεμμένη από 'να «Βασιλέα της ερήμου» . . .

Τι γελοίοι που ήταν όλοι τους με την ευτυχία τους σα σορόπι πασσαλειμμένη στα μούτρα τους που αποθέωνε ακόμα και την ανοστιά τους! — Τουρχόταν του Νίκου να τους δείρη απ’ το θυμό του — —

Πέρασ’ έν' άλλο ζευγάρι: ένας σγουρομάλλης νέος, καλοκαμωμένος με τα πόδια κολώνες και τους ώμους χυτούς, ίδιος έφηβος αρχαίος. . και ταχείλι του έσταζε φως ολόγλυκο (όπως όταν σιγοπέφτη το μέλι απ’ το κουτάλι) απάνω στανθισμένο κεφάλι της ντάμας του που ήτον ξανθιά σα στάχυ ώριμο και με μάτια σκούρα μπλου σαν κύανοι. . . Κύτταξε ο Νίκος να δη τη Λιόλια: . . χόρευε πάντα στην πέρα άκρη με το Μίμη. . . Κάτι της έλεγε ο Μίμης κι αυτή γελούσε, γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι για να μην αποδειχτή πως γέλαγε, μα ο Μίμης έσκυβε και αυτός απ' το ίδιο μέρος και πιο χαμηλά για ναδράξη το γέλοιο της. . .

Η καρδιά του Νίκου μονομιάς έσφιξε σα χουφτιασμένη στα νύχια ενός όρνιου! . . κ’ οι μεγάλες του μαβιές φτερούγες τούπαιρναν την αναπνοή) — — Η Λιόλια τώρα ξέσπασε στα γέλοια: ίσως για κάτι μασκαράδες που χόρευαν κοντά τους — κ’ ήτον κι ο Περικλής ο χοντρέλης μαζί — ή επειδή είχαν κουτουλήσει ράχη με ράχη με μια παχειά, τετράπαχη, που την έσερνε ένα αδύνατο παιδί λαχανιαστό σαν το σκυλλί που γυρίζει απ’ το κυνήγι. Δες πώς γλάρωναν τα μάτια της απ’ την ευχαρίστηση. Μα και το παιδί δεν απόδειχνε καμμιά δυσαρέσκεια, μόνο που ήτον ιδρωμένο και ξεφυσούσε, γιατ’ ήτον ο χορός, ο μάγος ο χορός που ξετύλιζε τη χοντρή ψυχούλα απ’ τα πάχητα και την έκανε συλφίδα. . . Αχ, τι χαρά που χει η ζωή! . , μα τι λίγο που βαστάει! — γιατ’ είναι μοναχά ο άμμος πάνω απ’ την πέτρα που τονέ σκορπάει ο αγέρας. . .

— Τι έπαθες καλέ, φώναξε ο Ντίνος, βλέποντας το Νίκο έξαφνα να χάνεται —

Εκείνην τη στιγμή χύθηκε μες τη σάλα μια παρέα μασκαράδες με φωνές, με χοροπηδήματα, με σκουντιές, με χαλασμό κόσμου: του Κουτρούλη το πανηγύρι έγινε εκεί μέσα. Τα βιολιά που τσιρίζανε λούφαξαν. Ο χορός σταμάτησε —

Ο Νίκος τινάχτηκε απάνω κι ώρμησε μέσα στο σωρό να βρη τη Λιόλια. Ήτανε χωμένη μέσα σ’ ένα μπουλούκι μαζί με το Μίμη, που τη βαστούσε ακόμα μες την αγκαλιά του κ’ έδιωχνε τους μασκαράδες που κάνανε σαν το μελίσσι γύρω της . . .

Όταν αντίκρυσε η Λιόλια το Νίκο, έβγαλε μια φωνίτσα σαν ένα μικρό λυγμό — που δεν έδειχνε χαρά ήτον ή κλάμα; Ο Νίκος την έπιασ’ απ’ το μπράτσο και την τράβηξε καταπάνω του· έπειτα γύρισε απότομα και κρατώντας το χέρι του προφυλαχτικά πίσω απ’ την πλάτη της, άνοιγε δρόμο μεσ’ απ’ τον κόσμο με τα γόνατα και τους αγκωνές, με σκουντιές και σπρωξίδι, με τα «μπαρντόν» και «συγνώμη» και «λίγο τόπο περικαλούμε», κατά την πόρτα. . .

Ο Μίμης έμεινε κόκκαλο — — Έπειτα έκανε να τρέξη το κατόπι, μα έλα που τα είχαν ιδεαστή όλα τα τρεχούμενα οι μασκαράδες και τονέ ζώσανε στη μέση, σάμπως να θέλανε να βγάλουν απάνω του το άχτι τους για την κερήθρα πούχανε χάσει. . .

Εκεί που έβαζε ο Νίκος το παλτό του, με το Δάσκαλο κοντά που βγήκε να βοηθήση της Λιόλιας και να τους χαιρετήση, νά σου κι ο Μίμης, κίτρινος σαν το θειάφι, πούρθε να ζητήση το λόγο —:

— Βρε συ! — του λέει του Νίκου με χολόπνιχτη φωνή — πώς τραβάς το κορίτσι μέσ’ απ’ τα χέρια μου πριν να τελείωση ο χορός; —

— Άιντε από 'δώ χαζέ! δε Θα σου δώσω λόγο! — του αποκρίθηκε ο Νίκος, που κι αυτός τάραζε σύσωμος από θυμό, σαν το καπάκι του τέντζερη που αφρίζει στη φωτιά.

Πετάχτηκε στη μέση ο Δάσκαλος, γιατί μυρίστηκε την τσίκνα:

— Δεν είχε πια χορό· εγώ τον έπαψα το χορό, καθώς είδα που μπήκαν οι μασκαράδες.

— Ποιανού δε θα δώσης λόγο ρε! — φώναξε ο Μίμης αγριεμένος.

Έπιασε ο Δάσκαλος και μερικοί άλλοι εκεί δα, πούχαν ακούσει ναλογοφέρνουν, το Μίμη, γιατ’ ήτον έτοιμος να χυμήξη απάνω στο Νίκο, θεριό μονάχο, καθώς έβλεπε κιόλας πως έκανε να φύγη ο Νίκος απ’ το χορό με τη Λιόλια, να πάη έξω στα σκοτάδια με τη Λιόλια, που στεκόταν ασάλευτη, κατάχλωμη κάτω απ’ το σαλάκι της το ροζ, σαν Παναγίτσα, μέσα στη γωνιά της πόρτας —

— Τα βρίσκουμ’ άλλη ώρα! — του φώναξε του Μίμη ο Νίκος, πάνω απ’ τα κεφάλια των αντρών που τους χώριζαν, κ’ έσυρε τη Λιόλια απ’ το χέρι τις ασκάλες κάτω. . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Περπατούσανε γλήγορα, ο ένας κοντά στον άλλον, απ' τα σοκάκια της Πλάκας τα έρημα. . . Κάτι μασκαράδες ερχόντουσαν τον κατήφορο, ο ένας πίσω απ' τον άλλονα στο στενό το πεζοδρόμιο ταντικρινό: ένας παλιάτσος άσπρος και δυο ντόμινα.

— Μωρέ Βλάμη! πού την πας την Κλάρα! — τους φώναξε το ένα ντόμινο καθώς προσπερνούσαν. . .

— Μ'λάρι! πού την πας την π'λάρα! — το χόντρυνε, σε λιγάκι, ο σαχλός ο παλιάτσος, με πιο μεγάλη φωνή, μόλις πήγανε πιο κάτω.

— Έλα κοντά να σε κάνω τρακόσιες οκάδες! — γύρισ’ ο Νίκος και του φώναξε με μιαν αγριοφωνάρα που τους πήγε ριπιτίδι των μασκαράδων και χάθηκαν πίσω από μιαν αγκωνή . .

Παρά 'κεί ξεπρόβαλαν τραγουδώντας μέσ’ από ‘να στενό, που ήτονε μια ταβέρνα, ένα μπουλούκι μεθυσμένοι. Ένας τους στάθηκε στη μέση του δρόμου και κατάβρεξε τη σκόνη —

Η Λιόλια στριμωγνόταν κοντά στο Νίκο — είχε βαρειά καρδιά. . . Όταν βγήκανε στου Μακρυγιάννη, τους έζωσε το πηχτό σκοτάδι κ’ η ερημιά — — — — Κρύωνε η Λιόλια, έτρεμε η ψυχή της. . πήγαιν' ένα βήμα πιο πίσω απ’ το Νίκο τώρα. . . Δε μιλούσαν ολότελα: ό,τι είχανε να πουν, τόπανε στο χορό με τα μάτια τους. . κι αυτά πούχαν ειπωμένα, τώρα τους έκλειναν το στόμα — όσο κοντεύανε σπίτι, ανάσαιναν πιο βαθιά κ’ οι δυο τους, σα λαχανιασμένοι — ίσως νάτον απ’ τον ανήφορο και το πολύ τρεχιό!

Λίγο πριν να φθάσουνε στην πόρτα τους, καθώς ήτανε βουτηγμένοι στο σκοτάδι και στη βουνίσια μοναξιά, ο Νίκος έξαφνα, γύρισε, έπιασε τη Λιόλια απ’ το κεφάλι και τη φίλησε — — — — — — — — —
— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —

. . Στην κάμαρη το καντήλι ήρεμο έφεγγε κ’ έρριχνε μια γλυκειά θλίψη απάνω στο γαλάζιο ατλάζένιο πάπλωμα. . .

Της Βεργινίας το πρόσωπο ήτονε γυρισμένο απ’ την άλλη μεριά. Το κορμί της μόλις ξεχώριζε, πλάκα κάτω απ’ το πάπλωμα — ακίνητο — — Κοιμόταν — — —

Η Λιόλια — η φιλημένη Λιόλια — ξεγλύστρησε σα σκιά πίσω απ’ το κρεββάτι . . τράβηξε αποκάτω απ’ τον κρεββατιού το γύρο που τάχε μπόγο απ’ την ημέρα τα ρούχα του ύπνου κ’ έστρωσε το σελτέ της. . . και, κουβαριασμένη αυτού χάμω, γλήγορα-γλήγορα γδύθηκε από μέσ’ απ’ το πάπλωμα. . και πια δε φάνηκε — —

Ο Νίκος τραβήχτηκε στην άλλη άκρη, για να μην ξυπνήση τη Βεργινία. . . Εκεί που έκανε να πέση στο στρώμα ανασηκώνοντας προσεχτικά το πάπλωμα, γύρισ’ έξαφνα η Βεργινία το κεφάλι της: κ’ είδε τότες ο Νίκος να λαμποκοπούνε στο φως του καντηλιού τα ματόκλαδα της από στάλες διαμαντένιες σαν κ’ εκείνες που βλέπεις ύστερ’ από βροχή, κάποιο ξαστερωμένο σουρούπωμα, στακρόφυλλα των δένδρων, στης ακακίας και της «Κλαίουσας» τα φύλλα που είναι βαρειές απ’ το πολύ το φέγγος κι ολόφεγγες απ‘ το θλιμμένο βάρος. . μα οι στάλες δε θέλουνε να πέσουν —

Τα προσκέφαλα ήτανε μούσκεμα πέρα ως πέρα από τα δάκρυα.

Εξαγριώθηκε μονομιάς ο Νίκος. Ο πόθος του νέου κοριτσιού, πούχε φουντώσει μέσα του, αρνιόταν της Βεργινίας την ύπαρξη — κι αυτή βρισκόταν εδώ μπροστά του, ολοένα μπροστά του, ζωντανή και ξύπνια ολοένα, ολοένα μ’ άγρυπνη την πίκρα της που της είχ' έρθει απ’ αυτόν! . . κ’ η πίκρα της αυτή περίχυνε με χολή το λαχταραστό λουλούδι της ψυχής του και το φαρμάκι στάλαζε απ’ τις ρίζες, μολύβι στην καρδιά του, θειάφι αναμμένο στα σωθικά του, που τον έπιανε λύσσα να σπαράξη τον εαυτό του — αφού απ’ αυτόν ερχόταν το κακό που υπόφερνε· μα κ’ εδώ πάλι αιτία ήτον αυτή, πούτον ολοένα ξύπνια και ζωντανή μπροστά του, που του σπάραζε το στήθος με την άγρυπνη της πίκρα τη σταλμένη απ’ αυτόν τον ίδιο —

— Δεν κοιμάσαι! — της κάνει με θυμό. Τι κλαις μωρή; γρουσούζα! Σκοτωμένο μ’ έφεραν και κάνεις έτσι δα; Δεν υποφέρνεσαι, το ξέρεις για όχι; Ζωή είν’ αυτή! Να μην το κουνήση πια κανείς από 'δώ μέσα! — σωστό νοσοκομείο το κάμαμε! — — Μηδά τόθελα εγώ που άργησα; Νά, μ’ έμπλεξαν κάτι φίλοι, δε μ’ αφήσανε να φύγω: με κοροΐδεύανε για την παντρειά μου — και με το δίκιο τους — που τα μπλάστρωσα και γίνηκα νταντός και νοσοκόμος! . . .

Μόλις άκουσε τη μιλιά του η Βεργινία, στέγνωσαν τα δάκρυα της και με μια φωνή σαν πνοή που προσπαθούσε να βάλη και λίγο γέλοιο μέσα στο παράπονό της, του είπε:

— Φοβήθηκα μήπως δεν ξανάρθης! — και πάλι τα μάτια της αρχίσανε να τρέχουν. . .

Μα ο Νίκος δεν άκουσε και δεν είδε τίποτα, μόνο έλεγε παρακάτω:

— Έπειτα ήξερα που είχες την Ευρυδίκη κοντά σου: μούπε πως θα κάτση να σου κάνη συντροφιά ίσαμε που να γυρίσουμε. . Ως που να το καταλάβωμε, πέρασε η ώρα. — Το περισσότερα έμεινα για χάρη τον κοριτσιού, που τόχομε τώρα ένα μήνα μανταλωμένο εδώ μέσα και δεν είδε μέρα Θεού: ήθελε νάκανε ένα γύρο το κορίτσι και το λυπήθηκα. — Θέλεις να σου δώσω τίποτα να πιής; — την αρώτησε βλέποντας την που ξεροκατάπινε.

Και σηκώθηκε. Δρασκέλισε το λοφάκι πούκανε το κορμάκι της Λιόλιας κάτω απ’ το πάπλωμα. . και της έδωσε να πιή λίγο γάλα.

— Θα σου φέρω αύριο πάλι το γιατρό να δούμε τι θα κάνουμε! — της είπε τελευταίο. —

Έπειτα ξανάπεσε κι αποκοιμήθηκε στο λεφτό. Η αναπνοή του σερνότανε βαρειά και βαθειά, ροχάλιζε σχεδόν — που δεν τόκανε ποτέ του. . .

Κάτω απ’ τα πάπλωμα της Λιόλιας κάτι τάραζε. . τρεμοσάλευε: η Λιόλια έκλαιγε μ’ αναφυλλητά. . Έκλαιγε για τη δυστυχισμένη τη Βεργινία, για το φιλί του Νίκου που της έκαιγε ακόμα στα χείλια κι ως μέσα στην ψυχή της, έκλαιγε για τα χορό που τέλειωσε και για τα βιολιά που έπαιζαν πιο δυνατά και πιο γλυκά μόλις πήγαινε κοντά τους και τώρα σβήσανε για πάντα — γιατί άμα σβήση κάτι και πεθάνη, για πάντα πεθαίνει! — — Μέσ’ απ’ ταναφυλλητά της άκουγε:

     Να η Μικρούλα!
     Να η Μικρούλα! να!
     Αυτή που έρχεται,
     Η παχουλή — η! —

κι ανάμεσα μπερδεμένον έναν άλλο σκοπό του Λανσιέ που της φαινόταν πως έλεγε:

     Έλα Λιόλια! έλα Λιόλια!
     Έλα πάμε στο βουνό —
     Μωρ' έλα Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!
     Έλα πάμε στο βουνό! –

     Και σα — α — ά δε θες, μην έ — ε — έρχεσαι!
     Και — αι σά — α — ά δε θες, μην έ — ε — έρχεσαι
     Πάω μονάχος, πάω μονάχος.
     Πάω μ’ άλλη στο βουνό. . .

Αχ πόσο πολύ το ήθελε! — — Και πάλι, έναν τόνο πιο ψηλά:

     Έλα Λιόλια! έλα Λιόλια!
     Έλα πάμε στο βουνό —
     Μωρ' έλα Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!
     Έλα πάμε στο βουνό! —

     Και σά — α — άν το θες, μη ντρέ — ε — έπεσαι! –
     Και — αι σάν — α — άν το θες, μην ντρέ — ε — έπεσαι! –
     Λιόλια — Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!
     Πάμε, πάμε στο βουνό . . . .

Έτσι της έλεγε ο σκοπός του Λανσιέ, μα το ίδιο της έλεγαν και του Νίκου τα μάτια, καθώς χόρευε στην αγκαλιά του, πούταν καρφωμένα απάνω της και τα αισθανότανε να λάμπουνε σαν άστρα απάνω στα μαλλιά της και μέσα της να καίη η αντιφεγγιά τους. . . Το στόμα του ήτονε μισάνοιχτο κ’ έφεγγαν τα δόντια του και στο πρόσωπό της φυσούσε η ζεστή πνοή του! Πώς την έσφιγγαν τα δάχτυλα του γλυκά κάτω απ’ τις αμασχάλες! . . .

     Λιόλια — Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!
     Πάμε, πάμε στο βουνό ί. . .

Και πήγανε στο βουνό. . κ’ εκεί την ξαναφίλησε ο Νίκος πολλές φορές στο στόμα κι αυτή τονέ φίλησε στα πράσινα του μάτια — — — — — Αποκοιμήθηκε — — — — — — — — — — — —

Στον ύπνο τον ο Νίκος παραμιλούσε: δυο-τρεις φορές φώναξε την Λιόλια . . .

Το καντήλι κουράστηκε πια να φέγγη και να θλίβεται. . άρχισε να πετάη σπίθες με κρότο, να ρίχνη τη φλόγα του με το μελανό το μάτι αψηλά και να την τραβάη πίσω: ίδιο στήθος σε θανάσιμη αγωνία που του στερεύει η ανάσα — και μ’ ένα τσιριχτό ανάλαφρο, έσβησε — — —

Πώς δεν πέθανε αυτήν τη νύχτα η Βεργινία! — — — —

— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —

Ο κάμπος με τα λούλουδα


Ναι δεν πέθανε — μα εκείνην τη νύχτα κατάλαβε πως για την ευτυχία του Νίκου της έπρεπε να πεθάνη. Και τότε η ψυχή της η αδικημένη, πόθησε να πετάξη! . . . Μα δεν ξεψυχούσε —

Αισθανόταν πάντα την ίδια τρομερή αδυναμία σα να της είχανε ρουφήξει όλο το αίμα, σα νάχε σπάσει μέσα της η μηχανή της ζωής. Ταυτιά της βούιζαν ολοένα σα μια θάλασσα μακρινή, σα λεύκες που αναδεύει ο αγέρας όλα τους τασημένια φύλλα (: Αχ, νόμιζε πως βρίσκεται πάντα στις Παράγκες, στα μισά του δρόμου που πάει στον Περαία, που βγήκανε μια Κυριακή μεσημέρι με το Νίκο απ' ταμπέλια του Μοσχάτου, κ’ έκλεινε ίσα-ίσα μήνας πούχανε στεφανωθή, και κάθησαν κ’ έφαγαν οι δυο τους στο δροσό!). . . Κ’ έξαφνα άκουγε — αισθανόταν, παρά που άκουγε — κάτι κλαγγίσματα σαν από χορδές που σαΐττευαν και σαν άρπες μέσα στο μυαλό της, τόσο δυνατά που θάρρευε πως θα την ξεσήκωναν ολάκερη να την πάρουνε να φύγουν. . και πάλι σαν κουδουνάκια: ντίγκι — ντίγκι — ντίγκι — ντίγκ! — που κόβανε μονομιάς — . . και καμπάνες βαρούσανε σιγά και βαριά σαν επιτάφιος κι όλο της λαλούσανε: — «Βεργινία! . . τι τυραννία! — Βεργινία! . . τι τυραννία! — Βεργινία! Βεργινία! Βεργινία!» . . . (Δικός της ήτον αυτός ο επιτάφιος;) Πολλές φορές έπεφτ’ ένα βάρος στο στήθος της που νόμιζε πως της έρριχναν ένα βουνό χώμα απάνω της (οι νεκροθάφτες!) κ’ η καρδιά της φτεροκοπούσε τότε σαν τρομαγμένο πουλί μέσα στο κλουβί. . . Μα μόλις πούκανε νανασηκώση λιγάκι το κεφάλι, χτυπούσαν τα μηλίγγια της σα νάταν αποκάτω σφυριά που κάρφωναν το κιβούρι της . . .

Κι όμως μ’ όλα αυτά δεν πέθαινε —

Έκλεινε μονάχα τώρα σχεδόν ολημέρα τα μάτια της και δεν τάνοιγε παρά μόνο τη στιγμή που έμπαινε ο Νίκος στο σπίτι σα να μάζευε όλη τη δύναμη της ζωής, που της απόμεινε, στα μάτια της για' κείνην τη μια στιγμή, για να μπορέση να τον αγκαλιάση όλονε με τα μάτια της που σε λίγο πια δε Θα τονέ βλέπανε, να τονέ φιλήση με τα μάτια της, αφού δεν τονέ φίλούσε πια στα χείλη — — — κι ούτε θα τονέ φιλούσε πια ποτές παρά μόνο νεκρή! — για κείνην τη μια στιγμή μονάχα όταν έμπαινε στο σπίτι. . . Έπειτα τα ξανάκλεινε πάλι — γιατί άλλο δεν ήθελε να ιδή — — —

Ο Νίκος ύστερ' απ' εκείνην τη νύχτα της απόκριας έδειχνε αλλοιώτικος, ήτον ανόρεχτος, χολιασμένος, νευριασμένος: δε μίλαγε σχεδόν ολότελα κι όταν έλεγε τίποτα φώναζε κι απόπαιρνε και τη Λιόλια ακόμα. Έπινε περισσότερο τώρα στο φαΐ κι όξω απ' το σπίτι. . . Όταν ήτονε σπίτι, — έπεφτε σαν κουρασμένος και σκοτισμένος στην καρέκλα κοντά στο κρεββάτι της Βεργινίας, με το πρόσωπο μες τόνα χέρι, ώρες ολόκληρες — λες και περίμενε κάτι που αργούσε νάρθη — — Μα μέσ’ απ’ τα δάχτυλά του κύτταζε τη Λιόλια που καθότανε σε μιαν άκρη κι όλο κάτι έρραβε, σκυφτή κι αμίλητη, με βαρειά καρδιά: την κύτταζε αλλοιώτικα τώρα ο Νίκος, επίμονα, καυτερά τόσο που του στέγνωναν τα μάτια, σα ναντλούσε απ' τα βάθη του κορμιού του όλη τη λαύρα της νεότητός του και να της την έχυνε με τις ματιές του απάνω της να την κάψη . . δεν κύτταζαν πια τα νιάτα του την ομορφιά της, όπως πρώτα, παρά η σάρκα του η μαυρειδερή τη ροδινή της σάρκα . . και μόλις πούθελε κουνηθή λιγάκι η Λιόλια μες την κάμαρη, την κρυφαγκάλιαζαν κάτι γλήγορες ματιές που ξάστραφταν κ’ έσβηναν σαν τις αχτίδες του ήλιου στον καθρέφτη που πιάνει τα πουλιά . . και κιτρίνιζε ο Νίκος και τα ρουθούνια τον φτεροκοπούσαν. . . Κ’ η Λιόλια. χωρίς να βλέπη τις ματιές του, τις αισθανόταν απάνω της, σ’ όλο το κορμί της: εκεί που στεκόταν, ενόσω περπατούσε, κοκκίνιζε ως τις ρίζες των μαλλιών της, ίδρωνε, της βάραιναν τα βήματά της, η βελόνα της έτρεμε στο χέρι. . .

Ένας αέρας της ψυχής βαρύς και πνιγερός, γεμάτος βαστηγμένον πόνο και πόθο και κρυφή φλόγα, περίζωνε αυτούς τους τρεις ανθρώπους που ζούσανε δεμένοι στης Μοίρας τους τις αλυσσίδες. . .

Ο γιατρός, πούρθε πάλι μιαν απ’ αυτές τις μέρες, βρήκε τη Βεργινία πολύ χειρότερα: διάταξε να της δίνουν κάθε τόσο ζουμί από κρέας κοπανιστό βρασμένο στην μποτίλλια, να της βάζουνε ζεστές μποτίλλιες στα πόδια, έγραψε κάτι άσπρα χάπια μικρούτσικα για την καρδιά, να παίρνη τρία την ημέρα, είπε να πάρουν αιθέρα νάχουνε στο σπίτι, αν τύχη και πάθη καμμιά λιγοθυμιά. . να τη σκεπάζουν καλά και ναφήνουν το παράθυρο ανοιχτό ίσαμ’ που να πέση ο ήλιος . . να της βράσουν Κίνα με Βαλεριάνα να πίνη ταχτικά δυο φορές την ημέρα . . . Τι να της δώση — δεν είχε άλλο πια! — Α, και για τη νύχτα, σαν του είπε ο Νίκος πως δεν την πιάνει ύπνος, γιατί ότι ώρα και αν ξυπνούσε αυτός την εύρισκε με τα μάτια της γαρίδα, έγραψε κάτι σκονάκια υπνωτικά «Σουλφονάλ», να παίρνη από ένα στις οχτώ η ώρα και τότε θα την παίρνη ο ύπνος κατά τις ένδεκα και θα κοιμάται ίσαμε το πρωί. . . «Ωλλ ράιτ! Καλή όρεξη! — αντιχαίρετε!»

Έκανε τώρα κάτι μέρες χαρά Θεού! Ο κουτσο-Φλέβαρος στην Αθήνα, όταν θέλη, ξέρει και γίνεται απ’ όλους τους μήνες ο πιο όμορφος — μάλιστα τις τελευταίες του μέρες: λες και το κάνει επί τούτο για να δείξη πως αν δεν τούλειπε λιγάκι μπόι, θάτον ο Μάιος των Μαΐων! . . . Τι γλύκα ήτον εκείνη στον αέρα! Τι χρυσάφι απαλό χυμένο σ’ όλες τις μάντρες, στους βράχους του Φιλοπάππου και των λατομείων παρακάτω, με τις επιγραφές από ασβέστη, στα ορθά ξεροκότσανα των γαϊδουράγκαθων που μπουμπούκιαζαν! Πώς μύριζαν οι πέτρες και το χώμα χαρούμενο στον ήλιο! με μια μυρουδιά δυνατή, βαθειά, μυστηριώδικη που αναδεύει ταθρώπινο κορμί απ’ τα σπλάχνα του και το σηκώνει ηδονικά έξω απ’ τον εαυτό του, το κάνει χώμα και πέτρα και χόρτο και το μεθάει με τη χαρά του Χάρου . . . Έτσι όλο το βουνό ανάσαινε ως μέσα στης άρρωστης της Βεργινίας την κάμαρη . . . Το μισοφέγγαρο, σαν ασημένια φέτα από πεπόνι, στον ουρανό περπάταγε,. και κάθε τόσο έβγαιναν ολόγυρα κάτι αχνά συννεφάκια σαν προβατάκια στο βοσκό κοντά . . και πάλι, παιχνιδιάρικα, σκόρπιζαν . . .

Κ’ η θάλασσα απ’ αλάργα σαν όνειρο γλαυκό μέσα σε ρόδινον αχνό λαχτάρας, έστελλνε την άγια της πνοή στη παλιά της φιλενάδα την Αθήνα — όπως εδώ και τόσες χιλιάδες χρόνια που από μακριά κυττάζονται με πόθο. . . Οι λόφοι κ’ οι κάμποι — σα χυμένοι ολόγυρα και σα να βόσκουν ασάλευτοι στα πόδια του Παρθενώνος (πουν' το ηλιόκαλο παιδί, καθισμένο σ’ ένα βράχο, του γέρω-τσοπάνη του «Τρελλού» του υπναρά με τις πλάτες ολοένα γυρισμένες) — είναι τόσο απέραντα πράσινοι, τόσο δροσερά χλοϊσμένοι που γλυκαίνονται τα μάπα να τους βλέπουν και φουσκώνουν τα στήθη απ’ τον πόθο της ζωής του κοπαδιού και της χορταριάς, που έχει απομείνει ακόμα μέσα μας, βαθιά, απ’ τα παραμυθένια χρόνια. . .

Σα γάλα έμπαινε η γαλανή ανάσα τουρανού μέσα στη κάμαρη της άρρωστης και της χάδευε τάσπρο πρόσωπό της ταχάδευτο και της φιλούσε τα κόκκινά της τα μαλλιά που άλλος κανένας δεν τα φιλούσε. . . Σπίνοι και καρδερίνες κελαϊδούσανε στο βουνό. . .

Μια ησυχία κι ακινησία και διαφάνεια κρέμονταν έξω στον αέρα, σα να βαστούσαν την αναπνοή τους, που κάθε κρότος ακουγότανε δυνατά και με απήχηση: κάτι σιδερικά κλάγγιζαν κάπου μακριά σ’ ένα γιαπί: νταγκ — καντ! νταγκ — καντ — — ξαναρχόταν πίσω ο ήχος. . . Χαλιά τινάζανε σε κάποια μάντρα: ταπ — πατ! ταπ — πατ! τωπ — πωτ! . . . Σκυλλιά γαύγιζαν. . . Κόττες κακκαρίζανε μέσ’ απ’ τις αυλές — τόσο κοντά που θάρρενε κανείς πως ήτανε μέσα στην κάμαρη, κάτω απ’ το κρεββάτι. . . Καμμιά φορά έφθανε κ’ η φωνή κανενός γαϊδάρου καθώς περνούσε πέρα κατά τον Μακρυγιάννη, με το μανάβη αποπίσω τον τραγουδιστή, και συναπαντιότανε με κάποιο συνάδερφο φορτωμένον κι αυτόνα με τα κοφίνια τριζούμενα ρυθμικά και ντραντανιστά μαζί με την μπαλλάτζα στο δρόμο πούπαιρναν απ’ τις ξυλειές. . . Και κάθε τόσο το κλασικό για την Αθήνα αγκομαχητό του Κ ω λ ο σ ο ύ ρ τ η, του Β ρ α κ ά του Μ ί χ α της Γ α ρ γ α ρ έ τ α ς (: όπως θέλετε πέστε τόνα, γιατί τόσα ονόματα έχει όσ’ άχτια τούχει ο κόσμος κι όλα ταξίζει, αφού τάβγαλε με τον ίδρωτά του), που θυμίζει τα λαϊκά με τον κοσμάκη κρεμασμένο σα σταφύλια, τα μπάνια στις Τζιτζιφιές και παραπέρα στην αμμουδιά τα κάρρα στην αράδα και τα τσιριχτά των γυναικώνε με τις άσπρες ποκαμίσες τις ανεμιστές και με τα κόκκινα σαλάκια και τους ωραίους γυμνούς άντρες καβάλλα σταλόγατά τους, σαν κένταυροι, μέσα στα μακρόσυρτα κύματα που αφρίζουνε σ’ άσπρα γαϊτάνια . . . .

Μα όλη αυτή της ζωής η χαρά και του ήλιου το χάδι κ’ η γλύκα τουρανού δεν το δύνονταν, Αχ!, για να σκορπίσουν τη σκοτεινή λαχτάρα που έκανε τις ψυχές εκείνων των τριών αμίλητες να σπαράζουν — —

Ένα μεσημέρι χρυσό και γαλάζιο, που ο ήλιος είχε μπη όλος, μεθυσμένος, μέσα στην κάμαρη και κυλιότανε στα σανίδια του πατώματος κ’ έπαιζε με τις αράχνες στις γωνιές του ταβανιού κι ακόμα και με τη χλωμάδα της Βεργινίας, που κιτρίνιζε σα φλουρί παλιό σβησμένο, κ’ έπαιζε και μέσα στα μαλλιά της Λιόλιας, που ζεστοφέγγανε σαν το πυρρόχρυσο μέλι μέσα στο κουτάλι, και στου Νίκου το λαιμό, που έδειχνε αχνός και μουντός σαν αραποσίτι ώριμο γαλατερό — μόλις αποφάγανε — ,νά σου κι ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα η θεια Ελέγκω, βαλαντωμένη απ’ το δρόμο, ξαναμμένη, με την μπελερίνα ξεκούμπωτη. . .

— Καλημερούδια σας και με τις υγείες σας! Μωρέ καλοκαίριασε, παιδιά μου, με τα σωστά του! Χαρά Θεού είν' εδώ όξω! Να μην ήμαστε τόσο μακριά, θα μ’ είχατε καθεμέρα εδωνά που θα με βαριούσαστε να με βλέπετε. — Ωχ, Χριστούλη μου! ταξίδι ολάκερο απ' τη Βάθεια ίσαμ’ εδώ πάνω . . ξέρω κι εγώ, τη συνείθισα εκείνη τη γειτονιά και δεν μπορώ να πιάσω σπίτι αλλού. — Πώς είσαι, Βεργινίτσα μου; Τώρα να δης, πώς θα πάρης απάνω σου: σε μια-δυο μέρες θάσαι περδικούλα! — Ε! πώς τα πάτενε με τη Λιόλια; πάντα καλά, έ; σας ευχαριστάει; βγαίνει δουλειά απ’ τα χέρια της;. . . Αμ’ κ’ έτσι πρέπει! — η καλή νοικοκυρά από κορίτσι φαίνεται —

Ο Νίκος δε μίλησε ολότελα — —

Μα η Βεργινία, κυττάζοντας το Νίκο, έβαλε τα δυνατά της για να μιλήση σαν από μέρους του: άνοιξε τα χείλια της σ’ ένα ξέθωρο χαμόγελο μέσ’ από τάσπρα της τα γούλια, που της σούρωσε όλο της το πρόσωπο κ’ έδειξε σα μορφασμός, κ’ είπε:

— — Ωραία! ωραία!

Γύρισ’ η θεια Ελέγκω να δη τη Λιόλια που στεκόταν ορθή, χαμοβλεπούσα, κ’ έκανε να κόψη με το δάχτυλο μια κλωστή πούχε ξεφτίσει απ’ το γαζί της ποδιάς της. . . Δεν τάξερε η Κερά Ελέγκω, για το χορό, γιατί απ’ την Κυριακή της Τυρηνής δεν ήτον ξαναφερμένη.

— Τ’ έχεις Λιόλια; σα βαρετή μου φαίνεσαι! . . κι ο Κυρ Νίκος δεν έχει όρεξη σήμερα. . . Δε βγαίνεις λιγάκι όξω Κυρ Νίκο μου να κάνης καμμιά βόλτα, μόνο όλο μέσα — όλο μέσα και στη δουλειά! Τώρα πούμ’ εδώ, κάθουμ’ εγώ και κάνω της Βεργινίας συντροφιά. Αμ τούτο πια είνε μαράζωμα, καθώς κάνεις! Άκου μ’ εμένα που σου λέω! Αλήθεια, να δης, Βεργινία μου, πούθελε σήμερις ναρθή μαζή μου κ’ η Κυρία Ουρανία, η κόρη δα της σπιτονοικοκυράς μου — μια μονάχη την έχει — νάρθη λέει να μαζέψη λουλούδια στην Καλλιθέα, μα είχανε κάποιονα στο τραπέζι και δεν μπόρεσε να ξεφύγη — δεν την άφησε η μητέρα της. Νάβλεπες κορίτσι! (και κουνούσε το χοντρόπαχό της χέρι η θεια Ελέγκω, το κατακόκκινο απ' τις μπουγάδες) — κορίτσι με τα ούλα του, αυτή η Ουρανία — Νινί τη λένε στο σπίτι: πού ναύρης άκρη, καθώς τα φτειάγνουν τώρα τα ονόματα — κι όμορφη που λες σαν το κρύο το νερό! . . μόνο που τα μαλλιά της τα κάνει κ’ εγώ δεν ξέρω, όχι σα νέα, κορίτσι πράμα πούναι, μόν' έτσι παλαιικά, κατά τ’ ς αρχαίες που τάχανε μια φορά κ’ έναν καιρό: καταμπίτ χαμηλά τα φέρνει απ’ το πλάι που δε βλέπεις αυτί ολότελα, λιγουλάκι μόνο την ακρίτσα — ας ήναι! . . . Αλλά καρδιά να πης! καταδεχτικιά όσο παίρνει. , και ξέρει και γράμματα πο — ολ — λά — ούλοι τις δάσκαλοι τις ξαπερνάει: γαλλικά λέει, ρούσσικα, εγγλέζικα, αμερικάνικα, μηδά ξέρω κ’ εγώ — όσες γλώσσες έχει ο κόσμος, όλες τις μιλάει! Και να μη θέλη να παντρευτή! με δυο σπίτια πούχει — κι άσε πια το ρουχικό και τ’ ασημικό και τα διαμαντικά της μάννας της, σπιτικό παλάτι ολάκερο! Να πης πως δεν της φανερώθηκε η τύχη της; — τηνέ ζητήξανε, μάτια μου, οι καλλίτεροι αξιωματικοί νά! σαν τ’ ς αγγέλοι, ένας γιατρός (καν δυο), ένας δικηγόρος απ’ την Πάτρα, ένας άλλος απ’ τ’ Ανάπλι, τρεις από 'δώ — όσους ξέρω 'γώ — και δεν είν' πια και μικρή! Έχει λέει τα βιβλία της και δεν της χρειάζονται τα βάσανα: όλο και μ’ ένα κίτρινο βιβλίο στο χέρι — στο παραθύρι ολημερίς και διαβάζει και τα γράφει κιόλας κι απατή της οληνύχτα με το φως. . . Άλλο πάλι τούτο. . . Τα τι βλέπει κανείς όσο γερνάει! . . . Καμμιά φορά τα πολλά τα γράμματα πιότερο βλάφτουν παρά που ωφελούν,. . Απ' τα χτες το βράδυ που της είπα πως θε να'ρθω εδώ έξω μούπε πως θαρχότανε μαζί κ’ ήτον όλο χαρά, γιατί θέλει λέει να στολίση την κάμαρη της με τα λουλούδια του κάμπου, για να καταλάβη πως ήρθ' η άνοιξη, μα εμένανε δε με βολούσε να την περιμένω να τελειωθούνε με τον ξένο, γιατί ως που να πάω και νάρθω πάει βράδιασε κ’ ήθελα να κάτσω λιγάκι πιο πολύ να σε ιδώ που σ’ αποθύμησα. . .

Η Βεργινία απ' όλα αυτά που της αράδειαζε η θεια Ελέγκω δεν άκουγε σχεδόν τίποτα. Τα μάτια της μονάχα είχανε ζωηρέψει από μιαν ασυνείθιστη ζωή και δύναμη, σαν από μια μεγάλη απόφαση για ζωή και θάνατο. . κάθε τόσο άνοιγε το στόμα της και το ξανάκλεινε άφωνη. . τέλος πάντων, μόλις έπαψε το ροδάνι της θειας Ελέγκως, είπε με στερεή και ήσυχη φωνή που ακούστηκε παράξενη για την ηρεμία και έντασή της από τόσον καιρό που δεν είχε πια μιλήσει — —

— Να πάη η Λιόλια με το Νίκο, θεια Ελέγκω, να σου κόψουνε λουλούδια —

Και σώπασε — κ’ έκλεισε τα μάτια της σα να κουράστηκε απ’ την προσπάθεια και σάματι νάσβησε η λαμπάδα πούφεγγε μέσα στο μυαλά της ή για να μην ιδή τη λάμψη στο πρόσωπο του Νίκου ύστερ’ απ’ αυτά τα λόγια.

— Καλά λες, πουλάκι μου! Καλή 'ναι η ιδέα σου! Τώρα πούμαι κ’ εγώ εδώ να πάη κι ο Κυρ Νίκος να πάρη λιγουλάκι αέρα. Χαρές που θα κάνη η Κυρία Ουρανία! — να το δης που θε νάρθη μονάχη της να σ’ ευχαριστήση, γιατί το λυπήθηκε πολύ που δεν ήρθε, εξ αιτίας των λουλουδιών. . . Έλα Κυρ Νίκο μου, άιντε Λιόλια παιδί μου, τ’ είσ’ έτσι νερόβραστη σήμερα!; Πάρ' το σαλάκι σου για το κεφάλι — δε θες καπέλλο. . . Μα να μου φέρετε όμορφα λουλούδια, για να ευχαριστηθή η Κυρία Ουρανία. . θέλει λέει και μερικά με το χώμα — «πάνε μόνες» τα λένε — να τα βάλη στα πιάτα. . .

Χωρίς να μιλήση ο Νίκος, πήρε το καπέλλο του απ' το καρφί που το κρέμαγε πάντα. . και πήγε κατά την πόρτα . . .

Η Λιόλια, με το πρόσωπο γυρισμένο απ’ την άλλη μεριά, τίναξε τις κλωστές απ' την ποδίτσα της κ’ έβγαλε κι ακκούμπησε τα κλειδιά πάνω στον κομμό. . έπειτα φόρεσε άλλο ένα σκούρο πολκάκι αποπάνω και πήρε και το σαλάκι της το ροζ στο χέρι. Με τα μάτια χάμω, τραβιώντας τα μανίκια της έκαμε αργά-αργά τα λίγα βήματα ως την πόρτα που στεκόταν ο Νίκος και βγήκεν έξω . .

Ο Νίκος κοντοστάθηκε λιγάκι: την τελευταία στιγμή του φάνηκε πως θα τον ξαναφώναζε κάποιος πίσω, πως δεν τόχε πη σταλήθεια η Βεργινία να παν, αυτός με τη Λιόλια, στους κάμπους για λουλούδια. Μα δεν ξεθαρρευότανε να σηκώση τη ματιά του κατά τη Βεργινία. . και χωρίς να κυττάξη μέσα, είπ' ένα δυνατό «Αντίο σας!» και βγήκε κι αυτός έξω. . . Μα η Βεργινία είχε κλείσει τα ματόφυλλά της σα να μην ήθελε να δη πια τίποτα — σα να μην ήθελε να δη στα μάτια του Νίκου εκείνην τη λάμψη πούτον άλλη φορά δική της, πούτον το φως της ζωής της και τώρα της έκαιγε την ψυχή, γιατί έφεγγε για μιαν άλλη.

— Να μην αργήσετε! — τους φώναξε αποπίσω τους, ανοίγοντας την πόρτα, η Κερά Ελέγκω, γιατί θα νυχτώσω κ’ έχω να βάλω τα ρούχα στο νερό — . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Περπατούσαν, ο ένας μακριά από τον άλλον. Η Λιόλια κύτταζε τα χαλικάκια που ξεκυλούσαν μπροστά της. . . Πήρανε πρώτα το δρόμο κατά πλάτος του βουνού ίσαμε ταφημένα καμίνια. . . Έπειτα κατρακύλησαν τον πέτρινο κατήφορο, σαν τα κατσίκια που ροβολούν κάτω τις πλαγιές σκιαγμένα απ’ το μεσημεριάτικον τρόμο του βουνού. . διάβηκαν το ξερό ρέμα του Ιλισσού, γεμάτο μικρολίθαρα που γυαλοκοπούσαν κι άσπρα χοντρά κοτρώνια που λιάζονταν, καθιστά ολόγυρα σα ζώα, κ’ έβγαζαν έναν αχνό φλομωμένο που τρεμοσάλευε. . . Προσπεράσανε μερικά μαντρωμένα χαμόσπιτα και τα Σφαγεία . . . Όσο προχωρούσαν, τόσο το βήμα τους άνοιγε, γινόταν πιο ελαστικό — λες κ’ έπεφτε ένα βάρος κομμάτια-κομμάτια από πάνω τους. Και σάμπως να χαλάρωνε ολοένα κάποιο δέσιμο πούχε σφιχτοζώσει την ψυχή τους, μια γαλήνη ξαστέρωνε τα πρόσωπά τους, τα μάτια τους ανοίγανε διάπλατα και λαμπερά και πηγαίνανε νακκουμπήσουν το φως τους, γλυκασμένο, ολόγυρα: στους κοκκινοφλέβηδες βράχους των λατομείων που στέκονταν εκεί με τις γνώριμες τους φυσιογνωμίες, σα φίλοι που περιμένουν, και τους βλέπανε νάρχωνται από μακριά. . στις ασβεστωμένες μάντρες με τις ρεκλάμες για γάντια και καπέλλα και κάλτσες πλεχτές που ξεφωνίζανε βουβά με θεόρατα γράμματα μες τη σιγαλιά του βουνού και της κάψας. . στα χορταράκια του δρόμου που γλυκοζούσαν κρυμμένα μες τις πέτρες. . στα μαυρισμένα τα καμίνια. . . Όπως τα καμίνια που ταφήναν πίσω τους, έτσι κάτι μαύρο μέσα τους ξεμάκραινε, απόμενε πίσω, σα να μην είχε δύναμη να τους ακολουθήση παραπέρα προς το φως το ξέχυτο και τα λουλούδια. . .

. . Κ’ έξαφνα μπροστά τους άπλωσαν οι καταπράσινοι κάμποι της Καλλιθέας με τα μυριόχρωμα λουλούδια! Α! τότε λύθηκε πια ολότελα η βασκανιά κ’ οι ψυχές τους αναγάλλιασαν . . . Η Λιόλια έγινε αγνώριστη. Άρχισε να τρέχη έξαφνα ακράτητη, σα νάχε κάμη φτερά, μέσα στα γρασίδια. . . . Έσκυβε κ’ έκοβε ένα λουλούδι και πάλι σηκωνότανε γλήγορα κ’ έτρεχε και ξανάσκυβε παρακάτω, σα να την έστελνε τόνα λουλούδι στάλλο με μαντάτα, ή λες και φοβότανε μήπως φύγουν από 'κει που στέκονταν ή μαραθούν — και δεν τα προφθάση. . . Ο Νίκος ερχόνταν αποπίσω με το βήμα ανοιχτό, κρυφοπηδούμενο, με το πρόσωπο σαν ανθισμένο από μίαν ευτυχία πούχε ξεσκάσει μονομιάς απ’ όλα τα μπουμπούκια: κάθε τόσο, άθελα το κορμί του έκανε μπροστά να τρέξη μαζί με τη Λιόλια, να πάη κοντά της — μα πάλι σιγάλευε τα βήματτά του λες και τα βάραινε η πολλή χαρά — — —

Τρέχε, κοριτσάκι! τρέχε! και σκύβε βαθιά στο χώμα και μάζευε τα λουλούδια της χαράς σου, μήπως και σου μαραθούν και δεν τα προφθάσης! . . . Και πάλι τρέξε! Σε κυνηγά η μοίρα σου· κ’ εκεί που πας τρέχοντας, πάλι θα τηνέ βρης να σε περιμένη. . .

Αχ, η μοίρα των κοριτσιών! αλάλητη ευτυχία είναι ή χαλασμός; — ή και τα δυο μαζί! . . .

Κόβε λουλούδια, κοριτσάκι, κόκκινα λουλούδια σαν το αίμα των παρθένων και σα χείλια που τα ματώνουν τα φιλιά! Μάζευε κίτρινα άστρα σαν τουρανού, γιατί σε λίγο η ψυχή σου θα γίνη ουρανός κι αυτά θα τη φωτίσουνε! Γέμιζε την ποδιά σου άσπρους ανθούς για στεφάνι σταθώο μέτωπό σου, μα ξεφύλλισε τους πάλι, γιατί δε θα προκάμης να το φορέσης . . και τάνθινα γαλανά ματάκια, σκύβε και παίρνε τα στην αγκαλιά σου προτού σε ιδούν και κλάψουν. . . Μα σαν αγνάντεψες από μακριά ανθισμένες μυγδαλιές, στάσου και κρύψε το πρόσωπό σου μες τα χέρια σου, γιατί δεν πρέπει να τις ιδούν τα μάτια σου . . .

Και συ πούρχεσαι το κατόπι αγόρι ολόλαμπο από νιάτα και λαχτάρα, δεν ξέρεις πως είσαι ο ήλιος που τρέχει να πιάση το σύννεφο ταπαλό και που σαν το φθάση πέρα στις βουνοκορφές και ταγκαλιάση, φλογοκαίγετ’ όλος ο ζαφειρένιος κάμπος κι ο ήλιος γίνετ’ ο Βασιλιάς τουρανού και πέφτει και πνίγεται στη μεγάλη θάλασσα του πόθου του;

Χαμήλωνε τώρα ο ήλιος. Ο λόφος της Καστέλλας ακόμα φεγγοβολούσε κατακίτρινος σα θειάφι. Μα τα σπίτια της Καλλιθέας κι ο ελαιώνας, πιο πίσω, και στο βάθος πέρα το κόκκινο βουνό του Δαφνιού, το θαμνωμένο σαν από δασειά ορμή εφηβική, παίρνανε τώρα μια γλύκα τριανταφυλλένια. Η θάλασσα του Φαλήρου και της Αίγινας ήτονε βαθιά μαβιά, σα νάχε μεστώσει ο πόθος της. Ο αέρας ήτονε μαλακός, γεμάτος ρευστό χρυσάφι σαν κρασί γλυκό της Κύπρου. . .

Όταν, έτσι τρέχοντας, πέσανε μέσα σε κάτι λίμνες από ανεμώνες κόκκινες σαν αίμα — γιατ’ είχανε γεννηθή απ’ τον Άδωνη το αίμα — η Λιόλια ξεφώνισε απ’ την αναγάλλιασή της (που από 'κείνην τη βραδιά του χορού σχεδόν η φωνή της δεν είχε ακουστή):

— Κύριε Νίκο! Κύριε Νίκο, ελάτε! Εδώ ελάτε να δήτε πόσες έχει. Φέρτε το σουγιά σας να τις βγάλωμε με το χώμα! Για κυττάξτε καλέ, είναι μια θάλασσα κόκκινη! — κι όλα τα κεφαλάκια τους μαζί! . . .

Κι ο Νίκος έτρεξε και σκυμμένοι οι δυο τους, με τα κεφάλια τους μαζί σαν τις ανεμώνες, ξερρίζωναν τα λουλούδια σαν αίμα και σαν χείλια αιματωμένα απ’ τα φιλιά. Τί κόκκινα που ήταν και τα δικά τους τα χείλια — και πριν ακόμα αιματωθούν απ’ τα φιλιά! Και παρακάτω ηύραν άλλα πάλι κιτρινολούλουδα που φέγγανε σαν άστρα μες τα χόρτα. . κι απ' αυτά έκοβαν, έκοβαν και γέμιζαν τις αγκαλιές τους και τάστρα έγερναν απάνω στα στήθη τους για να τα φωτίσουν. Και πάλι πετούσε η Λιόλια πιο πέρα και μάζευε γαλανά ματάκια άνθινα, που την κυττάζανε λυπητερά και σα δακρυσμένα, και γέμιζε την ποδιά της όλο μαργαρίτες, χωρίς νάχη καιρό να τις ξεφυλλίση, κ’ έτρεχε κ’ έκοβε κάτι ασπρολούλουδα σ’ αψηλά κλωνιά που ανθίζανε δέσμες-δέσμες κ’ ήτανε γεμάτα μέλισσες. . . Δεν τα χωρούσε πια η αγκαλιά της κ’ η ποδιά της τα λουλούδια κι ανασήκωνε και τη φουστίτσα της και φάνηκε το μισοφοράκι τάσπρο χιόνι κ’ η παχουλή γαμπίτσα της. Μια μέλισσα την είδε έτσι και πέταξε με βόμβο χαρούμενα τραγουδιστό να την τσιμπήση· η Λιόλια απ’ το φόβο της έβγαλε τις φωνές κι αντίς να τρέξη να φύγη, γύρισε πίσω στο Νίκο να τη σώση. (Μέλισσα! μικρέ θεέ, χωρίς να κεντρίσης, ρίχνεις τη σαΐτα σου!) Ο Νίκος άνοιξε τα χέρια του να τσακώση τη μέλισσα . . . Μα του ξέφυγε. . και πάλι έπιασ’ η Λιόλια το τρεχιό μέσα στα λουλούδια. . και κάθε λίγο του φώναζε του Νίκου από μακριά νάρθη να βγάλη ένα όμορφο άνθος με τη ρίζα. . . Οι πεταλούδες, πούχανε γεννηθή εκείνες τις ημέρες, ζήλεψαν τα λουλούδια της ή την πήρανε γι’ αδερφή τους, έτσι που πετούσε από άνθος σ’ άνθος κ’ έσκυβε αποπάνω τους· κ’ έξαφνα τους ήρθε να παίξουνε μαζί της και μαζεύτηκαν όλες σωρό γύρω απ’ το κεφάλι της που χρύσιζε, με βουβά φτεροκοπήματα σαν πνοές άσπρες και κίτρινες και γαλάζιες και κόκκινες — σαν άνθη και φλόγες που πετούσαν. . . Ξαφνίστηκε η Λιόλια κ’ έκανε για να τις διώξη, γελώντας νευρικά από φόβο μαζί και χαρά· μα δεν τα κατάφερνε με τόνα χέρι που ανέμιζε το σαλάκι, ίδιο συννεφάκι τριανταφυλλί — γιατί με τ’ άλλο βαστούσε τα λουλούδια μες τη φούστα της: οι πεταλούδες δεν το φοβούνταν ολότελα το συννεφάκι το ρόδινο, παρά νομίζανε πως έπαιζε κι αυτό μαζί τους και με τόση περισσότερη ορμή έπεφταν απάνω της, ως που έφθασε ο Νίκος και τις σκόρπισε με το καπέλλο του κ’ έπιασε μια μεγάλη κόκκινη με κάτι σα μάτια παγωνιού στα φτερά της και την τρύπωσε μέσα στης Λιόλιας τα μαλλιά. . . Και πήγανε παραπέρα ως πίσω απ’ τα σπίτια της Καλλιθέας και πιο κάτω απ' τις φυλακές, ίσαμ’ εκεί παρχίζει ο ελαιώνας. Με μιας η Λιόλια έκαμε «Αχ!» κ’ έπεσε μέσα σ’ ένα χαντάκι πούτον αψηλό χορτάρι φυτρωμένο και το σκέπαζε που δε φαινόταν ολότελα. Έτρεξε ο Νίκος να τηνέ σήκωση κ’ εκεί που την τραβούσε απ' τα δυο της τα χέρια, γονάτισε κι αυτός και το στήθος της, το ζεστό και σαν πουπουλένιο, ακκούμπησε απάνω ατό δικό του και τα χείλια του, τα φλογισμένα, έπεσαν απάνω στα δικά της κ’ η πνοή της, που ήτανε σαν του φρέσκου ψωμιού την άχνα, τούρθε μες στο στόμα του. . .