— Πώς θες να το ξέρω;
— Ο Μεϊντανός με δυο άλλους αχρείους την ακολούθησαν όταν έβγαινεν από το εργοστάσιο ως το γεφύρι της Βάθειας.
Εκεί την έπιασαν, της έφραξαν το στόμα, την έρριξαν σ' ένα αμάξι, την επήγαν εις το βρωμόσπιτο μιανής Κέρας Βασιλικής, την ατίμασαν, την εβασάνισαν όλη νύκτα και την άφισαν εκεί αναίσθητη και μισαποθαμμένη. Τον Μεϊντανό τον έκρυπτεν ο βουλευτής τρεις ημέρες εις το υπόγειο του σπητιού του, έπειτα τον έκαμε να δραπετέψη.
— Αυτά, του είπα, είνε πράγματα πού ακολουθούν κάθε μέρα. Με πέντε λεπτά τα χορταίνεις σε κάθε εφημερίδα.
— Με τη διαφορά, απήντησεν αποτόμως, ότι ηκολούθησαν της κόρης μου, και δεν είνε για μένα το ίδιο. Την εφύλαγαν εκεί κοντά εις το τμήμα της Βάθειας. Έτρεξα να την σηκώσω στην αγκαλιά μου και να την πάω της μάννας της.
Όλη νύκτα εκλαίαμε γονατιστοί εις το προσκέφαλό της και της εφιλήσαμε χέρια και πόδια, κι' ούτε μας αποκρίνουνταν, ούτε γύρισε να μας δη. Εφοβούμεθα πως είνε κακιωμένη μαζί μας. Επειτα ήλθαν δύο γιατροί και μας είπαν ότι είχε τρελλαθή.
Τους γιατρούς εσυντρόφευεν ο αστυνόμος. Αφού έφυγαν εκείνοι, άρχισε να μου λέγη πως ο Μεϊντανός είνε ένας αχρείος, που έχει στή ράχι του κατηγορίες για βιασμούς και φόνους. Τον προστατεύει όμως ο κύριος Βουλευτής Σύρου, που τον εγλύτωσε δυο φορές, και θα ήτο τρέλλα να τα βάλλω μ' ένα Συνταγματάρχη και υπουργικό βουλευτή, τώρα μάλιστα πού άρχισαν η δουλιές της Κυβερνήσεως να στραβώνουν και τον έχει ανάγκην. Ό,τι και αν έκαμνα και όσον και αν εφώναζα δεν θα κατώρθωνα τίποτες, εν ώ αν εσώπαινα, ημπορούσε να γίνη κάτι για μένα, ως π. χ. να βάλουν την κόρη μου χάρισμα εις το φρενοκομείο, δεν αποκρίθηκα τίποτες, γιατί την απόφασί μου την είχα πάρη. Έγραψα του πεθερού μου να φροντίση, όσο πτωχός και αν είνε, για την κόρη του και την εγγονή του. Εφίλησα τες δυο δυστυχισμένες, έκαμα το σταυρό μου, επέρασα στη ζώνη το λάζο μου και εις τας δέκα η ώρα επήρα το δρόμο του σπητιού του βουλευτή, με απόφασι να τον σκοτώσω και ό,τι γίνη ας γίνη. Ευρήκα την πόρτα του ανοικτή και τη σάλλα του γεμάτη. Ήταν εκεί και ένας από τους δύο γιατρούς που ήρταν σ' εμένα το πρωί και παρακάτω ένας παπάς με το διάκο του που εκρατούσε τη μετάληψι και το πετραχήλι. Κανένας δεν επρόσεξεν όταν εμπήκα.
Εκρύβηκα απ' οπίσω από την κουρτίνα του παραθύρου και απ' εκεί άκουσα πως μετά το πρόγευμα είχεν έρτη του συνταγματάρχη αποπληξία, πως απέμεινεν ο μισός παράλυτος και κινδυνεύει. Τώρα εσυζητούσαν αν πρέπει να του πάνε αμέσως τον παπά ή να περιμένουν να γίνη καλλίτερα ή χειρότερα. Μετά λίγην ώρα εβγήκεν από την κρεββατοκάμερα άλλος γιατρός που είπε πως πρέπει ν' αφήσουν τον άρρωστον να ησυχάση. Λίγο — λίγο άρχισεν ο κόσμος να φεύγη, έως ότου δεν απέμειναν παρά ο γιατρός, ο παπάς και δυο σπητικοί φίλοι. Τα μεσάνυκτα επήγαν κ' εκείνοι να εξαπλωθούν εις το επάνω πάτωμα, αφού έδωκαν παραγγελία εις τον στρατιώτη της υπηρεσίας να μείνη στη σάλλα και αν τύχη τίποτες να τους κράξη. Εκείνος όμως δεν εσυλλογίζουνταν παρά πώς να περάση την νύκτα του αναπαυτικά. Έβαλεν ένα κερί σε μια καθέκλα κοντά εις το ντιβάνι, απλώθηκεν απάνω με τα παπούτσια, επήρε να διαβάση μιαν εφημερίδα, και μετά πέντε λεπτά άρχισε να ρουχαλά. Τωρα ήταν η δική μου σειρά, όχι βέβαια να ρουχαλήσω. Εβγήκα από την κρύφτη μου, έσυρα το λάζο, επέρασα εις το πλαγινό δωμάτιο και εκλείδωσα οπίσω μου την πόρτα. Ήταν η ίδια κάμαρα πού με εδέχθηκε προ τρία χρόνια παίζοντας με το γάτο, με τη διαφορά πως αντίς κεντητό φεσάκι εφορούσε τώρα εις το κεφάλι μια φούσκα με πάγο και εις τα πόδια αντίς παντόφλες συναπισμούς. Με όλο του το χάλι του απέμεινεν ακέραιο το λογικό. Μ' εγνώρισεν αμέσως και όταν εσήκωσα απάνω του το μαχαίρι, κράζοντας αυτόν «φονιά των παιδιών μου», άπλωσεν ο φόβος στην όψι του θανάτου πρασινάδα. Ήταν άφωνος και παράλυτος και δεν μπορούσε ούτε να παρακάλεση ούτε να γονατίση. Όσα όμως δεν ημπορούσαν να κάμουν τα γόνατα και η γλώσσα τα έκαμνε το μάτι. Το βλέμμα του μου έλεγεν Αμάν! μου φιλούσε τα χέρια, μου έγλειφε τα πόδιά. Δεν μ' εβάσταζεν η καρδιά να χτυπήσω το άρρωστο εκείνο ανδράποδο. Άδικον όμως θα ήταν να μείνουν τα παιδιά μου χωρίς εκδίκησι καμμιά. Έβαλα στη θήκη το λάζο και έφτυσα στο πρόσωπο τον κύριον συνταγματάρχην, και αντί να θυμώση διά το φτύσιμον, μ' εκύτταξε, σαν να μου έλεγεν ευχαριστώ που του χάρισα τη ζωή.
— Και πως ετελείωσεν αυτή η ιστορία;
— Ο συνταγματάρχης εγλύτωσε και έφυγεν εις τα λουτρά. Η κόρη μου εβασανίστηκε ακόμη μερικούς μήνες, κ' έπειτα την εξάπλωσα κ' εκείνη κοντά εις τα άλλα πέντε, Δεν έχω δίκαιο γα λέγω, ανάθεμα εις την πολιτική;
— Πταίεις όμως και συ, του είπα, που ανακατεύθης εις αυτήν. Και συ και οσοι άλλοι μαζεύετε ψήφους και πιστεύετε εις όσα σας λέγουν.
Το επιχείρημά μου, αντί να τον αποστομώση, τον έκαμε να σηκωθή βροντόλαλος και φοβερός. Τα μάτια του εσπινθοβολούσαν και μου έσφιξε τα χέρια που μ' έκαμε να πονέσω.
— Μη το λες, μου είπεν, αυτό, γιατί δε σου κάμνει τιμή. Το «συ φταις γιατί μ' επίστεψες» άφησε το εις τους λωποδύτες του χρηματιστηρίου. Όσον ευκολώτερα πιστεύομεν και ταχύτερα λησμονούμεν, τόσον μεγαλειτέρα είνε η ασυνειδησία εκείνων πού μας απατούν. Όσον πλέον κουτός, άκακος και απονήρευτος είνε ο λαός, τόσον περισσότερον έπρεπε να τον συμπαθούν και να τον λυπούνται, αντί να νομίζουν πως η κουταμάρα και η καλωσύνη του τους δίδει το δικαίωμα να τον γδαίρνουν ως το κόκκαλο, να τον καταδικάζουν εις την βρώμαν, την αρρώστειαν και την ατιμίαν, να φέρνωνται μαζί του καθώς οι άκαρδοι εκείνοι καρραγωγείς, που σκοτώνουν τ' άλογα από το πολύ φόρτωμα και το πολύ ξύλο για το λόγο πού δεν δαγκάνουν και δεν κλωτσούν. Αν έχης μέσα στο στήθος σου καρδιά και όχι πέτρα, μη λες πως φταίει ο λαός, αλλά φώναξε μαζί μου· «ανάθεμα εις τους λαοπλάνους.»
Την χάριν ταύτην δεν ημπόρεσα να κάμω εις τον δυστυχή νεκροθάπτην, διότι ολίγην έχω φωνήν και δεν αγαπώ τας φωνάς. Αν ενόησα αυτόν καλά, εκείνο το οποίον εζήτει, παραβάλλων τους πολιτικούς μας προς καρραγωγείς, ήτο, καθώς υπάρχουσιν αλλαχού εταιρείαι προς προστασίαν των ανυπερασπίστων πλασμάτων, αλόγων, γάτων, περιστερών και άλλων πτερωτών και μαστοφόρων, ούτω να συστηθή και εις την Ελλάδα προστατευτική των ψηφοφόρων.
(«Εφημερίς» 19-27 Νοεμβρίου 1895).
ΙΣΤΟΡΙΑ ΟΡΝΙΘΩΝΟΣ
Εξ όσων ηυτύχησα ή εδυστύχησα να γνωρίσω είμαι, πιστεύω, ο μόνος άνθρωπος όστις, αν τον ωνόμαζαν ζώον, δεν θα εθεώρει τούτο ως προσβολήν. Όσον συναναστρέφομαι τα ζώα, τόσον μάλλον πείθομαι, ότι δεν υπάρχει μεταξύ αυτών και των ανθρώπων καμμία διαφορά, ως ηθέλησαν παραδοξολόγοι τινές να ισχυρισθώσιν, αλλά μόνον ότι τα πράγματα, κατά τα οποία διαφέρομεν από τα ζώα, δεν αποδεικνύουν όλα την ανθρωπίνην υπεροχήν.
Το κυρίως διακρίνον αυτά από ημάς είνε ότι παρέλαβον από τους ανθρώπους όσα έχουσιν ούτοι καλά, και απέφυγαν να μιμηθώσι τα άχρηστα, τα επιβλαβή και τα γελοία. Ουδέποτε έγεινε λόγος μεταξύ αυτών περί επισκέψεων του νέου έτους, ούτε περί καπνίσματος, ούτε περί φόρου επί του καπνού η οιουδήποτε άλλου· δεν χαρτοπαικτούσι, δεν πίνουσι παρά νερόν ή γάλα όταν είνε μικρά· δεν συντηρούν στρατούς, αγνοούν τι θα ειπή πατρίς και ιδιοκτησία, και εκ τούτου ούτε δίκας εγείρουσιν ούτε κινούσι πολέμους, αλλά μόνον μονομαχίας περί πραγμάτων τα οποία ενδιαφέρουσιν αυτά αμέσως και προσωπικώς, περί της νομής λ. χ. πολυχλόου τινός λειμώνος ή της ευνοίας ωραίας τινός ομοφύλου των, γάτας, σκύλας, λεαίνης, φοράδας ή ελαφίνας. Και αυτούς τους οικογενειακούς δεσμούς περιώρισαν εις μόνους τους αναγκαίους και τους μη οχληρούς. Έχουσι μεν πατέρα και μητέρα, ούτε θείους όμως ούτε εξαδέλφους ούτε πάππους ούτε εγγόνους, και το κυριώτερον ούτε πενθερούς ούτε πενθεράς.
Ζώντα κατά το ευαγγελικόν παράγγελμα με ό,τι στείλη εις αυτά η πρόνοια του Θεού, δεν υπόκεινται εις την υποχρέωσιν να συντάξωσι διαθήκην και αγνοούσιν ότι υπάρχουσιν εις τον κόσμον συμβολαιογράφοι, όπως και δήμιοι, δικαστήρια, ιατροί, ειρκταί, στρατώνες, νοσοκομεία, πτωχοκομεία και οικονομικά μαγειρεία. Ταύτα λέγων ουδόλως εννοώ ν' αμφισβητήσω των πραγμάτων τούτων την χρησιμότητα και την ανάγκην, αλλά να είπω ότι δύσκολον είνε να μακαρίσωμεν τον άνθρωπον δι' όσα κατέστησεν αναγκαία η κακή ποιότης του σώματος και της ψυχής του, ή να θεωρήσωμεν ως μικρόν πλεονέκτημα των ζώων το να δύνανται να τρώγουν χωρίς μαγείρους, να ενδύωνται χωρίς ράπτας, να νυμφεύωνται χωρίς παπά, να γεννώνται άνευ της βοηθείας μαμμής και ν' αποθνήσκουν άνευ της συμπράξεως τον ιατρού ή του δημίου.
Τα ανωτέρω αρκούσι, πιστεύομεν, ν' αποδείξωσι πόσον απατώνται οι θεωρούντες άλογα τα ζώα. Αληθές είνε, ότι πλησιάζει να εκλείψη η γενεά των φιλοσόφων θεωρούντων αυτά ως είδος μηχανών, κινουμένων υπό μυστηριώδους τινός δυνάμεως, καθ' ον περίπου τρόπον κινεί ο ατμός τας μηχανάς των ατμόπλοιων ή, στρέφει ο άνεμος τας πτέρυγας των ανεμομύλων. Την δύναμιν ταύτην ωνόμασαν ένστικτον, κατά την συνήθειαν των σοφών ν' αρκώνται να βαπτίζωσιν όσα δεν δύνανται να εξηγήσωσι, και εθεώρουν αυτήν ως ουδέν έχουσαν κοινόν προς την ψυχήν και την διάνοιαν των ανθρώπων και εκ τούτου ανεπίδεκτον αθανασίας. Η γνώμη αύτη απηρχαιώθη πριν ή γηράση, πολλοί όμως απομένουσιν ακόμη οι στέργοντες μεν να παραδεχθώσιν ότι έχουσι και τα ζώα ψυχήν, αλλά πεισματικώς ισχυριζόμενοι ότι τα πάθη, και τα αισθήματα της ζωικής ταύτης ψυχής ουδέν έχουσι κοινόν προς τα της ανθρωπίνης. Προς πλήρη απόδειξιν ότι και κατά τούτο απατώνται, ότι όχι μόνον εν συνόλω και χονδρικώς, αλλά και εις αυτάς τας λεπτοτάτας του αισθήματος αποχρώσεις ομοιάζουσι πολλάκις ως δίδυμοι αδελφαί αι ψυχαί των ζώων και των ανθρώπων, νομίζω αρκούσαν την κατωτέρω εκ του ορνιθώνος μου ιστορίαν. Εις τον ορνιθώνα ή μάλλον την αυλήν του αγροτικού εν Χίω πύργου, όπου έμενα το θέρος πριν το κρημνίση ο σεισμός, συνέζη χαριτωμένον και αγαπημένον ανδρόγυνον, αποτελούμενον εκ πετειναρίου και ορνιθούλας, του είδους το οποίον ονομάζουν λειόπτερον οι ορνιθολόγαι και αγνοώ πώς οι ορνιθοτρόφοι. Διακριτικά αυτού σημεία είνε το μικρόν μάλλον ανάστημα, το λευκόν χρώμα, η μεταξίνη των πτερών απαλότης, η χάρις και η ευκινησία. Όταν εκούρνιαζαν κρύπτοντα την κεφαλήν των, ενόμιζε τις ότι βλέπει δυο βώλους χιόνος και τα ανορθωμένα πτερά των ωμοίαζον όταν έσειεν ο άνεμος νιφάδας.
Μόνος ο αγαπών τα ζώα και τερπόμενος εις την λεπτομερή παρατήρησιν, ουχί μόνον των γενών και των ειδών ως ο επιστήμων, αλλά και των ατόμων, κατορθώνει διά του χρόνου να διακρίνη εις την φυσιογνωμίαν και τας εξής αυτών παραλλαγάς, εκ των οποίων δύναται ασφαλώς να εικασθή εκάστου ζώου, όπως και εκάστου ανθρώπου, ο ηθικός χαρακτήρ. Ούτω λ. χ. η λευκή ορνιθούλα μου ήτο τύπος καλής συζύγου και οικοκυράς τιμίας, σεμνής, πάντοτε καθαράς και καλοκτενισμένης, άνευ όμως πολυτελείας ή περισσής φιλαρεσκείας. Ο πετεινός απ' εναντίας ήτο τύπος λιμοκοντόρου, δανδή, καλλωπιστού, λέοντος, λεβέντη ή όπως άλλως ονομάζονται κατά καιρούς και τόπους οι αγαπώντες να κορδώνωνται, να καμαρώνωνται και να λαμβάνωσιν ήθος καρδιοσφάκτου και κατακτητού. Πλην της συμπεριφοράς και αυτός ο τόνος της φωνής του τον έκαμνε να ομοιάζη λιγωμένον τενορίνον.
Και τοιούτος όμως ων έζη καλά με την όρνιθά του, την επεριποιείτο, την συνώδευεν εις τον περίπατον, και κατά την ώραν του δείπνου την άφινε να πρωτοφάγη. Εις την τοιαύτην διαγωγήν του συνετέλει κατά πολύ και η έμφυτος συνήθεια των πετεινών και των ορνίθων να μη σμίγωσιν, ως οι σκύλοι, με άλλας του γένους των φυλάς παρά μόνον εν ελλείψει ομοφύλων, άλλη δε λειόπτερη κόττα δεν υπήρχεν εις την αυλήν εκείνην καμμία.
Το έμφυτον όμως τούτο φυλετικόν αίσθημα δεν ήτο, ως φαίνεται, ικανώς ανεπτυγμένον, ώστε να υπερνικήση τας εφόδους του διεστραμμένου του πετεινού μου ατομικού χαρακτήρος. Πολλά σημεία μ' έκαμναν από τίνων ημερών να υποπτεύω, ότι το αχρείον πετεινάρι, του οποίου εθαύμαζα την συζυγικήν πίστιν, ήρχιζε να κυνηγά μίαν μικράν όρνιθα, η οποία δεν ήτο βεβαίως ομόγυλος του, αλλ' ανήκεν εις άλλην κάπως συγγενή φυλήν την λεγομένην περιβολάρικην. Δεν ήτο μεν όσον η σύζυγός του εύμορφη, αλλά εύχαρις, ζωηρά, πλουμιστή ως πέρδικα και από το πρωί υαλιστή και συγυρισμένη επεριπάτει με κεφαλήν υψηλά, εσείετο ως σεισούρα και πολύ περισσότερο παρά φρόνιμη κόττα ωμοίαζε κοκότα.
Ο άστατος εγλυκοσάλιαζε κατ' αρχάς με κάποιαν συστολήν,αλλά βαθμηδόν κατήντησε να μη φοβήται τίποτε και να μη εντρέπεται κανένα.
Ηκολούθει την πλουμισμένην εις όλας τας γωνίας, εξελαρυγγίζετο εκφωνών τους ωραιότερους του σκοπούς και εσκάλιζε το χώμα διά να εύρη σκουλήκια διά την αγαπημένην του. Την εξέθεσε τόσον πολύ, ώστε έπαυσαν να την συναναστρέφονται όσαι όρνιθες εφρόντιζαν διά την υπόληψίν των.
Η εγκαταλειφθείσα σύζυγος θα υπέφερε βεβαίως πολύ, αλλ' η υπερηφάνεια και η αξιοπρέπεια αυτής της επέβαλλαν να κρύπτη την λύπην της. Δεν ηδυνάμην να μη την θαυμάσω όταν την έβλεπα να βηματίζη εις την αυλήν πάντοτε μόνη και να περνά πλησίον του απίστου και της ερωμένης του, υποκρινομένη ότι μόνη δεν βλέπει όσα εβλεπον όλοι. Πολλάκις μ' ήλθεν όρεξις να τουφεκίσω απ'το παράθυρον την αμαρτωλήν όρνιθα διά ν'απαλλάξω την ενάρετον από τα βάσανα της εγκαταλείψεως και της ζηλείας, αλλά μ' επρόλαβεν η θεία δίκη.
Από το πολύ ίσως τσιμποφίλημα εξύπνησεν ένα πρωί η παραλυμένη κόττα με ορνιθοκόρυζαν ή, ως την λέγουν οι Χίοι, τσίφναν, κακήν αρρώστειαν δι' όλα τα πτερωτά. Λησμονήσας τας παρεκτροπάς αυτής εξ ελέους προς τα βάσανα της διέταξα την υπηρέτριαν να κάμη ό,τι ημπορεί διά να την σώση. Αληθές είνε ότι προ τινων ημερών είχα όρεξιν να τουφεκίσω την μοιχαλίδα,αλλ' εις ταύτα δεν υπάρχει αντίφασις καμμία. Οι καλοί άνθρωποι, μετά των οποίων έχω την αξίωσιν να συγκαταλέγωμαι, είνε ικανοί να πράξωσι τα πάντα εν τω βρασμώ της οργής των κατά των αχρείων, αλλά δεν δύνανται να βλέπουν να υποφέρη κανένας.
Η χειρούργισσα έκαμε την εγχείρησιν της τσίφνας καθ' όλους τους κανόνας της τέχνης, εξαιρέσασα διά βελόνης τον φράσσοντα την αναπνοήν υμένα ή λεπάκι, καυτηριάσασα την πληγήν δι'όξους και αλείψασα έπειτα αυτήν διά μίγματος μέλιτος και βουτύρου.
Ουδέν όμως ωφέλησε και η αμαρτωλή εξέπνευσε το εσπέρας εντελώς όμως ιατρευμένη, ως ελεγεν ο ιατρός τον Μολιέρου, οσάκις συνέβαινεν ο ασθενής του ν' αποθάνη.
Την επιούσαν ευρέθη ο άπιστος πετεινός χήρος της ερωμένης του και μαλωμένος με την νόμιμον σύζυγόν του. Η θέσις του ήτο αληθώς αξιολύπητος.
Κατά την ώραν του προγεύματος ήλθε να κλωθογυρίση περί την άσπρην όρνιθα, μετά δειλίας όμως και συστολής, ως σύζυγος αισθανόμενος ότι έχει όλα τα άδικα και μη βέβαιος αν θα συγχωρηθώσιν. Εκείνη εκαμώνετο ότι δεν τον βλέπει. Κατά το γεύμα ήλθε να λάβη την πρώτην παρά την πλευράν της συνήθη θέσιν του, έτι μάλλον ταπεινός και ζαρωμένος, αλλά και πάλιν έμεινε ψυχρά τρώγουσα με μεγάλην όρεξιν τα πίτυρα και το σιτάρι και υποκρινομένη ότι δεν εννοεί την όρεξιν συμφιλιώσεως του μετανοούντος.
Πάντα ταύτα όμως ήσαν κωμωδία, της οποίας εύκολον ήτο να μαντεύση τις την ευτυχή λύσιν. Προ της δύσεως τω όντι του ηλίου ετελείωσεν η παράστασις της κωμωδίας και εισήλθον μαζί εις το αυτό διαμέρισμα του ορνιθώνος. Φαίνεται ότι είχαν πολλά να ειπούν, διότι όταν εξήλθε την επιούσαν εφαίνετο η ορνιθούλα πολύ μεν ευχαριστημένη, αλλά και κάπως κουρασμένη.
Μετά την ανωτέρω αψευδή διήγησιν δύναμαι να ερωτήσω τους υποτιμητάς του πνεύματος των ζώων, ποίαν άλλην αξιοπρεπεστέραν της όρνιθας ταύτης διαγωγήν θα ηδύνατο πολύπειρος μήτηρ να συμβουλεύση την θυγατέρα της εις ομοίαν περίστασιν να τηρήση;
(«Σκριπ» 1 Ιανουαρίου 1897).
1) Υπό το πνεύμα τούτο μοι έγραψεν επανειλημμένως παροτρύνων με εις επίσπευσιν της παρούσης εκδόσεως και ο εν τω Πανεπιστημίω του Όξφορδ διαπρεπέστατος καθηγητής κ. Σ. Μενάρδος.
2) «Δεν ομιλώ περί λογογράφων διότι καθαυτό λογογράφοι δεν υπήρχον τότε. Ο Ροΐδης πρώτος με την Πάπισσαν Ιωάνναν του εδίδαξε lo bello stile, του οποίου η κομψότης και η χάρις και η ευφυία μένουσιν ανυπέρβλητοι. Αλλά το πολύκροτον βιβλίον του καθώς και τα εκάστοτε αραιώς δημοσιευόμενα σκαλαθύρματά του, καίπερ αρέσκοντα και θαυμαζόμενα, δεν έσχον τόσην επίδρασιν ώστε να τονώσωσι το πλαδαρόν και μελιτώδες και πομφολυγώδες ύφος το τότε εν χρήσει παρά τη πεζογραφία». Χ. Αννίνου, «Τα πρώτα έτη του Ζαν Μωρεάς», Περιοδικόν «Μελέτη» Μάρτιος 1911 σ. 144-5.
3) Τω 1885 ουδεμία σχεδόν των γλωσσολογικών του μελετών είχεν αναφανή, ως επίσης ουδέν των εν τω παρόντι τόμω διηγημάτων. Πλείστα δε των κριτικών άρθρων και σκαλαθυρμάτων του ανάγονται εις μεταγενεστέραν εποχήν.
4) Και «αφιλοκερδώς» ως ομολογεί εν τω προλόγω του ο κ. Σταματόπουλος.
5) Βλ. και το άρθρον του περί «Βιβλιοθήκης Μαρασλή» («Άστυ» 2 Φεβρουαρίου 1897).
6) «Ακρόπολις» και «Νέον Άστυ» της 9 Ιανουαρίου 1904.
7) «Ποικίλη Στοά» 1891 και «Παναθήναια» 31 Μαρτίου 1904.
8) «Berliner Philogische Wochenschrift» 31 Μαρτίου 1894. Μετεφράσθη εν τω «Άστει» της 2/15 Απριλίου του αυτού έτους.
9) Εξ ου και ο συνήθης τίτλος Life and letters.
10) Κατά τινας πληροφορίας, κατά τα νεανικά του έτη συνέταττεν ημερολόγιον.
11) Βλ. «Αριστοτέλους Βαλαωρίτου βίος και έργα» (υπό Ιωάν. Βαλαωρίτου τόμ. α' σ. 215 — 242).
12) Πολλές πληροφορίας ήντλησα και παρ' άλλων συγγενών ως και παρά των πολλών φίλων, οίτινες μέχρι τέλους έμειναν πιστοί εις την δυστυχήσασαν οικογένειαν.
13) Φυλάσσονται δε παρά τη χήρα τούτου κυρία Ελένη Ροΐδου, το γένος Καλλίνσκη.
14) Έγραφεν, ως λέγει, αποκλειστικώς δια τα τέκνα του, τους κ.κ. Νικόλαον Ροΐδην και Ανδρέαν Ροΐδην Καλλίνσκην
15) Λίαν κατάλληλα προς δημοσίευσίν του θα ήσαν τα Χιακά Χρονικά, ων εξεδόθη εφέτος ο πρώτος τόμος και τα οποία ο καθηγητής Άμαντος προτίθεται να εκδίδη ενιαυσίως.
16) Πάντα τα εν τω επομένω κεφαλαίω φερόμενα εντός εισαγωγικών και άνευ ετέρας μνείας, είναι ερανισμένα από τ' απομνημονεύματά του Ευστρατίου Ροΐδου.
17) Βλ. Καμπούρογλου, «Μνημεία της Ιστορίας των Αθηναίων» τομ. Β' σ. 375 — 77 και εν τόμω Γ' σ. 250 — 251 εκ των γενεαλογικών σημειωμάτων του κ. Κ. Α. Χρηστομάνου το «Άρχοντες Ροΐδαι».
18) Βλ. «Athenae Christianae» Α. Mommsen αρ. 88 σελ. 77· Καμπούρογλου «Ιστορία» τόμ. Β' σελ. 92 και σελ. 217, εν η ανατρέπεται σφάλμα τι του Νερούτσου (πρβ. «Χριστιανικαί Αθήναι» εν Δελτίω Εθνολ. Εταιρίας).
19) Εκ του δευτέρου τούτου εγγράφου προκύπτει ότι τινά των παραχωρηθέντων κτημάτων ήσαν ήδη ενοικιασμένα εις τους Ροΐδας· άρα ούτοι ήσαν αποκατεστημένοι εν Γαστούνη προ του 1702.
20) Ούτος ανήκε πιθανώτατα εις την γνωστήν ομώνυμον οικογένειαν, ήτις, καθ' ας έχω άλλοθεν πληροφορίας, κατώκει τότε εν Γαστούνη και δεν αποκατέστη εν Κερκύρα, ει μη μετά την οριστικήν εγκατάλειψιν του Μωρέως υπό των Βενετών.
21) Τόμ. γ' σελ. 375. Ως οικόσημον οι Ροΐδαι έλαβον ροδιάν γέμουσαν καρπών, εις την κορυφήν της οποίας επικάθηται γλαύξ. Και η μεν ροδιά αποτελεί λαλούν σήμα (armes parlantes), αναπαριστά δηλαδή δι' εικόνος το οικογενειακόν όνομα, η δε γλαυξ ετέθη επ' αυτής όπως δηλώση την εξ Αθηνών προέλευσιν (βλ. Χρηστομάνον ένθ' ανωτέρω). Το οικόσημον τούτο εκόσμει και την μεγάλην δρύινον βιβλιοθήκην του Εμμανουήλ Ροΐδου.
22) Βλέπε περί ταύτης την περίφημον μελέτην του Ράνκε, η οποία ιδούσα το φως το πρώτον εν τη Historisch - politischen Zeitschrift (τόμ. Β'), του 1835 και μεταφρασθείσα υπό του Π. Καλλιγά («Πανδώρα» 1862 εν «Μελέταις και Λόγοις» β' τομ. σ. 84 κ. εξ.), ανεδημοσιεύθη και αύθις μετά βελτιώσεων υπό του συγγραφέως (Zur Venezianische Geschichte, Λειψία 1878, μέρος α').
23) Κατά την εκτύπωσιν του παρόντος προλόγου έλαβον επιστολήν αναιρούσαν τας άνω πληροφορίας. Ο κ. Δημήτριος Πετροκόκκινος μου γράφει: «Η Ξανθούλα του Σολωμού ήτο όχι η νόννα του κ. Δούκα Ράλλη, αλλά της Κας Στεφάνου Ράλλη η μητέρα. Μου το είπε ο γυιός της ο John ο Ράλλης. Την εγνώρισα στα γεράματά της: Μικροκαμωμένη, με λεπτά χαρακτηριστικά, γλυκυτάτη έκφραση και ωραία γαλανά μάτια. Ο Burn Jones της έκανε περί το τέλος της ζωής της την εικόνα της, κι' από κάτω έβαλε σαν τους αγιογράφους μας το μαρτύριο της Αγίας Αικατερίνης της οποίας έφερε το όνομα».
24) Περί των εν Ζακύνθω Ροΐδηδων πολλάς πληροφορίας μοι έπεμψαν δύο πολύτιμοι φίλοι και διαπρεπέστατοι αρχαιοδίφαι, οι κ.κ. δε Βιάζης και Ζώης. Ο δεύτερος μοι έστειλε και κατάλογον των έργων του δοτόρου Ροΐδου και αντίγραφον ενός εξ αυτών.
Εκ των πληροφοριών τούτων προκύπτει ότι ο πρώτος μεταβάς εις Ζάκυνθον κόμης Γεώργιος Ροΐδης απέθανε το 1738, καταλιπών υιόν Νικόλαον, όστις εκ του γάμου του μετά της Μπετίνας Γριμάνη εγέννησε τρεις υιούς, τον Αντώνιον, τον Γεώργιον και τον Διονύσιον και τρεις θυγατέρας. Και οι μεν υιοί του δεν αφήκαν απογόνους· εκ της θυγατρός του όμως Ζαχαρένιας, ην μνημονεύει και η Σάτυρα του Σολωμού, κατάγεται η οικογένεια Δικοπούλου. Επίσης αφήκε κληρονομίαν και η νυμφευθείσα τον κόμητα Κατακίτην θυγάτηρ του Αναστασία. (Βλ. και παράρτημα).
25) Ο Ευστράτιος Ροΐδης αποδίδει το πράγμα εις το γεγονός ότι, των δημογερόντων απαλασσομένων του φόρου των περιουσιών, η κοινότης δεν ήθελε ν' αφήση ασύδοτον μίαν των πλουσιωτέρων οικογενειών του τόπου. Ίσως. Αλλά παρατηρώ ότι και οι Βλαστοί, οίτινες πολύ προ των Ροΐδηδων ήλθον εκ Κρήτης εις Χίον, δεν κατώρθωσαν ν' ανέλθουν εις το αξίωμα του δημογέροντος, όπερ ελογίζετο εν Χίω μέγα και υψηλόν (Βλαστού, «Χιακά», σ. 154), ειμή μόνον τω 1822. Περί του φόρου του κεφαλαίου εν Χίω βλ. την ημετέραν μελέτην περί της «Οικονομικής Διοικήσεως της Ελλάδος επί Τουρκοκρατίας» παράρτημα Γ (Παρίσιοι 1910).
26) Την «Πάπισσαν Ιωάνναν».
27) Η επιστολή αύτη διεσώθη εν τη οικογενεία μέχρι της καταστροφής της Χίου.
28) Εκ των Απομνημονευμάτων του Ευστρατίου βλέπει τις την φροντίδα, ην ο πατήρ του ελάμβανεν όπως τα τέκνα του λάβωσι κατά το ενόν τελείαν μόρφωσιν. Βραδύτερον αναφέρεται και είς υιός του Α. Μ. Ροΐδου, όστις εξέδιδεν εις την Κων/πολιν την «Illustration Orientale».
29) Περί του πύργου των Ροδοκανάκηδων συνέγραψεν ο αείμνηστος γυμνασιάρχης Χίου Γ. Ζολώτας λαμπράν διατριβήν καταχωρισθείσαν το πρώτον εν σελ. 522 — 9 του έργου του Δημητρίου Ροδοκανάκη «Ιουστινιάναι — Χίος». Εν τω αυτώ πονήματι ευρίσκονται και άλλαι πολυτιμόταται πληροφορίαι περί της οικογενείας Ροδοκανάκη και της Χίου εν γένει. Δυστυχώς η φαντασία του μακαρίτου συγγραφέως και εξαδέλφου μου υπερβάλλει ενίοτε τας πραγματικάς και βαθείας ιστορικάς του γνώσεις.
30) Ούτος λίαν εγκυκλοπαιδικής μορφώσεως ανήρ, φαίνεται επηρεασθείς υπό τινων γάλλων καταφυγόντων περί τα τέλη του 16ου αιώνος εν Χίω. Ήτο όμως προσέτι ελληνομαθής, γράφων και αρχαϊκά επιγράμματα.
31) Το ψιμμύθιον ελέγετο Σουλουμάς· βλ. και τους γνωστούς παροιμιώδεις στίχους:
— Κουντουρίδι περισσό.
— Σουλουμάς με το καντάρι,
— Αμέ σιτάρι;
— Ο τόπος δεν το ζάρει.
32) «Κορνηλία Ροΐδου το γένος Ροδοκανάκη» (ανατύπωσις εκ «Χιακών Χρονικών», Αθήναι 1911).
33) Πράγματι η κορασίς είχε πέση εις χείρας Σμυρναίου Τούρκου, όστις διαγνώσας την μέλλουσαν αυτής έκτακτον καλλονήν, την προώρισε διά το χαρέμιόν του, προς το παρόν δε την έστειλεν εις έν υποστατικόν του. Φύλακες αυτής ήσαν ζεύγος γερόντων Τούρκων, οίτινες μη έχοντες τέκνα προσεκολλήθησαν εις την νέαν Χίαν, ην μεχεχειρίζοντο ως θυγατέρα μετονομάσαντες μάλιστα αυτήν Αϊσσέ. Ότε δε ήλθεν η διαταγή να την οδηγήσωσιν εις Σμύρνην, οπόθεν επρόκειτο να επιβιβασθή διά Λιβόρνον, την συνώδευσαν κλαίοντες μέχρι της πρωτευούσης της Ιωνίας. Η Κορνηλία συχνά ενεθυμείτο τα έτη, άτινα διήλθε διάγουσα βίον χωρικής, βοσκούσα αρνία και τρώγουσα ως επί το πολύ βρασμένα χόρτα και ψωμί ξηρόν. Συχνάκις και μετά συγκινήσεως ενεθυμείτο επίσης το πόσον ηγάπησαν αυτήν γεροντικόν ζεύγος. Ότε δε την ημέραν του θανάτου του υιού της Εμμανουήλ ευρέθη ενενηκοντούτις μόνη εις τον κόσμον, μου έλεγε στενάζουσα ότι ευτυχέστερος ήθελεν είσθαι ο βίος της εάν είχε μείνη λησμονημένη εις έν τουρκικόν χωρίον.
34) Τη αληθεία η συνεννόησις μετά της οικογενείας της ήτο πρόβλημα, όπερ έλυσε μόνον η άφιξις του πρίγκηπος Καρατζά, γνωστού εις μεν τους νομικούς διά τον κώδικα του, εις δε τους λογίους διά τας μεταφράσεις του Γολδόνη. Ο πρώην ηγεμών της Βλαχίας είχε πολύ περιποιηθή εν Πίζη, ένθα είχεν εύρη καταφύγιον, την μητέρα της Κορνηλίας, ης η υγεία, κλονισθείσα εις άκρον εκ των αλλεπαλλήλων δυστυχημάτων, την ηνάγκασε να μεταβή προς θεραπείαν παρά τινι των καθηγητών του Πιζαίου Πανεπιστημίου. Έκτοτε δε εξενίζετο το θέρος υπό των Ροδοκανάκηδων εν τω παραθαλασσίω Λιβόρνω. Ο ποτέ μέγας διερμηνεύς της Πύλης ανέλαβε νυν τα καθήκοντα διερμηνέως μεταξύ της Τουρκοπούλας και των συγγενών της. Άλλως αι υπηρεσίαι του κατέστησαν ταχέως περιτταί, διότι η έκτακτος ευφυία της δωδεκαετούς κόρης τη επέτρεψαν ταχύτατα να εκμάθη την Ελληνικήν, ην τη εδίδασκε συστηματικώτερον ο θείος της σατυρικός ποιητής Σταμάτιος, ως και την Ιταλικήν και Γαλλικήν.
35) Μεταξύ των εξανδραποδισθέντων, πάντων εξαγορασθέντων, ευρίσκετο και ο Σταμάτιος Ροΐδης, νεώτατος υιός του σφαγέντος Ζαννή, ου επί μακρόν εστάθη αδύνατον να γνωσθή η τύχη, ότε τέλος ανεκαλύφθη ότι ευρίσκετο εις το εσωτερικόν της μικράς Ασίας και είχε σχεδόν εντελώς εξισλαμισθή. Εχρειάσθησαν δε πολλοί κόποι όπως προσελκυσθή εις Σύρον όπου μετά πολλά απηρνήθη τον Τουρκισμόν. Αναφέρω το γεγονός, διότι φευ! πολλοί Έλληνες, εν οις και τέκνα ηρώων του αγώνος ζωγρηθέντα εν τρυφερά ηλικία απωλέσθησαν διά παντός διά τον Ελληνισμόν. Η διαμονή τινών εξ αυτών ανεκαλύφθη υπό των συγγενών των, αλλ' αι προσπάθειαι τούτων, όπως τους επαναφέρωσιν εις την ορθοδοξίαν δεν εκαρποφόρησαν.
36) Οι δύο νέοι ούτοι εκάησαν επί της υπό του Κανάρη πυρποληθείσης ναυαρχίδος. Τω όντι πολλοί εκ των ανηκόντων εις πλουσίας οικογενείας και δυναμένων συνεπώς να εξαγορασθώσιν ακριβά είχον μεταφερθή επί του πλοίου, θεωρούμενοι ούτως ειπείν ως γέρας του Καπετάν πασά, πάντες δε σχεδόν αλυσόδετοι όντες εύρον οικτρόν τέλος εν τω μέσω των φλογών. Μεταξύ των θυμάτων ευρίσκετο και ο νεώτερος αδελφός του προς μητρός πάππου μου Μικρουλάκη.
37) Ο νεωτεριστής Σταμάτιος είχε νυμφευθή προ της επαναστάσεως (τω 1817) μετά της τότε δεκατετραετούς Καταιριάς Ροΐδη. Είχε δ' εκλέξη την νύμφην του νεωτάτην, ίνα δυνηθή να την μορφώση κατά τας ιδέας του· πράγματι δε πρώτη φροντίς αυτού υπήρξε να της μάθη Γαλλικά και να την ενδύση φράγκικα. Υιός του Σταματίου υπήρξεν ο Δημήτριος Ροδοκανάκης αντιπρόσωπος Βραΐλας εις την Εθνοσυνέλευσιν του 1862, και εγγονός αυτού, ο επί μακρά έτη εν Γενούη γενικός πρόξενος της Ελλάδος Σταμάτιος.
38) Εις την βιογραφίαν της Κορνηλίας Ροΐδου έδωκα και την εξής λεπτομέρειαν, ότι δηλαδή, ότε το πλοίον έφθασεν εις Σύρον, ο γαμβρός ασθενών έστειλε προς προϋπάντησίν της τον αδελφόν του Ευστράτιον, συμπλωτήρ δε δείξας τον Ευστράτιον εις την Κορνηλίαν της λέγει· να, έρχεται να σας πάρη ο κ. Ροΐδης. Μόνον δε όταν ανέβη ούτος επί του πλοίου, αντελήφθη η Κορνηλία, ότι ο ερχόμενος εις προϋπάντησίν της δεν ήτο ο μέλλων σύζυγός της. Δεν ενόμισα δε άσκοπον να προσθέσω ότι παρ' όλα ταύτα το συνοικέσιον, όπως πλείστα άλλα Χιακά συνοικέσια της εποχής εκείνης, καίπερ προϊόντα οικογενειακής διπλωματίας, υπήρξε πολύ ευτυχέστερον άλλων εις μόνην την φαρέτραν του Έρωτος οφειλομένων. Και τούτο διότι οι παλαιοί Χίοι, ότε «εμαγείρευον» τους γάμους των τέκνων των, δεν απέβλεπον μόνον εις το χρήμα, αλλά και εν τούτω σώφρονες επεδίωκον προ παντός χρηστοήθειαν και αναλογίαν ανατροφής και κοινωνικής τάξεως.
39) Παραστάς λ.χ. άπαξ εις συζήτησιν υπέρ το δέον ζωηράν μεταξύ δύο χαρτοπαιζόντων εν τω «καζίνω» της Σύρου Χίων εμπόρων, έσπευσε να πληροφορήση δημοσία τας συζύγους των, αίτινες ευρίσκοντο μετά της μητρός του, «ότι οι άνδρες σας πιάσθηκαν σαν τσαλαπετεινοί».
40) Το πρωτότυπον ευρίσκεται παρά τω κ. Ανδρέα Ροΐδη Καλλίνσκη.
41) Η «Ζωή μου» (σ. 112).
42) Βλ. «Ιστορίαν ενός Σκύλου».
43) Ξενόπουλος «Παναθήναια» τόμ. Ζ' σ. 359.
44) Ο βραχύς περί Murger πρόλογος, ον ο Ροΐδης προέταξε της μεταφράσεως τελειώνει διά των εξής:
«Αι σκηναί του Βοημικού βίου δύνανται να θεωρηθώσιν ως εχγειρίδιον διδάσκον την εύθυμον ανοχήν της πενίας και ως τοιούτον επροτιμήσαμεν αυτό παντός άλλου έργου του συγγραφέως, πιστεύοντες ότι εις τας παρούσας περιστάσεις δεν είναι όλως περιττή εις τους Έλληνας η τοιαύτη διδασκαλία».
45) Εξαιρέσει των εν τη «Μποέμ» εξής εγκατεσπαρμένων στίχων, ους ίσως και αυτούς έγραψεν άλλος: