WeRead Powered by ReaderPub
Συριανά Διηγήματα cover

Συριανά Διηγήματα

Chapter 6: ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΣΥΡΙΑΝΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The volume opens with a biographical sketch and then offers essays and short stories that weave personal reminiscence, island and family scenes, and pointed social observation. Early chapters trace origins, childhood wanderings, and later settled life, linking formative episodes to the author's literary and journalistic activity. The shorter pieces alternate satirical portraits, vivid accounts of local misfortunes, and compact animal tales, while occasional translation notes and reflections on language and contemporary literary debates give context to the collected narratives.

Χ

Ο διορισμός του Ροΐδου εις την θέσιν του εφόρου της Εθνικής Βιβλιοθήκης εξέθηκεν αυτόν, ως ελέγομεν, εις τας επιθέσεις πάντων των ορεγομένων την θέσιν ταύτην, πρώην εφόρων είτε μη. Τας αηδίας τοιούτου αγώνος, διεξαγομένου διά τριών συγχρόνως εφημερίδων, φαντάζεταί τις ευκόλως. Ας μη αγανακτώμεν όμως υπέρ το δέον επ' αυταίς, σκεπτόμενοι ότι τοις οφείλομεν έν αριστούργημα: την Εθνικήν Βιβλιοθήκην εν έτει 1880.

Το φυλλάδιον τούτο, όπως αι Παρατηρήσεις επί της αποφάσεως του Εμποροδικείου του 1875, μας κάμνει σχεδόν να λυπούμεθα ότι ο Ροΐδης δεν έπεσε θύμα ποικιλωτέρων σκευωριών, οπότε θα τω εδίδοντο περισσότεραι αφορμαί να επιδείξη το πολυσχιδές της συγγραφικής του μεγαλοφυίας.

Όπως η κακοπιστία μεσίτου και η μωροπιστία δικαστών τω παρέσχε αφορμήν να φανερώση τι ήξιζεν ο κάλαμος του πραγματευόμενος νομικά ζητήματα, ούτω και αι επιθέσεις του 1880 του επέτρεψαν να δείξη μετά πόσης χάριτος, σαφηνείας και πνεύματος εξέθετε τα ξηρότερα των διοικητικών ζητημάτων καθιστών επαγωγούς και τας περί ταξινομήσεων βιβλίων συζητήσεις.

Οποίαν αμίμητον τη αληθεία εικόνα το σπινθηροβολούν φυλλάδιον μας δίδει της τότε Εθνικής Βιβλιοθήκης, με τους βοηθούς «εις ους πολύ μάλλον θα ήρμοζε το όνομα βοηθουμένων», με τους επιστήμονας εκείνους οίτινες επισκεπτόμενοι την βιβλιοθήκην «ανελογίζοντο μετ' αποθαρρύνσεως της επιστήμης το μήκος και του βίου το βραχύ», με τους σφετερισμούς εκκλησιαστικών βιβλίων δι' ους «άχθεται τις έτι μάλλον σκεπτόμενος εις τίνας ήσαν τα βιβλία ταύτα χρήσιμα και ότι ενδέχεται ν' ασπασθή τας χείρας, αίτινες εξετέλεσαν τον ασυνείδητον ακρωτηριασμόν»· επί πάσι δε με το συμπέρασμα ότι «ως εν Ελβετία οικοδομούνται αι οικίαι όπως ανθίστανται κατά της χιόνος, εν Ολλανδία, κατά της πλημμύρας και εν Μεξικώ κατά των εφόδων της ανεμοζάλης, ούτω και εν Ελλάδι πρέπει να κατατάσσονται αι βιβλιοθήκαι όπως κάλλιον αντέχωσι κατά των εφόδων της πολιτικής».

Εννοείται ότι η ευφυία και η λογική της Εθνικής Βιβλιοθήκης δεν απεστόμωσαν τους αμφισβητούντας αυτώ την θέσιν. Αλλ' εν τη απαντήσει τούτων τόσον αφειδής εγίνετο χρήσις των επιθέτων «αναιδής, ιοβόλος, βάτραχος, ασυνείδητος, όφις, μιαρός, κόραξ, άνανδρος, ψιττακός, δολοφόνος και άλλων ομοίων», ώστε ο Ροΐδης, αισθανόμενος την ανάγκην ν' αμυνθή έκρινεν ανάξιον εαυτού ν' απαντήση με την υπογραφήν του. Η δε Σύντομος Απάντησίς του φέρει την υπογραφήν του πρώην κλητήρος της Βιβλιοθήκης Μιχαήλ Καρατζά.

V
Τα έτη της μεγάλης παραγωγής. — - Αι επιθεωρήσεις της «Ώρας» και η άλλη κριτική και δημοσιογραφική δράσις. — Ο Ροΐδης μεταφραστής. — Ο Ροΐδης διηγηματογράφος. — Το γλωσσικόν ζήτημα και τα «Είδωλα».

Από του 1882 — 1902 ο Ροΐδης εχρημάτισε σχεδόν συνεχώς έφορος της Εθνικής βιβλιοθήκης. Τα διοικητικά του καθήκοντα και η προϊούσα ηλικία έθεσαν τέρμα εις τας περιπετείας του βίου, ου την μονοτονίαν του λοιπού μόνον δυστυχήματα διακόπτουσιν. Αλλά συγχρόνως η φιλολογική παραγωγή γίνεται συστηματικωτέρα, πυκνοτέρα, ποικιλωτέρα, καθισταμένη τετραπλή, να μη είπω πενταπλή. Πράγματι ο Ροΐδης α') Συνεχίζει την δημοσιογραφικήν και κριτικήν του δράσιν β') Αναλαμβάνει τον κάλαμον μεταφραστού γ') Επιδίδεται εις την διηγηματογραφίαν δ') Αφιεροί μελέτας και εκτενέστατον πόνημα εις το γλωσσικόν ζήτημα.

α' Συνεχίζει την δημοσιογραφικήν και κριτικήν του δράσιν.

Επί του προκειμένου παρατηρητέον ότι αφ'ενός μεν επεκτείνει τας κριτικές του εις καλλιτεχνικά ζητήματα, την μουσικήν και την ζωγραφικήν, αφ' ετέρου δε ότι όσα γράφει λαμβάνουσιν αντικειμενικώτερον και ακαδημαϊκώτερον χαρακτήρα. Η δημοσιογραφική του παραγωγή, πολιτική και κριτική, είνε τόσον πυκνή, ώστε δεν δύναμαι ενταύθα να την αναλύσω λεπτομερώς (113), άλλως τε και εν τίσι θα παραμείνη άγνωστος, διότι πολλά έγραφεν ο Ροΐδης ανωνύμως εν τη «Τεργεσταία Ημέρα», τω «Ταχυδρόμω» της Κωνσταντινουπόλεως και άλλαις εφημερίσι του εξωτερικού· ανεκάλυψα μάλιστα ότι εχρημάτισεν επί βραχύ ημιεπίσημος ανταποκριτής των «Times», διότι καθ'ην εποχήν το μέγα φύλλον του «Άστεως», αποχωρήσαντος του κ. Stillman και μη αφικομένου εισέτι του κ. Bourchia, είχεν επιτρέψη την γενικήν ανταπόκρισιν της χερσονήσου του Αίμου εις τον εν Βιέννη συντάκτην Brinsley Richards, ούτος έγραφε τω Ροΐδη να τω στέλλη τακτικώς πληροφορίας, όπερ και εγένετο( (114). Εν τούτοις είνε ανάγκη, νομίζω, να λεχθούν τουλάχιστον δύο λέξεις περί των τόσον θαυμαζομένων υπό του Τρικούπη ενιαυσίων επιθεωρήσεων της «Ώρας». Αύται είνε αναμφισβητήτως τα αριστουργήματα της Ελληνικής δημοσιογραφίας. Εξισούνται, εάν μη υπερβάλλουσιν, ως προς μεν την αδρότητα και τας γνώσεις προς τα άρθρα του Αλεξάνδ. Βυζαντίου, προς τα του Αναστασίου δε κατά την κομψότητα και την καλλιέπειαν. Δεν πιστεύω ότι λέγω υπερβολήν ιχυριζόμενος ότι, και αν οι αδελφοί ούτοι, οίτινες δικαίως θεωρούνται ως οι άριστοι των Ελλήνων δημοσιογράφων, συνειργάζοντο, δεν θα κατώρθουν να παρουσιάσουν έργον από δημοσιογραφικής απόψεως τόσον τέλειον, εφάμιλλον εν ταυτώ προς τα δοκίμια του Μακώλεϋ και τα άρθρα του Τζών Λεμοάν. Ο υποπτεύων ότι παρασύρομαι υπό οικογενειακού φίλτρου ας αναγνώση τας επιθεωρήσεις των ετών 1879 — -1885 και αν εύρη αλλαχού τελειοτέραν και λαμπροτέραν εικόνα των ευχερειών της λύσεως του Ανατολικού ζητήματος, της ιμπεριαλιστικής πολιτικής του Βήκονσφηλδ, της εσωτερικής πολιτικής της Γαλλίας από του 1870 μέχρι του 1884, των λόγων της συνάψεως της τριπλής συμμαχίας, της εθνολογικής συνθέσεως της αυστριακής αυτοκρατορίας και της επιρροής ην έχει το πολυσύνθετον ταύτης επί της βραδύτητος της λύσεως του Ανατολικού ζητήματος, του αποικιακού προβλήματος εν Ευρώπη και της εμφανίσεως αυτού εν Γερμανία, θα παρεκάλουν αυτόν να μοι υποδείξη πού και πότε εδημοσιεύθη.

Δείγμα δε κατάδηλον της βαθύνοιας και επιμελείας (115) μεθ' ης συνετάχθησαν αι επιθεωρήσεις του Ροΐδου είνε ότι φαίνονται γραφείσαι χθες και όχι προ τριακονταετίας.

β' Αναλαμβάνει τον κάλαμον μεταφραστού.

Ο Ροΐδης είχεν αρχίση το στάδιόν του διά μεταφράσεως, διότι επρέσβευεν ότι, εφ' όσον μεν μικρός μόνον αριθμός των Ελλήνων γνωρίζει ξένας γλώσσας, οι δ' εξ επαγγέλματος μεταφρασταί στρέφονται μόνον προς τα έργα άτινα άνευ ζημίας ηδύναντο να μείνωσιν άγνωστα, καθήκον έχουσιν οι λόγιοι να γνωρίζωσιν εις τους συμπατριώτας των τα καλλιλογικά ή επιστημονικά αριστουργήματα των ξένων φιλολογιών (116). Δια τους λόγους τούτους μετεφράσθησαν ο Σατωβριάν και ο Εδγάρ Ποέ (117). Αι μεταγενέστεραι μεταφράσεις του Murge (118) του Φεγιέ (119) και του Μακώλευ (120) ωφείλοντο εν μέρει εις λόγους ανάγκης, αλλά δεν έγιναν μετ' ολιγωτέρου έρωτος ή μικροτέρας επιμελείας. Υπάρχουν οι πιστεύοντες ότι η μετάφρασις της «Ιστορίας της Αγγλίας» είνε η τελειοτέρα των εις καθαρεύουσαν μεταφράσεων, την ιδέαν δε ταύτην συνεμερίσθη και το κοινόν, διότι ουδέν έργον της Βιβλιοθήκης Μαρασλή τόσον ταχέως εξηντλήθη. Μέγα δε ατύχημα και από καθαράς φιλολογικής απόψεως πρέπει να θεωρηθή ότι ο θάνατος διέκοψε την μόλις αρχίσασαν μετάφρασιν της «Ιστορίας της Αγγλικής Λογοτεχνίας» του Ταιν

γ' Εκδίδεται εις την διηγηματογραφίαν.

Εν τη απομονώσει εις ην τον είχε καταδικάση η μητρυιά αυτού φύσις ο Ροΐδης ηρέσκετο, ως είπομεν, να στρέφεται προς τα έτη της παιδικής και νεανικής του ηλικίας, τα μόνα ίσως οπωσδήποτε ευτυχή έτη της ζωής του. Πάντα τα διηγήματά του δεν είνε ή αναμνήσεις της εποχής εκείνης· ουχί όμως αναμνήσεις ξηραί, διότι πάντοτε εφρόντισε να συνδυάση προς αυτάς ωρισμένα επεισόδια ή γενικωτέρας κοινωνικάς και φιλολογικάς σκέψεις.

Πολλά, σχεδόν τα πλείστα, των διηγημάτων του είνε, ιστορίαι ζώων· Είχε καταντήσει μισάνθρωπος και ζωόφιλος· ίσως διότι ασυνειδήτως ήλπιζεν ότι θα εύρισκεν εις τα κατώτερα όντα την αγάπην εκείνην, ης είχε τόσην ανάγκην και ην μάτην επεζήτησε παρά τοις ομοίοις του. Την «Ιστορίαν ορνιθώνος» αρχίζει διά των εξής:

«Εξ όσων ηυτύχησα ή δυστύχησα να γνωρίσω είμαι, πιστεύω,ο μόνος
άνθρωπος όστις, αν τον ωνόμαζον ζώον, δεν θα εθεώρει ούτο ως
προσβολήν, Όσον συναναστρέφομαι ζώα, τόσον μάλλον πείθομαι, ότι
δεν υπάρχει μεταξύ αυτών και των ανθρώπων καμμία διαφορά, ως
ηθέλησαν παραδοξολόγοι τινές να ισχυρισθώσιν, αλλά μόνον ότι τα
πράγματα κατά τα οποία διαφέρομεν από τα ζώα, δεν αποδεικνύουν
όλα την ανθρώπινην υπεροχήν.»

Όλα τα ζώα ανεξαιρέτως εκίνουν το ενδιαφέρον του, αλλ'εκείνο όπερ κατ' εξοχήν ηγάπα ήτο η γάτα. «Αν εξαιρέσωμεν τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους, δεν πιστεύω να υπάρχωσιν άλλα επί της γης πλάσματα όσον οι γάτοι «συκοφαντηθέντα (121)». Όθεν ανέλαβεν την αποκατάστασιν αυτής (122) αναφέρων πως ελατρεύθη ως θεά εν Αιγύπτω, και πως εν Ευρώπην ηγάπησαν αυτήν εξ ίσου.

Les amoureux fervents et les savants austères

Αλλ' η γάτα όχι μόνο αγαπάται, αλλ' ανταγαπά τουλάχιστον όσους, μη λησμονούντες ότι ρέει εις τας φλέβας της αίμα βασιλικόν προσφέρονται προς αυτήν μετά της δεούσης ευλαβείας»· εις απόδειξιν δε τούτων έφερεν ο συγγραφεύς των Ειδώλων το πρόσφατον παράδειγμα του γιγαντιαίου λευκού γάτου του αοιδίμου Κουμουνδούρου όστις, αν και ήτο η εποχή των ερώτων, ουδ' επί στιγμήν απεμακρύνθη του προσκεφάλου του κατά την πολυήμερον προς τον θάνατον πάλην, και έπειτα υπήγε ν' αποθάνη κ' εκείνος εκ λύπης εις μίαν γωνίαν, εν ω οι σκύλοι του μακαρίτου εξηκολούθουν να τρώγουν, να πίνουν και να γαυγίζουν και οι θερμότατοι φίλοι του μετέβαινον να προσκυνήσωσι τον κ. Τρικούπην».

Πρέπει δε ν' αναγραφή ότι ουχί ολιγωτέραν αγάπην προς τον θνήσκοντα Μανώλην έδειξε και η γάτα του εκείνη, ην πάντες οι επισκέπται του ενθυμούνται επί του γραφείου όταν έγραφεν ή παρά την τράπεζάν του όταν εμοίραζε μετ' αυτής το λιτόν γεύμα όπερ έτρωγεν εν βία επανερχόμενος εκ της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

δ' Αφιεροί μελέτας και εκτενέστατον πόνημα εις το γλωσσικόν ζήτημα.

Είδομεν τον Ροΐδην ποθούντα την μεταρύθμισην του γλωσσικού καθεστώτος από της δημοσιεύσεως του Οδοιπορικού, έκτοτε δε δεν έπαυεν εκφέρων υπό τούτον ή υπό εκείνον τον τύπον τας ιδέας ταύτας, αλλά συστηματικώτερον τας διετύπωσε τω 1885 διά του πολυκρότου Προλόγου των Παρέργων. Από του έτους εκείνου δυνατόν ειπείν ότι η γλωσσική μεταρρύθμισις απετέλεσε την κυριωτάτην του σκέψιν, περί αυτήν περιεστράφησαν όλαι του αι μελέται και τας περί ταύτης ιδέας του διετύπωσε διά μακρού φυλλαδίου — Το ταξείδι του Ψυχάρη (1888) — και δι' ολοκλήρου τόμου. - Τα Είδωλα (1893).

Τα έργα ταύτα προεκάλεσαν θόρυβον μέγαν, αναγνώσθησαν απλήστως — είνε μάλιστα τα μόνα εξαντληθέντα εν Ελλάδι γλωσσικά έργα — αλλά και εγέννησαν πολλάς αντιρρήσεις όχι μόνον εκ μέρους των οπαδών της καθαρευούσης (βλ. ιδίως των Ειδώλων Κατάλυσιν του κ. Γ.Χατζιδάκη) αλλά και εκ μέρους πολλών δημοτικιστών οίτινες κατέκρινον τον συγγραφέα επί ατολμία και ως μη καταλήγοντα εις το συμπέρασμα εκείνο, εις ό λογικώς ήγουν αι ιδέαι του.

Γράφων «βιογραφικόν σημείωμα» και ουχί «κριτικήν μελέτην» απέχω γνώμης επί του προκειμένου. Όχι διότι προσωπικήν γνώμην δεν έχω, (έχω τοιαύτην και δεν την κρύπτω: συμμερίζομαι τελείως τας ιδέας του Ροΐδου), αλλ' επειδή θεραπεύων επιστήμην πάντη ξένην προς την γλωσσολογίαν δεν έχω το απαιτούμενον κύρος ούτε τας απαιτουμένας τεχνικάς γνώσεις όπως κατέλθω εις τον αγώνα (123).

Δύναμαι όμως, ένεκα των μετά του μακαρίτου θείου μου μακρών συνομιλιών, να καθορίσω, τας επί τίνων σημείων ιδέας του.

Και πρώτον, αν εξαιρέση τις μικρόν τι διήγημα την «Μηλιά» (Χριστουγεννιάτικη Ακρόπολις 1896), ο Ροΐδης δεν έγραφεν ή την καθαρεύουσαν και την έγραφε, ως παρετήρησε ο κ. Κονδυλάκης (124), κατά τρόπον παρέχοντα επιχειρήματα εις τους οπαδούς αυτής. Ο Ροΐδης ησθάνετο (125) πόσον δυσχερής ήτο η θέσις του λέγοντος «ακολουθείτε τας συμβουλάς μου και όχι τα παραδείγματά μου» και απήντα μεν ότι η «καθαρεύουσα ομοιάζει τα διεστραμμένα και κακότροπα εκείνα γύναια τα οποία ουχί ο αγαπών αλλ' ο περιφρονών δύναται να καθυποτάξη και να περιορίση διά της μάστιγος εντός των ορίων της ευπρεπείας (126), ως απόδειξιν δε έφερε το παράδειγμα του Βερναρδάκη μεταξύ των διδασκάλων, και του Γραβριηλίδου μεταξύ των δημοσιογράφων, αλλά κατά βάθος συχνά ελυπείτο ότι δεν ηδύνατο και διά του παραδείγματος να διαδώση τας θεωρίας του, διά τούτο δε τον βλέπομεν αδιαλείπτως προσπαθούντα να απλοποιήση το ύφος του και ενίοτε διορθούντα επί το δημοτικώτερον διηγήματα προ ετών εκδοθέντα, ων δεν προέβλεπε την αναδημοσίευσιν.

Δευτέρα παρατήρησις είνε ότι δεν είνε αληθές ότι, όπως κάποτε είπε με φιλικόν παράπονον ο κ. Ψυχάρης, περί το τέλος του βίου του ηγάπησε ολιγώτερον την δημοτικήν. Η αλήθεια είνε άλλη, ότι είχε μεγάλους ενδοιασμούς ως προς τον απόλυτον θρίαμβον της αμιγούς δημοτικής. Αλλά τους ενδοιασμούς τούτους εξέθηκεν εκ μιας αρχής και εις την περί «Ταξειδιού» μελέτην του (127) και εις τας προς τον κ. Ψυχάρην επιστολάς του, εφ' όσον δε παρήρχετο ο χρόνος, τόσον επείθετο ότι η νίκη μόνον βαθμιαίως ηδύνατο να κερδηθή. Εξ άλλου ο Ροΐδης δεκάκις εχαρακτηρίσθη υπό του Παλαμά (128) ως «ο εξ ίσου αποτροπιαζόμενος τα τετριμμένα και τα άμετρα· ο συμβολίζων το μέτρον, την υγείαν, τον ορθόν λόγον, την αλήθειαν και την χάριν, εις εποχήν που είχε και που έχει πέρασιν η αμετροέπεια, η διανοητική πώρωσις, ο παραλογισμός, το ψεύδος, η αμάθεια». Εάν λοιπόν, παρά τινας επιφυλάξεις στρατηγικής μάλλον φύσεως, εθαύμαζε τας επιστημονικάς θεωρίας η τα ποιητικά αριστουργήματα κορυφαίων τινών δημοτικιστών, αποτροπιάζετο διά τα εν ονόματι της δημοτικής τελούμενα υπό ασυντάκτου ασκερίου.

Ως έγγραφεν από της 5 Νοεμβρίου 1877 εις τον Βαλαωρίτην, «ο λογιωτατισμός πνέει ήδη τα λοίσθια, η αλογία όμως παραμένει και υπερακμάζει, το δε κακόν είνε ότι έμαθε να ομιλή ουχί μόνον σχολαστικά, αλλά και δημοτικά». Εφοβείτο «την αμετροέπειαν και την αμάθειαν» πολλών αυτοχειροτονήτων μεταρρυθμιστών. Εφοβείτο, και εφοβείτο δικαίως, ότι πολλοί νεωτερισμοί γενόμενοι άνευ μέτρου, άνευ μελέτης και προ παντός άνευ γλωσσικής καλαισθησίας, νεωτερισμοί οίτινες απετέλεσαν αρχικώς τον λεγόμενον μαλλιαρισμόν (129), εκνευρίζοντες το κοινόν και γελοιοποιούντες τον όλον αγώνα, θα προεκάλουν κατά της δημοτικής, λογιζομένης αδίκως υπευθύνου εκτρωματικών τινων κατασκευασμάτων, τρομεράν αντίδρασιν και καταφοράν.

Πόσον δε κατά τούτο ο Ροΐδης είχε δίκαιον δεικνύων τα από εννεαετίας προ των οφθαλμών μας εκτυλισσόμενα.

VI
Η Δύσις

Τόση και τοιαύτη εργασία επέβαλε το όνομά του εις την κοινήν γνώμην. Όσα έλεγε και όσα έγραφεν ο Ροΐδης περιέβαλλεν εξαιρετική αίγλη.

Ο Ροΐδης, έγραφεν το «Νέον Άστυ» την 9 Ιανουαρίου 1909, υπήρξε πράγματι ο ήρως τον Αττικού πνεύματος κατά την τελευταίαν τεσσαρακονταετίαν και θα έκαμνε την τύχην του όστις, παρ' όσα είχε γράψη, είχεν απαρτίση ένα τόμον από όσα έλεγεν εις φιλικάς ομιλίας, εις τας σπανίας εμφανίσεις εις τον κόσμον, εις τας ολιγολόγους εκείνας αλλά δηκτικάς απαντήσεις, τας οποίας έδιδεν όταν ήθελε να τον πειράξη κανείς».

Τον Ροΐδην, ήρωα του Αττικού πνεύματος, ύμνησε και ο Σουρής εις τους ωραίους στίχους τους οποίους έγραψε την επομένην του θανάτου του:

Μία πένθιμη ρίμα
στου Ροΐδη το μνήμα.
Ο Μώμος, που μας πείραξε με το δικό σου στόμα,
τρις γέλασε, τρις έκλαψε στου τάφου σου το χώμα,
κ' η ξακουστή σου Πάπισα κ' η σάτυραις κ' η Σκνίπαις
κ' εκείνα που μας έλεγες, κ' εκείνα που δεν είπες,
έστησαν μες στο Πάνθεον της Τέχνης την μορφή σου,
κ' εκείνοι που σ' αφώρισαν βλογούν την κορυφή σου.
X
Στου Ζαχαράτου τη γωνιά θαρρώ και τώρ' ακόμα
πως του Μανώλη με καλεί χαριτωμένο σκώμμα,
κι ακούω μες' από σοφό, μα κάτισχνο κουφάρι,
τους σαρκασμούς τους Αττικούς με μια περίσσια χάρι.
X
Αυτήν δεν του την έσβυσε κανένας κρύος τρόμος,
κανένα πόνου βάρος,
την πήρε μόν' ο Χάρος,
κ' έγεινε σκωπτικότερος ο κάθε μώμου μώμος.

Ουχί ολιγώτερον του πνεύματος του Ροΐδου εξετιμώντο τα έργα του, τα οποία και εις το μυθιστόρημα και εις την κριτικήν και τελευταίον εις το διήγημα ήνοιξαν νέους δρόμους εις το ελληνικόν πνεύμα. Ετι δ' ίσως πλέον των έργων εθαυμάζετο ο τρόπος με τον οποίον ταύτα εγράφησαν, το ύφος εκείνο το εύηχον, εύστροφον, συμμετρικόν και απρόοπτον, εις ο αι φράσεις δεν επλέκοντο προς αλλήλας σφικτά ως κρίκοι θώρακος, το ύφος το τόσον προσωπικόν, ώστε, όπως ελέχθη πολλάκις, ήρκει ν' αναγνώση τις την πρώτην γραμμήν μιας σελίδος διά να μαντεύση ότι αύτη είχε γραφή υπό του Ροΐδου.

«Εις κάθε σελίδα του, λέγει ο κ. Δ. Κακλαμάνος, του οποίου το
άρθρον πρέπει και πάλιν ν' αναφέρωμεν, συνέθετε, ανασυνέθετε,
διώρθωνε, μετέβαλλε την σειράν των λέξεων, αντικαθίστα,
ετόρνευεν, εστίλβωνεν, ελέπτυνεν, επελεκούσεν ως να επρόκειτο
περί αληθούς κομψοτεχνήματος. Είχε διά τούτο και το ύφος του
κάτι το περίτεχνον και το εξεζητημένον κάποτε. Αλλά ποία
απόλαυσις αντί του μικρού αυτού ψεγαδίου; Ποίον ύφος σφιγκτόν,
δεμένον, αρμονικόν έντονον, γραφικόν, με απροόπτους
σπινθηρισμούς, με λάμψιν σπανίαν, κάτι ως το ύφος των συγγραφέων
εκείνων, περί των οποίων ελέχθη ότι χρειάζεται κανείς χρωματιστά
γυαλιά διά να διαβάζη τα γραφόμενά των».

Την ευσυνειδησίαν, ην εξαίρει ο κ. Κακλαμάνος, επιβεβαιοί η μελέτη των τετραδίων του. Τετράδια ο Ροΐδης είχε πλείστων ειδών. Εκείνα εις α όπως ο Δωδέ εσημείου τας ιδέας ή τας σκέψεις ας εχρημοποίει βραδύτερον εις τα έργα του. Τετράδια εις α έγραφε τα σχέδια των έργων του· ενταύθα δε καταφαίνεται σαφέστερον η μέθοδος του της εργασίας, προ παντός δ' αι αποκοπαί και αι συμπτύξεις εις ας υπέβαλλεν αδιακόπως τα χειρόγραφά του. Τετράδια εις α συνέλεγεν ότι εκάλει: «Νεοελληνισμούς», δηλαδή τας μωρίας και τας τερατώδεις διαπλάσεις λέξεων, ας ανεύρισκε μετά χαράς εις τα γραφόμενα των αυτοκαλουμένων δοκίμων συγγραφέων. Τέλος δε τα τετράδια εκείνα εις α προσεπάθει να θησαυρίση τον πλούτον της δημοτικής. «Οσάκις, μου γράφει ο φίλος του κ. Α. Ζ. Στεφανόπολις, ήκουε λέξιν εικονικήν, οσάκις εύρισκεν έν τινι βιβλίω ή εφημερίδι λέξιν αρμονικωτέραν της εις αυτήν ανταποκρινομένης καθαρευούσης, την αντέγραφεν. Εζήτει έπειτα την παραγωγήν της, την σημασίαν ην είχεν άλλοτε και εκείνην ην έχει τώρα. Ο Ροΐδης ειργάζετο ως βενεδικτίνος μοναχός και προσεπάθει να καταστήση όσον ένεστι τελειοτέραν συλλογήν (130)».

Αλλ' η πάνδημος αύτη αναγνώρισις, καθαρώς ηθικού χαρακτήρος και εις στενόν κύκλον περιοριζομένη (131), δεν επηρέασε πολύ τον ιδιωτικόν του βίον. Ούτος καθίστατο οσημέραι μάλλον δύσελπις και μελαγχολικός (132).

Εις τούτο συνέτεινον ολίγον μεν αι υλικαί στερήσεις, διότι ταύτας υπέφερε θαρραλέως, ενθαρρυνόμενος υπό της υπεργήρου μητρός του, ήτις εις τους εμμέσως προσπαθούντας να την παρηγορήσωσι διά τ' απολεσθέντα πλούτη απήντα μετ' αριστοκρατικής στωικότητος, «και οι Βουρβώνοι εδυστυχήσανε», πολύ δε η προϊούσα ηλικία, και ιδίως τ' αλλεπάλληλά του δυστυχήματα.

Εκ τούτων τα μάλλον σκληρά (133) δι' αυτόν υπήρξαν η αυτοκτονία του αδελφού, τοσούτω τραγικωτέρα καθ' όσον εδέησε να την αποκρύψη από την μητέρα του, ο θάνατος του Τρικούπη εις ον μέχρι τέλους έτρεφεν απεριόριστον αγάπην και πίστιν και ου μαθών το θλιβερόν τέλος εδάκρυσε πικρώς (134), τέλος αι εθνικαί μας αποτυχίαι: η πτώχευσις του 1893 και ο πόλεμος του 1897. Άριστα γνωρίζων τα της Ιλλυρικής χερσονήσου, εγνώριζεν ότι τα ατυχήματά μας θα είχον βαθυτάτας συνεπείας διά το Μακεδονικόν ζήτημα, εκ των πρώτων δε ησθάνθη την ανάγκην του φανατισμού της νεολαίας όπως εν τη ώρα της υπερτάτης κρίσεως είμεθα αρκετά φρονιματισμένοι διά ν' αντιμετωπίσωμεν τον Βουλγαρικόν κίνδυνον (135).

Ως κορύφωμα δε των ατυχιών του ήλθεν η κατά το 1895 και το 1902 απόλυσίς του εκ της θέσεως του Εφόρου της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Κρίνων ταύτην ο Αλέξανδρος Βυζάντιος έγραφεν εν τη «Νέα Ημέρα»:

«Υπάρχουν προσωπικαί τινες μεταβολαί χαρακτηρίζουσαι
εκφραστικότατα τα παρ' ημίν πολιτικά ήθη, ή μάλλον την παρ' ημίν
κομματικήν κακοήθειαν. Ο κ. Ροΐδης είνε είς εκ των χαριεστάτων
πεζογράφων, είς των επιφανεστάτων λογίων της συγχρόνου Ελλάδος,
πανταχού δε της Ευρώπης τοιούτοι ανδρες θεωρούνται τιμή του
έθνους όλου και εγκαύχημα όλων των κομμάτων. Αλλ' αι
νεοελληνικαί φατρίαι ουδέν έχουσι κυριολεκτικώς ιερόν και όσιον.
Και ο συγγραφεύς της «Παπίσσης Ιωάννας» και των «Ειδώλων»
εθυσιάσθη. Τοιαύται πράξεις δικαιολογούσι πληρέστατα τους
ισχυριζομένους ανέκαθεν ότι η κομματοκρατία, ως διεμορφώθη παρ'
ημίν, εξαχρειοί και εξαγριοί συστηματικώς τον τόπον. Σημειωτέον
δ' ότι ο κ. Ροΐδης και ως έφορος της Βιβλιοθήκης ανεδείχθη
αληθής ειδικότης. Ότε διωρίσθη, η Βιβλιοθήκη περιείχεν εν συνόλω
75,000, σήμερον δε περιέχει τόμους 170,000. Εκ τούτων, ως
προκύπτει εκ των ετησίων πρυτανικών εκθέσεων, τα τρία τέταρτα,
τουλάχιστον, προέρχονται εκ δωρεών, τας δε δωρεάς προεκάλεσεν
άοκνος ανταπόκρισις. Πρότερον η Βιβλιοθήκη δεν είχεν άλλον
κατάλογον, πλην των μηδεμίαν παρεχόντων ασφάλειαν κινητών
δελτίων. Σήμερον υπάρχει επτάτομος έντυπος κατάλογος, ού μόνον
ασφαλίζων την βιβλιακήν περιουσίαν, αλλά και χρησιμότατος εις
τους μελετώντας. Επί του κ. Ροΐδου συνελέχθησαν εκ των
μοναστηρίων της ελευθέρας Ελλάδος και πλείστων της δούλης διά
νομαρχών και προξένων υπέρ τα 1500 χειρόγραφα, εν οις ουκ ολίγα
πολύτιμα. Τούτων συνετάχθη και ετυπώθη περιγραφικός κατάλογος
προκαλέσας τα συγχαρητήρια πάντων των ειδικών Ευρωπαίων. Ο κ.
Ροΐδης εν τη Βιβλιοθήκη δεν ήτο υπηρέτης κόμματος. Τουναντίον
επροστάτευε πάντοτε τους ικανούς υπαλλήλους, μη αποβλέπων εις
την κομματικήν αυτών προέλευσιν, ως τιμήν του δ' εθεώρει, ότι
συνετέλεσε να διορισθή επιμελητής των χειρογράφων ανήρ οίος ο
Σακκελίων και επιμελητής του νομισματικού Μουσείου οίος ο
Σβορώνος. Τόσον ήτο γνωστόν ότι επί Ροΐδη εξωρίσθη εκ της
Βιβλιοθήκης η πολιτική, ώστε κορυφαίοι του νυν κρατούντος
κόμματος, ο κ. Ζαΐμης, ο κ. Τυπάλδος και άλλοι πολλοί
παρενέβησαν αυθορμήτως υπέρ του διαπρεπούς λογίου. Αλλ' οι
κομματάρχαι δεν έχουσι σπλάγχνα, ή μόνον υπέρ των κολάκων, ους
απαντώσιν εις τους αντιθαλάμους των. Ο κ. Δηληγιάννης προσέταξε
να παυθή ο κ. Ροΐδης και ο Ροΐδης επαύθη, καίτοι ήκουσα ότι και
αυτός ο Βασιλεύς παρέστησε το τερατώδες τοιούτου πραξικοπήματος
κατά των Ελληνικών γραμμάτων. Μετά τοιαύτην απόλυσιν δικαιούται
τις να ερωτήση εις τι χρησιμεύουσιν εν Ελλάδι η ευφυία, η
παιδεία, η ικανότης και αν δεν είνε φρονιμώτεροι οι μη
φροντίζοντες να επιβαρυνθώσι διά των περιττών τούτων εφοδίων,
αλλά περισσαίνοντες ένα οιονδήποτε κομματάρχην».

Πόσον δε τας ιδέας του Βυζαντίου συνεμερίζετο η κοινή γνώμη δεικνύει ότι και κυβερνήσεις μη Τρικουπικαί, ως η του κ. Ράλλη (1897), έσπευδον ν' αναδιορίσωσι τον παυθέντα έφορον. Προσήχθη τω 1902 ως δικαιολογία της απολύσεως του Ροΐδου ότι ήτο ανάγκη ν' αποδοθή δικαιοσύνη εις τον εκάστοτε υπό των μη Δηληγιαννικών κυβερνήσεων απολυόμενον έφορον κ. Γ. Κωνσταντινίδην. Καθήκον έχομεν ν' αναγνωρίσωμεν ότι ο κ. Κωνσταντινίδης εξεπλήρου τα καθήκοντα του μετά πλείστου ζήλου και δραστηριότητος, αλλά τα πράγματα απέδειξαν έκτοτε ότι διά τον συγγραφέα της «Ιστορίας των Αθηνών» ηδύνατο να ευρεθή και άλλη θέσις και δη ισόβιος (136). Ο Ροΐδης λοιπόν εθυσιάσθη εις τον βωμόν των κομματικών παθών, και εθυσιάσθη καθ' ην εποχήν ολίγοι μήνες έλειπον όπως συμπληρώση την σύνταξίν του και ενώ η δυσχερής του οικονομική θέσις ήτο αρκούντως γνωστή. Είχεν άδικον ο Βυζάντιος ομιλών περί κομματικής κακοηθείας;

*
* *

Εν μέσω τόσων θλίψεων τα έτη παρήρχοντο. Τον κομψόν οίκον της οδού Φιλελλήνων, εις τον οποίον την χρυσήν νεολαίαν του 1870 είχον αναπληρώση οι λόγιοι και οι πολιτευόμενοι, αλλ' όστις είχεν εμμείνη πλαίσιον αντάξιον του φιλοξένου και καλλιτέχνου οικοδεσπότου (137), διεδέχθη από του 1895 εκατοντάδραχμον πάτωμα παλαιάς οικίας της οδού Νικοδήμου. Εκεί, εις δύο βημάτων απόστασιν (και η σύμπτωσις είνε αρκετά περίεργος) της Χρυσοροΐδενας εκείνης, ην προ δυο αιώνων είχον εγκαταλείψη φεύγοντες οι προπάτορές του, διήλθεν ο Ροΐδης τα δέκα τελευταία και πικρότατα έτη της ζωής του. Η αυξάνουσα κωφότης καθίστα καθ' ημέραν δυσκολωτέραν την επικοινωνίαν μετά των παλαιών φίλων, αίτινες, ειρήσθω προς τιμήν των, ουδέποτε ούτε την μητέρα του ούτε αυτόν ελησμόνησαν (138). Η δε οσημέραι φθίνουσα υγεία του, εν ώ τον είχε καταδικάση ούτως ειπείν εις ακινησίαν, καθίστα εις αυτόν δυσχερές το γράφειν και ούτω τον εστέρει και αυτής της υπερτάτης απολαύσεως. Είς των διακαεστέρων πόθων του ήτο να γράψη τον βίον του Τρικούπη· όπως δε μοι έλεγεν η μήτηρ του, εις ην μόνην το εξεμυστηρεύθη, η σκληροτέρα δι' αυτόν απογοήτευσις υπήρξεν η συναίσθησις ότι δεν είχε πλέον τας σωματικάς δυνάμεις και ίσως και την διανοητικήν ακμήν, αίτινες απητούντο διά τοιούτον έργον.

Προ ολίγου χρόνου έπεσεν εις χείρας μου έργον περί των τελευταίων ετών του Μπετόβεν. Εφρικίων βλέπων οποίον τέλος επεφύλασσετο εις τον γέροντα υπό της κωφότητος απομονωθέντα και εις ράκος εγκαταλελειμμένον θεόν της Συμφωνίας. Εφ' όσον όμως ανεγίνωσκον τας πράγματι οδυνηράς εκείνας σελίδας, ενόμισα αίφνης ότι έβλεπον εκτυλισσομένας εμπρός μου τας τελευταίας ημέρας του μεγάλου Έλληνος συγγραφέως διά τον οποίον, όπως έγραφεν ο κ. Νιρβάνας (139) «το μέλλον θ' ασχοληθή περισσότερον και δικαιότερον από το παρόν».

Α. Μ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Οικογένεια Ροΐδη εν Ζακύνθω.

(Εκ πληροφοριών Λεωνίδα Χ. Ζώη).

Την οικογένειαν του κόμητος Ροΐδη εν Ζακύνθω απαντώ το πρώτον κατά το έτος 1633.

— Ο Νερούτσος Ροΐδης έμπορος εξ Αθηνών ήτο εν Ζακύνθω τη 10 Μαρτίον 1633 και 1 Απριλ. 1636. (Βλέπε παρά τω Αρχειοφυλακείω Συμβολαιογράφου Ιωάν. Φραντζήν — σελ. 140 και 159).

— Τη 28η Οκτωβρίου 1715 η αρχόντισοα Άννα λεγομένη Ανδραμηδού δίδει την προίκα της θυγατρός της Μαρίας, υπανδρευομένης τον ευγενή Κόντε Γεώργιον Ροΐδην, κατά το από 22 Νοεμβρίου 1713 προικοσύμφωνον (Βλέπε Σ/γράφον Δημήτριον Πυρρήν — - σελ. 109).

— Εκ του Γεωργίου Ροΐδου και της Μαρίας, ως άνω, εβαπτίσθη, τη 27 Οκτωβρίου 1720 παιδίον άρρεν και ωνομάσθη υπό του αναδόχου του Νικόλαος. (Βλ. Ληξιαρχ. βιβλία ναού της Θεοτόκου Φανερωμένης εν τη πόλει Ζακύνθου).

— Εν τοις Ληξιαρχικοίς βιβλίοις του εν τη αυτή πόλει ναού της Αναλήψεως αναγινώσκω· «1733 στας 5 Οκτωβρίου. Έθαψα τον ευγενή Κόντε Γεώργιον Ροΐδη· ήτον από την Αθήνα και έπειτα ήρθε εις την Γαστούνη· ήτον χρονών 70».

— Εκ του Νικολάου Ροΐδου, νυμφευθέντος (τη 29 Οκτωβρ. 178 (;). Βλ. Ληξιαρχικά βιβλία ναού Αγίου Νικολάου Γερόντων εν τη πόλει Ζακύνθου) την Μπετίναν Ιακώβου Γρυμάνη, εγεννήθησαν τέκνα προ του γάμου (εκ της αυτής συζύγου), η Ζαχαρένια (1763), η Αναστασία (1765), ο Διονύσιος και ο Αντώνιος· ίσως εγεννήθησαν και άλλα, τα οποία δεν γνωρίζω, καθώς τυγχάνει άγνωστος και ο χρόνος γεννήσεως των Διονυσίου και Αντωνίου μη σημειούμενος εν τοις ληξιαρχ. βιβλίοις του ως άνω ναού της Αναλήψεως.

— Ο Νικόλαος Ροΐδης, όστις εχρημάτισε και συμβολαιογράφος Ζακύνθου από του 1793 — 1805, απέθανε περί το 1805.

— Ο υιός του Διονύσιος απέθανε τη 30 Ιανουαρίον (και όχι τη 30 Ιουνίου, ως εσφαλμένως έγραψε εν τω Ζακυνθίω περιοδικώ «Κυψέλη», έτος Β', σελ. 262) του έτους 1835 εις ηλικίαν 72 ετών. (Βλέπε ληξιαρχ. βιβλία ναού Αναλήψεως).

- Ο έτερος υιός του Νικολάου, αδελφός του Διονυσίου, απέθανε τη 22 Ιουνίου 1847 εις ηλικία 83 ετών. (Βλ. Libri di morte 1847 παρά τω @Αρχ] κείω). Ούτος, πιστεύω, είνε και ο τελευταίος εν Ζακύνθω Ροΐδης, μετά τον θάνατον του οποίου εξέλιπε και η οικογένεια αύτη· εκ θηλυγενείας όμως η οικογένεια αύτη συγγενεύει μετά των οικογενειών Κανάλε και Καντακίτου.

- Περί συμμετοχής των Ροΐδη εις την εκστρατείαν του Μοροζίνη, της αμοιβής αυτών διά του τίτλου του Κόμητος και κτημάτων εν Ηλεία (ή Αρρκαδία;) είνε γνωστά δι'οικογενειακών εγγράφων.

- Εξ' άλλου εγγράφου τηρουμένου παρά τω @Αρχ] κείω ημών, φαίνεται καταγεγραμμένη τω 1817 η κινητή και ακίνητος περιουσία των αδελφών Διονυσίου και Αντωνίου Ροΐδη, (Filze diversorum).

- Ο Διονύδιος Ροΐδης εσπούδασεν εν Παταυΐω φυσικομαθηματικάς επιστήμας και την ιατρικήν, συνεχεσχετίσθη προς διαφόρους επιφανείς ιταλούς, ήτο εγκυκλοπαιδικώτατος και εστιχούργει λατινιστί και ιταλιστί. Πάσχων εκ ποδάγρας και έχων ιδιοτροπίας δεν προσεκαλείτο προς θεραπείαν ασθενών, ηναγκάζετο δε να μετέρχηται τον διδάσκαλον, διδάσκων εν τω Λυκείω Ζακύνθου λατινικά, ιταλικά και γαλλικά, λαμβάνων μηνιαίως 24 τάλληρα. Τας ιδιοτροπίας του Ροΐδου εσατύρισεν ο ποιητής Σολωμός εν τη «Πρωτοχρονιά» και τω «Ιατροσυνεδρίω».

- Ο Ροΐδης έγραψεν επιγράμματα, ωδάς, σατύρας και ύμνους λατινιστί και ιταλιστί, εξ ων μνημονεύονται: «La Motoneide», εποποιία εξυμνούσα Μοθωναίόν τινα αριστεύσαντα κατά την επανάστασιν της Πελλοπονήσου — «Passio del N. S. Gesù»-«Inno al principe reggente Georgio»-«Dissertazione epistolare ecc....»-«Διάλογοι περί του ψύχους του 1832» και άλλα. (Βλ. και Ν. Κατραμή «Φιλογικά Ανάλεκτα» Ζακύνθου — σελ 438.).

ΣΥΡΙΑΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΣΥΡΙΑΝΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ


Εντρέπομαι να το ομολογήσω. Επέρασαν οκτώ μήνες αφ' ότου υπανδρεύθην και είμαι ακόμη ερωτευμένος με την γυναίκα μου, ενώ ο κυριότερος λόγος διά τον οποίον την επήρα ήτο, ότι δεν μου ήρεσκε διόλου η κατάστασις ερωτευμένου. Δεν πιστεύω να υπάρχη άλλη αρρώστια τόσον βασανιστική. Ούτε όρεξιν είχα, ούτε ύπνον, ούτε διάθεσιν να εργασθώ ή να διασκεδάσω. Εκτός της Χριστίνας, όλα τα άλλα τα εύρισκα άνοστα, ανάλατα, ανούσια και πληκτικά. Ενθυμούμαι ότι μίαν ημέραν εις το ξενοδοχείον έκαμα όλον τον κόσμον να γελάση, παραπονεθείς ότι ήτο ανάλατη και η λακέρδα. Οι συγγενείς μου δεν ήθελαν αυτόν τον γάμον, διά τον λόγον ότι εκείνη δεν είχε τίποτε, και ουτ' εγώ πολλά. Την πατρικήν μου οικίαν, τρεις χιλιάδας δραχμάς εισόδημα από δυο αποθήκας και μίαν θέσιν εκατόν εξήντα δραχμών. Πώς λοιπόν ήτο δυνατόν να ζήσωμεν με αυτά αφού η νέα, αν και χωρίς προίκα, ήτο μοναχακόρη καλομαθημένη και αγαπούσε τον καλόν κόσμον, τας διασκεδάσεις, τα στολίδια και τους χορούς; Όσα μου έλεγαν τα εύρισκα όλα σωστά! Δεν ημπορώ καν να είπω προς δικαιολογίαν μου ότι μ' ετύφλωσε το πάθος, ούτε πιστεύω να υπάρχη άνθρωπος θετικώτερος από εμέ. Οι άλλοι ερωτευμένοι φαντάζονται την απόλαυσιν της φιλτάτης των ευτυχίαν τόσω μεγάλην, ώστε δεν φοβούνται να γελασθούν αγοράζοντες αυτήν εις οποιανδήποτε τιμήν. Εγώ όμως δεν ήμην ρωμαντικός. Τίποτε έκτακτον δεν ωνειρευόμην, αλλά μόνον να επανέλθουν τα πράγματα εις την τακτικήν αυτών κατάστασιν, εις την οποίαν ευρίσκοντο πριν ερωτευθώ. Την μακαρίαν εκείνην κατάστασιν την ενθυμούμην με τον φλογερόν πόθον με τον οποίον ενθυμείται ο άρρωστος τον καιρόν όπου ήτο υγιής. Την Χριστίναν την ήθελα μόνον και μόνον διά να την απολαύσω, να την χορτάσω, να την βαρεθώ και ν' αρχίσω έπειτα, καθώς πριν, να τρώγω, να κοιμούμαι, να πηγαίνω εις τον περίπατον και να παίζω πρέφαν και κοντσίναν εις την λέσχην. Και πάλιν όμως δεν θ' απεφάσιζα να την νυμφευθώ, αν δεν συνέβαινε ν' αποθάνη κατ'εκείνας τας ημέρας από την στέρησιν και την κακοπάθειαν γέρων θείος μου, τον οποίον επιστεύαμεν όλοι απένταρον, βλέποντες αυτόν να ενδύεται ως Διογένης και να τρέφεται ως ασκητής. Πάσχων προ καιρού από το στήθος, μου είχε ζητήση εκατόν δραχμάς διά ιατρόν και ιατρικά. Αντί όμως να τας μεταχειρισθή προς τοιούτον σκοπόν, είχε προτιμήσει να προσθέση και αυτάς εις άλλας πενήντα χιλιάδας, όπου είχε κρυμμένας εις το αχυρόστρωμα επί του οποίου ευρέθη ένα πρωί νεκρός. Το παθημά του μ' έκαμε να σκεφθώ, ότι θα ήτο ανοησία να εξακολουθώ να βασανίζωμαι από την αϋπνίαν και την ανορεξίαν, αφού είχα τα μέσα να ιατρευθώ. Την Χριστίναν την επήρα καθώς πέρνει κανείς κινίνον διά ν' απαλλαχθεί από τον πυρετόν.

Αν και ήμην ανυπόμονος, ηναγκάσθην από την κοινήν πρόληψιν και τον δεσπότην μας Λυκούργον να περιμείνω το τέλος του Μαΐου διά να στεφανωθώ. Ευθύς μετά τον γάμον επήγαμεν να περάσωμεν το μελοφέγγαρον εις την Ζιάν. Ημπορώ να είπω ότι είδα εκεί καλάς ημέρας. Το νησί ήτο καταπράσινον, το εξοχικόν μας σπίτι αναπαυτικόν, τα τρόφιμα εξαίρετα, ο καιρός ωραίος και ακόμη ωραιοτέρα η Χριστίνα. Εκείνο όπου μ' έκαμε να την προτιμήσω από όλας, είνε ότι μόνη αυτή δεν είχε κανέν από τα συνειθισμένα παρθενικά ελαττώματα, διά τα οποία αηδίαζα εν γένει τας κορασίδας. Ούτε λιγνή, ούτε αναιμική, ούτε εντροπαλή, ούτε πολύ νέα. Πιστεύω μάλιστα ότι ήτο κατά τι μεγαλειτέρα από εμέ. Εικοσιέξ έως εικοσιοκτώ ετών, μελαχροινή, με ανάστημα, με ώμους, με στήθος, με φλόγα εις το βλέμμα και κομψότατα υποδηματάκια. Διά να μη φανή απίστευτον το άθροισμα τόσων χαρισμάτων αρκεί να προσθέσω ότι ήτο Σμυρναία.

Εις την Κέαν εμείναμεν όλον το θέρος και η θεραπεία μου επροόδευε θαυμασίως. Νομίζω ότι πολύ προτήτερα από τον Βίσμαρκ εφευρήκα εγώ το «Μακάριοι οι κατέχοντες». Οι αισθηματικοί θεωρούσιν ως ελάττωμα της τοιαύτης κατοχής και εν γένει του γάμου, ότι είνε ο τάφος του έρωτος. Τοιούτον όμως παράπονον δεν ηδυνάμην να έχω εγώ, αφού υπανδρεύθην επίτηδες διά να τον θάψω, από πόθον όχι εκτάκτων απολαύσεων, αλλ' ησυχίας, και κατώρθωνα να είμαι καθ' ημέραν ησυχώτερος. Το πρωί εκάμναμεν θαλάσσιον λουτρόν, το απόγευμα μακρυνόν περίπατον ή εκδρομήν με την βάρκα. Επέστρεφα κατάκοπος, έτρωγα ως λύκος και αφού έλεγα εις την Χριστίναν ό,τι είχα να της ειπώ εκοιμώμην μονοκόματα εως το πρωί. Ονείρατα δεν έβλεπα πλέον, πλην ενός μόνου, το οποίον ηδυνάμην κ' εκείνο να θεωρήσω ως σύμπτωμα τελείας αναρρώσεως. Η εσπέρα ήτο θερμή και είχαμεν εξέλθη ν' αναπνεύσωμεν εις τον εξώστην μετά το δείπνον. Δεν ενθυμούμαι άλλην φωτεινοτέραν λάμψιν πανσελήνου, ούτε τοιούτον της θαλάσσης σπινθηρισμόν ούτε ευωδεστέρας του δάσους και των κήπων αναθυμιάσεις. Χαριεστάτη ήτο και η Χριστίνα με το άσπρον της φόρεμα χωρίς μέσην ή, ως το έλεγεν, peignoir, επί του οποίου εχύνετο έως το γόνατον η λυτή κόμη της ως πλημμύρα μαύρου ποταμού.

Εκύτταξε την θάλασσαν ψιθυρίζουσα την τότε του συρμού καβατίναν «Ερνάνη, Ερνάνη, κλέψε με», όταν αίφνης εσιώπησε μετριοφρόνως τείνουσα τα ώτα εις το άσμα αηδόνος αντηχήσαν από τον γειτονικόν κήπον. Πάντα ταύτα ήσαν βεβαίως ποιητικώτατα, αλλ' εις το δείπνον είχα φάγη πολλήν παλαμίδα, την οποίαν επότισα, ως βαρυστόμαχον, με δυο ή τρία ποτήρια γλυκού οίνου της Κέας. Με κατέλαβε λοιπόν ο ύπνος και ωνειρεύθην... ούτε άσματα αηδόνος, ούτε μαύρας πλεξίδας, ούτε σελήνης μαρμαρυγάς, αλλ' ότι ευρισκόμην εις την Σύραν, εις την Λέσχην, και εκέρδιζα του πρωτομάστορη του πικέτου Αλοϊσίου Κατζαΐτη τρία καπότα κατά σειράν. Άδικον θα ήτο μετά τοιούτον όνειρον ν'αμφιβάλλω ότι ήμην εντελώς ιατρευμένος. Την επομένην εβδομάδα επεστρέψαμεν εις την Σύραν, μετά τετράμηνον διαμονήν εις την Ζιάν, αφού ανέκτησα την πριν ησυχίαν μου, όλην μου την πεζότητα και δυο οκάδες περισσότερον βάρος, ως επείσθην ζυγισθείς κατά την απόβασιν εις τον στατήρα του τελωνείου.

Πολύ βεβαίως θα εγελούσα τότε, αν ευρίσκετο κανείς να μου προείπη, ότι μετ' ολίγας ημέρας θα ήμην πάλιν πολύ περισσότερον παρά προ του γάμου μου ερωτευμένος και δυστυχής. Η πρώτη αφορμή του ξανακυλίσματος υπήρξε χορός, τον οποίον έδωκεν ο κ. Δήμαρχος εις τιμήν του παρεπιδημούντος και υπ' αυτού φιλοξενουμένου υπουργού των Ναυτικών. Ο χορός εκείνος επέσκηπτε πρόωρος και απροσδόκητος και ολίγος απέμενε καιρός εις τας Συριανάς διά να ετοιμασθώσιν. Όλαι ήσαν άνω κάτω. Επί τρεις ημέρας έτρεχεν η Χριστίνα εις τα εμπορικά, την δε τετάρτην μετεβλήθη ολόκληρος η οικία μας εις εργαστήριον ραπτικής. Πανταχού κομμάτια υφασμάτων, φόδραι, ορνέκια, στηθόδεσμοι και υποδήματα προς δοκιμήν. Δεν εύρισκα πλέον που να καθίσω· το δε εσπέρας έπρεπε να περιμένω έως τας εννέα ή και αργότερα, ν' αδειάση η ράπτρια την τράπεζαν του γεύματος, διά να δειπνήσωμεν με μίαν σαλάταν ή σμαρίδας τηγανητάς. Η μόνη μας τω όντι εγκυκλοπαιδική υπηρέτρια είχε χειροτονηθή κ' εκείνη μοδίστρα και δεν επρόφθανε να μαγειρεύη. Άδικον όμως θα ήτο να παραπονεθώ διά τούτο, αφού το κακόν ήτο γενικόν. Πλην των Χριστουγέννων, του Πάσχα και των άλλων μεγάλων εορτών, επικρατεί η συνήθεια εις την Σύραν να νηστεύουν και τας παραμονάς των μεγάλων χορών. Το οχληρότερον από όλα ήτο η διηνεκής απασχόλησις της Χριστίνας και τα παντός είδους χαρτιά, τα οποία ετύλιγε την νύκτα εις τα μαλλιά της. Από την ημέραν όπου ελάβαμεν το κατηραμένον εκείνο προσκλητήριον, ήτο ως να μην είχα γυναίκα.

Όση όμως και αν ήτο η απέχθειά μου κατά των τοιούτων προπαρασκευών, πρέπει να ομολογήσω ότι επέτυχε πληρέστατα της Χριστίνας ο στολισμός· φόρεμα με μακράν ουράν από βαρύ βυσσινόχρουν μεταξωτόν και επί της κεφαλής το τελευταίον λείψανον της κειμηλιοθήκης της μητρός της, είδός τι αρχαϊκού διάδήματος από ρουβίνια, των οποίων αι πορφυραί φλόγες συνηρμόζοντο θαυμασίως με το κοράκινον χρώμα των τριχών της. Ούτω στολισμένη μου ενθύμιζε την Σεμίραμιν, την Φαίδραν, την Κλεοπάτραν, την Θεοδώραν και τας άλλας ηρωίδας αι οποίαι ετάραττον τον ύπνον μου όταν ήμην εις το σχολείον.

Ο οίκος του κ. δημάρχου ήτο μεγάλος, αλλ' ακόμη μεγαλείτερος ο φόβος του να μη λησμονήση ουδέ τον ελάχιστον κομματαρχίσκον του, έστω και λουκουμοποιόν, καραβοκύρην, βυρσοδέψην η άλλον καταστηματάρχην. Ο κόσμος ήτο λοιπόν πολύς και ως πάντοτε συμβαίνει εις την Σύρον, τριπλάσιοι των κυριών οι χορευταί. Ταύτας επερίμεναν εις την εξώθυραν με σημειωματάριον εις την χείρα και ανέβαιναν κατόπιν αυτών την κλίμακα επαιτούντες χορόν. Όταν εισήλθομεν εξώρμησαν τουλάχιστον δεκαπέντε κατά της Χριστίνας, της οποίας εθαύμασα κατά την έφοδον ταύτην το θάρρος και την ετοιμότητα με την οποίαν εμοίραζεν ως αντίδωρον ανά έν βλέμμα και έν μειδίαμα εις έκαστον απαιτητήν. Η τοιαύτη διανομή εξηκολούθησε χωρίς διαλείμματα καθ' όλην την διάρκειαν της εσπερίδος. Μόνον δι' εμέ δεν επερίσσευσε τίποτε, αν και την έφεραν δυο ή τρεις φοράς πλησίον μου αι περιπέτειαι του χορού. Μη έχων διάθεσιν να χορέψω και βαρυνόμενος τας οχληράς μου σκέψεις ανεζήτουν κανέν γνώριμον πρόσωπον μεταξύ του πλήθους, όταν διέκρινα κολλημένην εις τον τοίχον ως ταπεσσαρίαν την κυρίαν Κλεαρέτην Γαλαξίδη, σαραντάραν παρθένον, της οποίας με ήρεσκε πολύ, όχι βεβαίως το υπερώριμον κάλλος, αλλ' η καλωσύνη της, η ευπροσηγορία, η απλότης των τρόπων και της ενδυμασίας της και η φαινομένη έλλειψις πάσης κατακτητικής αξιώσεως και φιλαρεσκείας. Εχόρευε δε και αρκετά καλά, οσάκις συνέβαινε να εύρη χορευτήν. Με την γεροντοκόρην ταύτην εφερόμην μετά πολλής οικειότητος ως προς καλόν φίλον μάλλον ή φιληνάδα, και εκείνη δε εφαίνετο ευχαριστουμένη να συνομιλή μαζί μου, να με δίδη συμβουλάς υγιεινής ή οικιακής οικονομίας και να με στέλλη ενίοτε παξιμάδια με γλυκάνισον, προς εκτίμησιν της εξόχου αυτής ζυμωτικής τέχνης. Εύλογος μετά ταύτα ήτο η απορία μου όταν, αντί να με τείνη κατά το σύνηθες την χείρα, απήντησεν εις το καλησπέρα μου διά βλέμματος παγερού και σχεδόν εχθρικού.

— Δεν χορεύετε απόψε; ηρώτησα αυτήν απερισκέπτως, λησμονών ότι τούτο δεν εξηρτάτο από μόνην την θέλησίν της.

— Όχι, κύριε.

— Διατί, ενώ είσθε η καλλιτέρα μας χορεύτρια; Τούτο είνε παραξενάδα.

— Υπάρχουν άλλα πράγματα πολύ πλέον παράξενα.

— Δεν με τα λέγετε;

— Υπάρχουν μερικοί κύριοι, οι οποίοι αφού ολόκληρα έτη βεβαιώσουν μίαν νέαν ότι δεν δύνανται ν' αγαπήσουν παρά γυναίκα φρόνιμον, ήσυχον, σεμνήν, νοικοκυράν, πηγαίνουν έπειτα και νυμφεύονται μίαν άσωτην, μίαν κοκέταν, μίαν ξεμυαλισμένην, όπου έκαμεν εργολαβίαν με όλον τον κόσμον και εξακολουθεί και μετά τον γάμον της τα ίδια.

Εκ των ανωτέρω ηναγκάσθην να συμπεράνω, ότι η κυρία Κλεαρέτη δεν ήτο όσον εφαίνετο καλή, ούδ' όσον ενόμιζα αφιλοκερδείς αι περιποιήσεις της, αι συμβουλαί της και αι αποστολαί παξιμαδίων. Η απροσδόκητος αύτη αποκάλυψις των νυμφικών αξιώσεων γεροντοκόρης, η οποία θα ηδύνατο να είνε μήτηρ μου αν υπανδρεύετο εγκαίρως, ήτο βεβαίως αστειοτάτη. Την εσπέραν όμως εκείνην είχα τα νεύρα μου και αντί να γελάσω δεν απηξίωσα να εκδικηθώ αποκρινόμενος. — Δεν ενθυμούμαι να έκαμα ποτέ τοιαύτας ομιλίας εις καμμίαν νέαν.

Η κ. Κλεαρέτη εδάγκασε το χείλος της και μου εγύριοε την ράχιν· η φράσις της όμως «έκαμεν εργολαβίαν με όλον τον κόσμον και εξακολουθεί μετά τον γάμον της τα ίδια» δεν έπαυε ν' αντηχή εις την ακοήν μου ως συριγμός εχίδνης. Η αλήθεια ήτο ότι το επαράκαμνε και η Χριστίνα. Εξακολουθών να την κατασκοπεύω παρετήρησα ότι η διανομή των βλεμμάτων και των μειδιαμάτων της δεν εγίνετο με όσην κατ' αρχάς υπέθεσα ισότητα και αμεροληψίαν. Πολύ μεγαλειτέρα της των άλλων ήτο μερίς κομψοτάτου τινός ξανθού νεανίσκου όστις, αφού έλαβε δύο χορούς, έμενεν όπισθεν της ενώ εχόρευε με άλλον, συνεχίζων κατά τα διαλείμματα της καδρίλιας ατελεύτητον μετ' αυτής συνομιλίαν. Το περίεργον είνε ότι μου ήτο τελείως άγνωστος ο κύριος ούτος, ενώ οι κάτοικοι της μικροσκοπικής Ερμουπόλεως γνωρίζονται όλοι ως καλόγηροι του αυτού μοναστηρίου, Η αμηχανία μου ήτο μεγάλη, όταν ήλθε να καθίση πλησίον μου ο παλαιός μου φίλος Ευάγγελος Χαλδούπης, ο εξυπνότερος αλλά και ο πλέον διεστραμμένος των Συριανών, αδιάντροπος ως πίθηκος και κυνικώτερος του Διογένους. Δια ν' αποφύγη τα σκώμματα του κόσμου είχεν εφεύρη να γελά ο ίδιος δυνατώτερα παντός άλλου διά τας πολλάς και επιφανείς της μακαρίτριας συζύγού του απιστίας. Εις τον τοίχον του γραφείου του είχε κρεμάση τας εικόνας του Ηφαίστου, του Αγαμέμνονος, του Μενελάου, του Βελισαρίου, του Ερρίκου Δ' και την ιδικήν του φωτογραφίαν πλησίον των «ενδόξων αυτού συναδέλφων». Καθ' όλην την πενταετή διάρκειαν του συζυγικού αυτού βίου ουδέποτε εξέφυγεν από τα χείλη του, ούτε παράπονον, ούτε επίπληξις, ούτε μομφή, ούτε παρατήρησις καμμία, αλλά μόνον ειρωνείαι, σκώμματα και μειδιάματα τόσον φαρμακερά, ώστε ζήτημα απέμενε διά πολλούς αν πράγματι απέθανεν από καρκίνον, ή μάλλον εκ της δριμύτητας αυτών η μακαρίτις. Όπως δήποτε ευθύς μετά την λήξιν του πένθους εκηρύχθη και πάλιν υποψήφιος γαμβρός. Εκ φόβου όμως ως έλεγε, μη εξαντληθή το πνεύμα του, αν ηναγκάζετο να κάμη όσην πριν κατάχρησιν αυτού, προς υπεράσπισιν της τιμής του, απήτει ήδη παρά της μελλούσης κυρίας Χαλδούπη τρία τινά· να είνε άσχημη, κουτή, και πλούσια. Την περιζήτητον ταύτην τριάδα προσόντων είχεν εύρη συνηνωμένην εις το πρόσωπον της δεσποινίδος Παναγιώτας Τουρλωτής, είδος τι νεαρού ιπποποτάμου, του οποίου ο όγκος εφόβιζε πάντας τους άλλους προικοδιώκτας.

Ο αλλόκοτος ούτος άνθρωπος, αφού με παρετήρησεν επί τινας στιγμάς με οχληράν επιμονήν.

— Τι έχεις; με ηρώτησε· τα μούτρα σου είνε βουρκωμένα σαν τα βουνά της Γούρας.

— Τίποτε, απεκρίθην με πονεί ολίγον το κεφάλι. — Και πολύ περισσότερον σε πονεί ότι δεν με ήκουσες, όταν σου έλεγα ότι δεν είνε διά σένα η Χριστίνα· ότι έχει εις τας φλέβας της πολύ αίμα και κάποιαν ομοιότητα με την μακαρίτισσάν μου εις την φυσιογνωμίαν. Βλέπω κοντά της τον παλαιόν της φίλον Κάρολον Βιτούρην, επρόσθεσε δεικνύων τον εξακολουθούντα να συνομιλή μετ' αυτής ξανθόν νεανίσκον. Φαίνεται ότι έχουν πολλά να ειπούν. — Τον παλαιόν της φίλον; ηρώτησα εγώ. Πώς γίνεται να μη τον γνωρίζω; Πρώτην φοράν τον βλέπω.

— Δια τον λόγον ότι μόνον προχθές επέστρεψεν από την Ευρώπην. Πρό πέντε ετών, πριν αποκατασταθείς συ εις την Σύραν, ήτο ερωτευμένος τρελλός με την Χριστίναν, την οποίαν δεν του έδωκαν διότι δεν είχε τα μέσα να την συντηρήση. Η απελπισία του ήτο τόση, ώστε ήθελε ν' αυτοχειριασθή, και θα το έκαμνεν ίσως, αν δεν ανελάμβανεν η γυναίκα μου να τον παρηγορήση. Ήτο, νομίζω, ο πρώτος της εραστής. Τους συνέλαβα επ' αυτοφώρω εις τον κήπον του Κωυμού, μίαν ημέραν, όπου είχα υπάγη να επισκεφθώ την Αννίκαν. Η γυναίκα μου τον εβαρέθη ογλήγωρα, διότι ήτο παρά πολύ αισθηματικός. Έπειτα φαίνεται, ότι εξηκολούθει να ενθυμήται την ιδικήν σου. Τον έστειλαν τότε εις την Γαλλίαν να τας λησμονήση και τας δυο και να σπουδάση Φαρμακευτικήν διά να διαδεχθή τον πατέρα του. Φαίνεται όμως ότι δεν κατώρθωσε να εύρη λησμοβότανον. Παρατήρησε πως τρώγει την Χριστίναν με τα μάτια. Σε συμβουλεύω να τον προσέχης και να μη συχνοφέρνης την γυναίκα σου εις τους χορούς.

— Θ' ακολουθήσω την συμβουλήν σου.

— Μη λησμονήσης ότι, αν φανής ζηλιάρης, αν την στενοχωρήσης και ζήτησης να την περιορίσης, είνε ακόμη βεβαιότερον ότι θα την πάθης.