ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Μα τον Διόνυσο, σωστά,
κ' εγώ σαν είδα γέρακα, κυλίσθηκα [στο χώμα·]
κ' όπως ανασκελώθηκα, με χάσκοντας το στόμα,
κατάπια έναν οβολό,(44) [το μόνο μου λεφτούλι]
κ' εγύρισα στο σπίτι μου με αδειανό σακκούλι.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μα πάλι και στην Αίγυπτον εκείνη
και στη Φοινίκη βασιληάς ο Κούκκος είχε γίνη·
κ' οι κούκκοι όταν «κουκκουκού» αρχίζανε,
οι Φοίνικες εβγαίναν και θερίζανε
στους κάμπους τα σιτάρια
καθώς και τα κριθάρια.
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Α.! ώστε αυτό που λέμ' εμείς [ σαν βγαίνουνε στο θέρος.
οι θεριστάδες μας γυμνοί] θάρθε απ' αυτό το μέρος :
«Κούκκου! ψωλές στους κάμπους μας!» (45)
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Και δύναμ' είχαν τόση,
ώστε και ο Μενέλαος, κι ο Αγαμέμνων, κι' όσοι
μέσα σε πόλι ελληνική βασίλεψαν [και χώρα],
είχαν πουλί στο σκήπτρο τους, με μερδικό στα δώρα
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Κύττα! κι αυτό δεν τόξερα· για τούτο κι απορούσα
όταν να βγαίνη ο Πρίαμος στο θέατρο θωρούσα
και το πουλί που εκράτει
εγύριζε και κύτταζε κατά τον Λυσικράτη (46)
όπου δωροδοκεί.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Να και το σπουδαιότερο : ο Ζευς που τώρα διοικεί,
μ' όλη τη βασιλεία του, έχει στην κεφαλή (47)
αητό, που πάει να πη πουλί·
κ' η Αθηνά η κόρη του [την] κουκουβάγια [θέλει]
και ο Απόλλωνας κρατεί γεράκι, σαν κοπέλλι. (48)
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Μα τη θεά τη Δήμητρα, τα λες με πολλή γνώσι·
μα για ποιό λόγο τα πουλιά έχουνε χάρη τόση;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Γιατί, βλέπεις, σαν κανένας στους θεούς θυσία φέρη
και, συμφώνως με το νόμο, ζώων σπλάγχνα τους προσφέρη
τρέχουν τα πουλιά με βία
και αρπάζουνε τα σπλάγχνα πειο μπροστά κ' από τον Δία,
και κανένας δεν μπορούσεν όρκο στον παληόν το χρόνο
στους θεούς του πεια να κάνη, παρά στα πουλιά και μόνο.
Μα κ' ο Λάμπων [που μαντεύει] (49)
εις τη χήνα παίρνει όρκο σαν κανένα κοροϊδεύη.
Κ' έτσι για τρανούς αγίους σας περνούσαν μια φορά·
τώρα σας περνούν για δούλους, για κοπέλια, για μωρά.
σας κτυπούν ['ς αυτά τα χρόνια]
σαν ζουρλούς με τα κοτρώνια.
Κ' εκεί μέσα στα ιερά
κάθε κυνηγός που μπαίνει στήνει ξόβεργα [γερά],
φράχτρες και πλακοπαγίδες. βρόχια, δίχτυα, πλέχτρες, κόλλα·
κ' έπειτα που σας τσακώνουν σας πουλάνε μαζύ όλα,
κι' ο αγοραστής σας ψάχει
για να σας ευρή τα πάχη.
κ'ύστερα, όταν σας ψήσουν, τούτο πάλι δεν τους φθάνει·
παίρνουνε τυρί τριμμένο και μυρουδικό βοτάνι,
βάζουν λάδι, βάζουν ξείδι, κ' όταν όλα γίνουν ένα
σάλτσα φτιάνουνε γερή
και γλυκειά και λιπαρή,
και ζεστά σας περιχύνουν, σαν να είσθε βρωμισμένα.
ΧΟΡΟΣ
Πολλές, πολλές μας φέρνουν λύπες,
ώ άνθρωπε, αυτά που είπες·
και θλίψι αισθάνομαι βαρειά
στην πατρική κακομοιριά
που κληρονόμησαν τιμή μεγάλη
και μας την άφησαν 'ς αυτό το χάλι.
Κάποιος θεός και κάποια μοίρα
'ς εμένα σ' έστειλαν σωτήρα·
θα σ' αναθέσω να διοικήσης
κ' εμέ και τα πουλιά μου επίσης.
Μα τι θα κάμω [για να νικήσω]
πες μου· δεν θάμαι άξιος να ζήσω,
εάν δεν πάρω με κάθε τρόπον
την βασιλείαν [θεών κι ανθρώπων].
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Και λοιπόν εγώ σας δίνω πρώτα-πρώτα συμβουλή,
μια πόλις να υπάρχη που να ζη κάθε πουλί·
να μανδρώσετε κατόπιν γύρω-γύρω τον αέρα,
κ'ότι βρίσκετ' εκεί πέρα,
σε τρανές ψημένες πλίθες, όπως εις τη Βαβυλώνα.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
[Γιγαντόσωμα εσείς όρνεια!] Πορφυρίων! Κεβριώνα! (50)
τρομερά που θάνε πάλι!
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Κι'όταν σεις τη φτιάσετ' έτσι, τότε ν' απαιτήσετ' όλοι
την αρχήν από τον Δία· κ' αν απάντησι δεν δώση
και τον δυνατώτερό του δεν θελήση να τον νοιώση,
πόλεμο ιερό κηρύχτε, που να μην επιτραπή
από το βασίλειό σας να περνούν [χωρίς ντροπή],
κ' όπως πρώτα καυλωμένοι κατεβαίνανε [με τρέλλες]
και πλακώνανε Αλκμήνες, και Αλόπες, και Σεμέλες! (51)
Κ' αν δεν το παραδεχθούνε,
στην ψωλή να σφραγισθούνε
για να παύσουν να γαμούνε. Έχω κ' άλλη συμβουλή :
στους ανθρώπους κήρυκά σας άλλο στείλατε πουλί,
κι' αφού θάχουνε το γένος το δικό σας βασιληά,
να προσφέρουν στα πουλιά
της θυσίες οι άνθρωποι,
και εις τους θεούς, κατόπι·
κ' ύστερα πουλιά να πάρουν, όπως πρέπει σε καθένα,
και εις των θεών τη θέσι να τα βάλουν ένα-ένα.
Κι' όποιος εις την Αφροδίτη έκανε θυσία πρώτα,
στάχυα να δωρή ψημένα στη φαληρική την κόττα·
κι' όποιος εις τον Ποσειδώνα τη γουρούνα του προσφέρει,
στάχυα στο παπί(52) να φέρη,
και στον Ήφαιστον εκείνος όπου θυσιάζει κάτι,
εις το γλάρο (53) να προσφέρη πίττα [στο εξής] μελάτη·
κ' αν στον βασιληά τον Δία εθυσίαζε κριάρι,
τώρα βασιληά έχει χάρι
το α ρ χ ι δ ο π ο ύ λ ι, (54) κι' όλοι να του σφάζουν εδώ κάτω,
πιο μπροστά κ' από τον Δία, έναν κούνουπ' αρχιδάτο! (55)
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Α, του κούνουπα η θυσία όλο γλύκα με γεμίζει·
τώρα ο Ζευς ας μπουμπουνίζη!
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Πως για θεούς οι άνθρωποι θα μας νομίσουν μια φορά,
κι' όχι κουρούνες βρωμερές, που έχουν σαν εμάς φτερά;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Αυτά που λες είνε ζουρλά· φτερά δεν έχει σαν πουλί
και ο Έρμής πούνε θεός, κ' άλλοι θεοί παρά πολλοί;
Έχει κι η Νίκη που πετά χρυσά φτερά στο σώμα,
κι ο Έρωτας ακόμα.
Έψαλε για την Ίριδα κ' ο Όμηρος εγκώμια
και έλεγε πως ήτανε με περιστέρι όμοια.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Δεν θα βροντήση απάνω μας ο Ζευς από τον ουρανό
το φτερωτό του κεραυνό;
ΧΟΡΟΣ
Και αν δεν καταλάβουνε
και παν με τους παληούς θεούς κ' υπ' όψει δεν μας λάβουνε;
Σύγνεφ' από σπορολόγους και σπουργίτια να υψωθή,
στα χωράφια τους να πέση κ' η σπορά τους να χαθή.
Και η Δήμητρ' ας ορίση,
σαν ψοφήσουνε της πείνας, το σιτάρι να μετρήση.
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Μα τον Δία [δίκηον έχεις], ούτε καν θα το θελήση,
και να ιδής και τι προφάσεις που [θα βγή να] τους πουλήση!
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Κ' ύστερα τη δύναμί σας για να νοιώσουν τη μεγάλη,
κόρακες να 'βγούνε πάλι
και τα βώδια που οργώνουν
και ταρνιά τους να στραβώνουν,
που για να τα θεραπεύη
κ' ο γιατρός τους ο Απόλλων, πληρωμή θα τους γυρεύη
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Όχι, πριν πουλήσω πρώτα δυο βοϊδάκια.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Κι' αν θελήσουν
σένα για θεό, και σένα για ζωή ν' αναγνωρίσουν,
σένα και για γη, για Κρόνο, και για Ποσειδώνα εσένα,
δόστε ταγαθά σας όλα.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Πες απ' ταγαθά μας ένα.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Η ακρίδες τους αμπελανθούς ποτέ δεν θα τρυγάνε,
μα η κουκουβάγιες θα της τρών' και θα της κυνηγάνε
με τους ανεμογάμηδες. Οι κούνουπες κ' η σκνίπες
στα σύκα δεν θα πέφτουνε να τα γεμίζουν τρύπες,
μα η τσίχλες σαν κοπάδι θα γυρίζουν,
κ' απ' όλ' αυτά θα τα ξεκαθαρίζουν.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Πώς τάχα θα τους δώσουμε και πλούτη;
γιατί τα χρήματ' αγαπάνε τούτοι.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Όταν ζητήσουν συμβουλή θα μάθουν [μ'ευκολία]
που είνε τα πιο πλούσια μεταλλεία·
θα λένε και στους μάντιδες επίσης
ποιες φέρνουν κέρδη πλειότερα απ' της επιχειρήσεις,
κ' έτσι από τους ναυτικούς να μη χαθή ούτ' ένας.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Πώς τάχα δεν θα χάνεται;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Πάντα ρωτάει καθένας
για τα ταξίδια τα πουλιά: — «Τώρα μην ξεκινήσης·
θα κάνη βαρυχειμωνιά.» — «Ξεκίνα, θα κερδίσης».
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Παίρνω καράβι τότ' εγώ, μαθαίνω να τραβώ κουπιά,
κ' έτσι με σας δεν μένω πια.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τους θησαυρούς που οι πρόγονοι 'ς άγνωστους θάψαν τόπους,
θα δείξουν στους ανθρώπους,
γιατί τους ξέρουν τα πουλιά· και λενε μάλιστα πολλοί:
«το θησαυρό που έχω εγώ, τον ξέρει μόνο το πουλί».
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Α, το καράβι το πουλώ,
και παίρνω ένα τσαπί καλό
της στάμνες να ξεχώνω.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Και πως μπορούν να δώσουνε υγεία, πούνε μόνο
στο χέρι των θεών αύτη :
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Και πως; η ευτυχία
τάχα δεν είν' υγεία;
Να το ξέρης, πως κανέναν δεν θα ιδής ποτέ γέρο,
όταν ζη με μόνο κέρδος τον κακό του τον καιρό.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Και στο γήρας πως θα φθάνουν,
που και τούτο κατοικεί
εις τον Όλυμπον εκεί; (56)
παιδαρέλια θα πεθαίνουν;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τα πουλιά θα τους προσθέσουν μια ζωή τριών αιώνων.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ ,
Με ποιόν τρόπο;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Με ποιόν τρόπο; με τον εαυτό τους [μόνον]
Και δεν ξέρεις πως ανθρώπων πέντε γενεές μαζύ
η γλωσσού η κουρούνα ζη;
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Αντε! τότ' από τον Δία βέβαια πιο άξια θάνε
τα πουλιά να κυβερνάνε.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ποιός αμφιβάλλει πια γι' αυτό;
Με μάρμαρο [πελεκητό]
ναούς δεν θα υψώνουμε,
και ούτε θα χρυσώνουμε
την κάθε μια τους πόρτα·
θα κατοικούνε μια χαρά,
σε πουρναράκια [δροσερά],
χαμόκλαδα [και χόρτα].
Κι' αυτά τα πιο σεμνά πουλιά
θάχουν ναό τους την εληά·
και ούτε πια τον Αμμωνα και τους Δελφούς θα πιάνουμε
θυσίες να τους κάνουμε·
στης αγριληές και κουμαριές
θα φέρνουμε μ' απλοχεριές
σιτάρι και κριθάρι
και με τα χέρια σηκωτά
ευχή θα κάνουμε 'ς αυτά
μερίδι' απ' όλα ταγαθά να δίνουνε [για χάρι]
και ταγαθά μας θα τα ξαναπαίρνουμε,
με λίγο σιταράκι που θα φέρνουμε.
ΧΟΡΟΣ
Ω φίλτατέ μου γέροντα, που εχθρό μου [τόσην ώρα]
σε νόμιζα, και φίλος βγαίνεις τώρα,
ποτέ δεν θα θελήσω
τη γνώμη σου ν'αφήσω·
Περήφανο με κάμανε τα λόγια σου πολύ,
κ' έκαμα όρκο με απειλή,
πως αν εσύ, οπού μου είπες όλο
άγια και δίκηα λόγια, δίχως δόλο,
έπαιρνες την απόφασι με τη δική μου γνώμη
να πολεμήσης τους θεούς μαζύ μου,
αυτοί δεν θα μπορούσανε πολύν καιρόν ακόμη
να την ποδοπατούν τη δυναμί μου.
Και όσα θέλουν δύναμι να γίνουνε, είνε δουλειά
όπου ανήκει στα πουλιά·
μ' αν χρειασθούν σοφίσματα τρανά και μετρημένα
ανήκει αυτό 'ς εσένα.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Μα το θεό δεν πρέπει να νυστάζουμε
ακόμα τώρα,
και νίκες αυριανές να λογαριάζουμε
δεν είνε ώρα.
Δεν πρέπει πια ν' αργήσουμε
και κάτι ας ενεργήσουμε.
Μα πρώτα μπήτε μέσ' στη φωλιά μου,
στα φρύγανά μου και στ' άχυρά μου.
Και τώνομά σας πέτε μας.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μπα, εύκολο το πράμα.
Εμένα λεν Πεισθέταιρο.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Και τούτος πούν' αντάμα;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ο Ευελπίδης [είν' αυτός] απ' τον Κριό. (57)
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Καλή ώρα
και εις τους δυο.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Νάσαι καλά.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ορίστε μέσα τώρα.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Πάμε, μα πέρνα οδηγός.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Και με χαρά μεγάλη..
_Προχωρεί και επανέρχεται._
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μωρέ να πάρη η οργή! θα τα πρυμνίσω πάλι!
— Πες μας να ιδούμε : πως εγώ και τούτος θα τα πάμε
με σας, πουλιά πετούμενα, εμείς που δεν πετάμε;
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Λαμπρά!
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μα γι' άκου τώρα συ το μύθο του Αισώπου,
μας λέει κάτι, όπου
το λένε όλοι τακτικά:
η Αλεπού με τον Αετό συντρόφεψε πολύ κακά.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Να μη φοβάσθε τίποτε· όταν θα φάτε μια φορά
τη ρίζα [κάποιου χορταριού], ευθύς θα βγάλετε φτερά.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Χεμ, σαν ην' έτσι, μπαίνουμε. Μανόδωρε! Ξανθία!
αρπάξατε τα στρώματα [και μπήτε κατ’ ευθεία]!
_(Εισέρχονται οι δύο υπηρέται φέροντες στρώματα και και προχωρώντες
εξέρχονται εκ του ετέρου παρασκηνίου.- Ο ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ και ο ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
διατίθενται ν' ακολουθήσουν τους υπηρέτας, και ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
κατέρχεται εκ του υψώματος, ότε ο ΧΟΡΟΣ λαμβάνει τον λόγον,
απευθυνόμενος προς τον ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΝ)._
ΧΟΡΟΣ
Σε φωνάζω! σε φωνάζω!
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Τι φωνάζεις συ;
ΧΟΡΟΣ
Να πάτε
και μαζύ να καλοφάτε·
το γλυκόλαλον αηδόνι, οπού με της Μούσες μοιάζει,
φέρ' το εδώ και άφησέ το, για να μας διασκεδάζη.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μα τον Δία άκουσέ τους, [δίχως άργητα καμμιά],
κράξε στο πουλάκι νάβγη, απ' τη βοϊδοκαλαμιά.
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Ναι, για το θεό, για φέρ' το να το ιδούμε το πουλί.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ε, κι αυτό θα σας το κάνω, σαν το θέλετε πολύ.
Αποτεινόμενος προς το βάθος.
— - Έβγα, Πρόκνη απ' τη φωλιά σου
και μπροστά στους ξένους στάσου!
_Εξέρχεται η Αηδών, η οποία είναι εταίρα φέρουσα μόνον προσωπίδα
πτηνού._
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ω Ζευ μου πολυτίμητε! πόσο μου φαίνεται καλό,
και τι λευκό και απαλό!
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
_Ερευνών το σώμα της Αηδόνος στρέφεται ταυτοχρόνως προς τον
Πεισθέταιρο_
Βρε, ξέρεις τούτο το πουλί
θαρρώ πως θα το πλάκωνα και μ' ευχαρίστησι πολλή.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(πλησιάζων)_
Χρυσάφι πούχει απάνω της, σαν νάτανε παρθένα,
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Πως θα της δώσω ένα φιλί μου φαίνεται κ' εμένα.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Αλλά, μωρέ κακόμοιρε, έχει τη μύτη σουβλερή.
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Τότε, μα το θεό, μπορεί
να πιάσω το κεφάλι της να το ξεκαθαρίσω,
όπως το τσώφλι του αυγού, κ' ύστερα να φιλήσω.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ελάτε, πάμε τώρα.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
E, τράβα συ λοιπόν μπροστά με την καλή την ώρα.
_Ο ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ, ο ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ και Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ αποσύρονται
δεξιόθεν (58)_
ΣΚΗΝΗ Γ'.
Η ΑΗΔΩΝ ΧΟΡΟΣ ΠΤΗΝΩΝ
ΧΟΡΟΣ
Ήλθες, ω φιλενάδα μου. ω ξανθή μου.
που είσαι η πιό αγαπητή μου
εσύ άπ' όλα τα πουλιά·
όπου στους ύμνους συντροφιά μου κάνεις
και στα τραγούδια μου, -ήλθες, εφάνης
για να μου φέρης τη γλυκειά σου τη λαλιά.
— Ω, εσύ! που λάλημ' ανοιξιάτικο καλό
φυσάς με τον γλυκόλαλον αυλό,
έλα τους αναπαίστους
αρχίνησε και πες τους!
_Ακούεται αυλός συνοδεύων τας κάτωθι στροφάς_
Σκοτεινόζωοι άνθρωποι, που με φύλλων ομοιάζετε γένη,
λιγοδύναμοι, λασποφτιασμένοι,
ίδιοι μ' όνειρα, εφήμεροι κ' άφτεροι εσείς, όπου ζήτε' με
λύπες πολλές,
ω θνητοί, ασθενείς σαν τον ίσκιο φυλές.
προσοχή στους αθάνατους δόσατε εμάς που μιλούμε
στους αιθέριους, που υπάρχουμε πάντα κ' αγέραστοι ζούμε,
και θ'ακούσετε σεις από μας τα σωστά, για το κάθε κρυφό τουρανού,
που αθάνατην έχουμε σκέψι στο νου·
κι αφού μάθετε τώρ'από μένα
το πως είνε θεοί και πουλιά και ποτάμια πλασμένα.
χάος κ' έρεβος, πέστε του Πρόδικου (59) σεις [του αστρονόμου
να πάψη]
και να κάτση να κλάψη.
Ήταν έρεβος, νύχτα ολοσκότεινη,
πλατύς τάρταρος, χάος, [σιγή],
κ' ούτ' υπήρχανε τότε [ολοφώτεινοι]
ο ουρανός κ' ο αγέρας κ' η γη.
Στου ερέβους τον άπειρο χώρο
η μαυρόφτερη Νύχτα [περνά],
κ' αυτή πρώτη γεννά
έν' αυγό δίχος σπόρο,
που στου χρόνου τους γύρους τον Έρωτα βγάζει —
που η ψυχές τον ποθούν και που φέρνει στης πλάτες φτερά
χρυσοστόλιστα κ' αστραφτερά,
και μ' ανέμου στροβίλους ομοιάζει.
Κι' αφού η Νύχτα με αγάπη [πολλή]
με τ' ολόφωτο Χάος ενώθη,
στου Ταρτάρου τα βάθη εκλώθη
και στο φως πρώτη εβγήκε η δική μας φυλή.
Των θεών δεν υπήρχε το γένος πριν ο Ερωτας βγή
για να σμίξη τα πάντα· και αυτά του ήσαν ξένα,
μεταξύ τους σαν βρέθηκαν όλα σμιγμένα.
ουρανός εγεννήθη, και πόντος, και γη,
κ' όλα αυτά των μακάρων ταθάνατα γένη·
κ' έτσι εμείς πιο μπροστά, γεννηθήκαμε χρόνια πολλά,
από κάθε θεό· μα κ' ότ'είμαστε όλοι βγαλμένοι
απ' τον Έρωτα, φαίνεται τούτο καλά :
γιατί πάντα πετάμε και ζούμε μαζύ γοργοφτέρωτα
μ' όσους έχουν τον έρωτα μέσ' στην καρδιά·
κ' όσα όμορφα ήσαν ακόμα παιδιά,
αλλά μπήκαν στα χρόνια κι αυτά κ' αρνηθήκαν τον έρωτα,
με το μέσο μας οι ερασταί τα γαμήσαν κ' εκείνα
ή ορτύκι προσφέροντας ή πετεινό, ή προσφέροντας πέρδικα ή χήνα.
Από μας τα πουλάκια [και μόνα]
βγαίνει πάντα καλό κάθε τι,
και της ώρες μετρούν οι θνητοί
φθινοπώρου, ανοίξεως, χειμώνα.
Σαν ο γερανός κράζοντας πάη
στη Λιβύα, ο άνθρωπος σπέρνει,
και του ναύτη του λέει να κρεμάη
το τιμόνι και ύπνο να παίρνη.
Και του Ορέστη (60)του λέει μια χλαίνα δική του να υφάνη
να μη γδύνη τους άλλους κρυφά όταν ρίγος τον πιάνη.
Το γεράκι εποχή δείχνει άλλη και βγαίνει να ειπή,
το μαλλί το καλοκαιρινό των αρνιών να κοπή
πότε πρέπει· και ύστερα πάλι
χελιδόνι προβάλλει,
για να ειπή πότε πρέπει κανείς να πουλήση τη χλαίνα,
και χιτώνα ελαφρό ν' αγοράση κανένα.
Είμαστ' Άμμων και Φοίβος Απόλλων εμείς τα πουλιά
και Δελφοί και Δωδώνη· για κάθε δουλειά
κ' ό,τι χρήσιμο θέλετ' εσείς της ζωής ν αποχτάτε,
για εμπόρια, για γάμους, εμάς πρώτα-πρώτα ρωτάτε.
Όρνια πάντα τα λέτ' όσα έχουν για σας μαντική·
κάθε φήμη έχει γούρι σαν όρνειο' άκουτ' από κει
ένα φτέρνισμα, γούρι κ' αυτό· κι όσα βλέπετε γούρια
κ' η φωνή και οι δούλοι, κι' αυτά τα γαϊδούρια.
Απ αυτές της μαντείες που κάνουμε κάθε φορά
ο Απόλλων ο μάντις δεν είμαστ' εμείς φανερά;
Εάν θεών μας δώσετε τιμάς,
θα βρήτε μάντεις πάντοτε 'ς εμάς
για της Μούσες, για τ' αγέρι
και για όλη τη χρονιά,
για δροσές, για καλοκαίρι
και για βαρυχειμωνιά.
Και δεν θα σας ξεφύγουμε, γεμάτα περηφάνεια.
όπως ο Ζευς'ς τα σύγνεφα κι απάνω 'ς τα ουράνια·
μα πάντοτε κοντά σας
'ς εσάς και 'ς τα παιδιά σας
και 'ς των παιδιών σας τα παιδιά, καθένα μας θα δίνη
και ευτυχία, και ζωή, και πλούτο, και ειρήνη,
υγεία, νειάτα και χορούς, γέλια και γλέντια κι άλλα,
και του πουλιού το γάλα,
που από τα τόσα αγαθά θα βγήτε κουρασμένοι,
μα κ' όλοι πλουτισμένοι.
[Στροφή]
Ω Μούσα εσύ της λαγκαδιάς! με την πολύτροπη λαλιά,
όπου καθήμενος με σε εις την πυκνόφυλλη μελιά, —
τιό-τιό-τιό-τιοτίγξ!
μέσ' στα λιβάδια ταπαλά και στων βουνών της κορυφές, —
τιό-τιό-τιό-τιοτιγξ!
από το ράμφος το ξανθό με τραγουδιών γλυκές στροφές,
δείχνω τους νόμους του Πανός, τους [θείους και] ιερούς,
και τους σεμνούς της Ορεινής μητέρας (61) [μας] χορούς, —
τοτοτοτοτοτοτοτοτοτίγξ!
Κι' ο Φρύνιχος (62) [ο ποιητής] επήγε κ' έκοψε από 'κει
των τραγουδιών του τον καρπό, που έχουν αρμένισμα γλυκύ,
τιό-τιό-τιό-τιοτίγξ!
[Παράβασις]
Αν, ω θεαταί, θελήση
από σας κανείς να ζήση
τη ζωή ευτυχισμένη,
ας ερθή μ' εμάς να μένη.
Κάθε τι, που εδώ στην πόλι
για κακό το παίρνουν όλοι
και οι νόμοι το εμποδίζουν,
στα πουλιά το συνηθίζουν.
Αν οι νόμοι εδώ πέρα
τώχουν για κακό, το τέκνο να χτυπάη τον πατέρα,
επιτρέπουμε και τούτο· κι'αν ποτέ κανείς ορμήση
το γονιό του να κτυπήση
θα του ειπή: «και συ στη μύτη, βάλ' ένα κεντρί (63) επίσης
κι' αν μπορής, να πολεμήσης».
Κι' αν κανένας δραπετεύση από σας στιγματισμένος,
κ' έρθη στων πουλιών το γένος,
τότε αυτόν θα τον καλώ
τηγανάρι παρδαλό.
Κι' αν κανείς απ' τη Φρυγία, εις τον τόπον μας φερμένος
'σαν το Σπίθαρο μαζύ μας θέλει στα πουλιά να μείνη
φρυγικό πουλί θα γίνη,
του Φιλήμονος (64) το γένος.
Κι' αν κανείς απ' την Καρία δούλος, και 'ς εμάς ανέβη,
κ' όπως ο Εξηκεστίδης πάππους και αυτός γυρεύη,
θα τους βρη τους συγγενείς του λίγο τι να ψάξη κάπως,
[γιατί μέσ' 'ς της τόσες πάππιες] θα βρεθή και κάποιος
[π ά π π ο ς (65)
Μα κι' αν ο Πεισίου (66) δείξη
εις τους άτιμους της πύλες, ότι θέλει για' ν' ανοίξη,
περδικόπουλο να γίνη [ο καθείς θα τον ιδή],
του πατέρα του παιδί,
γιατί δεν είν' αμαρτία για της πέρδικες βαρειά,
ο πατέρας να μαθαίνη στο παιδί την πονηριά.
[Αντιστροφή]
Έτσι κ' οι κύκνοι κάνουν με χαρά —
τώ-τιό-τιό-τιό-τιό-τιό-τιοτίγξ!
όταν μαζύ χτυπούνε τα φτερά,
κ' υμνούνε τον Απόλλωνα σε μια φωνή ενωμένοι, —
τιό-τιό-τιό-τιοτίγξ!
εκεί στου Εύρου (67) ποταμού την όχθη καθισμένοι.
τιό-τιό-τιοτίγξ!
Τα αιθέρια νέφη προσπερνά το λάλημα που χύνεται·
με φόβο στέκουν τα θεριά
και ήσυχ' απ’ την ξαστεριά
τ’ άγριο κύμα σβύνεται.
τοτοτοτοτοτοτοτοτοτίγξ!
Ο Όλυμπος το αντιλαλεί κ' οι αθάνατοι απορούνε,
κ' η Μούσες και η χάριτες γλυκά το αντιφωνούνε,
τιό-τιό-τιό-τιοτίγξ!
[Παράβασις]
Γλυκύτερο καλό και πιο μεγάλο
παρά φτερά να κάνης δεν είν' άλλο.
Κι' αν από σας κανείς, ω θεαταί,
είχε φτερά 'ς την πλάτη του ποτέ,
σαν θα τον θέριζεν η πείνα,
με το ν' ακούη τακτικά
όλα τ' ατέλειωτα εκείνα
της τραγωδίας χορικά,
θα πέταγε στο σπίτι του καλά να τη γεμίση,
και πάλι μέσ' 'ς το θέατρο χορτάτος να γυρίση.
Κι' αν σε κανέναν από σας τουρχότανε χεσίδι,
δεν θα' χεζε το ρούχο του, ωσάν τον Πάτροκλείδη, (68)
μα θα πετούσε στα ψηλά με βιάσι του μεγάλη,
να κλανε, να ξεθύμαινε και να ξανάρθη πάλι.
Και αν κανένας από σας νάνε μοιχός τυχαίνη,
και στο Βουλευτικό ιδή το σύζυγο να μένη
της γυναικός, αυτός μπορεί γοργό φτερό να βάλη,
να την γαμήση γρήγορα και να ξανάρθη πάλι.
Βλέπετε τώρα καθαρά
πως για καθέναν άνθρωπο συμφέρουν τα φτερά.
Κι' ο Διιτρέφης, (69) που κανε φτερά σαν το πουλί
πλέκοντας βέργες λυγαριάς, έγινε πρώτος σε φυλή
και ίππαρχος, που ήτανε μηδενικό στη χώρα,
και φτιάνει τόσα πράματα και κόκκορας είν' τώρα.
Αυλαία
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ
_(Σκηνή η αυτή. Εισέρχονται ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης φέροντες
πτέρωμα και παρατηρούντες μετά περιέργειας αλλήλους)._
ΣΚΗΝΗ Α'.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(καγχάζων)_
Να το λοιπόν το θάμα!
Μα πιό αστείο πράμα
ως τώρα, σου το βεβαιώ,
δεν είχα ιδή, μα το θεό!
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Γιατί γελάς, παρακαλώ;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(παρατηρών τον Ευελπίδην)_
Γελώ με τα φτερά σου·
ξέρεις με τι κατάντησες να μοιάζης [συφορά σου; ].
μ' ένα χηνάρι [σπιτικό] κακοζωγραφισμένο.
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Συ μοιάζεις μ' ένα κότσυφο σύρριζα μαδημένο.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Θαρρώ πως θα την πάθουμε κ' οι δυο μας μια χαρά,
σαν του Αισχύλου το ρητό, από τα ίδια μας φτερά. (70)
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Και τι θα κάνουμε; για πες.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Πρώτον, να κατορθώσουμε
μεγάλο κ' ένδοξ' όνομα 'ς την πόλι μας να δώσουμε,
και 'ς τους θεούς να κάνουμε θυσίασμα και δώρα.
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Έτσι κ' εμέ μου φαίνεται. Μα για να ιδούμε τώρα,
τι όνομα θα βάλουμε 'ς την πόλι μας;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Να βάλουμε
από τη Λακεδαίμονα και Σπάρτη να τη βγάλουμε.
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Ώ Ηρακλή! [δεν σου 'ρθε τίποτ' άλλο; ]
Σπάρτην εγώ την πόλι μου να βγάλω;
με σπάρτα χαμοκρέββατο κι' αν είχα για να πέσω,
κι' αν είχ' ακόμα ένα σχοινί μονάχα, να το δέσω,
Σπάρτη δεν θα την έβγαζα.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τότε λοιπόν να ιδούμε
πώς πρέπει να την πούμε.
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Κάποιο να βρούμε όνομα τρανό, με περηφάνεια,
παρμένο από τα σύγνεφα και από τα ουράνια.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Νεφελοκοκκυγία, (71) βρε, σ' αρέσει να τη βγάλω;.
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Πώ, πω! μωρέ τι όνομα ωραίο και μεγάλο!
Νεφελοκοκκυγία, ναι! πες μου, 'ς την πόλι τούτη
του Θεαγένη τάχατε δεν βρίσκονται τα πλούτη
και του Αισχίνη; (72)
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Βέβαια· μα βρίσκονται ακόμα
[σπαρμένα μέσ' 'ς το χώμα]
στη Φλέγα, [που οι ποιηταί στη Θράκη την εφτιάσανε]
και τους Τιτάνας οι θεοί εκατακομματιάσανε.
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Μωρέ τι πόλις! και θεό ποιόν σκέπτεσαι να βάνουμε
για πολιούχο, και για ποιόν τον πέπλο θα υφάνουμε·; (73)
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
E, δεν αφίνουμε κ' εμείς εις την δική σας πόλι
την Αθηνά, [που έχουνε κ' οι Αθηναίοι όλοι;]
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
[Πώ, πω! θεός φυλάξοι!]
Και πως μια πόλι θα μπορεί να βρίσκεται σε τάξι,
που νάχη από δω θεό, γυναίκ' αρματωμένη,
και τον Κλεισθένη (74) από 'κεί με τ' αργαλειού το χτένι;
Κι' απάνω στα πετρώματα ποιούς θάχης διωρισμένους;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ένα πουλί θαν' από μας, του Περσικού του γένους,
οπού το λένε δυνατό, και το φωνάζουν ούλοι
για κλωσσοπούλι του Άρεως.
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(μετά κωμικής ικεσίας)_
Ώ κύριε κλωσσοπούλι!
να τέλος πάντων και θεός, [και όχι σαν αυτούς εκεί],
που και 'ς της πέτρες μια φορά μπορεί να κατοική.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Έλα λοιπόν τώρα,
πέτα 'ς τον αέρα,
πήγαιν' εκεί πέρα
που οι μαστόροι χτίζουν τείχη για τη χώρα
φέρε τους μαζύ σου
και χαλίκια, — γδύσου·
δούλεψε τη λάσπη, — -στάμνες τους κουβάλα, — -
γλίστρ' από της σκάλες, πέσε κουτρουβάλα, —
βάλε και φυλάκους, — σύμπα τη φωτιά. — -
γύρνα με κουδούνια, ρίχνε μια ματιά
φύλακας τους νάσαι,- —
πέφτε να κοιμάσαι!
Μα και κήρυκας να στείλης 'ς τους θεούς απάνω ένα,
κ' άλλον κάτω 'ς τους ανθρώπους, κι' απ' αυτούς πάλι ‘ς εμένα.
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Και συ μένοντας 'δω χάμου
κάτσε κι' ούρλιαζε κοντά μου.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Πήγαιν' εκεί που σ' έστειλα, γιατί χωρίς εσένα
απ' όλ' αυτά που είπαμε δεν θα γενή κανένα.
θα μείνω εγώ δω πάνω
'ς αυτούς τους νέους μας θεούς θυσία για να κάνω.
προσκάλεσε λοιπόν να μπη
κι' ο ιερεύς για την πομπή.
— Παιδί! παιδί! έλα κοντά· σήκωσε το παναίρι αυτό
και τη λεκάνη να νυφτώ.
_(Ο ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ εξέρχεται. — Εισέρχεται ο ΙΕΡΕΥΣ οδηγών τράγον ισχνόν και
κατεσκληκότα)._
ΣΚΗΝΗ Β'.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΙΕΡΕΥΣ
ΙΕΡΕΥΣ
Είμαι σύμφωνος μαζύ σου
και της γνώμης της δικής σου·
και μεγάλα και ωραία 'ς τους θεούς θα φέρω τώρα
και ποιήματα και δώρα·
και για χάρι τους θα πιάσω
το τραγί να θυσιάσω.
Εμπρός! εμπρός! η Πυθική φωνή ας ακουστή,
και το τραγούδι [το σαχλό] του Χαίρη του κιθαριστή.
_(Εμφανίζεται είς Κόραξ φυσών αυλόν κακοζήλως και παρατόνως)_
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον Κόσσυφον)._
Παύσε, μωρέ! αυτήν την αηδία!
Ω Ηρακλή! τ' είν' τούτος; μα τον Δία,
πολλά κακά είδα κ' εγώ, αλλά δεν είδ' ακόμα
φλογέρα μ' επιστόμιο 'ς ενός κοράκου στόμα!
_(Ο Κόραξ εξαφανίζεται)._
— E, ιερέα! εμπρός! στην εργασία!
κάμε 'ς τους νέους μας θεούς θυσία.
ΙΕΡΕΥΣ
θα το κάμω· ποιός θα φέρη
της θυσίας το παναίρι;
_(Υψοί τας χείρας προς τον ουρανόν και εύχεται με κωμικήν κατάνυξιν)._
Ευχηθήτε 'ς την Εστία την πουλερική, —
'ς το γεράκι πούν' εκεί
κι' από της εστίες ζη,
'ς του Ολύμπου τους αθανάτους, —
'ς τα ολύμπια παιδιά τους, —
πάντων και πασών μαζύ!
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ω συ, γεράκι του Σουνίου! βασιληά
Πελαργικέ! (75) χαίρε απ' όλα τα πουλιά!
ΙΕΡΕΥΣ! _(ως ανωτέρω)_
Ευχηθήτε [απ' ευθείας]
κ' εις τον Δήλιον τον κύκνο, κ' εις τον κύκνο της Πυθίας
'ς τη Λητώ ορτυκομάννα κι' Άρτεμι την Καρδερίνα. —
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
[Βλέπεις τα ονόματά της τ' άλλαξ' η θεά κ' εκείνα]:
Κολαινίς (76) για την Αθήνα,
κ' εδώ πέρα Καρδερίνα.
ΙΕΡΕΥΣ
Και στο Βάκχο τώρα πάλι
που Σαβάζιο τον λένε εις τους φρυγικούς τους τόπους,
κ' ευχηθήτε 'ς τη μεγάλη
τη Σπουργίταινα, μητέρα 'ς τους θεούς και 'ς τους ανθρώπους. —
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Χαίρε, δέσποινα Κυβέλη, που σπουργίτα είσ' [εδώ πέρα],
του Κλεόκριτου (77) μητέρα!
ΙΕΡΕΥΣ
Εύχομαι να δώσουν όλοι 'ς τους Νεφελοκοκκυγιώτες
σωτηρίαν και υγείαν, όπως και 'ς αυτούς τους Χιώτες! (78)
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Δεν ξέρεις τι ευχαρίστησιν αισθάνομαι μεγάλη,
που έχουν την ουρίτσα τους παντού οι Χιώτες βάλη.
ΙΕΡΕΥΣ _(ως ανωτέρω)_
'Σ τους Ήρωας και 'ς τα πουλιά [ευχή τώρα θα κάνω]
και 'ς των Ηρώων τα παιδιά, και εις τον πελεκάνο,
και εις τον Πορφυρίωνα, κ' εις το παγώνι εκείνο,
και εις τον ξυλοπετεινό, και εις τον πελεκάνο,
και εις την άγριοπαππια, κ' εις το κοκκινοπούλι,
και εις το μελανόσκουφο, και εις το κλαψοπούλι,
[ευχή και 'ς τα πουλιά τα δυο]
'ς τον ελασά κ' αιγιθαλό, 'ς τον καταρράχτη κ' ερωδιό!
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(με έκρηξιν στενοχωρίας)_
Αεί 'ς την οργή! τι προσκαλείς, με όλ' αυτά που είπες,
και τι θα φάνε, δύστυχε, τόσοι αητοί και γύπες;
Δεν βλέπεις πως και μοναχά μπορεί ένα γεράκι
ν' αρπάξη το τραγάκι;
τράβ' από 'δώ και χάσου
συ και τα στέμματά σου!
Τον τράγο αυτό, με τάχος,
θα σφάξω εγώ μονάχος.
ΙΕΡΕΥΣ
Πρέπει κατόπι πάλι
ευχή να κάμω κι' άλλη
και ράντισμα με βάγιο,
να ειπώ τραγούδι δεύτερο θεοσεβές και άγιο,
και να καλέσω τους θεούς [με ιερές στροφές],
ή ένα μόνον απ' αυτούς, αν έχετ' αρκετές τροφές,
γιατί ο τράγος τούτος 'δώ δεν έχει τίποτ' άλλα,
παρά τη γενειάδα του και κέρατα μεγάλα!
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Θα ευχηθούμε τούτη τη φορά
'ς τους νέους μας θεούς με τα φτερά!
_(Εισέρχεται ο Ποιητής. Είν' ρακένδυτος και φέρει μακράν κόμην)._
ΣΚΗΝΗ Γ'.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ - ΙΕΡΕΥΣ - ΠΟΙΗΤΗΣ
ΠΟΙΗΤΗΣ _(στομφωδώς)_
Την Νεφελοκοκκυγία την πολυευτυχισμένη
με ωδές και ύμνους, Μούσα, κράτησε την δοξασμένη.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τ' εί'ν' αυτό το πράμα, θε μου!
— -Τ' είσαι συ, μωρέ, για πε μου!
ΠΟΙΗΤΗΣ _(πάντοτε στομφωδώς)_
Εγώ γράφω τους ύμνους μελιρρύτων γλωσσών
κ' είμ' ακούραστος δούλος των εννέα Μουσών —
κατά που λέει ο Όμηρος.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Εγώ ποτέ δεν είδα
κανένα δούλο ακούρευτο (79) με τόση δα κοτσίδα.
ΠΟΙΗΤΗΣ
Όχι είμεθα όμως διδάσκαλοι ούλοι,
των Μουσών των εννέα ακούραστοι δούλοι —
κατά που λέει ο Όμηρος.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Και μόνο η αφεντιά σου;
μα δούλος είν' ακούραστος κι' αυτό το φόρεμά σου.
Και ως εδώ, κυρ ποιητή,
εξεκουμπίσθηκες, γιατί;
ΠΟΙΗΤΗΣ
'Σ της Νεφελοκοκκυγίες έφερα ωδές γραμμένες
με συνέχειες μεγάλες,
κ' έφερα ακόμη κι' άλλες
για να ψάλουν η παρθένες.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Πότε την σκάρωσες αυτήν την εσοδείαν όλη;
ΠΟΙΗΤΗΣ
Από καιρό, πολύν καιρό, την ψέλνω αυτήν την πόλι.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Βρε συ, μόλις τη βάφτισα, σαν το μωρό, τη χώρα,
κι' ακόμα τα δεκάμερα δεν γιώρτασα ως τώρα.
ΠΟΙΗΤΗΣ
Φήμη στα αυτιά μου μεγάλου λόγου
με γρηγοράδα ήλθεν αλόγου : (80)
«της Αίτνας κτίστη και πατέρα,
[Ιέρων]! όνομα ι ε ρ ώ ν» - —
δος και 'ς εμένα εδώ πέρα
με προθυμίαν θησαυρόν,
κ' απ' όλα δος μου ταγαθά σου,
πούχεις και για την αφεντιά σου
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(καθ' εαυτόν)_
Ου! απ' αυτό το βάσανο πολλές δουλειές θα ιδούμε,
αν κάτι δεν του δώσουμε να τον ξεφορτωθούμε.
— Συ, πούχεις και γουναρικό,
μα και χιτώνα παστρικό,
γδύσου και δόσε κάτι τι
και 'ς το σοφό τον Ποιητή·
μα κράτει το γουναρικό [με τούτον τον ψυχρό καιρό],
γιατί μου φαίνεται και συ πως έχεις τούρτουρα γερό.
ΠΟΙΗΤΗΣ
Η φίλη Μούσα δέχεται τη χάρι,
κ' αυτό που της προσφέρεις, θα το πάρη.
Ακούστε τώρα μια ωδή Πινδαρική, που θα σας πω.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Αυτός να μας ξεφορτωθή, δεν θάχη, φαίνεται σκοπό.
ΠΟΙΗΤΗΣ
Μέσα 'ς τους Σκύθες τους νομάδες,(81)
εδώ κ' εκεί ο Στράτων τρέχει·
ρούχο απ' τους ανυφαντάδες
να ρίξη απάνω του δεν έχει,
κ' άδοξος ζη θέρος, χειμώνα,
με δίχως γούνα και χιτώνα. (82)
Κατάλαβες τι εννοώ;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Καταλαβαίνω κάτι·
'κείν' το χιτώνα έβαλες, μου φαίνεται, 'ς το μάτι.
_(Προς τον Ιερέα)_
Γδύσου, [καιρό μη χάνουμε]
πρέπει 'ς αυτόν το Ποιητή κάποιο καλό να κάνουμε
_(Ο Ιερεύς παραδίδει τον χιτώνα του εις τον Ποιητήν. ούτος δε σπεύδει
να τυλιχθή δι' αυτού)._
Πάρ' τον αυτόν, παρακαλώ,
και άμε τώρα 'ς το καλό.
ΠΟΙΗΤΗΣ
Φεύγω· κ' όταν στη πόλι μου θα φθάσω
ακούστε τι τραγούδι θα σας φτιάσω :
Δόξασε, ώ χρυσόθρονη, την πόλι
πούνε φρικτή και παγωμένη όλη.
Στους κάμπους της επήγα μια φορά
τους πολυχιονισμένους —
και πολυσποριασμένους, -
τραλαραρά!... τραλαραρά!...
_(Απέρχεται επαναλαμβάνων την στροφήν)._
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον εξελθόντα ποιητήν)._
Μα το θεό τη γλύττωσες για τούτον το χειμώνα
μ' αυτόν που μας εβούτηξες 'δώ πέρα τον χιτώνα.
_(Προς τον ιερέα).-
Σε βεβαιώ δεν πίστευα τέτοιο κακό να ιδώ :
να πάρη αμέσως μυρουδιά την πόλι μας εδώ
— Πάρε λοιπόν τον αγιασμό τριγύρω να γυρίσης.
ΙΕΡΕΥΣ _(ετοιμαζόμενος διά την θυσίαν)_
Προσέχετε και σιωπή!
_(Εισέρχεται ο ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ, καθ' ην στιγμήν ο Πεισθέταιρος σύρει προς
εαυτόν τον τράγον)._
ΣΚΗΝΗ Δ'.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ - ΙΕΡΕΥΣ — ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ
ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ
Τον τράγο μη τον 'γγίσης!
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ποιος είσαι συ;
ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ
Ποιος είμ' εγώ; Ο Χρησμολόγος.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Χάσου
ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ
Μην παίζης, ώ κολότυχε, και με τα ιερά σου.
Για τη Νεφελοκοκκυγία αυτή υπήρχε μια φορά
ένας χρησμός του Βάκιδος, (83) που τώπε καθαρά.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μπορώ να σε ρωτήσω
γιατί δεν είπες το χρησμό προτού την πόλι χτίσω;
ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ
Το θείον μούχε αποκλεισμό.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Για πες, ν' ακούσω, το χρησμό.
ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ _(εφεξής πομπωδώς)_
«Οταν λύκοι κατοικήσουν
και κουρούνες άσπρες ζήσουν
μεταξύ της Σικυώνος και Κορίνθου (84)»
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Εδώ πέρα
τι δουλειά με Κορινθίους έχω εγώ;
ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ
Για τον αέρα
ήθελε να ειπή ο Βάκις
_(πομπωδώς)_
«Για θυσία [και για δώρα]
ασπρομάλλικο κριάρι να προσφέρης στην Πανδώρα· (85)
κ' όποιος μάντις ειπή πρώτος τη μαντεία μου, για χάρι
υποδήματα καινούργια και χιτώνιον να πάρη».
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μπα! υπάρχουν και παπούτσια μέσα στο χρησμό του Βάκι;
ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ _(εξάγων φύλλον παπύρου)_
Πάρε, διάβασ' το χαρτάκι.
_(αναγινώσκει ο ίδιος)_
«Να του δώσουν και μποτίλλια, και στο χέρι του να βάλη
τα εντόσθια του τράγου». —
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μπα! το λέει και τούτο πάλι;
ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ _(τείνων τον πάπυρον)_
Πάρε, διάβασ' το χαρτάκι.
_(Εξακολουθεί πομπωδώς).-
«Κι' αν αυτά που σου προστάζω
εκτελέσης, νεανία, εις τα ύψη σ' ανεβάζω
σαν αητό· δεν θα σε κάνω, αν δεν φάγω κ' εγώ τράγο,
ούτ' αητό, ούτε τρυγόνι, παρά μόνο ξυλοφάγο!»
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ο χρησμός λοιπόν του Βάκι μέσα όλ' αυτά τα βάζει;
ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ _(ως ανωτέρω).-
Πάρε, διάβασ' το χαρτάκι.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Όμως ο χρησμός δεν μοιάζει
και μ' αυτόν, που απ' τον ίδιο τον Απόλλωνα έχω πάρη,
[και δεν λέει τέτοια χάρι].
_(Εξάγει φύλλον παπύρου και αναγινώσκει, μιμούμενος το πομπώδες ύφος
του Χρησμολόγου, και υπό πνεύμα απειλής).-
«Αν κουβαληθή κανένας φαφλατάς και φουσκωμένος
δίχως ναν προσκαλεσμένος,
φέρνοντας στενοχωρία
όταν κάνης τη θυσία,
κ' από του ψητού τα σπλάχνα μεζεδάκια σου γυρέψη,
δος του κλωτσοπατηνάδες στα πλευρά, ως που να ρέψη!»
ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ _(απαθώς)_
Το κοψες το ψεματάκι!
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(τείνων τον πάπυρον)_
Πάρε, διάβασ' το χαρτάκι.
_(αναγινώσκει ως ανωτέρω)_
«Ούτε και αητός θα πάρη από τους μεζέδες, μήτε
και ο Λάμπων, και ο μέγας Διοπείθης, οι προφήται».
ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ
Όλα, όλ' αυτά τα είπε του Απόλλωνος το στόμα;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ως ανωτέρω)_
Πάρε, διάβασ' το χαρτάκι! — E, δεν έφυγες ακόμα;
ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ
Ω, κακότυχος που ήμουν!
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ωθών αυτόν προς έξοδον)_
Τράβα ς' άλλες πολιτείες
να πουλήσης προφητείες!
_(Ο Χρησμολόγος φεύγει θρηνών. — Εισέρχεται εκ του αντιθέτου μέρους ο Μ
έ τ ω ν, (86) φέρων πίνακα, κανόνας γεωμετρικούς και διαβήτας)._
ΣΚΗΝΗ Ε'.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΙΕΡΕΥΣ — ΜΕΤΩΝ
ΜΕΤΩΝ
Να πούρχομαι κ' εγώ σε σας.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Άλλος μπελάς και πάλι!
τ' ήλθες να κάμης; εύρηκες εφεύρεσι μεγάλη;
τι τάχατε βουλήθηκες
και πήρες τα παπούτσια σου κ' εδώ μας κουβαλήθηκες;
ΜΕΤΩΝ
Να σας μετρήσω θέλω τον αγέρα,
και δρόμους να χαράξω εδώ πέρα.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Για το θεό! ποιος είσαι συ;
ΜΕΤΩΝ
Ποιος είμ' εγώ; ο Μέτων,
που δεν τον ξέρει ο Κολωνός, μα η Ελλάς.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Για ιδέ τον!
Και δεν μου λες, σαν τ' είν' αυτά που έχεις εκεί πέρα;
ΜΕΤΩΝ
Τα μέτρα του αγέρα,
Σαν φούρνος γύρω από τη γη
ο αγέρας τη γυρολογεί·
τούτ' τον κανόνα τον κυρτόν απάνωθε θα βάλω,
τον διαβήτην ύστερα καρφώνω [τον μεγάλο]...
νοιώθεις;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Δεν νοιώθω τίποτα, [και ούτε θα μπορέσω]
ΜΕΤΩΝ
Κανόνα ύστερα ορθόν σε τούτα θα προσθέσω
να σου γενή τετράγωνον ο κύκλος [μια χαρά],
Στο κέντρον θαν' η αγορά
και θάρχωνται ακόμη
ορθοί στο μέσο οι δρόμοι,
τα ίδια όπως γίνεται στο στρογγυλό σταστέρι,
που απ' όλα του τα μέρη
αστράφτουν η αχτίνες,
όλες ορθές κ' εκείνες!
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Αυτός ο Μέτων [ο γνωστός]
σου είν'ενας Θαλής σωστός!
ΜΕΤΩΝ
Τι τρέχει;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ξέρεις βέβαια το πόσο σ' αγαπώ,
έ, άκου αυτό που θα σου ειπώ :
Να πάρης πόδι γρήγορα.
ΜΕΤΩΝ
Και τι θα πάθω; για να ιδώ.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Όπως στη Λακεδαίμονα, το ίδιο κάνουμε κ' εδώ·
τους δέρνουμε, τους σπρώχνομε
τους ξένους, και τους διώχνομε.
ΜΕΤΩΝ
Μην έχετ' επανάστασι, [κ' ελεύθερα της βρέχετε];
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Α, όχι δα, μα τον θεό!
ΜΕΤΩΝ
Τότε λοιπόν τι έχετε;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Έχουμε πάρει απόφασιν εδώ να μην αφήσουμε
κάθε ψωροπερήφανο, κ' όλους να τους τσακίσουμε.
ΜΕΤΩΝ
Ώστε πρέπει να του δίνω απ' τον τόπο τούτο τώρα.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μα δεν ξέρω αν θαύρης ώρα.
_(τον δέρνει)_
Να που άρχισ' η βροχή!
ΜΕΤΩΝ
Συμφορά στον δυστυχή!
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Δεν σου τόπα; τράβα τώρα και του λόγου σου επίσης
τα πλευρά σου να μετρήσης!
_(Ο Μέτων φεύγει δερόμενος.- Εισέρχεται εκ του αντιθέτου μέρους ο
επίσκοπος κρατών δύο αμφορείς ψηφοφορίας και ενδεδυμένος με φόρτον
πολυτελείας)._
ΣΚΗΝΗ ς'
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ – ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Πού είν' εδώ οι Πρόξενοι; (87) [για πέτε μου ν'ακούσω].
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ποιός είσαι, Σαρδανάπαλε,(88) πούρθες με τέτοιο λούσο;
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Επίσκοπος (89) κληρώθηκα Νεφελοκοκκυγίας.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Επίσκοπος; ποιός σ' έστειλε [με τέτοιας οδηγίας];
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Μ' έστειλ' ένα παληόχαρτο εκείνου του Τελέα.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
[Τι λες; πολυ ωραία! ]
Θέλεις να πάρης το μισθό τη ράχη να μας δείξης,
πριν ιστορίες τίποτα στην πόλι μας ανοίξης;
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Μα τους θεούς, να γύριζα το ήθελα πολύ,
γιατί έχω κάμει πρότασι σπουδαία 'ς τη Βουλή
για τον Φαρνάκη (90) των Περσών, [πούχει μεγάλο πλούτο].
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ραπίζων αυτόν αιφνιδίως)_
Ορίστε!... πάρε το μισθό και τράβα!
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Τ' είνε τούτο!
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Νά, τώρα ένα ψήφισμα για τον Φαρνάκη παίρνεις.
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Διαμαρτύρομαι φρικτά! τους επισκόπους δέρνεις;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Βρε δεν θα φύγης από δω με τούτα τα σταμνιά σου;
[και έπειτα, για στάσου,]
στέλνουν επίσκοπο ποτέ σε πολιτείες [και λαούς]
πριν πιάσουνε οι κάτοικοι να θυσιάσουν στους θεούς;
_(Ο Πεισθέταιρος αποδιώκει τον Επίσκοπον διά ραβδισμών. Εισέρχεται εκ
του ετέρου μέρους ο Ψηφισματοπώλης αναγινώσκων ψήφισμα επί παπύρου)._
ΣΚΗΝΗ Ζ'.
ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΩΤΕΡΩ
ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ _(αναγινώσκων)_
Αν Νεοελοκοκκυγιώτης Αθηναίον αδικήση...
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τι παληόχαρτο είνε τούτο, που μας έχει κουβαλήση;
ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ
Είμαι Ψηφισματοπώλης, κ' ήλθα εδώ [να συμφωνήσω]
και τους νόμους να πουλήσω
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ποιούς;
ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ _(αναγινώσκων)
«Να μεταχειρισθούνε οι Νεφελοκοκκυγιώτες
μέτρα και σταθμά και νόμους, όπως κ' οι Ολοφυξιώτες (91)
[της Χαλκιδικής πολίτες]
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Διάβασε και συ τους νόμους, όπου έχουν οι Σκουξίτες! (92)
_(τον δέρνει)_
ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ
Τι έπαθες;
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
[τι θες να πάθω;]
αν δεν πας εις την δουλειά σου, μαύρους νόμους θα σε μάθω.
_(Ο Ψηφισματοπώλης αποσύρεται δερόμενος, ενώ αντιθέτως επανέρχεται ο
Επίσκοπος κρατών πάντοτε τας εκλογικάς κάλπας)_
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Μηνύω τον Πεισθέταιρον, και τον Απρίλη μήνα
να έλθη [στην Αθήνα]
να δικασθή ως υβριστής.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Βρε συ! τι τσαμπουνάς αυτού; δεν θα ξεκουμπιστής;
_(Ο Ψηφισματοπώλης εμφανίζεται εκ του ετέρου μέρους)_
ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ(αναγινώσκων)_
«Και όποιος διώξη άρχοντες [κι' απλήρωτους τους στείλη]
και αψηφή το ψήφισμα, που πέρασε στη στήλη,
[που γράφονται οι νόμοι]...
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μπα, συφορά που μ' εύρηκε! βρε είσ' εδώ ακόμη;
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Δέκα χιλιάδες πρόστιμο δραχμές θα σου προσθέσω.
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
_(λαμβάνων τους δύο αμφορείς εκ των χειρών του Επισκόπου)_
Κ' εγώ θα κάτσω γρήγορα στα δυο σου αγγειά να χέσω.
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Να μου το θυμηθής αυτό, [που κάθισες στους δρόμους]
τη νύχτα, και κατάχεσες τους ψηφισμένους νόμους.
_(Ενώ ο Π ε ι σ θ έ τ α ι ρ ο ς κάθεται αλληλοδιαδόχως επί εκατέρου των
δοχείων και αφοδεύει, ο Ψ η φ ι σ μ α τ ο π ώ λ η ς και ο Ε π ί σ κ ο π
ο ς αναγκάζονται να φύγουν κρατούντες την μύτην των.)_
ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
_(προσποιούμενος ότι καταδιώκει)_
Πιάστε τον! πιάστε τον αυτόν! — - Βρε βλάκα! πού πηγαίνεις;
γιατί μ' εμάς δεν μένεις;
_(Επανέρχεται. — Προς τον Ιερέα)_
— E, ας τραβήξουμε κ' εμείς και τον καιρό μη χάνουμε
κι' αυτόν τον τράγο στους θεούς θυσία να τον κάνουμε!
_(Ο Ιερεύς και ο Πεισθέταιρος σύρουν τον τράγον εκτός της σκηνής)_
ΑΥΛΑΙΑ