WeRead Powered by ReaderPub
Όρνιθες cover

Όρνιθες

Chapter 2: ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΎΛΟΥ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

Two disaffected city-dwellers, weary of civic corruption and sacrificial abuses, abandon their metropolis and persuade a chorus of birds to help them build a new commonwealth in the sky. They negotiate with the avian community to bar gods and humans from free passage, claim political authority, and arrange ceremonial roles that invert traditional worship. The piece mixes sharp social and religious satire with exuberant choral songs and comic set pieces about bargaining, law, and appetite, staging imaginative speeches and musical interludes. It concludes with a farcical settlement in which human ambition, birdly self-interest, and divine prerogatives collide, leaving the success of the proposed utopia provocatively uncertain.

The Project Gutenberg eBook of Όρνιθες

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Όρνιθες

Author: Aristophanes

Translator: Polyvios Demetrakopoulos

Release date: November 22, 2008 [eBook #27315]
Most recently updated: January 25, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΌΡΝΙΘΕΣ ***

Note: The Table of contents is not included in the book. It has been
created to help the reader. Numbers in parenthesis relate to the
footnotes that have been transferred at the end of the book. Their
wording, wherever it refers to book pages or other footnotes, has been
changed according to the new numbering. The changes are included in
brackets. Brackets within the play are used by the translator for words
not included in the ancient text to help the rhyming.

The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
Spelling mistakes noted in a table at the end of the book have been
taken into account. The spelling of the book has not been changed
otherwise.

Σημείωση: Ο πίνακας περιεχομένων δεν υπάρχει στο βιβλίο. Δημιουργήθηκε
προς διευκόλυνση του αναγνώστη. Οι αριθμοί σε παρενθέσεις αφορούν στις
υποσημειώσεις που έχουν μεταφερθεί από το τέλος κάθε σελίδας στο τέλος
του βιβλίου. Το λεκτικό τους, όπου αναφέρεται σε σελίδες ή άλλες
υποσημειώσεις, έχει αλλαχτεί σύμφωνα με την νέα αρίθμηση. Οι αλλαγές
περικλείονται από αγκύλες[]. Μέσα στο βιβλίο, οι αγκύλες
χρησιμοποιούνται για λέξεις εκτός αρχαίου κειμένου που χρησιμοποιεί ο
μεταφραστής για να διευκολύνει την ομοιοκαταληξία.

Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Τα παροράματα που
είχαν σημειωθεί στο τέλος του βιβλίου, έχουν διορθωθεί. Κατά τα άλλα
έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ

ΟΙ ΟΡΝΙΘΕΣ

ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΎΛΟΥ

(POL ARCAS)

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ

1910

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
ΣΚΗΝΗ Α'.(1)-(6)
ΣΚΗΝΗ Β'.(7)-(9)
ΣΚΗΝΗ Γ'.(10)-(24)
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
ΣΚΗΝΗ Α'.(25)-(58)
ΣΚΗΝΗ Γ'. "*"(59)-(69)
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ
ΣΚΗΝΗ Α'.(70)-(74)
ΣΚΗΝΗ Β’.(75)-(82)
ΣΚΗΝΗ Γ’.(83)-(86)
ΣΚΗΝΗ Δ’.
ΣΚΗΝΗ Ε’.
ΣΚΗΝΗ ς'.(87)-(90)
ΣΚΗΝΗ Ζ’.(91)-(92)
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ
ΣΚΗΝΗ Α'.(93)-(97)
ΣΚΗΝΗ Β’.(98)-(101)
ΣΚΗΝΗ Γ’.
ΣΚΗΝΗ Δ’.(102)-(108)
ΣΚΗΝΗ Ε’.(109)-(118)
ΣΚΗΝΗ ς'.(119)-(121)
ΣΚΗΝΗ Ζ’.(122)-(123)
ΣΚΗΝΗ Η’.(124)-(127)
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ
ΣΚΗΝΗ Α'.(128)-(129)
ΣΚΗΝΗ Β’.(130)-(139)
ΣΚΗΝΗ Γ’.(140)-(142)
ΣΚΗΝΗ Δ’.(143)-(146)
ΣΚΗΝΗ Ε’.(147)-(149)
ΣΚΗΝΗ ς'.(150)
ΣΚΗΝΗ Γ’."*"

(*) Λάθος αρίθμηση

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΕΙΣ ΤΟΥΣ «OΡΝΙΘΑΣ»

Διά της κωμωδίας ταύτης σατυρίζει δριμύτερον ο ποιητής την
επικρατήσασαν εν Αθήναις πολιτικήν και κοινωνικήν διαφθοράν,
παρουσιάζων δύο πολίτας Αθηναίους εξοριζομένους εκουσίως και
καταφεύγοντας εις τα πτηνά προς ίδρυσιν νέας πολιτείας με ηρεμώτερον
βίον και με αγνότερα ήθη· σατυρίζει δε φαιδρώς και τας αποδιδομένας εις
τους θεούς ανθρωπίνους αδυναμίας.

ΠΡΟΣΩΠΑ


πολίται Αθηναίοι:
ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ

ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ (Τροχίλος)υπηρέτης του Τσαλαπετεινού.
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ (Έποψ)
ΧΟΡΟΣ ΟΡΝΙΘΩΝ
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟΠΟΥΛΙ (Φοινικόπτερον)
(ΚΗΡΥΚΕΣ)
Ο ΙΕΡΕΥΣ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Ο ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ
ΜΕΤΩΝ Γεωμέτρης
Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Ο ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ
ΑΓΓΕΛΟΙ
ΙΡΙΣ
Ο ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ
ΚΙΝΗΣΙΑΣ διθυραμβοποιός
Ο ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
ΠΟΣΕΙΔΩΝ
ΗΡΑΚΛΗΣ
Βωβόν πρόσωπον: Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Πεισθεταίρου

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ

Ο Ι . Ο Ρ Ν I Θ Ε Σ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

_(Η σκηνή παριστά οδόν πετρώδη.- Εις απόστασιν δένδρα, θάμνοι και λίθοι
- Εισέρχεται ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης κρατούντες ο είς Κουρούναν
και ο έτερος Καρακάξαν. Ακολουθεί ο θεράπων κρατών στρωμνάς, χύτραν και
άλλα μαγειρικά σκεύη)._

ΣΚΗΝΗ Α'.


ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(Προς την Καρακάξαν)_
Να πάμε ίσια προς τα εκεί, που το δενδρί προβάλλει.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς την Κουρούναν)_
Να σκάσης!-Η κουρούν'αυτή [άκουσε] σκούζει πάλι.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Γιατί μωρέ κακόμοιρε, πέρα και δώθε τρέχουμε;
θα τσακιστούμε· γνέματα για διάσιμο δεν έχουμε.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Εγώ, που στης Κουρούνας μου επίστεψα το στόμα
επήρα χίλια στάδια ως τώρα, πες κι' ακόμα.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Αμή κ'εγώ, που να πεισθώ στην Καρακάξα βιάσθηκα,
για ιδές, εξενυχιάσθηκα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Δεν βλέπω πού βρισκόμαστε, σε ποιόν του κόσμου τόπο.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Να βρούμε την πατρίδα μας ξέρεις κανένα τρόπο;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Σε τούτο θα βρισκότανε ακόμα μπερδεμένος
και ο Εξηκεστίδης (1) [ο κοσμογυρισμένος].

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Αλλοίμονο!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(παρατηρών προς το βάθος)_
Για τράβα 'ς αυτό το μονοπάτι.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(προς το κοινόν)_
Και τον χρωστάμε όλον ετούτον τον μπελιά
στον υποχονδριασμένον αυτόν τον Φιλοκράτη (2)
που μας πουλεί στο πιάτο τα πειο παχειά πουλιά·
γιατί μας είπ' [Ορθά κοφτά]
το πως με τα πουλιά του αυτά
θα βρούμε τον Τηρέα (3) τον Τσαλαπετεινό
που ήταν πρώτα όρνιο [κι' αυτός ανθρωπινό],
και την Κουρούνα εφούσκωσε τρεις οβολούς 'ς εμένα,
την Καρακάξα δε αυτή στον Θαρρελείδη, (4) ένα·
κι' άλλο δεν ξεύρουν [τόσην ώρα]
παρά να μας φορτώνουνε δαγκώματα.
_(Προς την Κουρούναν)_
Έλα, μωρή! τι χάσκεις τώρα;
θα μας τραβάς ακόμα στα πετρώματα;
_(Προς τον Πεισθέταιρον)_
Πήρες κανένα δρόμο με το μάτι;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μπα! δεν υπάρχει ούτε μονοπάτι.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
θα βρούμε, λέ' η Κουρούνα σου, δρόμο 'ς αυτήν τή χώρα;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ο,τι έλεγε προτήτερα, το ίδιο λέει και τώρα.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Σαν τι σου λέει δηλαδή;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τι άλλο τάχα ξέρει, παρά πού μου κατάκοψε με δαγκωνιές το χέρι;
Τι φοβερό! γυρέψαμε του κάκου
να πάμε μια φορά «κατά κοράκου»,
κ' ετοιμασίες κάναμε, και όμως
δεν ξέρουμε πούθε τραβά ο δρόμος!
_(Προς το κοινόν)_
Γιατί ημείς, — ώ άνδρες, που ακούτ' εμέ [τον βλάκα] —
επάθαμεν αρρώστια αντίθετη απ' του Σάκκα. (5)
Γιατί αυτός δεν ήτανε πολιτογραφημένος
και γύρευε με το στανιό να τον ειπούν πολίτη·
κ' εμείς, που είχαμε τιμές από φυλή και γένος,
πολίτες, δίχως να μας μπη κανένας και στη μύτη,
πήραμε τα δυο πόδια μας καθένας και πετάξαμε·
μα τούτο δεν το πράξαμε
ούτ' από μίσος τάχα για την πόλι,
γιατί έχει από τη φύσι προτερήματα,
ούτε πως δεν μοιράζει 'ς όλους χρήματα.
Η τζίτζικες 'ς ένα χρόνο
τραγουδούν δυο μήνες μόνο,
μα οι Αθηναίοι τώρα πέρασαν και της τζιτζίκες,
γιατί 'ς όλο τους το βίο τραγουδούνε μόνο δίκες!
Γι' αυτό λοιπόν τραβήξαμε κ' εμείς 'ς αυτά τα μέρη
με χύτρα και με κάνιστρο και με μυρτιές 'ςτο χέρι, (6)
[να χτίσουμε την πόλιν μας] κ' εδώ κ' εκεί γυρνάμε
να βρούμε τόπον ήσυχο, που να καλοπερνάμε.
Με δρόμο μακρυνό
εκείνον τον Τηρέα τον Τσαλαπετεινό
καθένας μας ζητάει,
να τον παρακαλέσουμε αν θέλη να μας πη,
εκεί όπου πετάει,
αν είδε καμμιά πόλι με τέτοια προκοπή.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ερχόμενος προς τον Ευελπίδην)_
Ε!

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Τι;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τούτ' η Κουρούνα μου [ρίχνει ψηλά το μάτι]
και ώρα είνε κάμποση, που απάνω δείχνει κάτι.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Κ' η Καρακάξα χάσκοντας [ψηλά το μάτι ρίχνει]
κι' απάνω κάτι δείχνει.
Δεν ξέρω αν βρίσκονται πουλιά στον τόπο αυτόν [που μπαίνουμε],
μα μ' ένα κρότο στη στιγμή, νομίζω, το μαθαίνουμε.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Α, κάμε τούτο πρώτο!
χτύπησε με το γόνα σου την πέτρα τη μεγάλη.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Δεν την κτυπάς καλήτερα εσύ με το κεφάλι;
διπλό θα κάνη κρότο.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Σκύψε λοιπόν, σου είπα,
πάρε λιθάρι κτύπα!

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Αφού το θέλεις, νά κ' εγώ...

_(Λαμβάνει λίθον και κτυπά επί του βράχου, φωνάζων :)_
Παί! παί!...

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Για να σου ειπώ,
παιδί τον λες τον Έποπα; Για πες του : πω-πω-πω!

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(κτυπών)_
Πώ-πω-πω-πάω!... πω-πω-πω-πάω!
ακόμη θέλεις να κτυπάω;
πω-πω-πω-πάω!... πω-πω-πω-πάω!..

_(Εξέρχεται επί του βράχου το Τρυποκάρυδον).-

ΣΚΗΝΗ Β’.


ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ
Τ' είνε τούτοι [που κτυπάνε;]
τον αφέντη ποιοί ζητάνε;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Ω Απόλλων μου! τι στόμα είνε τούτο που ανοίγει;

ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ
Συμφορά μου! είν' άνθρωποι, οπού βγήκαν στο κυνήγι.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Βρε τι βλέπεις φοβερό;
δεν μπορούσες να ειπής τάχα ένα λόγο τρυφερό;

ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ
Νά!... να πάτε να χαθήτε!

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Μα δεν είμαστε άνθρωποι.

ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ
Αμ τι είσθε τότε; ειπήτε!

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Είμαι όρνιο της Λιβύας που το λενε φοβιτσάρη. (7)

ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ
Τίποτε μ' αυτό δεν είπες [κ' έλα, κάνε μας τη χάρι]...

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(δεικνύων τα σκέλη του)_
[Τα πουλιά] δω κάτω πούνε,
δεν ρωτάς να σου το ειπούνε;

ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ _(δεικνύων τον Πεισθέταιρον)_
Τ' είδους όρνειο είνε τούτος κι' από ποιο τραβάει γένος;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Νά, εγώ που βλέπεις είμαι Φασιανικός (8)( χεσμένος.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Και σύ τι θηρίον είσαι; σε παρακαλώ πολύ.

ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ
Είμαι δουλικό πουλί.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Μήπως τάχ' από κανένα ενικήθης πετεινό;

ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ
Από τότε που ο αφέντης ήλθε κ' έγινε πτηνό,
παρακάλεσε κ'εμένα Τρυποκάρυδο να γίνω
κ' είδός τι ακόλουθός του κ' υπηρέτης του να μείνω.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Τα πουλιά έχουν ανάγκην από δούλους;

ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ
Καθώς ξέρω
ήταν άνθρωπος· και όταν μου γυρεύη να του φέρω
της μαρίδες του Φαλήρου, παίρνω αμέσως ένα πιάτο
και της φέρνω από κει κάτω.
Κι' όταν φάβα θέλη πάλι,
βρίσκω χύτρα και κουτάλι.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Τρέχα-τρέχ' αυτός [ο φίλος]
έγινε πουλί τ ρ ο χ ί λ ο ς (9).
Ξέρεις τώρα τι να πράξης;
τον αφέντη σου να κράξης.

ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ
Μά τον Δία, εκοιμήθη· μόλις είνε στιγμές λίγες,
πούφαγε σμυρτιές και μυίγες.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Μολαταύτα ξύπνισέ τον.

ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ
Αχ! θα τον στενοχωρήσω,
μα για χάρι σας πηγαίνω στη στιγμή να τον ξυπνίσω.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
_(εξαφνιζόμενος από το πέταγμα του Τρυποκάρυδου_

Απ' τον τρόμο, που να σκάσης! μού κοψες τα ύπατα μου.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ

_(βλέπων την Καρακάξαν του αφιπταμένην εκ των χειρών του)_

Νά τη! πάει η Καρακάξα απ' το φόβο, συφορά μου!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Βρε δειλότατο θηρίο! τοσ' είν' η παλληκαριά σου
πού άφησες την Καρακάξα;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Μήπως δα κ' η αφεντιά σου
δεν αφήκες την Κουρούνα, όταν τούμπα είχες φάη;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Δεν την άφησα.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Πού είνε;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Έκαμε φτερά και πάει.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Μόνη της φτερό είχε πάρη;
μπράβο!... είσαι παλληκάρι!..

_(Εμφανίζεται ο Τσαλαπετεινός)._

ΣΚΗΝΗ Γ'.


ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Τα χόρτα μου άνοιξε να βγω!

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(μετά κωμικού φόβου)_
Τι τρομερό θηρίο!
Ω Ηρακλή! τι φτερωσά! τι τρίδιπλο λοφίο!

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ποιός με γυρεύει;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Οι θεοί μαζύ και με τον Δία
σ' έχουν μαδήση, φαίνεται.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ωραία κοροϊδεία
για τα φτερά [που βλέπετε αυτά τα μαδημένα]·
μα ήμουν άνθρωπος κ' εγώ.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Ποιος κοροϊδεύει εσένα;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ποιόν κοροϊδεύεις τάχα;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τη μύτη σου μονάχα.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ο Σοφοκλής που μ' έφερε 'ς αυτό το χάλι φταίει,
που όλο στής τραγωδίες του για τον Τηρέα λέει.(10)

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Συ είσαι ο Τηρεύς λοιπόν; Τι είσαι γινωμένος,
όρνειο, παγώνι...

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Πουλί.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Μπα! γιατ' είσαι μαδημένος;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Εμάδησα.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Και από τι; από αρρώστιαν;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Όχι
αλλά το γένος των πουλιών [που λέτε, έτσι τώχει]:
μαδούν στη βαρυχειμωνιά, βγάζουν φτερά κατόπι.
Μα πέτε μου ποιοί είσθε σεις;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Εμείς; θνητοί, ανθρώποι.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ποιά είνε η πατρίδα σας;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Είμαστε από την πόλι
που βγαίνουν όλο στόλοι.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Μην τύχη κ' είσθ' ηλιασταί; (11)

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Το εναντίον βρήκες
είμαστε απηλιασταί, [σχαινόμεθα της δίκες],

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Μπα! βρίσκεται τέτοια σπορά στου τόπου σας το χώμα;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Αν φέρης γύρα τους αγρούς, κάτι θα βρης ακόμα.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Και τι λοιπόν γυρεύετε που ήλθατ' έδώ πέρα;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Γυρεύουμε να μείνουμε μαζύ σου [νύχτα-μέρα].

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Γιατί;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Γιατ' ήσουν σαν εμάς άνθρωπος μια φορά
κ' έτσι το είχες, σαν εμάς, και συ κρυφή χαρά,
όταν τα ξένα χρήματα, καθώς εμείς, συγύριζες,
και τα 'παιρνες για δανεικά και πίσω δεν τα γύριζες·
κατόπιν έγινες πουλί, πήρες τον κόσμο γύρα,
και του ανθρώπου απόκτησες και του πουλιού την πείρα.
Γι' αυτό ικέται ήλθαμε 'ς εσένα να μας πης
για καμμιά πόλι τριχωτή που ναν' της προκοπής,
κι' ως είδος τι γουναρικό, που νάχουμ' [όλον τον καιρό]
ξαπλωταριό γερό.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Γυρεύεις μεγαλείτερη από την πόλι εκεί των Κραναών; (12)

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Α, όχι δα, μα πειο συμφερτική.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Α, θα γυρεύης, φαίνεται, την αριστοκρατία.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Δεν θέλω ούτε για το γυιό ν' ακούσω του Σκελλία.(13)

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ήγουν ποια πόλι θέλατε να κατοικήτ' ευχάριστα;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Εκείνην που τα πράματα τα πειο τρανά και άριστα
θάσαν αυτά : Αυγή-αυγή
όξω άπ' τη θύρα μου να βγη
ένας από τους φίλους μου, κι' αυτά να ειπή' ς εμένα :
«Πάρε και τα παιδάκια σου μαζύ, καλολουσμένα,
κ' έλα, για όνομα θεού, στο σπίτι |γείτονα μου],
πούχω τραπέζι γάμου·
πρόσεξε μήπως δεν φανής, γιατί αν τύχη μια φορά
να μου 'ρθη κάποια συμφορά,
στο λέω, δεν θα σε δεχθώ.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Γυρεύεις, μα τον Δία,
πράγματα λυπηρά. — Και συ!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μια τέτοια αηδία
κ' εγώ γυρεύω.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Δηλαδή;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Όταν πατέρας θα με ιδή
που έχει όμορφο παιδί,
να 'ρθή κοντά μου με ντροπή
και τέτοια λόγια να μου πη:
«Α Στιλβωνίδη,(14) φίλε μου, [είμαι προσβεβλημένος]·
γύριζε απ' το γυμνάσιον ο γυιόκας μου λουσμένος,
και όταν τον απάντησες καθόλου δεν του μίλησες,
και ούτε τον αγκάλιασες, και ούτε τον εφίλησες,
δεν του πιασες ταρχίδια,
μα ούτε και στο σπίτι σου τον πήγες [για παιγνίδια],
κ' είσαι και φίλος πατρικός!...

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Τι λες! βρε τον καϋμένο!
που ένα πράμα γύρεψε και τούτος σιχαμένο!
Υπάρχει όπως τη θέλετε μια πόλι ευτυχισμένη·
πούνε κοντά στη θάλασσα την Ερυθρά χτισμένη» (15)

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Πω, πω! σε θάλασσα κοντά να βρούμε κατοικία,
κλητήρες να μας δέχωνται με τη Σαλαμινία!(16)
Δεν ξέρεις πόλι ελληνική;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Τον Λέπρεον (17) της Ήλιδος· γιατί δεν πάτ' εκεί;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Σιχαίνομαι τον Λέπρεον, γιατί αρκεί που είδα
τον [ποιητή] Μελάνθιον.(18)

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Να πάτε στη Λοκρίδα,
που είνε οι Οπούντιοι, να μείνετε.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Να μείνωμε;
και μ' ένα τάλαντο χρυσό Οπούντιος (19) δεν γίνομαι
[να πέσω στο κατάντι
του Οπουντίου του στραβού, τεμπέλη, συκοφάντη.]
Για πες μου τώρα: πως περνά, ζώντας κανείς με τα πουλιά;
εσύ θα ξέρης βέβαια.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Δεν είνε κι' άσχημη δουλειά·
πρώτον, δεν θέλεις χρήματα για έξοδα και για φαΐ.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Αμ' τότε κίβδηλα πολλά αφαίρεσες απ' τη ζωή.(20)

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Τρώμε στους κήπους της μυρτιές, το άσπρο το σουσάμι,
και δυόσμο, [που χωρίς αυτόν δεν γίνονται οι γάμοι]
και παπαρούνες.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Δηλαδή σαν νεοπανδρεμένοι
περνάτε.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μωρέ τι μας λες!; εις των πουλιών τα γένη
βλέπω μεγάλη φρόνησι και δύναμι πολλή,
και πειο τρανοί θα γίνετε με μια μου συμβουλή.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Τι συμβουλή!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τι συμβουλή θ' ακούσετε ρωτάτε;
πρώτον τρυγύρω χάσκοντας ποτέ να μή πετάτε·
δεν είναι και το έργο αυτό τιμητικό πολύ·
γιατί «τ' είν' τούτο το πουλί;»
κανένας αν ρωτούσε,
θάβγαιν' ευθύς ο [παστρικός] Τελέας (21) ν' απαντούσε:
«τούτο είν' ανθρωπορνίθι
όπου άστατο γεννήθη,
θέσι δεν κρατεί να μείνη
κι' ούτε ίχνος δεν αφίνει.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Μα τον Διόνυσον! λαμπρά η κοροϊδεία όλη.
Μα τι λοιπόν να κάνουμε;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Να χτίσετε μια πόλι. (22)

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Μα τα πουλιά μονάχα
τι είδους πόλι, [λέτε σεις], μπορεί να χτίσουν τάχα;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τι κουταμάρα φοβερή μας είπες τούτ' την ώρα!
Για κύττα κάτω.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(εκτελών)_
Βλέπω, νά!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Κύττα κι' απάνω τώρα.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(εκτελών)_
Να, βλέπω.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τώρα κύτταξε και γύρω σου ως τόσο.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(εκτελών)_
Καλά, κι αν κοψολεμιασθώ στο τέλος τι θα νοιώσω;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τι είδες;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Είδα σύγνεφα και τουρανού [το θόλο].

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μα πως; -δεν έχουν τα πουλιά στον ουρανό τον πόλο;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Πόλο; Τι πόλο δηλαδή;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Νά, σαν να λέμε, χώρα·
τόπος που τριγυρνάνε
κι' όλ' άπ' αυτόν περνάνε,
λέγεται πόλος τώρα·
και αν τον κατοικήσετε
και τον μανδρογυρίσετε,
ο πόλος πόλις γίνεται.
Και στους ανθρώπους άρχοντες και κύριοι θα μείνετε,
ακρίδες σαν να ήσανε·
κι' όπως στη Μήλο μια φορά της πείνας εψοφήσανε, (23)
το ίδιο θα ψοφήσουνε και οι θεοί μια μέρα.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Πώς;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μέσο ουρανού και γης έχουμε τον αγέρα·
όπως εμείς, σαν θέλουμεν εις τους Δελφούς να πάμε,
το δρόμο να μας δώσουνε οι Βοιωτοί ζητάμε,
έτσι κι' όταν προσφέρουμε θυσίας [κατά κόρον]
εις τους θεούς, αν οι θεοί δεν σας πληρώσουν φόρον,
σεις δεν θαφήσετε ποτέ να πάη απάνω ίσα
στο χάος απ' τας πόλεις τους, των θυσιών η κνίσα.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(μετά θαυμασμού)_
Πρε! μα τη γή! τα σύγνεφα! τα δίχτυα! την παγίδα
ως τώρα σκέψι απ' αυτή σοφώτερη δεν είδα.
εάν και τάλλα τα πουλιά
εγκρίνουν τούτη τη δουλειά,
θα είμαι πρόθυμος μαζύ να χτίσουμε τη χώρα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Και θα τους εξηγήση ποιός το σχέδιο μας τώρα;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ο ίδιος συ. Τόσον καιρό μαζύ μ' αυτά που μένω,
μια που ήταν γένος βάρβαρο [και μη γραμματισμένο.],
και να μιλάνε τά μαθα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Και πως θα τα καλούσες;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Α! εύκολα. Μέσ' από δω 'ς οχτιές πυκνοφυλλούσσες
αμέσως θα πηδήσω,
τ'αηδόνι θα ξυπνίσω
και κελαδώντας τότε αυτό θα προσκαλέση τάλλα,
που σαν ακούσουν τη φωνή θαρθούν εδώ τρεχάλα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ω συ, απ' τα πουλιά ταγαπητότερο,
κάμε μ' αυτήν τη χάρι, μην αργήσης,
κ' έμβα μέσ' στην οχτιά το γρηγορώτερο
ταηδόνι να ξυπνήσης.

_(Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ προχωρών προς την λόχμην των θάμνων και λαμβάνων την
κατάλληλον θέσιν αρχίζει τας κάτωθι στροφάς:)_

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Παύσε τον ύπνο, σύντροφε [από παληούς καιρούς] (24)
και χύσε ήχους από ύμνους ιερούς,
που με το θείο σου το στόμα
τον Ίτυ τον πολύκλαυστο θρηνείς ακόμα,
τον Ίτυ τον δικό μου και δικό σου,
και με το ράμφος το ξανθό σου
τον κλαις γλυκά
με μοιρολόγια αρμονικά.
Μέσ' από τα πυκνόφυλλα πουρνάρια
στους θρόνους του Διός
υψώνετ' η φωνή σου η καθάρεια
κι' ο χρυσομάλλης Φοίβος ο θεός
στους θρήνους τους λυπητερούς
μ' άλλο τραγούδι απαντά, και στένει
με τη [χρυσή] τη λύρα του την λεφαντοδεμένη
θεών χορούς·
και τοτ' αντιφωνεί
από τα στόματά τους τα αιώνια
κοινά τραγούδια και εναρμόνια
η θεία των θεών φωνή.

_(Ακούεται έσωθεν αυλός ως άσμα αηδόνος)_

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ω, τι ωραία το πουλί,
Ζευ βασιλειά, όπου λαλεί!
ολόκληρη τη λαγκαδιά
εγέμισε από μέλι.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Ε! συ!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τι τρέχει;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Τσιμουδιά!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Γιατί;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Ο Τσαλαπετεινός να τραγουδήση θέλει.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Εποποί! ποποπό! ποποί! ποποί!
Ιώ! ιώ! ίτω-ίτω! ίτω ίτω! ίτω-ίτω!
Έλα, έλα εδώ κανένα
φτερωμένο σαν εμένα!
όσα τους αγρούς τρυγάτε
με της φύτρες της πολλές
κριθαροφάγοι, αναρίθμητες φυλές, —
κι όσα σεις σπορολογάτε
και πετάτ' εδώ κ' εκεί
γοργόφτερα, και με φωνή μελωδική· —
και σεις, που με λεπτή φωνή και μ' ένα στόμα,
γλυκολαλείτε μέσ' στης αυλακιάς το χώμα
που αφίνει το ζευγολατιό —
τιό-τιό-τιό! τιό-τιό-τιό! τιό-τιό-τιό!
Και σεις, που μέσ' στων περβολιών πετάτε
της κισσοσκέπαστες μεριές, — -
και σεις που στα βουνά τρυγάτε
ταγρίληα και της κουμαριές —
πετάχτ' εδώ που σας ζητώ —
τοτοβρίξ! τριοτό! τριοτό! τριοτό!
Και σεις, που [κυνηγάτε
και] τα κουνούπια χάφτετα τα βλαβερά,
και μέσ' στων βάλτων τα νερά
και στης κοιλάδες πάτε· —
κι' όσα στα μέρη μένετε της γης τα δροσερά,
και μέσ' στου Μαραθώνα
τον μαγικό λειμώνα, —
και συ, λιβαδοπέρδικα, με τα πολύχρωμα φτερά!
Και όσες φυλές στης θάλασσες [γυρίζετε
και] με της αλκυόνες φτερουγίζετε
απάνω από τα κύματα τα φουσκωμένα,- —
ελάτε τα νεώτερα να μάθετ' από μένα. —
ελάτ' ελάτ' από το κάθε μέρος
όλα τα μακρολαίμικα πουλιά,
γιατ' ένας πονηρός έφθασε γέρος
με νέες γνώμες γι' άγνωστη δουλειά!
Όλα στους λόγους μου τρέχατε!
ελάτ', ελάτ' ελάτε!

_(Ο Τσαλαπετεινός εισέρχεται εις την λόχμην, ενώ ταυτοχρόνως ακούεται
έσωθεν ο χορός των Πτηνών, αδόντων εις ποικίλας φωνάς)_

ΧΟΡΟΣ ΠΤΗΝΩΝ
Τόρο-τόρο-τόρο-τοροτίξ!
κικκαβαύ! κικκαβαύ!
τόρο-τόρο-τόρο-τορολιλιλίξ...

_(Πίπτει η αυλαία υπό τα βήματα των πτηνών, ενώ ο Πεισθέταιρος και ο
Ευελπίδης παρατηρούν αλλήλους μετ' ευαρέστου εκπλήξεως.)_

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

_(Η αυτή σκηνογραφία. — Ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης φαίνονται
επανερχόμενοι εκ των παρασκηνίων, κατόπιν ερεύνης προς ανεύρεσιν των
πτηνών.)_

ΣΚΗΝΗ Α'.


ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ — και μετ' ολίγον το ΚΟΚΚΙΝΟΠΟΥΛΙ και ο
ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Βλέπεις συ πουλί κανένα;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τίποτε δεν διακρίνω αν και χάσκω ολονένα
βλέποντας τον ουρανό.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Τώρα χάσαμ' από μπρος μας και τον Τσαλαπετεινό·
άδικα να σκούξη μπήκε, σαν την κλώσσα στην οχτιά,
όπως τα κιτρινοπούλια [οπού ζουν στη ρεματιά].
Το ΚΟΚΚΙΝΟΠΟΥΛΙ _(εμφανιζόμενον εις ύψωμα)_
Τοροτίξ! Τοροτοτίξ;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Να ένα πουλί σιμώνει·
αλλά τι πουλ' είνε τούτο; είνε τάχατε παγώνι;

_(Εμφανίζεται ο Τσαλαπετεινός)._

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(δεικνύων τον Τσαλαπετεινόν)_
Νάτος! — Τι πουλί είνε τούτο, θα μας το εξηγήσης τώρα;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Δεν είν' απ' αυτά τα ντόπια, όπου βλέπετε στη χώρα·
είν' ένα πουλί της λίμνης.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μωρέ, σούνε μια χαρά!,
κ' έχει κόκκινα φτερά.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Με το δίκηο του- [καϋμένε]·
Κοκκινόπουλο το λένε.

_(Εμφανίζεται ο Πετεινός της Περσίας)._

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Ε! για κύττα!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τι φωνάζεις;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Κι άλλο ιδές εκεί πουλί.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μα τον Δία! από τόπο θάνε μακρυνό πολύ.

_(Προς τον Τσαλαπετεινόν)._

Και ποιος 'είνε τάχα τούτος, ο παράξενος βουνήσιος,
που, σαν ποιητής και μάντις, στέκει κορδωμένος, [ίσιος];

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Μήδος είνε τόνομά του.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μήδος αι; ώ Ηρακλή μου! πως επέταξ' έδώ κάτου,
δίχως ναν' [όπως οι Μήδοι] στην καμήλα του καβάλλα; (25)

_(Εμφανίζεται πτηνόν με λοφίον, όπως ο Τσαλαπετεινός)._

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Να κ' ένα πουλί που βγαίνει με λοφίο [στην κεφάλα].

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ποιό να είν' αυτό το τέρας;
Είνε κι άλλος σαν εσένα;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ήταν ποιητής πατέρας
και αυτού ο Φιλοκλής, (26)
[κι ο δικός μου ο Σοφοκλής]
κ' είμ' εγώ δικός του πάππος·
σαν να λέμεν έτσι κάπως
[για περισσότερη ευκολία]
ο Καλλίας Ιππονίκου, κι ο Ιππόνικος Καλλία. (27)

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ο Καλλίας είναι τούτος δηλαδή, και επομένως
πρέπει νάνε μαδημένος.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Με το νανε πειο γενναίος [και να σπέρνη τον παρά του]
συκοφάντες και γυναίκες του μαδούνε τα φτερά του.

_(Εισέρχεται έτερον πτηνόν με χρωματιστά πτερά)_

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ποσειδώνα! τ' είνε τούτο, πούχει στα φτερά του χρώμα;
πώς το λένε;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Φ α τ α ο ύ λ α. (28)

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Κι' άλλος βρίσκεται ακόμα
Φαταούλας, ή μην είνε ο Κλεώνυμος; (29)

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Α, όχι!
Ω Κλεώνυμος αν είνε το λοφίο δεν θά τόχη!
[τρέχα-τρέχα, δος του νάχη
τόχασε σε κάποια μάχη.]

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Βρε, λοφία που τα έχουν,
στους αγώνες σαν να τρέχουν.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ζούνε, βλέπετε, στους λόφους νάχουν κάποια σιγουριά,
σαν τους Κάρες. (30)

_(Εισβάλλει πλήθος πτηνών εις την σκηνήν)_

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ποσειδώνα! [απ' την κάθε μια μεριά]
τι πουλί και τι κακό
που μαζεύθη!

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Ω Απόλλων! Σύγνεφο είνε ξαφνικό!
απ' το πέταγμα που κάνουν
δεν τα βλέπω πούθε φθάνουν.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Νά μια πέρδικα, νά κ' ένα τηγανάρι του λειμώνα,
κοκκινόπαπια είνε τούτο, να, και τούτ' ειν' αλκυόνα...

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Κι από πίσω της ποιός είνε;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Τούτος; είν' ένας κηρύλος.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Μπα! πουλί είν' ο κηρύλος :

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Πώς δεν είνε ο σποργίλος; (31)

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Νά και μια κουκουβάγια.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Πρε, τι λες; ποιός έχει φέρη
κουκουβάγια στην Αθήνα;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Νά, τρυγόνι, περιστέρι,
μπούφος, νεκροπούλι, κίσσα, κοκκινόπουλο, αμπελίδα,
φάσσα και κοκκινολαίμης, όρνειο, κούκος, κολυμπίδα,
νά και μία καρδερίνα, και κοκκινοποδαράκι,
νά κ'ένας βελανιδιάρης, σκορδαλός, νά και γεράκι,
νά κ' ένας ανεμογάμης.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Τι κοτσίφια και πουλιά!
Τι τρεχάλες πέρα-δώθε, τι φωνές και τι λαλιά!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τάχατε μας φοβερίζουν;
ωχ! 'ς εμάς τους δυο γυρίζουν
χάσκοντας κι' αγριεμένα!

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Έτσι φαίνεται κ' εμένα
ΧΟΡΟΣ
Πόπο-πόπο-πόπο-πού
με γυρεύουνε; και τούτοι μας έφθασαν από πού;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Βρίσκομαι καιρό 'δώ πάνω,
μα τους φίλους δεν ξεχάνω.

ΧΟΡΟΣ
τι-τι-τι-τι:
θέλεις τάχα; κ' έχεις πράμα να μου ειπής καλό και τι;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Μιάν υπόθεσι καλή
και ωφέλιμη και δίκηα και κοινή και ασφαλή.
Δυο σοφοί μας ήλθαν άνδρες κ είν' η γνώμες του καλές.

ΧΟΡΟΣ
Από πού και πώς; τι λες;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ήλθαν από τους ανθρώπους δύο γέροι [γάλι-γάλι]
κ' ένα σχέδιον μας φέρουν για υπόθεσι μεγάλη.

ΧΟΡΟΣ
Βρε, κολασμένε γέρο!
πούχεις απ' όσους ξέρω
της αμαρτίες πειο πολλές —
τι κάθεσαι και λες;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Μ'όσα θ' ακούσης να σου ειπώ φόβο, να μη σε πιάση.

ΧΟΡΟΣ
Τι τάχα μου 'χεις φτιάση;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Δυο άνδρας υποδέχθηκα, που ζήτησαν να ρθήτε
κ' εδώ να μαζευθήτε.

ΧΟΡΟΣ
Και το καμες αυτό εσύ,

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Για το δικό μας το καλό.
και χαίρομαι.

ΧΟΡΟΣ
Και είν' εδώ;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Οσο κ'εγώ που σας μιλώ.
Δεικνύει τον Πεισθέταιρο και τον Ευελπίδην.

ΧΟΡΟΣ
Άι! άι! πάθαμε κακό!
έγκλημα προδοτικό!
Αυτός που φίλος ήτανε μαζύ μας,
και μοιραζόταν πάντα τη βοσκή μας,
της συμφωνίες της παληές επάτησε
και των πουλιών τους όρκους δεν εκράτησε!
Με δολερούς μ' έφερε τρόπους
και μ' έρριψε στους παληανθρώπους.
που από γενετής μ' επολεμήσανε
και για τροφή τους μ' εξεκοκκαλίσανε
Κι' όσο γι' αυτόν, όπου τους έχει φέρη,
κατόπιν θα τα λογαριάσουμε,
αφού πληρώσουν πρώτα οι δυο γέροι
που θα τους κατακομματιάσουμε!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(έντρομος)_
Χαθήκαμε

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ [προς τον Πεισθέταιρον]
‘Σ' εσέ χρωστώ την τύχη τούτη την κακή·
γιατί με πήρες από κει
μαζύ σου εδώ να τρέχω;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Για σύντροφο να σ' έχω.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Ναι, για να κλάψω.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Βρε τι λες; Και πώς θα κλάψης τάχα,
σαν θα σου βγάλουν τα πουλιά τα μάτια σου, βρε χάχα;

ΧΟΡΟΣ
Ω! ω! εμπρός! προχώρει! χτύπησε τον,
με ορμή πολέμου, φοβερά,
κι' από παντού περιτριγύρισέ τον
με τα φτερά!
Πρέπει να κλάψουν τούτ' οι δυο πρεσβύτες
κ' έτσι να δώσουμε τροφή και στης δικές μας μύτες.
Ούτε βουνό βαθυσκιωμένο
ούτε του αιθέρα σύγνεφο και πέλαγ' αφρισμένο
να μου κρυφθούν, θα τους δεχθή. Λοιπόν ας μην αργήσουμε
κι ας πέσουμε με δαγκανιές να τους σουρομαδήσουμε!
Πούν' ο ταξίαρχος; ας προχωρήση
με το δεξί το κέρας να κτυπήση

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(έμφοβος)_
Νά τα! και πού ο δύστυχος θα στρίψω για να φύγω;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Βρε! δεν θα μείνης;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Έτσι αι; για να με φαν [σε λίγο];

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ποιός τρόπος τάχα να σωθής σου ήλθε στο κεφάλι;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Ξέρω κ' εγώ;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Λοιπόν εγώ έχω μια γνώμην άλλη :
εδώ να μείνουμε κ' οι δυο, της χύτρες να κρατήσουμε
και πόλεμο να στήσουμε.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Κ' η χύτρα τι ωφέλεια θα μας δώση;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Η κουκουβάγια δεν θα μας ζυγώση.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
‘Σ αυτά πού έχουν νύχια τι θα δείξουμε;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Εδώ μπροστά της σούβλες μας θα μπήξουμε.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Και για τα μάτια τι θα κάμω πάλι;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τη χύτρα βάλ' εμπρός ή το τσουκάλι.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Σοφώτατε! επέτυχες σπουδαία στρατηγήματα,
και τον Νικία (32) πέρασες κι' αυτόν στα μηχανήματα!

ΧΟΡΟΣ
Προχώρει! δόσε!
τη μύτη χώσε!
με γρηγοράδα
[κοντά τους σύρε]!
τράβα και μάδα!
χτύπα και δείρε!
πρώτ' από τάλλα,
σπάσ' την τσουκάλα!

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _επεμβαίνων προς τα πτηνά:_
Για πέστε μου, τι θέλετε να φτιάσετε;
να καταστρέψετε, να κομματιάσετε,
χωρίς κακό κανένα να σας κάνουνε,
ώ σεις, χειρότερα θεριά του κόσμου!
αυτούς τους δυο, όπου για φίλοι φθάνουνε
κ' είνε και συγγενείς της γυναικός μου! (33)

ΧΟΡΟΣ
Και πρέπει να τους λυπηθούμε
περσσότερο κι' από τους λύκους;
ποιούς άλλους θα εκδικηθούμε
πειο φοβερούς εχθρούς [κι' αδίκους];

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Απ' τη γενειά τους είν' εχθροί, μα είνε φίλοι στην ψυχή,
και θα σε μάθουν πράματα, που θα σε κάνουν ευτυχή.

ΧΟΡΟΣ
Πού ξέρω αν θα μας μάθουνε ό,τ' είν' ωφέλεια μας,
που πάντοτε ήσαν εχθροί με τα προγονικά μας;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Απ' τους εχθρούς τους οι σοφοί μεγάλη παίρνουν γνώσι
και πάντοτ' η προφύλαξις κατώρθωσε να σώση·
ο φίλος όμως τίποτα στο νου σου δεν σου βάζει,
και να μαθαίνη ο εχθρός μονάχα τ' αναγκάζει.
Κ' η πόλεις μόνο απ' τους εχθρούς εμάθανε καλά,
κ' όχι από τους φίλους τους, τείχη να χτίζουνε ψηλά,
και νάχουν πλοία μακρυά. Αυτά είνε τα μαθήματα
που πάντα σώζουν τα παιδιά, το σπίτι και τα χρήματα.

ΧΟΡΟΣ
Ας δούμ' από τα λόγια τους τ' όφελος μας βγαίνει·
πάντα κανείς κάτι σοφό κ' απ' τον εχθρό μαθαίνει.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον Ευελπίδην)_
Σαν να τους πέρασε ο θυμός· για γύρισε ποδάρι.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(προς τον χορόν)_
Έτσ'είνε δίκηα, και γι'αυτό να μου χρωστάτε χάρι.
ΧΟΡΟΣ _(προς τον Τσαλαπετεινόν)_
Μα κι' ό,τι τώρα εζήτησες ποτέ δεν σ'τ'αρνηθήκαμε.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον Ευελπίδην)_
Σαν να φιλιωθήκανε.
Για βάλε τώρα κάτω
τη χύτρα και το πιάτο.
κ' αυτό το δόρυ, δηλαδή τη σούβλα, ας την κρατούμε,
νάμαστε μέσ' στα όπλα μας εδώ που περπατούμε,
κ' ας ρίχνουμε λοξή ματιά με προσοχή μεγάλη
σε τούτο το τσουκάλι·
δεν πρέπει να το χάσουμε.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Καλά, κι' αν σκοτωθούμε
πού τάχα θα ταφούμε;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Να, και τους δυο θα μας δεχθή αμέσως ο Κεραμεικός
και θα μας θάψουν δωρεάν,
αν πούμε εις τους στρατηγούς πως πέσαμεν ηρωικώς
μαχόμενοι εις Ο ρ ν έ α ν! (34)

ΧΟΡΟΣ
_(ο Κορυφαίος τακτοποιών την γραμμήν των λοιπών πτηνών)_

Μπήτε στη θέσι σας καθένας, και το θυμό με την οργή,
όπως το κάνουν κ' οι οπλίτες, να καταθέσετε στη γη,
κι' ας μάθουμε ποιοι ναν αυτοί και τι μας φέρνουνε καλό.
— Άρχισε, Τσαλαπετεινέ! εσένα πρώτα προσκαλώ

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Θέλεις ν' ακούσης;

ΧΟΡΟΣ
Ποιοί 'ν' αυτοί και πούθε είνε φερμένοι;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Απ' την Ελλάδα τη σοφή είνε κ' οι δυο οι ξένοι.

ΧΟΡΟΣ
Τάχα ποιά τύχη στα πουλιά τους φέρνει και τους δυο;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Από αγάπη στων πουλιών τους τρόπους και το βίο
ήλθαν να κατοικήσουν
μαζύ σου, και να ζήσουν.

ΧΟΡΟΣ
Μπα, έτσι αί! μωρ' τι μας λες; ποιά τάχα νάχουν γνώμη;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Απίστευτα θ' ακούσετε και πειο πολύ ακόμη.

ΧΟΡΟΣ
Κάποιο κέρδος θα του βγαίνη
για να θέλη εδώ να μένη.
τους εχθούς του να νικήση,
ή τους φίλους να ωφελήση!

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Για μεγάλην ευτυχία κ' ανεξήγητη μιλεί
πουν απίστευτη πολύ,
και δικά σας όλα θάνε κατά τη δική τους γνώμη
και τα δώθε και τα κείθε και τα παραπέρα ακόμη.

ΧΟΡΟΣ
Ποιος από τους δύο σας χρωστά;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Α, τάχουμε πολύ σωστά.

ΧΟΡΟΣ
Πού είν' η φρονιμάδα σας;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Είνε πασπαλισμένοι
απ' όλα, πονηροί, σοφοί και κωλοπετσωμένοι.

ΧΟΡΟΣ
Πες του, πες του να μιλήση·
με φτερά τα όσα είπες μούχουν την ψυχή γεμίση·

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(προς τους Αθηναίους):_
Έλα, καθένας από σας τα όπλα του ας πάρη,
κ' ας τα κρεμάση, με καλό, εκεί στο κρεμαστάρι
του μαγερειού, κοντά στη 'στιά. — Συ τώρα μίλησε τους,
και του μαζεύματος αυτού το λόγο εξήγησε τους.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Όχι, μα τον Απόλλωνα, αν ίσως δεν θελήση
μ' εμέ να συμφωνήση,
όπως με τη γυναίκα του υπόσχεσ' είχε δώση
ο πίθηκος ο μαχαιράς, (35) — ούτε να με δαγκώση,
μήτε ταρχίδια να μου 'γγίση
μα ούτε και να μου τρυπήση,
τον....

ΧΟΡΟΣ
[Α, καταλαβαίνω,] τον....
να μη φοβάσαι όσο γι' αυτόν.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τον οφθαλμόν θέλω να ειπώ —

ΧΟΡΟΣ
E, συμφωνώ μαζύ σου.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Καλά λοιπόν ορκίσου.

ΧΟΡΟΣ
Εύχομαι νικητής να βγης για όλους τους κριτάς
και για τους θεατάς.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Καλά.

ΧΟΡΟΣ
Κι' αν δεν κρατήσω
τον όρκο μου, μ' ένα κριτή μονάχα να νικήσω.

Ο ΚΗΡΥΞ _(ή Πεισθέταιρος)_
Ακουσε, λαέ! ας πάνε οι οπλίται τώρα πάλι
με τα όπλα τους στα σπίτια· κι' αν ανάγκη εϊνε [μεγάλη]
για καινούργια προσταγή,
στα πινάκια θα βγη.

ΧΟΡΟΣ
Πάντοτε δολερό με κάθε τρόπον
γεννήθηκε το γένος των ανθρώπων.
Για πες· κάτι καλό μπορεί να μου προτείνης
οπού 'ς εμένα το διακρίνεις,
ή βλέπεις νάχω δύναμι μεγάλη,
που δεν τη νοιώθει το ξερό μου το κεφάλι.
Πες ότι βλέπεις 'ς όλους μπρος· κ' αν τύχη
ο λόγος σου καλό να μας πετύχη,
θάνε καλό για όλους μας αντάμα.
Λέγε λοιπόν με θάρρος [για να ιδώ]
για ποιό μας ήλθες πράμα
τη γνώμη σου να ειπής εδώ·
κανένας τη συνθήκη δεν θα λύση
προτού [καθένας από σας μιλήση.]

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Και λοιπόν, μα τον Δία, την ώρα
[καθώς βλέπεις] δεν χάνω,
θα ζυμώσω το λόγο μου τώρα
και καρβέλια θα κάνω.
— Φέρε στεφάνι, βρε παιδί! κι' άλλος ας κουβαλήση
νερό το γρηγορώτεοο, στα χέρια μου να χύση.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Ε! πρόκειται να φάμε λοιπόν ή τίποτ' άλλο;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Ω, μα τον Δία, θέλω λόγο να ειπώ μεγάλο
με ξύγγι, την ψυχή τους βαθιά να τη λυγώση·
γατ' είσθε βασιληάδες, και θλίψιν έχω τόση....

ΧΟΡΟΣ
Τι; βασιληάδες, [είπες]; σε ποιόν;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Σε κάθε πράμα.
Σ'εμέ, 'ς αυτόν, στον Δία, και πειο παληοί συνάμα
του Κρόνου, των Τιτάνων, κι' από της γης το χώμα..

ΧΟΡΟΣ
Της γης;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Μα τον Απόλλωνα!

ΧΟΡΟΣ
Δεν τώχα μάθη ακόμα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Γιατί εγεννήθης αμαθής και δεν εσπούδασες πολλά,
ούτ' Αίσωπον (36) εδιάβασες, που 'λεγε σώνει και καλά,
πως εγεννήθ' η σκορδαλλού προτήτερα και [χωριστά]
απ' όλα τάλλα τα πουλιά, και από τον κόσμο πειο μπροστά,
κ' από αρρώστιαν έχασε κατόπι τον πατέρα·
κ' εκείνος έμειν' άταφος έως την πέμπτη μέρα
με το να μην υπάρχη γη·
μ' από τη στενοχώρια της μη ξέροντας το πως να βγη,
άνοιξε τάφο να τον βάλη
μέσ'στο δικό της το κεφάλι.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Που πάει να πη, πως ο πατέρας πούχε αυτή,
εκεί στον Δήμον Κ ε φ α λ ώ ν (37) έχει θαφτή.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Αφού εγεννηθήκανε κι' από τη γη προτήτερα,
κι' απ' τους θεούς, και βγαίνουνε απ' όλους μεγαλείτερα,
δεν είνε πρέπον [να γυρεύουν]
μόνον αυτά να βασιλεύουν;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Ω ναι, μα τον Απόλλωνα· πρέπει να κατορθώσης
τώρα, λοιπόν τη μύτη σου και συ να δυναμώσης.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Αμ' δε θα δώση ο Ζευς με ευκολία
στον ξυλοφάγο αυτόν την βασιλεία; (38)

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Κι' ότι δεν ήσαν οι θεοί στα χρόνια τα παληά
εις τους ανθρώπους άρχοντες, μα ήσαν τα πουλιά
κ' εκείνα βασίλευανε, σημάδι έμεινε τρανό·
και πρώτα πρώτ' ας φέρουμε παράδειγμα τον πετεινό·
Δαρείο και Μεγάβυζον αυτός ετυραννούσε,
και Πέρσας διοικούσε,
γι' αυτό καθένας τον καλεί
και Περσικό πουλί. (39)

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Για τούτο επομένως
πηγαίνει κορδωμένος
σαν τον Μεγάλο Βασιλειά,
κ' έχει στην κεφαλή του
ολόρθο το λειρί του,
μόνος απ' όλα τα πουλιά.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τόσο πολύς και μέγας είχε γίνη
και είχε τέτοια δύναμι μεγάλη,
που την παληά τη δύναμί του εκείνη
και σήμερα τη ανακρίνεις πάλι,
γιατί στην πρωινή του τη λαλιά
σηκώνονται και μπαίνουν στη δουλειά
οι τσουκαλάδες και οι σιδεράδες,
οι παπουτσήδες και οι τομαράδες,
κ' οι λουτρατζήδες και οι ψωμάδες,
κ' οι ασπιδολυροτορνευτάδες,
και φεύγουν όσοι νύχτες βγαίνουν
και για βρωμοδουλειές πηγαίνουν].

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ
Αμ δεν ρωτάς εμένα
που έχασ' από τούτο [το πουλί]
ο άμοιρος μια χλαίνα
και ήταν κ' από φρυγικό (40) μαλλί!
Γιατ' είχα μισοκοιμηθή, κ' ήμουν κουτσοπιωμένος,
'ς ενός παιδιού δεκάμερα (41) στην πόλι καλεσμένος,
και πριν να φάνε οι άλλοι,
τούτος ο πετεινός εδώ ακούσθηκε που ελάλει·
θαρρώντας το λοιπόν κ' εγώ πως είχε πεια φωτίση,
στην Αλιμούντα (42) ετράβηξα· λίγο είχα προχωρήση
έξω απ' το τείχος, που άξαφνα εις τα πλευρά μου πέφτει
μια μαγκουριά από 'να νυκτοκλέφτη·
κυλιέμαι χάμου έτοιμος να σκούξω· μα τραβάει
εκείνος το μανδύα μου, και πάει κ' ακόμα πάει].

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Τότε λοιπόν ο γέρακας (43) εις τον καιρόν εκείνον
θα ήταν ίσως βασιληάς και άρχων των Ελλήνων.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Πώς; των Ελλήνων;!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ
Βέβαια, κ' εδίδαξε καλά
πως πρέπει να κατρακυλά
κανείς στο γέρακα μπροστά.