WeRead Powered by ReaderPub
Εκκλησιάζουσαι cover

Εκκλησιάζουσαι

Chapter 16: ΣΚΗΝΗ Δ'.
Open in WeRead

About This Book

A chorus of civic women, frustrated with male rule, plot to seize control of the city assembly by disguising themselves as men and occupying seats of power. Through comic episodes they enact and debate radical proposals—collective ownership, communal households, and reassigned public roles—mocking utopian political schemes and the practices of existing magistrates. The play mixes sharp dialogue, parodic speeches and choral commentary to expose the follies of rhetoric and governance while exploring gender, authority, and the tensions between ideal theory and everyday life.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Εάν δεν είνε ψέμματα, είνε μεγάλο πράμα.

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Θα σ' ταποδείξω παστρικά και πειά δεν θ' αμφιβάλης.

ΧΟΡΟΣ
Τώρα πρέπει τα μυαλά σου, οπού τάχεις τετρακόσια,
για την ευτυχία όλων να σκεφθούνε κι' άλλα τόσα.
Συ που ευτυχία ξέρεις
για της φίλες σου να φέρης,
όσο έχεις ευκαιρία πρέπει ναύρης κάθε τρόπο
μ' ευτυχίες να στολίσης τους πολίτες και τον τόπο.
Γιατ' η πόλις έχει ανάγκη από φρόνησι μεγάλη·
και μην κάμης ό,τι είπαν ή εκάμανε οι άλλοι.
Γιατ' ο κόσμος εσιχάθη
βλέποντας να κακοπάνε όλο τα παληά τα λάθη.
Μην αργής· μα κάθε σκέψι που ο νους σου μέσα κλείνει
κάμε γρήγορα να γίνη·
κι' όποιος γρήγορα τραβάει, και δεν πάει γάλι-γάλι,
στο κοινόν, όπου τον βλέπει, έχει πέρασι μεγάλη.

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Και στον κόσμο θα διδάξω κάθε χρήσιμη δουλειά,
νέα πράματ' αν θελήση, κι' αν αφήση τα παληά.
Αλλ' αυτό φοβάμαι μόνο. . .

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Α, για τούτο μη φοβάσαι και εγώ 'ς το βεβαιώνω.
Είν' η μόνη μας η σκέψι, κ' είν' η μόνη μας αρχή,
να ξεχνάμε κάθε μέρα την παληά την εποχή.

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Τώρα όμως, πριν καθένας ό,τ' ειπώ δεν λάβ' υπ' όψι,
ούτε να μ' αντιμιλήση, ούτε να με διακόψη.
Όσοι βρίσκονται στην πόλι
μερδικό θα παίρνουν όλοι,
που τον ένα να μη βλέπης βουτηγμένον στον παρά,
και τον άλλον φουκαρά.
Ούτ' ο ένας νάχη αμπέλια και χωράφια για να ζήση,
και ο άλλος να μην έχη ούτε τάφο, σαν ψοφήση.
Ούτ' αμέτρητους τους δούλους νάχη πλέον ο μεγάλος,
κι' ούτ' ακόλουθον ο άλλος.
Τη ζωή κοινή θα κάνω,
και δεν θάχη διακρίσεις, ούτε κάτω, ούτ' απάνω.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Πώς; θάνε κοινός ο βίος;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Πρόφθασε να φας σκατά!

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Μπα, κοινά θάνε κι' αυτά;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ δυσανασχετούσα·
Μας τον γάμησες τον λόγο! θα σου τώλεγα και τούτο.
Πρώτα πρώτ' απ' όλα τάλλα θα μοιράσουμε τον πλούτο·
κι' ό,τι ο καθένας έχει· θα χωρίσω και τη γη
ισα μερδικά να βγη.
Κι' όταν γίνουν όλα ίσα και δοθούν από κοινού
'ς εμάς, πώχουμε το νου,
θα φυλάμε με τα δόντια τον παρά μέσ' στα ταμεία,
και τον άνδρα της θα βγάζη στη βοσκή η κάθε μία.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Μα καλά, κι' όποιος δεν έχει φανερά λοιπόν χωράφι,
πώς θα ξέρουμε αν έχει φυλαγμένο το χρυσάφι;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
θα το φέρη να το δώση, ειδεμή θα ψευδορκήση.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Μπα! κι' από της ψευδορκίες μη δεν το 'χει αποκτήση;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
[Βέβαια, δεν λέγω όχι·]
αλλά τι του χρησιμεύει το χρυσάφι του, κι' αν τώχη;

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Τι του χρησιμεύει, λέει;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Μα φτωχός δε θάν' κανένας,
κι' όλοι θάχουνε απ' όλα, άρτους και παστά και χλαίνας,
και κρασιά, μα και στεφάνια, και γλυκά, ως και ρεβίθια·
ώστε, αν δεν καταθέση, τι κερδίζει; κολοκύθια!
Όχι, πες μου, τι κερδίζει;

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Κ' έτσι πάλι όποιος κλεφτεί πειό πολύ θα θησαυρίζη.

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Δίκηο έχεις, ναι· αλλ' όμως
τούτο εγινόταν πρώτα, πούταν ο παληός ο νόμος·
αλλά τώρα που για όλους η ζωή θάνε κοινή,
τι και αν δεν καταθέση;

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Δεν μου λες: και αν φανή
μια μικρούλα, και θελήση
ένας να την γαργαλίση,
και να κοιμηθή μαζύ της για μια νύχτα λόγου χάρι,
από το κοινό ταμείο να της δώση δεν θα πάρη;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Χεμ! μα δωρεάν θα πέφτουν για να κοιμηθούν αντάμα,
και θα κάνω τη γυναίκα που κοινό θα ήνε πράμα,
κι' όποιος θέλει θα την παίρνη
τα παιδιά της να της σπέρνη.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Μα κι' αυτό τι ωφελεί,
αν θελήση ο καθένας να ριχθή στην πειό καλή;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Η πειό άσχημη θα πάη
με την ώμορφη στο πλάι,
κι' όποιος νηά επιθυμήση,
από τη γρηά θ' αρχίζη πρώτα-πρώτα το γαμήσι.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Κι' ένας γέρος, σαν κ' εμένα, με γρηές πώς θα μπορέση,
όπου και προτού ακόμη της ζυγώση, θα του πέση;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Δεν θα κάνουν αντιστάσεις.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
γιατί πράμα;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Μη φοβάσαι,
και καμμιάς δεν θα ξυνίση, βέβαιος για τούτο νάσαι.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
γιατί πράμα;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Νά, που είπες πως μπορεί να μη θελήση·
να, που και για σας ευρέθη του ζητήματος η λύσι.
Βλέπεις ότι η γυναίκες είχανε το νου ακόμη
νάχουν και γι' αυτό μια γνώμη,
και προτήτερα σκεφθήκαν, να μη μείνη, όπως είπα,
δίχως βούλωμα μια τρύπα.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Έ, και των ανδρών η τρύπα τότε πειά τι θ' απογίνη,
που θα τρέχουνε κ' εκείνοι
με τους ώμορφους να μείνουν,
και τους άσχημους ν' αφίνουν; {4}

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Η πειό άσχημες θ' αρπάζουν τα πειό ώμορφα παιδιά,
όταν φεύγουν απ'τα δείπνα, να περνάνε τη βραδειά.
οι δε άσχημοι θα βάζουν στα δημόσια τα μέρη
της πειό ώμορφες στο χέρι,
και δεν θα μπορή γυναίκα μ' έναν ώμορφο να μείνη,
στους ζαβούς και στους ασχήμους όταν πρώτα δεν το δίνη,

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Ώστε τότε και ο μύτος ο τρανός του Λυσικράτη
θα περνά με τους ωραίους και θα λέη πως είνε κάτι;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Δικαιώματα για όλους θάχη ο νόμος μας τα ίδια·
και οι έμποροι, κ' εκείνοι που φορούν τα δακτυλίδια,
θα ρεζιλευθούνε όλοι, όταν ένας με αρβύλα
θα τους 'πη: «είν' η σειρά μου, κάτσε έξω συ και φύλα;
κι'όταν τη δουλειά μου κάνω,
τότε συ θα πας απάνω».

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Βρε για στάσου· κ' έτσι όπως θάμαστ' όλοι άνω-κάτου,
πώς καθένας θα μπορέση να γνωρίζη τα παιδιά του;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Τι τα θέλει να τα ξέρη; όλ' οι νέοι πέρα-πέρα
κάθε μεγαλήτερό τους θα τον λένε και πατέρα.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Κ' επειδή δεν θα γνωρίζουν τους πατέρας τους και πάλι,
κάθε γέρο θα τον πνίγουν με ευγένεια μεγάλη,
αφού γι' άλλο δεν φροντίζει κάθε γυιός 'ς αυτήν τη χώρα
παρά μόνο πως να πνίγη τον πατέρα του και τώρα.
Ή θαρρείς για τον πατέρα αν κανένας αμφιβάλλη,
πως θα παραλείψουν τάχα να τα χέσουνε και πάλι;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Αλλά δεν θα επιστρέψη όποιος τύχη να το ιδή.
Τότε εύκολα κτυπούσε τον πατέρα το παιδί,
και δεν έδιναν καθόλου προσοχήν οι πάρα-πέρα·
αλλά τώρα, σαν ακούσουν πως κτυπούν ένα πατέρα,
ο καθένας ότι δέρνουν τον δικόν του θα νομίση
και θα τρέξη να χωρίση,

ΒΛΕΠΥΡΟΣ {5}
**Οτ' είν' όλα κουταμάρες, δεν μπορεί να 'πη κανείς.
Κι' ο Επίκουρος αν έλθη [ο σοφός της ηδονής,]
ή αυτός ο Λευκολόφας [ο φαυλόβιος] κ' ειπούνε
ότι μ' έχουνε παππούλη, τι θα ειπούν όσοι τακούνε!

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Μ' αν είν' έτσι, είνε κι' άλλο πειό χειρότερο ακόμα.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Ποιό;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Να 'ρθη να σε φιλήση ο Αρίστιλλος στο στόμα,
και πατέρα να σε λέη.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Συφορά του, κι' αν τολμήση.

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Με του άγριου του δυόσμου την οσμή θα σε βρωμήση.
Μα εκείνος εγεννήθη πριν το ψήφισμα γενή,
ώστε δεν υπάρχει φόβος.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
θάταν συμφορά τρανή.*!!
Αλλά τότε στα χωράφια ποιος θα μείνη γεωργός;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
θάν' οι δούλοι· τι σε μέλει; συ θα κάθεσαι αργός,
και του ρωλογιού ο ίσκιος δέκα πόδες σαν μακραίνη,
θα τραβάς για το τραπέζι που γεμάτο θα προσμένη.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Και για ρουχισμό ποιόν τρόπο έχετε σκοπό να βρήτε;
Πρέπει να μας πης και τούτο·

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Τα παληά σας θα φορήτε,
και θα σας υφαίνουμ' άλλα.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Να μου πης ακόμη ένα:
αν οι άρχοντες του τόπου προστιμάρουνε κανένα
πού θα βρη για να πληρώση;
από το κοινό ταμείο θάταν άδικο να δώση.

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Μα θα παύσουνε κ' η δίκες.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Ώ τι κόσμος θα χαθή!

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Μα κι' αυτό τώχω σκεφθή.
Και γιατί να γίνουν δίκες, κακομοίρη;

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Λόγου χάρι
πρώτα-πρώτα για τα χρέη, που θ' αρνήτ' όποιος τα πάρη.

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Βρε, και πού ο τοκογλύφος θαύρη χρήμα να δανείση,
που κοινά θα ήνε όλα, κ' η μερίδα θάνε ίση;
Μα κι'αν κλέψη θα τον πιάσουν.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Μα τη Δήμητρα! τα είπες,-—ούτε δάσκαλος που νάσουν!
Για εξήγει μου και τούτο: Κι' αν κανένας πάλι βρίση
από το πολύ μεθύσι,
ή κι' αν κάνη με το ξύλο ταλλουνού τη ράχι μαύρη,
για το πρόστιμο πού θαύρη;
Χέ! 'ς αυτό θα κοκκαλώσης!

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Από την τροφή που τρώει· γιατί, όταν ελαττώσης
το φαΐ, και τιμωρήσης κατ' ευθείαν την κοιλιά,
παύουν η βρισές.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Κι' αν γίνη και καμμιά κλεψοδουλειά;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Ποιός θα κλέψη, [που καθένας το δικό του θ' αποκτήση];

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Ούτε και κανείς την νύκτα θα σε πιάση να σε γδύση;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Ποιός το λέει; ούτε όταν μέσ' στο σπίτι θα κοιμάσαι,
όπως εγινόταν πρώτα, ή στην πόρτα έξω θάσαι.
ο καθένας σας το βιος του μεσ' στην πολιτεία θάχη
κι' όποιος κλέψη, κι' όποιος γδύση, θα του βγαίνη από τη ράχι·
Τι χρειάζοντ' οι καυγάδες, η φωνές, τα νταβατούρια;
θα πηγαίνη στο ταμείο και θα παίρνη πειό καινούργια.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Μα οι άνθρωποι, για πες μου, δεν θα παίζουν πειά το ζάρι;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Για ποιο λόγο;

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Πώς την ώρα θα σκοτώνουν λόγου χάρι;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Όλοι θα περνούν το ίδιο, κι' όλα θα τα κάνω ένα,
και η πόλις μας θα γίνη ένα σπίτι για καθένα,
που ελεύθερος να βγαίνη
και στον άλλον να πηγαίνη.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Πού θα στρώνωνται τα δείπνα;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Και τα δικαστήρια σας
κ' η στοές σας κατοικίες θα γενούν της αφεντιάς σας.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Και των δικαστών το βήμα τι θα γίνη λες εσύ;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Θα γεμίζη από κρατήρες κι' από στάμνες με κρασί,
και θα βάλω παιδαρέλια, που θα ψάλλουν με χαρά
όλες της ανδραγαθίες καθενός παλληκαρά·
έτσι από την ντροπή του, αν φανή κανείς δειλός,
να μη έρχεται να τρώη.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Είν' ο λόγος σου καλός.
Και ταγγεία τι θα γίνουν, [όπου ήσαν μια φορά
με των δικαστών τους κλήρους;] αι;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Θα μπουν στην αγορά
και κοντά στου Αρμοδίου τον μεγάλον ανδριάντα
θα τραβάμε κλήρους πάντα,
και καθένας θα μαθαίνη
σε ποιό γράμμα θα δειπνήση με χαρά του να πηγαίνη.
Οποιοι πέσουνε στο Βήτα,
στη στοά των βασιλέων θα δειπνούνε· και στο Θήτα
όσοι πέσουν, στο Θησείον και όσοι πέσουνε στο Κάππα,
στη στοά των Αλευράδων.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Για να χαύτουνε;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Σου τάπα,
μα τον Δία· για να τρώνε!

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Κι' ούτινος δεν πέση πάλι
ένα γράμμα για να φάη, θα τον διώχνουνε οι άλλοι;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Αυτό ποτέ δεν θα γένη σε τέτοια κοινωνία,
και 'ς όλους θα προσφέρωμε τα πάντα μ' αφθονία.
Κι' όποιος μεθάη στέφανο στην κεφαλή θα φέρη,
κι'απ' το τραπέζι θα τραβά μ' ένα δαδί στο χέρι·
η δε γυναίκες έτοιμες θα στέκουν στης διόδους,
και 'ς όποιους επιστρέφουνε θα πέφτουνε μ' εφόδους
και θα τους λεν': «Έλα μ' εμάς· έχουμε μια κοπέλλα
μικρούλα, πούνε τρέλλα».
«Κ' εδώ μια κάτασπρη θα βρης, πούνε θεά στα κάλλη»
από ταπάνω-πάτωμα θα του φωνάζ' η άλλη·
μα πριν μ' εκείνη κοιμηθής,
μ' εμένα πειό μπροστά θαρθής».
Μα πίσω απ' τους ώμορφους, που θάνε στην εντέλεια,
κι'από τα παιδαρέλια,
θ' ακολουθούν οι άσχημοι και τούτα θα τους λένε:
«Ε, ε! του λόγου σου! πού πας; σαν σε φωνάζουν μπαίνε,
μα δεν θα κάνης με καμμιά,
γιατ' εψηφίσθη στη δουλειά να προηγήτ' η ασχημιά.
Τώρα στην πόρτα κάθισε του λόγου σου και φύλα;
και πάρε δίφορης συκιάς και ξερομάσσα φύλλα!».
Για πες μου τώρα όλ' αυτά σ' αρέσουν;

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Μια χαρά!

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Καλά· τώρα λοιπόν κ' εγώ τραβώ στην αγορά,
και μια γερή ντελάλαινα καλόφωνη θα βρω,
να πάρ' όσον θα φέρουνε οι άλλοι θησαυρό.
γιατί εμέ εκλέξανε αρχόντισσαν οι άλλοι,
και πρέπει με ταχύτητα να γίνουνε μεγάλη·
να φτιάσω τα συσσίτια, και ναν' ημέρα πρώτη
η σημερνή, που να γένη το πρώτο φαγοπότι!

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Θα τρώμε από σήμερα;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Σου τώπα πως θα γίνη.
Τώρα να παύσω σκέπτομαι και την πουτανωσύνη.

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Γιατί;

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ
Σου το εξήγησα· να παίρνουμ' εμείς πλέον
ταφρόγαλα των νέων·
Κ' η δούλες πειά δεν θα μπορούν με ολολισμούς να πέφτουνε,
και από της ελεύθερες την ηδονή να κλέφτουνε,
αλλά οι δούλοι μοναχά θα πέφτουνε σιμά τους
μαζί με τα κουρέλια τους και το παληόπραμά τους!

ΒΛΕΠΥΡΟΣ
Μα τότε να σ' ακολουθώ κ' εγώ κοντά σου πρέπει,
καθένας που με βλέπει
να λέη στην Αθήνα:
«Τον άνδρα δεν θαυμάζετε που έχη Στρατηγίνα;! » {6}

(Απέρχονται αμφότεροι)

ΑΥΛΑΙΑ

{4} Ενταύθα το κείμενον έχει διπλήν σημασίαν, οι δε σχολιασταί
διαφωνούσιν ως προς την ερμηνείαν, παραδεχόμενοι ότι ο Βλέπυρος εννοεί
το ανδρικόν μόριον δια της φράσεως «το δε των ανδρών τι ποιήσει», ενώ
κατά την αντίληψίν μου το άρθρον «το» αποδίδεται εις τον αμέσως
προηγούμενον στίχον "μηδεμιάς ή τρήμα κενόν», ήτοι «το (τρήμα) δη των
ανδρών τι ποιήσει». Τούτο άλλως είνε και το φυσικώτερον, διότι ανωτέρω
λαμβάνει μέριμναν περί όλων των ανδρών. Εκ τούτου εικάζεται ότι η
έκφρασις αυτή είνε διφορούμενη και επέχει θέσιν λογοπαιγνίου.

{5} Παραλείπεται κατά την από σκηνής διδασκαλίαν μέχρι του μέρους όπου
υπάρχει ο έτερος αστερίσκος.

{6} Επειδή εκ του μέρους τούτου ελλείπουν τα χορικά δύναται ν'
αναπληρωθή η έλλειψις διά του χορού κόρδονος εκτελουμένου υπό του
Βλεπύρου και της Πραξαγόρας, ως εγένετο επιτυχώς κατά την α'
παράστασιν.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

[Η Σκηνή παριστά πλατείαν των Αθηνών. Εισέρχεται ο Α' ΑΝΗΡ (όστις
χάριν του ειρμού της υποθέσεως δύναται κατά την παράστασιν να ήνε
αυτός ο ΧΡΕΜΗΣ) ακολουθούμενος υπό δύο μικρών θεραπόντων, φερόντων επ'
ώμου διάφορα σκεύη οικιακά, τα οποία αποθέτουσι κατά γης].

ΣΚΗΝΗ Α'.


Α' ΑΝΗΡ και ΣΙΜΩΝ, ΠΑΡΜΕΝΩΝ (βωβά πρόσωπα).

Α' ΑΝΗΡ
Πρέπει να κάμω στην αρχή μικρή ετοιμασία,
να ιδώ ποιά είν' τα σκεύη μου και η περιουσία,
που θα φερθούν στην αγορά.

(Σύρων πρώτον κόσκινον αλεύρου)

Τράβα λοιπόν, προχώρει,
ώ Κιναχύρα, ώμορφη και ζηλεμένη κόρη,
που μέσ' στο βιος μου ήσουνα εσύ προτιμημένη·
και που, για να κανηφορής καλοφτιασιδωμένη,
πολλά του αλευριού σακκιά για χάρι σου αράδειασα,
και στην κοιλιά σου τάδειασα.
Και τώρα πού να βρίσκεται η διφροφόρος· να τη—

(φέρει εμπρός χύτραν)

η χύτρα. . . έλα έξω συ. . . μουντζούρα είσαι γεμάτη,
μα το θεό, λες κ' έτυχε να βράση τη μπογιά του
ο Λυσικράτης μέσα σου, που βάφει τα μαλλιά του.
—Πέρνα κοντά της τώρα συ, και στάσου για στολίστρα. . .

(αποθέτει πλησίον κάτοπτρον)

—και φέρε και τη στάμνα συ η νεροκουβαλίστρα. . .

(αποθέτει υδρίαν και λαμβάνει πετεινόν)

—έλα και για κιθαρωδός η αφεντιά σου τώρα,
που πάντοτε μ' εξύπναγες στην πρωινή την ώρα
για να πηγαίνω στη Βουλή,
όπως ο νόμος το καλεί.
[Για ναν' τα Παναθήναια, όπως ο νόμος γράφει,]
ο σκαφοφόρος νάρθη εμπρός και να κρατή τη σκάφη. . .

(ωθεί σκάφην)

—άλλος κεριά να φέρη. . .

(αποθέτει κηρία)

—και τα κλωνάρια της εληάς, οπού φορούν οι γέροι. . .

(εξάγει τρίποδα και λήκυθον)

—βγάλε και συ τον τρίποδα. . . τη στάμνα με τα μύρα. . .
τσουκάλια. . . παρατσούκαλα. . . σωστή λαοπλημμύρα!..

(Ωθεί και τα υπόλοιπα σκεύη διά του ποδός. Εισέρχεται ο Β' ΑΝΗΡ).

ΣΚΗΝΗ Β'.


Β' ΑΝΗΡ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ.

Β' ΑΝΗΡ (μονολογών)
Εγώ να ρθώ στην αγορά; να δώσω εγώ το βιός μου;
μα πρέπει νάμαι άθλιος κι' ο πειό ζουρλός του κόσμου,
Στον Ποσειδώνα! όλ' αυτά προτού ταποφασίσω,
θα τα σκεφθώ προτήτερα και θα τα βασανίσω,
και της οικονομίες μου και τον δικό μου ιδρώτα
με λόγια δεν τα δίνω εγώ ανόητα, αν πρώτα
δεν θα πεισθώ τι εννοούν αυτές η μόδες όλες.
Και τούτος τι ζητεί εδώ μ' αυτές της κατσαρόλες;
—Ε, συ! μετακομίζεσαι, που τάβγαλες στη φόρα,
ή τάχα για ενέχυρο πας να τα βάλης τώρα;

Α' ΑΝΗΡ
Καθόλου.

Β' ΑΝΗΡ
Κ' η παράταξις σαν τι σημαίνει πάλι;
μήπως για τον Ιέρωνα την έχεις το ντελάλη;

Α' ΑΝΗΡ
Μα το θεό, στην αγορά τα έφερα στον ώμο
για να τα δώσω, σύμφωνα με τον καινούργιο νόμο.

Β' ΑΝΗΡ
Για να τα δώσης;

Α' ΑΝΗΡ
Βέβαια..

Β' ΑΝΗΡ
Δυστυχισμένε χάχα!

Α' ΑΝΗΡ
Πώς;

Β' ΑΝΗΡ
Πώς; και δεν το έννοιωσες;

Α' ΑΝΗΡ
Μα τι; δεν πρέπει τάχα
στους νόμους να υποταχθώ;

Β' ΑΝΗΡ
Ποιους νόμους, δυστυχή;

Α' ΑΝΗΡ
Που έκαμαν παραδοχή.

Β' ΑΝΗΡ
Βρε, ποια παραδοχή;
Είσαι λοιπόν τόσο κουτός;

Α' ΑΝΗΡ
Κουτός;

Β' ΑΝΗΡ
Αυτό δεν φθάνει,
κι' απ' όλους πειό κουτότερος.

Α' ΑΝΗΡ
Μπα έτσι; όποιος κάνει
το νόμιμο είνε κουτός; Εγώ νομίζω όμως,
πως κάνει ο πειό φρόνιμος ό,τι προστάζει ο νόμος.

Β' ΑΝΗΡ
Ο πειό κουτός.

Α' ΑΝΗΡ
Δεν σκέπτεσαι και συ να καταθέσης;

Β' ΑΝΗΡ
Εγώ; θα επιφυλαχθώ, προτού τας διαθέσεις
ιδώ του πλήθους.

Α' ΑΝΗΡ
Οχι δα, τι άλλο λες να ξέρουνε,
παρ' ότι ετοιμάσθηκαν τα χρήματα να φέρουνε;

Β' ΑΝΗΡ
Αν δεν ιδούν τα μάτια μου δεν πείθομ' ό,τι νάνε.

Α' ΑΝΗΡ
Μα όλο τούτο σήμερα στους δρόμους κοπανάνε.

Β' ΑΝΗΡ
Ας λένε!

Α' ΑΝΗΡ
Αλλά είπανε καθένας να μαζέψη
το είναι του.

Β' ΑΝΗΡ
Ας λένε? μπα!

Α' ΑΝΗΡ
Κόσμο θα καταστρέψη
μ' αυτήν την δυσπιστία του!

Β' ΑΝΗΡ
Αυτοί δεν θα πιστέψουν.

Α' ΑΝΗΡ
Μα να σε καταστρέψη ο Ζευς!

Β' ΑΝΗΡ
Αυτοί θα καταστρέψουν
εσένα. Κι' άνθρωπος θαρρείς που έχει τα μυαλά του
θα φέρη και θα μοιρασθή με άλλους τα καλά του;
Αυτό δεν ήταν έθιμο καθόλου των πατέρων μας,
και μοναχά να παίρνουμε υπήρξε το συμφέρον μας.
Έτσι το κάνουν κι' οι θεοί· για ιδές ταγάλματά τους
στα χέρια· σαν ευχόμεθα να δώσουν ταγαθά τους,
στέκουν, κι' ανάποδα κρατούν τα χέρια τους αείποτε,
όχι να δώσουνε κι' αυτοί, αλλά ν' αρπάξουν τίποτε.

Α' ΑΝΗΡ
Ευλογημένε άνθρωπε! παραίτησε με τώρα
να προετοιμασθώ κ' εγώ· και μη μου τρως την ώρα,
να συμμαζέψω τούτα εδώ. . . Πού τώχω το λουρί;

Β' ΑΝΗΡ
Με τα σωστά σου θα τα πας;

Α' ΑΝΗΡ
Κι' αλλοιώτικα μπορεί;
αυτούς τους δυο τους τρίποδες θα βάλω και θα φύγω.

Β' ΑΝΗΡ
Τι κουταμάρα! μα γιατί δεν περιμένεις λίγο,
να ιδής το τι σκοπεύουνε να κάμουν' κ'οι άλλοι,
όπου και τότε πάλι. . ..

Α' ΑΝΗΡ
Να κάμω τι;

Β' ΑΝΗΡ
Περίμενε κ' εξέτασε ακόμη.

Α' ΑΝΗΡ
γιατί λοιπόν;

Β' ΑΝΗΡ
Μωρέ κουτέ, όλοι αυτοί οι νόμοι
της εισφοράς, πολλές φορές να μείνουν και στη μέση
μπορούνε, αν γενή σεισμός, ή κεραυνός αν πέση
που νάχη γούρι άσχημο, η γάττα να διαβαίνη.

Α' ΑΝΗΡ ωσεί καθ' εαυτόν
Καλή δουλειά θα πάθαινα, αν ήτανε πιασμένη
η αγορά, και δεν βρεθή μια θέσι να ταφήσω.

Β' ΑΝΗΡ
Τούτο να συλλογίζεσαι: πως θα τα πάρης πίσω·
κι' όσο για την κατάθεσι, μπορείς, αν αγαπάς,
και 'ς ένα μήνα να τα πας.

Α' ΑΝΗΡ
Και πώς;

Β' ΑΝΗΡ
Τούς ξέρουμε καλά· γρήγορα πέφτει ο ψήφος,
αλλά για την εκτέλεσι πηγαίνει πάντα τζίφος!

Α' ΑΝΗΡ
Μα θα τα κουβαλήσουνε, βρε φίλε μου, κι' αυτοί.

Β' ΑΝΗΡ
Κι' αν δεν τα κουβαλήσουν, τι;

Α' ΑΝΗΡ
Θα κουβαλήσουν γρήγορα· ο νόμος ταπαιτεί.

Β' ΑΝΗΡ
Κι' αν δεν τα κουβαλήσουν, τι;

Α' ΑΝΗΡ
Θα τον εξαναγκάσουμε αυτόν που τα κρατεί.

Β' ΑΝΗΡ
Κι' αν ήνε οι περισσότεροι που τα κρατούνε, τι;

Α' ΑΝΗΡ
Πάω να δώσω· [έβγαλαν διαταγή ρητή.]

Β' ΑΝΗΡ
Και αν σου τα πουλήσουν, τι;

Α' ΑΝΗΡ
Σκάσε! [μου ζάλισες ταυτί].

Β' ΑΝΗΡ
Πολύ καλά, κι' αν σκάσω τι;

Α' ΑΝΗΡ
Καλά θα κάμης.

Β' ΑΝΗΡ
Αλλά συ, κι' αν σκάσω, θα θελήσης
να δώσης.

Α' ΑΝΗΡ
Νά κ' οι γείτονες που κουβαλούν επίσης.

Β' ΑΝΗΡ (παρατηρών προς τ' αριστερά παρασκήνια)
Ο Αντισθένης βέβαια τραβά να καταθέση ·
θα ήταν ευκολώτερο πολύ γι' αυτόν, να χέση
τριάντα μέρες συνεχώς κι' ακόμη πειό πολλές.

Α' ΑΝΗΡ
Σκασμός, μ' αυτά που λες!

Β’ ΑΝΗΡ
Και ο χοροδιδάσκαλος Καλλίμαχος θα φέρη
απ' τον Καλλία πλειότερα νομίζεις να προσφέρη;
Τι λες εκεί! ο άνθρωπος το βιος θα χάση τώρα!

Α' ΑΝΗΡ
Κακά μιλείς!

Β' ΑΝΗΡ
γιατί κακά; Δεν είδες ως την ώρα
πως όλα τα ψηφίσματα τραβούν τον ίδιο δρόμο;
εξέχασες τι έγινε στου αλατιού το νόμο;

Α' ΑΝΗΡ
Α, βέβαια.

Β' ΑΝΗΡ
Κ' εξέχασες και τάλλα τα ψηφίσματα,
που βγήκαν για τα χάλκινα και κάλπικα νομίσματα;

Α' ΑΝΗΡ
Τι λες! μ' αυτό το νόμισμα κ' εγώ εχαντακώθηκα·
γιατί σταφύλια πούλησα και με χαλκό μπουκώθηκα,
κ' ετράβηξα στην αγορά αλεύρι ν' αγοράσω·
όταν, την ώρα που άνοιγα το σάκκο να το μπάσω,
λέει ο κήρυξ: «Το χαλκό να μη παραδεχθούμε,
κι' ασήμι μόνον του λοιπού θα μεταχειρισθούμε».

Β' ΑΝΗΡ
Κι' ο όρκος δεν σου αντηχεί 'ς ταυτί, που δώσαμ' όλοι,
τα πεντακόσια τάλαντα να μαζευθούν στην πόλι
από το τεσσαρακοστόν, κατά του Ευριπίδη
τη γνώμη; Και ποιος έπαυσε επαίνους να του δίδη;
Σαν εξετάσθη όμως
κ' ευρέθη κουροφέξαλα κι' αυτός ο νέος νόμος,
τότε τον Ευριπίδη
τον στρώσαν στο βρισίδι.

Α' ΑΝΗΡ
Τώρα τα ίδια πράματα με τότε δεν υπάρχουνε·
τότ' ήμαστε άρχοντες εμείς, τώρα γυναίκες άρχουνε.

Β' ΑΝΗΡ
Το κατ' εμέ, η μόνη μου γι' αυτές φροντίδα θάνε,
μα το θεό της θάλασσας, να μη με κατουράνε!

Α' ΑΝΗΡ
Τι τσαμπουνάς δεν ξέρω·

(προς τα παιδία)

Δος μου το ξύλο εσύ, παιδί, τα πράματα να φέρω. . .

[Λαμβάνει το ξύλον και ετοιμάζεται ν' αναρτήση εξ αυτού τα σκεύη
του. Εισέρχεται ο ΚΗΡΥΞ, όστις λαμβάνει θέσιν επί βάθρου τινός εις το
μέσον της σκηνής και κηρύττει μεγαλοφώνως:]

ΚΗΡΥΞ
Πολίται! από σήμερα στη Στρατηγό τραβάτε,
για να σας 'πη ο κλήρος σας κ' η τύχη, που θα πάτε
να κάτσετε
θα βρήτε κάθε τράπεζα παντού ετοιμασμένη,
που είνε μ' όλα ταγαθά του κόσμου φορτωμένη,
και κάθε κλίνη με μαλλιά και τάπητες στρωμένη!
Η μυροπώλιδες, γραμμή, κρατήρες σας γεμίζουνε
από κρασιά· με στη φωτιά μπριζόλες τσιτσιρίζουνε,
και περασμένοι οι λαγοί μεσ' στα σουβλιά γυρίζουνε.
Πίττες καλοφουρνίζονται,
τα στέφανα στολίζονται,
στραγάλια καρβουρδίζονται!
Όλες η κόρες η πειό νηές ψήνουν αγάλια-αγάλια
τη φάβα στα τσουκάλια.
Και ένας πουτανιάρης
και πρώην καβαλλάρης
με τη στολή του ιππικού εκεί κοντά γυρίζει,
και διαρκώς των γυναικών τα πιάτα καθαρίζει.
Κι' ο Γέρων, μ' ένα φόρεμα κομψό και με κατσάρι,
μ' ένα παιδί χασκάρει,
κ' έχει παραρριμμένα
παπούτσια του και χλαίνα.
Και ο ψωμάς σας καρτερεί· την ώραν σας μη χάσετε
κ' ελάτε τα σαγόνια σας, πολίται, να γυμνάσετε!

(Ο Κήρυξ κατέρχεται και απέρχεται δεξιόθεν)

Β' ΑΝΗΡ
Σαν είνε έτσι το λοιπόν, εμένα τι με μέλει;
τραβώ κ' εγώ για το φαΐ, η πόλις σαν το θέλη.

Α' ΑΝΗΡ
Αι! και για που, παρακαλώ, αφού δεν έχεις δώση;

Β' ΑΝΗΡ
Για το φαΐ.

Α' ΑΝΗΡ
Δεν θα το φας, αν έχουν νου και γνώσι,
πριν καταθέσης βέβαια.

Β' ΑΝΗΡ
Πολύ καλά, τα δίνω.

Α' ΑΝΗΡ
Πότε λοιπόν;

Β' ΑΝΗΡ
Εμπόδιο μονάχος δεν θα γίνω.

Α' ΑΝΗΡ
Γιατί;

Β' ΑΝΗΡ
Κι' άλλοι θ' αργήσουνε περισσότερο επίσης.

Α' ΑΝΗΡ
Συ όμως εν τω μεταξύ τραβάς να την γεμίσης.

Β' ΑΝΗΡ
Θα πάθω τι, παρακαλώ;
Κάθε πολίτης με μυαλό
αρμόζει της πατρίδος του τους νόμους να κρατή.

Α' ΑΝΗΡ (ειρωνικώς)
Χεμ! και αν σ' εμποδίσουν, τι;

Β' ΑΝΗΡ
Θα πάω να χωθώ κ' εγώ με κεφαλή σκυφτή.

Α' ΑΝΗΡ
Και αν δούλεψη ξύλο, τι;

Β' ΑΝΗΡ
θα της ενάξω στον κριτή.

Α' ΑΝΗΡ
Και αν σε κοροϊδέψουν, τι;

Β' ΑΝΗΡ
Στην πόρτα θα σταθώ μπροστά. . ..

Α' ΑΝΗΡ
Και τι θα κάνης δηλαδή;

Β' ΑΝΗΡ
Κι' όποιος τα φαγητά βαστά
θα τα βουτώ.

Α' ΑΝΗΡ
Ο υστερνός θα ήσ' όλου του κόσμου.

(Προς τους ακολούθους του)

Παρμένων! Σίμων! πάρετε στους ώμους σας το βιος μου.

(Οι ακόλουθοι εκτελούσι)

Β' ΑΝΗΡ
Στάσου και σε βοηθώ κ' εγώ.

Α' ΑΝΗΡ
Συ;! κάνε τη δουλειά σου·
γιατί φοβάμαι μην ειπής πως είνε και δικά σου,
όταν στη στρατηγίνα μας αυτά θα καταθέσω.

(Αναχωρεί αριστερόθεν ακολουθούμενος υπό των θεραπόντων, φερόντων τα
σκεύη)

Β' ΑΝΗΡ (μόνος)
Μα το θεό, πρέπει να βρω λοιπόν κανένα μέσο,
που κι' όσα έχω χρήματα στο σπίτι να τα κρύψω,
χωρίς κι' απ' το κοινό φαΐ με τρόπο ν' απολείψω.
Να μια ιδέα πουν' ορθή. Τι κάθημαι κι' αργώ;
Εμπρός λοιπόν για το φαΐ να τηλωθώ κ' εγώ!

(Φεύγει δεξιόθεν)

ΜΕΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ


(Σειρά οικίσκων μονώροφων με θύραν και παράθυρον έκαστος. Αυλητής
ευρίσκεται εξηπλωμένος παρά το δεξιόν παρασκήνιον. Είνε νυξ.)

ΣΚΗΝΗ Α'.


Α' ΓΡΑΥΣ (εις το προς δεξιά της σκηνής παράθυρον)
Ακόμη πώς δεν φάνηκαν οι άνδρες; είνε ώρα·
και περιμένω τώρα
αργή, αφού μπλαστρώθηκα φτιασίδι όσο μπόρεσα,
κίτρινη φούστα φόρεσα,
και με καμώματα τρελλά κρυφό τραγούδι τραγουδώ,
κ' είμ' έτοιμη στην αγκαλιά ν' αρπάξω όποιον άνδρα ιδώ.
Μούσαι! ελάτε! βάλτε μου στο στόμα ένα γλυκό
τραγούδ' Ιωνικό.

(Άδει σιγά με κωμικά ακκίσματα.— Ταυτοχρόνως η ΝΕΑΝΙΣ εμφανίζεται εκ
του παραθύρου της έναντι οικίας και ακροάται)

ΣΚΗΝΗ Β'.


Α' ΓΡΑΥΣ — ΝΕΑΝΙΣ

ΝΕΑΝΙΣ
Κάτι προτήτερ' από με ξεμύτισες, βρε σάπια!
εθάρρεψες κληματαριά πως θα τρυγήσης κάποια,
την ώρα που 'λειπα εγώ, κ' εβγήκες μουρμουρίζοντας,
ν' αρπάξης απ' την αγορά κανένανε γυρίζοντας;
Κ' εγώ, σαν κάνης τούτο συ, θα τραγουδήσω πάλι
απ' τη μεριά την άλλη.
Η μέθοδος και πρόστυχη κι' αστεία νάνε πρέπει,
μα φέρνει διασκέδασι 'ς εκείνον που τη βλέπει.

(Διέρχεται είς γέρων. Η Α' ΓΡΑΥΣ κατ' αρχάς διατίθεται να του ομιλήση,
αλλά βλέπουσα τούτον γέροντα συγκρατείται. Ο γέρων παρέρχεται)

Α' ΓΡΑΥΣ
Μίλα μ' αυτόν το γέρο συ, και τράβ' από δω πέρα.
Και συ, ψυχή μου Αυλητή, να πάρης τη φλογέρα,
κ' έλα να παίξης μουσικής κομμάτια διαλεγμένα,
οπού να ήνε άξια για σένα και για μένα.

(Ο Αυλητής υποκρούει διά του αυλού, η δε Γραυς απαγγέλλει καταλλήλως)

Όποιος ποθεί
να γλυκαθή,
μ' εμέ ναρθή
να κοιμηθή.—
Η κάθε νηά δεν ξέρει
πώς να τα καταφέρη,
και ξέρει τα τερτίπια
μόνο η γρηά η τρύπια —
Ούτ' από μένα πειό καλά
ξέρει καμμία να κολλά
στο φίλο, που θα λαχταρά
και θα τον σφίξη μια φορά.
Η άλλες κάνουν και φτερά.

ΝΕΑΝΙΣ (απαγγέλλουσα εκ του ετέρου παραθύρου δι' υποκρούσεως
του αυτού αυλού)
Παύσε, και μη ζηλεύης πειά
την κάθε νηά, [γρηά σουπιά!]
Γιατ' είν' εκείνη τρυφερή,
στα δυο της μήλα δροσερή
και στ' απαλό της το μερί.
Μας έβγαλες τη μούρη σου και συ πασαλειμμένη,
λες κι' [όχι αγαπητικός], μα Χάρος σε προσμένει.

Α' ΓΡΑΥΣ (προς την νεανίδα)
Η τρύπα σου ξερή να μείνη!
κι' αυτό το στρώμα και την κλίνη
κατά το νόμο θα τα χάσης,
αν πας με άνδρα να τη φτιάσης.
Φείδι στην κλίνη θ' απαντήσης,
κι' αν έχης όρεξι για τη δουλειά,
πιάσ' το και σφίξε το στην αγκαλιά
να το φιλήσης!

ΝΕΑΝΙΣ (μετ' ειρωνικού παραπόνου.)
Αλλοίμονο! τι θα γενώ! βαρβάτος δεν ζυγώνει,
κ' είμ' εδώ μέσα μόνη.
Η μάννα μου επήγε αλλού και δεν με μέλει τώρα.
Κυρούλα! σε παρακαλώ φέρε τον _Καυλογόρα_,
κι' ό,τι για σένα επρόσταξαν του νόμου τα γραμμένα,
σ' ορκίζομαι πως θα γενούν καλήτερα μ' εμένα.

Α' ΓΡΑΥΣ
Για το γαμήσι το Ιωνικό
σε γαργαλάει, δόλιο θηλυκό·
και μάλιστα θαρρώ πως αγαπάς
και κατά τους Λεσβίους να το πας.
Αλλά ποτέ, ποτέ μην το πιστέψης,
πως τη δική μου ηδονή θα κλέψης
και δεν θα χάσω ό,τι μου γουστάρει,
ούτε την ώρα για δική σου χάρι.

(Παύει η υπόκρουσις του αυλού)

Τραγούδα {7} ό,τι σούρχεται και κύττα σαν την γάττα.
πρώτα θα πάνε στης γρηές, και ύστερα στα νηάτα.

ΝΕΑΝΙΣ
Για να της θάψουν βέβαια.

Α' ΓΡΑΥΣ
Καινούργιο τούτο πάλι!

ΝΕΑΝΙΣ
Καινούργια θέλει μια γρηά με τέτοιο πούχει χάλι;

Α' ΓΡΑΥΣ
Δεν είνε δα το γήρας μου που λύπη θα σου κάνη;

ΝΕΑΝΙΣ
Τι άλλο; το φτιασίδι σου, ή μήπως το βοτάνι,
[που βγάζει κόκκινη μπογιά η ρίζα του που στίφτεις;]

Α' ΓΡΑΥΣ
Τι μου μιλάς;

ΝΕΑΝΙΣ
γιατί και συ στο παραθύρι σκύφτεις;

Α' ΓΡΑΥΣ
Εγώ; μονάχη τραγουδώ
στον Επιγένη τον καλόν, που περιμένω νάρθη εδώ.

ΝΕΑΝΙΣ
Ποιόν άλλο θάχης εραστή του λόγου σου και φίλο,
που να σου πρέπη, παρ' αυτόν το Γέρο τον ψωρίλο;

Α' ΓΡΑΥΣ
Πρόσμενε! την εξήγησι ο νηός μου θα σου κάνη,
που θάρθη γρήγορα 'ς εμέ,—
ώστε και παρατηρεί προς τα αριστερά παρασκήνια)
και νάτος!. . . νάτος!. . . φθάνει.

ΝΕΑΝΙΣ
Δεν έρχετ' εδώ πέρα
για σε, γρηά χολέρα!

Α' ΓΡΑΥΣ
Τώρα θα ιδής, χτικιάρα, συ!

ΝΕΑΝΙΣ
Τώρα θα σ' ταποδείξω
κ' εγώ, κ' εκείνος γρήγορα. Πηγαίνω να τανοίξω.

(Εισέρχεται ταχέως)

Α' ΓΡΑΥΣ
Τρέχω κ' εγώ· αυτός θαρθή μ' εμένα δίχως άλλο,
να μάθης πως το δίκηο μου είνε το πειό μεγάλο.

(Εισέρχεται ταχέως)

{7} Εις το χωρίον τούτο, σκοτεινόν και ασαφές, διαφωνούσιν οι
σχολιασταί, αποδίδοντες εις την Νεανίδα τους στίχους τούτους. Νομίζω
ότι ορθότερον προσαρμόζονται εις το στόμα της Γραίας, διότι άλλως δεν
εξηγείται η απάντησις της Γραίας «ούκουν εξ' εκφοράν γε» προς την
Νεάνιδα, ενώ ανήκει μάλλον εις ταύτην, όπως εμφαίνεται εκ της λογικής
του διαλόγου. Η δε λέξις «σαπρά» της Γραίας προς την Νεανίδα δύναται
να θεωρηθή ως εμπαθής άνταπόδοσίς του αυτού χαρακτηρισμού, όστις
αποδίδεται εις αυτήν εκ μέρους της Νεανίδος ανωτέρω.

ΣΚΗΝΗ Γ'.


ΝΕΑΝΙΑΣ και μετ' ολίγον Α' ΓΡΑΥΣ και ΝΕΑΝΙΣ

ΝΕΑΝΙΑΣ (εισέρχεται αριστερόθεν κλονούμενος εκ της μέθης με
δάδα ανημμένην εις τας χείρας).
Αχ! είθε να μπορέσω
κοντά στη νηά να πέσω,
προτού μου 'ρθούν για πλάκωμα γρηές και κουτσομύτες.
Αυτό δεν υποφέρεται 'ς ελεύθερους πολίτες!

Α' ΓΡΑΥΣ (καθ' εαυτήν, εξερχόμενη εις το παράθυρον)
Μωρέ, κ' αν τζιτζικώσης
στο κλάψιμο,-—μα το θεό, εμένα θα πλακώσης.
Πάει εκείνος ο καιρός της Χαριξένης, [πάει,
που με τραγούδια ήξερε καθένας ν' αγαπάη.] -
Χεμ! τώρα βλέπεις όμως
δημοκρατία έχουμε και το προστάζει ο νόμος!
Ας έμβω να κρυφθώ εδώ,
και τι θα κάνη να το ιδώ.

(Εισέρχεται)

ΝΕΑΝΙΑΣ
Δώστε, θεοί, την ώμορφη κοπέλλα ναύρω μόνο,
που τόσο ρούφηξα κρασί κ' από τον πόθο λειώνω.

ΝΕΑΝΙΣ (Εξέρχεται εκ του παραθύρου· καθ' εαυτήν)
Έτσι λοιπόν! σ' εγέλασα, γρηά καταραμένη!
Ενόμισε πως έφυγα, και μέσα τώρα μένει.

(Προς τον Νεανίαν)

και γι' αυτόν εγώ μιλούσα!
Έλ', αγάπη μου, απάνω,
και στο πλάι μου κοιμήσου,
να γλυκάνω
την ψυχή σου.
Ο έρωτας με τυραννεί
για τα ωραία σου μαλλιά,
και έχω μια φωτιά τρανή
που μου φαγε την αγκαλιά.
Έρωτα! σε παρακαλώ,
κάμε μου τούτο το καλό
και φέρτ' τον γρήγορα ναρθή
στο πλάι μου να κοιμηθή!

ΝΕΑΝΙΑΣ (κάτωθεν)
Έλα κάτω!. . . έλα!. . . έλα!.
και στην πόρτα σου να βγης,
γιατί μούρχεται σαν τρέλλα
και θα πέσω κατά γης.
Θέλω, φίλη μου, απάνω
στη γλυκειά σου αγκαλιά
δυνατό καυγά να κάνω
με τα δύο σου τα κωλιά!
Ώ Αφροδίτη! αχ, γιατί,
γιατί μ' ετρέλλανες γι' αυτή;
Έρωτα, σε παρακαλώ,
κάμε μου τούτο το καλό,
και φέρ' την γρήγορα ναρθή
στο πλάι μου να κοιμηθή!

ΝΕΑΝΙΣ
Αυτά που άκουσες να ειπώ, δεν εξηγούν τον πόθο,
που στην ψυχή μου νοιώθω.
Αγαπημένο μου πουλί!
άνοιξε, δος μου ένα φιλί,
πονώ για σε, πονώ πολύ!

ΝΕΑΝΙΑΣ
Χρυσό μου εσύ! βλαστάρι
της Αφροδίτης! Μέλισσα της Μούσας! κάθε Χάρι
σ' έθρεψε μ' άφθονη τροφή!
για χάδια και φιλιά μορφή!
άνοιξε, δος μου ένα φιλί,
πονώ για σε, πονώ πολύ!

Α' ΓΡΑΥΣ (εξερχομένη της θύρας της)
Έ, ε!. . . της πόρτες τι χτυπάς;
εμένα τάχα αγαπάς;

ΝΕΑΝΙΑΣ

(φέρων την δάδα προς το πρόσωπον της Γραίας)

Α μπα!

Α' ΓΡΑΥΣ
Μα πώς; εκτύπησες για να μου 'ρθής απάνω.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Μπα! κάλλιο να πεθάνω!

Α' ΓΡΑΥΣ
Τι αγαπάς λοιπόν εσύ, κ' ήλθες 'ς αυτά τα μέρη
με το δαδί στο χέρι;

ΝΕΑΝΙΑΣ
Κάποιον βαρβάτον θέλω.

Α' ΓΡΑΥΣ
Ποιόν;

ΝΕΑΝΙΑΣ
Όχι και τον _Σεγάμη_,
που στέκεις και τον καρτερείς [ναρθή να σου την κάμη.]

Α' ΓΡΑΥΣ
Μα τη θεά! θες και δεν θες ['ς εμένα πες πως μπήκες!]

ΝΕΑΝΙΑΣ (βραδέως και εντόνως)
Εξήντα χρόνων δίκες
ποτέ δεν δικασθήκανε,
κι' όλες αναβληθήκανε·
κ' εδικασθήκαν μόνο
εκείνες, που δεν κλείσανε τον εικοστόν το χρόνο.

Α' ΓΡΑΥΣ
Στην εξουσία πούχατε την πρώτη, γλυκανάλατε,
[αυτές της μόδες βγάλατε
κι' αυτές της κουταμάρες],
μα τώρα θα εισάγωνται μπροστά η εξηντάρες·

ΝΕΑΝΙΑΣ
Ναι, όποιος θέλει δηλαδή να πάη με την τύχη,
όπως στα ζάρια γίνεται, ας πάρη όποια τύχη.

Α' ΓΡΑΥΣ
Μα με τα ζάρια, όπως λες, δεν τρως κι' όταν πεινάς.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Δεν ξέρω τι μου τσαμπουνάς.
Την πόρτ' αυτή κτυπώ εγώ· έτσι θαρρώ καλήτερα.

Α' ΓΡΑΥΣ
Όταν κτυπήσης δηλαδή την πόρτα μου προτήτερα.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Εγώ δεν θα κτυπήσω
κρησάρες να ζητήσω.

(Στρέφεται να φύγη, αλλά συλλαμβάνεται υπό της Α' Γραίας)

Α' ΓΡΑΥΣ (κολακευτικώς).
Το ξέρω συ πως μ' αγαπάς, και τώρα ίσως θ' απορής
πούρθες στην πόρτα να με βρης.
Έλα κοντά, και δώσε μου το στόμα το γλυκό σου.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Α μπα: φοβάμαι, μάτια μου τον αγαπητικό σου.

Α' ΓΡΑΥΣ
Ποιόν;

ΝΕΑΝΙΑΣ
Α, τον ενδοξότερο απ' όλους τους ζωγράφους.

Α' ΓΡΑΥΣ
Ποιόν;

ΝΕΑΝΙΑΣ
Που στολίζει τα σταμνιά που βάζουνε στους τάφους!
Κρύψου λοιπόν να μη σε ιδή στην πόρτα, πως κατέβης

Α' ΓΡΑΥΣ
Έννοια σου, και κατάλαβα καλά το τι γυρεύεις.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Ώ, μα τον Δία, έννοιωσα κ' εγώ πολύ καλά
τι έχεις στα μυαλά.

Α' ΓΡΑΥΣ (σύρουσα αυτόν)
Μα τη θεά, που έτυχε 'ς εμένα να σε ρίψη,
δεν θα σ' αφήσω.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Βρε γρηά! θαρρώ πως σούχει στρίψη!

Α' ΓΡΑΥΣ
Λέγε μου κι' άλλ' ακόμα,
μα θα σε πάω σέρνοντας μέσ' στο δικό μου στρώμα.

ΝΕΑΝΙΑΣ (ωσεί κατ' εαυτόν)
Κ' έπειτα αγοράζουνε
τσιμπίδες, από τον κουβά τα κρέατα να βγάζουνε·
δεν κατεβάζουν τη γρηά μεσ' στης [βαθειές] πηγάδες,
ν' αρπάζη με τα κρέατα μαζύ και τους κουβάδες;

Α' ΓΡΑΥΣ
Δυστυχισμένε! σώπα πειά και μη με κοροϊδεύης.
κ' έλα μ' εμέ ν' ανέβης!

ΝΕΑΝΙΑΣ
Εγώ δεν σου χρωστώ,
αν φόρο δεν επλήρωσες πεντακοσιοστό
στην πόλι απ' τα χρόνια σου.

Α' ΓΡΑΥΣ
Μα τη θεά! μακάρι,
να πέφτω να γλυκαίνωμαι με κάθε παλληκάρι.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Αλλά εγώ με της γρηές αισθάνομ' αηδία,
και δεν θα το δεχόμουνα ποτέ.

Α' ΓΡΑΥΣ
Ώ! μα τον Δία,
με το στανιό τον κόπο
θα λάβης, παλληκάρι μου.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Και τάχα με ποιόν τρόπο;

Α' ΓΡΑΥΣ
Χεμ! είνε ψηφισμένα
τα πράματα, που πρέπει συ να 'ρθής μαζύ μ' εμένα.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Και ποιο είνε το ψήφισμα; Παρακαλώ, για πε το!

Α' ΓΡΑΥΣ
Στο λέγω κι' άκουσε το!

(πανηγυρικώς)

«Νόμο βγάλαν η γυναίκες, όταν νηός τη νηά ποθή,
δεν μπορεί να την πλακώση στη γρηά προτού χωθή·
κι' αν προτήτερα δεν θέλη της γρηές να της γαμή,
και της νηές επιθυμή,
τότε κ' η γρηές θα βγαίνουν, και θα τρέχουν κούτσα—κούτσα,
κι' ατιμωρητί θ' αρπάζουν καθε νηόν από την πούτσα!

ΝΕΑΝΙΑΣ
Τότε Προκρούστης θα γενώ κ' εγώ, αλλοίμονό μου!

Α' ΓΡΑΥΣ
θα πας με τη διάταξι και του δικού μας νόμου.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Κι' αν έλθη κάποιος φίλος μου, ή κάποιος συνδημότης
και με τραβήξη από σας;

Α' ΓΡΑΥΣ
Μάθε λοιπόν εν πρώτοις,
ότι ο άνδρας σήμερα δεν θα μπορή να βγη,
[σαν της γυναίκες μέχρι χθες] και να συναλλαγή
μ' αξία μεγαλήτερη ενός κοιλού σιτάρι.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Κι' αν θέλη να παραιτηθή με όρκο, [λόγου χάρι,
όπως στης δίκες γίνεται, που έχουν αδικίες;]

Α' ΓΡΑΥΣ
Α μπα! εδώ θα λείψουνε και η στρεψοδικίες.

ΝΕΑΝΙΑΣ-
Θα 'πω πως είμαι έμπορος, [κι' αυτό θα είν' αιτία
ν' απαλλαχθώ και απ' αυτή τη φοβερή θητεία.]

Α' ΓΡΑΥΣ
Θα το πληρώσης κλαίοντας.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Και τι λοιπόν θα κάνω;

Α' ΓΡΑΥΣ
Θα ρθής να πάμ' απάνω.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Μα τι! θα 'ρθώ με το στανιό;

Α' ΓΡΑΥΣ
Θα ρθής και με τον τρόπο
του Διομήδη [του ληστή, που άρπαζ' απ' τον τόπο
τους άνδρες, όσους εύρισκε, και τους εκλειούσε ώρες
να πέσουνε με το στανιό με της δικές του κόρες,
κι' αυτές, από τη λύσσα τους, βυζαίναν τον καθένανε
ως που τον επεθαίνανε!]

ΝΕΑΝΙΑΣ
Ε! τότε βάλε ρίγανι στο στρώμα που θα πέσης,
τέσσαρες κληματόβεργες σπασμένες να προσθέσης,
την κεφαλή σου δέσε,
πάρε και στάμνες νεκρικές και γύρω γύρω θέσε,
κι' όστρακο βάλε με νερό στην πόρτα σου [να μένη,
να νίβετ' όποιος έρχεται από την πεθαμένη!]

Α' ΓΡΑΥΣ
Θα μ' αγοράσης, έννοια σου, εσύ και το στεφάνι.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Μα το θεό! το κέρινο στεφάνι αν σου φθάνη,
κι' αυτό θα ταποκτήσης·
γιατί θαρρώ πως μόλις μπης, θα πέσης να ψοφήσης!

ΝΕΑΝΙΣ (εξερχομένη).
Ε! πού τον πας;

Α' ΓΡΑΥΣ
Στο σπίτι μου· αυτός είνε για μένα.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Τάχεις, γρηά, χαμένα!
Τέτοιος που είν' αυτός ο νηός, δεν έχει χρόνια τόσα
να ρθή κοντά να κοιμηθή με σένα, γρηά γκιόσσα!
δεν θάσαι πειά γυναίκα του, θα σ' έχη για μητέρα.
Κ' έτσι αυτός ο νόμος σας αν πιάση πέρα-πέρα,
τότε γεμάτη όλ 'η γη
από Οιδίποδες θα βγη!

Α' ΓΡΑΥΣ
Βρε σίχαμα! όλες αυτές της κουταμάρες της πολλές
από τη ζήλεια σου της λες!
Μα έννοια σου! και από με θα τωύρης, κακομοίρα!

(Απέρχεται)

ΝΕΑΝΙΑΣ
Στο Δία τον Σωτήρα,
κορίτσι μου γλυκύτατο, κάμε μ' αυτήν τη χάρι,
και γλύτωσέ με απ' αυτό το γέρικο κουφάρι,
κ' εγώ, για τούτο το καλό, θα σου προσφέρω πάλι
σε μια ολόκληρη βραδειά χάρι παχειά, μεγάλη!

(Ενώ η Νεάνις ετοιμάζεται να σύρη τον Νεανίαν προς την θύραν της, εκ
της πλησίον θύρας ορμά η Β' Γραυς).

ΣΚΗΝΗ Δ'.


Β' ΓΡΑΥΣ—ΝΕΑΝΙΑΣ.

Β'ΓΡΑΥΣ
Μωρή εσύ·! που τον τραβάς αυτόν από τον δρόμο,
και παραβαίνεις φανερά τον ψηφισμένο νόμο,
ενώ είνε γραμμένα
προτήτερα 'ς εμένα
να ρθεί και να πλακώση;

ΝΕΑΝΙΑΣ
Ώ! κακομοίρης που 'μουνα! πούθ' έχεις ξετρυπώση
και μου πετάχτηκες;— κακό που να σου ρθή μεγάλο!
Ουφ! τούτη είνε βάσανο χειρότερο απ' τάλλο!

Β' ΓΡΑΥΣ (σύρουσα τον Νεανίαν)
Έλ' από δω!

ΝΕΑΝΙΑΣ (τη Νεάνιδι)
Παρακαλώ, μικρή μου, μη μ' αφίνης,
τον κακομοίρη, να συρθώ μέσα στα νύχια εκείνης.

(Η νεάνις απέρχεται).

Β' ΓΡΑΥΣ
Σε σέρνει ο νόμος, κι' όχι εγώ.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Τάχα γιατί δεν είπες
ότι με σέρνει μια βλογιά, πώχει πληγές και τρύπες;

Β' ΓΡΑΥΣ
Άφησε, τρυφεράδι μου, τα λόγια κ' έλ' απάνω.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Στάσου λοιπόν προτήτερα τη χρεία μου να κάνω
να πάρω θάρρος· γιατ' αλλοιώς ο φόβος αν με κόψη
μεσ' στη δουλειά σου, θα με ιδής με κίτρινη την όψι.

Β' ΓΡΑΥΣ
Θάρρος και τράβα! χέζεις, να, εδώ που θα σε μπάσω,

ΝΕΑΝΙΑΣ
Φοβάμαι μήπως πλειότερα απ' ό,τι θέλω φτιάσω.
Σου βάζω δύο εγγυητάς αξιοχρέους.

Β' ΓΡΑΥΣ
Τι;
Ας λείψουνε.

(Σύρει τον Νεανίαν. Ορμά εκ της ετέρας θύρας η Γ' Γραυς)

ΣΚΗΝΗ Ε'.


Γ' ΓΡΑΥΣ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

Γ' ΓΡΑΥΣ (προς τον Νεανίαν)
Ε! ε! πού πας του λόγου σου μ' αυτή;

ΝΕΑΝΙΑΣ
Εγώ δεν πάω· σέρνομαι· όποια κι'αν ήσαι, δος μου
βοήθεια, που ταγαθά όλα να ιδής του κόσμου,
και μη μ' αφίνης να χαθώ [με της γρηα-φακλάνες!]

(Βλέπων την Γ' Γραίαν εκ του πλησίον και αποχωρών μετά φρίκης)

Ώ Ηρακλή! Διόσκουροι! Κορύβαντες και Πάνες!
ου! τώρα μου φορτώθηκε κι' άλλο κακό μεγάλο,
χειρότερ' από τάλλο!
Παρακαλώ, τι είν' αυτό το πράγμα τώρα πάλι;
Μην τύχη κ' είνε πίθηκος κ' έχει φτιασίδι βάλη;
ή μήπως κι' αναστήθηκε
καμμιάς γρηάς βρυκόλακας [κι' απάνω μου εχύθηκε;]

(Γ' ΓΡΑΥΣ σύρουσα τον Νεανίαν)

Έλα μαζύ μου απ' εδώ και μη με κοροϊδεύης.

Β' ΓΡΑΥΣ (σύρουσα τον Νεανίαν)
Όχι!. . . εδώ!. . .

Γ' ΓΡΑΥΣ (ως ανωτέρω)
[Δεν θα το φας εκείνο που γυρεύεις·]
δεν τον αφίνω.

Β' ΓΡΑΥΣ (ως ανωτέρω)
Ούτ' εγώ [με σε να μείνη μόνος.]

ΝΕΑΝΙΑΣ
Βρε θα με κομματιάσετε, κακός ψυχρός σας χρόνος!

Β' ΓΡΑΥΣ
Σ' εμέ ναρθής προστάζουνε του νόμου τα γραμμένα.

Γ' ΓΡΑΥΣ
Όχι κι' αν έβγη μια γρηά πειό άσχημη από σένα.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Βρε για σταθήτε: κι' αν εσείς με κάνετε κομμάτια,
πώς θα μπορέσω πειά να ιδώ μιαν ώμορφη στα μάτια;

Γ' ΓΡΑΥΣ
Κάμε καλά· μα πρώτ' αυτό θα κάνης δίχως άλλο.

ΝΕΑΝΙΑΣ
Με ποιά προτήτερ' απ' της δυο τα μάτια μου θα βγάλω;