(Εξέρχεται)
ΣΚΗΝΗ Γ'.
ΟΙ ΑΥΤΟΙ — ΠΛΗΝ ΤΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ
ΠΗΛΕΥΣ
Προχώρησε, παιδί μου, εμπρός εδώ εις την αγκάλη μου, όπως και συ, ω
δυστυχισμένη. Αφού σε εύρε δεινή τρικυμία, τώρα πλέον ευρίσκεις
λιμένα ήσυχον.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Ο γέρον, είθε οι θεοί να δώσουν ευτυχίαν εις σε και εις τους δικούς
σου, αφού έσωσες το παιδί μου και εμέ την δυστυχισμένην. Πρόσεξε
όμως, μήπως αυτοί κρυμμένοι εις κανέν έρημον μέρος του δρόμου με
αρπάσουν διά της βίας, βλέποντες ότι συ είσαι γέρων, εγώ γυναίκα
αδύνατη και αυτό εδώ μωρό παιδί. Κύτταξε λοιπόν μήπως εσώθημεν τώρα,
αλλά ξαναπέσωμεν στα χέρια των.
ΠΗΛΕΥΣ
Μη λέγης λόγια δειλά γυναικών. Προχώρει. Εκείνος ο οποίος θα τολμήση
να μας εγγίξη, θα μετανοήση. Με την βοήθειαν των θεών, με το ιππικόν
μου και τους οπλίτας μου βασιλεύω επί της Φθίας. Είμαι ακόμη δυνατός
και όχι γέρων, όπως νομίζεις. Με άνθρωπον όπως αυτός, αρκεί να τον
κυττάξω μόνον διά να τον νικήσω, αν και γέρων. Διότι ο γέρων, όταν
έχη καρδίαν, είναι καλλίτερος από πολλούς νέους. Τι σημαίνει να έχη
κανείς δύναμιν, όταν είναι δειλός;
(Εξέρχεται με την Ανδρομάχην και τον Μολοσσόν).
ΣΚΗΝΗ Δ'.
ΧΟΡΟΣ
ΧΟΡΟΣ
Είθε ή να μη γεννηθή κανείς εις τον κόσμον, ή να γεννηθή από γονείς
ευγενείς και οικογένειαν δυνατήν. Διότι, όταν πάθη κανείς κάτι κακόν,
οι ευγενείς δεν μένουν χωρίς βοήθειαν. Και εις τας ευτυχίας οι
δυνατοί έχουν τιμήν και δόξαν. Το γήρας δεν αφαιρεί τα ίχνη των
μεγάλων ανδρών, η δε αρετή των λάμπει και μετά τον θάνατόν των.
Προτιμότερον είναι να μην επιτύχη κανείς νίκην δυσφημισμένην, παρά με
τον φθόνον και με την δύναμιν να παραβιάζη κανείς το δίκαιον. Εις την
αρχήν αυτή η νίκη είναι ευχάριστος εις τους ανθρώπους, αλλά με τον
καιρόν μεταβάλλεται εις πικρίαν και ατιμάζει την οικογένειαν. Αυτήν
την ζωήν τιμώ, αυτήν την ζωήν εννοώ, καμμία δύναμις δεν υπάρχει εκτός
της δικαιοσύνης ούτε εις την οικογένειαν, ούτε εις την πόλιν.
Ω γέρον, υιέ του Αιακού, το πιστεύω ότι έλαμψες εις τον πόλεμον των Λαπιθών και των Κενταύρων, και με το πλοίον την Αργώ επέρασες την αφιλόξενον θάλασσαν και τας αγρίας Συμπληγάδας, και όταν εις το Ίλιον πρώτην φοράν ο ένδοξος υιός του Διός, ο Ηρακλής, έσπειρε την σφαγήν, συ συνεμερίσθης τους άθλους του και έφθασες ένδοξος εις την Ευρώπην.
ΑΥΛΑΙΑ
ΠΡΑΞΙΣ Γ'.
ΣΚΗΝΗ Α'.
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ — ΧΟΡΟΣ
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Ω, φίλταται γυναίκες, πώς η μία δυστυχία ακολουθεί την άλλην σήμερα!
Μέσα εις το σπίτι η κυρία μου, η Ερμιόνη, αφού έφυγεν ο πατέρας της
και εσκέφθη τι ήθελε να κάμη, να σκοτώση την Ανδρομάχην και το παιδί
της, θέλει ν' αυτοκτονήση. Τρέμει μήπως ο άνδρας της, όταν μάθη τι
έγινε, την διώξη από το σπίτι, ή την σκοτώση, επειδή εζήτησε και αυτή
να σκοτώση εκείνους που έπρεπε να σεβασθή. Μόλις οι δούλοι
κατορθώνουν να την κρατήσουν να μη κρεμασθή, και της αρπάζουν από το
χέρι το σπαθί που θέλει να τρυπηθή. Τόση είναι η λύπη της και τόσον
αναγνωρίζει ότι όσα έκαμε πριν δεν ήσαν καλά καμωμένα. Εγώ λοιπόν
εκουράσθηκα να την εμποδίζω να κρεμασθή. Πηγαίνετε τώρα και σεις μέσα
και προσπαθήσατε να την αποτρέψητε από τον θάνατον. Επειδή από τους
φίλους που έχει συνηθίση κανείς περισσότερον πείθουν εκείνοι που
έρχονται νέοι.
ΧΟΡΟΣ
Έρχεται, πραγματικώς, από τανάκτορα βοή των υπηρετών δι' όσα μας
αναγγέλλεις. Η δυστυχισμένη δείχνει πόσον μετανοεί δι' όσα έκαμε. Α,
νά που βγαίνει από τανάκτορα και ξεφεύγει από τα χέρια των δούλων με
τον πόθον να πεθάνη.
ΣΚΗΝΗ Β'.
ΑΙ ΑΥΤΑΙ — ΕΡΜΙΟΝΗ — Η ΤΡΟΦΟΣ
ΕΡΜΙΟΝΗ
Ω, αφήστε με να τραβήξω τα μαλλιά μου και να σχίσω το πρόσωπον μου με
τα νύχια μου.
ΤΡΟΦΟΣ
Κόρη μου, τι κάνεις; Γιατί πληγώνεις έτσι το σώμα σου;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Ω, πήγαινε να χαθής εις τους ανέμους, λεπτόν πέπλον των μαλλιών μου.
ΤΡΟΦΟΣ
Παιδί μου, σκέπασε το στήθος σου, με τον πέπλον.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Γιατί να σκεπάσω το στήθος μου, αφού έκαμα τόσον φανερόν κακόν εις
τον άνδρα μου, χωρίς να το κρύψω;
ΤΡΟΦΟΣ
Απελπίζεσαι, επειδή εσκέφθης να σκοτώσης την άλλην γυναίκα του ανδρός
σου;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Κατηραμένη η σκέψις μου, που ετόλμησα να το κάμω αυτό, εγώ η
κατηραμένη, η μισητή εις τους άνδρας.
ΤΡΟΦΟΣ
Ο άνδρας σου θα σου συγχώρηση αυτήν την αμαρτίαν.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Γιατί μου επήρατε το σπαθί από τα χέρια; Δόσε μου το, δόσε μου να
περάσω το στήθος μου. Γιατί μ' εμποδίσατε να κρεμασθώ;
ΤΡΟΦΟΣ
Μπορώ να σ' αφήσω να πεθάνης, αφού παραλογίζεσαι;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Αλλοίμονον! Τι τύχη είναι αυτή; Πού να εύρω φωτιάν να πέσω; Πού να
εύρω ένα βράχον κοντά εις την θάλασσαν; Ή επάνω εις τα βουνά μέσα σε
δάσος να πεθάνω και να κατεβώ εις τον κάτω κόσμον;
ΤΡΟΦΟΣ
Γιατί να βασανίζεσαι έτσι; Την δυστυχίαν την στέλλουν οι θεοί εις
τους ανθρώπους, άλλοτε εις τον ένα, άλλοτε εις τον άλλον.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Με άφησες, πατέρα, με άφησες σαν καράβι χωρίς τιμόνι και χωρίς κουπιά
εις την θάλασσαν, θα με σκοτώση, θα με σκοτώση ο άνδρας μου. Δεν θα
μείνω πια εις αυτό το παλάτι που έκαμα τους γάμους μου. Εις τίνος
θεού άγαλμα να πέσω ικέτις; Να πέσω ως δούλη εις τα πόδια της δούλης;
Είθε να ήμουν πουλί να επετούσα μακρυά από την Φθιώτιδα. Ή
να ήμουν εκείνο το πλοίον από πεύκην που επέρασε πρώτον τας
Συμπληγάδας...
ΤΡΟΦΟΣ
Κόρη μου, δεν σ' επήνεσα ούτε την υπερβολήν σου τότε που εζητούσες να
σκοτώσης την γυναίκα από την Τροίαν, αλλά ούτε τώρα εγκρίνω τους
υπερβολικούς σου φόβους. Ο άνδρας σου δεν θα σε διώξη πεισθείς εις τα
λόγια μιας βαρβάρου δούλης. Διότι εσένα δεν σ' έφερε αιχμάλωτον από
την Τρωάδα, αλλά είσαι κόρη πατρός ενδόξου, την οποίαν επήρε μαζί με
πολλήν προίκα και από μίαν πόλιν ευτυχισμένην. Ο πατέρας σου δεν θα
σε αφήση να σε διώξουν απ' εδώ, όπως νομίζεις. Πήγαινε όμως μέσα και
μη φαίνεσαι έξω από τανάκτορα, μη σε κακολογήσουν ότι είσαι έξω από
το σπίτι σου, κόρη μου.
(Η Ερμιόνη, η τροφός και αι δούλαι εισέρχονται).
ΣΚΗΝΗ Γ'.
ΧΟΡΟΣ, έπειτα ΟΡΕΣΤΗΣ
ΧΟΡΟΣ
Να ένας ξένος, όπως φαίνεται από το εξωτερικόν του, που έρχεται
τρεχάτος προς τα εδώ.
ΟΡΕΣΤΗΣ (εισερχόμενος)
Ξέναι, αυτά είναι τα βασιλικά ανάκτορα του υιού του Αχιλλέως;
ΧΟΡΟΣ
Αυτά είναι. Αλλά συ ποίος είσαι που μας ερωτάς;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Εγώ είμαι ο υιός του Αγαμέμνονος και της Κλυταιμνήστρας και
ονομάζομαι Ορέστης. Πηγαίνω εις την Δωδώνην, εις το μαντείον του
Διός· όταν όμως έφθασα εδώ εις την Φθίαν, εσκέφθην να έλθω να μάθω
διά μίαν συγγενή μου γυναίκα αν ζη και αν είναι ευτυχής, την Ερμιόνην
από την Σπάρτην. Διότι, αν και ζη πολύ μακρυά από ημάς, όμως την
αγαπώ.
ΣΚΗΝΗ Δ'.
ΟΙ ΑΥΤΟΙ — ΕΡΜΙΟΝΗ
ΕΡΜΙΟΝΗ
(η οποία από την θύραν είχεν ακούση τον Ορέστην)
Ω υιέ του Αγαμέμνονος, μου φαίνεσαι όπως φαίνεται ο λιμήν εις τους ναυτικούς εις ώραν τρικυμίας. Εις τα γόνατά σου πέφτω και σε παρακαλώ, λυπήσου με, καθώς, με βλέπεις, εις την δυστυχίαν μου. Αν δεν έχω τους κλάδους των ικετών, όμως καταθέτω τα χέρια μου εις τα γόνατα σου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τι τρέχει; Μήπως έχω λάθος ή είναι αυτή η κόρη του Μενελάου, η
βασίλισσα αυτών των ανακτόρων;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Αυτή είναι που μοναχοκόρην την εγέννησε η Ελένη η κόρη του Τυνδάρου.
Δεν έχεις λάθος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ω Απόλλων, εύρε λύσιν εις τας δυστυχίας. Τι συμβαίνει; Άρά γε από
τους θεούς ή από τους ανθρώπους πάσχεις;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Άλλα υποφέρω εξ αιτίας εμού της ιδίας, άλλα από τους θεούς, άλλα από
τον άνδρα μου. Όλα με καταδιώκουν.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τι να σου συμβαίνη; Αφού δεν έχεις παιδιά, τι άλλην συμφοράν ημπορείς
να έχης παρά ν' αδικήσαι εις τον έρωτα σου;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Αυτό μου συμβαίνει. Καλά εμάντευσες.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μήπως άλλην γυναίκα προτιμά από εσέ ο σύζυγός σου;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Ναι, την αιχμάλωτον, την γυναίκα του Έκτορος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Κακόν αυτό, ένας άνδρας να έχη δύο γυναίκας
ΕΡΜΙΟΝΗ
Ακριβώς. Κ εγώ ηθέλησα να αμυνθώ.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Της έστησες καμμίαν παγίδα, όπως κάμνουν αι γυναίκες;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Ηθέλησα να την σκοτώσω εκείνην και το παιδί της το νόθον.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και το έκαμες ή σ' εμπόδισε τίποτε;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Με εμπόδισε ο γέρων Πηλεύς, ο οποίος την επροστάτευσε.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Είχες κανένα να σε βοηθήση σ' αυτόν τον φόνον;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Τον πατέρα μου, ο οποίος ήλθεν επίτηδες από την Σπάρτην.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και ο πατέρας σου υπεχώρησε εις ένα γέροντα;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Ναι, από εντροπήν. Και έφυγε και με άφησε μόνην.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ενόησα· τώρα φοβείσαι τον άνδρα σου δι' ό,τι έκαμες.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Ναι, θα με σκοτώση και δικαίως· γιατί να ταρνηθώ; Σε εξορκίζω λοιπόν
εις τον Δία τον Συγγενικόν, πάρε με όσον το δυνατόν μακρύτερα απ'
αυτόν τον τόπον, ή εις τανάκτορα του πατέρα μου. Εδώ μου φαίνεται ότι
και οι τοίχοι θα με έδιωχναν πλέον, αν είχαν φωνήν, και ότι με μισεί
η γη της Φθίας. Αν, πριν με πάρης, έλθη ο σύζυγος μου εδώ, επιστρέφων
από το μαντείον των Δελφών, ο θάνατος θα είναι η τιμωρία του
εγκλήματος μου ή θα γίνω δούλη αυτής της οποίας ήμουν πριν η κυρία.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Πώς σου ήλθε να το κάμης αυτό;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Με κατέστρεψαν τα λόγια των κακών γυναικών, που με ηρέθιζαν με
τέτοιας φράσεις: «θ' ανεχθής συ να μοιρασθής τον άνδρα σου και το
σπίτι σου με αυτήν την ταπεινήν δούλην; Ορκίζομαι εις την Δέσποινάν
μας ότι εγώ βέβαια δεν θ' άφηνα να ζήση εκείνην που θα ήτο αντίζηλός
μου». Και εγώ ήκουσα τα λόγια αυτά των Σειρήνων τα πανούργα και
επιτήδεια και επικίνδυνα, και έχασα τον νουν μου. Διότι τι ανάγκη ήτο
να φυλάξω τον άνδρα μου, ενώ είχα ό,τι μου εχρειάζετο; Πλούτη άφθονα
δεν υπήρχον εις το σπίτι μου και δεν ήμουν κυρία μέσα εις τα
ανάκτορα; Εγώ θα εγεννούσα τα νόμιμα παιδιά, αυτή δε δούλους και
νόθους. Ποτέ δεν πρέπει, ποτέ, —αυτό θα το επαναλαμβάνω — άνθρωποι
φρόνιμοι, οι οποίοι έχουν γυναίκα, ν' αφήνουν γυναίκας, να πηγαίνουν
εις το σπίτι του. Διότι αύται δίδουν κακάς συμβουλάς. Η μία χάριν
κέρδους καταστρέφει την οικογένειαν, η άλλη, επειδή δυστυχεί αυτή,
θέλει και τους άλλους να δυστυχούν. Πολλαί το κάμνουν από κακοήθειαν.
Ιδού πώς υποφέρουν ένεκα αυτών αι οικογένειαι. Κλειδώσατε λοιπόν τα
σπίτια σας με κλειδιά και με μοχλούς. Τίποτε καλόν δεν έρχεται απ'
έξω.
ΧΟΡΟΣ
Πάρα πολύ εξαπέλυσες την γλώσσαν σου κατά των ομοφύλων σου. Και αν
είσαι μεν τώρα συγχωρημένη, αλλά όμως πρέπει αι γυναίκες να σκεπάζουν
τας αδυναμίας των γυναικών.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Είχε δίκαιον εκείνος που είπε ότι πρέπει κανείς ν' ακούη κάθε τι από
το ίδιον το στόμα των ανθρώπων. Διότι εγώ ο οποίος ήξευρα καλά την
σύγχυσιν που επικρατεί εις το σπίτι σου και την διχόνοιαν μεταξύ σου
και της γυναικός του Έκτορος, θα ημπορούσα να περιμένω τι θα κάμης,
αν δηλαδή θα μείνης εδώ ή αν φοβηθείσα την αιχμάλωτον θα ήθελες να
φύγης. Αλλά ήλθα εγώ ο ίδιος, χωρίς να περιμένω να μου μηνύσης, και
αν απεφάσιζες, όπως δείχνουν τα λόγια σου, να σε πάρω απ' εδώ. Διότι,
ενώ πριν ήσουν ιδική μου, τώρα ζης με αυτόν τον άνθρωπον, εξ αιτίας
της κακοπιστίας του πατρός σου, ο οποίος πριν εκστρατεύση κατά της
Τροίας σε είχε δώση εις εμέ, έπειτα δε σε υπεσχέθη εις εκείνον ο
οποίος σ' έχει τώρα, εάν καταλάβη την Τροίαν. Όταν εγύρισεν εδώ ο
υιός του Αχιλλέως ο Νεοπτόλεμος, εσυγχώρησα τον πατέρα σου,
επαρακαλούσα όμως εκείνον να παραιτηθή από σε, και του διηγήθην τας
δυστυχίας μου, και την συμφοράν που με παρηκολούθει. Του εξήγησα ότι
μόνον από την οικογένειάν μου γυναίκα θα ημπορούσα να πάρω και όχι
από ξένην οικογένειαν, αφού ήμουν φυγάς από το σπίτι μου. Εκείνος
όμως απήντησε υβρίζων εμέ διότι εσκότωσα την μητέρα μου και τας
Ερινύας. Εγώ ταπεινωμένος από τας δυστυχίας της οικογενείας μου,
υπέφερα, ναι υπέφερα, αλλά ηνέχθην την συμφοράν μου και βιασθείς να
στερηθώ σε, έφυγα. Τώρα όμως που ήλλαξεν η τύχη σου και εις την
δυστυχίαν σου δεν ξεύρεις τι να κάμης, θα σε απομακρύνω απ' εδώ, και
θα σε δώσω εις τα χέρια του πατέρα σου. Αυτή είνε η δύναμις των
δεσμών του αίματος· και εις τας συμφοράς δεν υπάρχει τίποτε
καλλίτερον από ένα αγαπητόν συγγενή.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Διά τους γάμους μου θα φροντίση ο πατέρας μου, και εγώ δεν
επιτρέπεται ν' αποφασίσω. Αλλά τώρα πάρε με όσον το δυνατόν
γρηγορώτερα απ' εδώ μήπως με προφθάση ο σύζυγος μου επιστρέφων, ή μη
μάθη ο Πηλεύς ότι άφησα το σπίτι του παιδιού του και μας καταδιώξη με
τα γρήγορα άλογά του.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μη φοβείσαι το χέρι ενός γέροντος· ούτε τον υιόν του Αχιλλέως μη
φοβηθής, που με ύβρισε. Αυτό το χέρι που βλέπεις του έστησε μίαν
φονικήν παγίδα, την οποίαν δεν θα φανερώσω, αλλά θα την μάθης, όταν
θα εκτελεσθή εις τους βράχους των Δελφών. Ο μητροκτόνος θα του δείξη
—αν θα μείνουν πιστοί εις τον όρκον των οι άνθρωποί μου εις την
Πυθικήν γην — ότι δεν έπρεπε να πάρη σύζυγον εκείνην την οποίαν
υπεσχέθησαν εις εμέ. Πικρά δε θα του στοιχίση η εκδίκησις διά τον
φόνον του πατρός του, την οποίαν ζητεί από τον Απόλλωνα, και η
μεταμέλειά του δεν θα ωφελήση τίποτε, διότι ο θεός θα τον τιμωρήση
τώρα. Αλλά και εξ αιτίας των ύβρεών του προς εμέ θα χαθή. Τότε θα
μάθη ποίον εχθρόν είχε εμέ. Ο θεός μεταστρέφει την τύχην των ανθρώπων
και δεν τους αφήνει να υπερηφανεύωνται.
(Εξέρχεται με την Ερμιόνην).
ΣΚΗΝΗ Ε'.
ΧΟΡΟΣ
ΧΟΡΟΣ
Ω Φοίβε, συ που ύψωσες δυνατούς πύργους εις τον λόφον της Τρωάδος,
και συ, ω θεά της θαλάσσης, που οδηγείς εις το υγρόν πέλαγος το άρμα
σου, συρόμενον από μαύρα άλογα, γιατί αφήσατε να καταστραφή το έργον
των χειρών σας, η δυστυχισμένη Τροία, εγκαταλειφθείσα εις την μανίαν
του θεού των πολέμων;
(Αντιστροφή α'.)
Εζεύξατε πολυάριθμα άρματα εις τας όχθας του Σιμοέντος και αφήσατε χωρίς στέφανον πολλών ηρώων αγώνας, έπεσαν δε νεκροί και οι βασιλείς της Τρωάδος. Τώρα πλέον δεν λάμπει φωτιά εις τους βωμούς των θεών εις την Τροίαν, και δεν ανεβαίνει προς τα ύψη ο καπνός των θυμάτων.
(Στροφή β'.)
Εφονεύθη και ο Αγαμέμνων από την Κλυταιμνήστραν, αλλά και αυτή επλήρωσε το έγκλημά της φονευθείσα από τα παιδιά της. Διαταγή του θεού ήτο και υπήκουσεν ο υιός του Αγαμέμνονος και σπεύσας από το Άργος εισήλθεν εις το δωμάτιον της Κλυταιμνήστρας, ως φονεύς της μητέρας του. Ω θεέ Φοίβε, πώς να πιστεύσω όλα αυτά;
(Αντιστροφή β')
Πόσαι Ελληνίδες γυναίκες συνώδευσαν στενάζουσαι την απώλειαν τον παιδιών των, και πόσαι άφησαν το σπίτι των διευθυνόμεναι προς άλλον σύζυγον! Όχι μόνον εις σε και εις τους ιδικούς σου έπεσαν αυταί αι συμφοραί· υπέφερεν όλη η Ελλάς· όλη υπέφερεν. Ο κεραυνός επέρασε από την μίαν άκραν της Φρυγίας έως την άλλην, σπείρων αίματα και φόνους.
ΑΥΛΑΙΑ
ΠΡΑΞΙΣ Δ'.
ΣΚΗΝΗ Α'.
ΠΗΛΕΥΣ—Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΓΎΝΑΙΚΩΝ
ΠΗΛΕΥΣ
(Εισέρχεται σπεύδων)
Γυναίκες της Φθίας, απαντήσατε εις τας ερωτήσεις μου καθαρά. Ήκουσα κάποιαν αόριστον φήμην, ότι η κόρη του Μενελάου έφυγε. Ήλθα να μάθω αν αυτό είναι αλήθεια· διότι, όταν λείπουν οι ιδικοί μας, πρέπει εκείνοι που μένουν να φροντίζουν διά τα συμφέροντά των.
ΧΟΡΟΣ
Είναι αλήθεια όσα έμαθες. Δεν πρέπει να σου κρύψωμεν το κακόν αφού το
γνωρίζομεν. Ναι, έφυγε από τανάκτορα η βασίλισσα.
ΠΗΛΕΥΣ
Τι την εφόβισε; Πληροφόρησέ με.
ΧΟΡΟΣ
Εφοβήθη μήπως ο σύζυγος την διώξη.
ΠΗΛΕΥΣ
Εξ αιτίας της αποφάσεώς της να σκοτώση το παιδί;
ΧΟΡΟΣ
Ναι, το παιδί και την αιχμάλωτον μητέρα.
ΠΗΛΕΥΣ
Με τον πατέρα της πηγαίνει εις την πατρίδα της; Ή με άλλον έφυγε;
ΧΟΡΟΣ
Ο Ορέστης, ο υιός του Αγαμέμνονος την επήρε απ' εδώ.
ΠΗΛΕΥΣ
Με ποίαν ελπίδα; Μήπως πρόκειται να την πάρη γυναίκα του;
ΧΟΡΟΣ
Ναι, και μελετά να σκοτώση το παιδί του υιού σου, τον Νεοπτόλεμον.
ΠΗΛΕΥΣ
Με ποιόν τρόπον; Κρυφά ή φανερά;
ΧΟΡΟΣ
Μέσα εις το ιερόν του Λοξίου Απόλλωνος, με την βοήθειαν των κατοίκων
των Δελφών.
ΠΗΛΕΥΣ
Ω, αλλοίμονόν μου! Τρομερόν αυτό! (προς τους ακολούθους) Ας τρέξη
ένας σας, όσον το δυνατόν γρηγορώτερα, εις το μαντείον, και ας
φανερώση εις τους εκεί φίλους μας όσα έγιναν εδώ, πριν οι εχθροί μας
σκοτώσουν τον υιόν του Αχιλλέως.
(Ο ακόλουθος φεύγει τρέχων)
ΣΚΗΝΗ Β'.
ΟΙ ΑΥΤΟΙ — ΑΓΓΕΛΟΣ
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αλλοίμονον! Τι συμφοράν έρχομαι ναναγγείλω ο δυστυχής και εις σε και
εις τους φίλους του κυρίου μου!
ΠΗΛΕΥΣ
Ω, τι απαίσιον προαίσθημα σφίγγει την ψυχήν μου!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μάθε ότι δεν ζη πλέον ο Νεοπτόλεμος. Έπεσε πληγωμένος από τα ξίφη των
κατοίκων των Δελφών και του ξένου που ήλθεν από τας Μυκήνας.
ΧΟΡΟΣ
Ε, ε! Τι θα γίνης τώρα, γέρον! Μην αφήνεσαι να πέσης!... Κρατήσου!...
ΠΗΛΕΥΣ
Δεν είμαι τίποτε πλέον. Εχάθηκα. Δεν έχω πλέον φωνήν. Τα μέλη μου
παραλύουν.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Άκουσε, αν θέλης να εκδικήσης τους ιδικούς σου, και κράτησε τας
δυνάμεις σου.
ΠΗΛΕΥΣ
Ω μοίρα, τώρα που έφθασα εις το τέλος της ζωής μου, τι συμφοράς μου
εφύλαττες! Πώς μου φεύγει το μόνο παιδί του μόνου μου παιδιού! Λέγε·
θέλω να ακούσω την διήγησιν αυτήν, όσον θλιβερά και αν είναι.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Από τότε που έφθασα μεν εις τον δοξασμένον τόπον του Φοίβου, τρεις
φορές ο ήλιος είχε κάμη τον δρόμον του και ημείς εις το μεταξύ
εθαυμάζαμεν ό,τι εβλέπαμε. Αυτό έδωκε υποψίες· οι άνθρωποι που
κατοικούν εκείνον τον τόπον του θεού εμαζεύοντο εις κύκλους και
εσχολίαζον. Εις το μεταξύ ο Ορέστης τρέχων μέσα εις την πόλιν
εψιθύριζε εις το αυτί του καθενός λόγια εχθρικά εναντίον μας «Βλέπετε
αυτόν που γυρίζει τα ιερά του θεού, τα γεμάτα χρυσάφι και θησαυρούς;
Είναι δευτέρα φορά που έρχεται, με τον ίδιον σκοπόν που ήλθε και
άλλοτε εδώ, να κλέψη δηλαδή τον ναόν του θεού». Η κακή φήμη πλέον
εσκορπίζετο εις όλην την πόλιν, οι άρχοντες εμαζεύοντο διά να
αποφασίσουν και προ πάντων εκείνοι, που έχουν την φροντίδα να
φυλάττουν τα χρήματα του θεού, και φρουράν έβαλαν εις τα περιστύλια.
Ημείς χωρίς να γνωρίζωμεν τίποτε απ' αυτά επήραμεν πρόβατα, που είχαν
βοσκήση εις τα πυκνά δάση του Παρνασσού, και επήγαμεν εις τούς
βωμούς, μαζί με τους φιλοξένους και τους Πυθικούς μάντεις. Κάποιος
είπε τότε εις τον Νεοπτόλεμον: «Τι να ζητήσωμεν, νέε, από τον θεόν
δι' εσέ; Ποία είναι η αιτία του ερχομού σου;». Ο Νεοπτόλεμος
απήντησε· «Έρχομαι διά να εξιλεωθώ διά μίαν αμαρτίαν που έκαμα προς
τον Φοίβον. Του εζήτησα άλλοτε εκδίκησιν διά τον φόνον του πατρός
μου». Αυτό εφάνη ότι εβεβαίωσε τα λόγια του Ορέστου, ότι ο κύριος μου
έλεγε ψέμματα, και ότι έρχεται με κακόν σκοπόν. Ο Νεοπτόλεμος έρχεται
μέσα εις τον ναόν, διά να προσευχηθή εις τον Φοίβον και εξετάση την
φωτιάν των θυμάτων. Αλλά πίσω από τας δάφνας που ήσαν κρυμμένοι
ορμούν άνθρωποι με γυμνά σπαθιά, μεταξύ των οποίων ήτο και ο υιός της
Κλυταιμνήστρας, ο οποίος τα εμηχανεύθη όλα αυτά. Και ο μεν
Νεοπτόλεμος στέκεται απέναντι εις το άγαλμα και προσεύχεται, οι δε
ωπλισμένοι με τα κοφτερά σπαθιά κρυφά κτυπούν τον δυστυχισμένου
Νεοπτόλεμον. Εκείνος υποχωρεί, διότι δεν ήτο δυνατά κτυπημένος,
αρπάζει τα όπλα που ήσαν κρεμασμένα εις τον τοίχον, και στέκεται εις
τον βωμόν, γρήγορα ωπλισμένος πλέον. Τότε φωνάζει εις τους κατοίκους
των Δελφών· «Διατί να με σκοτώσετε ενώ έρχομαι με σκοπόν ευλαβή; Ποία
είναι η αιτία του θανάτου μου;». Από τους πολλούς όμως κανείς δεν
απαντά, αλλά τον εκτυπούσαν με τας πέτρας. Προσβαλλόμενος από παντού
από αυτούς ως από πυκνήν βροχήν, εκρύπτετο πίσω από τα όπλα του διά
να προφυλαχθή, και επρότεινε δεξιά και αριστερά με το χέρι την ασπίδα
του. Του κάκου όμως. Βέλη, δόρατα και σούβλες των θυμάτων, μαχαίρια
από εκείνα που σφάζουν τους ταύρους, έπεφταν εμπρός εις τα πόδια του.
Εκεί να έβλεπες τι πηδήματα τρομερά έκαμνε διά να προΦυλαχθή. Επί
τέλους αφού είδε ότι τον είχαν περικυκλώση από παντού, χωρίς να τον
αφήνουν να πάρη την αναπνοήν του, άφησε τον βωμόν που τοποθετούνται
τα σφάγια και πηδήσας με τα δύο του πόδια πήδημα όπως του Αχιλλέως—
όταν έτρεξε εις το Ίλιον προς τα πλοία—ορμά εναντίον των. Αυτοί, όπως
τα περιστέρια όταν ιδούν γεράκι, τρέπονται εις φυγήν. Πολλοί έπεφταν
πληγωμένοι ή ο ένας απάνω εις τον άλλον, εις την στενήν έξοδον.
Αλαλαγμός εκλόνιζε τους τοίχους του ναού. Όμοιος με καλοκαιρίαν, ο
κύριος μου έλαμπε κάτω από τα αστράπτοντα όπλα, έως ότου μέσα από το
ιερόν μία φωνή έδωκε θάρρος εις τους εχθρούς του, οι οποίοι εγύρισαν
πίσω και επανέλαβαν την επίθεσιν. Τότε ο υιός του Αχιλλέως πέφτει
κτυπημένος εις τα πλευρά από το σπαθί ενός των κατοίκων των Δελφών,
βοηθουμένου από πολλούς άλλους. Όταν τον είδαν να πέφτη κάτω άλλος
τον εκτυπούσε με το όπλον, άλλος με πέτραν, και το ωραίον του σώμα
παρεμορφώθη από τα άγρια τραύματα. Νεκρόν πλέον, τον επήραν από κοντά
από τον βωμόν που είχε πέση και τον επέταξαν έξω από τον ναόν. Ημείς
τότε τον αρπάξαμεν γρήγορα εις τα χέρια, και σου τον φέρνομεν εδώ,
διά να τον κλαύσης και να τον θάψης εις το χώμα. Ιδού τι έκαμεν ο
θεός, ο οποίος λέγουν ότι θεσπίζει εις τους άλλους και κρίνει τα
δίκαια των ανθρώπων, εις τον υιόν του Αχιλλέως. Ως κακός άνθρωπος
ενθυμήθη και αυτός παλαιές αιτίες. Πώς λοιπόν να τον ονομάση κανείς
σοφόν;
ΧΟΡΟΣ
Νά που φέρουν το σώμα του βασιλέως μας από την γην των Δελφών εις
τανάκτορα. Δυστυχισμένον θύμα αλλά και συ δυστυχισμένε γέρον, που
δέχεσαι όχι όπως ήθελες εις το σπίτι σου τον υιόν του Αχιλλέως. Η
τύχη έπληξε αυτόν αλλά ταυτοχρόνως και σε.
(Έρχονται οι δούλοι φέροντες το σώμα του Νεοπτολέμου)
ΠΗΛΕΥΣ
Ω, αλλοίμονό μου! Τι κακόν είναι αυτό που βλέπω και δέχομαι μέσα εις
τα χέρια μου! Αι, πόλις της Θεσσαλίας, εχάθηκα, απέθανα.. Δεν έχω
πλέον απογόνους, δεν έχω παιδιά εις το σπίτι μου. Ω, τι συμφοραί μου
ήλθαν του αθλίου! Προς ποίον φίλον να γυρίσω τα μάτια μου, διά να
ανακουφισθώ. Ω αγαπημένον στόμα και πρόσωπον και χέρια! Διατί να μη
σε εύρη η τύχη αυτή εις την Τροίαν, εις τας όχθας του Σιμόεντος!
ΧΟΡΟΣ
Ο θάνατος του τότε θα ήτον ενδοξότερος και η ιδική σου λύπη
ολιγωτέρα.
ΠΗΛΕΥΣ
Ω ολέθριε υμέναιε, και την οικογένειάν μου και την πόλιν κατέστρεψες!
Ω, παιδί μου, είθε ποτέ να μην έφερνες εις την οικογένειάν σου το
αίσχος του γάμου σου, την Ερμιόνην, η οποία είναι η αιτία του θανάτου
σου. Είθε κεραυνός να την είχε καύση πριν, αδύνατος συ θνητός, να μην
είχες κατηγορήση ένα θεόν, τον Απόλλωνα, ότι με το τόξον του έχυσε το
αίμα του πατρός σου.
ΧΟΡΟΣ
Αλλοίμονον, ας αρχίσωμεν να κλαίωμεν τον βασιλέα μας σύμφωνα με την
συνήθειαν των νεκρών.
ΠΗΛΕΥΣ
Ω, εγώ θ' απαντώ εις τους θρήνους σας με τα δάκρυά μου.
ΧΟΡΟΣ
Κάμε υπομονήν· από τον θεόν είναι αυτή η συμφορά.
ΠΗΛΕΥΣ
Ω αγαπημένο μου παιδί, αφήνεις έρημον το σπίτι σου και εμένα τον
γέροντα χωρίς παιδί.
ΧΟΡΟΣ
Ω γέρον, έπρεπε να είχες πεθάνη πριν από τα παιδιά σου.
ΠΗΛΕΥΣ
Να ξεριζώσω τα μαλλιά μου, να κτυπώ με τα χέρια το κεφάλι μου; Ω
πόλις, ω πόλις, δύο παιδιά μου εστέρησε ο Απόλλων!
ΧΟΡΟΣ
Ω δυστυχισμένε, που έπαθες και είδες τόσας συμφοράς, τι ζωήν θα κάμης
τώρα πλέον;
ΠΗΛΕΥΣ
Χωρίς παιδιά, έρημος, χωρίς να βλέπω τέλος εις τα δεινά μου, θα φθάσω
εις το τέλος της ζωής μου.
ΧΟΡΟΣ
Αδίκως σ' ετίμησαν τόσον εις τους γάμους σου οι θεοί.
ΠΗΛΕΥΣ
Όλα επέρασαν γρήγορα, όσα μ' έκαμναν να υπερηφανεύομαι. Όλα έφυγαν,
όλα.
ΧΟΡΟΣ
Μόνος τώρα θα είσαι μέσα εις τα έρημα ανάκτορα.
ΠΗΛΕΥΣ
Δεν υπάρχει πλέον πατρίς δι' εμέ. Ας πετάξω εις την γην κάτω το
σκήπτρον μου. Και συ, ω κόρη του Νηρέως, η οποία κατοικείς κάτω εις
τα σκοτεινά σπήλαια, κύτταξέ με πώς κυλίομαι δυστυχής, κάτω εις το
χώμα.
ΧΟΡΟΣ
Ω! τι κίνησις είναι αυτή; Κάποιος θεός πρόκειται να φανή. Κυττάξετε,
κυττάξετε. Κάποιος θεός έρχεται μέσα από τον αιθέρα και κατεβαίνει
εις την εύφορον πεδιάδα της Φθίας.
ΣΚΗΝΗ Γ'.
ΟΙ ΑΥΤΟΙ—ΘΕΤΙΣ
(Εμφανίζεται η Θέτις κατερχόμενη από τα ύψη)
ΘΕΤΙΣ
Πηλεύ, επειδή άλλοτε υπήρξα σύζυγός σου, αφήνω τανάκτορα του Νηλέως
και έρχομαι τώρα εγώ η Θέτις. Και πρώτον σε συμβουλεύω να μην
αφήνεσαι εις την απελπισίαν διά την σημερινήν συμφοράν. Διότι κ' εγώ,
η οποία έπρεπε, αφού είμαι θεά, να κάμνω παιδιά χωρίς να υποφέρω, εν
τούτοις έχασα τον υιόν που απέκτησα από σε, τον ταχύν Αχιλλέα, πρώτον
της Ελλάδος. Θα σου φανερώσω λοιπόν την αιτίαν διά την οποίαν ήλθα
και συ άκουσε. Αυτόν τον νεκρόν του υιού του Αχιλλέως θάψε εμπρός εις
τον Πυθικόν Βωμόν, διά να είναι ο τάφος του αιώνιον αίσχος διά τους
Δελφούς και μάρτυς του βιαίου φόνου του υπό του Ορέστου· την δε
αιχμάλωτον γυναίκα, την Ανδρομάχην, να εγκαταστήσης εις την γην των
Μολοσσών και να την δώσης σύζυγον εις τον Έλενον, μαζί με τον υιόν
της, τον μόνον ο οποίος σώζεται από το γένος του Αιακού. Βασιλείς θα
γεννηθούν απ' αυτόν, οι οποίοι θα διοικήσουν την Μολοσσίαν ενδόξως.
Διότι πρέπει και το ιδικόν σου και το ιδικόν μου γένος, καθώς και του
Πριάμου, να μη χαθή εντελώς. Διότι και διά του Πριάμου το γένος
φροντίζουν οι θεοί, μολονότι το κατέστρεψεν η οργή της Αθηνάς. Σέ δε,
προς χάριν των γάμων σου με εμέ, θεάν κόρην θεού, θα σε απαλλάξω από
τας δυστυχίας των θνητών, και θα σε κάμω θεόν αθάνατον και άφθαρτον.
Έπειτα εις τα ανάκτορα του Νηρέως, θεός συ, θα κατοικήσης εις το
μέλλον μαζί μ' εμέ την θεάν. Από εκεί, εξερχόμενοι από την θάλασσαν
εις την ξηράν θα βλέπωμεν τον αγαπητόν εις σε και εις εμέ υιόν μας
τον Αχιλλέα, που κατοικεί την νήσον με τας λευκάς ακτάς, εις το
στενόν του Ευξείνου. Πήγαινε λοιπόν τώρα εις την θεόκτιστον Πύλην των
Δελφών να μεταφέρης αυτόν τον νεκρόν και αφού τον κρύψης εις την γην
γύρισε πάλι εις το βαθύ σπήλαιον της παλαιάς Σηπιάδος και κάθισε να
με περιμένης έως ότου έλθω από την θάλασσαν ακολουθουμένη από
πεντήκοντα Νηρηίδας, διά να σε πάρω εις τα βάθη της θαλάσσης. Διότι
πρέπει να γίνη ό,τι είναι πεπρωμένον· ο δε Ζευς απεφάσισε να γίνη
αυτό. Παύσε λοιπόν τώρα να λυπήσαι εκείνους οι οποίοι απέθαναν. Διότι
όλοι οι άνθρωποι πρέπει να αποθάνουν· αυτή είναι η απόφασις των θεών.
ΠΗΛΕΥΣ
Ω σεβαστή και γενναιόψυχος κόρη του Νηρέως και σύζυγε μου, σε
χαιρετώ. Ό,τι κάμνεις είναι άξιον σου και των τέκνων σου. Παύω την
λύπην μου, αφού συ, θεά, με διατάσσεις. Και θα θάψω αυτόν εις του
Πηλίου τα σπήλαια, όπου εκράτησα μέσα εις τα χέρια μου το ωραίον σου
σώμα. Έπειτα πώς να μην ζητά κανείς, όταν έχη νουν, να παίρνη σύζυγον
από μέγα γένος, και να δίδη τα παιδιά του εις τους καλούς, ν' αποφεύγη
δε τον κακόν γάμον, ακόμη και αν πρόκειται διά πλουσίαν προίκα; Όσοι
κάμνουν αυτά βεβαίως δεν έχουν να φοβηθούν καμμίαν δυστυχίαν από τους
θεούς.
ΧΟΡΟΣ
Πολλαί μορφαί της μοίρας φαίνονται εις τους ανθρώπους, πολλά δε
ανέλπιστα κάμνουν οι θεοί. Εκείνα που επεριμέναμεν δεν έγιναν, και ο
θεός ευρήκε διέξοδον εις τανέλπιστα. Αυτό συνέβη και τώρα.
Α Υ Λ Α I Α
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Ανδρομάχη Το δράμα αυτό εικονίζει, κατά τον πιο θαυμαστό τρόπο, έναν κόσμο αισθημάτων, ζήλειας, μίσους και στοργής. Ο Νεοπτόλεμος, χωρίζοντας από την Ανδρομάχη, παντρεύεται την κόρη του Μενέλαου και της Ελένης, την Ερμιόνη, που συνεννοείται με τον πατέρα της να σκοτώσουν τον γιό που έδωσε η Ανδρομάχη στον Νεοπτόλεμο. Ο Πηλέας, παππούς του παιδιού, σώζει τον μικρό, και ο Μενέλαος σκοτώνει με δόλο τον Νεοπτόλεμο. Μετάφραση, του Γ. Τσοκόπουλου.
Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.
ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10