The Project Gutenberg eBook of Ανδρομάχη
Title: Ανδρομάχη
Author: Euripides
Translator: George B. Tsokopoulos
Release date: December 22, 2008 [eBook #27592]
Most recently updated: January 25, 2021
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni
Note: The Table of contents is not included in the book. It has been created to help the reader.
The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. Brackets [] within the play have been used to include obvious mistakes. Next to the bracket, within the text, the correct word is diplayed
Σημείωση: Ο πίνακας περιεχομένων δεν υπάρχει στο βιβλίο. Δημιουργήθηκε προς διευκόλυνση του αναγνώστη.
Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Μέσα στο έργο, έχω χρησιμοποιήσει αγκύλες [] όπου περικλείονται εμφανή λάθη. Έξω από την αγκύλη μέσα στο κείμενο, παραθέτω το σωστό.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
Γ. ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
1910
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΥΠΟΘΕΣΙΣ
ΠΡΟΣΩΠΑ
ΠΡΑΞΙΣ Α'.
ΣΚΗΝΗ Α'.
ΣΚΗΝΗ Γ'. [*]
ΣΚΗΝΗ Δ'.
ΠΡΑΞΙΣ Β'.
ΣΚΗΝΗ Α'.
ΣΚΗΝΗ Β'.
ΣΚΗΝΗ Γ'.
ΣΚΗΝΗ Γ'.[*]
ΣΚΗΝΗ Γ'.[*]
ΣΚΗΝΗ Δ'.
ΠΡΑΞΙΣ Γ'.
ΣΚΗΝΗ Α'. - Ε'.
ΠΡΑΞΙΣ Δ'.
ΣΚΗΝΗ Α'. - Γ'.
[*]Λάθος αρίθμηση
ΥΠΟΘΕΣΙΣ
Ο Νεοπτόλεμος, λαβών εν Τροία γέρας την Ανδρομάχην, την γυναίκα του
Έκτορος, εγέννησεν εξ αυτής τον Μολοσσόν. Έπειτα ενυμφεύθη την
Ερμιόνην, κόρην του Μενελάου. Επειδή δε πριν είχε ζητήση λόγον από
τον Δελφικόν Απόλλωνα διά τον φόνον του πατρός του Αχιλλέως, μετέβη
πάλιν εις το Μαντείον, διά να ζητήση συγγνώμην. Ζυλοτυπούσα όμως η
Ερμιόνη την Ανδρομάχην εσκέφθη να την θανατώση, και έστειλε και
εκάλεοε τον πατέρα της Μενέλαον. Η Ανδρομάχη έστειλε και έκρυψε
μακράν από τανάκτορα τον υιόν της, αυτή δε κατέφυγεν εις το ιερόν της
Θέτιδος. Οι άνθρωποι όμως του Μενελάου απεκάλυψαν τον Μολοσσόν, αυτήν
δε δι' απάτης απέσπασαν από το ιερόν ότε δε έμελλον να θανατώσουν και
τους δυο, ημποδίσθησαν υπό του ελθόντος Πηλέως. Και ο μεν Μενέλαος
επέστρεψεν εις την Σπάρτην. Η δε Ερμιόνη μετενόησε φοβηθείσα τον
Νεοπτόλεμον. Ελθών δε ο [Ορέστης] Μενέλαος αυτήν μεν έπεισε να τον
ακολουθήση, επεβουλεύθη δε την ζωήν του Νεοπτολέμου, του οποίου τον
νεκρόν φέρουν οι επί της σκηνής. Ενώ ο Πηλεύς θρηνεί τον θάνατον του
υιού του, εμφανισθείσα η Θέτις διατάσσει αυτόν να θάψη τον νεκρόν εις
τους Δελφούς και να στείλη την Ανδρομάχην με τον υιόν της εις τους
Μολοσσούς, αναγγέλλει δε εις τον γέροντα ότι έτυχε της αθανασίας και
ότι θα κατοικήση εις την νήσον των Μακάρων.
Το δράμα διεξάγεται εις την Φθίαν, ο δε χορός αποτελείται από Φθιώτιδας γυναίκας. Προλογίζει η Ανδρομάχη.
Το δράμα θεωρείται εκ των δευτέρων.
ΠΡΟΣΩΠΑ
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
ΧΟΡΟΣ
ΕΡΜΙΟΝΗ
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
ΜΟΛΟΣΣΟΣ
ΠΗΛΕΥΣ
ΑΛΛΗ ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
ΤΡΟΦΟΣ
ΟΡΕΣΤΗΣ
ΑΓΓΕΛΟΣ
ΘΕΤΙΣ
ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
ΠΡΑΞΙΣ Α'.
(Η σκηνή εν Θεσσαλία, μεταξύ της Φθίας και των Φαρσάλων έξω του ιερού της Θέτιδος, πλησίον των Ανακτόρων. Κατά την άρσιν της αυλαίας η Ανδρομάχη φαίνεται εις την θύραν του ναού).
ΣΚΗΝΗ Α'.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Ω πόλις των Θηβαίων, καύχημα της Ασιατικής γης, από την οποίαν ήλθα
άλλοτε με πολύχρυσα στολίδια εις τα ανάκτορα του βασιλέως Πριάμου, ως
σύζυγος δοθείσα εις τον Έκτορα. Εις εκείνον τον καιρόν όλοι εζήλευαν
την Ανδρομάχην, αλλά τώρα δεν υπάρχει ούτε θα γεννηθή ποτέ γυναίκα
δυστυχεστέρα από εμέ. Διότι εγώ τον μεν άνδρα μου τον Έκτορα είδα με
τα μάτια μου να σκοτώνη ο Αχιλλεύς, το δε παιδί που απέκτησα από
εκείνον, τον Αστυάνακτα, είδα να πέφτη από τους υψηλούς πύργους, όταν
οι Έλληνες κατέλαβαν την Τροίαν. Εγώ δε, μολονότι εγεννήθηκα ελευθέρα
από ελευθέρους γονείς, εν τούτοις εις την Ελλάδα έφθασα δούλη,
δοθείσα ως δώρον εις τον νησιώτην Νεοπτόλεμον, διαλεγμένη ως το
καλλίτερον γέρας από όλα τα τρωικά λάφυρα. Τώρα κατοικώ εις τα
γειτονικά πεδία της Φθίας και της πόλεως των Φαρσάλων, όπου η
θαλασσία Θέτις κατώκει μαζί με τον Πηλέα φεύγουσα μακρυά από τους
ανθρώπους. Ο Θεσσαλικός λαός τώρα προς τιμήν του γάμου της Θέτιδος με
τον Πηλέα ονομάζει τον τόπον αυτόν Θετίδιον, όπου είχε το σπίτι του ο
υιός του Αχιλλέως, αφήνων να βασιλεύη εις τα Φάρσαλα ο Πηλεύς, διότι
δεν θέλει να πάρη το σκήπτρον ενόσω ζη ο γέρων ο πατέρας του. Εγώ ως
δούλη με αυτόν εις αυτό το σπίτι απέκτησα παιδί. Και μολονότι πριν με
είχαν εύρη πολλά κακά, εν τούτοις πάντοτε παρηγορούμην με την ελπίδα
ότι, αν σωθή το παιδί, θα εκαλλιτέρευεν η τύχη μου και θα
ικανοποιούμην διά τας ατυχίας μου. Αφ' ότου όμως αυτός επήρε γυναίκα
την Ερμιόνην από την Λακεδαίμονα και εγκατέλειψε εμέ την δούλην,
καταδιώκομαι από αυτήν από ζηλοτυπίαν. Διότι λέγει, ότι με μυστικά
φάρμακα κατώρθωσα να μην κάμη παιδί και να την μισήση ο σύζυγος της,
και ότι θέλω να μείνω εγώ αντί εκείνης μέσα εις αυτό το σπίτι και διά
της βίας να διώξω αυτήν. Αυτά εγώ, και όταν τα πρωτοήκουσα, δεν τα
παρεδέχθην, και τώρα τα αρνούμαι εντελώς. Ο μέγας Ζευς το γνωρίζει
βέβαια, ότι εγώ δεν έγινα εκουσίως μου σύζυγος. Αλλ' εκείνη δεν
πείθεται και θέλει να με φονεύση, έχουσα συνεργόν τον πατέρα της τον
Μενέλαον, ο οποίος ήλθε επίτηδες εδώ από την Σπάρτην, με αυτόν τον
σκοπόν. Φοβηθείσα λοιπόν εγώ ήλθα γρήγορα εις αυτό το γειτονικόν
ιερόν της Θέτιδος, μήπως με σώση από τον θάνατον. Διότι και αυτός ο
Πηλεύς και οι απόγονοι του Πηλέως το σέβονται, ως ενθυμίζον τους
γάμους της Νηρηίδος. Το δε μονάκριβό μου παιδί το έστειλα κρυφά εις
άλλο σπίτι, φοβουμένη μήπως το σκοτώσουν. Επειδή ο πατέρας του ούτε
αυτό ούτε εμέ ημπορεί να βοηθήση, διότι λείπει εις τους Δελφούς, διά
να ζητήση συγγνώμην από τον Απόλλωνα Λοξίαν διά την ανοησίαν που
έκαμεν άλλοτε, όταν επήγε εις την Πυθίαν, διά να ζητήση λόγον από τον
Φοίβον διά τον πατέρα του. Τώρα λοιπόν είναι εκεί ζητών συγγνώμην διά
το παλαιόν σφάλμα του και παρακαλών να έχη εις το μέλλον ευνοϊκόν τον
θεόν.
(Εισέρχεται η Θεράπαινα)
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Κυρία, εγώ δεν θα παύσω να σε ονομάζω έτσι, διότι και εις το σπίτι
μας έτσι σε ωνόμαζα, όταν ήμεθα εις την Τροίαν. Επειδή δε και σε
αγαπώ και τον άνδρα σου, όταν εζούσε, έρχομαι να σου φέρω νέα, με
φόβον μεν μήπως με ακούση κανείς από τους κυρίους, αλλά και με λύπην
προς σε. Διότι φαίνεται ότι τρομερά σκέπτεται εναντίον σου και
εναντίον του παιδιού σου ο Μενέλαος, και πρέπει να φυλαχθής.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Ω αγαπητή δούλη και συ όπως εγώ, διότι δούλη είσαι και συ μαζί με την
πρώην βασίλισσαν, τώρα δε δυστυχισμένη, τι κάμνουν αυτοί, τι
μηχανεύονται πάλιν θέλοντες να με σκοτώσουν την τρισαθλίαν;
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Ω δυστυχισμένη, θέλουν να σκοτώσουν το παιδί σου, το οποίον έδιωξες.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Αλλοίμονον! Ποίος τους επρόδωκε και πότε, ότι εγώ έστειλα μακρυά απ'
εδώ το παιδί μου; Ω, εχάθηκα η δυστυχισμένη!
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Δεν ξέρω. Αυτούς είδα εγώ να το ζητούν. Και ο Μενέλαος πηγαίνει τώρα
γρήγορα, διά να το εύρη έξω από το σπίτι.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Αλλοίμονο εχάθηκα! Και σένα, παιδί μου, θα σε σκοτώσουν οι δύο γύπες,
ενώ ο πατέρας σου είναι εις τους Δελφούς.
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Μου φαίνεται ότι, αν εκείνος ήτο εδώ, δεν θα επάθαινες τίποτε κακόν.
Αλλά τώρα δεν έχεις κανένα που να σ' αγαπά.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Δεν γίνεται έξω λόγος περί του Πηλέως ότι έρχεται;
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Εκείνος είναι γέρος, ώστε να σε βοηθήση, και αν έλθη.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Έστειλα και του εμήνυσα και μάλιστα όχι μίαν φοράν μόνον.
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Σου φαίνεται ότι πραγματικώς οι απεσταλμένοι σου εφρόντισαν;
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Πώς να κάμω; θέλεις και συ να πας εκ μέρους μου;
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Πώς να δικαιολογήσω ότι θα λείψω τόσον από το σπίτι;
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Πολλάς δικαιολογίας ημπορείς να εύρης· και συ είσαι γυναίκα.
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Είναι πολύς κίνδυνος, διότι η Ερμιόνη προσέχει πολύ.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Βλέπεις; Διστάζεις, ενώ τόσα υποφέρω εγώ που με αγαπάς.
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Όχι, μη με βρίζης. Πηγαίνω, έστω και αν πρόκειται να πάθω τίποτε
κακόν, αφού είμαι δούλη και η ζωή μιας δούλης δεν αξίζει τίποτε.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Πήγαινε λοιπόν γρήγορα. Εγώ δε καθισμένη εδώ με θρήνους και γόους και
δάκρυα θα γεμίσω τον αέρα. Διότι είναι φυσικόν εις ημάς τας γυναίκας
ως απόλαυσιν να έχωμεν πάντοτε εις το στόμα μας τας συμφοράς του
παρόντος. Και διά να κλαίω δεν έχω μίαν αφορμήν αλλά πολλάς. Την
πατρικήν μου πόλιν, τον Έκτορα που έχασα και την σκληράν μου τύχην
που μ' έκαμε δούλην ενώ δεν ήξιζα. Δεν πρέπει κανείς να μακαρίζη ένα
άνθρωπον πριν ιδή πώς θα περάση την τελευταίαν ημέραν της ζωής του
και πώς κατέβη εις τον άλλον κόσμον. Ο Πάρις δεν έφερε την Ελένην εις
το Ίλιον ως σύζυγον αλλά ως καταστροφήν. Ένεκα αυτής, ω Τροία, με το
δόρυ και με το πυρ σε κατέλαβεν ο Ταχύς Άρης των Ελλήνων με τον
στόλον των χιλίων πλοίων, και ο υιός της θαλασσίας Θέτιδος τον ιδικόν
μου σύζυγον τον Έκτορα έσυρε γύρω από τα τείχη, δεμένον πίσω από το
άρμα του. Κ' εμέ την ιδίαν εξ αιτίας της με ήρπασαν από τα δωμάτια
μου και με ωδήγησαν κάτω εις την θάλασσαν, διά να πέσω εις την
φοβεράν δουλείαν. Άφθονα τα δάκρυα έτρεχαν εις το πρόσωπόν μου, όταν
άφησα την πόλιν και το σπίτι μου και τον άνδρα μου κυλιόμενον εις την
σκόνην. Ω δυστυχισμένη εγώ, τι ανάγκη ήτο να βλέπω ακόμη το φως ως
δούλη της Ερμιόνης; Και αυτήν φοβουμένη τώρα κατέφυγα εις αυτό το
άγαλμα της θεάς, το οποίον εναγκαλίζομαι ως ικέτις, όπου και λύομαι
εις τα δάκρυα, τα οποία τρέχουν ως σταγόνες από πέτραν.
ΣΚΗΝΗ Γ'.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ—ΧΟΡΟΣ ΘΗΒΑΙΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
ΧΟΡΟΣ
Ω, συ, η οποία ήλθες εις το ιερόν αυτής της θεάς, εγώ, αν και γέννημα
της Φθίας, έρχομαι όμως προς σε την καταγομένην από την Ασίαν, από
λύπην, μήπως κατορθώσω να εύρω μίαν λύσιν των δεινών σου, αφού σε και
την Ερμιόνην τρομερά έρις περιέπλεξε, διότι και αι δύο ένα άνδρα
έχετε, τον υιόν του Αχιλλέως. Σκέψου καλά την δυστυχίαν εις την
οποίαν ευρέθης. Συ, κόρη από την Τροίαν, αγωνίζεσαι προς δέσποιναν
Λάκαιναν. Άφησε το τώρα το ιερόν της θαλασσινής θεάς, το δεχόμενον
προσφοράς. Διότι ποίον θα είναι το όφελός σου, αν αναγκάζεσαι να
συναγωνίζεσαι προς τους δεσπότας και επομένως να φθείρης το σώμα σου;
Οι δυνατώτεροι θα επικρατήσουν. Διατί κοπιάζεις, ενώ δεν είσαι
τίποτε; Πήγαινε· άφησε τον ναόν της Νηρηίδος θεάς, σκέψου ότι είσαι
ξένη δούλη, εις ξένην πόλιν, όπου δεν βλέπεις κανένα από τους φίλους
σου, ω δυστυχεστάτη, ω τρισαθλία νύμφη.
(Αντιστροφή β'.)
Δυστυχεστάτη, ήλθες, εδώ ω γυναίκα της Τροίας. Αλλά φοβούμεναι τους κυρίους μας σιωπώμεν, —μολονότι σε λυπούμεθα,—μη μας ιδή ότι σε συμπαθούμεν η κόρη του Διός.
ΣΚΗΝΗ Δ'.
ΑΙ ΑΥΤΑΙ—ΕΡΜΙΟΝΗ
(Η Ερμιόνη εισέρχεται επιδεικτικώς ενδεδυμένη και ομιλεί με υπεροψίαν)
ΕΡΜΙΟΝΗ
Τα πλούσια χρυσά στολίσματα της κεφαλής και τους κεντημένους πέπλους,
δεν έλαβα ούτε από τον Αχιλλέα ούτε από τον Πηλέα, αλλά τους είχα
προίκα αφ' ότου έφθασα εδώ από το σπίτι μου, από την Λακωνικήν γην
της Σπάρτης, γιατί μου τα είχε χαρίση ο πατέρας μου ο Μενέλαος μαζί
με άλλην προίκα, γι' αυτό έχω το δικαίωμα να είμαι ελευθερόστομος. Σε
σας λοιπόν αυτά τα λόγια λέγω. Συ όμως, αν και είσαι δούλη και σε
κατέκτησαν ως λάφυρον, θέλεις να διώξης εμέ από το σπίτι μου και να
γίνης κυρία. Και με τα φάρμακά σου έκαμες τον άνδρα μου να με μισήση
και όλη μου η γαλήνη εχάθη. Διότι είναι τρομερά η ψυχή των γυναικών
της Ασίας εις το να βρίσκουν αυτά τα μέσα. Αλλ' απ' αυτά θα σε
εμποδίσω εγώ και εις τίποτε δεν θα σε ωφελήση αυτό το ιερόν της
Νηρηίδος. Ούτε ο βωμός ούτε ο ναός θα σε προστατεύουν, αλλά θ'
αποθάνης. Εάν δε κανείς θεός ή θνητός θέλη να σε σώση, πρέπει πρώτον
να παραιτήσης τας πριν ιδέας σου και να πέσης ταπεινή εις τα πόδια
μου, και να περιποιηθής το σώμα μου και να μου χύνης μέσα από χρυσά
αγγεία δροσερόν νερόν του Αχελώου και να εννοήσης ποίοι είναι εκείνοι
κοντά εις τους οποίους ζης. Διότι αυτά εδώ δεν είναι ούτε του Έκτορος
ούτε του Πριάμου, ούτε έχεις τον χρυσόν που είχες άλλοτε. Εδώ είναι
πόλις Ελληνική. Εις τόσην αναίδειαν έφθασες, δυστυχισμένη, ώστε
ετόλμησες να πάρης άνδρα εκείνον του οποίου ο πατέρας εσκότωσε τον
σύζυγόν σου και έκαμες παιδιά με τον κύριόν σου. Έτσι είσθε σεις όλοι
οι βάρβαροι. Ο πατέρας παίρνει σύζυγον την κόρην του και το παιδί την
μητέρα, και η κόρη τον αδελφόν, οι φίλτατοι δε μεταξύ των
επιβουλεύονται ο ένας τον άλλον και αλληλοσκοτώνονται. Αυτάς τας
συνηθείας έφερες και να τας κρατήσης διά τον εαυτόν σου· μη τας
μεταδώσης δε και εις ημάς. Ημείς δεν θεωρούμεν καλόν ένας άνδρας να
έχη δύο γυναίκας, αλλά και οι δύο σύζυγοι να αποβλέπουν εις ένα
έρωτα, εάν θέλουν να ζουν καλά.
ΧΟΡΟΣ
Ζηλότυπον είναι το φύλον των γυναικών εκ φύσεως, και προ πάντων
δυσμενές, όταν δύο γυναίκες έχουν ένα άνδρα.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Αλλοίμονον! Κακόν είναι εις τους ανθρώπους η νεότης και μάλιστα όταν
δεν την διευθύνη η δικαιοσύνη. Εγώ φοβούμαι μήπως, επειδή είμαι δούλη
σου, με εμποδίση αυτό να ομιλήσω, μολονότι έχω πολλά δίκαια, εξ άλλου
δε, αν κρατήσω την γλώσσαν μου, μήπως βλαφθώ επίσης διά την σιωπήν
μου. Διότι οι μεγαλοφρονούντες δεν ακούουν ευχαρίστως τα λόγια των
υποδεεστέρων. Αλλά δεν θ' αφήσω τον εαυτόν μου να νικηθή από
αδυναμίαν. Αλλά ειπέ μου συ, ω νέα, ποία αίτια θα σε πείσουν τάχα να
διεκδικήσω με σε τα δικαιώματα του νομίμου γάμου; Μήπως άρά γε η
πόλις της Λακεδαίμονος είναι μικροτέρα από την πόλιν των Φρυγών,
μήπως η τύχη μου είναι ανωτέρα της δικής σου, ή μήπως τουλάχιστον
είμαι ελευθέρα; Ή στηριζομένη εις την νεότητα και εις την ωραιότητά
μου και εις το μέγεθος της πατρίδος μου και εις τους φίλους μου θέλω
να καταλάβω αντί σού το σπίτι σου; τι τάχα, μήπως ζητώ να γεννήσω εγώ
αντί σού παιδιά, τα οποία θα είναι και δούλα όπως εγώ και θ' αυξάνουν
την δυστυχίαν μου; Ή άραγε, αν συ δεν γεννήσης παιδιά, θ' ανεχθή η
Φθία να βασιλεύσουν τα δικά μου; Με αγνοούν οι Έλληνες, και διά τον
Έκτορα, και άγνωστος τους είμαι και ούτε γνωρίζουν ότι ήμουν
βασίλισσα των Φρυγών. Δεν είναι λοιπόν τα φάρμακα μου που κάμνουν τον
άνδρα σου να σε αποστρέφεται, αλλά φαίνεται ότι συ δεν γνωρίζεις να
τον περιποιηθής. Διότι αυτό είναι το φίλτρον της γυναικός· όχι η
καλλονή της αλλά τα προτερήματά της ευχαριστούν τους άνδρας. Συ δε,
μόλις ολίγον πειραχθής, ομιλείς με υπερηφάνειαν διά την πατρίδα σου
και περιφρονείς την Σκύρον. Δείχνεις συ τον πλούτον σου μέσα εις τους
πτωχούς και ο Μενέλαος είναι δι' εσέ μεγαλύτερος από τον Αχιλλέα.
Αυτά κάμνουν τον άνδρα σου να σε αποστρέφεται. Πρέπει η γυναίκα, και
αν πάρη άνδρα κακόν, να υπομένη και όχι να συναγωνίζεται μαζί του εις
υπερηφάνειαν. Εάν ήσουν εις την σκεπασμένην με χιόνια Θράκην και
είχες άνδρα βασιλέα, ο οποίος θα εμοιράζετο με πολλάς την κλίνην του,
θα τας εσκότωνες όλας; Και από το αχόρταστον πάθος σου θα ύβριζες
όλας τας γυναίκας; Αυτό είναι αισχρόν αν και ημείς αισθανόμεθα αυτήν
την ασθένειαν περισσότερον από τους άνδρας, εν τούτοις προσπαθούμεν
να την μετριάζωμεν. Ω φίλτατε Έκτωρ, πώς ενθυμούμαι ότι, αν κάποτε η
Κύπρις σου ενέπνεεν αδυναμίαν, εγώ την υπέφερα και πολλάκις έδωκα τον
μαστόν μου εις τα νόθα παιδία σου, διά να μη σε πικράνω. Με αυτήν την
συμπεριφοράν είλκυα προς εμέ τον άνδρα μου. Ενώ συ φοβείσαι μην
εγγίση έστω και μια σταλαγματιά δρόσου τον άνδρα σου. Πρόσεξε μήπως
περάσης εις το πάθος προς τον άνδρα ακόμη εκείνην που σ' εγέννησε. Τα
παιδιά των κακών μητέρων, αν έχουν νουν, πρέπει ν' αποφεύγουν, τα
καμώματα των μητέρων των.
ΧΟΡΟΣ
Δέσποινα, όσον είναι δυνατόν, προσπάθησε να συμφιλιωθής μαζί της.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Πώς; κάνεις την φρόνιμην με τα λόγια σου, και με κατηγορείς εμένα ως
μη σώφρονα;
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Αυτό δεν φαίνεται τουλάχιστον από τα λόγια που είπες.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Η σκέψις σου ας μη γίνη ιδική μου σκέψις.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Είσαι νέα και όμως ομιλείς περί αισχρών.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Συ δεν τα λέγεις, αλλά όσον ημπορείς τα κάνεις.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Δεν ημπορείς να υποφέρης με σιωπήν όσα σου εμπνέει ο έρως σου;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Μήπως αυτά δεν είναι πάντοτε η πρώτη σκέψις της γυναικός;
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Όταν τα μεταχειρίζεται, καλά. Ειδεμή είναι αισχρά.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Εις την πόλιν που κατοικούμεν δεν έχομεν τους νόμους των βαρβάρων.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Κ' εκεί θεωρούνται κακά όσα κακά είναι κ' εδώ.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Σοφή είσαι, σοφή. Αλλ' όμως πρέπει ν' αποθάνης.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Βλέπεις πώς σε κυττάζει το άγαλμα της Θέτιδος;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Μισεί η θεά την πατρίδα σου εξ αιτίας του φόνου του Αχιλλέως.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Η Ελένη ήτο η αιτία του φόνου του, η μητέρα σου, όχι εγώ.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Θα σπρώξης ακόμη περισσότερον τας ύβρεις σου εναντίον μου;
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Ιδού, σιωπώ και ράβω το στόμα μου.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Απάντησε εις εκείνο διά το οποίον ήλθα.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Σου απαντώ ότι δεν έχεις νουν όσον πρέπει.
ΕΡΜΙΟΝΗ
θα φύγης από αυτό το αγνόν τέμενος της θαλασσίας θεάς;
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Νεκρά βεβαίως. Εάν όμως δεν αποθάνω, δεν θα το αφήσω
ποτέ.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Αυτό είναι πλέον αποφασισμένον και δεν θα περιμείνω την επιστροφήν
του συζύγου μου.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Ούτε εγώ όμως έως τότε θα παραδοθώ εις σε.
ΕΡΜΙΟΝΗ
θα βάλω φωτιά και θα σ' αναγκάσω χωρίς να ανησυχήσω προς χάριν σου.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Άναψε λοιπόν την φωτιά· οι θεοί θα τα ιδούν αυτά.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Και εις το σώμα σου θα προξενήσω τους πόνους που φέρνουν τα τρομερά
τραύματα.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Σφάξε με, χύσε το αίμα μου εις τον βωμόν της θεάς. Εκείνη θα σε
τιμωρήση.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Ω γέννημα βάρβαρον και ω σκληρόν θράσος, περιφρονείς τον θάνατον;
Αλλά εγώ έχω το μέσον να σε κάμω ν' αφήσης με την θέλησίν σου το
μέρος αυτό. Έχω τον τρόπον να σε πείσω. Αλλ' ας κρατήσω τα λόγια μου,
να γίνουν γρήγορα πράγμα. Κάθησαι καλά εδώ· αλλά και αν με μολύβι
είσαι κολλημένη εις το έδαφος, πάλιν εγώ θα σε εκτοπίσω, πριν να έλθη
ο υιός του Αχιλλέως, εις τον οποίον έχεις τόσην πεποίθησιν.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Έχω πεποίθησιν. Παράξενον! Κατά των ερπετών και των θηρίων οι θεοί
έδωκαν εις τους ανθρώπους φάρμακα. Κανείς όμως δεν ευρήκε ποτέ
φάρμακον εναντίον της κακής γυναικός, η οποία και από την έχιδναν και
από την φωτιάν είναι τρομερωτέρα. Τόσον κακόν είμεθα ημείς διά τους
ανθρώπους.
ΧΟΡΟΣ
Βεβαίως μεγάλων κακών υπήρξεν αιτία ο υιός του Διός και της Μαίας,
όταν ήλθεν εις το δάσος της Ίδης οδηγών το λαμπρόν άρμα των τριών
θεών, ωπλισμένον διά την ολεθρίαν έριδα της καλλονής προς ένα νεαρόν
ποιμένα, ο οποίος εκάθητο μόνος του εις τας ερήμους επαύλεις και τους
σταθμούς. Όταν ήλθαν αι θεαί εις το πυκνόν δάσος, πρώτον έλουσαν τα
ωραία σώματα εις το ρεύμα των ορεινών πηγών και έπειτα επήγαν εις τον
υιόν του Πριάμου, απευθύνουσαι η μία προς την άλλην λόγια
προσβλητικά. Αλλά η Κύπρις ενίκησε με τα δόλια λόγια της τα οποία
τέρπουν, υπήρξαν όμως πικρά διά την δυστυχισμένην πόλιν της Τροίας.
Είθε να έρριχνεν οπίσω της το κακόν εκείνη που εγέννησεν άλλοτε τον
Πάριν πριν κατοικήση τας υπωρείας της Ίδης, όταν εφώναζεν η
Κασσάνδρα, καθισμένη κοντά εις την προφητικήν δάφνην, ότι έπρεπε να
φονευθή, διότι έμελλε να γεννήση την δυστυχίαν της μεγάλης πόλεως του
Πριάμου. Προς ποίον δεν ήλθε; Ποίον από τους δημογέροντας δεν
παρεκάλεσε να φονεύση το βρέφος;
Εάν την ήκουαν, ούτε αι άλλαι γυναίκες της Τροίας θα εγίνοντο δούλαι, ούτε συ ως δούλη θα ήσουν πλησίον εις τους τυράννους. Και η από όλην την Ελλάδα εκστρατεύσασα νεολαία δεν θα ηγωνίζετο δέκα χρόνια έξω από τα τείχη της Τροίας, ούτε τόσαι σύζυγοι θα έμεναν έρημοι, ούτε τόσοι γέροντες ορφανοί από παιδιά.
Α Υ Λ Α I Α
ΠΡΑΞΙΣ Β'.
ΣΚΗΝΗ Α'.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ — ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Έρχομαι, αφού ανεκάλυψα το παιδί σου, το οποίον κρυφά από την
θυγατέρα μου έστειλες εις άλλο σπίτι. Επίστευες ότι εσέ μεν θα σώση
αυτή η θεά, το παιδί σου δε εκείνοι που το έκρυψαν. Αλλ' απεδείχθης
ολιγώτερον έξυπνη από τον Μενέλαον. Αν δεν φύγης από αυτόν τον τόπον,
θα φονεύσωμεν αυτό αντί σου. Σκέψου λοιπόν αυτό, ποίον εκ των δύο
θέλεις, ν' αποθάνης συ, ή να χαθή αυτό, εξ αιτίας σου, δι' όσα έκαμες
συ εναντίον της κόρης μου.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Ω φήμη, φήμη, μυρίους θανάτους, οι όποιοι δεν αξίζουν τίποτε, έκαμες
να φαίνωνται μεγάλοι. Εγώ θεωρώ ευτυχείς εκείνους, των οποίων η φήμη
στηρίζεται εις την αλήθειαν. Εκείνους όμως, οι οποίοι στηρίζονται εις
το ψεύδος, δεν θεωρώ ότι έχουν άλλην αξίαν παρά μόνον ότι οφείλουν
την φήμην των εις την τύχην. Συ λοιπόν είσαι, που αρχηγός των
εκλεκτών Ελλήνων αφήρεσες άλλοτε την Τροίαν από τον Πρίαμον, μολονότι
είσαι τόσον άνανδρος; Συ, ο οποίος πεισθείς εις τα λόγια της κόρης
σου, που είναι παιδί ακόμη, τόσον υπερηφανεύεσαι και καταδέχεσαι να
πολεμής μίαν δυστυχισμένην δούλην γυναίκα; Δεν σ' ευρίσκω ούτε σε
άξιον της Τροίας ούτε την Τροίαν άξιάν σου. Όσοι λοιπόν φαίνονται
λαμπροί, είναι μόνον απ' έξω, από μέσα όμως είναι ίσοι με τους
κοινούς ανθρώπους και μόνον κατά τα πλούτη διαφέρουν, διότι αυτά τους
δίδουν δύναμιν. Μενέλαε, ας τελειώσωμεν αυτήν την ομιλίαν. Εάν χαθώ
διά την κόρην σου, πώς εκείνη θ' αποφύγη την τιμωρίαν διά το αίμα που
θα χυθή; Και συ ακόμη εις τα μάτια των πολλών θα είσαι συνεργός αυτού
του φόνου, διά το μέρος που έλαβες εις αυτόν. Αν εγώ σωθώ από τον
θάνατον, φονεύσης δε το παιδί μου, πώς θ' ανεχθή εύκολα τον θάνατον
του ο πατέρας του; Αυτόν δεν τον εθεώρησεν άνανδρον η Τροία, όπως σε.
Εκείνος, θα κάμη ό,τι πρέπει και θα φανή ότι κάμνει άξια του Πηλέως
και του πατρός του Αχιλλέως. Θα διώξη λοιπόν την κόρην σου από το
σπίτι, όταν δε συ θέλησης να την δώσης εις άλλον άνδρα, τι θα του
είπης; ότι τάχα τον άφησε, φρόνιμη αυτή, και έφυγε, επειδή ήτο κακός
σύζυγος; Αλλά αυτό θα είναι ψεύδος. Ή θα την κρατήσης εις το σπίτι
σου να γηράση ανύπανδρος; Ω, δυστυχισμένε, δεν βλέπεις πόση κακή θα
είναι η συνέπεια! Πόσα δεν θα επροτιμούσες να πάθη η κόρη σου από
αντιζήλους παρά όσα εγώ σου λέγω; Δεν πρέπει διά μικρά πράγματα να
προκαλή κανείς μεγάλας δυστυχίας, ουδέ αν αι γυναίκες είμεθα όντα
τόσον κακά, οι άνδρες να εξομοιούνται με ημάς κατά την φύσιν. Εγώ, αν
μετεχειρίσθην φάρμακα, διά να κάμω στείραν την θυγατέρα σου, όπως
αυτή λέγει, με την θέλησίν μου και όχι διά της βίας, θ' αφήσω τον
βωμόν αυτόν και θα υποβληθώ εις την κρίσιν του γαμβρού σου. Διότι και
αυτόν δεν βλάπτω ολιγώτερον, αν τον καταδικάζω να μείνη χωρίς παιδιά.
Εγώ αυτά έχω να είπω διά τον εαυτόν μου. Όσον αφορά εσέ, ένα μόνον
παρατηρώ. Ότι διά γυναικείαν έριδα κατέστρεψες και την δυστυχισμένην
πόλιν της Τροίας.
ΧΟΡΟΣ
Ομίλησες προς άνδρας με περισσοτέραν τόλμη από όση αρμόζει εις
γυναίκας και ελησμόνησες την φρόνησιν.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Αυτή είναι νίκη μικρή και όχι άξια της βασιλείας μου και, όπως
λέγεις, της Ελλάδος. Μάθε όμως ότι εκείνο που χρειάζεται κανείς, του
είναι μεγαλύτερον από την άλωσιν της Τροίας. Εγώ θα βοηθήσω την κόρην
μου, διότι είναι μεγάλη προσβολή να διωχθή από την συζυγικήν κλίνην.
Όλα τα άλλα, τα οποία ημπορεί να πάθη μία γυναίκα είναι ολιγώτερα· το
να χάνη όμως τον άνδρα της είναι ως να χάνη την ζωήν της. Ο σύζυγος
της κόρης μου έχει το δικαίωμα να διατάσση τους δούλους μου, όπως η
κόρη μου και εγώ να διατάσσωμεν τους ιδικούς του. Διότι μεταξύ φίλων,
οι οποίοι είναι πραγματικοί φίλοι, δεν υπάρχει τίποτε ιδιαίτερον,
αλλά όλα είναι κοινά. Αν λοιπόν, όταν λείπη εκείνος, δεν φροντίσω εγώ
διά τα συμφέροντά του, είμαι άνθρωπος φαύλος και όχι φρόνιμος. Αλλά
άφησε πλέον τον ναόν αυτής της θεάς, διότι, αν αποθάνης συ, αυτό το
παιδί σώζεται από τον θάνατον. Αν όμως συ δεν θέλης ν' αποθάνης, θα
φονεύσω αυτό. Ένας από τους δύο σας είναι ανάγκη να αφήση την ζωήν.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Αλλοίμονον, ποίαν πικράν εκλογήν ζωής μου προτείνεις! Και αν εκλέξω
θα είμαι αθλία και αν δεν εκλέξω γίνομαι δυστυχής. Ω συ, που χάριν
μικράς αιτίας, μεγάλα κάμνεις, άκουσε με. Διά ποίαν αιτίαν ζητείς τον
θάνατον μου; Ποίαν πόλιν επρόδωσα, ποίον από τα παιδιά σου εσκότωσα,
πού έβαλα πυρκαϊάν; Διά της βίας εκοιμήθην με τον κύριόν μου και
φονεύεις εμέ αντί εκείνου ο οποίος είναι η αιτία; Αφήνεις την αρχήν
και φέρεσαι εναντίον του αποτελέσματος; Ω, τι δυστυχία είναι αυτή!
Δυστυχισμένη μου πατρίς, πόσα υποφέρω! Τί ανάγκη ήτο να γεννήσω, διά
να προσθέσω και άλλο βάρος διπλούν εις τα βάρη μου; Ποία ευχαρίστησις
υπάρχει εις την ζωήν μου, και τι, ποίας δυστυχίας να κυττάξω, τας
περασμένας ή τας παρούσας; Μήπως δεν είδα την σφαγήν του Έκτορος
δεμένου εις το άρμα, και το Ίλιον οικτρώς πυρπολούμενον, εγώ δε η
ιδία δεν εισήλθα ως δούλη εις τα πλοία των Αργείων, συρομένη από τα
μαλλιά; Όταν έφθασα εις την Φθίαν, μου εδόθη σύζυγος ο φονεύς του
Έκτορος. Διατί όμως να κλαίω δι' αυτάς τας παλαιάς δυστυχίας και δεν
συλλογίζομαι τα κακά που έχω εμπρός μου; Ένα παιδί μου έμενε, φως της
ζωής μου, και αυτό θα μου το σκοτώσουν τώρα, διότι το θέλουν. Αλλά
όχι, δεν θα γίνη αυτό διά να σώσω εγώ την αθλίαν μου ζωήν, διότι το
να σωθή αυτό, είναι η μόνη μου ελπίς, εις εμέ δε θα είναι
αίσχος να μη χαθώ προς χάριν του παιδιού μου. Ιδού λοιπόν αφήνω τον
βωμόν και παραδίδομαι εις τα χέρια σας. Σφάξατέ με, φονεύσατέ με,
δέσατέ με, κρεμάσατέ με από τον λαιμόν. Ω, παιδί μου, εγώ η μητέρα
σου καταβαίνω εις τον Άδην, διά να μη πεθάνης συ! Αν δε σωθής από τον
θάνατον, ενθημήσου την μητέρα σου, πόσα υπέφερε κ' εχάθη. Και, όταν
σε φιλή ο πατέρας σου, αγκάλιασέ τον και με δάκρυα ειπέ του τι έκαμα.
Όλων των ανθρώπων η ζωή των είναι τα παιδιά των. Εκείνος που θα με
κατηγορήση, διότι είναι άπειρος από παιδιά, βεβαίως ολιγώτερον πονεί,
και δυστυχών είναι πάλιν ευτυχής.
ΧΟΡΟΣ
Τα λόγια της μας συνεκίνησαν· διότι τα δυστυχήματα των ανθρώπων, και
ξένοι αν είναι, μας προξενούν λύπην, Συ, Μενέλαε, έπρεπε να
συμφιλιώσης αυτήν με την κόρην σου, διά ν' απαλλαχθή και αυτή από τα
δυστυχήματα της.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (προς τους ακολούθους του)
Δούλοι, πάρετέ μου την αυτήν και δέσατε της τα χέρια. Διότι δεν
πρόκειται ν' ακούση ευχάριστα λόγια. Εγώ, διά ν' αφήσης τον άγιον
βωμόν της θεάς, σε ηπείλησα με τον θάνατον αυτού του παιδιού και σε
ηνάγκασα να έλθης εις τα χέρια μου, διά να σε σκοτώσω. Και αυτά μεν
μάθε ότι είναι αποφασισμένα δι' εσέ. Ότι όμως αφορά εις αυτό το παιδί
θα το αποφασίση η κόρη μου, αν θέλη να το σκοτώση, ή όχι. Πήγαινε
τώρα εις τανάκτορα, διά να μάθης, δούλη εσύ, να υβρίζης τους
ελευθέρους.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Αλλοίμονον, με ηπάτησες, με δόλον μ' έπεισες!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Δεν το αρνούμαι, το διακηρύττω φανερά εις όλους.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Αυτή είναι η σοφία που θαυμάζουν εις τον Ευρώταν;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Και εις την Τροίαν επίσης εκδικούνται εκείνους που υβρίζουν.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Τα δε θεία δεν τα νομίζεις θεία, και δεν σου φαίνεται ότι θα δώσης
λόγον;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Όταν έλθη ο καιρός, θα τα υποστώ. Αλλά εσέ θα σε φονεύσω.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Και αυτό το παιδί θα το αποσπάσης από την [τα] αγκάλην της μητέρας
του;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Βεβαίως όχι· αν θέλη όμως η κόρη μου, θα της το δώσω να το φονεύση.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Αλλοίμονον! Πώς να σε κλάψω, παιδί μου!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Βεβαίως και αυτό δεν ημπορεί να έχη πολλάς ελπίδας.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Ω μισητότεροι όλων των ανθρώπων, κάτοικοι της Σπάρτης, δόλιοι εις τας
σκέψεις σας, βασιλείς του ψεύδους, μηχανορράφοι των κακών, που δεν
σκέπτεσθε τίποτε ίσιον και τίμιον αλλά περίπλοκα μόνον, αδικία είναι
να ευτυχήτε εις την Ελλάδα. Ποίον έγκλημα σάς είναι άγνωστον; Δεν
είναι πυκνοί οι φόνοι σας; Δεν είσθε αισχροκερδείς; Δεν συλλαμβάνεσθε
διαρκώς ότι άλλα λέγετε με την γλώσσαν και άλλα σκέπτεσθε; Δυστυχία
εις σας! Δι' εμέ ο θάνατος δεν είναι τόσον τρομερός, όσον νομίζεις.
Διότι εγώ εχάθηκα από την ημέραν που κατελήφθη η Τροία και εφονεύθη ο
γενναίος σύζυγός μου, ο οποίος πολλάκις σ' έκαμε να τρέχης από την
ξηράν, όπου ήσουν εις τα πλοία ναύτης. Τώρα φαίνεσαι γενναίος μαχητής
εναντίον μιας γυναικός και με φονεύεις. Κτύπησέ με, διότι ποτέ δεν θα
κολακεύσω σε και την κόρην σου. Αν συ ήσουν μεγάλος εις την Σπάρτην,
κ' εγώ όμως ήμουν εις την Τροίαν. Αν δε εγώ δυστυχώ τώρα, μην
υπερηφανεύεσαι και σε θα εύρη με την σειράν σου η δυστυχία.
(Απάγεται από τους δούλους. Ο Μενέλαος εξέρχεται με τους ακολούθους).
ΣΚΗΝΗ Β'.
ΧΟΡΟΣ
Ποτέ δεν θα επαινέσω εκείνον τον άνθρωπον, ο οποίος έχει δύο γυναίκας
και παιδιά από δύο μητέρας, διότι αυτό φέρει διενέξεις εις την
οικογένειαν και πικράν λύπην. Είθε ο ιδικός μου σύζυγος ν' αρκήται
εις εμέ μίαν γυναίκα και να μη φέρη αντίζηλον εις το νυμφικόν μας
κρεββάτι. Και η πόλις δύο άρχοντας δεν υποφέρει ευκολώτερα από τον
ένα, διότι επάνω εις το ένα βάρος προστίθεται άλλο, και γίνεται
αφορμή να στασιάζουν οι πολίται. Ακόμη και εις τους ποιητάς αι Μούσαι
αγαπούν να γεννούν διχονοίας, όταν δύο με επιμέλειαν συνθέτουν τον
ίδιον ύμνον. Όταν δε γοργαί πνοαί άνεμου σπρώχνουν τα πλοία, δύο
γνώμαι των πηδαλιούχων και πυκνόν πλήθος σοφών δεν αξίζουν όσον ένας
άνθρωπος, ολιγώτερον ειδήμων αλλ' απόλυτος κύριος. Έτσι η εξουσία και
εις τας οικογενείας και εις τας πόλεις είναι αναγκαία, όταν θέλη
κανείς να μην αφήση να του φύγη μία ευκαιρία. Το αποδεικνύει η
Λάκαινα, η κόρη του στρατηλάτου Μενελάου, η οποία έφερε την φωτιάν
εις μίαν οικογένειαν, γίνεται δε αιτία να φονευθή τώρα η δυστυχισμένη
κόρη της Τροίας μαζί με το παιδί της. Άθεοι, άνομοι, εναντίον της
φύσεως είναι ο φθόνος. Συ δε, ω δέσποινα, θα μετανοήσεις κάποτε δι'
όσα κάμνεις τώρα. Αλλά βλέπω να προχωρά προς τανάκτορα το ζεύγος το
οποίον είναι τόσον στενά συνδεδεμένον με μίαν απόλαυσιν θανατικών. Ω
δυστυχισμένη γυναίκα και συ άμοιρο παιδί, που πεθαίνεις, διά να
πληρώσης τον γάμον της μητέρας σου, ενώ είσαι αθώον συ και τίποτε
κακόν δεν έκαμες εις τους βασιλείς!
ΣΚΗΝΗ Γ'.
ΧΟΡΟΣ — ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ — ΜΟΛΟΣΣΟΣ
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Ιδού εγώ με αρματωμένα τα χέρια από τους βρόχους κατεβαίνω εις τον
κάτω κόσμον.
ΜΟΛΟΣΣΟΣ
Αα, μητέρα μου, μητέρα μου, κ' εγώ κατεβαίνω μαζί σου κάτω από τα
φτερά σου.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Θύμα της σφαγής. Ω, βασιλείς της Φθίας!
ΜΟΛΟΣΣΟΣ
Ω, πατέρα, έλα να μας βοηθήσης!
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Ω, αγαπημένο μου παιδί, θα κοιμηθής μέσα εις την γην εις το στήθος
της δυστυχισμένης μητέρας σου νεκρόν και συ κάτω από το χώμα κοντά
εις την νεκράν!
ΜΟΛΟΣΣΟΣ
Ω, αλλοίμονον, τι θα μου κάμουν κ' εμένα και εις εσένα, μητέρα!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Πηγαίνετε εις τον Άδην, διότι ήλθατε από εχθρικήν πόλιν. Πεθαίνετε
και οι δύο από διπλήν απόλαυσιν. Συ μεν φονεύεσαι με την ιδικήν μου
απόφασιν, το δε παιδί αυτό κατ' απόφασιν της Ερμιόνης. Μεγάλη
αφροσύνη είναι ο εχθρός να φείδεται του εχθρού του, όταν ημπορή να
τον φονεύση και ν' απαλλάξη από αυτόν την οικίαν.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Ω, σύζυγε μου, υιέ του Πριάμου, διατί να μην έχω το χέρι σου και το
δόρυ σου να με βοηθήσουν!
ΜΟΛΟΣΣΟΣ
Ω, αλλοίμονον, με τι μαγικόν τραγούδι να σωθώ από τον θάνατον!
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Πέσε εις τα πόδια του δεσπότου σου, παιδί μου, και παρακάλεσέ τον.
ΜΟΛΟΣΣΟΣ
Ω, αγαπητέ μου, μη με παραδώσης εις τον θάνατον!
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Αναλύομαι εις δάκρυα, αι κόραι μου στάζουν διαρκώς όπως η πηγή, η
οποία τρέχει από βράχον ανήλιον.
ΜΟΛΟΣΣΟΣ
Ω, αλλοίμονόν μου, πώς να σωθώ από αυτήν την δυστυχίαν!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Τι πέφτεις εις τα πόδια μου και με παρακαλείς, όπως το κύμα εις τον
βράχον της θαλάσσης; Εγώ είμαι ο προστάτης της ιδικής μου
οικογενείας, δι' εσέ όμως δεν αισθάνομαι καμμίαν αγάπην, διότι πολύ
από την ζωήν μου κατηνάλωσα, διά να γίνω κύριος της Τροίας και της
μητέρας σου. Αφού έχεις την απόλαυσιν να είσαι παιδί της, θα κατέβης
μαζί της εις τον Άδην.
ΧΟΡΟΣ
Ιδού ότι έρχεται προς τα εδώ ο γέρων Πηλεύς σπεύδων με το γεροντικόν
του βήμα.
ΣΚΗΝΗ Γ'.
ΟΙ ΑΥΤΟΙ—ΠΗΛΕΥΣ
ΠΗΛΕΥΣ
Σας ερωτώ, ω γυναίκες, καθώς και αυτόν, ο οποίος είναι έτοιμος διά
σφαγήν τι συμβαίνει, και διατί; Ποία η αιτία της ταραχής εις τα
ανάκτορα; Τι σημαίνει αυτή η εκτέλεσις χωρίς δίκην; Στάσου, Μενέλαε.
Μη σπεύδης να εκτελέσης χωρίς δίκην. (Προς τον δούλον). Συ, οδήγησε
με γρηγορώτερα. Διότι μου φαίνεται ότι δεν επιτρέπεται αργοπορία,
αλλά τώρα παρά ποτέ άλλοτε θα ηυχόμην να είχα νεανικήν δύναμιν. Και
πρώτον μεν προς αυτούς ας διευθύνωμεν ευνοϊκόν άνεμον, όπως εκείνον
που φουσκώνει τα πανιά των πλοίων. Ειπέ μου συ, ποία δίκη απεφάσισε
να σου δέσουν τα χέρια και να σε οδηγήσουν εδώ με το παιδί σου;
Φέρεσαι προς το θάνατον ως προβατίνα με το αρνί της, ενώ εγώ δεν
είμαι παρών ούτε ο σύζυγος σου.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Καθώς βλέπεις, ω γέρον, αυτοί με οδηγούν να αποθάνω μαζί με το παιδί
μου. Τι κάθομαι όμως και σου λέγω, ενώ τα γνωρίζεις; Εγώ δεν σου
έστειλα ένα αλλά πολλούς αγγελιοφόρους, από την ανυπομονησίαν μου.
Βεβαίως θα ήκουσες την διχόνοιαν, η οποία εγεννήθη εις την
οικογένειαν ένεκα της κόρης αυτού, και διά την οποίαν εγώ πεθαίνω
τώρα. Και τώρα με απέσπασαν από τον βωμόν της Θέτιδος, η οποία σου
εγέννησε τον ευγενή σου υιόν και την οποίαν τόσον σέβεσαι, συ, χωρίς
να με δικάσουν εις δίκην ουδέ να περιμένουν να επιστρέψουν οι ιδικοί
μου, και επειδή γνωρίζουν την ερημίαν μου και αυτού τού παιδιού, το
οποίον δεν πταίει εις τίποτε, πηγαίνουν να το φονεύσουν μαζί με εμέ
την δυστυχισμένην. Σε εξορκίζω, ω γέρον, και σε ικετεύω πεσμένη εις
τα πόδια σου—διότι δεν μου επιτρέπεται με το χέρι μου να εγγίσω το
αγαπημένον σου πρόσωπον—σώσε μας, διά το όνομα των θεών. Άλλως θα
αποθάνωμεν και αυτό θα είναι δυστυχία μεν δι' ημάς, αίσχος δε διά
σας.
ΠΗΛΕΥΣ
Σας διατάσσω να λύσετε τα δεσμά, πριν κανείς σας μετανοήση, και ν'
αφήσετε ελεύθερα τα χέρια της.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Το απαγορεύω όμως εγώ, ο οποίος εδώ δεν είμαι κατώτερός σου, και έχω
περισσότερα δικαιώματα από σε εις αυτήν την γυναίκα.
ΠΗΛΕΥΣ
Πώς; ήλθες εδώ να γίνης κύριος του οίκου μου; Δεν σε φθάνει ότι είσαι
κύριος της Σπάρτης;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Εγώ την έλαβα αιχμάλωτον εις την Τροίαν.
ΠΗΛΕΥΣ
Ο υιός του υιού μου όμως την επήρε βραβείον της νίκης.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Δεν είναι ιδικόν μου ό,τι ανήκει εις αυτόν, όπως ιδικόν του ό,τι
ανήκει εις εμέ;
ΠΗΛΕΥΣ
Βεβαίως, αλλά όταν πρόκειται να το μεταχειρισθής καλά. Όχι όμως όταν
πρόκειται και να κακομεταχειρισθής και να φονεύσης διά της βίας.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Δεν θα την αποσπάσης ποτέ αυτήν από τα χέρια μου.
ΠΗΛΕΥΣ
Με αυτό το σκήπτρον θα σου ματώσω το κεφάλι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Άγγιξε με και έλα πλησίον διά να μάθης...
ΠΗΛΕΥΣ
Ω χειρότερε από τους κακούς, σου επιτρέπεται να ομιλής μεταξύ των
ανδρών, και να υπολογίζεσαι μεταξύ αυτών συ, του οποίου την γυναίκα
ετόλμησε να κλέψη ένας από την Φρυγίαν; Συ, ο οποίος άφησες οπίσω σου
τανάκτορα αφύλακτα και χωρίς φρουράν ως να είχες γυναίκα φρόνιμην,
ενώ είχες την χειροτέραν όλων των γυναικών; Και αν ήθελε δε, πώς θα
έμενε φρόνιμη Σπαρτιάτις κόρη; Δεν γνωρίζομεν ότι αφήνουσαι την
πατρικήν οικίαν πηγαίνουν με τους νέους εις τας παλαίστρας και εις
τον δρόμον, με γυμνούς τους μηρούς και κοντά τα φορέματα; Ποίοι
άνθρωποι φρόνιμοι θα το ηνείχοντο αυτό; Και έπειτα πρέπει να θαυμάζη
κανείς διατί δεν είναι αι γυναίκες σας σεμναί; Δι' αυτά πρέπει να
ερωτήσης την Ελένην, η οποία αφήσασα το σπίτι του συζύγου της έφυγε
με ένα νέον άνδρα, εις ξένην γην. Και έπειτα προς χάριν εκείνης εσύ,
συναθροίσας τόσον στρατόν των Ελλήνων, τον ωδήγησες εις το Ίλιον. Ενώ
έπρεπεν, αφ'ού την εγνώριζες καλά, όχι μόνον να μη ζητήσης να την
πάρης οπίσω, αλλά να την αφήσης να μένη εκεί και να την πληρώνης, διά
να μη επιστρέψη ποτέ εις το σπίτι σου. Αλλ' αυτό δεν ήλθεν εις τον
νουν σου. Αλλά πολλάς ψυχάς γενναίας έστειλες εις τον Άδην και άφησες
γραίας χωρίς παιδιά, και από γέροντας πατέρας αφήρεσες τα γενναία
παιδιά. Μεταξύ αυτών είμαι κ' εγώ ο δυστυχής, σε βλέπω δε τώρα
δεσπότην μολυσμένον από τον φόνον του Αχιλλέως. Συ μόνος ήλθες από
την Τροίαν χωρίς καν να πληγωθής, και έφερες οπίσω τα μεγαλοπρεπή
όπλα σου μέσα εις χρυσάς θήκας, όμοια όπως ήσαν όταν τα επήγες. Εγώ
επανειλημμένως το είπα εις τον Αχιλλέα, μήτε με σε να συγγενεύση μήτε
να δεχθή εις το σπίτι του την κόρην μιας κακής γυναικός, διότι αι
θυγατέρες επαναλαμβάνουν τα αίσχη των μητέρων. Και σεις όλοι όσοι
πρόκειται να νυμφευθήτε, προσέξετε η σύζυγος που θα πάρετε να είναι
κόρη καλής μητέρας. Μήπως εις όλα αυτά δεν προσέθεσες και αυτό το
έγκλημα, συστήσας εις τον αδελφόν σου να θυσιάση την κόρην του; Τόσον
εφοβήθης μήπως δεν πάρης οπίσω την κακήν εκείνην γυναίκα; Όταν δε
κατέλαβες την Τροίαν — διότι πρέπει να έλθω και εις αυτά τα άθλα σου
— δεν εσκότωσες την γυναίκα αυτήν, όταν ήλθεν εις τα χέρια σου. Αλλά
μόλις σου έδειξε το στήθος της έρριψες το ξίφος, και εδέχθης να σε
φιλήση εκείνη που σ' επρόδωκε· τόσον σου ήτον αδύνατον ναντισταθής
εις την Αφροδίτην, ω ανανδρότατε συ. Και έπειτα έρχεσαι εις το σπίτι
των παιδιών μου και κάμνεις τον κύριον, ενώ ο υιός μου λείπει, και
φονεύεις ατίμως μίαν δυστυχισμένης γυναίκα, και ένα παιδί, το οποίον,
και τρεις φορές νόθον αν ήτο, θα κάμη και σε και την κόρην σου να
κλάψετε. Διότι, όπως πολλάκις η λεπτή γη νικά εις την καλλιέργειαν
την βαθείαν, έτσι και πολλοί νόθοι είναι καλλίτεροι των γνησίων. Πάρε
τώρα την κόρην σου και πήγαινε· είναι καλλίτερον εις τους ανθρώπους
να έχουν πτωχόν αλλά τίμιον γαμβρόν και φίλον παρά πλούσιον και
κακόν. Συ δεν αξίζεις τίποτε.
ΧΟΡΟΣ
Από μικράν αφορμήν μεγάλην φιλονεικίαν γεννά η γλώσσα των ανθρώπων.
Διά τούτο και οι φρόνιμοι άνθρωποι προσέχουν να μην έλθουν εις
φιλονεικίαν με τους φίλους των.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Τι να ειπή κανείς διά τους γέροντας, οι οποίοι φημίζονται ως σοφοί
και δι' εκείνους όπου μεταξύ των Ελλήνων θεωρούνται ότι έχουν κρίσιν,
αφού συ ο Πηλεύς, υιός ενδόξου πατρός, συγγενεύσας μαζί μου, λέγεις
λόγια ατιμωτικά και δι' εσέ και υβριστικά δι' ημάς; Και αυτά χάριν
μιας γυναικός βαρβάρου, την οποίαν έπρεπε να την διώξης πέραν του
Νείλου και πέραν του Φάσιος, διά παντός, αφ' ου είναι από την Ασίαν,
όπου τόσοι Έλληνες έπεσαν νεκροί, και είναι συνένοχος εις τον φόνον
του υιού σου; Διότι ο Πάρις, ο οποίος εσκότωσε τον Αχιλλέα, ήτο
αδελφός του Έκτορος, αυτή δε είναι σύζυγος του Έκτορος. Και όμως συ
κατοικείς μαζί της, κάτω από την ιδίαν στέγην, και την ανέχεσαι να
τρώγη εις το ίδιον μ' εσέ τραπέζι, και την αφήνεις να γεννά εις το
σπίτι σου παιδιά, τα οποία είναι εχθροί; Και τώρα που εγώ, φροντίζων
και δι' εσέ και δι' εμέ, θέλω να την σκοτώσω, την αφαιρείς μέσα από
τα χέρια μου; Ας το σκεφθώμεν όμως μαζί — διότι δεν είναι εντροπή να
γίνεται λόγος περί αυτού — αν η ιδική μου κόρη δεν γεννήση παιδιά,
γεννηθούν όμως απ' αυτήν, θα ταφήσης να γίνουν βασιλείς αυτού του
τόπου, της Φθιώτιδος; Και ενώ αυτά θα κατάγωνται από βαρβάρους θα
βασιλεύσουν επί των Ελλήνων; Και έπειτα εγώ παραλογίζομαι σκεπτόμενος
άδικα, ενώ συ είσαι φρόνιμος; Σκέψου και τούτο· αν έδιδες την κόρη
σου γυναίκα εις ένα πολίτην κ' επάθαινε ό,τι έπαθε η ιδική μου, θα το
υπέφερες σιωπών; Εν τούτοις χάριν μιας ξένης υβρίζεις τους συγγενείς
και τους φίλους. Ίσα όμως είναι τα δικαιώματα του ανδρός και της
γυναικός, και όταν αυτή υβρίζεται από τον άνδρα της και όταν εκείνος
έχη γυναίκα άπιστον. Και εκείνος μεν έχει ο ίδιος την δύναμιν εις τα
χέρια του, εκείνη όμως από τους γονείς και τους φίλους περιμένει
βοήθειαν. Δεν κάμνω λοιπόν τίποτε άδικον αν βοηθώ τους ιδικούς μου.
Είσαι γέρων, γέρων. Όταν δε ομιλής διά την στρατηγίαν, με ωφελείς
περισσότερον παρά αν εσιωπούσες. Η Ελένη δεν έσφαλε με την θέλησίν
της, αλλά διότι το ήθελαν οι θεοί. Και αυτό το σφάλμα της πολύ
ωφέλησε την Ελλάδα, διότι οι Έλληνες, άπειροι εις τα όπλα και εις τον
πόλεμον, απέκτησαν ανδρείαν, η δε πείρα είναι όλων των ανθρώπων
διδάσκαλος. Αν δε εγώ, όταν είδα την γυναίκα μου, εκρατήθην και δεν
την εσκότωσα, έκαμα φρόνιμα. Ήθελα και συ να μην είχες φονεύση τον
Φώκον, τον αδελφόν σου. Αυτά τα είπα προς χάριν σου και όχι από
οργήν. Εάν συ, παραφέρεσαι, αυτό οφείλεται εις το ότι συ έχεις
μεγαλυτέραν την γλώσσαν, εγώ όμως θεωρώ κέρδος μου την φρόνησιν.
ΧΟΡΟΣ
Παύσατε πλέον αυτά τα ανωφελή λόγια, διά να μη συμβή τίποτε
δυσάρεστον και εις τους δύο.
ΠΗΛΕΥΣ
Ω, πόσον κακή συνήθεια επικρατεί εις την Ελλάδα! Όταν ο στρατός στήση
εχθρικά τρόπαια, δεν θεωρείται αυτό έργον εκείνων που εκοπίασαν, αλλά
η δόξα προσφέρεται εις τον στρατηγόν, ο οποίος, μολονότι δεν κάμνει
τίποτε περισσότερον παρά να μεταχειρίζεται το δόρυ του όπως χίλιοι
άλλοι, εν τούτοις φημίζεται περισσότερον από όλους. Σοβαροί
καταλαμβάνοντες τας αρχάς της πόλεως, περιφρονούν τον λαόν με την
υπερηφάνειάν των, μολονότι πραγματικώς δεν αξίζουν τίποτε. Και όμως
οι άλλοι είναι χιλιάκις καλλίτεροι των, εάν είχαν τόλμην και θέλησιν.
Απαράλλακτα και συ και ο αδελφός σου, υπερηφανεύεσθε διά την αρχηγίαν
του Τρωικού πολέμου, στηριζόμενοι εις τους κόπους και εις τους πόνους
των άλλων. Αλλά εγώ θα σε μάθω να μη θεωρής τον Ιόνιον Πάριν εχθρόν
επιφοβώτερον από τον Πηλέα, αν δεν φύγης το ταχύτερον από τανάκτορα
αυτά μαζί με την στείραν θυγατέρα σου, άλλως ο υιός μου θα την διώξη
σύρων αυτήν από τα μαλλιά. Αυτή η στείρα αγελάς δεν θ' ανεχθή άλλην
να γεννά παιδιά, ενώ αυτή δεν έχει. Αλλ' αν εκείνη δεν έχει την τύχην
ν' αποκτήση παιδιά, πρέπει και ημείς να μείνωμεν χωρίς παιδιά; (Προς
τους δούλους) Απομακρυνθήτε απ'αυτήν, δούλοι, διά να ίδω αν υπάρχει
κανείς που θα με εμποδίση να της λύσω τα χέρια. Ανασηκώσου συ, διά να
λύσω εγώ, αν και τρέμων, τους δεσμούς των ιμάντων σου (την εξετάζει).
Πώς κατώρθωσες, άθλιε, να κακομεταχειρισθής τόσον αυτά τα χέρια; Ταύρον
ή λέοντα ενόμιζες ότι δένεις; Ή μήπως εφοβήθης ότι θ' αρπάξη το ξίφος
και θα υπερασπισθή; Έλα εις την αγκάλην μου, παιδί μου, και βοήθησε με
να λύσωμεν τα δεσμά της μητέρας σου. Κ' εγώ θα σε αναθρέψω εις την Φθίαν,
διά να γίνης αμείλικτος εχθρός αυτών εδώ. Αν από σας τους Σπαρτιάτας
έλειπεν η δόξα των όπλων και η πείρα των πολέμων, εις τα άλλα δεν θα
είχατε καμμίαν υπεροχήν.
ΧΟΡΟΣ
Οι γέροντες είναι βίαιοι, και δύσκολα προφυλάττονται από τον θυμόν.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Πολύ φέρεσαι προς τας ύβρεις. Εγώ ελθών εδώ δεν θα κάμω τίποτε κακόν
διά της βίας, ούτε θα ανεχθώ. Και τώρα μεν — επειδή δεν έχω καιρόν να
χάνω — επιστρέφω οπίσω. Διότι υπάρχει μία πόλις, όχι μακράν από την
Σπάρτην, η οποία πριν ήτο φιλική μου, αλλά τώρα έγινεν εχθρά. Αυτήν
λοιπόν θέλω να την εμπρήσω και να την καταλάβω με τον στρατόν μου.
Όταν τακτοποιήσω τα εκεί όπως θέλω, θα έλθω πάλιν και εμπρός εις τον
γαμβρόν μου θα είπω ό,τι έχω να είπω και θ' ακούσω τι θα μου
απαντήση. Αν τιμωρήση αυτήν και εις το μέλλον είναι τίμιος απέναντι
μου, τίμιον θα με εύρη και εμέ. Αν όμως παραφερθή, θα δοκιμάση την
παραφοράν μου, θα τον μεταχειρισθώ όπως και εκείνος θα με
μεταχειρισθή. Όσον αφορά εις τας ύβρεις σου τας ανέχομαι εύκολα.
Διότι είσαι όμοιος με σκιάν, με την διαφοράν ότι έχεις φωνήν, μόνον
δε να λέγης έχεις δύναμιν και είσαι αδύνατος, εις κάθε άλλο.