(ΗΜΙΧΟΡΟΣ)
Με θάρρος ας προβαίνη
καθείς, και με ρυθμό ποδιών,
στην αγκαλιά των λιβαδιών
την πολυανθισμένη,
ψέλνοντας, και μ' αστεία
και κάθε κοροϊδεία·
κ' εκεί όπου θα πάη
θα βρη πολλά να φάη.
Μα έμβα μέσα να υψώσης τώρα
με δόξες και τραγούδια [γιορτινά],
την Σώτειρα θεά, την Αθηνά,
όπου 'ς αυτήν τη χώρα
τη σωτηρία πάντοτε στέλλει,
κι' ο Θωρυκίων αν δεν το θέλη.
Ελάτε τώρα πάλι
κι' άλλα τραγούδι' αρχίσετε
με ύμνους θείους να στολίσετε
τη Δήμητρα την καρπερή και τη μεγάλη.
Έλα, ω Δήμητρα, κυρά,
στα όργια τα ιερά
και τους χορούς σου σώσε!
Δύναμι έλα δώσε,
[που να μπορώ]
ολομερής να παίζω και να τραβώ χορό,
πολλά να λέω κάθε φορά
και χωρατά και σοβαρά·
και όταν άξια, [με τη δύναμί σου]
και παίξω και γελάσω στη γιορτή σου,
και της νίκης να μπορέσω
το στεφάνι να φορέσω.
Και τον θεό παρακαλέστε τούτο
με άλλον ύμνον ιερό,
οπού της ωμορφιάς έχει τον πλούτο
και συντροφεύει το χορό.
Ίακχε πολυτίμητε! τραγούδι να ζητήσης
για τούτη τη γιορτή γλυκό, κ' έλα ν' ακολουθήσης
μαζύ με τη θεά και συ, και ν' αποδείξης πάλι
πως δεν σου φέρνουν κούρασι κ' οι δρόμοι οι μεγάλοι.
Ίακχε φιλοχορευτή! έλα μαζύ μ' εμένα!
όπου, για γέλια, μας φορείς κουρέλια και σχισμένα.
και ρούχα και ‘ποδήματα, (50)
και, δίχως έξοδα πολλά,
παιγνίδια κάνουμε τρελλά
και του χορού πηδήματα
Ίακχε φιλοχορευτή! έλα μαζύ μ' εμένα·
επήρε τώρα ένα
η ματιά μου κοριτσάκι,
που παίζει κάπου δω κοντά, μ' ώμορφο προσωπάκι,
κι' απ' τα πουκαμισάκια του,
που φαίνονται σκασμένα,
πετιώνται τα βυζάκια του,
Ίακχε φιλοχορευτή! έλα μαζύ μ' εμένα!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Μ' αρέσουνε η συντροφιές και θέλω με παιγνίδια
και με χορούς να βρίσκωμαι μ'αυτή. (51)
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κ' εγώ τα ίδια.
ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ
Θέλετε τον Αρχίδαμο να κοροϊδέψουμε μαζύ,
που χρόνια ολόκληρα εφτά μέσα στην πόλι τώρα ζη,
μα δεν του φύτρωσε κανείς
ακόμα συγγενής, (52)
που κάνει το δημαγωγό στους πεθαμένους τώρα
πούχ η απάνω χώρα, (53)
κι' έχει στη μοχθηρία
παρμένα τα πρωτεία ;
Ξέρω και για τον Κλεισθένη (54)
που στους τάφους των ηρώων [στον Κεραμεικό πηδά]
κι' από πάνου τους πηγαίνει
και τα γένεια του τραβάει, και τον κώλο του μαδά·
που σκυμμένος μια φορά
είχε κλάψη φοβερά
προσκαλώντας το Σ ε γ ά μ η, (55)
που είνε' ένας ψωλοτρίφτης, και το γυιό του Α λ ο γ ο γ ά μ η,
όπως λένε τον Καλλία,
οπού και στη ναυμαχία
μέρος θέλοντας να πάρη,
εφορτώθηκε στη ράχη ένα λιονταριού τομάρι.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
(προς τον χορόν, εξερχόμενος της κρύπτης του)
Δεν μας λέτε πού ο Πλούτων κατοικεί; είμαστε ξένοι
και οι δυο νεοφερμένοι.
ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ
Ούτε μακρυά από δώθε, ούτε να ξαναρωτήσης:
βρίσκεσαι μπροστά στη θύρα [που μπορείς και να κτυπήσης]
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ξανθίαν)
Ε, παιδί! και πάλι [δρόμο]·
πάρ' τα στρώματα στο νώμο.
ΞΑΝΘΙΑΣ
(εγείρων το φορτίον του με κόπον)
Ωχ! αυτό το σύρε κι' έλα θα τραβήξη τάχ' ακόμα ;
«Διός Κόρινθος» (56) χωμένος μήπως βρίσκεται στο στρώμα;
(Εξέρχεται δεξιόθεν με το φορτίον του ακολουθών τον Διόνυσον)
ΣΚΗΝΗ Ε'.
ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ
Εμπρός! σύρετε τώρα το χορό
τον κυκλικό και ιερό,
παίζοντας στ' ανθοσκέπαστα εκεί
της Δήμητρας λιβάδια,
όσοι έχετε την άδεια
για τη γιορτή τη θεϊκή.
Κ' εγώ με της γυναίκες και της κόρες,
οπού για τη θεά περνούν ολονυχτίας ώρες,
στον ίδιο τον καιρό
το φως θα φέρνω το ιερό.
Με τους δικούς μας τρόπους,
μέσα στους ανθισμένους
και ροδοσκεπασμένους
των λιβαδιών μας τόπους,
πάμε, οι ώμορφοι χοροί να γίνουν,
που ευτυχισμένες Μοίρες διευθύνουν.
Για μας που μυηθήκαμε
και πάντοτε φερθήκαμε
σε ξένους και πολίτας μας με τρόπο ευγενικό,
ο ήλιος είνε' ευχάριστος κ' είνε το φως γλυκό.
(Εκκινούν και διασχίζουν βραδέως την σκηνήν με τας λαμπάδας εις τας χείρας, υπό τον ήχον μουσικής μελωδίας). (57)
ΑΥΛΑΙΑ
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ
Επί της σκηνής βλέπει η πρόσοψις και η θύρα του Ανακτόρου του Πλούτωνος. — Αριστερά προς το παρασκήνιον μικρός οικίσκος της Ξενοδόχου. — Εισέρχεται ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ, ακολουθούμενος από τον ΞΑΝΘΙΑΝ, φορτωμένον πάντοτε τα στρώματα.
ΣΚΗΝΗ Α'.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ — ΞΑΝΘΙΑΣ και μετά στιγμήν ΑΙΑΚΟΣ
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Πες μου, πώς θα κτυπήσουμε τη θύρα; με ποιόν τρόπο ;
της θύρες τάχα πως κτυπούν εδώ, 'ς αυτόν τον τόπο ;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μη χάνης και την ώρα σου· κτύπα τη θύρα δυνατά,
σαν έχης σχήμα Ηρακλή και τα φορέματα σου αυτά.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (κτυπών την θύραν)
Παιδί! παιδί!
(εξέρχεται ο ΑΙΑΚΟΣ (58))
ΑΙΑΚΟΣ
(εκπληττόμενος επί τη θέα του Διονύσου ως Ηρακλέους)
Ποιος είν' αυτός;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (με στόμφον)
Ο Ηρακλής ο δυνατός.
ΑΙΑΚΟΣ (μετ' οργής)
Ω σιχαμένε τολμηρέ, και ω ξεντροπιασμένε!
ω μολυσμένε! μιαρέ και χιλιοσιχαμένε!
που έπνιξες και, φεύγοντας, πήρες από δω χάμου
το σκύλλο μας τον Κέρβερο, που είχα φύλακά μου.
Μα τώρα επιάσθης στα γερά,
και θα σου φτιάσουνε φρουρά
του ποταμού Αχέρωνα ο ματωμένος βράχος,
και τα σκυλλιά του Κωκυτού, (59) που τρέχουνε με τάχος,
και τούτ' η πέτρα της Στυγός (60) με την καρδιά τη μαύρη,
κ' η Εκατοντακέφαλη Οχιά, (61) που τώρα θαύρη
τα σπλάγχνα σου να σχίση,
κ' η Σμύρνα η Ταρτήσια (62) πλεμόνι δεν θ' αφήση
αξέθαφτο 'ς εσένα·
και τάντερα και τα νεφρά τα δυο σου ματωμένα
Γοργόνες η Τιθράσιες (63) θα σου τα χύσουν έξω
να τα κατασπαράξουνε! 'Σ αυτές κ' εγώ θα τρέξω!
(Εξέρχεται του Ανακτόρου και απέρχεται ταχέως. — Ο Διόνυσος εκ του φόβου του αφοδεύει επί της σκηνής)
ΣΚΗΝΗ Β'.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ — ΞΑΝΘΙΑΣ
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τι κάνεις αυτού χάμου ;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
κάλεσ' το θεό [να ρθη βοήθεια μου]. (64)
ΞΑΝΘΙΑΣ
Γελοίε! δεν σηκώνεσαι, μήπως κανένας ξένος
σε ιδή [κατά που είσαι καθισμένος];
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Παράλυσαν τα γόνατά μου ·
πάρε σφουγγάρι γρήγορα και βρέξε την καρδιά μου.
(Ο Ξανθίας εξάγει μετά σπουδής σπόγγον εκ του δέματος, τον οποίον βρέχει
εις το ύδωρ της λίμνης και προσφέρει εις τον καθήμενον Διόνυσον)
ΞΑΝΘΙΑΣ
Πάρε και βρέξου μόνος σου...
(Ο Διόνυσος βρέχει τα οπίσθια του αντί της καρδίας. — Ο Ξανθίας έκπληκτος:)
πού είνε τα; [για στάσου]!
Χρυσοί θεοί! εδώ λοιπόν την έχεις την καρδιά σου;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Γλίστρησε απ' το φόβο της στην κάτω μου κοιλία.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Εσύ κι' ανθρώπους και θεούς πέρασες στη δειλία!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (εγειρόμενος)
Εγώ είμαι δειλός, μωρέ, που ζήτησα σφουγγάρι ;
κανένας δεν θα τόλμαγε τα μούτρα του να πάρη,
να κάνη αυτό.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τι θά κανε;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Δειλός, θάπεφτε κάτου,
όπου θα μυριζότανε στο χώμα τα κακά του·
ενώ εγώ σηκώθηκα και,[μ' ανδρειά περίσσια],
σκουπίσθηκα.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μα το θεό! πολύ παλληκαρίσια!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Έτσι κ' εμέ μου φαίνεται· και πώς ; σέν' αυτού πέρα
τάχα δεν σε τρομάξανε τα λόγια κ' η φοβέρα;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μπα, ούτε τα λογάριασα.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Σαν είσαι παλληκάρι
κ'είν' άφοβα τα σπλάγχνα σου, να, πάρε το τομάρι
το λιονταρίσιο· να κι' αυτό το ρόπαλο στο χέρι,
κι' αφού η καρδιά σου [όπως λες] το φόβο δεν τον ξέρει,
έλα να γίνης συ εγώ· κ' έτσι εγώ μαζύ σου
μ' αυτόν τον τρόπο θάρχωμαι σκευοκουβαλητής σου.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Φέρτα λοιπόν, για να πεισθώ 'ς αυτή τη συμφωνία,
και κύτταξε τώρα καλά τον Ηρακλο-Ξανθία, (65)
αν θάμαι φοβιτσιάρης
μ' όλην αυτή τη φορεσιά, που βρήκες συ να πάρης.
(Ο Διόνυσος παραδίδει την περιβολήν του Ηρακλέους εις τον Ξανθίαν)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Μα το θεό, πολύ καλά τα καταφέρνει [ως τόσο]
το Μελιτοκοπέλλι (66) μου. Ε, φέρε να σηκώσω
εγώ τα στρώματα λοιπόν.
(Ο Ξανθίας βοηθεί τον Διόνυσον να φορτωθή το δέμα των στρωμάτων. — Εξέρχεται εις την θύραν του Ανακτόρου του Πλούτωνος η θεράπαινα (67) της Περσεφόνης)
ΣΚΗΝΗ Γ'.
Η ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ
Η ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ (προς τον Ξανθίαν)
Και πάντα με καλό,
Ω Ηρακλή αγαπητέ! ορίστε [σε παρακαλώ],
πέρασε μέσα. Η θεά, (68) σαν έμαθεν ότι θα 'ρθής,
εζύμωσε ψωμιά ευθύς,
σε δυο-τρεις χύτρες [σου] βρασε τη φάβα, βώδι ένα
ολόκληρο σου έψησε στη θράκα, και ψημένα
σούχει ψωμιά τετράγωνα, (69) και πίττες σου φτιασε πολλές.
Μα έλα, πέρασε λοιπόν!
ΞΑΝΘΙΑΣ (ειρωνικώς και αρνητικώς)
Μπα! μωρέ μπράβο! τι μας λες;
Η ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Εγώ, μα τον Απόλλωνα, ποτέ δεν θα σε ιδώ,
[χωρίς να πάρης τίποτε], να φύγης από δω,
γιατί και κρέας έβρασε πουλερικών, να φας εσύ,
στραγάλια σου καβούρδισε κ' εκέρασε γλυκό κρασί.
Μα έλα γρήγορα λοιπόν, έμβα μαζύ μ' εμένα.
ΞΑΝΘΙΑΣ (ως ανωτέρω)
Μωρ' τι μας λες ;! πολύ λαμπρά!...
Η ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Τάχεις, καλέ, χαμένα ;
Αμ' δεν σ' αφίνω τώρα πεια· για σένα εδώ προσμένει
μια αυλητρίδα ώμορφη [και καλοκαμωμένη],
και δύο-τρείς χορεύτριες...
ΞΑΝΘΙΑΣ
Χορεύτριες;! πώς είπες;
Η ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Και νηές, που μόλις τώρα δα της μάδησαν της τρύπες, (70)
[σαν νηόπαντρες]· έλα λοιπόν μέσα στο σπίτι τώρα,
γιατί αυτός ο μάγερας, εδώ και τόσην ώρα,
πήγε να κλέψη τα φαγιά απ' το τραπέζι απάνω.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τράβα, και στης χορεύτριες να ειπής πως τώρα φθάνω.
(Η Θεράπαινα εισέρχεται).
ΣΚΗΝΗ Δ'.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ — ΞΑΝΘΙΑΣ — ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ
ΞΑΝΘΙΑΣ (προς τον Διόνυσον)
Ε! συ, παιδί!.. έλα κοντά και σήκωσε το μπόγο.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Για στάσου! πήρες στα σωστά έναν αστείο λόγο
πως θα σε κάνω Ηρακλή ; Άφησε τη μεγάλη
τη φλυαρία σου αυτή, Ξανθία, κ' έλα πάλι
και σήκωσε τα στρώματα.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Α, α! για να σου ειπώ...
Έχεις λοιπόν σκοπό
να ξαναπάρης πάλι αυτή που μου 'κανες τη χάρι ;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Μόνο σκοπό ; το εκτελώ και κάτω το τομάρι!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Σε παραδίνω στους θεούς που είνε μάρτυρές μου.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Σε ποιους θεούς; [για πες μου].
Δεν είνε κουταμάρ' αυτή, που θάρρεψες να γίνης
συ, ένας δούλος και θνητός, ο γόνος της Αλκμήνης;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Καλά λοιπόν· να, πάρε τα· μα η ώρα δεν θ' αργήση
να λάβης την ανάγκη μου, αν ο θεός θελήση.
(Ο Ξανθίας παραδίδει την περιβολήν του Ηρακλέους εις τον Διόνυσον, όστις περιάλλεται αυτήν εκ νέου και παραδίδει τα στρώματα. Κατά την διάρκειαν της ανωτέρω μετενδύσεως ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΜΥΣΤΩΝ εκτελεί τας κάτωθι στροφάς:)
ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ
Τούτο στέκει πειό καλά
'ς έναν άνδρα με μυαλά,
πούχει και το νου γερό:
βόλτες πάντοτε να φέρνη
και να στρίβη και να σέρνη
προς τον τοίχο το χορό, — -
παρ' ακίνητος να στέκη και με μια μορφή να μένη,
σαν εικών ζωγραφισμένη.
Στρίψ' εδώ και στρίψ' εκεί
στη μεριά τη μαλακή,
μόνον έξυπνος το κάνει, — και περσσότερο πηγαίνει
με την [πονηρή] τη φύσι [του γνωστού] του Θηραμένη. (71)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Μα θα ήτανε γελοίον, ο Ξανθίας, το κοπέλλι,
εις το στρώμα της Μιλήτου το καθήκι του να θέλη
ξαπλωμένος, τη χορεύτρα να πλακώνη αντικρύ μου,
κ' εγώ μόνο να τον βλέπω και να τρίβω την ξερή μου, (72)
κι' αυτός, έτσι τιποτένιος, όπως είνε, να κυττάζη
και με μια γροθιά και δόντια και μασσέλα να μου βγάζη!
(Εμφανίζεται εις την θύραν του έναντι Πανδοχείου η Ξενοδόχος, και η υπηρέτριά της Πλαθάνη) (73)
ΣΚΗΝΗ Ε'.
Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ — ΠΛΑΘΑΝΗ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ
Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ
Καλέ Πλαθάνη, έλα 'δω!
(Δεικνύουσα τον Διόνυσον ως Ηρακλήν)
Δεν είν' αυτός ο πονηρός,
που στο Ξενοδοχείο μας, θα είνε κάμποσος καιρός,
εμβήκε κ' έφαγε ψωμιά [μονάχος] δεκαέξη ;
ΠΛΑΘΑΝΗ
Ναι, μα τον Δία, είν' αυτός!
ΞΑΝΘΙΑΣ
(δεικνύων εις το κοινόν τον Διόνυσον ειρωνικώς και με χειρονομίαν ξυλοκοπήματος).
Για κάποιονε θα φέξη!
Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ
Κ' έφαγε κρέατα βραστά
κομμάτια είκοσι σωστά,
και διατιμημένα
μισώβολο καθένα.
ΞΑΝΘΙΑΣ (ως ανωτέρω)
Α, α! κάποιος, μου φαίνεται, θα τα πλήρωση για καλά!
Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ
Και σκόρδα έφαγε πολλά.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς την Ξενοδόχον)
Γυναίκα συ, παραμιλείς κι' ούτε τι λες δεν ξέρεις.
Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ
Περίμενες να μου κρυφτής που τους κοθόρνους (74) φέρεις ;
και όμως δεν εμίλησα ούτε για τα παστά.
ΠΛΑΘΑΝΗ
Μα το θεό, πολύ σωστά·
ούτε για το χλωρό τυρί εμίλησες ακόμα,
όπου καλάθια ολόκληρα τα πέρασε απ' το στόμα.
Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ
Κ' έπειτα, σαν του ζήτησα την πληρωμή να κάνη,
με κύτταξε με μουγκρητό.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Έτσι παντού τα φτιάνει,
κι' αυτ' είν' η μόνη του δουλειά.
Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ
Και τράβηξε και το σπαθί,
θαρρούσες κ' είχε τρελλαθή
ΠΛΑΘΑΝΗ
Μα το θεό, η δύστυχη!
Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ
Δόσαμ' από το φόβο μια,
κ' η δυο μαζύ πηδήσαμε στο ράφι [πούνε τα ψωμιά]·
εκείνος τότε άρπαξε κι' όλες της ψάθες αγκαλιά,
και της επήρε κ' έφυγε.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κι' αυτό δική του είνε δουλειά.
Και όμως έπρεπε και σεις νάχατε κάνη κάτι.
Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ (προς τον Πλαθάνην)
Για πήγαινε του Κλέωνα (75) να φέρης τον προστάτη.
ΠΛΑΘΑΝΗ (προς την Ξενοδόχον)
Πήγαινε να κυττάξης
πού είνε ο Υπέρβολος, (76) κι' αμέσως να τον κράξης
για να τον διορθώσουμεν αυτόν.
Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ
Με τί χαρά,
ω συ! λαρύγγι ακάθαρτο! θά σπαζα [στα γερά]
όλους τους μασσητήρες σου, που μούχουν φαγωμένα
φορτώματα ολόκληρα!
ΠΛΑΘΑΝΗ
Και όσο πεια για μένα,
θα σε πετάξω στο γκρεμό!
Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ
Κ' εγώ μ' ένα δρεπάνι
θα κόψω το λαρύγγι σου, που μούχει θραύσι κάνη
εις τα ψωμιά.
ΠΛΑΘΑΝΗ
Στον Κλέωνα κ' εγώ θα πάω πάλι
να ρθή, κι' από τη μύτη σου όλα να σου τα βγάλη.
(Αποσύρονται ταχέως)
ΣΚΗΝΗ ς'.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ — ΞΑΝΘΙΑΣ — ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (καθ' εαυτόν)
Μου φαίνεται πως χάθηκα, αν δεν τα καταφέρω
νάν' ο Ξανθίας φίλος μου.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ησύχασε και ξέρω...
δεν ξαναγίνομ' Ηρακλής.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (ικετευτικώς)
Καθόλου; [δεν θα γίνης]
ξανθούλη μου ;
ΞΑΝΘΙΑΣ (ειρωνικώς)
Πώς γυιός εγώ θα γίνω της Αλκμήνης,
που είμαι δούλος και θνητός ;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (κολακευτικώς)
Εθύμωσες, το ξέρω·
μα κ' έχεις δίκηο· δείρε με και θα το υποφέρω.
Μ' αν τύχη κι' άλλη μια φορά στα ξαναπάρω να ντυθώ,
να θάψω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου· να χαθώ
κ' εγώ, και ο Αρχέδημος, που τσίμπλες έχει βγάλη.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Καλά, τον όρκο δέχομαι, και θα τα πάρω πάλι.
(Ο Ξανθίας και ο Διόνυσος ανταλλάσσουν εκ νέου περιβολάς, ώστε ο πρώτος να φαίνεται Ηρακλής, και ο δεύτερος θεράπων- Διαρκούσης της νέας ταύτης μετενδύσεως ο Χορός απαγγέλλει τας κάτωθι στροφάς:)
ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ (προς τον Ξανθίαν)
Είνε πεια δουλειά σου τώρα
τη στολή αφού επήρες, πούχες δω και λίγην ώρα,
και το νειό να ξανακάνης,
και να θυμηθής πως πρέπει
ένα γύρω η ματιά σου φοβερά ν' αγριοβλέπη,
το θεό (77) σαν παριστάνεις.
Μ' αν σε νοιώσουμε ν' αρχίσης
σαχλαμάρες
και μας κόψης κουταμάρες,
εις τα στρώματα και πάλι εξ ανάγκης θα γυρίσης.
ΞΑΝΘΙΑΣ (προς τον Χορόν)
[Δίκηο έχετε], ω άνδρες, δεν είνε κακή πολύ
η δική σας συμβουλή·
μα κ' εγώ το ίδιο τώρα μέσ' στο νου μου έχω βάλη·
γιατί αν κανένα πράμα για συμφέρον έβγη πάλι,
ξέρω [πως θα μετανοιώση] και θα μου το ξαναπάρη.
Μα εγώ θα δείξω τώρα πόσον είμαι παλληκάρι
και το μάτι μου θα βλέπη
σαν τη ρίγανη [δριμύ]·
μα μου φαίνεται πως πρέπει
από τούτη τη στιγμή
[το καθήκον μου] ν' αρχίζω,
γιατί άκουσα στη θύρα κάποιο κτύπημα [νομίζω].
(Ο Ξανθίας λαμβάνει κωμικώς ηρωικήν στάσιν, πάλλων το ρόπαλον του Ηρακλέους. — Εξέρχεται εκ του Ανακτόρου του Πλούτωνος ο ΑΙΑΚΟΣ ακολουθούμενος από θεράποντας ραβδούχους).
ΣΚΗΝΗ Ζ'.
ΑΙΑΚΟΣ — (ΘΕΡΑΠΟΝΤΕΣ) και οι ΑΝΩΤΕΡΩ
ΑΙΑΚΟΣ (προς τους ακολούθους του)
Γρήγορα δέστε τον αυτόν το σκυλλοκλέφτη (78) τώρα,
να δώση λόγο!.. γρήγορα!.. (μη χάνετε την ώρα!.
(Οι ακόλουθοι ορμούν προς τον Ξανθίαν)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (απομακρυνόμενος έμφοβος)
Ωχ, νά!.. πλάκωσεν η μπόρα!
ΞΑΝΘΙΑΣ
(αμυνόμενος, προς τους ακολούθους)
Να χαθήτε, βρε, δεν πάτε ;
μη ζυγώνετ' εδώ πέρα!
ΑΙΑΚΟΣ
Εμπρός!.. [θάρρος]!.. πολεμάτε!..
ο Διτύλας, κι' ο Σκεβλύας κι' ο Παρδόκας (79), προχωρήστε
και αυτόν εδώ χτυπήστε!
(Γίνεται συμπλοκή. — Ο Ξανθίας δέρει τους ακολούθους, οι οποίοι υποχωρούν)
Ε! μα φοβερό δεν είνε, ξένα πράματα να παίρνη
και στο τέλος να μας δέρνη;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
(Υπό πνεύμα διαβολής, ώστε να προκαλέση νέον ερεθισμόν κατά του Ξανθία, διά να μη στραφή η οργή κατ' αυτού).
Είνε πράμα φοβερό!
ΑΙΑΚΟΣ
Φοβερό και τρομερό!
ΞΑΝΘΙΑΣ (συνδιαλλακτικώς)
Μα τον Δία, εδώ πέρα
εάν ήλθα κάμμιά μέρα,
και αν 'ίσως χέρι κλέφτη έβαλα σε πράμ' απάνω,
που ν' αξίζη και μια τρίχα, δέχομαι και να πεθάνω.
Μα για χάρι σου [ως τόσο]
μιαν απόδειξι μεγάλη [ 'ς όσα είπα] θα σου δώσω:
(Δεικνύων τον Διόνυσον)
Πιάσε το παιδί ετούτο και βασάνισ' το γερά,
κι' αν σου πη πως σούχω κάμη αδικία μια φορά,
πάρε με και σκότωσέ με.
ΑΙΑΚΟΣ
Με ποιόν τρόπο θα το κάνω;
ΞΑΝΘΙΑΣ
[Κάμε το] με κάθε τρόπο: δέσε τον σε σκάλ' απάνω,
κρέμασε τον, χτύπησε τον με καμτσίκι από γουρούνι,
δείρε τον, ξεσβέρκωσε τον, χύσ' του ξείδι στο ρουθούνι,
[κάψε] βάλ' του κεραμίδες,
κι' άλλα, όξω από πράσο κι' από φρέσκες πρασουλίδες (80).
ΑΙΑΚΟΣ
Μωρ' τι λες ;! κι' αν σακατέψω του παιδιού αυτού το σώμα
απ' το ξύλο, θα γυρεύης και την πληρωμήν ακόμα
της ζημιάς.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Εγώ; καθόλου [τέτοιο πράμα]· άρπαξε τον
κι' όσο θες βασάνισέ τον! (81)
ΑΙΑΚΟΣ
Ε, λοιπόν, κ' εγώ θα κάνω την ανάκρισι μπροστά σου.
(Προς τον Διόνυσον)
Βάλε συ τα πράματά σου
κάτω γρήγορα, και ψέμα να μη μας ειπής κανένα.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Στον καθέν' απαγορεύω για να βασανίζη εμένα·
είμ' αθάνατος, Ειδ' άλλως, όποιος λίγο μ' ενοχλήση,
το ξερό του θα χτυπήση.
ΑΙΑΚΟΣ
Τι μας λες ;!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Αυτό που λέω· είμ' αθάνατος, [θεός],
Βάκχος, τέκνον του Διός,
και αυτόν τον έχω δούλο.
ΑΙΑΚΟΣ (προς τον Ξανθίαν)
Τον ακούεις πώς μιλεί;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Έτσι λέω· και για τούτο θέλει ξύλο πειο πολύ·
γιατί, αν είναι, όπως λέει, και θεός αληθινά,
στης ξυλιές δεν θα πονά.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Κι' αφού δέχεσαι πως είσαι Ηρακλής, και μας κομπάζεις,
γιατί τάχα σαν εμένα να της φας δεν δοκιμάζεις;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τάπες δίκηα και σωστά.
(Προς τον Αιακόν)
Κι' όποιον 'δης από τους δυο μας πως θα κλάψη πειο μπροστά
και περσσότερο πονέση απ' το ξύλο, τότε κρίνε
πως αυτός θεός δεν είνε.
ΑΙΑΚΟΣ
Α, λοιπόν συ πρέπει νάσαι και παλληκαράς λαμπρός,
και τραβάς γραμμή στο δίκηο. Έλα! να γδυθήτ', εμπρός!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Πώς ο νους σου θα μας κρίνη
και με την δικαιοσύνη;
ΑΙΑΚΟΣ
Κρίσιν εύκολα θα βγάλω·
[της ξυλιές θα της μοιράζω] μια στον ένα, μια στον άλλο.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Καλά λες· κύτταξε τώρα για να ιδής αν θα σαλέψω
ΑΙΑΚΟΣ (ραβδίζων αυτόν)
Νά, σ' εχτύπησα.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Καθόλου.
ΑΙΑΚΟΣ
Μα κ' εγώ θα το πιστέψω·
στάσου τώρα να χτυπήσω και αυτόν εδώ επίσης.
(κτυπά τον Διόνυσον)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Καλά, πότε θα κτυπήσης ;
ΑΙΑΚΟΣ
Μα σε χτύπησα.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Αλήθεια; πώς δεν μούρθε φτερνητό;
ΑΙΑΚΟΣ
Ξέρω γω ; ας δοκιμάσω κι' άλλη μια φορά [μ' αυτό].
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κάμε γρήγορα.
(Ο Αιακός κτυπά· ο Ξανθίας μορφάζων από πόνον:)
Πωπώπω!
ΑΙΑΚΟΣ
Τ' είναι το πωπώπω ; μήπως
και σε πόνεσεν [ο χτύπος] ;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Όχι, μα τον Δία· [μόνον]
τον καιρό των Διομείων (82) συλλογίσΘηκα αγώνων
στο Ηράκλειο.
ΑΙΑΚΟΣ
[ Αλήθεια ;] Θεοσέβεια που έχει!
ας τραβήξω κατά τούτον [πάλι].
(Στρέφεται προς τον Διόνυσον και τον κτυπά)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (πονών)
Ω!... ω!... ω!...
ΑΙΑΚΟΣ
Τι τρέχει;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προσποιούμενος αδιαφορίαν)
Νά, καβαλλαραίους βλέπω.
ΑΙΑΚΟΣ
Γιατί κλαις, [μ' αυτόν τα ίδια];
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Να...μυρίσθηκα κρομμύδια.
ΑΙΑΚΟΣ
Για το ξύλο δεν σε μέλει;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Δεν με μέλει [και πολύ].
ΑΙΑΚΟΣ
Ας τραβήξω κατά τούτον.
(κτυπά τον Ξανθίαν)
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ωχ, αλλοί και τρισαλλοί!
ΑΙΑΚΟΣ
Ε λοιπόν, τι έχεις πάθη ;
ΞΑΝΘΙΑΣ
(αναστρέφων τον πόδα και δεικνύων την πτέρναν)
Βγάλε μου αυτό ταγκάθι.
ΑΙΑΚΟΣ (στενοχωρημένος)
Μωρέ τ' είν' αυτό! ας στρίψω κατ' αυτόν εδώ [το φίλο].
(κτυπά τον Διόνυσον)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (αλγών καταφανώς)
Ω Απόλλων, που υπάρχεις στους Δελφούς και εις τη Δήλο!
ΞΑΝΘΙΑΣ (με πνεύμα διαβολής)
Δεν ακούς ; έχει πονέση!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Δεν αισθάνομαι τον πόνο,
γιατί έβαλα στο νου μου έναν ίαμβο [και μόνο]
του Ιππώνακτος. (83)
ΞΑΝΘΙΑΣ
Αμ' έτσι δεν θα κάνης και δουλειά.
Πάστρεψέ του την κοιλιά.
ΑΙΑΚΟΣ
Μα τον Δία, έχεις δίκηο.
(προς τον Διόνυσον)
Γύρισε μου την κοιλιά σου.
(κτυπά τον Διόνυσον εις την γαστέρα)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (αλγών)
Ποσειδώνα!...
ΞΑΝΘΙΑΣ (χαιρεκάκως)
Κάποιος σκούζει!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (εξακολουθών ως ανωτέρω)
...πούχεις τα βασίλεια σου
στου Αιγαίου τακρωτήρια και στης θάλασσας τα βάθη
τα γαλάζια! (84)
ΑΙΑΚΟΣ
Αν είν' έτσι δεν μπορεί κάνεις να μάθη,
μα τη Δήμητρ' απ' τους δυο σας ποιος είνε σωστή θεότης.
Μπήτε μέσα [στο παλάτι] και [ο Πλούτων] ο δεσπότης
κ' [η κυρά] η Περσεφόνη,
που είνε θεοί κ' εκείνοι, θα το καταλάβουν μόνοι.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Καλά λες· κ' ήθελα τούτο μοναχός σου να το νοιώσης.
πριν να με ξυλοφορτώσης.
(Ο Διόνυσος και ο Ξανθίας εισέρχονται εις το Ανάκτορον του Πλούτωνος,
ακολουθούντος του Αιακού).
ΣΚΗΝΗ Η'.
ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ
Μούσα των ιερών χορών! μ' εμάς να ρθής
να ευφρανθής
με τα γλυκά τραγούδια μας, να ιδής εδώ [που τρέχει]
το πλήθος του λαού, οπού σοφίαν έχει
κάθε λογής, και πειο ευγενική
κι' από τον Κλεοφώντα (85) — που με βουητό
στα φλύαρα τα χείλη του, σε βάρβαρο φυτό,
αχολογά η χελιδόνα η θρακική,
και κελαδεί με κλάματα περίσσια
και μ' αηδονήσια (86)
φωνή,
ως που να καταδικασθή, κ' ισοψηφία αν φανή. (87)
Δίκηο είνε' ο ιερός χορός [να βγαίνη]
τα φρόνιμα και τα καλά στην πόλι να μαθαίνη.
Έχουμε σκέψι πρώτη,
πως πρέπει κ' οι πολίτες μας να έχουν την ισότη,
κ' οι φόβοι [για τον πόλεμο] να πάψουνε οι μεγάλοι·
και αν από το Φρύνιχο, (88) που έμβασε την πάλη
στην τραγωδία,
εξεγελάσθηκε κανείς, ας έλθη ν' απολογηθή
γι αυτήν την αμαρτία,
και να συχωρεθή.
Γιατί, νομίζω, άτιμον στην πόλι πως δεν πρέπει
κανένας μας να βλέπη.
Κ' είνε γελοίο πραγματικά
οι δούλοι, που ναυμάχησαν (89) κι' αυτοί [σαν στρατιώτες]
για μια φορά, να γίνουνε των Πλαταιών δημότες
και από δούλοι αφεντικά!
Δεν θέλω βέβαια να ειπώ η πράξις πως δεν είνε' καλή.
γι' αυτό και σεις το κάνατε κ' εγώ το επαινώ πολύ·
μα πρέπει να συχωρεθούν για μια τους αμαρτία
κι' όσοι πολίτες γνήσιοι μέρος στη ναυμαχία
κι αυτοί και οι πατέρες τους ελάβανε μαζύ σας. (90)
Σεις είσθε φυσικά σοφοί· αφήστε την οργή σας,
ω άνδρες, και απόφασιν ας πάρουμε [στην πόλι],
όσοι εναυμαχήσανε να γίνουν ίσοι όλοι
κ' επίτιμοι πολίτες·
κι αν στέκουμε περήφανοι και με ψηλά της μύτες,
όταν η πόλις βρίσκεται στου κύματος την αγκαλιά,
εις τους μετέπειτα καιρούς δεν θα φανή σοφή δουλειά.
Και αν να κρίνω ήθελα [μέσα 'ς αυτόν τον τόπο]
και τη ζωή του καθενός πολίτη και τον τρόπο
που πρέπει να τιμωρηθή, μα ούτ' ο πίθηκος αυτός
ο Κλειγένης (91) ο κουτός,
θάμενε για πολύν καιρό,
πούχει μυαλό πειο πονηρό
από τον κάθε λουτρατζή, όπου το σταχτονέρι
να το νοθεύη ξέρει
[και να τανακατώνη
κρυφά] με Κιμωλία γή και ψευτονίτρου σκόνη·
και με το να το ξέρη
τι φτιάνει, αρματώνεται μ ένα ραβδί στο χέρι,
μη τον ευρή χωρίς ραβδί κανένας, και τον γδύση
απάνω στο μεθύσι.
Πολλές φορές το είδαμ' όλοι
αυτό που είχε πάθ' η πόλι
με τους πολίτες τους καλούς, όπως κανείς παθαίνει
με το παληό το νόμισμα, όταν καινούργιο βγαίνη:
άχρηστο: μένουν οι παληοί
όπου δεν είνε κίβδηλοι, και είν' απ' όλους πειο καλοί —
σαν τα παληά νομίσματα τα περιφρονημένα,
μόλο που κόπηκαν σωστά κ' είνε δοκιμασμένα
στους ξένους και στους Έλληνας, μα προτιμάτε τα χαλκά,
που κόπηκαν τώρα κοντά,
κι' ας ήνε όλα κίβδηλα και από μέταλλα κακά.
Έτσι, το ίδιο καταντά
με τους πολίτες: σαν κανείς
τους κρίνη άνδρας ευγενείς,
φρόνιμους, δίκηους και καλούς, και στην παλαιστική
αναθρεμμένους, στους χορούς και εις τη μουσική,
τους διώχνουμε σαν τιποτένιους·
και τους κοκκινομάλληδες, (92) και τους χαλκωματένιους,
που είνε ξένοι και κακοί κι' από κακή καταγωγή,
μόλις έλθουν 'ς αυτή τη γη
τους τα προσφέρουμ' όλα,
που πριν δεν θάσαν άξιοι να πάρουν ούτε φόλα (93)
Μα τώρα, ω ανόητοι! ν' αλλάξετε τους τρόπους
και πάλι να τους πάρετε τους τίμιους ανθρώπους.
Αν θα το κάματε αυτό,
είνε καλό κ' επαινετό.
μ' αν γίνουνε και λάθη, —
για την κρεμάλα πειο καλό είν' το γερό το ξύλο·
και κάλλιον [από φίλο]
κανένας να την πάθη,
κι' από σοφόν και γνωστικόν,
[παρά να πάθη απ' τον κακόν]!
(Εξέρχονται εκ του Ανακτόρου ο Αιακός και ο Ξανθίας).
ΣΚΗΝΗ Θ'.
ΑΙΑΚΟΣ — ΞΑΝΘΙΑΣ — ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ
ΑΙΑΚΟΣ
Μα τον Δία τον σωτήρα! ο δικός σου ο δεσπότης
είνε παλληκάρι πρώτης!
ΞΑΝΘΙΑΣ
πώς τον θέλεις παλληκάρι να μη φαίνεται [μεγάλο]
που δεν ξέρει τίποτ' άλλο
παρά μόνο το πιοτό και το γαμήσι;
ΑΙΑΚΟΣ
Απορώ
πώς δεν σου δωκε γερό
ξύλο, που εξεσκεπάσθης πως δεν εισ' αφεντικό,
όπως ήθελες να δείξης, παρά μόνον δουλικό.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ναι, μα θα κλαιγε κι' εκείνος.
ΑΙΑΚΟΣ
Μπράβο σου! στο δούλο πρέπει
[τον αφέντη του να βρίζη, αν εκείνος δεν τον βλέπη],
όπως συ το κάνεις τώρα· μα κ' εγώ κάθε φορά
έτσι κάνω με χαρά.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μπα! σου φαίνεται καλό ;
πες μου, σε παρακαλώ.
ΑΙΑΚΟΣ
Όταν στα κρυφά τον βρίζω, επιτηρητής θαρρώ
[στα μυστήρια] πως είμαι, [πούνε πράμα ιερό]. (94)
ΞΑΝΘΙΑΣ
Και τι λες [κάθε φορά]
σαν της τρως εις τα γερά,
και τραβιέσαι προς την θύρα του σπιτιού με μουγκρητό;
ΑΙΑΚΟΣ
Α τρελλαίνομαι γι' αυτό!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Και τι νοιώθεις, με το ξύλο σαν σου κάνουνε κακό;
ΑΙΑΚΟΣ
Μα τον Δία! δεν είν' άλλο από τούτο πειο γλυκό!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ζευ θεέ! που προστατεύεις κάθε όμοιο πράμα! (95) — [Στάσου]:
κι' όταν πας να κρυφακούσης το τι λεν ταφεντικά σου;
ΑΙΑΚΟΣ
Τούτο πεια μου φέρνει τρέλλα, μα κι' ακόμα πειο πολύ!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κι' όταν βγαίνης στην αυλή
και τους βρίζης στους γειτόνους ;
ΑΙΑΚΟΣ
Τέτοιαν ηδονή μου δίνει,
όταν κάνω τέτοιο πράμα, που νομίζω πως μου χύνει!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ω Απόλλων μου και Φοίβε! — Δος μου [σε παρακαλώ]
το δεξί σου το χεράκι, φίλα με να σε φιλώ,
κ' έλα πες μου, μα τον Δία,
— που κι' αυτός είνε μπασμένος σαν εμάς εις την δουλεία —
σαν τι γίνετ' εκεί μέσα, που αντηχούσαν τόσοι λόγοι
και βοή και βρισολόγι ;
(Ακούεται έσωθεν θόρυβος φιλονεικίας).
ΑΙΑΚΟΣ
Του Αισχύλου κ' Ευριπίδη...
ΞΑΝΘΙΑΣ
Αι!
ΑΙΑΚΟΣ
Μεγάλη φασαρία,
κ' έκαμαν οι πεθαμένοι στάσι.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Και για ποιαν αιτία ;
ΑΙΑΚΟΣ
Είνε νόμου διατάξεις εδώ κάτω, σχετικές
με της τέχνες της μεγάλες και της πειο ευγενικές:
από τους τεχνίτες όλους ο πειο πρώτος [γι' αμοιβή του,
δωρεάν] στο Πρυτανείο (96) θα λαβαίνη την τροφή του
κι' αυτός [μόνο]
θάχη θρόνο
εις τα πλαγινά στημένο
απ' του Πλούτωνος το θρόνο.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μάλιστα, καταλαβαίνω.
ΑΙΑΚΟΣ
Ως που να ξανάρθη άλλος με την τέχνη πειο μεγάλη,
οπού τότ' αυτός το θρόνο θα τον παραδώση πάλι.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κι' ο Αισχύλος τι φοβάται;
ΑΙΑΚΟΣ
Μόνος του κρατούσ' αυτός
τον τραγωδικό το θρόνο, πούνε πλέον δυνατός.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ε, και τώρα ποιος τον πήρε από κείνον;
ΑΙΑΚΟΣ
Απ’ την ώρα
που κατέβη ο Ευριπίδης [εις αυτήν εδώ τη χώρα],
επιδείχθηκε [στους δρόμους]
σε κακούργους (97) λωποδύτες και σε βαλλαντιοτόμους
κι' όσους να τρυπούν της μάνδρες ξέρουνε καλά τον τρόπο,
— -όπου είνε από δαύτους πληθυσμός 'ς αυτόν τον τόπο, —
κι' όλοι αυτοί, με το ν' ακούσουν κάθε του αντιλογία,
της στροφές, τους λυγισμούς του, τέτοια πάθαινε μανία,
που για πειο σοφόν απ' όλους τον επήραν τούτον μόνο,
κ' έτσι, από φαντασμάρα, άρπαξε κι' αυτός το θρόνο
που καθόνταν' ο Αισχύλος.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Δεν του πέταξαν οι άλλοι
και λιθάρια [στο κεφάλι];
ΑΙΑΚΟΣ
Μα τον Δία, δίκηο έχεις, μα [εβγήκε] να ζητήση
με τρανή βοήν ο δήμος για τους δυο να γίνη κρίσι,
και ν' αποδειχθή ποιος θάνε ο σοφώτερος στον τρόπον.
ΞΑΝΘΙΑΣ
[Βρε ποιος δήμος κάνει κρίσι]; Τούτος δω των παληανθρώπων;
(Δεικνύει το κοινόν)
ΑΙΑΚΟΣ
Πες και κάτι παραπάνω.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μα καλά και ο Αισχύλος
πώς κανένα δεν ευρήκε νάνε σύμμαχος [και φίλος];
ΑΙΑΚΟΣ
Ε, μα ξέρεις, κ' εδώ κάτω, όπως και στον τόπον τούτον,
(δεικνύει το κοινόν.)
λίγοι έχουν την τιμήν τους.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ε, και τι θα κάμη ο Πλούτων;
ΑΙΑΚΟΣ
Νά, αγώνα θα τους φτιάση,
είδος κρίσι, και την τέχνη καθενός να εξετάση.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μα για πες μου: τι συνέβη
που ο Σοφοκλής δεν πήρε τα πρωτεία;
ΑΙΑΚΟΣ
Σαν κατέβη
[εις αυτά εδώ τα μέρη
πήγε], του πιασε το χέρι
τον εφίλησε [σαν φίλο]
κ' υποχώρησεν, ο θρόνος ν' απομείνη στον Αισχύλο.
Τώρα δευτερώτερός του εις το πλάγι θα καθήση,
όπως είπ' ο Κλειδημίδης (98)· ο Αισχύλος αν νικήση,
θαν' τα πράματα όπως πρώτα· μ' αν στην τέχνη νικηθή,
τότε μένει ο Ευριπίόης και μ' αυτόν θα μετρηθή.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ε, και τι θ' ακολουθήση;
ΑΙΑΚΟΣ
Νά, εδώ και λίγη ώρα το τρανό κακό θ' αρχίση,
και θα ζυγισθ' η αξία καθενός στη ζυγαριά.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Θα ζυγίσουν τραγωδίες [για να βρουν την πειο βαρειά];
ΑΙΑΚΟΣ
Ναι, και θα μετακομίσουν
και κανόνες, και τα λόγια με την πήχη θα μετρήσουν,
και περβάζια θα τους βάλουν...
ΞΑΝΘΙΑΣ
Πλίθες απ' τη γη θα βγάλουν;!
ΑΙΑΚΟΣ
Και [θα βάλουνε ακόμη]
'ς αυτές σφήνες, διαμέτρους. Είν' του Ευριπίδη γνώμη
ότι στίχο με το στίχο η εξέτασις να γίνη
εις της τραγωδίες πρέπει.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μα θαρρώ πως θα το κρίνη
τέτοιο πράμα ο Αισχύλος σαν πολύ βαρύ [και μαύρο].
ΑΙΑΚΟΣ
Βέβαια· θα σκύψη κάτω και θα βλέπη σαν τον ταύρο. (99)
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ε, κι' αυτά ποιος θα τα κρίνη ;
ΑΙΑΚΟΣ
Βλέπω δύσκολον τον τρόπον,
γιατί βρίσκουνε κ' οι δυο τους έλλειψι σοφών ανθρώπων·
αφού μάλιστ' ο Αισχύλος για κριτάς του [καθώς πρέπει]
ούτε και τους Αθηναίους παραδέχεται.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Θα βλέπη
[με το κόμμα του Ευριπίδη] λωποδύτες αρκετούς.
ΑΙΑΚΟΣ
Κι' αν ειπής και για τους άλλους, μήπως δέχεται κι' αυτούς
πως μπορούνε νάχουν γνώμη
και για ποιητάς ακόμη;
Έτσι τον αφεντικό σου για κριτή θα φέρουν γύρα
που χει [λένε] για την τέχνη του θεάτρου [κάποια] πείρα. (100)
Έλα τώρα πάμε μέσα· γιατί, σαν ταφεντικά μας
κάτι γρήγορα γυρεύουν, το ξεσπάνε στα πλευρά μας!
(Εισέρχονται αμφότεροι εις το Ανάκτορον).
ΣΚΗΝΗ Ι'.
ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ
Στην ψυχή του δίχως άλλο
ο βροντόφωνος Αισχύλος θάχη το θυμό μεγάλο,
όταν τον αντίπαλό του τον σκουξιάρη θ' αντικρύζη,
που τα δόντια θ'ακονίζη.
Απ' τη μανία τη μεγάλη
και τρομερή
θα γίνη πάλη
με λόγια, που θα μοιάζουνε με κράνη αστραφτερά
που νάχουν κι' αλογοουρά,
[λόγια] — αγκίδες καλαμιού — παρακινδυνευμένα,
μα κ' έργα τορνευμένα·
Κι' ο [Ευριπίδης] από δω προφύλαξι θα πάρη
[απ' τον Αισχύλο τον αντίπαλο του],
που μοιάζει κάθε λόγος του με καβαλλάρη,
κ' έχει την τέχνη μέσα στο μυαλό του.
Και ο [Αισχύλος από κει] τη χαίτη του τινάζοντας
απ' τα δικά του τα μαλλιά, τα πυκνωμένα,
θα ειπή με βροντερή φωνή και σκουντουφλιάζοντας
λόγια σφιχτοδεμένα,
και ξεκολλώντας [τώνα με το άλλο],
όπως σανίδες καραβιού από σεισμό μεγάλο! (101)
Μα και του άλλου η γλώσσα η γυαλιστερή
και η καλοδεμένη,
θα βγη ξετυλιγμένη·
οι χαλινοί της οι φθονεροί
θα κινηθούνε, και [δεν θ' αργήση]
να κομματιάση, να λεπτολογήση,
τα λόγια, που [για να τα ειπή κανένας μόνο,
θα νοιώση να του φέρνουνε μέσ'] στα πλεμόνια πόνο!
ΑΥΛΑΙΑ