WeRead Powered by ReaderPub
Βάτραχοι cover

Βάτραχοι

Chapter 8: ΣΚΗΝΗ Β'.
Open in WeRead

About This Book

A comic narrative follows a god who, unhappy with the state of contemporary tragedy, journeys to the underworld to retrieve a master playwright and ends up staging a mock contest between two celebrated tragedians. The plot interweaves farcical episodes, encounters with underworld guardians, and lively choral passages, using satire and parody to lampoon literary rivalry and theatrical decline. Alternating lyric interludes and spoken scenes, the piece frames a quasi-judicial debate about artistic merit, taste, and communal values, blending ritual imagery, comic stage business, and pointed commentary on poets and performance.

The Project Gutenberg eBook of Βάτραχοι

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Βάτραχοι

Author: Aristophanes

Translator: Polyvios Demetrakopoulos

Release date: December 31, 2008 [eBook #27668]
Most recently updated: March 12, 2012

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΒΆΤΡΑΧΟΙ ***

Note: The Table of contents is not included in the book. It has been created to help the reader. Numbers in parentheses relate to the footnotes that have been transferred at the end of the book. Their wording, wherever it refers to other footnotes, has been changed according to the new numbering. Brackets within the play are used by the translator for words not included in the ancient text to help the rhyming. I have used in two instances 2 brackets [[ ]] to denote erased text within the book. The four words have a high probability of being the correct ones, as some letters were showing and I have used other translations to determine their meaning.

The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. Spelling mistakes noted in a table at the end of the book have been taken into account. The spelling of the book has not been changed otherwise.

Σημείωση: Ο πίνακας περιεχομένων δεν υπάρχει στο βιβλίο. Δημιουργήθηκε προς διευκόλυνση του αναγνώστη. Οι αριθμοί σε παρενθέσεις αφορούν στις υποσημειώσεις που έχουν μεταφερθεί από το τέλος κάθε σελίδας στο τέλος του βιβλίου. Το λεκτικό τους, όπου αναφέρεται σε άλλες υποσημειώσεις, έχει αλλαχτεί σύμφωνα με την νέα αρίθμηση. Μέσα στο βιβλίο, οι αγκύλες [] χρησιμοποιούνται για λέξεις εκτός αρχαίου κειμένου που χρησιμοποιεί ο μεταφραστής για να διευκολύνει την ομοιοκαταληξία. Σε δυο περιπτώσεις έχω χρησιμοποιήσει διπλές αγκύλες [[ ]] για να υποδείξω σβησμένο κείμενο. Οι τέσσερις λέξεις είναι μάλλον οι σωστές, μια και μερικά γράμματα διαβαζόντουσαν και χρησιμοποίησα άλλες μεταφράσεις για να αποφασίσω το νόημά τους.

Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Τα παροράματα που είχαν σημειωθεί στο τέλος του βιβλίου, έχουν διορθωθεί. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ
ΒΑΤΡΑΧΟΙ

ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ

ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
 (POL ARCAS)

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ


ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ
ΒΑΤΡΑΧΟΙ


ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ
ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ


ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
1910

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
ΣΚΗΝΗ Α'. ( 1)- ( 6)
ΣΚΗΝΗ Β'. ( 7)- (29)
ΣΚΗΝΗ Γ'.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
ΣΚΗΝΗ Α'. (30)- (33)
ΣΚΗΝΗ Β'. (34)- (36)
ΣΚΗΝΗ Γ'. (37)- (45)
ΣΚΗΝΗ Δ'. (46)- (56)
ΣΚΗΝΗ Ε'. (57)
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ
ΣΚΗΝΗ Α'. (58)- (63)
ΣΚΗΝΗ Β'. (64)- (67)
ΣΚΗΝΗ Γ'. (68)- (70)
ΣΚΗΝΗ Δ'. (71)- (73)
ΣΚΗΝΗ Ε'. (74)- (76)
ΣΚΗΝΗ ς'. (77)
ΣΚΗΝΗ Ζ'. (78)- (84)
ΣΚΗΝΗ Η'. (85)- (93)
ΣΚΗΝΗ Θ'. (94)- (100)
ΣΚΗΝΗ Ι'. (101)
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ
ΣΚΗΝΗ Α'. (102)- (223)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΕΙΣ ΤΟΥΣ "ΒΑΤΡΑΧΟΥΣ"


Η παρούσα κωμωδία έχει κυρίως φιλολογικόν χαρακτήρα, αποτελούσα είδος συγκριτικής μεταξύ του Αισχυλείου θεάτρου και του Ευριπιδείου, και κατακρίνουσα την μετά τους μεγάλους τραγικούς επελθούσαν κατάπτωσιν της υψηλής θεατρικής παραγωγής εν Αθήναις. Ως εμφαίνεται εκ του συμπεράσματος του όλου έργου, ο Αριστοφάνης προκρίνει τον Αισχύλον, του οποίου κηρύττει και την αθανασίαν. Εις το έργον τούτο σατυρίζει ωσαύτως ο ποιητής τας περί του Άδου δοξασίας, την εμμονήν εις το θρησκευτικόν γράμμα και παρερμηνείαν του πνεύματος και του ηθικού συμβολισμού των μυστηρίων και εορτών, τας καταχρήσεις των στρατηγών και λοιπών αρχόντων, την εξίσωσιν των ατίμων προς τους εντίμους και εν γένει πάσαν πολιτειακήν διαφθοράν, κατά το σύνηθες αυτώ.

ΠΡΟΣΩΠΑ


ΔΙΟΝΥΣΟΣ (Βάκχος)
ΞΑΝΘΙΑΣ (υπηρέτης)
ΗΡΑΚΛΗΣ
ΕΙΣ ΝΕΚΡΟΣ
ΧΑΡΩΝ
ΑΙΑΚΟΣ κριτής του Άδου
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ της Περσεφόνης
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
ΠΛΟΥΤΩΝ
ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ
ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ
ΠΑΝΔΟΧΕΥΤΡΙΑ (Ξενοδόχος)
 (ΠΛΑΘΑΝΗ)

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ
Β Α Τ Ρ Α Χ Ο I

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

Η σκηνή παριστά οδόν τινα παρά την Τίρυνθα, εις την οποίαν βλέπει μικρός οικίσκος — κατοικία του Ηρακλέους. Εισέρχεται ο Διόνυσος, ενδεδυμένος, κιτρίνην πολυτελή εσθήτα, άνωθεν αυτής φέρει λεοντήν, εις τους πόδας κόθορνον θεατρικόν και σύρων ρόπαλον βαρύ, ως Ηρακλής. Ακολουθεί ο Ξανθίας επί όνου, φέρων επί της ράχεώς του δέμα στρωμνής προσηρμοσμένον επί ξύλου.

ΣΚΗΝΗ Α'.


ΔΙΟΝΥΣΟΣ - ΞΑΝΘΙΑΣ

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Να ειπώ, αφέντη, κάτι τι απ' τα συνηθισμένα
  που του θεάτρου οι θεαταί γελάνε ολοένα;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Πες ό,τι θέλεις· πρόσεξε μη βγάλης απ' το στόμα σου
  ότι το φόρτωμά σου αυτό ετσάκισε το σώμα σου,
  γιατί αρκετά της άκουσα και αυτές της αηδίες
                      [σε τόσες κωμωδίες (1)]

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Ε, άλλο χωρατό να ειπώ κανένα ό,τι λάχη ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Εξ απ' αυτό: « μου τσάκισε το φόρτωμα τη ράχη».

ΞΑΝΘΙΑΣ
            Χεμ! τι να ειπώ για χωρατό ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Ό,τι αγαπάς, εξ' απ' αυτό.

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Ποιό ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
      Απ' τον ένα νώμο σου τραβάς το φόρτωμά σου
  στον άλλο νώμο, σαν να θες να κάνης τα κακά σου.

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Να μην ειπώ, το πως αυτό το βάρος μ' έχει σπάση,
  και αν κανένας δεν βρεθή να μου το κατεβάση
                      θ' αναγκασθώ να κλάσω ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Ούτε κι' αυτό· η όρεξι σαν μούρθη να ξεράσω,
  ο ίδιος να το ειπής, εγώ, θα σε παρακαλέσω.

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Τότε γιατί τα πράματα στη ράχη μου να θέσω,
  μην έχοντας δικαίωμα να ειπώ κ' εγώ αστεία,
  καθώς αυτή του Φρύνιχου (2) του Λύκι κι' Αμειψία (3),
  που φορτωμένος πάντοτε στης κωμωδίες χώνουνε,
            [κι' αστεία ξεφορτώνουνε;]

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Να μην το κάμης, γιατί εγώ και να τ' ακούσω μόνο
  τέτοια σαχλά στο θέατρο, μα κι' από ένα χρόνο
  περσσότερο μου φαίνεται πως φεύγω γερασμένος.

ΞΑΝΘΙΑΣ
            Ωχ! ο δυστυχισμένος!
  ο σβέρκος μου τσακίσθηκε και τώρα δεν αντέχω!
            κ' έπειτα να μην έχω
  δικαίωμα, βρε αδελφέ, να ειπώ και δυο αστεία;!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Έπειτα είνε τεμπελιά τρανή κι' αχαριστία,
            Διόνυσος εγώ, θεός,
            γυιός του Σταμνίου (4) [του Διός],
  να παίρνω τέτοια κούρασι, πεζός να ταξιδεύω,
  και να τον έχω αυτόν εδώ να τον κ α β α λ λ ι κ ε ύ ω (5)
            για να μην υποφέρη,
            και βάρος να μη φέρη.

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Και πώς ; δεν φέρνω απάνου μου μια φορτωσιά μεγάλη ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Πώς φέρνεις, βρε, που φέρνεται σε άλλο πράμα πάλι ;

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Νά, φέρνω αυτά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Τα φέρνεις πώς ;

ΞΑΝΘΙΑΣ
                      Δεν υποφέρω τάχα;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Αυτά τα φέρνει ο γάιδαρος και όχι εσύ, [βρε χάχα]!

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Μα το θεό, και όμως
  ο γάιδαρος δεν τάχει αυτά πούχει ο δικός μου νώμος.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Αφού και άλλος φέρνει εσέ, πώς συ το φέρνεις τάχα
  το φόρτωμα ;

ΞΑΝΘΙΑΣ
            Ξέρω κ' εγώ ; νά, ξέρω αυτό μονάχα:
  ο νώμος μου πως έσπασε.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                      Αφού μου λες εμένα
  το πως δεν βρίσκεις όφελος στο γάιδαρο κανένα,
  πάρ' τον κι' αυτόν στον ώμο σου.

ΞΑΝΘΙΑΣ
                          Μωρέ, τι δυστυχία!
  που μέρος αν ελάβαινα κ' εγώ στη ναυμαχία
  [στης Αργινούσες, που μαζύ πολέμησαν κ' οι δούλοι
  και γι' αμοιβή της νίκης τους λευθερωθήκαν ούλοι] (6)
            θα σου 'λεγα: βουρλίσου.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Παληάνθρωπε! γκρεμίσου!
  γκρεμίσου κάτω! — Έφθασα στην πόρτα τούτη τώρα
  που' πρεπε να την κτύπαγα εδώ και τόσην ώρα.

 (Κρούει την θύραν).

  Ε, παιδί! παιδί!

 (Εμφανίζεται ο Ηρακλής εις την θύραν φέρων ωσαύτως λεοντήν και ρόπαλον)

ΣΚΗΝΗ Β'.


ΗΡΑΚΛΗΣ και οι ανωτέρω.

ΗΡΑΚΛΗΣ
            Τι τρέχει ; ποιος κτυπά τη θύρα [πάλι
            και με δύναμι μεγάλη]
  σαν τον Κένταυρο ; Ποιος είσαι ; μίλησε!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (εξακολουθών να καλή ως έμφοβος)
                          Παιδί!

ΞΑΝΘΙΑΣ
                                          Τι τρέχει;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ξανθίαν)
  Δεν επρόσεξες ;

ΞΑΝΘΙΑΣ
            Τι πράμα ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (δεικνύων τον Ηρακλέα)
                      Μωρέ φόβο που τον έχει!

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Θα σε πήρε, μα τον Δία, για ζουρλόν εις την εντέλεια.

ΗΡΑΚΛΗΣ

 (παρατηρών περιέργως τον Διόνυσον και γελών)

  Δεν μπορώ να τα κρατήσω, μα τη Δήμητρα, τα γέλια·
  σφίγγομαι... μα τι να κάνω;... θα γελάσω...δεν αντέχω....

 (καγχάζει θορυβωδώς)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ηρακλέα)
  Βρε ευλογημένε, έλα, κι' από σε ανάγκην έχω.

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Μα μπορεί λοιπόν το γέλιο, αδελφέ να μη με πάρη,
  που σε ρούχο από μετάξι (7) βάζεις λιονταριού τομάρι;
  Δεν μου λες: ποιά σκέψι τάχα σ' έφερε 'ς αυτά τα μέρη
  με τον κόθορνο (8) στο πόδι, με το ρόπαλο στο χέρι;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Ξέρεις, ήμουν επιβάτης (9) του Κλεισθένη μέσ' στα πλοία.

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Μπα! αλήθεια ; και συ μέρος έλαβες στη ναυμαχία ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Κ' εβουλιάξαμε και πλοία
            δώδεκα ως δεκατρία,

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Εσείς ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
      Μα τον Απόλλωνα!

ΞΑΝΘΙΑΣ (ειρωνικώς)
                      Βέβαια· και σε λίγο.
  εξύπνησα!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Έτσι λοιπόν, [σαν έτυχε να φύγω]
  διαβάζοντας μονάχος μου 'ς εκείνο το ταξίδι
  την Ανδρομέδα, [δηλαδή το δράμα του Ευριπίδη],
            άξαφνα ένα πόθο
            μέσ' στην καρδιά μου νοιώθω,
            βάλε με νου σου πόσο.

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Πόθο; και πόσος ήτανε ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                      Πολύ μικρός, να, τόσο...

 (κάμνει σχήμα μεγάλου)

            μικρός καθώς ο Μόλων. (10)

ΗΡΑΚΛΗΣ
            Κι' αυτόν τον πόθον όλον
  τον είχες για γυναίκα ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (αρνητικώς)
                      Μπα!

ΗΡΑΚΛΗΣ
                          Παιδί;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (ως άνω)
            Μπα!

ΗΡΑΚΛΗΣ (με κάποιαν στενοχωρίαν)
                          [Τι συμβαίνει!]
  μήπως... για άνδρα ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (μετ' αηδίας)
                      Τατατά!

ΗΡΑΚΛΗΣ
                          Μήπως με τον Κλεισθένη...
  τη φτιάσατε ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Ωχ αδερφέ! την κοροϊδεία πάφ'τη·
  μα και γι' αυτό είμ' άσχημα και μέσα μου ανάφτει
            τέτοια φωτιά.

ΗΡΑΚΛΗΣ
                      Σαν πόση,
            βρε αδελφούλη ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                      Τόση,
  που είναι απερίγραπτη, μα θα στην εξηγήσω
   λιγάκι αλληγορικά·
   πες μου θα σ' ερωτήσω:
   μήπως και σούρθε όρεξι για φάβα ξαφνικά
   καμμιά φορά ;

ΗΡΑΚΛΗΣ (με έκφρασιν λαιμαργίας).
  Για φάβα ; ου!... [και μια φορά μονάχα];
  χίλιες φορές!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Να σου δωκα να καταλάβης τάχα,
  αυτό που θέλω να σου ειπώ, ή να σου το εξηγήσω
  αλλοιώτικα ;

ΗΡΑΚΛΗΣ
            Μην ξαναπής το ίδιο πράμα πίσω·
                όσο για φάβα, νοιώθω.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Τέτοιο λοιπόν αισθάνθηκα μέσ' στη καρδία μου πόθο
  γι' αυτόν τον Ευριπίδη.

ΗΡΑΚΛΗΣ
                      Μπα! [δεν το καταλαβαίνω]·
  πόθο αισθάνθης στην καρδιά για ένα πεθαμένο ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            [Κ' επιθυμία μεγάλη],
  που δεν μπορεί από το νου κανένας να μου βγάλη
  το να μην τρέξω να τον βρω.

ΗΡΑΚΛΗΣ
                      πού ; κάτω από το χώμα,
  στον Άδη ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
      Κι' αν βρισκότανε και παρά κάτω ακόμα.

ΗΡΑΚΛΗΣ
            Καλά· και όλ' αυτά γιατί ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Γυρεύω έναν ποιητή·
  κανένα πεια δεν έχουμε, και όσους έχουμ' άφ'τους,
  ούτε κι' αξίζει τίποτα κανένας από δαύτους.

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Μα τι, [μ' αυτούς τους ποιητάς, που λες, τους τελευταίους]
  τάχα δεν ζη κι' ο Ιοφών (11) [ο γυιός του Σοφοκλέους,
  αυτός, που στον πατέρα του έφτιασε τόσα πράματα,
  κ' είπε πως ήταν και ζουρλός, μα τούκλεφτε τα δράματα ;]

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Ε, μόνον τούτο το καλό έχουμ' απάνου-κάτου,
  κι' αν τώχουμε· τα έργα του αν είνε ιδικά του
  ποιος ξέρ' ή του πατέρα του ;

ΗΡΑΚΛΗΣ
                      Και δεν μου λες: γιατί
  από κει κάτω που ζητείς να φέρης ποιητή,
  δεν οδηγείς τον Σοφοκλή, που είνε και τρανότερος
  από τον Ευριπίδη αυτόν, κι' ακόμα γεροντότερος ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Όχι, ποτέ, πριν πιάσω
  και κατά μέρος μια φορά το γυιό του δοκιμάσω,
  με δίχως τον πατέρα του, να ιδώ τι τάχα φτιάνει.
  Κι' ο Ευριπίδης πονηριές μπορεί κ' εκεί να κάνη
                      και να επιχειρήση,
  κολλώντας εις το Σοφοκλή, στον κόσμο να γυρίση,
  ενώ αυτού του Σοφοκλή [είν' η ψυχή του μαλακή],
  ήταν καλόβολος κ' εδώ, Θάνε καλόβολος κ' εκεί.

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Και ο Αγάθων ; (12)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Μού φυγε και πάει. Ήταν άριστος
  για ποιητής, και ποθητός στους φίλους του κ' ευχάριστος.

ΗΡΑΚΛΗΣ
  πού βρίσκεται;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Στους μάκαρας κι' αυτός γλεντοκοπάει.

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Κι' ο Ξενοκλής ; (13)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Επέθανε, μα το θεό, και πάει.

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Και ο Πυθάγγελος ; (14)

ΞΑΝΘΙΑΣ
            Για με κανένας λόγος όμως,
  που μου τσακίσθηκε μ' αυτό το φόρτωμα ο νώμος.

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Και πώς τάχα, δεν υπάρχουν παιδαρέλια χίλια τόσα
  που να φτιάνουν τραγωδίες, δρόμο παίρνοντας στη γλώσσα,
            πειο πολύ κι' απ' Ευριπίδες;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Ναι, γλωσσούδικα είν' όλα και ως είδος αγουρίδες,
  φλύαρα σαν χελιδόνια, που την τέχνη τη χαλούνε,
            κι' όταν πεια τα επαινούνε
            χάνοντ' από τη χαρά τους,
  μόλις προς την τραγωδίαν ρίξουνε τα κάτουρά τους. (15)
  Τώρα γόνιμον κανένα ποιητή δεν θ' απαντήσης,
  να γεννά μεγάλα λόγια, όσο θέλεις κι' αν ζητήσης.

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Γόνιμον ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Που ευκολία νάχη δηλαδή μεγάλη
  ναραδιάζη κάτι τέτοια που θα τούρθουν στο κεφάλι:
  Σπίτι του Διός [να λέη] και παλάτι τον αιθέρα (16)
  για του χρόνου το ποδάρι (17)· [να σου λέη πάρα πέρα],
  και για γλώσσα [να σου λέη] όπου κάνει επιορκία
            δίχως της ψυχής κακία! (18)

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Ε, κι' αυτά σ' αρέσουν τάχα ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                          Και τρελλαίνομαι ακόμα.

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Δεν σου φαίνονται κ' εσένα πως γεμάτα είνε' από βρώμα ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Σπίτι έχεις· μην τρυπώνης μέσ' στο νου μου.

ΗΡΑΚΛΗΣ
                                          Και για μένα
  σαχλαμάρες είνε όλα όσα έχουν ειπωμένα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  [Συ για κριτικός δεν κάνεις]· να με μάθης πώς να τρώγω.

ΞΑΝΘΙΑΣ
            Και για μένα ούτε λόγο;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Ήλθα να σε βρω δω πέρα, όπως είσ' εσύ ντυμένος,
  να μου ειπής εκεί στον Άδη, όπου ήσουν παγεμένος,
  για το κάθε κατατόπι, αν μου το καλέσ' η χρεία,
  δηλαδή σταθμούς, λιμάνια, φούρνους με ψωμιά, πορνεία,
  βρύσες, πύλες, μονοπάτια, κατοικίες, κάθε στράτα,
  τέλος και ξενοδοχεία όχι με κορηούς γεμάτα.

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Και για μένα ούτε λόγο ;

ΗΡΑΚΛΗΣ (προς τον Ξανθίαν)
                      Δύστυχε! και θα τολμήσης
            για να πας και συ επίσης ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Άφησέ τον τούτον τώρα
            και μη χάνουμε την ώρα·
            πες μου για το δρόμο μόνο
  που οδηγεί στον Άδη κάτω, νάχω κέρδος μου το χρόνο,
            Θέλω να μην είνε όμως
  ούτε κρύος-παγωμένος, ούτε και ζεστός ο δρόμος.

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Για να ιδούμε σαν ποιό δρόμο να σου πρωτοδείξω τάχα ;
  του σκαμνιού και της κρεμάλας (19),-τούτον ξέρω εγώ μονάχα

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Δρόμο πνιγηρό μου είπες.

ΗΡΑΚΛΗΣ
                      Είνε κι' άλλος [δεν σου είπα]:
  είνε' ένα στενό, που βγαίνει από του γουδιού την τρύπα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Α, το κώνειον ;

ΗΡΑΚΛΗΣ
            Τι άλλο ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Είνε δρόμος παγωμένος
            και κακοχειμωνιασμένος
  και παγώνει και τα πόδια (20).

ΗΡΑΚΛΗΣ
            Να σου ειπώ και έναν άλλο
  δρόμο, γρήγορον ακόμα, με κατήφορο μεγάλο ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Ναι, τον προτιμώ αυτό
            που δυσκολοπερπατώ.

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Στον Κεραμεικό να τρέξης...

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                          Κ' ύστερα, παρακαλώ;
  Ν' ανεβής εκεί απάνου εις τον πύργο τον ψηλό... (21)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Τι να κάνω ;

ΗΡΑΚΛΗΣ
            Αναμμένη τη λαμπάδα να κυττάς,
                κι' όταν δης τους θεατάς
  να φωνάζουν για το δρόμο, πέφτεις κάτω...

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                          Πού;

ΗΡΑΚΛΗΣ
                                          Στο χώμα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Δυο τ ο λ μ ά δ ε ς (22) το μυαλό μου θα γενή ευθύς και λυώμα.
  Δεν τον παίρνω τέτοιο δρόμο που εσύ μου συμβουλεύεις.

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Τι θα κάνης;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Θα κατέβω απ' το δρόμο που κατέβης.

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Μα θα σου φανή μεγάλο το ταξίδι τούτο πάλι·
  θα περάσης και μια λίμνη σαν την άβυσσο μεγάλη. (23)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Ε, και πώς θα την περάσω πέρα-πέρα;

ΗΡΑΚΛΗΣ
                                          'Σ ένα μέρος
  με μια τόση δα σχεδία θα προσμένη ένας γέρος (24),
            οπού για να μπης σε δαύτη
  δύο οβολούς για ναύλο θα πληρώσης εις το ναύτη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Μωρέ! τι δύναμι πολλή
            πούχουν οι δυο οι οβολοί!
  Και πώς ήλθες από κείθε ;

ΗΡΑΚΛΗΣ
                      Μ' έφερ' ο Θησεύς. Και φείδια
  τρομερά θα βρης κει κάτω, και θεριά θα βρης τα ίδια.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Μ' ό,τι πης να με τρομάξης, κι' ό,τι πης να με φοβίσης,
            ξέρε, δεν θα μ' εμποδίσης.

ΗΡΑΚΛΗΣ
            Έπειτα και λάσπην έχει,
  μα πολύ παχειά κει πέρα· και σκατό θα ιδής να τρέχη,
            κ' εκεί μέσα βουτηγμένους:
  όποιον, μια φορά που ζούσεν, είχεν αδικήση ξένους (25),
            ή παιδιά είχε βατέψη,
            ή και χρήματα είχε κλέψη,
            ή την μάννα είχε χτυπήση,
  ή του ίδιου του πατέρα τα σαγώνια κοπανίση,
  είτε είχ' επιορκήση, ή και γράψη κάτι τι
  εναντίον του Μορσίμου (26) [του γιατρού και ποιητή ].

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Έπρεπε με τούτους όλους να υπάρχη, μα τον Δία,
  κι' όποιος έχει μάθη ως τώρα το χορό του Κινησία (27)

ΗΡΑΚΛΗΣ
            Ύστερ' από κει και πέρα
  ήχους των αυλών θ' ακούσης κι ώμορφο [σαν την ημέρα
            ένα φως θα ιδής — -σαν τούτο,
            και θα ιδής ακόμα κήπους
            με μυρσίνες φυτεμένες,
  θα ιδής άνδρες και γυναίκες, συντροφιές ευτυχισμένες,
            και χεριών θ' ακούσης κτύπους.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Μπα! κι' αυτοί ποιοι τάχα νάνε ;

ΗΡΑΚΛΗΣ
            Στα μυστήρια όσοι πάνε (28).

ΞΑΝΘΙΑΣ
            Μα τον Δία! να κ' εγώ
  τα μυστήρια κομίζω, σαν γαϊδούρι φορτηγό (29)
            ε λοιπόν, δεν τα κρατώ
  πειο πολλές ακόμη ώρες, [κι' όλα κάτω τα πετώ].

 (Ρίπτει το φορτίον του κατά γης)

ΗΡΑΚΛΗΣ
  Μόνο εκείνοι θα σου δώσουν κάθε μια πληροφορία,
            που θα τύχη νάχης χρεία·
  γιατί αυτούς κοντά στο δρόμο πρώτους θα τους βρης μπροστά σου
  και στου Πλούτωνα της θύρες. Αδελφέ μου, τώρα γεια σου!

 (Εισέρχεται και κλείει την θύραν)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Μα τον Δία, και συ χαίρε!

ΣΚΗΝΗ Γ’.


ΔΙΟΝΥΣΟΣ — ΞΑΝΘΙΑΣ και μετ' ολίγον ΝΕΚΡΟΣ

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ξανθίαν)
  Συ κατέβα τώρα κάτω και τα στρώματά μου φέρε.

ΞΑΝΘΙΑΣ
            Πριν να ξεκαβαλλικέψω
            πώς μπορώ να τα μαζέψω;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Κάμε γρήγορα σου λέω.

ΞΑΝΘΙΑΣ
                          Καλέ άφησε μ' εμένα,
  σε παρακαλώ, και πάρε με μισθό νεκρό κανένα,
  έτσι κ' έτσι που θα πάη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                      Κι' αν δεν βρω ;

ΞΑΝΘΙΑΣ
                          Τότε πηγαίνω.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Καλά λες. Μα να που βγάζουν τώρα κ' ένα παθαμένο.

 (Εισέρχονται τέσσαρες νεκροφόροι φέροντες νεκρόν επί σανίδος, προς τον οποίον αποτείνεται ο Διόνυσος)

  Ε! άνθρωπε του λόγου σου! άκουσε, σε παρακαλώ!
            'ς εσένα το νεκρό μιλώ!
  Μου πηγαίνεις το μπαλότο εις του Πλούτωνος τον τόπο ;

  Ο ΝΕΚΡΟΣ

 (ημιεγειρόμενος επί του φορείου του)

  Πόσο είνε ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Νά, εκείνο.

  Ο ΝΕΚΡΟΣ
                      Θα μου δώσης για τον κόπο
  δυο δραχμούλες.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Βρε πειο λίγα δεν γυρεύεις, μα τον Δία ;

  Ο ΝΕΚΡΟΣ [προς τους φορείς)
            Δρόμο σεις για την κηδεία.

 (επαναπίπτει)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Μα για στάσου, ευλογημένε, ίσως γίνη συμφωνία.

  Ο ΝΕΚΡΟΣ
  Αν δεν δώσης δυο δραχμούλες, λέξι μη μου λες καμμία.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Οβολούς εννηά σου δίνω.

  Ο ΝΕΚΡΟΣ (ανακαθήμενος ζωηρώς)
            Χωπ! και ζωντανεύω πάλι!

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Βρε το θεοσκοτωμένο! δεν του σκάτε το κεφάλι;!

 (μετά πείσματος)

  Όχι! πάω μοναχός μου!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                      Για σου! είσαι παλληκάρι!

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Ας τραβήξουμε στο Χάρο, με το πλοίο να μας πάρη

 (Ο νεκρός φέρεται εκ νέου εκτός της σκηνής· ενώ ο Ξανθίας, λαμβάνων επί ώμου τα στρώματα απέρχεται προς το αυτό μέρος της εξόδου του Νεκρού, σύρων τον όνον και ακολουθούμενος υπό του Διονύσου).

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

Όχθη της Αχερουσίας λίμνης, προς την οποίαν φαίνεται προσεγγίζων ο Χάρων με το πλοιάριόν του. Εισέρχονται ο Ξανθίας και ο Διόνυσος, καθ' ον τρόπον εξήλθον εις το τέλος του προηγουμένου μέρους.

ΣΚΗΝΗ Α'.


ΧΑΡΩΝ — ΔΙΟΝΥΣΟΣ — ΞΑΝΘΙΑΣ

ΧΑΡΩΝ
 (ρίπτων ναυτικήν αρπάγην εις την όχθην)

  Προσάροξον!

ΞΑΝΘΙΑΣ
            Μπα ' τ' είν' αυτό ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                          Η λίμνη, μα τον Δία,
  οπού μας ειπ' [ο Ηρακλής]· βλέπω και τη σχεδία.

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Στον Ποσειδώνα! είνε' αυτός ο Χάρος [πούχει φθάση] ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Ε, Χάρο! Χάρο! Χάρο, έ!

ΧΑΡΩΝ
                          Ποιος ήλθε να περάση
  από του κόσμου τα κακά κι' απ' τη σκοτούρα την πολλή
  στον κάμπο της Λησμονησιάς και στου γαϊδάρου το μαλλί, (30)
  [μακράν απ' τους ανθρώπους],
  στου Τάρταρου, στους Κόρακες, στου Κέρβερου τους τόπους;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Εγώ.

ΧΑΡΩΝ
            Πέρασε γρήγορα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                      Το πλοίο σου θα πάρη
  το δρόμο «για τους κόρακας ;...» (31)

ΧΑΡΩΝ
                          Ναι, για δική σου χάρι,
  μα το θεό. Μα πέρασε!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ξανθίαν)
                      Έλα παιδί!

ΧΑΡΩΝ
                                          Το σκλάβο
            δεν θα τον παραλάβω,
  αν ίσως δεν πολέμησε κι' αυτός στη ναυμαχία,
  ελεύθερο το κρέας του να γίνη. (32)

ΞΑΝΘΙΑΣ
                                          Μα τον Δία
            δεν είχα μέρος λάβη
  μη έχοντας στα μάτια μου ασθένεια και βλάβη.

ΧΑΡΩΝ
  Λοιπόν θα πάρης γύρωθε τη λίμνη αυτή.

ΞΑΝΘΙΑΣ
                          [Πηγαίνω]·
  και πού θα περιμένω;

ΧΑΡΩΝ
  Νά, στην Ξερόπετρα (33) εκεί, που οι πεθαμένοι [φαίνονται
            και] στέκουν και ξεραίνονται,
  και στα Ξενοδοχεία.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Ε, καταλαβαίνεις ;

ΞΑΝΘΙΑΣ
                                          Και πολύ.

 (φορτωνόμενος τα ρούχα)

            Αλλοίμονον και τρισαλλοί!
  πώς τό παθ' απ' το σπίτι μου κ εγώ να ξεμυτίσω
            και τούτον ν' απαντήσω!

 (φεύγει με το δέμα των στρωμάτων).

ΣΚΗΝΗ Β'.


ΔΙΟΝΥΣΟΣ — ΧΑΡΩΝ — ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

ΧΑΡΩΝ
  Κάθησε τώρα στο κουπί [την ώρα να μη χάνης]·

   (Ο Διόνυσος εισέρχεται εις την σχεδίαν και κάθηται εκ παρεξηγήσεως επί της κώπης)

  και όποιος αγαπάει να μπη, ας έλθη, — Ε, τι κάνεις
            αυτού εσύ ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                      Τι κάνω ;
  αυτό που μούπες: έκατσα εις το κουπί απάνω.

ΧΑΡΩΝ
  Κάθησ' εδώθε, κοιλαρά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (μετατοπιζόμενος)
                      Νά!

ΧΑΡΩΝ (οδηγών αυτόν)
                          Φέρ’ τα χέρια μπρος καλά
  και τέντωσε τα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (εκτελών)
                      Νά!

ΧΑΡΩΝ
                      Λοιπόν άφησ'τα λόγια τα πολλά·
  τράβηξε γρήγορα κουπί και όλο μπρος.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                                          Για στάσου,
  πώς θα μπορέσω μόνος μου να σύρω τα κουπιά σου,
  πούμ' άπειρος στη θάλασσα, και ούτε μια φορά
  στη Σαλαμίνα πήγα ;

ΧΑΡΩΝ
                      Α, θα μάθης μια χαρά·
            σαν θα τραβάς κουπί
  θ'ακούς τραγούδια όμορφα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                      Ποιος τάχα θα τα ειπή ;

ΧΑΡΩΝ
  Οι κύκνοι θα σου τραγουδούν, κ' οι βάτραχοι, χορός λαμπρός.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Καλά· δος το παράγγελμα.

ΧΑΡΩΝ
                      Άπωσον! άπωσον! εμπρός!

 (Η λέμβος εκκινεί, ακούεται δε αόρατος ο Χορός των Βατράχων).

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ
                          Βρεκεκέξ, κοάξ — κοάξ!
                          βρεκεκέξ, κοάξ — κοάξ!
                         Παιδιά της βρύσης, ζούμε
                           στης λίμνης τα νερά,
                          και ύμνους τραγουδούμε
                           με αυλούς κάθε φορά,
                           και με φωνή αρμονική
                         τραγούδι ψέλνουμε γλυκύ,
                             — κοάξ — κοάξ! —
                          για το Βάκχο του Διός,
                        που στη Νύσα (34) είνε θεός
                     και στης Λίμνες (35), στον καιρόν
             που τραγούδια μεθυσμένα των Χυτρών των ιερών (36)
                           ψέλνονται απ' το λαό
                          στον δικό μου το ναό —
                           βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Βρε, «Κοάξ-κοάξ» [καϋμένα]!
            σεις τραβάτε το χορό σας,
            αλλά δεν ρωτάτ' εμένα
  που πονώ στο [[κολωνούρι]];

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ
                      Βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                          Βρεκεκέξι, και ξερό σας!
            που δεν είσθε τίποτ' άλλο
            από 'να «κοάξ» [μεγάλο].

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ
                          Τώπες αυτό πολύ καλά,
                       εσύ, που φτιάνεις τα πολλά.
                  Η μούσες η γλυκόλυρες εμένα μ' αγαπάν'
                  και ο κερατοπόδαρος καλαμοπαίχτης Παν·
                       και στον Απόλλωνα το λυράρη
                               φέρνω χαρά,
                                 για χάρι
         του καλαμιού του τρυφερού, που μέσ' στης λίμνης τα νερά
                          το τρέφω για τη λύρα —
                          βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Μα εγώ καρούλες [πήρα
            κ'] έχω γεμίση όλος·
            [τράβα και τράβα το κουπί],
            όπου θαρρώ κι' αυτός θα 'πη:
            βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ
            Βρεκεκέξ κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Πάψε, τραγουδιστάδικη γενηά!

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ
                      Θα τραγουδήσουμε
                           και θα χοροπηδήσουμε
                         όπως και κάθε μια φορά,
                         σε μέρες ήλιου καφτερού,
                           μέσα πηδάμε με χαρά
         στης κύππερες [της δροσερές] και στα καλάμια του νερού,
                        χαρούμενοι, με της γλυκές
                         ωδές, της κολυμβητικές, —
             ή, του Διός γυρεύοντας της μπόρες ν' αποφύγουμε,
            δρόμο στης λίμνης το βυθό γρήγορα τότε ανοίγουμε,
                          και ψάλλουμε κάθε φορά
                          τραγούδια ταιριασμένα
                             μαζύ με τα νερά
                           τα κυματοαφρισμένα —
                           βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Α! το βρεκεκέξ αυτό
            τώρα πεια σας το κρατώ.

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ (ειρωνικώς)
  Ω! τι κακό που πάθαμε!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                      Κ' εγώ θα δοκιμάσω
  πολύ περσσότερο κακό, απ' το κουπί αν σκάσω.

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ (μετά πείσματος)
            Βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Σκούζετε και δεν με μέλει.

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ
                      'Μεις θα σκούζουμ' εδώ πέρα
  όσο αντέχει ο λάρυγγάς μας και για όλην την ημέρα---
            βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ-!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Όσο κι' αν ξεφωνίσετε
            μα δεν θα με νικήσετε!

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ
            Ούτε και συ εμάς μπορείς.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Ούτε κ' εμένα πάλι εσείς, γιατί θα σκούζ' ολημερής
  το «βρεκεκέξ-κοάξ-κοάξ», ως πού η φωνή να φθάση
  και το δικό σας το «κοάξ» στο τέλος] να σκεπάση.

ΧΟΡΟΙ ΒΑΤΡΑΧΩΝ
            Βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

 (Το ακάτιον του Χάρωνος φθάνει εις την αντιπέραν όχθην. Ο Χορός των Βατράχων σιγά).

ΔΙΟΝΥΣΟΣ μετ' ανακουφήσεως)
            Ε! δεν το καταλάβατε
  πως το «κοάξ-κοάξ» αυτό στο τέλος θα το παύατε ;

ΧΑΡΩΝ
  Ε! βάλε κάτω το κουπί, άφησ' τους λόγους τους πολλούς,
  και βγαίνε!... Δος το ναύλο σου.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

 (εγχειρίζων νόμισμα και εξερχόμενος)

                      Πάρε τους δυο σου οβολούς.

 (Ο Χάρων λαμβάνει το νόμισμα και απομακρύνεται με την λέμβον του, ενώ εις την όχθην εμφανίζεται ο Ξανθίας, φορτωμένος πάντοτε τα στρώματα).

ΣΚΗΝΗ Γ'.


ΔΙΟΝΥΣΟΣ — ΞΑΝΘΙΑΣ

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Και ο Ξανθίας, πούνε τος;...Ξανθία!... Ε!... πού είσαι;

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Ου!...

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
      Έλα δω, βρε!

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Γεια χαρά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                      Και δεν μου διηγείσαι
  τ' είν' από δώθε ;

ΞΑΝΘΙΑΣ
            Λασπουριά και σκότος.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                                          Δώθε πέρα
  είδες κανένα απ' αυτούς που δέρνουν τον πατέρα,
            κ' επίορκο κανένα,
  κατά που είπ' ο Ηρακλής σε μένα και σε σένα ;

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Εσύ δεν είδες απ' αυτούς [σε τούτη εδώ τη χώρα] ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Στον Ποσειδώνα! βέβαια· τους βλέπω, νά, και τώρα.
  Και τι θα κάνουμε λοιπόν ;

ΞΑΝΘΙΑΣ
                      Ο πειο καλός ο τρόπος
  είνε να πάμ' εμπρός, θαρρώ, γιατί αυτός ο τόπος,
            [κι' αυτή δω πέρα η μεριά],
  όπως μας είπ' ο Ηρακλής, έχει τα φοβερά θεριά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Σκασμό να βγάλη στο λαιμό,
  που μού κανε παλληκαριές, γιατ' ήξερε πώς πολεμώ
  και ζήλεψε! Μωρέ κανείς δεν είνε γεννημένος
  από τον Ηρακλή αυτόν πειο ψωροφαντασμένος!
  Εύχομαι νάβρω κάτι τι κ' εγώ σε τούτη τη μεριά,
  κι' αντάξια του ταξειδιού να κάνω μια παλληκαριά.

ΞΑΝΘΙΑΣ (ακροώμενος)
  Μα το θεό! σαν τρίξιμον ακούσανε ταυτιά μου.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (έμφοβος)
  Πού;

ΞΑΝΘΙΑΣ
      Πίσω.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

 (τοποθετούμενος ταχέως προ του Ξανθίου)

            Έλα πίσω μου.

ΞΑΝΘΙΑΣ
                      Μροστά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (ερχόμενος όπισθεν του)
                          Έλα μπροστά μου.

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Μα το θεό, ένα θεριό πολύ τρανό θωρώ.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (έντρομος πάντοτε)
            Τι λόγο είνε;

ΞΑΝΘΙΑΣ
                      Φοβερό.
            πολλές μορφές αλλάζει,
  πότε βωδιού ή μουλαριού, πότε γυναίκας μοιάζει..

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  πού είνε; δείξε μου να ιδώ.

ΞΑΝΘΙΑΣ (δεικνύων προς τα παρασκήνια)
                          Νά κύττα τώρα πάλι:
  δεν φαίνεται γυναίκα πεια, σαν σκύλλα έχει προβάλη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (παρατηρών)
  Μα τότε Θάνε Μπόμπιρας. (37)

ΞΑΝΘΙΑΣ
                      Φωτιές που βγάζει [και κακό]
  το μούτρο της ολόκληρο!...

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                          Και είν' από χαλκό
            το ένα της το πόδι...

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Και τάλλο είνε κοπριά από γαϊδούρ' ή βώδι.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (έντρομος)
  Πούθε να κάνω τώρα εγώ;

ΞΑΝΘΙΑΣ
                      Κ' εγώ που θα το σκάσω;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Φύλαξε, Ιερέα μου (38), κ' εγώ θα σε κεράσω
            κρασί, να πιής μαζύ μου

ΞΑΝΘΙΑΣ
            Χανόμαστε, Ηρακλή μου!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Άνθρωπε, σε παρακαλώ αφ' της προσκλήσεις της πολλές,
  και τώνομα του Ηρακλή μη μου το ξαναλές.

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Θέλεις Διόνυσο λοιπόν [και πάλι να σε βγάλω];

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Να λες και τούτο τώνομα λιγώτερ' από τάλλο.

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Για έλ', αφέντη, από δω, και τράβ' αυτόν το δρόμο.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Τι τρέχει;

ΞΑΝΘΙΑΣ
            Πάρε θάρρος πεια, [και άφησε τον τρόμο]·
  τώρα καλά την έχουμε, όπου μπορεί να ειπούμε
  κ' εμείς σαν τον [ηθοποιό] Ηγέλοχο: «θωρούμε
  γαλήν' υπό τα κύματα »! (39) Μπόμπιρας [κι' όλα], πάνε.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Αλήθεια ; όρκο κάνε!

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Στο Δία!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Ξανακάμε τον.

ΞΑΝΘΙΑΣ
                      Στο Δία·

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                                          Μια φορά
  και πάλι.

ΞΑΝΘΙΑΣ
            Μά τον Δία!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                      Ωχ! τρανή μου συφορά!
  τι κιτρινάδα έλαβα στο πρόσωπο μεγάλη!

ΞΑΝΘΙΑΣ (δεικνύων τον Ιερέα) (40)
            Και τον [κοκκινομάλλη] (41)
  τον ιερέα κύτταξε, που γίνηκε στο χρώμα
  πειο κόκκινος ακόμα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Αχ! από που τα βάσανα μου πέσαν στο κεφάλι,
  και ποιος θεός εβάλθηκε λοιπόν να με ξεβγάλη ;
  Μη το «παλάτι του Διός» που λένε τον αιθέρα
  ή «το ποδάρι του καιρού». (42)

ΞΑΝΘΙΑΣ

 (παρατηρών προς τα παρασκήνια και αποτεινόμενος προς τον Διόνυσον)

                      Ε, ε!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (ανησύχως)
                          Τ' είν' αυτού πέρα ;

ΞΑΝΘΙΑΣ
  Δεν άκουσες;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
            Ν' ακούσω τι;

ΞΑΝΘΙΑΣ
                      Τον ήχο μιας φλογέρας.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Αλήθεια· κάποιος μυστικός μ' εχτύπησεν αγέρας
            που έχει και μια μυρουδιά,
            σαν νάρχεται από δαδιά.
  Στάσου ν' ακούσουμε καλά· [το μόνο που θα πράξουμε
            θα είνε] να λουφάξουμε.

 (Λαμβάνουν αμφότεροι πλαγίαν τινά θέσιν εις το δεξιόν πρόσθιον της σκηνής και ακροώνται).

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ (έσωθεν)
            Ίακχε! (43) ω Ίακχε!
            Ίακχε! ω Ίακχε!

ΞΑΝΘΙΑΣ (ιδία προς τον Διόνυσον)
  Άκουσ', αφέντη, άκουσε... θα παίζουν με φλογέρα
  αυτοί που μυηθήκανε (44) [και βρίσκοντ' εδώ πέρα]
  — κατά που είπ' ο Ηρακλής — και τραγουδούνε τώρα
  κι' αυτοί εδώ τον Ίακχο, ωσάν το Διαγόρα. (45)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  Έτσι θαρρώ· μα πειό καλά θα ήταν να ησυχάσουμε,
  να μάθουμε τι γίνεται και λέξι να μη χάσουμε.

 (Ακροώνται. — Εισέρχεται ο Χορός των Μυστών αριστερόθεν και λαμβάνει θέσιν επί της σκηνής· όλοι κρατούν δάδας ανημμένας)

ΣΚΗΝΗ Δ'.


ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ
               Ίακχε! που εδώ πέρα μεγαλότιμο έχεις θρόνο,
                            — Ίακχε! ω Ίακχε! —
          έλα με τους αγιασμένους τους συντρόφους σου και μόνο,
                            έλα στήσε το χορό
                          στο λιβάδι [το ιερό],
                   το πολύκαρπο στεφάνι, που έχεις βάλη
                           ένα γύρω στο κεφάλι,
                           έλα, τίναξε το κάτω,
                        πουν' από μυρτιές γεμάτο,
              και μαζύ μ' εμάς τους μύστες κτύπα πόδι ζωηρό
                         εις τον άγιο αυτό χορό,
                τον γεμάτον από χάρες, τον αγνό, τον ιερό.

ΞΑΝΘΙΑΣ
              Θεία και πολυτίμητη της Δήμητρας κοπέλλα! (46)
                           μια ευωδία, τρέλλα,
                         μου έφθασεν ως εδώ νά...
                           από κρεάτα χοιρινά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
                           Ήσυχα· θα κάνης έτσι
                         αν θα φας και κοκορέτσι;

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ
                     Σήκω, τίναχτ' της λαμπάδες που κρατείς
                        φλογισμένες μέσ' στο χέρι,
             για να φωτισθή ο λειμώνας απ' το φως της τελετής
                         και να λάμψη σαν αστέρι.
                          Τα γεροντικά τεντώνουν
                        γόνατα, και ξανανειώνουν ·
                            κ' η τιμές η ιερές
                          της παληές και φοβερές
                     λύπες διώχνουν και τους πόνους
                         από περασμένους χρόνους.
                          Έλα, τη λαμπάδα κράτει
                        και με το ρυθμό περπάτει,
                         ευτυχής, ξανανειωμένος,
            για να φωτισθή ο λειμώνας του χορού ο ανθισμένος.

 (ΗΜΙΧΟΡΟΣ)
                         Ας φύγη απ' αυτά τα μέρη
                      όποιος τα λόγια μου δεν ξέρει
          κι' ούτ' έχει σκέψι καθαρή, κι' όσοι δεν ήσαν χορευτές
                       εις των Μουσών της τελετές,
                      ούτ' έμαθαν τη γλώσσα εκείνου
                     του ταυροφάγου του Κρατίνου, (47)
                      κι' όσοι αστειότητες γυρεύουν
                         ξετοπισμένες και χαζές,
                     και γύρω απ'τους βωμούς λοχεύουν
                     για να τους έλθη ένας μεζές (48)
                         ή εχθρική οποίος αφίνει
                       στάσι, και δεν την καταλεί,
                       κ' η κοινωνία δεν του δίνει
                          τιμή κ' υπόληψι πολλή,
                      αλλά κι' ο ίδιος κάνει στάσεις
                         κι' ανάβει έχθρα φοβερή,
                        οπού να βρίσκη περιστάσεις
          για να κερδίζη ό,τι μπορεί· ή σε καιρό, που όλ' η χώρα
                          σε δυστυχίες υποφέρει,
           ως άρχοντας δέχεται δώρα, ή και της πόλεως προσφέρει
                      φρούριον στον εχθρό, ή πλοίον,
                      κι' όπως αυτός ο Θωρυκίων, (49)
                        που εικοστή μας έχει βάλη,
                         ο φορομπήχτης! ένα-ένα
                          τραβάει ταπαγορευμένα
                         από την Αίγινα να βγάλη,
                     πίσσα, [πανιά], πετσιά, λινάρι,
                        η Επίδαυρος για να τα πάρη
                         η οποίος πάλι κατορθώση
                      άλλον [πειο πλούσιο] να 'πείση
                       και χρήμα στον εχθρό να δώση
                       το στόλο του για να βοηθήση,
                         ή εχθρός είνε της Εκάτης
                      και τους χορούς της τραγουδάει
                     τους κυκλικούς στ' αγάλματά της,
                         ή ρήτορας, που έχει φάη
                           το χρήμα κάθε ποιητή
                       και κοροϊδείες τούχουν ψάλη
                         στου Διονύσου τη μεγάλη
                          πατροπαράδοτη γιορτή.
                          'Σ αυτούς όλους καθαρά
                            λέω με φωνή μεγάλη
                           και για δεύτερη φορά
                         και για τρίτη λέω πάλι:
                        ας τραβούν απ' τους χορούς
                         των μυστών τους ιερούς.
                         Σεις ωδές να πήτε θείες
                          μέσα στης ολονυχτίες,
                          όπως πρέπουνε 'ς αυτή
                         την [ατέλειωτη] γιορτή.