WeRead Powered by ReaderPub
Η Πάπισσα Ιωάννα cover

Η Πάπισσα Ιωάννα

Chapter 11: ΜΕΡΟΣ Δ'.
Open in WeRead

About This Book

A satirical historical narrative retells a medieval legend about a woman who, while concealed as a man, rises through ecclesiastical ranks and ultimately occupies the papal office until her sex is dramatically revealed. The plot is interwoven with erudite digressions, prologues, and ironic commentary that lampoon clerical pretensions and popular superstition. The author employs rhetorical flourish, learned allusion, and incisive wit to scrutinize institutional authority and gender expectations, alternating storytelling with scholarly asides to provoke skepticism and highlight the absurdities of religious and social convention.

Ο Νικήτας εκέρνα τους δαιτυμόνας του, απαγγέλλων το εδάφιον των Παροιμιών, «π ί ν ε τ ε  ο ί ν ο ν, ο ν  ε κ έ ρ α σ α  υ μ ί ν (46) , οι δε μοναχοί έτειναν το ποτήριον, ψάλλοντες το του Ησαΐου «Δ ε ύ τ ε  λ ά β ω μ ε ν  ο ί ν ο ν  κ α ι  ο ι ν ο φ λ υ γ ή σ ω μ ε ν  μ έ θ η ν (47) , πριν δε πίωσιν έκλειον ευσεβώς τους οφθαλμούς κατά την ρητήν διαταγήν του Σολομώντος, απαγορεύοντος εις τους οινοπότας να θεωρώσι τον οίνον, πριν πίωσιν αυτόν (48) , ως ο Μωάμεθ εις τους Τούρκους τας συζύγους των πριν νυμφευθώσι. Το να μεθύη τις ευκόλως σημείον ότι δεν είναι μέθυσος, ως και το να επιθυμή όσας βλέπει γυναίκας είναι απόδειξις μακράς σωφροσύνης· των δε καλών εκείνων ασκητών αι κεφαλαί, αίτινες από τοσούτων χρόνων μόνον της προσευχής και των ουρανίων εκστάσεων την ηθικήν μέθην εγνώριζον, ήρχισαν μετ’ ολίγον να γυρίζωσιν ως η γη περί τον ήλιον. Αλλά και μεθυσμένοι όντες μόνοι περί αγίων πραγμάτων ωμίλουν οι όσιοι εκείνοι ερημίται. Καθώς δε οι γέροντες αγωνισταί χαίρουσι διηγούμενοι μετά το δείπνον τας μάχας και τα τρόπαια των, ούτω ήρχισαν κακείνοι ν' ανυμνώσι τα θαύματα και τας αθλήσεις των· ο μεν ότι φιλευθείς υπό πτωχού ανθρώπου, μη έχοντος άλλο τι να προσφέρη αυτώ πλην μόνον ολίγην φακήν, έσπειρεν εις τα γένεια του ξενίζοντας κόκκον σίτου, ο οποίος τοσούτον επολλαπλασιάσθη, ώστε ο καλός εκείνος άνθρωπος σείων την γενειάδα του εγέμισε πεντήκοντα σάκκους σίτου· ο δε διηγήθη ότι κατά διαταγήν του Ηγουμένου εφύτευσεν εις τον κήπον της Μονής την ποιμαντικήν αυτού ράβδον, ήτις ποτιζομένη καθ’ ημέραν δι' ύδατος και δακρύων μετά τρεις χρόνους εβλάστησε και έδωκε τόσω πολλούς και παντοίους καρπούς, μήλα, ροδάκινα, κεράσια, σύκα και σταφυλάς, ώστε εξ αυτών εχορτάσθησαν όλοι οι αδελφοί του· ο δε όσιος Νίκων ιστόρησεν, ότι τρωθείς την καρδίαν υπό πόθου να ίδη την ένδοξον ωραιότητά της Παναγίας ενήστευε και προσηύχετο νυχθημερόν, μέχρις ου ευσπλαγχνιθείσα αυτόν η ελεήμων Παντάνασσα ενεφανίσθη ενώπιον του με τοσαύτην ωραιότητα και λάμψιν, ώστε θαμβωθείς έμεινε μονόφθαλμος, ήθελε δε μείνει και τυφλός, αν δεν επρόφθανεν εγκαίρως να κλείση τον ένα οφθαλμόν. Μετά τούτους έλαβε τον λόγον ο όσιος Παγκράτιος, ου η ράβδος έκαμνε τας πέτρας να βλαστάνωσι κρίνα· ο Αθηναίος ερημίτης Αιγίδιος, του οποίου η σκιά εθεράπευεν όσους επεσκίαζεν ασθενείς, ώστε οσάκις επεσκέπτετο τας οδούς των πόλεων, εμάχοντο οι πάσχοντες περί αυτής, ως οι αρχαίοι περί όνου σκιάς. Τοιαύτα και άλλα θαυμάσια διηγούντο οι καλοί ασκηταί, πίνοντες οίνον της Χίου εις υγείαν της Ορθοδόξου και φιλτάτης δεσποίνης των Θεοδώρας. Και, μη νομίσης, αναγνώστα, ότι εξημμένων καλογήρων οπτασίαι ή συναξαριστών ληρήματά εισι ταύτα, απ' εναντίας, είναι θαύματα αυθεντικά και από της Εκκλησίας ανεγνωρισμένα, τα οποία πας Ορθόδοξος χρεωστεί κατά τον κανόνα της πανσέπτου οικουμενικής εν Νικαία συνόδου να  δ έ χ η τ α ι  π ί σ τ ε ι  ο λ ο ψ ύ χ ω, αν δε πειραθή ως  α δ ύ ν α τ α  ν α  δ ι α β ά λ η  ή  κ α τ ά  τ ο  δ ο κ ο ύ ν  ν α  π α ρ ε ξ η γ ή σ η, Α ν ά θ ε μ α  έ σ τ ω!

Ενώ οι ασκηταί ωμίλουν περί θαυμάτων, ο Νικήτας διελέγετο μετά των δύο Βενεδικτίνων και των Βυζαντινών ευνούχων περί δογματικής. Εν πρώτοις ηρώτησε την Ιωάνναν τι εδογμάτευον οι σοφοί της Δύσεως περί της Ευχαριστίας (49) , αν δηλ. Πιστεύουσιν ότι ο άρτος και οίνος μεταβάλλονται τω όντι εις σώμα και αίμα του Σωτήρος ή θεωρούσιν αυτήν ως σύμβολον και εικόνα του θείου σώματος. Το ζήτημα εκείνο απησχόλει τότε τα πνεύματα ως σήμερον το ανατολικόν, η δε Ιωάννα, αγνοούσα την περί τούτου γνώμην του ξενίζοντος, απεκρίθη διπλωματικώς ότι, καθώς ο ήλιος είνε εν τω ουρανώ, η δε λάμψις και θερμότης αυτού επί της γης, ούτω και το σώμα του εκ δεξιών του Πατρός καθημένου Χριστού ευρίσκεται εν τω άρτω και οίνω της Μεταλήψεως. Αλλ' η μεταφορική αύτη απάντησις δεν ευχαρίστησε τον Νικήταν, όστις, οπαδός ων της πραγματικής παρουσίας, εξήγησεν εις την Ιωάνναν ότι ο άρτος και οίνος είνε αυτό το νεκρόν σώμα του Σωτήρος, ο δε στόμαχος ημών ο τάφος αυτού, εις τον οποίον ενταφιάζεται υπό του ιερέως, αλλά μετ' ολίγον ανίσταται εξ αυτού, ως και μετά την Σταύρωσιν ανέστη ο Ιησούς τριήμερος εκ τάφου. Μετά ταύτα ηρώτησεν αυτήν, αν οι εν τη Δύσει χριστιανοί ετίμων κακείνοι την Παναγίαν διά του επιθέτου  Θ ε ο τ ό κ ο ς, η δε Ιωάννα απεκρίθη ότι  ω ο τ ό κ ο υ ς  εκάλουν τας ορνίθας και  ζ ω ο τ ό κ ο υ ς  τας γαλάς, ώστε εφοβούντο μη διά την συγγένειαν των λέξεων σκανδαλίση το Θεοτόκος τας ακοάς των πιστών και πλην τούτου μη δώση αφορμήν εις τους ειδωλολάτρας να παραβάλωσι την  Θ ε ο μ ή τ ο ρ α  προς την Ρέαν, ως οι εν Αιγύπτω οπαδοί της Υπατείας. Θέλουσα έπειτα να θέση κακείνη τον Επίσκοπον εις απορίαν ηρώτησεν αυτόν, διατί δεν έκοπταν οι ανατολίται τας τρίχας της κεφαλής, παραβαίνοντες την συμβουλήν του αποστόλου Παύλου, θεωρούντος γυναικοπρεπές και άτιμον το να τρέφη ανήρ μακράν κόμην (50) . Ουδέν έχων εις τούτο ν' αντείπη ο Νικήτας (51) έξεσε την κομώσαν κεφαλήν του, στρέψας και πάλιν τον λόγον εις τα δόγματα, την  α ν τ ί δ ο σ ι ν, την διπλήν φύσιν του Ιησού μετά την ενσάρκωσιν, περί του αν ο λόγος ηνώθη μετά του σώματος του Σωτήρος εν τη κοιλία της Παρθένου ή μετά τον τοκετόν αυτής, και περί άλλων θεολογικών κόμβων, ους έλυσαν οι εν Εφέσω πατέρες διά της μαχαίρας, ως ο Μέγας Αλέξανδρος τον γόρδιον δεσμόν, ή διά λακτισμάτων, ως οι όνοι τας ερωτικάς και χορτοφαγικάς διενέξεις των (52) .

Εν τούτοις, επελθούσης της νυκτός, οι υπηρετούντες διάκονοι έσπευσαν να φέρωσι λαμπάδας, ίνα φωτίσωσι τον συζητούντα Επίσκοπόν των, όπως μη γείνη  ε π ί σ κ ο τ ο ς, ως οι επί Κοπρωνύμου καταργήσαντες τας εικόνας Πατέρες. Αλλ’ οι σύνδειπνοι απαυδήσαντες εκ της αμηχάνου εκείνης συζητήσεως αφήκαν τα επιχειρήματα, ίνα λάβωσι και πάλιν τα ποτήρια. Η δε Ιωάννα, ζαλισθείσα υπό του οίνου και των κραυγών των περί αυτήν καλογήρων, οίτινες εδίδασκον ήδη τα πινάκια να χορεύωσι και τα ποτήρια να πετώσιν, ηγέρθη ησύχως και εξήλθε της Επισκοπής, ακολουθούμενη υπό του πιστού Φρουμεντίου.

Ο κήπος εκείνος εκείτο, ως είπομεν, παρά τους πρόποδας της Ακροπόλεως, ώστε μετά βραχείαν ανάβασιν ευρέθησαν οι ερασταί επί της κορυφής του μαρμαρίνου εκείνου βράχου, περί ου οπαδός τις των  τ ε λ ι κ ώ ν  α ι τ ί ω ν, ήθελεν ειπεί, ότι ετέθη επίτηδες εκεί, ίνα χρησιμεύση ως υπόβαθρον εις τα μνημεία του Περικλέους, ως ετοποθετήθη κατ' αυτούς και η μύτη εν μέσω του προσώπου, ίνα υποστηρίζη τα ομματοϋάλια. Ήτο η ώρα, καθ’ ην οι βρυκόλακες, οι τυμπανιτικοί, αι λάμιαι και οι άλλοι κάτοικοι του σκότους διαφεύγουσι τους σκώληκας του τάφου ή του Άδου τας πύλας, αφού δεν φρουρεί πλέον αυτάς ο τρικέφαλος Κέρβερος και πλανώνται εις τους αγρούς, ταράττοντες τα όνειρα των προβάτων και τα φιλήματα των εραστών. Αλλ’ οι ημέτεροι μοναχοί, φέροντες ανηρτημένον περί τον τράχηλον οδόντα της Αγίας Σαβίνης απέφυγον δι’ αυτού τας κακάς συναντήσεις, μακρόθεν δε μόνον είδον αγέλην ονοκεφάλων παγανιών, οίτινες σείοντες τα μακρά ώτα των ητένιζον ερωτικώς την σελήνην, εις το φως της οποίας εζήτουν τον περιμενόμενον Μεσσίαν. Δις δε ή τρεις προσέκοψαν κατά καλογήρων κοιμωμένων των πλακών των Προπυλαίων, οίτινες ουδέ καν μετεκινήθησαν καθότι οι Έλληνες είχον ήδη συνειθίσει να καταπατώνται ως σταφυλαί υπό τους πόδας των ξένων.

Η Ιωάννα άλλους ναούς δεν είχεν ιδεί πλην μόνων των δρυϊδικών μονολίθων καί τινων αμόρφων Ρωμαϊκών ερειπίων, της δε πατρίδος της αι εκκλησίαι ήσαν αι πλείσται ξύλιναι και απελέκητοι, ως οι ανεγείραντες αυτάς Γερμανοί, ώστε δεν ηδύνατο να χορτάση θαυμάζουσα τας στήλας του Παρθενώνος και τας Καρυάτιδας του Ερεχθείου, περί ων ηρώτα κατασπαζόμενος τους πόδας των ο καλός Φρουμέντιος αν ήσαν άγγελοι απολιθωθέντες. Ο ναός της παρθένου Αθηνάς ανήκε τότε εις την παρθένον Μαρίαν. Αλλά κατ' εκείνην την στιγμήν ούτε ρινόφωνοι ψαλμωδίαι ούτε λιβάνου νεκρωσίμοι αναθυμιάσεις ή κώδωνες οχληροί ήρχοντο να ταράξωσι τα θέλγητρα των αναμνήσεων. Γλαύκες μόνον τίνες, εμφωλεύουσαι εις τα κοιλώματα της οροφής, εξέπεμπον εκ διαλειμμάτων πένθιμον κραυγήν, ως ει εθρήνουν της δεσποίνης των την εξορίαν. Ο δίσκος της Εκάτης, περικυκλούμενος υπό νεφών διαφανών, ως σεμνή παρθένος υπό των νυκτικών πέπλων της, έλαμπεν ακίνητος εις ύψος ακαταμέτρητον, επιχέων επί των αθανάτων εκείνων μαρμάρων λάμψιν λευκήν και αμυδράν, οίαν και επί του κοιμωμένου Αδώνιδος, ότε επισκέπτετο αυτόν η θεά επί των ακρωρειών του Λάτμου. Αι στήλαι του Ολυμπιείου, το ρεύμα του Ιλισσού, τα γλαυκά κύματα του Φαλήρου, οι ελαιώνες, αι ροδοδάφναι, αι κορυφαί των λόφων στεφόμεναι δι' εκκλησιών ή μνημείων, πάντα ταύτα περιέσφιγγον την όρασιν των δύο νεανίσκων διά ζώνης και αυτού του κεστού της Αφροδίτης θελκτικωτέρας· η δε ηδονή, ην ησθάνοντο εκ του πανοράματος τούτου, καθίστατο διπλασία, διότι μεθυσμένοι όντες έβλεπον τα πάντα διπλά. Η Ιωάννα είχε καθίσει επί μαρμαρίνου εδωλίου, ο δε Φρουμέντιος κατακλιθείς παρά της φίλης του τους πόδας εδείκνυεν αύτη τον ναόν της Απτέρου Νίκης, ευχόμενος ο έρως αυτών να διαμείνη άπτερος ως εκείνη. Τοιαύτα λέγοντες και διά φιλημάτων διακόπτοντες πολλάκις τον λόγον, ως οι συγγραφείς διά κομμάτων τας περιόδους, απεκοιμήθησαν τέλος πάντων επί στιλπνού στρώματος εκ πεντελικού μαρμάρου.

Την επιούσαν το πρωί αποσείσαντες τον ύπνον εκ των οφθαλμών και εκ των ράσων την δρόσον της πρωίας κατέβησαν, ίνα επισκεφθώσι και τας Αθήνας. Η καρδία της Ιωάννας έπαλλεν εκ περιεργείας άμα και φόβου, αναλογιζομένης ότι έμελλε μετ' ολίγον να θαυμάση την κατείδωλον εκείνην πόλιν, της οποίας και μόνη η όψις ήτο κατά τον Άγιον Γρηγόριον επικίνδυνος εις τας ψυχάς των χριστιανών, ως η θέα της πρώην χαριτοβρύτου και φιλομειδούς ερωμένης εις άνδρα νυμφευθέντα άσχημον και συνωφρυωμένην γυναίκα. Αλλ' αι ελπίδες και οι φόβοι της ημετέρας ηρωίδος απέβησαν κενοί. Προ πολλού οι ευσεβείς αυτοκράτορες του Βυζαντίου είχον κατεδαφίσει τα έργα εκείνα του Μύρωνος, Αλκαμένους και Πολυκλείτου, τα οποία εθαύμασεν ο Άγιος Λουκάς και εσεβάσθη αυτός ο Αλαρίχος. Το έργον της καταστροφής αρξάμενον επί Κωνσταντίνου επεραιώθη επί Θεοδοσίου του μικρού. Και ου μόνον κατά των λίθων επέδειξαν τον χριστιανικόν ζήλον των οι ακάματοι εκείνοι ειδωλοκλάσται, αλλά και κατά των δυστυχών εκείνων, όσους υπώπτευον εμμένοντας εις των πατέρων των την θρησκείαν. Ο σφάζων πρόβατον προς οικογενειακήν ευωχίαν, ο προσφέρων άνθη εις του πατρός του τον τάφον, ο συλλέγων χαμαίμηλα εις το φως της σελήνης, ο αρωματίζων την οικίαν του ή φέρων ανηρτημένον περί τον τράχηλον φυλακτήριον κατά του πυρετού κατεμηνύετο υπό κουκουλοφόρων κατασκόπων ως μάγος ή ειδωλολάτρης, κατεβαρύνετο δι' αλύσεων και εστέλλετο εις Σκυθούπολιν, όπου είχε στηθή το χριστιανικόν κρεουργείον. Εκεί συνεδρίαζον ευσεβείς δικασταί, αμιλλώμενοι τίς πλείονας ειδωλολάτρας να οπτήση επί εσχάρας, να βράση εντός ζέοντος ελαίου ή κατακόψη μεληδόν (53) . Μυριάδες μαρτυρολογίων διηγούνται τας αθλήσεις των χριστιανών ομολογητών, εκ των πληγών των οποίων έσταζε γάλα, και ους εδρόσιζον αι φλόγες, αλλ' ουδείς έγραψεν ακόμη το αψευδές Συναξάριον των μαρτύρων εκείνων, οίτινες αντί μυθώδους γάλακτος έχυσαν αίμα αληθές και αντί να δροσίση κατέφαγεν αυτούς το πυρ της χριστιανικής ανεπιεικείας, καυστικώτερον ον, φαίνεται, των φλογών της πολυθεϊκής ωμότητος.

Οι δύο Βενεδικτίνοι ακολουθούμενοι υπό του Θεωνά και πλήθους Αθηναίων, οίτινες ως και κατά τους χρόνους του Αποστόλου  π ρ ο ς  ο υ δ έ ν  ά λ λ ο  η υ κ α ί ρ ο υ ν  ή  λ έ γ ε ι ν  κ α ι  α κ ο ύ ε ι ν  τ ι  κ α ι ν ό ν, περιέδραμον πάσαν την πόλιν, η οποία στερηθείσα των ειδώλων και των βωμών της ωμοίαζε τον υπό του Οδυσσέως τυφλωθέντα Πολύφημον. Όπου πρώην υψούτο άγαλμα, είχεν εμπηχθή ξύλινος σταυρός, και όπου βωμός, μικροσκοπικόν εκκλησίδιον, στεγαζόμενον διά θόλου ομοιάζοντος πετρίνην φενάκην. Οι ναΐσκοι εκείνοι είχον ανεγερθή υπό της Αθηναΐδος Ευδοκίας, ήτις θελήσασα ν' αφιερώση εις έκαστον των αγίων ιδιαιτέραν κατοικίαν ηναγκάσθη να οικοδομήση πλήθος καλυβών, αίτινες υπενθύμιζον την τεκτονικήν βιομηχανίαν των καστόρων μάλλον ή το μεγαλείον του αγνώστου θεού. Παρά δε τα πρόθυρα αυτών εκάθηντο μοναχοί και ασκηταί, ξέοντες τα έλκη των ή αρχαία χειρόγραφα προς εγγραφήν Συναξαρίων, πλέκοντες καλάθια, προγευματίζοντες κρομμύδια και ευχαριστούντες ίσως κακείνοι τον θεόν ότι εγεννήθησαν Έλληνες και όχι βάρβαροι. Μόνον το αρχαϊκόν κάλλος των γυναικών εθαύμαζον οι δύο ξένοι. Κατά τον αιώνα εκείνον αι Αθήναι ήσαν ο γυναικών των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, οίτινες ελάμβανον εκείθεν τας συζύγους των ως οι διάδοχοι αυτών Σουλτάνοι εκ Κιρκασίας. Η βελτίωση αύτη της αττικής φυλής ήρξατο από των χρόνων της εικονομαχίας, ότε, εξορισθέντων των βυζαντινών εικονισμάτων, αι γυναίκες, αντί να έχουσαι ακαταπαύστως προ των οφθαλμών ισχνάς Παναγίας και λιποσάρκους αγίους, ανύψουν και πάλιν τους οφθαλμούς προς τα ανάγλυφα του Παρθενώνος και εγέννων τα τέκνα των όμοια τούτοις· ώστε και υπό την έποψιν της καλλιτεκνίας αναγκαία φαίνεταί μοι η μεταρρύθμισις της εκκλησιαστικής ημών εικονογραφίας. Απόδειξις δε της επιρροής ταύτης των εικόνων έστωσαν αι σύζυγοι των Εβραίων τραπεζιτών της Πρωσσίας, αίτινες από πρωίας μέχρι νυκτός μετρώσαι τάληρα και φλωρία, φέροντα την προτομήν του βασιλέως Γουλιέλμου, τίκτουσι τέκνα τοσούτον ομοιάζοντα τω μονάρχη, ώστε δικαίως επωνομάσθη πατήρ των υπηκόων του (54) . Αλλά πλην του κάλλους των γυναικών εθαύμαζον τα δύο τέκνα της Άρκτου και την ασυνήθη αυτοίς σεμνότητα των παρθένων, αίτινες περιτυλιγμέναι εις τους μακρούς πέπλους των συνεσφίγγοντο παρά την μητρικήν πλευράν, ως ξίφος παρά τον μηρόν στρατιώτου, τα δε βλέμματα αυτών αντί να μοιράζωσιν ως αντίδωρον εις τους διαβάτας προσήλουν εις την γην, ίνα αποφύγωσι τους λάκκους και τας παρεκτροπάς, ερυθριώσαι οσάκις έσειεν ο άνεμος τας πτυχάς της εσθήτος των και κατά πάντα διάφοροι των σημερινών κορασίδων, αι οποίαι τοσούτον ομοιάζουσα υπάνδρους γυναίκας, ώστε απορεί τις τίνος ένεκα ζητούσι δι' αυτάς σύζυγον οι πατέρες.

Εν τούτοις υπερβάντες τον πύργον των Ανέμων και την αγοράν, ένθα είδον μετά θαυμασμού άρχοντας και επισκόπους οψωνίζοντας τα επιούσια πράσα, έφθασαν εις την ποικίλην Στοάν, εν η αντί φιλοσόφων εύρον αστρολόγους, λεκανομάντεις, ονειροκρίτας και διδασκάλους, οίτινες κατέβαινον άπαξ της εβδομάδος εκ των επί του Υμηττού σχολείων, ίνα ελκύσωσι μαθητάς διά της ηδύτητος των λόγων των και διά σταμνίων μέλιτος· καθότι μη επαρκούσης πλέον εις τας ανάγκας των της διδασκαλίας έκριναν καλόν να προσθέσωσιν εις ταύτην, ίνα αποζώσι, και την μελισσουργίαν.

Δέκα όλας ημέρας εδαπάνησεν η Ιωάννα επισκεπτόμενη μετά του συντρόφου της τας αρχαιότητας, τας εκκλησίας και τα περίχωρα των Αθηνών και ετέρας δέκα ανεπαύθη υπό την φιλόξενον στέγην της εν Δαφνίω Μονής. Οι καλόγηροι ήσαν πρόθυμοι να προσφέρωσιν ισόβιον φίλοξενίαν εις τους δύο Βενεδικτίνους, ων οι απόγονοι έμελλον μετ' ολίγον να εκδιώξωσιν αυτούς εκ της μάνδρας των (55) ως άρπαγες λύκοι. Αλλ' η νερόβραστος δίαιτα, αι μακραί προσευχαί, η εξ αχύρων κλίνη και η ρυπαρότης των καλών πατέρων αδύνατον ήτο να ευχαριστήσουν επί πολύ τα τέκνα εκείνα της Δύσεως, συνειθίσαντα εις τα εκλελυμένα μοναστήρια της Γερμανίας να τρώγωσι και να πλύνωνται καθ' ημέραν. Διό παραιτηθέντες της δόξης των  Μ ε γ α λ ο σ χ ή μ ω ν  και  Α γ γ ε λ ι κ ώ ν  οπαδών του Αγίου Βασιλείου και αυτούς ακόμη των  Μ ι κ ρ ο σ χ ή μ ω ν  τους κανόνας ευρίσκοντες βαρείς κατετάχθησαν μεταξύ των  Ι δ ι ο ρ ρ ύ θ μ ω ν (56) , εις την προαίρεση των οποίων αφίνετο διά πλειόνων ή ολιγωτέρων νηστειών και μαστιγώσεων να κατακτήσωσιν υψηλήν τινα ή ταπεινωτέραν θέσιν εν τω Παραδείσω και εις την Κόλασιν ελεύθεροι όντες να υπάγωσιν, αν ηγάπων τον πλησίον των, τον οίνον ή την κρεωφαγίαν. Εις μικράν από την Μονήν απόστασιν ευρίσκετο ερημητήριον διαθέσιμον ένεκα του θανάτου του μονάζοντος εκεί Οσίου Ερμύλου, όστις επιχειρήσας να μη λαμβάνη άλλην τροφήν πλην της αγίας Μεταλήψεως, απέθανε μετά δεκαήμερον χρήσιν τοιαύτης διαίτης. Εκεί έστησαν οι ερασταί την εστίαν των, δαπανήσαντες την μικράν αυτών περιουσίαν εις αγοράν παχείας στρώμνης, μακρού οβελού, χάλκινης χύτρας, στάμνου ελαίου, δύο αιγών, δέκα ορνίθων και μεγάλου σκύλου, ίνα φυλάττη πάντα ταύτα· τα δε προς σωτηρίαν της ψυχής των αναγκαία σκεύη, την μάστιγα, την κεφαλήν νεκρού και το καλόν παράδειγμα έλαβον δωρεάν εκ της κληρονομίας του μακαρίτου.

Αι πρώται ημέραι της αποκαταστάσεως των δύο Βενεδίκτων υπήρξεν διηνεκής εορτή. Η τεσσαρακοστή είχε παρέλθη και ο Ιησούς ανίστατο εκ νεκρών. Πανταχόθεν αντήχουν φιλήματα και εστρέφοντο αρνία επί των πυρών, και αυτή δε η φύσις ωσεί θέλουσα να πανηγυρίση την ανάστασιν του Σωτήρος απετίνασσε την χειμερινήν αυτής στολήν, ως νέα χήρα το πένθος του συζύγου της. Αι δάφναι του Απόλλωνος ηρυθρίων, η χλόη εφύετο επί των ερειπίων και η άνοιξις εδίδασκε τους όνους να χορεύωσι περί τας συντρόφους των. Η Ιωάννα εγειρομένη άμα τη αυγή ανέπνεε μετ' αγαλλιάσεως τας πρωϊνάς αναθυμιάσεις του βουνού, ήμελγε τας αίγας, μη υπάρχοντος ακόμη του νόμου καθ' ον απηγορεύετο το άρμεγμα εις τους μοναχούς ως εμπνέον πονηράς επιθυμίας, συνέλεγε κεράσια αποστάζοντα δρόσου, έβραζε ωά και έπειτα εξύπνιζε τον Φρουμέντιον. Μετά το πρόγευμα εκείνος μεν επορεύετο να αγκιστρώση ιχθύας ή να στήση παγίδας εις τους λαγωούς, ο δε Θεωνάς εκαλλιέργει τον κήπον και η Ιωάννα αποσυρομένη εις τα βάθη του κελλίου, οτέ μεν αντέγραφε βίους αγίων, ους επώλει προς αύξησιν των οικιακών προσόδων, οτέ δε διημέρευεν αναγινώσκουσα του Πλάτωνος τα όνειρα ή του Θεοκρίτου τους στεναγμούς εν χειρογράφοις, άτινα εδάνειζον αύτη ή και εδώρουν οι καλόγηροι, μεθ' όσης αφιλοκερδείας παρεχώρει και η αλώπηξ του μύθου την κριθήν εις τον ίππον. Το εσπέρας παρετίθετο το δείπνον προ της θύρας του ασκητηρίου υπό γηραιάν πεύκην, ην οι χωρικοί εκάλουν  Π α τ ρ ι ά ρ χ η ν  δια το ύψος και γήρας της· τα δε προϊόντα του κήπου, της αλιείας και κυνηγεσίας καθιστών μοναδικήν εν τω όρει την τράπεζαν των δύο μοναχών, οίτινες και ως Σάξονες και ως Βενεδικτίνοι ήσαν εκ φύσεως παμφάγοι. Η Ιωάννα αναγινώσκουσα νυχθημερόν Έλληνας φιλοσόφους ενίοτε δε και αποστολικούς ή και αιρετικούς Πατέρας ζήσαντας προ της εφευρέσεως των νηστειών, των δογμάτων και τροπαρίων, είχε βαθμηδόν αποξύσει την καλογηρικήν σκωρίαν· αγχίνους δε ούσα και σκεπτική συνήρμοσε προς χρήσιν της είδος τι ανεκτικού θρησκεύματος, πολύ ομοιάζοντος προς τα συστήματα των σήμερον συμπατριωτών της, οίτινες, χάρις εις τας προόδους των φώτων και τας θεολογικές σχολάς του Βερολίνου και της Τουβίγγης, κατόρθωσαν να σχηματίσωσιν είδος τι χριστιανισμού άνευ Χριστού, ως έφθασαν να παρασκευάζωσι και οι εξευγενισμένοι μάγειροι σκορδαλίαν άνευ σκόρδου και ο Κος Π. Σούτσος ποιήματα άνευ ποιήσεως. Ο δε Φρουμέντιος πρόθυμος ων, ως οι ήρωες της ρομαντικής σχολής, να συμμερισθή παράδεισον ή άδην μετά της φίλης του συνέτρωγε μετ' εκείνης ορνίθια την Παρασκευήν και αρνίον την Τετάρτην. Εν Ρώμη, οσάκις εξελέγετο δικτάτωρ, έπαυε πάσα άλλη δικαιοδοσία· ούτω όταν και ο έρως καταστή απόλυτος κύριος, πάντα τα άλλα αισθήματα σβύνονται εν τη καρδία, ως τα άστρα εις τον ουρανόν, άμα η πανσέληνος ανατείλη, Ο Ζευς λησμονήσας την θεότητα του εκοσμείτο διά πτερών ή κεράτων, ίνα ευχαριστήση τας ερωμένας του, ο Αριστοτέλης φέρων σαγμάριον επί των νώτων και χαλινόν εις το στόμα προσέφερε την εβδομηκονταετή ράχιν του εις την Κλεοφίλην, εις ην εχρησίμευεν ως ο όνος εν Ινδίαις (57) , ο δε Φρουμέντιος ου μόνον κρέας την Παρασευήν, αλλά και ξύλον καθ' ημέραν ήθελε φάγει χάριν της Ιωάννας.

Η κνίσσα του ασεβούς εκείνου μαγειρείου εσκανδάλιζεν ουκ ολίγον τους ευλαβείς ρώθωνας των γραικών κολογήρων. Πολλοί τούτων διαβαίνοντες προ του ασκητηρίου εποίουν το σημείον του σταυρού φράσσοντες την μύτην των, ως έφρασσε και ο Οδυσσεύς των εταίρων του τα ώτα, ίνα προφυλάττη αυτούς από του άσματος των Σειρήνων· άλλοι δε τολμηρότεροι εισήρχοντο εκεί, ίνα φοβίσωσι τους σαρκοβόρους καλογήρους διά των φλογών της Κολάσεως ή των αφορισμών της Εκκλησίας. Αλλά τόσον φιλοφρόνως υπεδέχετο αυτούς η Ιωάννα και μετά τοσαύτης χάριτος προσέφερεν αυτοίς την παχυτέραν μερίδα, ώστε οι Μεγαλόσχημοι εκείνοι οπαδοί του Αγίου Βασιλείου, οίτινες άλλα πτηνά δεν έτρωγον ειμή μόνον τας μυίας, όσαι τυχόν έπιπτον εις τον νερόβραστον ζωμόν των, εξήρχοντο πολλάκις έχοντες ορνίθιον εις την κοιλίαν και αμάρτημα εις την συνείδησίν των.

Εν τούτοις η φήμη της ευφυίας, του κάλλους και των γνώσεων του νέου αδελφού Ιωάννου ηπλούτο καθ' όλον το όρος, αρχίζουσα και εις την πόλιν να καταβαίνη. Πολλοί των σοφών διδασκάλων του Υμηττού, αφίνοντες τας μελίσσας και τους μαθητάς των, επορεύοντο προς επίσκεψιν της ημετέρας ηρωίδος, ίνα συζητήσωσι μετ' αυτής περί ακανθωδών προβλημάτων της Δογματικής ή περί δαιμονίων και λεκανομαντείας· και αυτός δε ο αρχιερεύς Νικήτας ήλθε πολλάκις ν’ αναπαυθή υπό την σκιάν της γιγαντιαίας πεύκης, θαυμάζων ως ο Πετράρχης πώς ο καρπός της γνώσεως ηδυνήθη τόσω ταχέως να ωριμάση υπό τους ξανθούς πλοκάμους της εικοσαετούς εκείνης κεφαλής. Ου μόνον δε οι ιερείς και σοφοί, αλλά και οι άρχοντες και οι παρεπιδημούντες πατρικοί της νέας Ρώμης έμαθαν βαθμηδόν τον δρόμον του ασκητηρίου. Ουδείς διήρχετο διά του Δαφνίου χωρίς να κρούση την πύλην των Βενεδικτίνων, πολλοί δε αυτών ατενίζοντες τους στρογγύλους βραχίονας ή ασπαζόμενοι τους λευκούς δακτύλους του  Π ά τ ε ρ  Ι ω ά ν ν ο υ  κατελαμβάνοντο υπό δυσεξήγητου τινός ταραχής, ως ει έδακνε την καρδίαν των ο δαίμων της ηδυπαθείας. Η Ιωάννα, θεωρούσα το ανδρικόν ένδυμα της θώρακα ασφαλή κατά πάσης πονηράς επιθυμίας και μη γνωρίζουσα ακόμη τα ήθη των νεοπλατονικών εκείνων, ανέπνεεν απλήστως την οσμήν του θυμιάματος, ζευγνύουσα καθ’ εκάστην εις το άρμα της νέον λάτρην της απεράντου σοφίας και των ερυθρών χειλέων της. Πολλάκις δε υπό τοιούτου σμήνους περικυκλουμένη εσκέπτετο μετά στεναγμών, πόσω πλείονας και θερμοτέρους ήθελεν έχει θαυμαστάς, αν αντί να κρύπτη υπό ράσον τα θέλγητρα της, ως χρυσήν λεπίδα εντός θήκης μολυβδίνης, ενεφανίζετο αίφνης υπό την αληθή αυτής μορφήν, φέρουσα εσθήτα μεταξίνην και λυτήν επί των ώμων της την ξανθήν κόμην.

Ο Φρουμέντιος εν αρχή μεν έχαιρε διά της φίλης του την επιτυχίαν, αλλά μετ' ου πολύ ήρχισε να παρατηρή εις την διαγωγήν της Ιωάννας αλλοιώσεις τινάς, αίτινες κατεθορύβησαν αυτόν ως φιλάρεσκον κυρίαν αι πρώται ρυτίδες. Ο νέος μοναχός υπό την εύρωστον αυτού και ανδρώδη μορφήν υπέκρυπτε καρδίαν κηρού μαλακωτέραν, γεννηθείς ίνα αγαπά ως η αηδών ίνα ψάλλη και όνος ίνα λακτίζη! Και ήτο μεν ικανός να καταπίη διακόσια κάστανα χωρίς να αισθανθή το παραμικρόν εις τον στόμαχον βάρος, αλλά παρά της φίλης του ούτε χάσμημα ούτε ψυχρόν βλέμμα ηδύνατο να χωνεύση· και ταύτα μετά επταετίαν διηνεκούς συζυγικής συμβιώσεως! Κατά τους υπολόγους η απόλαυσις είνε του έρωτος ο τάφος· εγώ δε ήθελον παραβάλει μάλλον αυτήν προς το φύσημα του αισωπείου εκείνου Σατύρου, το οποίον οτέ μεν θερμότητα, οτέ δε ψύχος επροξένει. Αλλ' οπωσδήποτε της ημετέρος ηρωίδος τα φιλήματα και αι θωπείαι είχον καταντήσει εις τον καλόν Φρουμέντιον αναγκαίαι ως ο επιούσιος άρτος, και καθ' όσον ωλιγόστευον εκείναι, ηύξανεν η επιθυμία του, ως ήθελεν αυξήσει και η όρεξις του, αν απεκόπτετο αυτώ μέρος της καθημερινής τροφής. Οι μήνες και τα έτη παρήρχοντο, η Ιωάννα καθίστατο ψυχροτέρα εφ' όσον επλατύνετο ο κύκλος των θαυμαστών της, η δε αθυμία του πτωχού νεανίσκου ηύξανε καθ' εκάστην και ωχρόν νέφος ηπλούτο επί της νεαράς και φιλομειδούς αυτού όψεως ως μαύρη σκέπη επί ανθούσης ροδωνιάς. Επί πολύ επειράθη να κρύψη την αδυναμίαν του, αλλά τέλος πάντων εξεχείλισαν τα δάκρυα εκ των οφθαλμών του και τα παράπονα εκ των χειλέων. Η Ιωάννα εζήτει κατ' αρχάς να καθησυχάση τον σύντροφόν της, βεβαιούσα ότι τα περικυκλούντα αυτόν ζοφερά νέφη ήσαν απλώς μαύραι πεταλούδαι, γεννήματα του εξημμένου εγκεφάλου του. Αλλ' ο Φρουμέντιος ήτο δυσμετάπειστος, αι δε γυναίκες ταχέως βαρύνονται την μονότονον μελαγχολίαν. Και αυταί αι Ωκεανίδες, αν και ήσαν θεαί, μίαν μόνην ημέραν παρέμειναν παρηγορούσαι τον δεσμώτην Προμηθέα, είτα δε βαρυνθείσαι τα παράπονα του εγκατέλιπον αυτόν επί του βράχου μετά του κατατρώγοντος τα σπλάγχνα του γυπός. Ούτω και η ημετέρα ηρωίς, αφού παρεχώρει εις τον εταίρον της σύντομον παρηγορίαν ή ταχύν ασπασμόν, ως ρίπτει τις δεκάλεπτον εις την χείρα πτωχού, έστρεφεν έπειτα εις αυτόν την ράχιν, την μεν νύκτα ίνα κοιμηθή, την δε ημέραν, ίνα συναναστραφή μετά των βιβλίων ή των αυλικών της, ων αι επισκέψεις διεδέχοντο αλλήλας από πρωίας μέχρι νυκτός. Ο Φρουμέντιος έμενε συνήθως εις γωνίαν τινά του θαλάμου, χωνεύων ως οι ήρωες του Ομήρου τον χολήν του, ότε δε ησθάνετο εαυτόν ανίκανον να κρατήση επιπλέον τα δάκρυα ή τους γρόνθους του, εξώρμα εκ του θαλάμου και έτρεχε να μαδήση ορνίθιον διά το γεύμα ή λευκάνθεμον, ίνα μάθη, αν τον ηγάπα η Ιωάννα.

Αλλ’ η τοιαύτη κατάσταση των πραγμάτων αδύνατον ήτο να διαρκέση αιωνίως. Ο νέος μοναχός εσκέπτετο να κόψη οτέ μεν την κεφαλήν της Ιωάννας, οτέ δε πάσαν μετ’ αυτής σχέσιν. Η φιλαρέσκεια και αι ερωτοτροπίαι της ημετέρας ηρωίδος  ε λ ά μ β α ν ο ν  κ α θ'  ε κ ά σ τ η ν  σ π ο υ δ α ι ό τ ε ρ ο ν  χ α ρ α κ τ ή ρ α  κατά την φράσιν των εφημεριδογράφων. Είς Ηγούμενος, δύο Αρχιερείς και ο Έπαρχος Αττικής εγνώριζον ήδη το περιεχόμενον του ράσου της, πολλοί, άλλοι υπώπτευον τούτο και οι λοιποί προσέφεραν εις τον αδελφόν Ιωάννην το θυμίαμα πλατωνικής λατρείας· ο δε Φρουμέντιος δεν έπαυε μεμψιμοιρών και υβρίζων την φιλτάτην του, ήτις χάσασα επί τέλους την υπομονήν έδιδεν εις αυτόν απαντήσεις ξηράς ως σύκα των Καλαμών. Η σχέσις των δύο νεανίσκων είχε καταντήσει βαθμηδόν να ομοιάζη τας περικυκλώσας τον βασιλικόν κήπον μας ινδοσυκάς εκείνας, ων ο καρπός διαρκεί μίαν ημέραν και αι άκανθαι όλον τον χρόνον. Και εν τούτοις οσάκις σπουδάζων ανελογίζετο ο Φρουμέντιος να χωρισθή της φίλης του, ησθάνετο τας τρίχας του ορθουμένας υπό της φρίκης. Ούτε μετ' αυτής ούτε άνευ αυτής ηδύνατο να ζήση· αγνοών δε ο δυστυχής νεανίας ότι η καρδία γυναικός είναι άμμος κινητή, επί της οποίας μόνον σκηνή διά κατάλυμα μιας νυκτός δύναται να στηθή, είχεν οικοδομήσει εκεί κατοικίαν, εν ή όλην του την ζωήν εσκόπευε να διαμένη. Διωχθείς δι' ύβρεων και λακτισμάτων εκ της Εδέμ εκείνης, αντί να υποταγή ως ο Αδάμ εις την καταδίκην, εζήτει παντί τρόπω να εισέλθη και πάλιν εις τον απηγορευμένον εκείνον περίβολον, ου την θύραν έκλειεν αυτώ η ψυχρότης και η κακία της Ιωάννας, ως ο ξιφήρης Άγγελος την του Παραδείσου. Οτέ μεν κατακλινόμενος παρά της φίλης του τους πόδας επειράτο να συγκινήση αυτήν, ενθυμίζων τα τοσαύτα φιλήματα και τους όρκους, αλλ’ οι λόγοι του ωλίσθαινον επί της αναλγησίας της, ως η βροχή επί των φύλλων, οτέ δε, ουδέν πλέον ελπίζων, εζήτει παντί σθένει να εκριζώση τον έρωτα εκ της καρδίας του, ως αποσπά ο κηπουρός δυσώδες κρομμύδιον βλάστησαν εν μέσω ηλιοτροπίων· αλλά το κακόν φυτόν είχε τας ρίζας βαθείας, ώστε, παραιτούμενος μετά ματαίους αγώνας της επιχειρήσεως, έπιπτε κατά γης περιρρεόμενος υπό ιδρώτος και καταρώμενος ως ο Ιώβ  τ η ν  η μ έ ρ α ν, ε ν  ή  ε γ ε ν ν ή θ η  κ α ι  τ η ν  ώ ρ α ν  ή  ε ί π ο ν: ι δ ο ύ  ά ρ σ ε ν.

Και μη νομίσης, αναγνώστα, ότι ερωτόκριτός τις, σ ο ύ τ σ ε ι ο ς  ήρως ή άλλο τοιούτον δίποδον του ρωμαντικού θηριοτροφείου είχε καταντήσει ο καλός Φρουμέντιος· απ' εναντίας ήτο φρόνιμον και ευσεβές τέκνον της Γερμανίας, οία εγέννα η κλασσική αύτη πατρίς του ζύθου και των ξυνολαχάνων, πριν διαφθαρή υπό των στεναγμών του Βερθέρου και των βλασφημιών του Στράους και Εγέλου, την δε Ιωάνναν ηγάπα ίσως ως ο Αρίστιππος την Λαΐδα και αι γαλαί το γάλα. Αλλά πλην αυτής άλλην γυναίκα δεν εγνώριζεν ουδ' ήτο δυνατόν να εύρη εις Αθήνας· καθότι οι απόγονοι του Σόλωνος δεν ήσαν ακόμη ως σήμερον πολιτισμένοι, αι δε μητέρες, οι σύζυγοι, οι αδελφοί και τα άλλα τοιαύτα οχληρά πλάσματα, άτινα περικυκλούσι τας γυναίκας, ως αι άκανθαι τα ρόδα, δεν ημφισβήτουν ακόμη την τιμήν να κρατώσι το κηρίον εις τους ξένους ουδέ αν ναύαρχοι ή διπλωμάται ήσαν. Εις μόνους τους Αυτοκράτορας του Βυζαντίου έτεινον την χείρα αι τότε Αθηναΐδες, και εις τούτους δε πάλιν μόνην την δεξιάν. Ταύτα πάντα καθίστων δεινήν την θέσιν και συγχωρητάς τας τρέλλας του δυστυχούς Φρουμεντίου, εις του οποίου την ακμάζουσαν και σφριγώσαν νεότητα η γυνή ήτο αναγκαία, ως η δρόσος εις τους λειμώνας. Εις απεχούσας χώρας τοποθετούσιν οι ποιηταί και εις μυθώδεις εποχάς υποθέτουσιν οι μυθολόγοι παράδοξα τινα και τερατώδη του φυτικού ή ζωικού βασιλείου προϊόντα, μελισταγείς λωτούς, ψάλλοντα δένδρα, δράκοντας πτερωτούς, αιγόποδας σατύρους, ύδρας, γίγαντας, σειρήνας, ήρωας, μάγους, προφήτας, μάρτυρας, αγίους, και άλλα τοιαύτα όντα, τα οποία ουδείς εξ ημών είδε ποτέ ειμή εν εικόνι ή εν ονείρω· αλλά και το  η θ ι κ ό ν  β α σ ί λ ε ι ο ν, αν συγχωρήται η έκφρασις αύτη, έχει την μυθολογίαν του, ηρωϊκάς αφοσιώσεις, ευσεβείς εκστάσεις, υπερανθρώπους θυσίας, αρρήκτους φιλίας και άλλα τοιαύτα τραγικά ή μυθιστορικά εφόδια. Μεταξύ των χιμαιρικών τούτων προϊόντων των παρελθόντων χρόνων πρέπει, νομίζω, να κατατάξωμεν και τον έρωτα, όπως ενόουν αυτόν οι ιππόται του μεσαιώνος και του Πλάτωνος οι παρεξηγηταί, ενώ κατά την υγιά φιλοσοφίαν δεν είναι άλλο τι ειμή μόνον  π ρ ό σ ψ α υ σ ι ς  δ ύ ο  ε π ι δ ε ρ μ ί δ ω ν (58) . Αν δε ο Φρουμέντιος τα πάντα ήτο έτοιμος χάριν της Ιωάννας να θυσιάση, αν κυλιόμενος προ των ποδών της κατηράτο την ημέραν καθ' ην εγεννήθη, έπραττε τούτο δι' ον λόγον συνεχώρησε και ο Αδάμ την άπιστον γυναίκα του, διότι . . . δεν είχεν άλλην.

Αλλά και η ημετέρα ηρωίς, καίτοι υπό αφωσιωμένων περικυκλουμένη, πολύ απείχε του ν' αναπαύεται επί ρόδων. Οι οδυρμοί και τα μυρολόγια του Φρουμεντίου, ει και δεν συνεκίνουν πλέον αυτήν, ετάραττον όμως τα νεύρα της και έκοπτον πολλάκις τον ύπνον ή την όρεξίν της, το δε χείριστον, απεκάλυπτον εις πάντας το μυστικόν. Κατά τον Αθήναιον ο έρως και ο βήχας, ή ο βηξ, αν αρχαΐζης, αναγνώστα, είναι τα μόνα πράγματα, άτινα δεν δύνανται να κρυβώσι. Το κατ’ εμέ (αν μοι συγχωρήται να έχω γνώμην εναντίαν της των μεθυσμένων Δειπνοσοφιστών) φρονώ απ' εναντίας ότι ουδέν υπάρχει ευκρυπτότερον αυτού, του έρωτος δηλ. και ουχί του βήχα, οσάκις ούτος ευτυχεί. Μόνη η ζηλεία, αι ανησυχίαι, η απελπισία και τα τοιαύτα ερωτικά αρτύματα εντυπούνται ως δημίου ραπίσματα επί του προσώπου, η δε χαρά και ευτυχία μετά τοσαύτης φειδωλίας απονέμονται ημίν υπό των θυγατέρων της Εύας, ώστε σπανίως εκχειλίζουσιν εις βαθμόν καθιστώντα δύσκολον να κρυβώσιν. Αλλά πάσαι ανεξαιρέτως αι γυναίκες ομοιάζουσι τους αποθηριωθέντας εκείνους της παρακμής Ρωμαίους, οίτινες απήτουν παρά των σφαζομένων εν τοις αμφιθεάτροις θυμάτων να πίπτωσι μετά χάριτος, τείνοντα αγογγύστως τον τράχηλον εις την ρομφαίαν. Ούτω και η Ιωάννα, αφού παντοιοτρόπως, διά ζηλείας, ψυχρότητος, ιδιοτροπιών και άλλων γυναικείων εφευρέσεων εβασάνιζε τον δυστυχή Φρουμέντιον, ωργίζετο έπειτα κατ' αυτού, αν κραυγή οδύνης εξέφευγε των χειλέων του εν μέσω των παντοίων τούτων βασανιστηρίων ή αν εν τη αδημονία του εδείκνυε τους γρόνθους ή την θύραν του κελλίου είς τινα των αντεραστών του.

Εν τούτοις αι σκανδαλώδεις του ασκητηρίου σκηναί συνεκίνουν όλους του Δαφνίου τους κουκουλοφόρους κατοίκους, δι' ους η Ιωάννα, της οποίας ουδείς πλέον ηγνόει το φύλον και τας τρέλλας, ήτο τέρας σταλέν υπό των Φράγκων, ίνα καταβροχθίση την Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Και αληθές μεν είναι ότι πολλαί προ αυτής γυναίκες, η Αγ. Ματρώνα, Πελαγία και Μακρίνα, ενεδύθησαν ράσα και συνέζησαν μετά καλογήρων, αλλά δεν έπραξαν τούτο, ίνα τρώγωσιν ορνίθια την Παρασκευήν και κολάζωσιν Επισκόπους. Μεταξύ της παρωργισμένης ταύτης αγέλης υπήρχον μοναχίσκοι τινές, αποπειρώμενοι ενίοτε να υπερασπίσωσι την ωραίαν Γερμανίδα, αλλ’ η φωνή αυτών απεπνίγενο υπό της γενικής κατακραυγής. Οι δε μάλλον κατ' αυτής εξαγριωμένοι ήσαν αγγελικοί τίνες Μεγαλόσχημοι, δυσώδεις και ρυπαροί ως πάντες οι προτιθέμενοι ν' αρέσωσιν εις μόνον τον θεόν, οίτινες θελήσαντες εν είδει επεισοδίου ν’ αρέσωσι και εις την Ιωάνναν, εστάλησαν υπ' αυτής οι μεν να κουρεύωνται, οι δε εις το λουτρόν ήδη δε εξεδικούντο την ακατάδεκτον καλογραίαν, ρίπτοντες κατ' αυτής, οσάκις εξήρχετο του κελλίου, αναθέματα, κρομμύδια, πέτρας και κατάρας.

Ούτω έσωθεν υπό του Φρουμεντίου και έξωθεν υπό της κοινής γνώμης πολεμουμένη η Ιωάννα και βλέπουσα τον ζήλον των πιστών της ψυχραινόμενον καθ' εκάστην υπό του φόβου του αναθέματος, ενώ ηύξανεν η αυθάδεια των εχθρών, ήρχισε να σκέπτεται σπουδαίως περί αποδημίας. Προ οκτώ ετών ευρίσκετο εις Αθήνας και πάντα εγνώριζε τα εκεί μνημεία, τα χειρόγραφα και τους κατοίκους, ώστε η πόλις της Αθήνας εφαίνετο ήδη αυτή ανούσιος ως τα φωνήματα του Φρουμεντίου. Πλην δε τούτου εφλέγετο και υπό της επιθυμίας να επιδείξη επί ευρυτέρας σκηνής τας γνώσεις το κάλλος και το πνεύμα της, εγγίζουσα ήδη εις το τριακοστόν της ηλικίας έτος, ότε αι γυναίκες, μη αρκούμεναι εις τα ιδιάζοντα αυταίς ελαττώματα, συνειθίζουσι να στολίζωνται και διά των ημετέρων, προσλαμβάνουσαι την φιλοδοξίαν, σχολαστικότητα, οινοφλυγίαν, και ει τις άλλη  α ρ σ ε ν ι κ ή  κακία, δυναμένη να καταστήση την καρδίαν των πρότυπον γυναικείας τελειότητος, ως κατέστη σήμερον και η Ελλάς διά των πολιτικών ανδρών της πρότυπον βασιλείου εν τη Ανατολή. Η Ιωάννα δεν ωμοίαζε τας ποιμενίδας εκείνας του Οβιδίου, αίτινες ηυχαριστούντο αν μόνος ο Άθως ηκροάτο το άσμα των ή ρύαξ αντανάκλα το ανθοστεφές πρόσωπόν των, αλλ' απ' εναντίας εδάκρυε πολλάκις επί των βιβλίων, σκεπτομένη ότι, άγνωστος και ανύμνητος ήθελε μείνει η σοφία της εις την γωνίαν εκείνην της Αττικής, ως κλαίουσι και αι νέαι καλογραίαι, οσάκις γυμνούμεναι το εσπέρας αναλογίζονται ότι το κρινόλευκον αυτών κάλλος μόνος ο άυλος αυτών και αόρατος νυμφίος βλέπει.

Εις τοιαύτην ευρίσκετο διάθεσιν, ότε εσπέραν τινά, πλανωμένη παρά την κοίλην όχθην του Πειραιώς, όπου είχεν υπάγει ν' αποχαιρετήση τον φίλον της Νικήταν επιστρέφοντα εις Κωνσταντινούπολιν, είδεν εισερχόμενον εις τον λιμένα ξένον πλοίον, του οποίου τα λευκά πανία τη εφάνησαν πτερά αγγέλου, ερχομένου να λυτρώση αυτήν εκ της γης εκείνης της εξορίας. Το πλοίον ήτο ιταλικόν, ανήκον εις τον Επίσκοπον Γενούης Γουλιέλμον τον ελάχιστον και ελθόν εις Ανατολήν, ίνα προμηθευθή λιβάνιον διά τον Ύψιστον και στολάς διά τους υπηρέτας του. Η Ιωάννα προσφωνήσασα τους αποβάντας ναύτας λατινιστί έμαθεν ότι έμελλον ν' αναχωρήσωσι την επιούσαν το πρωί εις Ρώμην, ήσαν δε πρόθυμοι να συμπαραλάβωσιν αυτήν, ίνα αντικαταστήση τον συμπλέοντα μετ' αυτών ιερέα, αρπαγέντα υπό των κυμάτων, εν ώ ιστάμενος παρά την πρώραν εζήτει, κατά την συνήθειαν των καθολικών, να κατευνάση την τρικυμίαν, ρίπτων εις την θάλασσαν ιεράς μερίδας, αίτινες εχρησίμευον προς μετάληψιν εις τους δελφίνας. Συμφωνήσασα περί πάντων επέστρεψεν η Ιωάννα προς τον Φρουμέντιον, περιμένοντα αυτήν εις το πλησίον του όρμου της Μουνυχίας σπήλαιον, όπου είχε στρώσει δείπνον και κοίτην. Ο καιρός ήτο υγρός, ο άνεμος δριμύς και η θάλασσα εστέναζε πενθίμως υποκάτω του σπηλαίου. Ο νέος Βενεδικτίνος έσπευσε ν' ανάψη πυράν, παρά την οποίαν εκάθισεν η Ιωάννα, ίνα ξηράνη τα ενδύματα της υγρανθέντα υπό των κυμάτων. Η καρδία αύτης, καίτοι προ πολλού εκτραχυνθείσα υπό της σχολαστικότητος και φιλαρεσκείας, κατείχετο υπό είδους τινός ανησυχίας, ενώ εσυλλογίζετο ότι έμελλε μετ' ολίγον ν' απομακρυνθή ανεπιστρεπτεί του συντρόφου εκείνου, από του οποίου εις διάστημα δέκα πέντε ετών ουδέ στιγμήν απεχωρίσθη. Επί τινας στιγμάς εσκέφθη να συμπαραλάβη αυτόν εις τας νέας περιπλανήσεις της· αλλ' η ιδιότροπος ζηλεία του πτωχού καλογήρου, τρέφοντος εσκωριασμένην ιδέαν, ότι αι γυναίκες πρέπει να έχωσιν ένα μόνον εραστήν, ως οι όνοι εν μόνον σάγμα και οι λαοί ένα βασιλέα, καθίστα αυτόν σκεύος οχληρόν και δυσμετακόμιστον. Αλλ' ουδέ να τον αποχαιρετήση ετόλμα η Ιωάννα, φοβουμένη εις τον έρημον εκείνον τόπον τα δάκρυα ή και τους γρόνθους του. Ευσπλαγχνικώτερον λοιπόν και εν ταυτώ φρονιμώτερον ενόμισε ν' αποκοιμίση αυτόν εις τας αγκάλας της, πριν τον εγκαταλείψη, ως προσέφερον οι δήμιοι της Ιουδαίας εις τους καταδίκους μεθυστικόν ποτόν, πριν τους σταυρώσωσι. Λαβούσα, λοιπόν την κεφαλήν του Φρουμεντίου επί των γονάτων της ήρξατο να θωπεύη την κόμην του διά των δακτύλων και το μέτωπον διά των χειλέων της· ο δε αμνησίκακος εκείνος νεανίας, ο τοσούτον υβρισθείς, απατηθείς και καταπατηθείς, εν ακαρεί ελησμόνει και απιστίας και ύβρεις και βασάνους. Η μόνη πρόσψαυσις των δακτύλων της Ιωάννας έκλειε πάσας αυτού τας πληγάς, ως εθεράπευον προ του συντάγματος και οι γάλλοι βασιλείς τα έλκη των υπηκόων των δι' απλής επιθέσεως των χειρών. Ο Φρουμέντιος, κατεχόμενος υπό αδιηγήτου ηδονής, δεν ήξευρε τίνα των αγίων διά την αιφνιδίαν εκείνην μεταβολήν να ευχαριστήση, διότι πάντας εν τη απελπισία του τους είχεν επικαλεσθή, άυπνος δε ων προ πολλού απεκοιμήθη τέλος επί του γλυκυτάτου εκείνου προσκεφαλαίου, εις όλους υποσχόμενος τροπάρια και κηρία.

Ότε την επιούσαν, πριν έτι εξημερώση, ήνοιξε τας αγκάλας, ίνα την φίλην του περιπτυχθή, αντ' αυτής ενηγκαλίσθη μόνον τα άχυρα της στρώμνης του. Αναπηδήσας μετά τρόμου εξέτεινε τους βραχίονας και εψηλάφησε τα σκότη, ως ο τυφλωθείς Πολύφημος ζητών τον Οδυσσέα. Η αυγή επάλαιεν ακόμη κατά του σκότους, ότε γυμνοκέφαλος, ανυπόδητος και απηλπισμένος εξήλθε του σπηλαίου ο δυστυχής νεανίας· αλλ' ουδαμού της Ιωάννας ίχνος. Αφού δις και τρις περιέδραμεν εις μάτην τον λόφον, ώρμησε προς την παραλίαν ως κάπρος πηδών από βράχου εις βράχον την κορυφήν και κράζων «Ιωάννα!» μεγάλη τη φωνή. Οι κοίλοι βράχοι επανελάμβανον την κραυγήν εκείνην και οσάκις ο Φρουμέντιος, τοσάκις κακείνοι έκραζον την φυγάδα, ωσεί λυπούμενοι τον δυστυχή· και αυτός δε ο ήλιος ανέτειλε κατ' εκείνην την στιγμήν, ίνα βοηθήση αυτόν εις τας εναγωνίους ερεύνας του. Αλλ' η παραλία ήτο έρημος, επί δε της θαλάσσης εφαίνετο λέμβος, σχίζουσα τα κύματα της Μουνυχίας και παρά την πρύμνην αυτής ίστατο η Ιωάννα εις το ράσον της περιεσφιγμένη. Η δραπέτις είδεν ίσως επί της ακτής τον ανατείνοντα προς αυτήν τους βραχίονας και είτα εις την θάλασσαν βυθιζόμενον νεανίαν, αλλ’ αποστρέψασα το πρόσωπον παρώτρυνεν εις ταχύτερον δρόμον τους κωπηλάτας.

Μετ’ ου πολύ η λέμβος ανεσύρετο παρά τας πλευράς του πλοίου, όπερ ήνοιγεν εις τους ανέμους τα ιστία· ο δε Φρουμέντιος μετά ματαίαν καταδίωξιν, εξαντλήσας τας ελπίδας και τας δυνάμεις του έκειτο άπνουν ναυάγιον επί της προκυμαίας. Ότε συνήλθεν εις εαυτόν, απώθησεν ως κακόν όνειρον την ζωήν. Αλλ’ αι ώραι παρήρχοντο, ο ήλιος εξήραινε τα ενδύματά του και δεν έπαυε το όναρ. Προς στιγμήν εσκέφθη να πνίξη αυτό εις την θάλασσαν, ως ο Σολομών τας λύπας του εις τον οίνον, αλλά το ύδωρ ήτο ρηχόν και πλην τούτου εφοβείτο την Κόλαση, ένθα επί πολύ ακόμη έπρεπε να περιμένη την Ιωάνναν. Ανύψωσεν είτα προς ουρανόν μεμψίμοιρον βλέμμα, αλλ' ουδεμία εκ των εκεί αγίων κατέβη να προσφέρη εις αυτόν τα χείλη της προς παρηγορίαν, ως ο Βάκχος εις την Αριάδνην^ έπειτα ο Φρουμέντιος δεν ήτο γυνή, και τις οίδεν αν, εις ην ευρίσκετο διάθεσιν, δεν ήθελεν αγροίκως απωθήσει και αυτήν την Αγ. Θαΐδα ή την ξανθήν Μαγδαληνήν;

Ότε ενύκτωσεν, επέστρεψε και πάλιν εις το σπήλαιον. Αλλ' οποίαν νύκτα επέρασεν προ της κλίνης εκείνης, εν η τα κάλλη της Ιωάννας εφαίνοντο ακόμη εν σχήματι λάκκου εντετυπωμένα! Δεκαπέντε ημέρας έμεινεν εκεί ερωτών «ί ν α  τ ί  δ έ δ ο τ α ι  τ ο ί ς  ε ν  π ι κ ρ ί α  φ ω ς  κ α ι  ζ ω ή  τ α ί ς  ε ν  Ο δ ύ ν η  ψ υ χ α ί ς (59) . Αλλά τέλος ευσπλαγχισθείς αυτόν έδραμεν εις βοήθειάν του ο εν ουρανώ άγιος προστάτης του Βονιφάτιος. Ενώ εσπέραν τινά εξαντλήσας τα μυρολόγιά του εκοιμάτο ο Φρουμέντιος επί της άμμου της παραλίας, καταβάς εξ ουρανών ο απόστολος εκείνος των Σαξόνων ήνοιξε διά μαχαίρας τα στήθη του κοιμωμένου, εισήγαγε τους Ιερούς δακτύλους του εις την οπήν και εξαγαγών την καρδίαν εβύθισεν αυτήν εις λάκκον πλήρη ύδατος, όπερ ηγίασε προηγουμένως. Η φλέγουσα εκείνη καρδία έφριξεν εις το ύδωρ ως η σμαρίς εντός του τηγανιού, αφού δε εκρύωσεν, έθεσε πάλιν αυτήν ο άγιος εις τον τόπον της και κλείσας την πληγήν επέστρεψεν εις τον ιδικόν του.

Έτυχέ ποτε, αναγνώστα μου, ν’ αποκοιμηθής με ανυπόφορον βήχα, κοιμώμενος να ιδρώσης και εξυπνήσας να ευρεθής ιατρευμένος; Αγνοών ότι είσαι καλά ανοίγεις μηχανικώς το στόμα, ίνα πληρώσης εις τον επικατάρατον βήχα τον συνήθη φόρον. Αλλά πόσην αισθάνεσαι χαράν, μη ευρίσκων εις τον λάρυγγα το οχληρόν θηρίον! Ούτω άμα ήνοιξε και ο Φρουμέντιος τους οφθαλμούς, ητοιμάσθη να προσφέρη εις την αχάριστον Ιωάνναν την συνήθη δακρύων σπονδήν, αλλά παρά πάσαν προσδοκίαν οι οφθαλμοί του ευρέθησαν ξηροί και να προγευματίση μάλλον ή να κλαύση ησθάνετο όρεξιν μετά πολυήμερον νηστείαν ο καλός Βενεδικτίνος. Νέα ποιμενίς διέβη μετ' ολίγον προ αυτού, έχουσα στάμνον γάλακτος επί της κεφαλής και κομβολόγιον κολλυρίων εις την χείρα. Ταύτην κράξας επρογεύθη ευθύμως· ότε δε η Αμαρρυλλίς εκείνη, λαβούσα χάλκινον νόμισμα και ασπασθείσα την χείρα του καλογήρου απεμακρύνθη, ενούσα το εύθυμον άσμα της εις την φωνήν των κορυδαλών, ενώ ο άνεμος της πρωίας έπαιζε εις της εσθήτος της τας πτυχάς, ανυψών αυτάς μέχρι μέσης κνήμης, θεωρών αυτήν ο Φρουμέντιος τότε κατά πρώτον ησθάνθη ότι πλην της Ιωάννας υπήρχον και άλλαι εις τον κόσμον γυναίκες. Η θεραπεία αυτού ηδύνατο λοιπόν να θεωρηθή ως ριζική. Ούτω διά του θαύματος του Αγίου απαλλαγείς του ανοήτου πάθους του και άχρηστος ήδη ων ημίν ως ήρως μυθιστορήματος, καθίστατο από της στιγμής εκείνης χρησιμώτατον της κοινωνίας μέλος, λ ί α ν  κ α τ ά λ λ η λ ο ς, αν έζη σήμερον, να  ε ξ α σ κ ή σ η  οιονδήποτε επάγγελμα, να γείνη γραμματοκομιστής, κατάσκοπος, βουλευτής, προικοθήρας ή θεσιδιώκτης, να κρατή τα κατάστιχα Χίου εμπόρου ή τους πόδας αγχονιζομένου καταδίκου.. Αλλά κατά την εποχήν εκείνην τα  Κ ύ ρ ι ε  ε λ έ η σ ο ν  ήσαν η καλυτέρα τέχνη, και καλώς ποιών έμεινε καλόγηρος, ως πρότερον ο Φρουμέντιος. Την δε Ιωάνναν πριν εις Ρώμην κυνηγήσω θέλω αναπαυθή ολίγον. Οι μεγάλοι ποιηταί, ο Όμηρος και ο κύριος Π. Σούτσος, γράφουσι κοιμώμενοι ωραίους στίχους, αλλ’ εγώ σπογγίζω πάντοτε τον κάλαμόν μου, πριν θέσω επί της κεφαλής τον νυκτικόν μου πίλον. Εις μόνους τους εξόχους άνδρας συγχωρούνται αι υπναλέαι φράσεις, ημείς δε οι ταπεινοί γραφίσκοι πρέπει να ήμεθα πάντοτε έξυπνοι, ως αι χήνες του Καπιτωλίου, αίτινες εξύπνισαν τους Ρωμαίους.

ΜΕΡΟΣ Δ'.


Φευ της θηλείας, πη προβήσεται, φρενός;
Τι τέρμα τόλμης και θράσους γενήσεται;
    (ΕΥΡ. Ιππόλ. 935).

Πάντων των μεγάλων, ανδρών την κοιτίδα περικυκλούσι σκότη πυκνά, εις τα οποία μόνοι οι ποιηταί, και μυθογράφοι τολμώσι να ριψοκινδυνεύσωσιν, ανάπτοντες της φαντασίας των το μαγικόν φανάριον, εις του οποίου το φως μυρία βλέπουσιν ωχρά ή μειδιώντα φαντάσματα. Αλλ’ άμα ο ήρως ανδρωθή, άμα εις καρπόν μεταβληθή το άνθος, επέρχεται σμήνος ιστορικών κρατούντων την φλέγουσαν και φεγγοβόλον δάδα της κρόκης, εις την εμφάνισιν των συνωφρυωμένων εκείνων δαδούχων φεύγουσι μετά τρόμου τα χρυσόπτερα πλάσματα της φαντασίας, άτινα, ως οι αστέρες και αι τεσσαρακοντούτιδες γυναίκες, εις μόνον το ημίφως ευχαριστούνται· αν δε η κριτική φωτοχυσία τύχη πολύ ζωηρά, και ο ήρως αυτός εξαφανίζεται πολλάκις εις τα όμματα του κριτικού, ως ο Όμηρος εις τα του Βολφίου και ο Ιησούς εις τα του Στράους. Η Ιωάννα έμεινε ακλόνητος εις την υψηλήν αυτής θέσιν, ουδόλως υπό του φωτός πτοηθείσα· αλλ’ από τούδε καθίσταται ήρως ιστορικός, οι δε φανταστικοί στέφανοι, δι' ων εστόλιζον της δεκαεπταέτιδος κόρης την ξανθήν κόμην, είναι ήδη ανάρμοστοι εις την κεφαλήν, την μέλλουσαν μετ’ ολίγον να κοσμηθή διά του τριπλού διαδήματος του Αγίου Πέτρου. Την ύλην της διηγήσεώς μου, αντί να λαμβάνω ως πρότερον εκ της φαντασίας μου, αναγκάζομαι ν'αρύωμαι παρά σεβασμίων χρονογράφων· αν δε εύρης ανοστότερον το μέρος τούτο του βιβλίου, σ' ευχαριστώ, αναγνώστα, διά την προτίμησιν.

Η Ρώμη, απολέσασα την διά του ξίφους κατακτηθείσαν οικουμένην, κατεγίνετο ν’ ανορθώση την κοσμοκρατορίαν της, στέλλουσα εις τας πρώην επαρχίας δόγματα αντί λεγεώνων και υφαίνουσα εν σιωπή τον απέραντον εκείνον ιστόν, εις ον έμελλε πάντα τα έθνη να περιπλέξη. Αράχνη δε του ιστού εκείνου, ότε έφθασεν εις Ρώμην η ημετέρα ηρωίς, ήτο ο Άγ. Λέων ο Δ', διαδεχθείς Σέργιον τον Γουρουνόστομον. Πάντες σχεδόν της εποχής εκείνης οι αρχιερείς, είτε θέλοντες είτε μη, ελάμβανον τον τίτλον του Αγίου αλλ' ο Λέων ούτος είχε τη αληθεία αποκτήσει αυτόν εν ιδρώτι του μετώπου του, ανεύρων τα σώματα των αγίων μαρτύρων Σεμπρονιανού, Νικοστράτου και Καστορίου, διεγείρας διά της ποιμαντικής ράβδου του, ως ο Ποσειδών διά της τριαίνης, φοβεράν τρικυμίαν, ήτις διεσκόρπισε τα πλοία των Σαρακηνών, θανατώσας δι' ευχής φοβερόν δράκοντα εμφωλεύοντα εις την εκκλησίαν της Αγ. Λουκίας, πολλάκις αποκρούσας των απίστων τας εφόδους και, το θεαρεστότερον, συστήσας εντός του παπικού παλατιού γυναικείον μοναστήριον, όπου υπό την πατρικήν του σκέπην ηγίαζον αι εκλεκτότεραι της Ρώμης παρθένοι. Αλλά πλην των καλογραιών επροστάτευε και τα γράμματα ο φιλόμουσος Ποντίφηξ, υπό δε της σοφής Ιωάννας τοσούτον εθέλχθη, ώστε, αφού επί ολόκληρον ώραν ωμίλησε μετ' αυτής περί πάντων των γνωστών καί τινων άλλων πραγμάτων, διώρισεν αμέσως αυτήν διδάσκαλον της Θεολογίας εις το σχολείον του Αγ. Μαρτίνου, όπου εδίδαξέ ποτε και ο ιερός Αυγουστίνος.