WeRead Powered by ReaderPub
Η Πάπισσα Ιωάννα cover

Η Πάπισσα Ιωάννα

Chapter 12: Η ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ Ε Π Ι Σ Τ Ο Λ Α Ι Ε Ν Ο Σ Α Γ Ρ I Ν I Ω Τ Ο Υ ΕΠΙΣΤΟΛΗ Αη
Open in WeRead

About This Book

A satirical historical narrative retells a medieval legend about a woman who, while concealed as a man, rises through ecclesiastical ranks and ultimately occupies the papal office until her sex is dramatically revealed. The plot is interwoven with erudite digressions, prologues, and ironic commentary that lampoon clerical pretensions and popular superstition. The author employs rhetorical flourish, learned allusion, and incisive wit to scrutinize institutional authority and gender expectations, alternating storytelling with scholarly asides to provoke skepticism and highlight the absurdities of religious and social convention.

Και, μη νομίσετε ότι ούτω αποκρινομένη παραγνωρίζει η Κυβέρνησις τα άρθρα του νόμου και του συντάγματος, τα οποία μετά τοσαύτης ασπλαγχνίας επικαλείσθε κατά του δυστυχούς συγγραφέως. Αν αι αποστολικαί παραδόσεις δεν συμφωνούσι με τας υμετέρας εγκυκλίους, ουδόλως ευνοϊκώτεροι είναι προς αυτάς οι νόμοι του Κράτους. Και περί μεν των επιθέτων  κ α κ ο ύ ρ γ ο ς, έ χ ι δ ν α κτλ. περιττόν νομίζω να είπω τι ενταύθα διότι η ύβρις και διαβολή, αν και τιμωρούμεναι υπό του κώδικος, κατήντησαν όμως διά μακράς συνηθείας αναπαλλοτρίωτα προνόμια των ιερέων, τα οποία ουδείς σκέπτεται ν' αμφισβήτηση αυτοίς, ως καταστάντα όλως ακίνδυνα, αφού ο κόσμος δεν πιστεύει πλέον εις τους λόγους των· αλλά το δικαίωμα της καταμηνύσεως ώρισαν και περιώρισαν ακριβώς οι νόμοι του κράτους. Το άρθρον, δυνάμει του οποίου καταμηνύετε την  Ι ω ά ν ν α ν  και ζητείτε  τ η ν  π α ρ α δ ε ι γ μ α τ ι κ ή ν  τ ι μ ω ρ ί α ν  τ ο υ  κ α κ ο ύ ρ γ ο υ  σ υ γ γ ρ α φ έ ω ς, είναι, αν δεν απατώμαι, το διά της Θ' παραγράφου του καταστατικού της Συνόδου χορηγηθέν εις υμάς δικαίωμα της επαγρυπνήσεως «ε ι ς  τ ο  π ε ρ ι ε χ ό μ ε ν ο ν  τ ω ν  ε ι ς  χ ρ ή σ ι ν  τ η ς  ν ε ο λ α ί α ς  κ α ι  τ ο υ κ α ι  τ ο υ  κ λ ή ρ ο υ  π ε ρ ί  θ ρ η σ κ ε υ τ ι κ ώ ν  α ν τ ι κ ε ι μ έ ν ω ν  π ρ α γ μ α τ ε υ ο μ έ ν ω ν  β ι β λ ί ω ν». Αγνοώ πώς ερμηνεύετε υμείς τον νόμον τούτον· ο γηραιός όμως και πολυμαθής καθηγητής του συνταγματικού Δικαίου, κ. Δ. Κυριακού, του οποίου το κύρος, προκειμένου περί νομικών ζητημάτων, θεωρώ, με την άδειάν σας, ανώτερον του υμετέρου, εξηγεί το άρθρον τούτο ως ακολούθως. ««Συνέπεια της κατά το άρθρον του Συντάγματος απαγορεύσεως του προσηλυτισμού είναι και το χορηγηθέν εις την ιεράν Σύνοδον δικαίωμα του επαγρυπνείν εις το περιεχόμενον των εις χρήσιν της νεότητος και του κλήρου δημοσιευομένων εν Ελλάδι ή έξωθεν ερχομένων βιβλίων. Αλλ' η εποπτεία αύτη της Ιεράς Συνόδου (προσέξατε, Άγιοί μου Πατέρες)  δ ε ν  δ ύ ν α τ α ι  ν α  ε κ τ α θ ή  κ α ι  ε π ί  τ ω ν  β ι β λ ί ω ν, ό σ α  μ η  π ρ ο ω ρ ι σ μ έ ν α  ε ι ς  π α ι δ α γ ω γ ί α ν  π ρ α γ μ α τ ε ύ ο ν τ α ι  π ε ρ ί  θ ρ η σ κ ε υ τ ι κ ώ ν  α ν τ ι κ ε ι μ έ ν ω ν  φ ι λ ο σ ο φ ι κ ώ ς  ή  ι σ τ ο ρ ι κ ώ ς  διότι άλλως ήθελε περιορίζεσθαι η έρευνα της αληθείας, οι δε λόγιοι του έθνους έπρεπε να οδηγώνται εκ των φρονημάτων των κατά καιρούς συγκροτούντων την Ιεράν Σύνοδον αρχιερέων»». Συγχωρήσατέ με ήδη να ερωτήσω υμάς, σεβάσμιοι μου Πατέρες, αν δύναται να θεωρηθή ως βιβλίον  π ρ ο τ ι θ έ μ ε ν ο ν  π ρ ο σ η λ υ τ ι σ μ ό ν  υ π έ ρ  ά λ λ η ς  τ ι ν ό ς  θ ρ η σ κ ε ί α ς  η Πάπισσα Ιωάννα, ης ο συγγραφεύς κηρύττει εν τω προοιμίω του ότι «ουδ' ίχνος πολεμικής τάσεως υπάρχει εν αυτή», ότι «τα αίσχη των Φράγκων και των ανατολιτών, αι οπτασίαι των μεσαιωνικών καλογήρων, τα όνειρα των γερμανών καθηγητών και πάσαι εν γένει αι θρησκευτικαί ή φιλοσοφικαί παραδοξολογίαι εκτίθενται μετά της αυτής απαθείας, μεθ' ης σημειώνει ο ναύτης την διεύθυνσιν των ανέμων εν τω ημερολογίω του;» Αλλ' ουδέ εις τον σωρόν των  ε ι ς  χ ρ ή σ ι ν  τ η ς  ν ε ο λ α ί α ς  κ α ι  τ ο υ  κ λ ή ρ ο υ  δ ι δ α κ τ ι κ ώ ν  β ι β λ ί ω ν  δύναται, νομίζω, να περιληφθή η  Ι ω ά ν ν α. Τίνι λοιπόν δικαιώματι αναμιγνύεσθε εις πράγματα αλλότρια της δικαιοδοσίας υμών, καταμηνύοντες, υβρίζοντες και συκοφαντούντες βιβλίον ουδόλως υποκείμενον εις την εκκλησιαστκήν λογοκρισίαν, ην ο νόμος περιώρισεν εις μόνα  τ α  δ ι δ α κ τ ι κ ά; Η κοινωνία υπέβαλε τον άνθρωπον εις την υμετέραν επιτήρησι μόνον μέχρις ου καταστή ικανός να σκέπτεται αφ' εαυτού, μέχρις ου δηλ. γίνη άνθρωπος, ότε πάλιν εις υμάς απόκειται να διατηρήτε αυτόν εις την οδόν της ορθοδοξίας, ουχί όμως πλέον δι’ απαγορεύσεων και λογοκρισίας, αλλ' αποδεικνύοντες εις αυτόν, ως έπραττον οι θείοι Πατέρες, ότι τα υμέτερα διδάγματα είναι τα καλλίτερα. Το καλόν τούτο παράδειγμα δίδουσιν εις υμάς εν Γαλλία οι εν Χριστώ αδελφοί σας, οίτινες επανερχόμενοι εκόντες άκοντες εις την αποστολικήν μέθοδον, αντί να τρομάξωσιν ότε εφάνη το κακόδοξον βιβλίον του Ρενάν, αντί να ονομάσωσιν αυτόν  έ χ ι δ ν α ν, Σ α τ α ν ά ν  και  κ α κ ο ύ ρ γ ο ν, αντί να κράξωσιν ως υμείς Σ ώ σ ο ν, κ ύ ρ ι ε  ε ι σ α γ γ ε λ ε ύ, τ ο ν  ε κ  β ά θ ρ ω ν  α ν α σ π ώ μ ε ν ο ν  Χ ρ ι α τ ι α ν ι σ μ ό ν! (όπερ είναι ασυγχώρητος βλασφημία εις στόμα ιερέως οφείλοντος να πιστεύη ότι   Ά δ ο υ  π ύ λ α ι  ο ύ  κ α τ ι σ χ ύ σ ο υ σ ι ν  α υ τ ο ύ) αντί πάντων τούτων ευχαρίστησαν απ' εναντίας τον Θεόν, ότι εν  τ ω  π λ ή θ ε ι  τ ο υ  ε λ έ ο υ ς  τ ο υ  π α ρ έ σ χ ε ν  ε ι ς  α υ τ ο ύ ς  τ η ν  ε υ κ α ι ρ ί α ν  ν' α π ο δ ε ί ξ ω σ ι  κ α ι  π ά λ ι ν  π ό σ ο ν  σ α θ ρ ά  κ α ι  ε υ ά λ ω τ α  ή σ α ν  τ α  π ρ ο π ύ ρ γ ι α  τ η ς  α σ ε β ε ί α ς (95) , ως και έπραξαν, επικαλεσθέντες την βοηθειαν του Αγίου Πνεύματος αντί της του κ. εισαγγελέως. Τοιούτον σύστημα μετεχειρίσθησαν και οι εν Γερμανία ιερείς κατά του Στράους, οι Άγγλοι κατά του Δαρβίνου και οι Αμερικανοί κατά του Πάρκερ· εν γένει δε πάσαι σήμερον των εξευγενισμένων εθνών αι νομοθεσίαι θεωρούσιν ως περιττήν και επιζήμιον την φρούρησιν της θρησκείας διά κλητήρων, νομίζοντες ότι φυσικοί αυτής φύλακες είναι αυτοί οι ιερείς, μόνα όπλα έχοντες την αρετήν και την πυρίνην γλώσσαν των (96) . Περί δε ιερέων χωρίς γλώσσαν δεν προνοεί ο νόμος, διότι ουδαμού πλέον χειροτονούνται τοιούτοι, ουδέ ως ανάπηροι γίνονται δεκτοί εις τον στρατόν.

Εκ τούτων βλέπετε, Άγιοί μου Πατέρες, ότι αι υμέτεραι εγκύκλιοι και καταμηνύσεις ου μόνον παράλογοι είναι, αλλά και παράνομοι, ούτε με του Ευαγγελίου ούτε με της νομοθεσίας του σημερινού αιώνος το πνεύμα συμφωνούσαι· πολύ δε αμφιβάλλω αν κατ' αυτόν τον μεσαιώνα ήθελον εύρει χάριν. Η τότε ιεροκρατία κατεδίκαζε μεν τους υποπίπτοντας εις δογματικάς απάτας θεολόγους και έκαιεν ενίοτε τους αιρεσιάρχας, αλλ' απείχεν από πάσης αναμίξεως εις τα μη προτιθέμενα προσηλυτισμόν φιλολογικά συγγράμματα, εν οις έκαστος ηδύνατο να ομιλήση ως φρόνιμος άνθρωπος περί Συνόδων, θαυμάτων Αγίων κτλ. οι δε ιερείς έσπευδον πρώτοι εκείνοι να γελάσωσιν, ενόσω ο συγγραφεύς δεν ελάμβανε βαρύ δογματικόν ύφος. Τα ακολαστότερα και ασεβέστερα φιλολογικά προϊόντα είδον το φως καθ' ην εποχήν ο Παπισμός και η Ιερά Εξέτασις εποδοπάτουν ασυστόλως την χριστιανικήν αγέλην, ενώ αιρετικών.

πυραί καίοντο Θαμειαί.

Και τούτο ήτο επόμενον διότι οι τότε συγγραφείς, μη βλέποντες την θρησκείαν ειμή διά του πρίσματος της δεισιδαιμονίας των καλογήρων και της αισχρότητος των αρχιερέων, είχον καταντήσει να πιστεύωσιν, ότι ούτε Θεός υπάρχει εις τον ουρανόν ούτε ηθική εις τον κόσμον, απαραλλάκτως ως αμφιβάλλει τις και σήμερον περί της πραότητος και μετριοπαθείας του χριστιανισμού μετά την ανάγνωσιν της εγκυκλίου, δι' ης ο Άγ. Καρυστίας υβρίζει και απειλεί τον κόσμον όλον. Αλλ' επανερχόμενος εις τον μεσαιώνα παρακαλώ υμάς να παρατηρήσητε, ότι ούτε ο Βοκκάκιος (97) ούτε ο Αριόστος, ούτε ο Πούλκης, ούτε ο Μακιαβέλλης, ούτε ο Έρασμος, ούτε ο Ραβελαί ουδ' άλλος τις ποιητής ή συγγραφεύς της εποχής εκείνης κατεδιώχθη διά την ασέβειάν του· διότι παρά μόνων των θεολόγων απητείτο Ορθοδοξία, οι δε λοιποί λόγιοι έγραφον όπως ήθελον, ουδόλως ενοχλούμενοι υπό των εκκλησιαστικών αρχόντων, οίτινες, πλην της απληστίας, της μέθης, της σιμωνίας, της αισχρότητος και της μονομανίας του να καίωσιν αιρεσιάρχας, ήσαν κατά τα λοιπά καλοί άνθρωποι, φιλόγελοι, φιλάστειοι και προστάται των γραμμάτων. Αν δε επήρχετο εις την κεφαλήν Αγίου τινός Μακαρίου της εποχής εκείνης η αλλόκοτος ιδέα να καταμηνύση τον Αριόστον ή τον Ραβελαί επί κακοδοξία, οι συνάδελφοι του θ' απεκρίνοντο γελώντες, διά του σοφού Ιησουίτου Πάτερ Λεμουάν «Les erreurs de ce pays la n’appartiennent pas a la jurisdiction de la Sorbonne (Peintures Morales κεφ α’), όπερ σημαίνει ότι ουδέν κοινόν μεταξύ ιερέων και φιλολογίας.

------

Μέχρι τούδε περιωρίσθην, σεβαστοί μου Ιεράρχαι, εις το να καταστήσω ψηλαφητόν εις υμάς ότι, όσον αντιχριστιανική και αν υποτεθή η «Ι ω ά ν ν α», μυριάκις αντιχριστιανικώτεραι είναι αι υμέτεραι ύβρεις, απειλαί και επικλήσεις του εισαγγελέως, ήδη δε θέλω εξετάσει με την άδειάν σας, αν τω όντι την θρησκείαν ή ΑΛΛΟ ΤΙ εχλεύασεν ο συγγραφεύς του καταδικασθέντος βιβλίου. Εις την έρευναν ταύτην ήθελε με βοηθήσει ουκ ολίγον η έκθεσις της προς εξέτασιν του βιβλίου συστηθείσης υφ' υμών επιτροπής, ην όμως εκρίνατε καλόν να τηρήσητε μυστικήν, έχοντες, φαίνεται, ισχυρούς προς τούτο λόγους. Στερούμενος τοιούτου οδηγού ενδέχεται να πλανηθώ· αλλά το αμάρτημά μου και εφ' υμάς θέλει πέσει, Άγιοί μου Πατέρες, οίτινες αντί να θέσετε τον λόγον, την έκθεσιν δηλ. υμών, «ω ς  λ ύ χ ν ο ν  τ ο ι ς  π ο σ ί  κ α ι  φ ω ς  ε ν  τ α ι ς  τ ρ ί β ο ι ς (98) » των πιστών, προτιμάτε να περιφέρετε αυτόν εν τω σκότει από του εισαγγελέως εις του ανακριτού.

Και εν πρώτοις συγχωρήσατε να ερωτήσω υμάς, τι εννοείτε διά της λέξεως Θρησκεία; ο βασιλεύς της Γαλλίας Λουδοβίκος ο ιδ' συνείθιζε να λέγη. « Η  Γ α λ λ ί α  ε ί μ α ι  Ε γ ώ.» Ούτω φαίνονται εννοήσαντες τον Χριστιανισμόν και πολλοί κατά καιρούς αρχιερείς, ει και δεν ετόλμησαν να είπωσιν αναφανδόν «Η  θ ρ η σ κ ε ί α  ε ί μ ε θ α  η μ ε ί ς». Αν κατά την έννοιαν ταύτην παραδεχθώμεν την θρησκείαν, τότε πάντα τ' αφορώντα τον κλήρον συμπεριλαμβάνονται κατ' ανάγκην εν αυτή. Μέρος της θρησκείας αποτελούσι τότε αι κατά την εν Εφέσω Σύνοδον σφαγαί, και τα λακτίσματα του Διοσκόρου, και αι πυρπολήσεις του Νεστορίου, και αι πλαστογραφίαι του Αγ. Κυρίλλου και ο φόνος της Υπατίας και αι εν Σκυθοπόλει μεληδόν κατακάψεις των Ελλήνων φιλοσόφων, και αι ωμότητες της Αγ. Ειρήνης και όλα εν γένει τα κοσμούντα τα χρονικά του Βυζαντίου κατορθώματα των ιερέων. Πλην δε τούτων πρέπει, να θεωρήσωμεν ως αποτελούντα μέρος της θρησκείας και τας διηγήσεις της Αμαρτωλών Σωτηρίας, τας αισχρολογίας του Νικοδήμου, την εκκλησιαστικών ρινοφωνίαν, το καύσιμον του Ιούδα εν Χαλκίδι, τας εις Τήνον προσκυνήσεις και αυτάς τέλος πάντων τας εγκυκλίους του Αγ. Καρυστίας. Αν τοιαύτην περιληπτικήν έννοιαν δίδετε εις την λέξιν  Θ ρ η σ κ ε ί α, ω Άγιοί μου πατέρες, τότε  ό ρ γ α ν ο ν  τω όντι του  Σ α τ α ν ά, έ χ ι δ ν α  κ α ι  κ α κ ο ύ ρ γ ο ς  είναι ο συγγραφεύς της «Ιωάννας,» όστις πάντα ταύτα έσκωψε και εμυκτήρισεν ανηλεώς. Συγχωρήσατε μοι όμως να παρατηρήσω ότι η τοιαύτη ερμηνεία απηρχαιώθη· σήμερον δε επανερχόμενοι βαθμηδόν εις την αρχαϊκήν απλότητα εννοούμεν διά της λέξεως  θ ρ η σ κ ε ί α  την διδασκαλίαν του Ιησού, τας ερμηνείας, των πρώτων Πατέρων και τους κανόνας των Συνόδων, καθόσον δεν συνειργάσθησαν εις την σύνταξιν αυτών ούτε λακτίσματα ούτε σφαγαί, και πλην τούτου καθ' όσον τα υπό των Συνόδων τούτων κανονισθέντα δεν αντιμάχονται αναφανδόν προς το πνεύμα του Ευαγγελίου και τας απαιτήσεις του ορθού λόγου. Εις ταύτα δε μόνον περιορίζων την πίστιν μου είμαι, νομίζω, ορθοδοξότερος και υμών αυτών, οίτινες χάριν ευτελών συμφερόντων εξορίζετε εκ του Χριστιανισμού και αυτούς τους αποστολικούς κανόνας, τους απαγορεύοντας την μετάθεσιν των Επισκόπων. Αλλ’ αν κατά την δευτέραν ταύτην έννοιαν παραδεχθώμεν τον Χριστιανισμόν, την σύμφωνον με το Ευαγγέλιον, τον ορθόν λόγον, και τας παραδόσεις των αποστολικών πατέρων, ενώ η πρώτη μόνον με τους Ιεροεξεταστάς και την ιεροκρατίαν του μεσαιώνος συμφωνεί, δυσεύρετος τότε καθίσταται εν τη  Ι ω ά ν ν α  η κακοδοξία, εκτός μόνον αν αποδοθώσιν εις τον συγγραφέα όσαι γελοίαι γνώμαι μεσαιωνίων θεολόγων ή συγχρόνων Γερμανών φιλοσόφων αναφέρει ίνα τας χλευάση, ρητώς αποδοκιμάζων αυτάς εν τε τω κειμένω και διά των εν τέλει, σημειώσεων (99) . Τούτο δε πράττων ουδόλως εγγίζει, τα ιερά· διότι, δύο τινά υπάρχουσιν, Άγιοί μου Πατέρες, εν τη χριστιανική θρησκεία, η Θεία αυτής αλήθεια, ήτις την καθιστά σεβαστήν, και αι ανοησίαι των ανθρώπων, αίτινες την κατέστησαν καταγέλαστον, «ο υ δ ό λ ω ς  δ ε  ε μ π α ί ζ ε ι  τ η ν  θ ρ η σ κ ε ί α ν  ο  χ λ ε υ ά ζ ω ν  τ α ς  π α ρ α δ ο ξ ο λ ο γ ί α ς, δ ι'  ω ν  α τ ι μ ά ζ ο υ σ ι ν  α υ τ ή ν  ο ι  ι ε ρ ε ί ς.» Το ρητόν τούτο του Θείου Πασχάλ φέρει γαλλιστί η  Ι ω ά ν ν α  επί κεφαλής της πρώτης σελίδος, το οποίον κακώς έπραξε μη μεταφράσας χάριν υμών ο συγγραφεύς. Αλλά και εν σελ. 107 λέγει αφ' εαυτού: «Α γ α π ά ς, α ν α γ ν ώ σ τ α  μ ο υ, τ ο ν  γ ε ν ν α ί ο ν  ο ί ν ο ν  τ η ς  π ί στ ε ω ς, ω ς  ω ν ό μ α ζ ε  τ η ν  θ ρ η σ κ ε ί α ν  ο  σ ο φ ό ς  Α λ β ί ν ο ς; α ν  τ ω  ό ν τ ι  τ ο ν  α γ α π ά ς, μ ι σ ε ί ς  β ε β α ί ω ς  τ ο υ ς  α σ υ ν ε ι δ ή τ ο υ ς  ε κ ε ί ν ο υ ς  κ α π ή λ ο υ ς, ο ί τ ι ν ε ς  ν ο θ ε ύ ο υ σ ι  τ ο  θ ε ί ο ν  τ ο ύ τ ο  π ο τ ό ν, α ν α μ ι γ ν ύ ο ν τ ε ς  ύ δ ω ρ, β α φ ά ς  ή  δ η λ η τ ή ρ ι α  κ α ι  α ν τ ί  Θ ε ί ο υ  ν έ κ τ α ρ ο ς  α ν ο ύ σ ι ο ν  ή  ν α υ τ ι ώ δ ε ς  π ο τ ό ν  π ρ ο σ φ έ ρ ο ν τ ε ς  ε ι ς  τ α  δ ι ψ ώ ν τ α  χ ε ί λ η  σ ο υ.» Μόνον κατά των καπήλων τούτων του μεσαιώνος εκήρυξε πόλεμον ή μάλλον γέλωτα ο συγγραφεύς, ακολουθών το παράγγελμα του ιερού Αυγουστίνου «H a e c  t u i r r i d e,   ut   e i s   r i d e n d a  a c   f u g i e n d a  e m o e n d e s.» Ούτω, όταν εν σελ. 158 λέγει ότι κατά τον μέγαν Αλβέρτον «το σημείον του σταυρού  έ μ ε ι ν ε ν  ε γ κ ε χ α γ μ έ ν ο ν  ε π ί  τ η ς  ρ ά χ ε ω ς  τ ο υ  ό ν ο υ, ο ν  α ν έ β α ι ν ε ν  ο  Σ ω τ ή ρ  ό τ ε  ε ι σ ή λ θ ε ν  ε ι ς  Ι ε ρ ο σ ό λ υ μ α», ή κατωτέρω «ό τ ι  ο ι  ε υ σ ε β ε ί ς  π ε τ ε ι ν ο ί  τ ω ν  Ι ε ρ ο σ ο λ ύ μ ω ν  ν η σ τ ε ύ ο υ σ ι ν  ε κ ο υ σ ί ω ς  κ α τ ά  τ η ν  ε β δ ο μ ά δ α  τ ω ν  π α θ ώ ν», ουδόλως προτίθεται να χλευάση τον Ιησούν, ω άγιοί μου Πατέρες, αλλά τους μωρούς εκείνους θεολόγους, οίτινες μη αρκούμενοι εις τα ευαγγελικά θαύματα, ετόλμησαν με ταύτας και άλλας γελοίας επινοήσεις να παρομορφώσωσι την θείαν φυσιογνωμίαν του Σωτήρος, παριστώντες αυτόν ως άλλον Απολλώνιον Τυανέα. Αλλ' ουδέ δόγματα εμπαίζει, νομίζω, ο συγγραφεύς στιγματίζων εν σελ. 146 τους συζητούντας αυτά διά μαχαιρών, πλαστογραφίας και λακτισμάτων, ή τους αργούς εκείνους Θεολόγους, οίτινες συνεσώρευον αισχρολογίας, ίνα εξακριβώσωσι τι γίνεται εν τω στομάχω του μεταλαμβάνοντος το σώμα του Σωτήρος και που έπειτα μεταβαίνει, και επλημμύρουν δι' αίματος την Ανατολήν, φιλονικούντες περί, της διπλής φύσεως του Ιησού, ίνα απολαύσωσι πλουσιωτέρας Επισκοπάς, ως ομολογεί ο σύγχρονος Άγ. Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, καθ’ ον οι τότε αρχιερείς «π ε ρ ί  π ρ ά γ μ α τ ι  θ ε ί ο ν  κ α ι  λ ό γ ο υ  κ ρ ε ί τ τ ο ν  δ ι α φ ω ν ε ί ν  π ρ ο σ π ο ι ο ύ ν τ α ι  υ π ό  φ ι λ α ρ χ ί α ς  ε κ β α κ χ ε υ ό μ ε ν ο ι.» Τι δε να είπω περί των Συναξαρίων, της «Κ α λ ο κ α ι ρ ι ν ή ς», του «Ν έ ο υ  Π α ρ α δ ε ί σ ο υ» και της « Α μ α ρ τ ω λ ώ ν  Σ ω τ η ρ ί α ς», και προ πάντων περί του αισχίστου «E ξ ο μ ο λ ο γ η τ α ρ ί ο υ» του Νικοδήμου, τα οποία μέχρι σήμερον μιαίνουσι τας ακοάς και διαφθείρουσι τα ήθη του λαού, παριστώντα εις αυτόν τους ιδρυτάς του χριστιανισμού ως βλάκας ή αγύρτας; Μήπως και τα συναξάρια ταύτα αποτελούσι μέρος της θρησκείας, ενώ πλην της αισχρότητος είναι, και απ' αρχής μέχρι τέλους διά μανιχαϊκής πλάνης μεμολυσμένα; οι καθολικοί αυτοί δεν αναγινώσκουσι πλέον το μαρτυλόγιον του Ουζουάρδου ή το συναξάριον του Μαυρολύκου, αλλά προσκαλούσιν ειδήμονας λογίους, ίνα συντάξωσιν, αν όχι ανεπιλήπτους, ευσχημονεστέρας τουλάχιστον αγιογραφίας (100) . Ο σήμερον χριστιανισμός, σεβαστοί μοι Πατέρες δύναται να συγκριθή προς ωραίαν ραφαήλειον εικόνα, τη οποίαν αλλεπάλληλοι γενεαί αμαθών ζωγράφων παρεμόρφωσαν δι' αφυών επιχρώσεων. Ουδείς δύναται να κατηγορήση ως μνήμην του Ραφαήλου τον αποξέοντα τα πρόσθετα χρώματα, ίνα θαυμάση  την εικόνα του αριστοτέχνου εν τη αρχαιοτύπω αυτής απλότητι και καλλονή, έτι δε ολιγώτερον να μεμφθή ως αντιχριστιανικόν το έργον του ζητούντος ν' αποπλύνη από της θρησκείας τους ρύπους του μεσαιώνος. Απόδειξις δε ακαταμάχητος ότι  τα αισχρά μόνον και ουχί τα άγια εχλεύασεν ο συγγραφεύς της  Ι ω ά ν ν α ς  έστω, ότι ουδέν των όσα ενέπαιξεν ηθέλετε τολμήσει, νομίζω, να υπερασπίσητε αναφανδόν, ούτε τας ωμότητας, ούτε τας καταχρήσεις, ούτε την ασέλγειαν ή τας δεισιδαιμονίας των ιερέων του μεσαιώνος· και διά τούτο η έκθεσις υμών έμεινε μυστική.

Τι δε να είπω και περί της κατηγορίας εκείνης, ην από του ιερού άμβωνος απηγγείλατε κατά του συγγραφέως «ό τ ι  χ λ ε υ ά ζ ε ι  τ η ν  θ ρ η σ κ ε ί α ν  δ ι ά  τ η ς  σ υ ν ε χ ο ύ ς  π α ρ α β ο λ ή ς  τ ω ν  μ υ σ τ η ρ ί ω ν, δ ο γ μ ά τ ω ν, ι ε ρ ώ ν  τ ε λ ε τ ώ ν  κ α ι  ε θ ί μ ω ν  τ η ς  ο ρ θ ο δ ό ξ ο υ  Ε κ κ λη σ ί α ς  π ρ ο ς  τ α  β έ β η λ α (τα έθιμα δηλ. και τας τελετάς κτλ. των ειδωλολατρών), κατηγορίας ήτις τοσαύτην εμφαίνει αμάθειαν της εκκλησιαστικής ιστορίας και των συγγραμμάτων των θείων Πατέρων, ώστε ερυθριώ δι’ υμάς αναγκαζόμενος ν' ανασκευάσω αυτήν; Μόνοι, ίσως υμείς αγνοείτε ότι αι πλείσται, ίνα μη είπω πάσαι αι τελεταί του Χριστιανισμού, παρελήφθησαν κατά την μαρτυρίαν των αγ. Πατέρων, εκ της ειδωλολατρείας, και πολλαί τούτων μάλιστα εισήχθησαν εις την Εκκλησίαν ακόντων αυτών. Ούτω π.χ. ο Τερτουλλιανός (Α π ο λ ο γ. §. Λ') και ο Άγ. Λακτάντιος (I n s t i. D i v. II 20) ομιλούσι μετ' αποστροφής περί του ειδωλολατρικού εθίμου του θυμιάματος, απαγορεύοντες την πώλησιν αυτού εις τους χριστιανούς εμπόρους· ο Μινούτιος Φήλιξ (O c t a v. XXXVII) εξανίσταται κατά της χρήσεως των λαμπάδων, ο δε προμνημονευθείς Λακιάννιος (I n s t i D i v. vi, ii,) ερωτά τους συζητούντας να εισαγάγωσι το έθιμον τούτο εις την εκκλησίαν: Π ώ ς  π ο τ ε  ή θ ε λ ο ν  τ ο λ μ ή σ ε ι  ν α  π ρ ο σ φ έ ρ ω σ ι ν  ε υ τ ε λ ή  κ η ρ ί α  ε ι ς  τ ο ν  π λ ά σ α ν τ α  τ ο ν  ή λ ι ο ν  κ α ι  τ ο υ ς  α σ τ έ ρ α ς, ω ς  ο ι  ε ι δ ω λ ο λ ά τ ρ α ι  ε ι ς  τ ο υ ς  θ ε ο ύ ς  α υ τ ώ ν, ο ί τ ι ν ε ς  ό ν τ ε ς  θ ε ο ί  τ ο υ  σ κ ό τ ο υ ς  έ χ ο υ σ ι ν  α ν ά γ κ η ν  κ η ρ ί ω ν  ίνα  β λ έ π ω σ ι ν; Ο δι' ύδατος αγιασμός των οικιών είναι κατά τον Τερτουλλιανόν (D e  b a p t i s m e  π ε ρ ί  τ α  τ έ λ η) απομίμησις ειδωλολατρικού εθίμου, αι δε λιτανείαι ουδέν άλλο ή αι θεωρίαι των αρχαίων (D e   J e j u n i i s σ. 583). Οι άρτοι της προθέσεως ελήφθησαν κατά τον Άγ. Ίουστίνον (Α π ο λ. β', σ, 98) παρά των Αιγυπτίων, αι δε προσκυνήσεις είνε έθιμον ινδικόν. Και αυτό δε το βάπτισμα είναι κατά τον Τερτουλλιανόν απομίμησις των εθνικών, οίτινες εμύουν δι' αυτού τους νεοφύτους εις τα μυστήρια της Ίσιδος (De Bapt. v)· τοιαύτης δe γνώμης είναι, o Άγ. Ιουστίνος (Α π ο λ ο γ. β', 62) και o χριστιανικώτατος Λαμενναίος (D e l ’ I n d i f. vi, 7)· Και ού μόνον ταύτα, αλλά και αυτά τα δόγματα και μυστήρια της χριστιανικής θρησκείας, η Αγ. Τριάς (101) , η Ενσάρκωσις, η Εξομολόγησις (102) , η Ευχαριστία (103) κτλ., προϋπήρχον και επί τινα καιρόν συνυπήρχον μετά του Χριστιανισμού, ως ομολογούσιν οι Άγιοι Πατέρες, οίτινες κατά τούτο μόνον ευρίσκονται εις διαφωνίαν, ότι οι μεν ζητούσι ν' αποδείξωσι διά της ταυτότητος ταύτης την αρχαιότητα και την παγκόσμιον συμφωνίαν πάντων των εθνών περί της αληθείας του Χριστιανισμού, οι δε φρονούσιν απ' εναντίας ότι ο Δαίμων, προγνωρίζων τα δόγματα και τας τελετάς της μελλούσης θρησκείας, απεκάλυψεν αυτά εις τους εθνικούς, ίνα εκ των προτέρων τα παρωδήσωσιν. «Ο  Δ ι ά β ο λ ο ς, ο  π ί θ η ξ  ο ύ τ ο ς  τ ο υ  Θ ε ο ύ, λέγει ο Τερτουλλιανός, ε κ ί ν η σ ε  τ ο υ ς  ε ι δ ω λ ο λ ά τ ρ α ς  ε ι ς  α π ο μ ί μ η σ ι ν  τ ω ν  τ ε λ ε τ ώ ν  τ ο υ  Χ ρ ι σ τ ι α ν ι σ μ ο ύ, κ α ι  δ ι ά  τ ο ύ τ ο  β λ έ π ο μ ε ν  α υ τ ο ύ ς  β α π τ ι ζ ο μ έ ν ο υ ς, π ρ ο σ κ υ ν ο ύ ν τ α ς, α ν α θ έ τ ο ν τ α ς  π ρ ο σ φ ο ρ ά ς  ε π ί  τ ω ν  β ω μ ώ ν κτλ.» (Κ α τ ά  Μ α ρ κ ί α ν. § ιδ'.) Οι νεώτεροι κριτικοί και αρχαιολόγοι επικυρούσι κατά πάντα την γνώμην των Αγίων Πατέρων αποδεικνύοντες επιστημονικώς διά της παραθέσεως των μνημείων της αρχαιότητος, των ινδικών μάλιστα και αιγυπτιακών, ότι πάντα τα δόγματα και έθιμα της χριστιανικής θρησκείας προϋπήρχον εν τη Ανατολή (104) . Αλλ' ουδ’ αυτοί οι σήμερον εν τη Δύσει απολογηταί του Χριστιανισμού κρύπτουσι την ομοιότητα ταύτην, ην απεναντίας κηρύττουσι μεγαλοφώνως ως επιχείρημα υπέρ του αληθούς της χριστιανικής θρησκείας, συμπεριλαμβανούσης εν εαυτή πάσας τας άλλας (105) . Ταύτα νομίζω υπεραρκούντα ίνα πείσωσιν υμάς, σεβαστοί μου Ιεράρχαι, ότι ο συγγραφεύς της «Π α π ί σ σ η ς», καταδεικνύων την ομοιότητα των τελετών και εθίμων του Χριστιανισμού και της ειδωλολατρείας, είναι σύμφωνος προς την ιστορίαν, τα πορίσματα της νεωτέρας επιστήμης και, όπερ μείζον, προς τους Αγ. Πατέρας των οποίων τα συγγράμματα συναφωρίσατε, εν αγνοία σας νομίζω, μετά της «Ιωάννας». Αλλά θαρσείτε· οι Άγιοι ούτοι δεν είναι μνησίκακοι, και ίσως κατά την ώραν ταύτην δέονται του Υψίστου υπέρ υμών λέγοντες «Ά φ ε ς  α υ τ ο ί ς, Κ ύ ρ ι ε, ο υ  γ α ρ  ο ί δ α σ ι  τ ι  π ο ι ο ύ σ ι ν».

Έν μόνον μένει ακόμη να εξετάσωμεν, αν τω όντι παρέβη ο συγγραφεύς το ευαγγελικόν παράγγελμα της προς τον πλησίον αγάπης  ε μ π α ί ξ α ς, σ κ ώ ψ α ς  κ α ι  μ υ κ τ η ρ ί σ α ς τας ανοησίας των μεσαιωνικών θεολόγων, αντί να τας αναιρέση σοβαρώς, επικαλούμενος κατ’ αυτών τον νόμον και τους προφήτας. Το κατ' εμέ, άχολος ων εκ φύσεως, ήθελον θεωρήσει προθύμως ως αντιχριστιανικά τα σκώμματα και τους εμπαιγμούς, αν υπήρχεν άλλο όπλον πλην του γέλωτος κατά της ανοησίας. «Η  π ρ ο ς  τ ο ν  π λ η σ ί ο ν  α γ ά π η  α ν α γ κ ά ζ ε ι  η μ ά ς  π ο λ λ ά κ ι ς  ν α  ε μ π α ί ζ ω μ ε ν  τ α ς  α ν ο η σ ί α ς  τ ο υ, ί ν α  τ α ς  κ α τ α σ τ ή σ ω μ ε ν  μ ι σ η τ ά ς  κ α ι  φ ε υ κ τ έ α ς» έγραφεν ο ιερός Αυγουστίνος, δικαιολογών τας ειρωνείας, τας οποίας μετεχειρίσθη κατά των εν Αφρική θεολόγων, ους ωνόμαζε σκωπτικώς κ ο μ ή τ α ς. Της αυτής δε γνώμης ήσαν, καθ' όσον γνωρίζω, και οι άλλοι Πατέρες. Ο Άγ. Ιερώνυμος, ο χλευάσας ανηλεώς τους αιρετικούς διά των  Ε π ι σ τ ο λ ώ ν  του, ο Άγ. Βασίλειος ειρωνευθείς τους αγραμμάτους, οίτινες ωμίλουν περί θεολογίας· ο Άγ. Ειρηναίος μυρία συσσωρεύσας σκώμματα κατά των Γνωστικών και αυτός τέλος πάντων ο πικρός και αγέλαστος Τερτουλλιανός λέγων «Α ν  α π α ν τ ώ ν τ α ι  ε ν  τ ο ι ς  β ι β λ ί ο ι ς  μ ο υ  χ ω ρ ί α  κ ι ν ο ύ ν τ α  τ ο ν  γ έ λ ω τ α, τ ο ύ τ ο  π ρ ο έ ρ χ ε τ α ι, ε ξ  α υ τ ή ς  τ η ς  φ ύ σ ε ω ς  τ ω ν  π ρ α γ μ ά τ ω ν, ά τ ι ν α  ή σ α ν  φ ύ σ ε ι  γ ε λ ο ί α· κ α ι  τ α  τ ο ι α ύ τ α  μ ό ν ο ν  δ ι ά  τ ο υ  γ έ λ ω τ ο ς  π ρ έ π ε ι  ν α  π ο λ ε μ ώ ν τ α ι, ί ν α  μ η  δ ί δ ε τ α ι  ε ι ς  α υ τ ά  π ε ρ ι σ σ ο τ έ ρ α  ό σ η ς  α ξ ί ζ ο υ σ ι  σ η μ α σ ί α  δ ι ά  σ π ο υ δ α ί α ς  α ν α ι ρ έ σ ε ω ς (106) . Εκ τούτων βλέπετε, σεβασμιώτατοι Ιεράρχαι μου, ότι η διά του σκώμματος τιμωρία της ανοησίας ουδόλως αντίκειται εις το πνεύμα του Ευαγγελίου, αφού μετεχειρίσθησαν αυτήν οι αγιώτατοι των Πατέρων. Ο συγγραφεύς της Ιωάννας περιωρίσθη εις το να παραθέση ως επί το πλείστον άνευ σχολίων τα χωρία των θεολόγων του μεσαιώνος· αν δε εγεννήθη ο γέλως, «τ ο ύ τ ο  π ρ ο έ ρ χ ε τ α ι  ε ξ  α υ τ ώ ν  τ ω ν  π ρ α γ μ ά τ ω ν, ά τ ι ν α  ή σ α ν  φ ύ σ ε ι  γ ε λ ο ί α.» Και τω όντι τι γελοιωδέστερον ή να βλέπη τις την θρησκείαν, εξ ης περιεμένομεν την μέλλουσαν ημών σωτηρίαν, ούτω ασυστόλως νοθευομένην με τας γελοίας επινοήσεις ανόητων καλογήρων συζητούντων περί του τι γίνεται εν τω στομάχω του μεταλαμβάνοντος το σώμα του Σωτήρος, ή Συνόδων συνερχομένων ν' αποφασίσωσιν «α ν  α ν ή κ ω σ ι ν  ή  ό χ ι  ε ι ς  τ ο  α ν θ ρ ώ π ι ν ο ν  γ έ ν ο ς  α ι  γ υ ν α ί κ ε ς;» Πως άλλως ή παίζων ηδύνατο να ομιλήση ο συγγραφεύς περί τοιούτων πραγμάτων, αφού κατά μεν τους Πατέρας «Μ ό ν ο ν  δ ι ά  τ ο υ  γ έ λ ω τ ο ς  τ ι μ ω ρ ε ί τ α ι  η  α ν ο η σ ί α», κατά δε την Γραφήν «Κ ύ ρ ι ο ς  α λ η θ ι ν ώ ν  σ τ ό μ α  ε μ π λ ή σ ε ι  γ έ λ ω τ ο ς;» Μίαν μόνην δικαίαν μομφήν δύναται τις ν' αποτείνη εις τον γράψαντα την Ιωάνναν, ότι ουδέν νέον είπεν εν τω βιβλίω του. Επιχειρήσας ν' αποδείξη ότι οι πλείστοι των ιερέων του μεσαιώνος ήσαν δεισιδαίμονες, άρπαγες, κακοήθεις και αιμοβόροι, ομοιάζει άνθρωπον αναβαίνοντα επί βήματος, ίνα αναγγείλη εις το κοινόν ότι οι σκορπίοι είναι φαρμακεροί, αι έχιδναι ιοβόλοι και οι σφήκες έχουσι κακά κέντρα. Γελάσατε αν θέλετε με την απλότητα του καλού τούτου ανθρώπου, εμπαίξατε τας ανακαλύψεις του, αλλά, προς Θεού, μη ζητείτε να τον στείλητε εις την φυλακήν ως υβρίσαντα τα αξιότιμα ταύτα φαρμακερά ζώα, διότι τούτο ήθελεν είναι ασυνειδησία.

Και μη είπητε, Άγιοί μου Πατέρες, ότι παρενοήσατε τον σκοπόν του συγγραφέως, σκώπτοντος τους γελοίους ιερείς και ουχί την θρησκείαν. Τα χωρία δι' ων εξηγεί τον σκοπόν αυτού είναι πολλά και σαφή, αι δε παραπομπαί αυτού ακριβείς και ευεξέλεγκτοι, ώστε δύσκολος ή μάλλον αδύνατος ήτο πάσα παρανόησις. Ειπέτε μάλλον ότι ωργίσθητε κατ' αυτού, διότι είπεν εν τω προοιμίω του ότι μεταξύ πάντων των σήμερον χριστιανικών εθνών μόνοι ημείς στερούμεθα θρησκευτικής διδασκαλίας· ότι ενώ πανταχού και εν αυτή ακόμη τη ορθοδόξω Ρωσσία η εξωτερική λατρεία ρυθμίζεται αναλόγως των απαιτήσεων του προοδεύοντος πολιτισμού, μόνοι ημείς μένομεν προσκολλημένοι, εις τους τύπους του μεσαιώνος ως τα οστρείδια εις τον βράχον, εκλέγοντες τους λειτουργούς του Υψίστου μεταξύ των αναλφαβήτων, ασπαζόμενοι βυζαντινάς μαυρογραφίας και ακροώμενοι διώρους ρινοφωνίας, τας οποίας απεδοκίμαζε και αυτός ο Άγιος Βασίλειος (107) . Πιθανόν να δυσηρεστήθητε και δι' όσα εν σελ. 108 είπεν ο συγγραφεύς περί του ημετέρου κλήρου, ότι δηλ. ενώ οι  ε ν  τ η  Δ ύ σ ε ι  ι ε ρ ε ί ς  α π έ κ τ η σ α ν  ο ξ ε ί ς  ό ν υ χ α ς  κ α ι  ι ο β ό λ ο υ ς  ο δ ό ν τ α ς, π α ρ'  η μ ί ν  α π' ε ν α ν τ ί α ς  κ α τ ή ν τ η σ α ν  β α θ μ η δ ό ν  α β λ α β ε ί ς  κ α ι  χ ε ι ρ ο ή θ ε ι ς  ω ς  ο ι  ε γ χ έ λ ε ι ς  τ η ς  Κ ω π α ΐ δ ο ς, και ίνα διαψεύσητε αυτόν, νομίζοντα υμάς καλούς ανθρώπους εσπεύσατε να δείξετε ότι έχετε και υμείς οδόντας. Συγχωρήσατέ με όμως να παρατηρήσω, Άγιοί μου Πατέρες, ότι πάντα τα ανωτέρω ουδέν έχουσι κοινόν μετά της θρησκείας, εν ονόματι της οποίας υβρίζετε, καταμηνύετε και διαβάλλετε τον συγγραφέα. Ίσως προφασισθήτε ότι η σήμερον διανοητική κατάστασις του ελληνικού λαού, μη όντος εισέτι εις θέσιν να διακρίνη τα αληθή όρια της θρησκείας καθιστά αναγκαία προφυλακτικά μέτρα κατά της «Ι ω ά ν ν α ς» δυναμένης να κλονίση τας πεποιθήσεις των συγχεόντων ακόμη την θρησκείαν μετά των λειτουργών αυτής. Αλλά και τούτου δοθέντος, τίνα λογικόν σκοπόν είχον αι υμέτεραι απαγορεύσεις και τίνας ηλπίζετε δι' αυτών να προφυλάξετε; Ουχί βεβαίως τους μη γνωρίζοντας ν’ αναγινώσκωσιν, οίτινες ουδόλως εκινδύνευον, και έτι ολιγώτερον τους γραμματισμένους, των οποίων ο αριθμός και η περιέργεια δεκαπλασιάζεται διά των τοιούτων απαγορεύσεων. Ταύτα κάλλιον παντός άλλου εγινώσκετε, σεβασμιώτατοι Ιεράρχαι μου· αλλά συγχρόνως εγνωρίζετε ότι χάρις εις παντελή έλλειψιν χριστιανικής διδασκαλίας υπάρχουσιν ακόμη παρ' ημίν αναγνώσται της  Α μ α ρ τ ω λ ώ ν  Σ ω τ η ρ ί α ς, γραΐδια λιβανίζοντα την Αγ. Παρασκευήν και ευσεβείς προσκυνηταί νομίζοντες ότι η εν Τήνω Παναγία είναι ευσπλαγχνικωτέρα των αλλαχού, ως οι παρά Πλουτάρχω εκείνοι Μεγαρείς, οι ισχυριζόμενοι ότι η εν Μεγάροις σελήνη είναι μεγαλυτέρα της των Αθηνών. Τούτους ηλπίσατε διά των κραυγών υμών να εξεγείρετε κατά του συγγραφέως, την μάμμην, την τροφόν και τους υπηρέτας του! Υμείς  τ ο  φ ω ς  τ ο υ  κ ό σ μ ο υ  εβασίσθητε επί του σκότους της αμαθείας, ίνα εκδικηθήτε διαβάλλοντες ως εχθρόν της θρησκείας, τον μόνας τας καταχρήσεις των ιερέων αποστραφέντα, τα δε ευαγγελικά παραγγέλματα του Σωτήρος ημών μετά τοσαύτης ευλαβείας ακολουθούντα, ώστε επί πέντε κατά συνέχειαν μήνας, απειλούμενος, καταδιωκόμενος, ονομαζόμενος  έ χ ι δ ν α, κ α κ ο ύ ρ γ ο ς, ό ρ γ α ν ο ν  τ ο υ  Σ α τ α ν ά, μ υ σ α ρ ό ς, α ν α τ ρ ο π ε ύ ς  τ ω ν  κ α θ ε σ τ ώ τ ω ν  κ.τ.λ., ουδέ γρυ απεκρίθη εις πάντα ταύτα, ενώ τόσον εύκολος ήτο η απάντησις. Δεν ενοώ βεβαίως διά τούτου ότι ηδύνατο να διαγωνισθή προς τον Αγ. Καρυστίας κατά την εύροιαν των υβριστικών επιθέτων, διότι ουδείς ο δυνάμενος ν' αμφισβητήση εις τους ρασοφόρους την δάφνην του είδους τούτου της φιλολογίας, αλλ' εις τας ύβρεις ταύτας ηδύνατο απολογούμενος ν’ αντιτάξη πράγματα. Ότι π.χ. δεν ανήκει εις υμάς, Σεβασμιώτατοι Ιεράρχαι μου, να κατηγορήτε τους άλλους ως ανατροπείς των καθεστώτων, ενώ από τριών ήδη ετών ανατρέπετε και καταπατείτε τους τε θείους κανόνας και τους νόμους του Κράτους ζητούντες μεταθέσεις· ότι πολύ ολιγώτερον αρμόζει εις υμάς να κατηγορήτε τους άλλους ως ασεβείς, ενώ τόσον ολίγον σέβεσθε το όνομα του Κυρίου, ώστε τελείτε αντικανονικά μνημόσυνα τας Κυριακάς, τους δε Αγίους τόσον ολίγον τιμάτε, ώστε αλλάσσετε τα ονόματα αυτών κατά τας πολιτικάς περιστάσεις, καθιστώντες αυτούς οτέ μεν Οθωνιστάς ότε δε Επαναστάτας (108) και αυτό δε το αρχιερατικόν υμών ένδυμα τόσον ολίγον σέβεσθε, ώστε γράφετε εις τους ιδιώτας υβριστικάς επιστολάς, οσάκις ευρίσκετε ότι ούτοι, δεν επλήρωσαν αρκούντως υπηρεσίας τας οποίας αμισθί χρεωστείτε να προσφέρετε (109) . Ταύτα και μυρία άλλα ηδύνατο να είπη, λαμβάνων την ύλην εκ των εφημερίδων, δι' ων υβρίζετε καθ' ημέραν αλλήλους, ως σιμωνιακούς και παραβάτας των κανόνων. Αλλά περί τούτων πάντων ολίγον φροντίζει ο συγγραφεύς. Αν κατά το παράγγελμα και το παράδειγμα του Ιησού και των Αγίων Πατέρων μισεί τους θρησκοκαπήλους, τοσούτον όμως αποστρέφεται, το σκάνδαλον, ώστε επιχειρήσας να καταδείξη την εκ τούτων βλάβην, αντί να στρέψη γύρω του το βλέμμα, ανέτρεξεν εις απέχουσαν και άγνωστον σχεδόν του μεσαιώνος εποχήν, ίνα αποφύγη πάσαν προσωπικότητα. Εις ουδέν ανήκουν των παρ' ημίν εκκλησιαστικών κομμάτων, ούτε εις την ορθόδοξον ρωσσικήν ούτε εις την βιβλικήν προπαγάνδαν ουδένα προυτίΘετο διά του βιβλίου του πολεμικόν σκοπόν, αλλ' είπε περί πάντων την αλήθειαν, στιγματίσας αδιακρίτως το κακόν και το γελοίον, οπουδήποτε και αν εύρεν αυτό, παρά τοις ορθοδόξοις, τοις Λατίνοις ή τοις Διαμαρτυρομένοις, υπό το ράσον του μοναχού ή τον τρίβωνα του φιλοσόφου· γνωρίζων δε ότι η διόρθωσις των κακώς εν τω κόσμω εχόντων δεν ανήκει εις τους θεωρητικούς λογίους, δαπάνη τας ημέρας του κύπτων επί των βιβλίων του. Αφήσατε αυτόν ήσυχον τέλος πάντων! Τούτο συμβουλεύω υμάς προς όφελος υμών μάλλον ή του συγγραφέως, όστις αν δεν ελυπείτο βλέπων λειτουργούς του Υψίστου παρεκτρεπομένους εις τοιαύτας αντευαγγελικάς φωνασκίας, ήθελε χαίρει διά την δημοτικότητα, ην απέκτησε δι'αυτών το βιβλίον του. Η «Π ά π ι σ σ α  Ι ω ά ν ν α» η προωρισμένη ως πάντα τα εν Ελλάδι, εκδιδόμενα βιβλία, ν' αναγνωσθή υπό ευαρίθμων τινών λογίων ανεγνώσθη χάρις εις τους αφορισμούς εν ταις λέσχαις, τοις καφφενείοις και τοις παντοπωλείοις και ενίοτε μεγαλοφώνως, ίνα ακούωσι και οι μη εξεύροντες ν' αναγινώσκωσιν, ο δε Άγ. Ναζαρέτ και ο Ηγούμενος του Άγ. Σάββα ζητούσιν αντίτυπα αυτής εκ των περάτων της Συρίοις. Τοιαύτα είνε σήμερον τ' αποτελέσματα των ιερατικών απαγορεύσεων το δε σωτήριον έτος 1866 είναι είπερ τι και άλλο ακατάλληλον δι' αφορισμούς και καταδιώξεις συγγραφέων. Το ιεροκρατικόν οικοδόμημα καταρρέει, πανταχού· η γαλλική γερουσία καθιερώνει την ελευθερίαν του λόγου· γενική περιέργεια και άκρατος προς την ελευθέραν έρευναν οργασμός κατέχει πάντας τους λαούς, και εν μέσω του γενικού τούτου σάλου ανεγείρεται το θρησκευτικόν αίσθημα, αποτινάσσον τον ζυγόν της μεσαιωνικής θεολογίας και θυσιάζον το γράμμα ίνα προσκολληθή εις το πνεύμα του Χριστιανισμού. Πάντες φαίνονται εννοήσαντες ότι, ίνα διασωθεί η κλυδωνιζομένη κιβωτός της πίστεως, ανάγκη πάσα να ριφθώσιν εις την θάλασσαν τα λαθραίως επιβιβασθέντα επ' αυτής ιερατικά εμπορεύματα. Πλήθος κριτικών, φιλολόγων, ανεξαρτήτων θεολόγων και προοδευτικών ιερέων ενασχολούνται νυχθημερόν εις την αναθεώρησιν των μνημείων του χριστιανισμού, ταμιεύοντες τα χρήσιμα και ρίπτοντες εις το πυρ τα ζιζάνια. Ο Collanis, ο Reville, ο Reuss, ο Rost, ο Channing, ο Parker, ο Kein, ο Schenkel, ο Quinet και λοιποί κρατούσι την σκαπάνην και κράζουσιν «Ε μ π ρ ό ς!» ήγουν «Οπίσω προς τους χρόνους του αποστολικού Χριστιανισμού. Τα χωρίζοντα ημάς απ' αυτού μεσαιωνικά μεσότοιχα πρέπει να καταπέσωσι και ο αποκρύπτων εις τους οφθαλμούς μας τον ουρανόν ιερατικός ιστός πρέπει να σχισθή.» Το πνεύμα τούτο της θρησκευτικής αναγεννήσεως, το εξεγείρον ολόκληρον την χριστιανικήν οικουμένην, θέλει πνεύσει τάχιον ή βράδιον και εφ' ημάς. Ο καιρός ίσως δεν είναι μακράν ότε θα είπωσι και οι Έλληνες «Δ ε ν  θ έ λ ο μ ε ν  π λ έ ο ν  ν α  ή μ ε θ α  Β υ ζ α ν τ ι ν ο ί, α λ λ ά  Χ ρ ι σ τ ι α ν ο ί!» Και τότε, Άγιοί μου Πατέρες, όταν η ηώς αύτη και εφ’ ημάς ανατείλη, αν επιμένετε ακόμη θεωρούντες ως καταχθόνιον δαίμονα τον συγγραφέα της «Ι ω ά ν ν α ς» θέλετε αναγκασθή τουλάχιστον αντί, Σ α τ α ν ά  να ονομάσετε αυτόν  Ε ω σ φ ό ρ ο ν.

Η ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ

Ε Π Ι Σ Τ Ο Λ Α Ι  Ε Ν Ο Σ  Α Γ Ρ I Ν I Ω Τ Ο Υ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Αη

Αγρίνι 1 Μαίου 1866

    Αξιότιμε κ. Εκδότα της «Αυγής»

Το όνομά μου είναι Σουρλής· κατοικώ εις το Αγρίνι, κοντά εις τον ποταμόν, και είμαι συνδρομητής εις την αξιόλογον «Αυγήν» σας. Όταν ήμην νέος υπήγα εις την Πάδοβαν να σπουδάσω ιατρικήν και έπειτα επέστρεψα εδώ, όπου υπανδρεύθην και κατοικώ τριάντα επτά χρόνους. Αλλ' ο Θεός δεν μου εχάρισεν ούτε αρρώστους ούτε τέκνα· προ δώδεκα χρόνων μου επήρε και την γυναίκα μου και, διά να μη μένω αβασάνιστος, μου έστειλεν εις τον τόπον της ένα οξύν ρευματισμόν, όστις με άφισε παραλυτικόν. Τώρα περιπατώ με δικανίκια· επειδή όμως είμαι ευλαβής άνθρωπος, ευχαριστώ καθ' ημέραν τον Πανάγαθον Θεόν, λέγων ότι μ' εκούτσανε, διά να φθάσω ίσως αργότερα εις την τελευταίαν μου κατοικίαν. Μόνη διασκέδασις μου έμεινε το χωράφι μου, το οποίον με τρέφει, η εφημερίδα σας και η βιβλιοθήκη μου. Μέσα εις αυτήν έχω (κατά την συνήθειαν των ιατρών όσοι εσπούδασαν εις την Πάδοβαν), περισσοτέρους ποιητάς, συγγραφείς και φιλοσόφους παρά ιατρούς. Τον Όμηρον, τον Πλάτωνα, τον Δάντε και τον Βιργίλιον, τους οποίους θαυμάζω και σέβομαι, ως ιερά πράγματα, και διά τούτο ποτέ δεν τους ανοίγω, και εκτός αυτών τον Κάτουλλον, τον Αριόστον, τον Μπάιρων και τους άλλους μικροτέρους, των οποίων την συναναστροφήν προτιμώ από τας ομιλίας των φίλων μου Αγρινιωτών, οίτινες διά τούτο με ωνόμασαν μισάνθρωπον. Αλλ’ αυτή είναι μαύρη συκοφαντία· διότι εξ εναντίας τόσον πολύ αγαπώ τους ανθρώπους, ώστε αν είχα χρήματα, ή τουλάχιστον ποδάρια, ουδέ στιγμήν θα έμενα εις το Αγρίνι. Αλλ' ας αφίσωμεν τους Αγρινιώτας και ας επανέλθωμεν εις το προκείμενον. Σας έλεγα λοιπόν, αξιότιμε κ. εκδότα, ότι έχω μίαν καλήν βιβλιοθήκην και τον περισσότερον καιρόν μου περνώ με τα βιβλία μου. Την άνοιξιν, όταν ο ήλιος είναι ευχάριστος, διαβάζω εις το δώμα της καλύβης μου· το καλοκαίρι όπου αι ακτίνες του καίουν καταφεύγω υπό την σκιάν μιας γραίας πλατάνου, της οποίας τα περιττά κλαδιά με ζεσταίνουν τον χειμώνα· ώστε το δένδρον τούτο μου δίδει κατά τας περιστάσεις δροσιάν ή ζέστην καθώς το φύσημα του Αισωπείου Σατύρου. Όλα τα ανωτέρω σας ανέφερα, κ. εκδότα διά να σας αποδείξω ότι, αν και ονομάζομαι, Σουρλής και κατοικώ εις το Αγρίνι, είμαι άνθρωπος διαβασμένος εις κατάστασιν να κρίνω περί γραμμάτων καλλίτερα ίσως από πολλούς δημοσιογράφους και λογίους της πρωτευούσης σας, οι οποίοι γράφοντες και διδάσκοντες από το πρωί έως το βράδυ διά να κερδίσουν το ψωμί των, δεν ευρίσκουν καιρόν ν' ανοίξουν βιβλίον και ως εκ τούτου . . . Αλλά το προοίμιόν μου καταντά πολύ μακρύ, ενώ ο τόπος σας είναι μετρημένος· με τα σωστά μου λοιπόν έρχομαι εις το προκείμενον.

Ένας κάποιος φίλος μου, κάτοικος Αθηνών, εις τον οποίον είχα στείλει μερικάς οκάδας ξανθόν καπνόν του Αγρινίου, μου έστειλεν ως αντάλλαγμα έν νεοφανές βιβλίον, επιγραφόμενον, « Π ά π ι σ σ α  Ι ω ά ν ν α» και τυπωμένον εις τα αξιότιμα πιεστήριά σας. Θέλων δε και να μου δείξη πόσον πολύτιμον ήτο το δώρον του, ότι δηλ. ο καπνός μου ήτο καλοπληρωμένος, είχε περιτυλίξει το βιβλίον εις ένα σωρόν εφημερίδας «Χ ά ρ τ η ν, Α λ ή θ ε ι α ν, I n d e p e n d a n c e, Π α λ ι γ γ ε ν ε σ ία ν, Α υ γ ή ν, Ε θ ν ο φ ύ λ α κ α, Ο μ ό ν ο ι α ν, Β υ ζ α ν τ ί δ α, Χ ρ υ σ α λ λ ί δ α κτλ. κτλ. αι oποίαι το εσύσταινον ως «ε υ φ υ έ σ τ ατ ο ν, λ ί α ν  κ α κ ό η θ ε ς, χ α ρ ι τ ό β ρ υ τ ο ν, β ο ρ β ο ρ ώ δ ε ς, π ο λ υ μ α θ έ σ τ α τ ο ν, κ α κ ό σ χ ο λ ο ν, θ ε λ κ τ ι κ ώ τ α τ ο ν, α η δ έ ς, α ξ ι ά γ α σ τ ο ν, α τ ι μ ω τ ι κ ό ν» και ένα σωρόν άλλα επίθετα, τα οποία εμάλοναν το έν με το άλλο. Μέσα εις τον φάκελλον ευρίσκετο και μία εγκύκλιος του σεβασμιωτάτου Επισκόπου Καρυστίας Μακαρίου, όστις με την ιδιάζουσαν εις τους καλογήρους ευαγγελικήν μετριοπάθειαν ωνόμαζε τον συγγραφέα «ό ρ γ α ν ο ν  τ ο υ  Σ α τ α ν ά» και «κ α κ ο ύ ρ γ ο ν», το δε βιβλίον λ ο ι μ ώ δ ε ς, φ θ ο ρ ο π ο ι ό ν, έ χ ι δ ν α ν  ι κ α ν ή ν  ο λ ό κ λ η ρ ο ν  ο ι κ ί α ν  ν α  δ η λ η τ η ρ ι ά σ η κτλ. κτλ. Εκτός αυτής υπήρχε και άλλη εγκύκλιος φέρουσα τας υπογραφάς των πέντε μελών της Συνόδου, την οποίαν εδιάβασαν και εις τας Εκκλησίας, απαγορεύοντες εις τους πιστούς την Ανάγνωσιν του βλασφήμου συγγράμματος, διά να μη «βλαβώσιν ηθικώς και . . . σωματικώς»! Όλα ταύτα, να σας ειπώ την αλήθειαν, εκέντησαν την περιέργειάν μου, και αφού πολλήν ώραν επονοκεφάλησα διά να συμβιβάσω τους τόσους επαίνους και τας τόσας ύβρεις, το τόσον λιβάνι και την τόσην λάσπην, τα οποία ο τύπος και η Εκκλησία έχυσαν επάνω εις αυτό το βιβλίον, απεφάσισα να το διαβάσω κι' εγώ, διά να σχηματίσω γνώμην με τα ιδικά μου μάτια και την ιδικήν μου κρίσιν. Η ανάγνωσις είνε ίσως αμαρτία μετά την απαγόρευσιν της Εκκλησίας· αλλ' αν έσφαλα εγώ από περιέργειαν ως η πρώτη μας μητέρα, το αμάρτημα ας είναι εις τον Άγιον Καρυστίας, ο οποίος μ' έφερεν εις πειρασμόν· αν έγεινα εγώ Εύα, εκείνος είναι, ο όφις, όστις με ηπάτησε με τας μακράς σπείρας του καλογηρικών επιθέτων.

Ανέγνωσα λοιπόν κ' εγώ την «Πάπισσαν» και έρχομαι, αν μου συγχωρήτε, να σας είπω όχι περί του βιβλίου τούτου αλλά περί της ηθικής εν γένει και την ιδικήν μου γνώμην ή μάλλον την γνώμην της βιβλιοθήκης μου. Πολλάκις εθαύμασα, κ. εκδότα, την σοφίαν και ακόμη περισσότερον το θάρρος των λογίων και προ πάντων των εφημεριδογράφων της πρωτευούσης σας, οι οποίοι, χωρίς ανάγκην άλλου βοηθήματος, όσα λέγουν τα λαμβάνουν από την πάνσοφον κεφαλήν των. Ομιλούν περί ιστορίας χωρίς να φέρουν ούτε μίαν μαρτυρίαν, περί συντάγματος και πολιτείας, εκβολάδων και θανατικής ποινής, ηθικότητος και φιλολογίας χωρίς ποτέ να καταδεχθούν να εξετάσουν αν ωμίλησαν και άλλοι διά τοιούτου είδους πράγματα. Προ μερικών μηνών ανεφέρετε με Θαυμασμόν και απορίαν εις την αξιότιμον εφημερίδα σας ότι ένας κάποιος Κ. Ρηγόπουλος, εμπνευσθείς υπό Πνεύματος Αγίου, κατώρθωσε ν' ανασκευάση τον Ρενάν χωρίς να τον αναγνώση. Το πράγμα είναι καθ' εαυτό αξιοθαύμαστον, δεν λέγω το εναντίον αλλά πολύ πλέον αξιοθαύμαστα είνε ο θαυμασμός και η απορία σας, διότι τόσον πολλούς Ρηγόπουλους βλέπετε καθ' ημέραν, ώστε έπρεπε να είσθε προ καιρού συνειθισμένοι εις τοιαύτα θαύματα. Ο παραμικρός των εφημεριδογράφων σας είναι εις το είδος του θεόπνευστος προφήτης, ομιλών και αποφασίζων περί πραγμάτων τα οποία ποτέ δεν έμαθε. Δεν ενθυμούμαι ποίος φιλόσοφος έλεγεν εις τους κατοίκους της πρωτευούσης σας,

Ω Αθήνα πρώτη χώρα,
Τι γαϊδάρους τρέφεις τώρα!

αλλά το δίστιχον αυτό δεν μου φαίνεται σωστόν, πρώτον διότι δεν πρέπει να υβρίζωμεν κανένα, και δεύτερον διότι αντί γαδάρους έπρεπεν ο ποιητής να είπη προφήτας, θεοπνεύστους ανθρώπους, ικανούς να ομιλήσουν περί όλων των γνωστών πραγμάτων και πολλών άλλων ακόμη, κατόχους πάσης σοφίας χωρίς να υποπέσουν εις το αμάρτημα να μασσήσουν τον απηγορευμένον της γνώσεως καρπόν. Το κατ' εμέ τους ανθρώπους τούτους τους σέβομαι, τους μακαρίζω, τους Θαυμάζω ως σπάνια και περίεργα πλάσματα, των οποίων το είδος εχάθη από όλα τα μέρη του κόσμου και σώζεται εις μόνην την Ελλάδα· αλλά να τους μιμηθώ ούτε δύναμαι ούτε τολμώ. Καθώς δεν ημπορώ να περιπατήσω χωρίς δεκανίκια, ούτω και χωρίς βιβλία αδύνατον μου είναι να συλλογισθώ. Πριν αποφασίσω να είπω την γνώμην μου περί οποίου δήποτε ζητήματος, θέλω να ηξεύρω τι εστοχάζοντο περί αυτού ο Αριστοτέλης, ο Κάντ και ο Έγελ, αν ήτο το πράγμα φιλοσοφικόν, ο Άγ. Βασίλειος, ο Λούθηρος και ο Ρενάν, αν πρόκειται περί θεολογίας, ο Αθηναίος και ο Σαβαρέν, αν είναι ο λόγος περί μαγειρικής. Ο τρόπος αυτός μου φαίνεται ο φρονιμώτερος και ο ασφαλέστερος διά τους ανθρώπους εις τους οποίους δεν εχάρισεν ο Θεός παρά μόνον μυελόν και βιβλία· ο δε άλλος τρόπος, να λέγη δηλ. ο καθείς την γνώμην του χωρίς να φροντίζη περί του τι είπαν οι άλλοι, αρμόζει εις μόνους τους μεγαλοφυείς άνδρας και τους τρελλούς. Η μεγαλοφυία και η τρέλλα κατά την γνώμην πολλών φυσιολόγων είναι αδελφαί και ως τοιαύται έχουν τα ίδια προνόμια· λέγουν ό,τι θέλουν και αι αποφάσεις των είναι χρησμοί Πυθίας, η οποία, καθώς διηγούνται πολλοί αρχαίοι, έπασχε και εκείνη από έν είδος τρέλλας, όταν εχρησμοδότει. Αλλ' οπωσδήποτε, όσον μεγάλα και αν υποθέσωμεν τα προνόμια των μεγαλοφυών ανθρώπων και των τρελλών, νομίζω ουχ ήττον (συγχωρήσατε την ελληνικούραν) ότι πολλοί των συναδέλφων σας, ομιλούντες περί ηθικής, εξεπήδησαν ολίγον τα όρια της συγχωρημένης . . . πρωτοτυπίας. Ούτω π. χ. ο «Χ ά ρ τ η ς» αφού ανύψωσεν έως εις τα άστρα, την ε υ φ υ ΐ α ν, τ η ν  γ λ α φ υ ρ ό τ η τ α, τ η ν  α τ τ ι κ ή ν  χ ά ρ ι ν, και τ' άλλα προτερήματα του συγγραφέως της «Ι ω ά ν ν α ς» κατηγορεί έπειτα αυτόν δ ι ό τ ι  ε ι σ ή γ α γ ε ν  ε ι ς  τ η ν  Ε λ λ ά δ α  τ ο ν  ά σ ε μ ν ο ν  ρ ω μ α ν τ ι σ μ ό ν  τ ω ν  Φ ρ ά γ κ ω ν, τ ο υ  ο π ο ί ο υ  ι δ ρ υ τ α ί  ε ί ν α ι, κατά τον «Χάρτην», ο «Π ι ρ ό ν  κ α ι  ο  Π α ρ ν ύ», ενώ οι άνθρωποι αυτοί ήσαν αποθαμμένοι προ πολλού, όταν ο Ουγκώ και οι σύντροφοι του εφευρήκαν τον ρωμαντισμόν. Παρακάτω ευρίσκομεν ότι ο  Ν α π ο λ έ ω ν  ε κ ά λ λ υ ν ε  τ η ν  δ ύ ν α μ ι ν  της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, και επί τέλους φαντάζεται, ο αρθρογράφος τον συγγραφέα γελώντα εις την ανάγνωσιν του άρθρου του· τούτο δεν δυσκολεύομαι, να το πιστεύσω, εκτός αν πάσχη ο κ. Ροίδης από χρονικήν υποχονδρίαν. Μετά τον «Χ ά ρ τ η ν» ήνοιξα τον «Ε θ ν ο φ ύ λ α κ α,» ο οποίος εύχεται να «ε π α ν έ λ θ η  η  Ε κ κ λ η σ ί α  ε ι ς  τ η ν  ε π ο χ ή ν  τ ω ν  μ α ρ τ ύ ρ ω ν!» Τούτο το νομίζω οπωσούν δυσκολοκατόρθωτον· πιστεύω ακόμη ότι αν επρότειναν εις τον αξιότιμον συντάκτην κ. Αναγνωστόπουλον να τον κάμουν μάρτυρα, να τον βράσουν δηλ., να τον σουβλίσουν ή να τον τηγανίσουν, ήθελεν ειπεί όχι. Κατωτέρω ο ίδιος αρθογράφος βεβαιόνει, ότι «αι  ν ε ώ τ ε ρ α ι  κ ο ι ν ω ν ί α ι  έ σ τ ρ ε ψ α ν  τ α  ν ώ τ α  μ ε τ ά  β δ ε λ υ γ μ ί α ς  εις  π ά σ α ν  α ν τ ι χ ρ ι σ τ ι α ν ι κ ή ν  ι δ έ α ν.» Άμποτε να ήτο τούτο αλήθεια· αλλά κατά δυστυχίαν αι νεώτεραι κοινωνίαι εξαντλούν δεκαεπτά εκδόσεις του Ρενάν και αι αντίθρησκοι φωναί των είναι τόσον δυναταί, ώστε ακούονται, έως εις το Αγρίνι. Ανέγνωσα και τα άρθρα της «Άυγής» σας· ο συντάκτης λέγει ότι η Ιωάννα έχει, «τ ο  π ρ ο τ έ ρ η μ α  ν α  τ ο ν  κ ρ α τ ή  ώ ρ α ς  ο λ ο κ λ ή ρ ο υ ς  ε π' α υ τ ή ς  α ν υ π ό μ ο ν ο ν  ν α  ε κ μ υ ζ ή σ η  τ α  π ο λ λ ά  θ έ λ γ η τ ρ α  τ η ς,» και παρακάτω ότι είναι βιβλίον «β ο ρ β ο ρ ώ δ ε ς  κ α ι  α η δ έ ς·» αι δύο αυταί φράσεις δεν σας φαίνονται, ολίγον αντιφατικαί; Ένας άλλος δημοσιογράφος συγχίζει τον αρχαίον φιλόσοφον Πύρρωνα, τον οποίον αναφέρει ο συγγραφεύς, με τον Γάλλον ποιητήν Πιρόν, πιστεύων, φαίνεται, εις την μετεμψύχωσιν· άλλος πάλιν . . . Αλλά αγρινιώτικη απλότης είναι το να κάθημαι να θαυμάζω τας πρωτοτυπίας των δημοσιογράφων σας· το αυτό σχεδόν πράγμα ωσάν να εθαύμαζα την αλμύρα της θαλάσσης, τα βώδια ότι έχουν κέρατα ή τα πτερά των πουλιών, ο καθείς θα με επερίπαιζε διά την ανακάλυψιν και θα είχε δίκαιον. Μίαν μόνην συμβουλήν θα μου συγχωρήσετε, κ. εκδότα, να δώσω εις τους συναδέλφους σας, την οποίαν, αν ακολουθήσουν, θα γείνουν άτρωτοι ως ο Αχιλλεύς. Η συνταγή είναι εύκολος· συνίσταται εις το ν' αποφεύγουν ως πονηρούς σκοπέλους τα γεγονότα και τα κύρια ονόματα, να μη ταράττουν την ησυχίαν του Πύρρωνος, του Πιρόν και Βοναπάρτε, αλλά να μιμούνται το καλόν παράδειγμα της «Α λ η θ ε ί α ς,» ήτις επήνεσε την «Ι ω ά ν ν α ν» διά το άσπρο της χαρτί και το βαθύ μελάνι. Όταν δε θέλουν να κατηγορήσουν, τότε να λαμβάνουν ως πρότυπον και υπογραμμόν τον Άγιον Καρυστίας, όστις με ευαγγελικήν πραότητα δεν ωνόμασε τον συγγραφέα της Παπίσσης παρά μόνον «ό ρ γ α ν ο ν  τ ο υ  Σ α τ α ν ά, έ χ ι δ ν α ν, κ α κ ο ή θ η  κ α ι  κ α κ ο ύ ρ γ ο ν,» ή τον αξιότιμον συντάκτην του «Α ν α τ ο λ ι κ ο ύ  Α σ τ έ ρ ο ς» κ. Καλαπόδην, Καλαποδάκην, δεν ενθυμούμαι καλά το όνομά του, ο οποίος ωνόμασε το βιβλίον α τ ι μ ω τ ι κ ό ν. Και επειδή έτυχε περί καλαποδίων ο λόγος, ταύτα με εθύμισαν τα υποδήματα, την φράσιν δηλ. ενός φίλου μου, όστις διισχυρίζετο προχθές εις το καφφενείον του Σπυροπούλου, ότι ο ωφελιμώτερος τρόπος να μεταχειρίζωνται μερικοί άνθρωποι το μελάνι των θα ήτο αν εμαύριζαν με αυτό τα υποδήματά των.

Αλλ' η επιστολή μου καταντά πολύ εκτεταμένη, ενώ αι στήλαι της εφημερίδος σας είναι δωρικού ρυθμού, ήγουν κονταί και δυσανάλογοι, με την γεροντικήν μου πολυλογίαν. Αφίνων λοιπόν δι’ άλλην φοράν την εξακολούθησιν ή μάλλον την αρχήν των όσα είχα να σας ειπώ περί ηθικής, σας παρακαλώ να με πιστεύετε πρόθυμον δούλον και συνδρομητήν σας

ΔΙΟΝΥΣΙΟΝ ΣΟΥΡΛΗΝ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Β’

Αγρίνι, 10 Μαΐου 1866

    Αξιότιμε κ. Εκδότα της «Αυγής»,

Έλαβα το γράμμα σας, εις το οποίον μου λέγετε ότι τα ιδικά μου θα τα κάμετε φυλλάδιον, αλλά να γράφω εις γλώσσαν πλέον καθαρεύουσαν, και να μη περιπαίζω κανένα, ουδ’ εφημεριδογράφος αν είναι. Δυσάρεστον και σκληρόν πράγμα είναι εις άνθρωπον της ηλικίας μου να μάθη νέαν γλώσσαν και να ξεμάθη να γελά· προς χάριν σας όμως θα προσπαθήσω. Κατά καλήν μου τύχην ευρήκα εις ενός φίλου μου την  Π ο λ ι τ ι κ ή ν  Μ ε λ έ τ η ν  του αξιοτίμου κ. Ν. Σαριπόλου, την «Νέαν Σχολήν» του κ. Π. Σούτσου και άλλα τινά καθαρεύοντα βιβλιάρια, τα οποία μελετώ από τριών ημερών διά να μυηθώ τα απόκρυφα της καλλιλογίας. Δεν σας κρύπτω όμως, κ. εκδότα, ότι ενώ πρόκειται να βουτηχθώ εις αυτήν την καθαρεύουσαν πηγήν ερωτώ μετ' ανησυχίας ως ο Διογένης, πού θα υπάγω έπειτα να καθαρισθώ.