Καθώς σας έγραφα εις την προλαβούσαν μου, ο σκοπός μου είναι να σας είπω ολίγα τινά περί Η θ ι κ ή ς. Ας μη σας τρομάξη η λέξις αύτή· δεν εννοώ να σας κάμω διδαχήν διότι, κατ' εμέ, η μεγαλύτερα ανηθικότης είναι, ν’ αποκοιμίζη τις τον αναγνώστην του. Σκοπεύω μόνον να σας αποδείξω με μαρτυρίας, τας οποίας θέλω λάβει ουχί εκ της κεφαλής μου, αλλ’ εκ της βιβλιοθήκης μου, ότι η ε λ ε υ θ ε ρ ί α τ η ς ε κ φ ρ ά σ ε ω ς, τ ο θ ρ ά σ ο ς, η α ν α ί δ ε ι α, α σ έ β ε ι α, α θ υ ρ ο σ τ ο μ ί α ή όπως άλλως την εβάπτισαν μερικοί καλιμαυχοφόροι της πρωτευούσης σας, εθεωρήθη πανταχού, πάντοτε και υπό πάντων, από κτίσεως κόσμου μέχρι σήμερον, από του Εκκλησιαστικού μέχρι του Παπά Περδικάρη, φυσική και αναγκαία εις τα σατυρικά συγγράμματα του είδους της «Ι ω ά ν ν α ς» ως το σκόρδον εις την σκορδάλμην και όχι μόνον φυσική και αναγκαία, αλλά και ηθικώς προτιμοτέρα από την άσεμνον σεμνολογίαν, την μόνην επικίνδυνον εις τα ήθη ως σεμνά τα άσεμνα παριστώσαν.
Αλλά και εδώ, κ. εκδότα, ευρίσκομαι εις την αυτήν αμηχανίαν, εις ην θα ευρίσκετο και ο επιχειρών ν’ αποδείξη ότι ο ήλιος λάμπει, ότι οι κώνωπες είναι οχληροί και αι γυναίκες φιλάρεσκοι· πράγματα τοσούτον αναμφισβήτητα και ψηλαφητά, ώστε πάσα προς απόδειξιν αυτών προσπάθεια καταντά περιττή και γελοία. Ουχ ήττον περιττόν και γελοίον είναι και το να κάθηται τις ν' αποδεικνύη εις ανθρώπους ηξεύροντας γράμματα, ότι η αθυροστομία είναι επίσης αναγκαία εις τους σατυρικούς όσον η υποκρισία εις τους ιερείς. Αλλ' εγώ, κ. εκδότα, δεν ομοιάζω τους υπερηφάνους εκείνους λογίους της πρωτευούσης σας, οι οποίοι, επιστρέφοντες από την Ευρώπην φουσκωμένοι με σοφίαν και υπερηφάνειαν, γράφουν εις τους προλόγους των σοφών έργων των, ότι καταφρονούν τους πολλούς και αποβλέπουν εις την κρίσιν των σοφωτέρων, προσθέτοντες και κανένα λατινικόν στίχον ως το
Non ut miretur turba laboro
ή άλλο τοιούτον αντιχριστιανικόν ρητόν. Απ' εναντίας φρονώ ότι καθώς ο Ιησούς ήλθε να σώση ουχί τους δικαίους αλλά τους αμαρτωλούς, ούτω και όσοι γράφουν δεν πρέπει ν' αποβλέπουν εις τους σοφούς, αλλ' εις τους αγραμμάτους· και καθώς εκείνος δεν εβαρύνετο να επαναλαμβάνη το «Α γ α π ά τ ε α λ λ ή λ ο υ ς», «ό σ υ μ ι σ ε ί ς ε τ έ ρ ω μ η π ο ί η σ η ς,» «ε υ ε ρ γ ε τ ε ί τ ε τ ο υ ς ε χ θ ρ ο ύ ς η μ ώ ν» και άλλα ουχ ήττον παλαιά και τετριμμένα παραγγέλματα, τα οποία είχαν ήδη αναμασσήσει μυριάκις προ αυτού ο Κομφούκιος, ο Σωκράτης, ο Ζήνων, ο Κικέρων και άλλοι σωφοί, ούτω και οι γράφοντες διά τους σημερινούς Έλληνας αναγκάζονται πολλάκις να διαφωτίζωσι πράγματα φωτεινά και αυτόφωτα ως τα οπίσθια των πυγολαμπίδων.
Αν ήθελα, ηδυνάμην, αξιότιμε κ. εκδότα, ν’ αρχίσω την σειράν των παραδείγματών μου από αυτήν την Άγ. Γραφήν, δανειζόμενος από τους προφήτας, τους ιερούς τούτους Αριστοφάνας, ως τους ονομάζει ο Άινε , αξιόλογα τινα παραδείγματα της ε λ ε υ θ ε ρ ί α ς, ήτις αρμόζει εις το σατυρικόν είδος. Α ι Π α ρ ο ι μ ί α ι και ο Ε κ κ λ η σ ι α σ τ ή ς, ο Σειράχ και ο Ιεζεκιήλ, περιέχουσιν αμίμητα πρότυπα ελευθέρας εκφράσεως, αναγκάζοντα τον αναγνώστην όχι μόνον να κοκκινίζη, αλλ' ενίοτε και την μύτην του να φράσση. Αλλά ταύτα τα αφίνω κατά μέρος πρώτον διότι, κατά την φρόνιμον συμβουλήν της Ιεράς Συνόδου μας, δεν πρέπει ν' ανακατεύωμεν τα θεία με τα βέβηλα, και δεύτερον (και τούτο είναι η κυριοτέρα αιτία) διότι δεν είμαι και πολύ βέβαιος αν δύναται να θεωρηθή ως ηθικόν βιβλίον η Γραφή. Ο καιρός τουλάχιστον δεν είναι μακράν, ότε οι καλόγηροι απηγόρευον την ανάγνωσιν αυτής ως σήμερον της «Π α π ί σ σ η ς Ι ω ά ν ν α ς» ο δε παρακούων αφωρίζετο ή και εκαίετο ως αιρετικός, κατά τον βαθμόν του ζήλου των αγίων Καρυστίας της εποχής εκείνης. Ενθυμείσθε πόσα ήκουσε χθες ακόμη ο ταλαίπωρος Βάμβας από τον ορθόδοξον Οικονόμον, διότι επεχείρησε την μετάφρασιν εις την ομιλουμένην του επικινδύνου τούτου βιβλίου, το οποίον, κατά τον αυτόν Οικονόμον, πρέπει προηγουμένως να μαγειρεύεται εμπείρως διά να μη βλάπτη τους στομάχους των πιστών, απαράλλακτα ως μερικοί αμανίται διά να χάσουν το φαρμάκι των.
Μετά την Γραφήν έρχονται οι Έλληνες, μετά την θρησκείαν η πατρίς. Και ούτοι όμως, αν δεν απατώμαι, εφρόνουν ότι η ελευθερία της εκφράσεως είναι αναγκαία εις τους κωμικούς. Ο Αρχίλοχος τουλάχιστον, ο Αριστοφάνης, ο Θεόκριτος, ο Λουκιανός και λοιποί, αμιλλώνται ποίος να υπερβή τον άλλον κατά την βωμολοχίαν, την οποίαν και αυτός ο Αριστοτέλης αναγκάζεται να παραδεχθή ως αναγκαίον κακόν. Αλλ' ουδ' οι Έλληνες δύνανται να χρησιμεύσωσιν ως παραδείγματα επί του προκειμένου· διότι άλλα ήσαν τα τότε ήθη και άλλα τα σημερινά, και πλην τούτου κατά τους χρόνους εκείνους οι ιερείς δεν εσυνείθιζον ακόμη ν' αναμιγνύωνται εις την φιλολογίαν ως οι Πατέρες της Ιεράς Συνόδου. Δεν πρέπει λοιπόν να Θαυμάζωμεν αν οι ταλαίπωροι πρόγονοί μας, στερούμενοι τοιούτων Αριστάρχων, υπέπεσαν εις τοσαύτας παρεκτροπάς. Διά τον αυτόν λόγον θέλω αποφύγει να σας ομιλήσω και περί των Λατίνων· ελπίζω όμως, κ. εκδότα, ότι ουδείς, ουδέ συντάκτης Αθηναϊκής εφημερίδος αν είναι, Θέλει τολμήσει ν' αρνηθή ότι
Όσον παρθενική προφέρει τριγάμοιο γυναικός
τοσούτον τα αριστουργήματα του Πλαύτου, Ορατίου και Ιουβενάλη υπερβαίνουσι κατά την ελευθερίαν της εκφράσεως την «Π ά π ι σ σ α ν Ι ω ά ν ν α ν», όσον άσεμνος και αν υποτεθή.
Ενώ η Σάτυρα εις όλην αυτής την ακμήν εκάγχαζεν ολόγυμνος εν Ρώμη, εγεννάτο εις απόκεντρον της Ιουδαίας χωρίον ο μέλλων να μεταβάλη το πρόσωπον της οικουμένης. Θρησκείαι, ήθη, έθιμα και νόμοι, τα πάντα ήλλαξαν όψιν αλλ' η Σάτυρα δεν ηθέλησε ούτε την κακότροπον φύσιν της να μεταβάλη ούτε καν την κλασικήν της γυμνότητα να ενδύση. Από των εθνικών μετέπεσεν εις τας χείρας των πατέρων της Εκκλησίας, οίτινες δεν ηδυνήθησαν να την διδάξωσι την σεμνότητα. Ο Τερτουλλιανός, ο Άγ. Βασίλειος, ο Άγ. Χρυσόστομος, ο Άγ. Ιερώνυμος, ο ιερός Αυγουστίνος και οι άλλοι Άγιοι περιέγραψαν και εσατύρισαν την διαφθοράν των ειδωλολατρών, αλλ' αν μου έδιδεν ο Θεός θυγατέρα, δεν θα της έδιδα εγώ ν' αναγνώση τα σατυρικά βιβλία των Αγίων τούτων. Παραπομπάς δεν σας σημειώ ενταύθα, διότι ευρίσκετε όσας θέλετε εις το λεξικόν του Βαΰλου και τας σημειώσεις της «Ι ω ά ν ν α ς», όπου ο συγγραφεύς ηναγκάσθη να καταχωρίση ολόκληρον περικοπήν του Αγ. Βασιλείου, ίνα δικαιολογήση την φράσιν του, καθ' ην η περί «Π α ρ θ ε ν ί α ς» πραγματεία του Αγ. Επισκόπου Καισαρείας τω φαίνεται γεγραμμένη επάνω εις το στήθος γυμνής τινος παρθένου.
Κατά δε τον μεσαιώνα, μετά την πλημμύραν των βαρβάρων της Άρκτου, η Σάτυρα συμμορφωθείσα με τα ήθη των νικητών απεβαρβαρώθη κ' εκείνη, χάσασα την αστικότητα, το αττικόν άλας, την λεπτήν ειρωνείαν και όσα άλλα στολίσματα καθίστα περιττά η απειροκαλία του αιώνος εκείνου. Αλλά την αθυροστομίαν και ελευθερίαν της διεφύλαξεν ανεπάφους, διότι άνευ αυτών δεν ηδύνατο να υπάρξη. «Η χ ο ρ ε ί α τ ω ν σ α τ υ ρ ι κ ώ ν τ ο υ μ ε σ α ι ώ ν ο ς, λέγει, ο κ. Lenient, ο μ ο ι ά ζ ε ι τ ο ν α ρ χ α ί ο ν θ ί α σ ο ν τ ο υ Β ά κ χ ο υ· π ά ν τ ε ς ή σ α ν Σ ε ι λ η ν ο ί Σ ά τ υ ρ ο ι κ α ι Π ά ν ε ς κ α γ χ ά ζ ο ν τ ε ς, ω ρ υ ώ μ ε ν ο ι κ α ι α σ χ η μ ο ν ο ύ ν τ ε ς». Εις τους ανθηρούς εκείνους αιώνας της πίστεως και της τυραννίας, ότε ο ιερεύς και ο δήμιος αδελφικώς ενηγκολισμένοι εκούρευον εν ανέσει την αγέλην των πιστών, η Σάτυρα, το δικαίωμα δηλ. της εκδικήσεως των ύβρεων διά του γέλωτος, ήτο το μόνον εναπολειφθέν εις τους δυναστευομένους. Ο δε μεσαιωνικός γέλως ούτε όρια είχεν ούτε αιδώ εγνώριζε. Θεολογικά δόγματα και πολιτικοί νόμοι, Πάπαι και βασιλείς, Σύνοδοι και Μοναστήρια, άνδρες και γυναίκες, πάντες επλήρωνον τακτικώς τον φόρον των εις τον δημόσιον γέλωτα, ως οι Αθηναίοι εις τον Μινώταυρον,, αλλ' ουδείς Θησεύς ετόλμα να πολεμήση το ζώον. Και ενώ η παραμικρά εις θεολογικόν βιβλίον δογματική πλάνη ετιμωρείτο διά της πυράς ή της αγχόνης, οι σατυρικοί είχον την άδειαν ν' αναβιβάζωσιν επί της σκηνής τον Ιησούν ανταλλάσσοντα βωμολοχίας μετά του Σατανά, να εμπαίζωσι την μεγάλην κοιλίαν του βασιλέως των, ν' ανυμνώσι την σωφροσύνην του Πάπα διά των γνωστών εκείνων στίχων:
Papa captus hunc vel hanc decipit Papa quid vult in lectum recipit κτλ.
και να παριστώσιν ηγεμονίδας μεταβαλλούσας, ως η αρχαία Κίρκη, τους συζύγους των εις ταύρους, τράγους και άλλα κερασφόρα ζώα. Οι τύραννοι και οι ιερείς, οι παν δικαίωμα αφαιρέσαντες από των υπηκόων, δεν ετόλμων ν' αφαιρέσωσι το προνόμιον του να εμπαίζωσι τας ανοησίας των, κληροδοτήσαντες την δόξαν ταύτην εις τα μέλη της ιεράς Συνόδου μας. Εις την γενικήν εκείνην κατάπτωσιν όλων των δικαιωμάτων του ανθρώπου μόνη η Σάτυρα είχε μείνει ορθή ως το άγαλμα του Γέλωτος εν μέσω των ερειπίων της καταπεσούσης Σπάρτης (110) . Αύτη υπήρξεν η μόνη καθ’ όλον τον μεσαιώνα εν τοις δεινοίς παρηγορία του δούλου, η μόνη κατά της δογματικής και αρχοντικής τυραννίας διαμαρτύρησις, εις ην χρεωστούμεν κατά μέγα μέρος την σημερινήν κατάστασιν των πραγμάτων. Αλλ' ο σκοπός μου δεν είναι ενταύθα να πλέξω τον πανηγυρικόν της μεσοχρονίου σατύρας, αλλ' απλώς να σας πληροφορήσω, κ. Εκδότα, ότι, καθώς επί των Εβραίων, καθώς επί των Ελλήνων, των Λατίνων και των πατέρων της Εκκλησίας, ούτω και κατά τον μεσαιώνα η ελευθερία της εκφράσεως ενομίζετο αναγκαία εις τους σατυρικούς, ως δύνασθε να πληροφορηθήτε ρίπτοντες έν βλέμμα εις οίαν δήποτε συλλογήν μεσαιωνικών ραψωδιών.
Ας έλθωμεν τώρα εις την διαδεχθείσαν την μεσαιωνικήν σκοτίαν περίοδον της αναγεννήσεως των γραμμάτων.
Αύτη ήρχισεν εν Ιταλία διαρκούντος ακόμη του μεσαιώνος. Ο μέγας Δάντης, ο σοβαρώτερος των ποιητών, εθεμελίωσε στενάζων την ιταλικήν ποίησιν, ο δε Ιωάννης Βοκκάκιος, ο ευθυμότατος πάντων των ανθρώπων, εμόρφωσε γελών τον πεζόν λόγον. Ο πρώτος περιέγραψε τα βάσανα των κολασμένων παλαιόντων με οφείδια και σκορπίους, ο δεύτερος τα των πατέρων, συζύγων, κηδεμόνων και όσοι άλλοι είχον να κάμωσι με γυναίκας. Και η μεν εποποιία του Δάντη κατέστη το αμίμητον πρότυπον του σοβαρού ύφους, τα δε «Δ ι η γ ή μ α τ α» του Βοκκακίου, του κωμικού. Πόσον δε αναγκαίαν ενόμιζεν ο Βοκκάκιος την ελευθερίαν της εκφράσεως εις το κωμικόν ύφος γνωρίζετε ίσως κάλλιον εμού, κ. εκδότα, διότι εν των μάλλον διαπρεπόντων επί τοιαύτη ελευθερία διηγημάτων του, «Ο Δ ι ά β ο λ ο ς ε ι ς τ η ν κ ό λ α σ ι ν» (ο τίτλος ούτος είναι αλληγορικός) μετεφράσθη, ως μ’ είπον, και πωλείται αναφανδόν εις τας οδούς της πρωτευούσης σας, αγνοώ αν είναι με την έγκρισην της ιεράς Συνόδου. Το παράδειγμα του Βοκκακίου, την ελευθέραν δηλ. έκφρασίν του, εμιμήθησαν όλοι οι μετά ταύτα σατυρικοί ποιηταί και πεζογράφοι της Ιταλίας, ο Πόγιος Βρακιολίνης εις τα «Α σ τ ε ί α τ ο υ», ο Μακιαβέλης εις τον περιβόητον « Ό ν ο ν τ ο υ», ο κλεινός Αριόστος εις τον «Μ α ι ν ό μ ε ν ο ν Ο ρ λ ά ν δ ο ν», ο Τρισσίνος, ο Πάτερ Βέρνης, ο Πάτερ Πούλκης, ο Πάτερ Λακάζας, ο Πάτερ Βίμπος (βλέπετε κ. εκδότα, πόσους ιερωμένους σας αναφέρω προκειμένου περί ελευθέρας εκφράσεως) ο Βοϊάρδος, ο Τασσόνης και χίλιοι άλλοι, τους οποίους περιττόν νομίζω ν' απαριθμήσω, διότι, μη γνωρίζοντες ίσως αυτούς ουδ’ εξ ακοής, πιθανόν να υποθέσετε, ότι επικαλούμαι την μαρτυρίαν ανυπάρκτων ανθρώπων, ως ανασταίνουσι και οι υποψήφιοι μας δήμαρχοι τους νεκρούς, ίνα ψηφοφορήσωσιν υπέρ αυτών.
Υπερβαίνοντες ήδη τας Άλπεις ας ίδωμεν πως έγραφον κατά την αυτήν περίπου εποχήν εις την Γαλλίαν.
Και εν πρώτοις απαντώμεν τα Ε κ α τ ό ν δ ι η γ ή μ α τ α τ η ς β α σ ι λ ί σ σ η ς τ η ς Ν α β ά ρ ρ α ς, τα οποία ως προς την ελευθερίαν της εκφράσεως δεν έχουν τίποτε να φθονήσουσιν εις τον Βοκκάκιον· την σύστασιν ταύτην νομίζω ικανήν. Περί την αυτήν εποχήν συνέγραφεν ο περιώνυμος Ραβελαί την πολύκροτον κατά της Εκκλησίας και των βασιλέων σάτυράν του τον «Γ α ρ γ α ν τ ο ύ α ν», κλασικόν αριστούργημα βωμολοχίας, ο Βραντώμ τας «Φ ι λ α ρ έ σ κ ο υ ς Δ ε σ π ο ί ν α ς», ο Περιέρος (τον οποίον σας παρακαλώ να μη συγχύσετε με τον ομώνυμόν του και συνάδελφόν σας Καζιμίρον Περιέρον ως τον Πύρρωνα με τον Πιρόν) τους «Ε υ θ ύ μ ο υ ς λ ό γ ο υ ς» του και ο Αμυότος μετέφραζε τον Λόγγον. Εις την αυτήν φιλολογικήν περίοδον ανάγονται η «Μ ε ν ί π π ε ι ο ς Σ ά τ υ ρ α», οι στίχοι του Μαρότου, αι Σάτυραι του Ρενιέρου, τα επιγράμματα του Θεοφίλου, το «Κ ο σ μ ο κ ύ μ β α λ ο ν» και πλείστα άλλα με Γαλατικόν χονδροκοπανισμένον άλας ηρτυμένα συγγράμματα, ικανά και τους απιστοτέρους να πείσωσιν ότι εν Γαλλία ως και αλλαχού η ελευθερία της εκφράσεως ενομίζετο αναγκαία εις τους σατυρικούς.
Ολίγον μετά ταύτα ανέβαινεν επί του γαλλικού Θρόνου ο μέγας του μεγάλου αιώνος βασιλεύς, ο Λουδοβίκος ΙΔ’, επί της βασιλείας του οποίου έλαμψαν της Γαλλίας οι κλασικοί φωστήρες, ο Φενελών, ο Ρακίνας, ο Βουαλώ, ο Ουέτος, ο Βωγελάς και λοιποί· πάντες σεμνοί, ευσεβείς και φρόνιμοι συγγραφείς, παρομοιάζοντες τον βασιλέα με τον ήλιον και κύπτοντες προ αυτού μέχρι εδάφους την κεφαλήν, ίνα μη τυφλωθώσιν υπό των ακτίνων του, σεβόμενοι τα ήθη, την θρησκείαν, την εθιμοταξίαν, τας βούλλας του Πάπα και τας τρεις ενότητας του Αριστοτέλους. Αλλά κατά δυστυχίαν οι κριτικοί δεν έδωκαν εις αυτούς τα πρωτεία, ουδέ καν τους θεωρούσιν ως γνησίους αντιπροσώπους της γαλλικής ευφυίας, ανυμνούντες ως τοιούτους τον Μολιέρον και Λαφονταίνον, αμφοτέρους σατυρικούς, ουδέν σεβομένους ονομάζοντας την σκάφην σκάφην και μετεχειριζομένους αφειδώς και ακράτως την ελευθερίαν της εκφράσεως· ανθρώπους τέλος πάντων οίτινες, αν είχον την δυστυχίαν να γράφωσι σήμερον εις την πρωτεύουσάν σας, ο Άγ. Καρυστίας ήθελεν αφορίσει, ο κ. Καλαποδάκης ήθελεν ονομάσει «α τ ι μ ω τ ι κ ο ύ ς» και ο κ. Εισαγγελεύς εγκαλέσει ως διαφθείροντας τα ήθη. Τυχηροί τω όντι υπήρξαν γεννηθέντες βάρβαροι και όχι Έλληνες! Περί δε των συγγραφέων του ιη' αιώνος, του Μοντεσκιού, Διδερότου, Βολταίρου, Κρεβιλλώνος, Σαμφωρτίου κτλ. Περιττόν στοχάζομαι να σας είπω τι, διότι ουδείς αγνοεί, ουδ' αυτοί, νομίζω οι συνάδελφοί σας, ότι οι γράψαντες τας «Π ε ρ σ ι κ ά ς ε π ι σ τ ο λ ά ς», τον «Κ ά ν δ ι δ ο ν» και τον «Σ ο φ ά ν» ήσαν οπωσούν αθυρόστομοι, νομίζοντες και εκείνοι την ελευθέραν έκφρασιν αναγκαίον άρτυμα παντός σατυρικού έργου.
Διαπλέοντες τώρα το στενόν της Μάγχης, ως υπερέβημεν προ ολίγου τας Άλπεις, ας προσορμισθώμεν ολίγας στιγμάς και εις την νήσον των Βρεταννών, των οποίων τα ήθη είναι, κατά τον Βύρωνα, καθαρώτερα από την χιόνα, ήτις σκεπάζει τα βουνά των, ίνα ίδωμεν αν σεμνότεροι ήσαν οι Άγγλοι σατυρογράφοι.
Πρώτος εκεί μας παρουσιάζεται ο Chaucer, ο πατήρ της αγγλικής ποιήσεως, σατυρικός κατά καλήν μου τύχην και δυνάμενος να χρησιμεύση ως αξιόλογον δείγμα κωμικής αθυροστομίας. Ούτος ήτο σύγχρονος του Βοκκακίου, τον οποίον επροσπάθησε να μιμηθή εις τα «Κ α ν τ ο ρ β ε ρ ι α ν ά Δ ι η γ ή μ α τ ά τ ο υ». Περιττόν μετά τούτο να σας πληροφορήσω μέχρι τίνος βαθμού ηγάπα την ελευθερίαν της εκφράσεως, την οποίαν άλλως ησπάσθησαν πάντες κατά μάλλον και ήττον οι συμπατριώται του, όχι, μόνον εις τα κωμικά, αλλ' εις όλα εν γένει της φιλολογίας των τα προϊόντα. ο Marlow, ο Σαίξπηρ, ο Shadwel, ο Flecher,ο Butler, ο Γαρτ, ο Πρίωρ και ο Βωμόντ κατακρίνονται, υπ' αυτού του Βολταίρου ως καταχρασθέντες του τοιούτου αρτύματος· κατά δε τον Βύρωνα πάντες οι προ του Πωπ γράψαντες αγγλιστί, και μέγα μέρος των ποιημάτων αυτού του Πωπ πρέπει να καώσιν, αν θεωρηθή ως θανάσιμον αμάρτημα η αθυροστομία. Ολίγον μετά ταύτα ο Λαυρέντιος Στερν, όστις ήτο και εφημέριος, απολογούμενος προς κυρίαν τινά, επιπλήττουσαν αυτόν διά την επικρατούσαν εις το αριστούργημα του «Tristam Shandy» ελευθερίαν παρωμοίαζε το έργον του προς το διετές τέκνον της σεμνής ταύτης Αγγλίδος, το οποίον κυλιόμενον επί του τάπητος απεκάλυπτεν εν πάση αθωότητι και άνευ τινός κακού σκοπού όλα του τα μέλη. Συγχρόνως σχεδόν ο Swift, ιερεύς και εκείνος, συνέγραψε την πολύκροτον πολιτικήν του σάτυραν «Α ι π ε ρ ι η γ ή σ ε ι ς τ ο υ Γ ι ο υ λ ι β έ ρ ο υ, από της οποίας ο Γάλλος μεταφραστής έκρινε καλόν ν’ αποκόψη « π α ν τ ο δ υ ν ά μ ε ν ο ν ν α π ρ ο σ β ά λ λ η τ α σ ε μ ν ά ώ τ α τ η ς ν ε ο λ α ί α ς,» πάντα δηλ. τα κέντρα και όλον το άλας του συγγράμματος, το οποίον ούτω καθαρισθέν υπό του σεμνού μεταφραστού ομοιάζει τον μαδημένον του Διογένους πετεινόν, ως δύνασθε να πληροφορηθήτε και εκ της εις την καθαρεύουσαν γλώσσαν μας μεταφράσεως.
Περί των Ισπανών ολίγα έχω να σας είπω, μη γνωρίζων την γλώσσαν των. Καθ' όσον όμως δύναμαι να συμπεράνω εκ των μεταφράσεων, ουδέ του τόπου εκείνου οι σατυρικοί είχον ανακαλύψει τον τρόπον να γελώσι με κλειστόν στόμα. Ο «Δ ο ν Γ ο υ σ μ ά ν,» ο «Λ α ζ α ρ ί λ λ ο ς» και ο «Χ ω λ ό ς Δ ι ά β ο λ ο ς» είναι μεταφράσεις ή μιμήσεις Ισπανικών διηγημάτων, των οποίων το κωμικόν άλας, αν και ελειοτριβήθη οπωσούν από τους μεταφραστάς, μένει ουχ ήττον αρκετά χονδρόν. Τους δε Γερμανούς και Ολλανδούς παρέλειψα, διότι κατά την εποχήν εκείνην δεν είχον ακόμη φιλολογίαν, αλλά μόνον σχολιαστάς και λογίους γράφοντας λατινικά, τον Βόσσιον, τον Έρασμον, τον Σκαλίγερον, τον Σκριβέριον, τον Λίψιον και λοιπούς. Μη τύχη όμως και νομίσητε, αξιότιμε κ. εκδότα, ότι ούτοι αποτελούσιν εξαίρεσιν του γενικού κανόνος· απεναντίας έχοντες νυχθημερόν εις χείρας τον Πέρσιον, Πετρόνιον και Τουβενάλην, εμιμούντο μετά τοσαύτης επιτυχίας τους σεμνούς τούτους Λατίνους εις τα σατυρικά φυλλάδια, τα οποία ετόξευον ο είς κατά του άλλου, ώστε κατά την έφρασιν δεν ενθυμούμαι τίνος θεολόγου «απορεί τις πως δεν εκοκκίνιζεν από την εντροπήν το χαρτίον, επί του οποίου εγράφοντο τοιαύται αισχρότητες». Επί της τραπέζης μου έχω μίαν συλλογήν «Festivum Opusculum» ήτοι Π α ρ έ ρ γ ω ν, τα οποία έγραφον οι τότε λογιώτατοι εις τας ώρας της αργίας των. Εις αυτήν περιέχεται το «Ε γ κ ώ μ ι ο ν τ ο υ ό ν ο υ», ο «Έ π α ι ν ο ς τ η ς ψ ε ί ρ α ς» η «Δ ι α φ θ ο ρ ά τ ο υ α ι ώ ν ο ς» και άλλα τινά opuscula, αποδεικνύοντα με πόσην ευλάβειαν ηκολούθησαν οι σοφοί εκείνοι άνθρωποι, τα ίχνη του Αριστοφάνους και Μαρτιαλίου.
Πολύ επεθύμουν, κ. εκδότα, να συμπληρώσω την συλλογήν μου αναφέρων ολίγα τινά παραδείγματα και εκ της ανατολικής φιλολογίας· αλλ' ούτε τας ασιανάς διαλέκτους εννοώ ούτε κατέχω ως οι συνάδελφοί σας την πολύτιμον τέχνην να ομιλώ περί πραγμάτων, τα οποία δεν έμαθα. Κατά την γνώμην όμως των φιλολόγων οι γυμνοτράχηλοι εκείνοι «Μ ι λ ή σ ι ο ι Μ ύ θ ο ι» των προγόνων μας εισήχθησαν εκ της ανατολής εις την Ελλάδα· εκτός δε τούτων έχομεν και τους «Μ ύ θ ο υ ς τ η ς Χ α λ ι μ ά ς,» οίτινες ως συναρμολόγημα ινδικών, περσικών και αραβικών παραδόσεων εκπροσωπούσι το πνεύμα ολοκλήρου της Ανατολής. Αλλ' ουδ’ ούτοι, καίτοι καθορισθέντες οπωσούν υπό του μεταφραστού (111) , δύνανται να θεωρηθώσιν ως σεμνοί· ο δε σημερινός αντιπρόσωπος της ανατολικής ευθυμίας, ο περιβόητος Κ α ρ α γ κ ι ό ζ η ς, δεν παραχωρεί εις κανένα την δάφνην της ελευθέρας εκφράσεως. Ταύτα πάντα με παρακινούσι να υποθέσω ότι ουδ’ οι οπαδοί του Βράμα και του Μωάμεθ εθεώρουν ως περιττήν την αθυροστομίαν εις τους κωμικούς· τι δε φρονούσι περί τούτου οι Κάφροι, οι Παταγόνες, οι Εσκιμώοι και οι Οτεντότοι Θέλομεν μάθει οπόταν εκδοθώσι κριτικαί μελέται περί της φιλολογίας των εθνών εκείνων, τα οποία καθώς διακρίνονται των άλλων κατά το χρώμα και το ανάστημα, πιθανόν και κατά τους κανόνας της καλαισθησίας να διαφέρωσιν. Αλλ' έως τότε συγχωρήσατε με να πιστεύω, αξιότιμε κ. εκδότα, ότι ο κανών τον οποίον ανέφερα εν αρχή της παρούσης μου, ότι δηλ. η αθυροστομία είναι αναγκαία εις την σάτυραν ως τα πτερά εις τα πτηνά, κατά τούτο διαφέρει των άλλων κανόνων ότι δεν δέχεται εξαιρέσεις.
Εις την γενικήν ταύτην επιθεώρησιν των από κτίσεως κόσμου μέχρις ημών σατυρογράφων επροχώρησα με μεγάλην βίαν, βαδίζων ως οι θεοί του Ομήρου, οίτινες έκαμναν δύο βήματα και κατά το τρίτον ευρίσκοντο εις τα πέρατα της οικουμένης, και ως εκ τούτου ούτε χωρία ούτε παραπομπάς επρόφθασα να σημειώσω, λυπούμενος τον τύπον, τον κόπον και τον καιρόν, τον ιδικόν σας και τον ιδικόν μου. Έπειτα οι συγγραφείς, τους οποίους ανέφερα, ανήκουσιν όλοι μάλλον ή ήττον εις άλλην εποχήν, οι δε συνάδελφοί σας ενδέχεται να παρατηρήσωσιν, ότι όσα εσυγχωρούντο τότε ονομάζονται σήμερον α τ ι μ ω τ ι κ ά. Πιθανόν να έχωσι δίκαιον· η αλήθεια εξέρχεται πολλάκις εκ του στόματος των απλών· εις δε τον αιώνα τούτον των Θαυμάτων, καθ' ον ευρήκαμεν τον τρόπον να πλέωμεν χωρίς πανία, να τρέχωμεν χωρίς άλογα και να γράφωμεν χωρίς μελάνην δεν είναι παράδοξον ν' ανεκάλυψαν και οι σατυρικοί τον τρόπον να γελώσι χωρίς ν’ ανοίγωσι το στόμα. Αλλά πριν αποφασίσω περί τούτου, νομίζω αναγκαίον να εξετάσωμεν ολίγους τινάς και του παρόντος αιώνος σατυρικούς συγγραφείς. Επειδή όμως η επιστολή μου κατήντησε μακροτέρα φθινοπωρινής νυκτός, αφίνων την εξέτασιν ταύτην διά την ακόλουθον διατελώ, κ. εκδότα
Πρόθυμος δούλος σας
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΥΡΛΗΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ Γη
Αγρίνι 20 Μαΐου 1866
Αξιότιμε κ. εκδότα της «Αυγής»,
Αν η γεροντική μου μνήμη δεν με απατά, διέκοψα την τελευταίαν μου, ενώ επρόκειτο να εξετάσωμεν μήπως μεταξύ των άλλων ανακαλύψεων του θαυματουργού αιώνος μας, έτυχε ν' ανακαλύψωσι και οι σατυρικοί, τον τρόπον να κατασκευάζωσι σατύρας χωρίς αθυροστομίαν, σκορδαλιάν δηλ. χωρίς σκόρδον. Αλλ' αφού έτυχε και πάλιν ο λόγος περί σκορδαλιάς, συγχωρήσατε μου να σας διηγηθώ εν είδει ανεκδότου επεισοδίου, ή παρεκβάσεως, ως έλεγε ο Κουριέρος, τι μου συνέβη προ μερικών ετών.
Ήτο ημέρα Παρασκευή, ώρα μεσημέρι και έβρεχε δυνατά· εξεδίπλονα την π ε σ έ τ α μου (αγνοώ πως λέγεται, το πράγμα εις την καθαρεύουσαν), διά να καθίσω εις το τραπέζι, ότε αιφνηδίως ανοίγεται με κρότον πολύν η θύρα του δωματίου και αντικρύ μου βλέπω μίαν αρχόντισσαν υψηλήν, ξανθήν, ωραίαν, αν και ολίγον λασπωμένην. Η απροσδόκητος αυτή επίσκεψης ήτον η κόμησσα Θ . . ... (δεν σας γράφω ολόκληρον το όνομά της διότι είναι πολύ γνωστόν), Αγγλίς κατά τα τρία τέταρτα και ιδιότροπος κατά τα τέσσαρα, ταξειδεύουσα έφιππος εις τα μέρη μας διά να γνωρίση την Ελλάδα και καταφυγούσα εις το σπίτι μου για ν' αποφύγη την βροχήν. Αφού εξήρανε οπωσούν τα ενδύματά της εις την θερμάστραν, με ειδοποίησε γελώσα ότι δεν είχεν ακόμη προγευματίσει. Φαντασθήτε την στενοχωρίαν μου! Ήτον, ως σας είπα, Παρασκευή και, εις το ευσεβές τραπέζι μου δεν είχα παρά μόνον κοκκινογούλια και σκορδαλιάν. Από τα πρώτα δεν ηθέλησε να φάγη, λέγουσα ότι εις τον τόπον της τα δίδουν εις τους χοίρους· η σκορδαλιά όμως (τις ήθελε το πιστεύσει!) την ήρεσε πολύ. Έτρωγε και εζήτει και άλλην, κράζουσα από καιρόν εις καιρόν «Τι νόστιμον φαγητόν! κρίμα να βρωμά τόσον! δεν ημπορείτε να κάμετε σκορδαλιάν χωρίς σκόρδον;».
Δεν σας φαίνεται, κ. εκδότα, ότι οι κριτικοί της πρωτευούσης σας ομοιάζουν πολύ με την ιδιότροπον Αγγλίδα μου; Πάντες αναγιγνώσκουν με απληστίαν την «Ιωάνναν» και ορμαθίζουν κομβολόγια επιθέτων ανυμνούντες την ευτραπελίαν, την ανεξάντλητον ευφυίαν και τα άλλα προτερήματα του βιβλίου, «τ α ο π ο ί α τ ο υ ς κ ρ α τ ο ύ ν ε π’ α υ τ ο ύ ώ ρ α ς ο λ ο κ λ ή ρ ο υ ς ε κ μ υ ζ ώ ν τ α ς, τ α π ο λ λ ά θ έ λ γ η τ ρ ά τ ο υ,» ως λέγει η αξιότιμος εφημερίς σας, και έπειτα κατηγορούν αυτό διά το θράσος, την α θ υ ρ ο σ τ ο μ ί α ν, τ η ν α σ έ β ε ι α ν, κ α ι τ ο σ α ρ κ α σ τ ι κ ό ν π ν ε ύ μ α, απαράλλακτα ως η Αγγλίς μου την σκορδαλιάν διότι περιείχε σκόρδον.
Ενθυμείσθε, κ. εκδότα, την αμίμητον εκείνην ωδήν του Ανακρέοντος,
Φύσις κέρατα ταύροις,
Οπλάς δ' έδωκεν ίπποις, κλπ;
Τοιαύτην τινά διανομήν έκαμε και ο Απόλλων εις τους θιασώτας του. Οι επικοί, έλαβον την βαρύηχον σάλπιγγα, οι υμνογράφοι την θείαν έμπνευσιν, οι τραγικοί, τα δάκρυα, οι βουκολικοί, τους στεναγμούς του Ζεφύρου και των ποιμενίδων, οι ρήτορες τα σοφίσματα και οι ιστοριογράφοι, ολόκληρον το ανθρώπινον γένος ως βοράν· εις δε τους σατυρικούς, διά τους οποίους δεν έμενε πλέον τίποτε εις τον πάτον του καλαθιού, εδόθη ως αποζημίωσις η άδεια να παρηγορώνται, περιπαίζοντες τα πάντα. Την άδειαν ταύτην θέλετε ν' αφαιρέσετε από τους δυστυχείς τούτους αποκλήρους; Δεν τους λυπείσθε τους πτωχούς;
Εις την προλαβούσαν μου είδομεν πόσην χρήσιν και κατάχρησιν έκαμναν της αδείας ταύτης πάντες από κτίσεως κόσμου οι κωμικοί· τώρα δε πρόκειται να εξετάσσωμεν αν το προνόμιον τούτο εστερήθησαν ή παρήτησαν του αιώνος μας οι σατυρογράφοι· αν είναι δηλ. ή όχι η Ι ω ά ν ν α βιβλίον του τελευταίου ευρωπαϊκού συρμού.
Μεταξύ των πολλών θέλω εκλέξει, με την άδειαν σας, τον Γκαίτε, τον Αίνε, τον Βύρωνα, τον Musset και Βερανζέρον αντιπροσωπεύοντας την γερμανικής αγγλικήν και γαλλικήν φιλολογίαν, τας μόνας επιζώσας εις τον αιώνα μας, και πλην τούτου συγγραφείς μεγάλους, γνωστούς, των οποίων το όνομα έφθασεν ίσως και, εις αυτά των συναδέλφων σας τα ώτα, ανθρώπων τέλος πάντων, τους οποίους πας ο εξεύρων γράμματα έστω και νεοελληνικά εντρέπεται να ειπή ότι δεν γνωρίζει.
Αρχίζων από τον Γκαίτε ανοίγω εις σελ. 144 (Εκδ. Cotta Stuttg. 1854) τον Φ ά ο υ σ τ, το αριστούργημα τούτο της συγχρόνου σατυρικής ή μάλλον σατανικής ποιήσεως, και ευρίσκομαι επάνω εις την κορυφήν βουνού, όπου ο ερωτευμένος ήρως, εξηπλωμένος επί της υγράς χλόης ανοίγει εν εκστάσει τας αγκάλας εις τον ουρανόν, την γην, τον αέρα, τα άστρα, την σελήνην, και όσ' άλλα πράγματα έπλασεν ο Θεός εις διάστημα έξ ημερών. Αλλά την έκστασιν ταύτην διακόπτει αίφνης ο Μεφιστοφελής, το σατυρικόν πρόσωπον του δράματος, άνθρωπος θετικός, βλέπων τα πράγματα οποία είναι και ονομάζων αυτά με το όνομά των, όστις ίνα εξήγηση εις τι συνιστάται η έκστασις των εραστών παραδίδεται επί της σκηνής εις τας χειρονομίας εκείνας, δι' ων επράυνεν ο Διογένης τους ερωτικούς του πόθους, λυπούμενος, ότι δεν ηδύνατο με τον αυτόν τρόπον και την πείναν του να χορτάση. Μετά ταύτα προτείνει εις τον ήρωα να μεταβή πλησίον της φιλτάτης του, αντί να παραδίδηται ολομόναχος εις την διασκέδασιν εκείνην, «τ η ς ο π ο ί α ς τ ο ό ν ο μ α δ ε ν τ ο λ μ ά τ ι ς ν α π ρ ο φ έ ρ η ε ν ώ π ι ο ν τ ω ν σ ε μ ν ώ ν α ν θ ρ ώ π ω ν, ο ί τ ι ν ε ς δ ε ν δ ύ ν α ν τ α ι ν α ζ ή σ ω σ ι ν ά ν ε υ α υ τ ή ς.» Αλλ’ ο Φάουστ αποποιείται τας προτάσεις του ονομάζων αυτόν «Μ α σ τ ρ ω π ό ν!» εκείνος όμως, αντί να δυσαρεστηθή διά τον τίτλον, αποκρίνεται γελών: «Το ευγενές τούτο επάγγελμα μ ε τ ή λ θ ε κ α ι ο Θ ε ό ς, ό σ τ ι ς π λ ά σ α ς τ ο ν ά ν δ ρ α κ α ι τ η ν γ υ ν α ί κ α, π α ρ ε ί χ ε ν ε ι ς α υ τ ο ύ ς τ ό π ο ν κ α ι ε υ κ α ι ρ ί α ν ν α σ υ ν ε υ ρ ί σ κ ω ν τ α ι.»
Τι λέγετε, κ. εκδότα, περί της κωμικής ελευθερίας του κορυφαίου των Γερμανών ποιητών, τον οποίον οι κριταί του ποιητικού αγώνος συστήνουσιν ως πρότυπον εις τους νεοσσούς του Παρνασσού μας; Αλλ’ ας στρέψωμεν και άλλα τινά φύλλα.
Εν σελ. 181 ευρίσκομεν την τοσούτον θαυμασθείσαν σκηνήν των στριγγλών, εκ της οποίας παραθέτω δύο τετράστιχα γερμανιστί, διότι η υπερβάλλουσα κ υ ρ ι ο λ ε ξ ί α καθιστά αυτά αμετάφραστα:
Einst halt'ich einem wüstem traum;
Da sah'ich einem gespaltuem Baum.
Der hatt eit loch
So-es war, gefiel mir's dosk.
Ich biete meinem besten gruss
Dem ritter mit dem bferdefuss
Halt' er einem . . . . bereit
Wem er . . . . nicht scheut.
Τι δε να είπω περί των εις την αυτήν σκηνήν χαριεντισμών του Π ρ ω κ τ ο φ α ν τ α σ μ ί τ ο υ; Τι περί της Ελένης του κ ε ι μ η λ ί ο υ, «τ ο ο π ο ί ο ν ε π έ ρ α σ ε ν α π ό τ ό σ α ς χ ε ί ρ α ς, ώ σ τ ε ε ξ ε χ ρ υ σ ώ θ η» (Μέρος β', σελ. 81), τι περί της επί του Πηνειού σκηνής (σ. 133), καθ' ην ο ρηθείς Μεφιστοφελής, επιχειρήσας ως άλλος Ηρακλής να ομιλήση (κατά την αρχαίαν της λέξεως σημασίαν) με όλας κατά σειράν τας Λαμίας ευρίσκει την μίαν «ξ η ρ ά ν ω ς φ ρ ο κ α λ ο μ ά ν ι κ ο ν», την άλλην «σ α χ λ ή ν», άλλην «π ρ η σ μ έ ν η ν» και ούτω καθεξής. Τι άλλο να είπω τοιαύτα αναγινώσκων παρά μόνον, ότι ο πάνσοφος Γκαίτε υπετάσσετο κακείνος εις τον κανόνα της κωμικής ελευθεροστομίας;
Αλλά διά να μη τύχη και νομίσετε ότι τα ανωτέρω είναι ποιητικαί άδειαι ασυγχώρητοι εις τους πεζογράφους σπεύδω αμέσως να φυλλολογήσω και τον Ερρίκον Άινε , βασιλέα της συγχρόνου σατύρας.
Εν σελ. 277 του πολύκροτου Reisebilder (εκδ. Παρισ. 1863 τόμ. β) ευρίσκεται ο ακόλουθος ορισμός της «ε π ι κ ρ α τ ο ύ σ η ς θ ρ η σ κ ε ί α ς», την οποίαν ονομάζει, ο συγγραφεύς «τ ε ρ α τ ώ δ ε ς α π ο κ ύ η μ α τ ε χ θ έ ν ε κ τ η ς μ ο ι χ ε ί α ς τ ο υ κ ω μ ι κ ο ύ κ ρ ά τ ο υ ς μ ε τ ά τ η ς π ν ε υ μ α τ ι κ ή ς ε ξ ο υ σ ί α ς, η μ ί ο ν ο ν γ ε ν ν η θ ε ί σ α ν ε κ τ η ς σ υ ζ υ γ ί α ς τ ο υ ί π π ο υ τ ο υ Α ν τ ι χ ρ ί σ τ ο υ μ ε τ ά τ η ς ό ν ο υ τ ο υ Σ ω τ ή ρ ο ς». Εν σελ. 345 του α' τόμου έχομεν την ιστορίαν του επιδεσμοποιού εκείνου, όστις αναγιγνώσκων ακαταπαύστως την Γραφήν ωνειρεύετο την νύκτα ότι επεσκέπτοντο αυτόν η Σουσάνα, αι θυγατέρες του Λωτ, η Αγία Μαγδαληνή και αι άλλαι βιβλικαί ηρωίδες, η δε σύζυγός του αφρίζουσα εκ ζηλοτυπίας έδερεν αυτόν μέχρι αίματος, ίνα τον αποσπάση από τας αγκάλας «τ ω ν α μ φ ι β ό λ ω ν ε κ ε ί ν ω ν γ υ ν α ι κ α ρ ί ω ν». Εν σελ. 191 παρευρισκόμεθα εις άλλην σκηνήν, καθ' ην ο κ. Γουμπίλος καταπιών καθάρσιον και προσκληθείς έπειτα εις της φίλης του τον κοιτώνα «α ν τ ί ν α π ε ρ ά σ η τ η ν ν ύ κ τ α ε ι ς τ ο υ έ ρ ω τ ο ς τ ο ν θ ρ ό ν ο ν, ε π έ ρ α σ ε ν α υ τ ή ν ε π ί ά λ λ ο υ κ α θ ί σ μ α τ ο ς π ο λ ύ χ α μ η λ ό τ ε ρ ο υ» · ολίγον δε κατωτέρω (σελ. 327) αι «κ ό ρ α ι τ η ς υ γ ρ ά ς Ο λ λ α ν δ ί α ς κ α τ α κ ρ ί ν ο ν τ α ι ω ς μ α λ λ ι ν ο β ρ α κ ο φ ό ρ ο ι», και εν τη αυτή σελίδι απαντάται η φράσις « ω μ ό ν κ ρ έ α ς», η κοινή άλλως εις πάντας τους κωμικούς, ήτις τόσον εσκανδάλισε τους κριτικούς της πρωτευούσης σας. Τοιαύτη είναι η παρά τοις σατυρικοίς της Γερμανίας επικρατούσα ελευθερία· και διά να μη νομίσητε ότι αύτη είναι αποκλειστικόν προνόμιον των πέραν του Ρήνου κατοικούντων, υπερβαίνοντες ευθύς τον ποταμόν τούτον καταφεύγομεν εις Γαλλίαν, την κλασικήν χώραν της ευγενούς εκφράσεως.
Γνωρίζετε βεβαίως τον κλεινόν Βερανζέρον, τον οποίον συνώδευσαν προ ολίγων ετών εις την τελευταίαν του κατοικίαν εκατόν χιλιάδες Γάλλοι, θρηνούντες τον εθνικόν ποιητήν και γνήσιον αντιπρόσωπον της γαλλικής ευθυμίας· οι κριτικοί τον θεωρούσιν ως κλασικόν εις το είδος του, ώστε το κύρος αυτού, τιθέμενον εις την πλάστιγγα, είναι ικανόν ν' αντισταθμίση το βάρος όλων των κ. Καλαποδίων της κλεινής πρωτευούσης σας, οίτινες δεν ήθελον λείψει να ονομάσωσιν εις την γλώσσαν των α τ ι μ ω τ ι κ ο ύ ς τους εξής στίχους, ους έψαλλεν ενθουσιώδης ολόκληρος η Γαλλία:
Si, d'après a ce qu'on rapporte,
On baille au celeste sejour
Que le Diable nous emporte
Et nous rendrons gràce a Dieu.
ή το περίφημον άσμα της «Β α κ χ ί δ ο ς».
Verse encore, mais pourquois ces atours
Entre tes baisers et mes charmes
Ma pudeur ne connait plus d'alarmes, κτλ.
ή το της «Μ ά μ μ η ς» λεγούσης εις τας εγγονάς της
. . . . . . Un mari plus sensé
Eut pu connaitre a la coquille
Que l'oeuf était déjà cassé κτλ.
ή των «Ι ε ρ α π ο σ τ ό λ ω ν» ψαλλόντων εν χορώ.
Que tout le sexe enflammé
Nous chante un "a s d p e r g e s m e" κτλ.
και μυρίους άλλους στίχους τους οποίους παραλείπω ως υπέρ το δέον κυριολεκτικούς. Έλθωμεν εις τον Musset, το είδωλον τούτο της γαλλικής νεολαίας του οποίου οι στίχοι ευρίσκονται, εις την βιβλιοθήκην και την μνήμην όλων των Γαλλίδων. Εις την περίφημον. «Ώ δ ή ν ε ι ς τ η ν Σ ε λ ή ν η ν» αναγινώσκομεν τα εξής τετράστιχα,
Le pied dans sa pantoufle
Voilà l'époux tout pr3et
Qui souffle
Le bougeoir indiscet.
Ouf! dit-il, je travaille.
Ma bonne, et ne fais rien
Qui vaille
Tu ne te tiens pas bien κτλ.
Ο αυτός ποιητής μας δίδει κατωτέρω αξιόλογον ευκαιρίαν να εξακριβώσωμεν διά παραθέσεως και τον βαθμόν της ελευθερίας, την οποίαν νομίζουσι συγχωρητήν εις τα σατυρικά των έργα οι αριστοτέχναι της Γαλλίας, συγχρόνως δε την σ χ ε τ ι κ ή ν μετριότητα, μεθ' ης μετεχειρίσθη την ελευθερίαν ταύτην ο συγγραφεύς της «Ι ω ά ν ν α ς». Αλλ' ενταύθα είναι ανάγκη να παραθέσωμεν ολόκληρα τα παράλληλα χωρία. Εν σελ. 65 της «Π α π ί σ σ η ς» υπάρχει αποστροφή τις προς την αναγνώστριαν, την οποίαν (την αποστροφήν δηλαδή και όχι την αναγνώστριαν) εύρον τοσούτον άσεμνον οι κριτικοί της πρωτευούσης σας, ώστε έσπευσαν να σκεπάσωσι το πρόσωπον με αμφοτέρας τας χείρας. Το φοβερόν τούτο χωρίον αντιγράφομεν κατά λέξιν ως ακολούθως:
«Μη βιασθής να ερυθριάσης, σεμνή μου αναγνώστρια· ο σιδηρούς κάλαμος διά του οποίου γράφω την φιλαλήθη ταύτην ιστορίαν είναι αγγλικής κατασκευής, εκ των εργοστασίων του Σμιθ, και ως εκ τούτου σεμνός ως αι ξανθαί εκείναι Αγγλίδες, αίτινες ίνα μη ρυπάνωσι την παρθενικήν των εσθήτα, υψούσιν αυτήν μέχρι μέσης κνήμης δεικνύουσαι εις τους διαβάτας πλατείς πόδας εντός διπάτων σανδαλιών, ώστε ουδείς κίνδυνος ν' ακούσης παρ' εμού όσα
παρθένω λέγειν ου καλόν».
Ο δε Musset εις το διήγημα του «Ναμουνά» (Ασμ. α, στρ. 6) απολογούμενος προς την αναγνώστριαν, διότι, παρέστησεν ενώπιον αυτής ολόγυμνον τον ήρωά του και τον εαυτόν του με μόνον το υποκάμισον εκφωνεί:
Ma lectrice rougit et je la scandalise.
Et quel crime est-ce donc de se mettre à son aise
Quand on est tendrement aimée … et qu'il fait chaud?
On est si bien tout nu dans une large chaise!
Croyez m'en, belle dame, et ne vous en deplaise.
Si vous m'apparteniez voys y seriez bien tôt.
Vous en crieriez sans doute un peu, mais pas bien haut
Εύκολον ήτο να πολλαπλασιάσω επ' άπειρον τας παραθέσεις ταύτας· αλλ' ο καιρός μου λείπει και η αηδία με πνίγει, όταν αναγκάζομαι να καταβαίνω εις τοιαύτας οχληράς λεπτομερείας, διά ν' αποδείξω πράγματα και εις βλάκας ψηλαφητά. Τούτο μόνον σας παρακαλώ να πιστεύσητε, κ. εκδότα, ότι η γλυκανάλατος ρομαντική σεμνοτυφία παρήκμασεν εις Γαλλίαν, και αντ' αυτής ανίσταται το αρχαίον υγιές και ανυπόκριτον γαλατικόν πνεύμα. Οι απόγονοι του Ραβελαί ήρχισαν να ονομάζοσι και πάλιν την σκάφην σκάφην «γ ε λ ώ ν τ ε ς π ο λ λ ά κ ι ς ε ι ς τ η ν α ν ά γ ν ω σ ι ν τ ω ν π α θ η τ ι κ ω τ έ ρ ω ν σ τ ρ ο φ ώ ν τ ο υ Λ α μ α ρ τ ί ν ο υ» (Sainte Beuve Caus, τόμ. Ζ’, σελ. 424). Το σκήπτρον της γαλλικής φιλολογίας κρατεί σήμερον ο Αβού, πρώτος εξάδελφος του Λουκιανού, τα «Ρ η μ η ν ι α κ ά δ ι η γ ή μ α τ α» αριθμούσιν εις πέντε έτη δέκα εκδόσεις και εις τα ανάκτορα του Ναπολέοντος παριστάνεται το «Μ ε σ ο φ ο ύ σ τ α ν ο ν» (Cotillon), αριστοφάνειος κωμωδία του μακαρίτου Μορνύ· οι δε στεναγμοί, και αι ακτίνες της σελήνης απέθαναν, ετάφησαν ή, ως έλεγεν ο Άινε , «ε β α λ σ α μ ώ θ η σ α ν» προς χρήσιν των μουσείων (112) .
Ας έλθωμεν τώρα εις τον Βύρωνα, τον ένδοξον φιλέλληνα, εις του οποίου το όνομα και υμείς, κ. εκδότα, και όλοι υμών οι συνάδελφοι αφαιρούν, νομίζω τους πίλους, τους σκούφους, τα φέσσια ή ό,τι, άλλο φορούσιν επί της σοφής κεφαλής των. Πιθανόν να ηκούσατε ότι ο φιλέλλην ούτος ήτο συγχρόνως και μέγας ποιητής, συνθέσας μεταξύ των άλλων και το σατυρικόν ποίημα «Δ ο ν Ζ ο υ α ν», θεωρούμενον ως το ευφυέστερον των όσα από καταβολής κόσμου εγράφησαν βιβλία. Αλλά κατά την ελευθερίαν της εκφράσεως εις ουδέν άλλο παραχωρεί τα πρωτεία. Αποσπάσματα εξ αυτού δεν παραθέτω ενταύθα, διότι το ς' εδάφιον του Ζ' κεφ. του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου μοι φαίνεται απαγορεύον να παρατίθενται βυρώνειοι στίχοι εις τους συναδέλφους σας, και έπειτα φοβούμαι μήπως τα χωρία ταύτα, αφαιρούμενα από τον τόπον των ή παρεξηγούμενα, δώσωσιν εις αυτούς αφορμήν να νομίσωσιν ότι, συγγενεύει ο Βύρων με τον Πιρόν και τον Παρνύ, ο κύκνος με τους κόρακας. Τούτο δε μόνον σας λέγω, ότι ο Αγγλος ποιητής, του οποίου το κύρος και ως κριτικού είναι μέγα, ενόμιζε την ελευθερίαν της εκφράσεως εκ των ων ουκ άνευ εις τα σατυρικά έργα. Παρακαλούμενος υπό του εκδότου να συγκαλύψη οπωσούν τα γυμνότερα του ποιήματος μέρη απεκρίνετο εις αυτόν: «Η ψ υ χ ή τ ω ν τ ο ι ο ύ τ ω ν έ ρ γ ω ν έ γ κ ε ι τ α ι ε ι ς τ η ν τ ο ι α ύ τ η ν π α ρ α λ υ σ ί α ν (license) ά ν ε υ τ η ς ο π ο ί α ς ε ί ν α ι ε π ί σ η ς α δ ύ ν α τ ο ν ε ι ς τ ο ν π ο ι η τ ή ν ν α π α ρ α δ ο θ ή ε ι ς τ η ν β ω μ ο λ ό χ ο ν ε υ θ υ μ ί α ν τ ο υ (boufonnery) ό σ ο ν ε ι ς τ ο ν Α μ λ έ τ ο ν ν α υ π ο κ ρ ί ν ε τ α ι τ ο ν τ ρ ε λ λ ό ν μ ε δ ε μ έ ν α ς χ ε ί ρ α ς· αμφότεροι θα ήσαν στενοχωρημένοι και γελοίοι». Και εις άλλην επιστολήν. «Τ ο κ ω μ ι κ ό ν μ ο υ π ο ί η μ α δ ε ν ε γ ρ ά φ η δ ι ά ν α ψ ά λ λ ε τ α ι ε ι ς τ α ς ε κ κ λ η σ ί α ς· α ν ε ί ν α ι π ν ε υ μ α τ ώ δ ε ς (lively), θ α ε π ι τ ύ χ η, α ν ε ί ν α ι ά ν ο σ τ ο ν, θ α ν α υ α γ ή σ η. Όλα τα άλλα (αι παρατηρήσεις δηλ. του εκδότου περί ηθικής, σεμνότητος κτλ), ε ί ν α ι κ ο λ ο κ ύ θ ι α (cuir et pruns elle) τ α ο π ο ί α ο ύ τ ε π ρ ο σ θ έ τ ο υ ν ο ύ τ ε α φ α ι ρ ο ύ ν τ ί π ο τ ε α π ό τ η ν α ξ ί α ν β ι β λ ί ο υ (113) ».
Και σημειώσατε παρακαλώ, κ. εκδότα, ότι όταν έγραψεν ο Βύρων τα ανωτέρω, δεν ήτο πλέον ο θρασύς εκείνος και ιδιότροπος νεανίας, ο μεθύων εις κρανίον νεκρού και ζητών από τους ακαδημαϊκούς της Καμβρίδγης δίπλωμα διδάκτορος διά την άρκτον του, αλλ' ανήρ εις όλην της ανδρικής φρονήσεως την ακμήν. Ο «Δ ο ν Ζ ο υ ά ν» δεν είναι νεανικόν αμάρτημα, αλλά το κύκνειον άσμα ωρίμου ποιητού, καταθέτοντος ήδη τον κάλαμον ίνα τρέξη ν' αποθάνη υπέρ ημών. Και αληθές μεν είναι, ότι η συμμορία των πουριτανών, η αγέλη των νεροβράστων ηθολόγων και τα κοπάδια των χηνών, τας οποίας είχε μαδήσει εις την προηγουμένην του σάτυραν, εζήτησαν αμέσως να πνίξωσι το ποίημα και τον ποιητήν εις « ω κ ε α ν ό ν β α π τ ι σ μ έ ν ο υ γ ά λ α κ τ ο ς », ως ωνόμαζε γελών τας επικρίσεις των. Άγιοι Καρυστίας «Α σ τ έ ρ ε ς τ η ς Α ν α τ ο λ ή ς» και καλαπόδια έχοντα ως η όνος του Βαλαάμ το χάρισμα του λόγου, ευρίσκονται πανταχού· αλλ' αντικρύ αυτού ιδέτε την χορείαν των ενδόξων κριτικών, οίτινες έμπροσθεν του αριστουργήματος τούτου πάλλουσι γονυπετείς τα θυμιατήρια των! Ο μέγας Γκαίτε δεν έχει λέξεις ικανάς προς έπαινον του «Δ ο ν Ζ ο υ ά ν», του οποίου επιχειρεί αμέσως την μετάφρασιν· ο Βιλεμαίνος ουδ' εις την αρχαίαν φιλολογίαν ευρίσκει με τι να το συγκρίνη· ο Άινε , Sute Beuve και λοιποί δεν αφίνουσί ποτε την ευκαιρίαν να ομιλήσωσι περί αυτού· και εγώ αυτός, κ. εκδότα, αν και πλησιάζω τους εβδομήκοντα, ευρισκόμενος εις διασκέδασιν την πρώτην Μαΐου και εξηγών εις μερικά παλληκάρια, συναγμένα περί την πυράν, επί της οποίας εψήνετο το αρνίον, το εις το τέταρτον άσμα τον «Δ ο ν Ζ ο υ ά ν» επεισόδιον της Χάιδως,
Now pillow'd cheek to cheek, in loving sleep
Haidée and Juan their siesta took,
τοσούτον παρεσύρθην από την ανάγνωσιν εκείνην, ώστε άφισα να καή το ένα μου ποδάρι, το ξύλινον κατά καλήν μου τύχην.
Αλλ’ ο δαίμων της μωρολογίας με παρέσυρε και πάλιν εις παρεκβάσεις, ενώ ο μόνος σκοπός της παρούσης μου ήτο να σας πληροφορήσω ότι καθώς οι αρχαίοι, ούτω και του αιώνος μας οι σατυρικοί νομίζουν την αθυροστομίαν αναγκαίαν εις τα συγγράμματά των. Η μόνη μεταξύ αυτών διαφορά είναι ότι σήμερον δεν ονομάζουσι πλέον με το όνομά των τα μέλη του ανθρωπίνου σώματος· καθ' όλα όμως τ'άλλα είνε απαράλλακτοι, και εξαίρεσις του κανόνος τούτου δεν υπάρχει καμμία. Δεν ενθυμούμαι ποίος φιλόσοφος, θέλων ν' αποδείξη εις βασιλέα τινά της Ασίας ότι είχεν άδικον να βλασφημή τους θεούς διότι έχασε τον υιόν του, εζήτησε παρ' αυτού να εύρη εις τα απέραντα κράτη του τρεις μόνον ανθρώπους μη δοκιμάσαντας θλίψιν, των οποίων τα ονόματα χαρασσόμενα επί του τάφου του μακαρίτου έμελλον αμέσως να τον αναστήσωσιν εκ νεκρών. Εγώ δε όχι τρεις, αλλ' ένα μόνον αν εύρωσιν οι συνάδελφοί σας σατυρικόν συγγραφέα μη αθυρόστομον, είμαι ολοπρόθυμος να τους ονομάσω Αριστάρχους, μη εξαιρουμένου ουδ' αυτού του κ. Καλαποδάκη. Αν οι κύριοι ούτοι έλεγαν ότι το βιβλίον τούτο ήτο άνοστον, δεν θα είχα τίνα είπω, παρά μόνον ότι ο συγγραφεύς της «Ιωάννας», θελήσας να ιππεύση τον τρελλόν Πήγασον του Αριόστου έπεσε κάτω και ελασπώθη. Αν έλεγαν ως ο κ. Κουμανούδης εις έκθεσιν τίνα του ποιητικού διαγωνισμού, δεν ενθυμούμαι ποίου έτους, ότι δεν θέλουν «σ α τ υ ρ ι κ ά β ι β λ ί α δ ι ό τ ι έ γ κ ε ι τ α ι ε ι ς τ η ν φ ύ σ ι ν τ ω ν ν α π ε ρ ι έ χ ω σ ι κ α κ ά π ρ ά γ μ α τ α», θα εθαύμαζα την σεμνότητά των αλλά ν' ανυμνώσι την «Ιωάνναν» ως ευφυέστατον και νοστιμώτατον βιβλίον, και έπειτα να κατηγορώσιν ως άσεμνον, είρωνα και σαρκαστικόν τον συγγραφέα, ομολογούντα απερικαλύπτως εις το προοίμιόν του ότι ηκολούθησε τα ίχνη του Άινε και του Βύρωνος, τούτο ούτε να το εννοήσω δύναμαι ούτε να το χωνεύσω· είναι το αυτό πράγμα ως να εκατηγόρουν ευσεβή καθολικόν ότι κάμνει τον σταυρόν του με τα τέσσαρα δάκτυλα, χορεύτριαν ότι δεικνύει τας κνήμας της, ταύρον διότι έχει κέρατα ή ιεροκήρυκα διότι λέγει ανοησίας.
Εις την ανωτέρω μακράν επιθεώρησιν πάντων των απ' αρχής κόσμου μέχρι σήμερον σατυρογράφων παρατηρήσατε, παρακαλώ, κ. εκδότα, ότι δεν σας ανέφερα ουδέν ύποπτον ή δύσφημον όνομα, ούτε τον Μεούρσιον, ούτε τον Αρετίνον, ούτε τον Παρνύ, ούτε τον Καζανόβαν αλλ' απεναντίας εξ εκάστης χώρας και εποχής τους κορυφαίους, τον Λουκιανόν, τον ιερόν Αυγουστίνον, τον Αριόστον, τον Σαίξπηρ, τον Μολιέρον, τον Στέρνην τον Μοντέσκιον, τον Γκαίτε και όσους άλλους ολόκληρος η ανθρωπότης σέβεται και θαυμάζει· παρατηρήσατε ακόμη ότι εις την ένδοξον ταύτην χορείαν ουδεμία ως προς την ελευθερίαν της εκφράσεως εξαίρεσις υπάρχει, αλλ' ο περί αυτής κανών εθεωρήθη ως απαράβατος υπό ανδρών, οίτινες έζησαν εις διαφόρους εποχάς και απέχοντας τόπους, χωριζόμενοι απ’ αλλήλων υπό ωκεανών και αιώνων, διαφέροντες κατά την θρησκείαν, τα ήθη, τα έθιμα, και την γλώσσαν και κατά τούτο συμφωνούντες. Ζυγίσατε ακριβώς πάντα ταύτα, κ. εκδότα, και αποφασίσετε έπειτα εις ποίον βαθμόν αγραμματοσύνης πρέπει να έφθασέ τις, διά να εκπλαγή ευρίσκων εις σατυρικόν έργον βωμολοχίας.
Πολλάς ημέρας επονοκεφάλησα διά να συμβιβάσω τας διαφόρους κρίσεις, τους επαίνους και τας ύβρεις του αθηναϊκού τύπου περί της «Ιωάννας», χωρίς να δυνηθώ να το κατορθώσω. Προχθές όμως έμαθα από τον ανεψιόν μου επιστρέψαντα από τας Αθήνας, όπου σπουδάζει την νομικήν, και τα ονόματα μερικών αρθρογράφων, τα οποία με εβοήθησαν εις την λύσιν του αινίγματος. Οι κριτικοί ούτοι, δύνανται, να διαιρεθώσιν εις δύο τάξεις, εις σκανδαλισθέντας δηλ., και μη σκανδαλισθέντας. Μεταξύ των πρώτων διαπρέπουσιν και οι κύριοι Γιαννόπουλος, Αναγνωστόπουλος, Καλαποδάκης, και όσοι άλλοι, δεν ενθυμούμαι, μεταξύ των δευτέρων, φίλων δηλ. της Ιωάννας, παρατηρώ τους κυρίους Γουστάβον Φλουρένς, Σούτσον, Μαυρογιάννην, Ειρ. Ασώπιον, την «Ο μ ό ν ο ι α ν» της Ζακύνθου κτλ. Ούτε τους πρώτους ούτε τους δευτέρους έχω την τιμήν να γνωρίζω προσωπικώς· καθ' όσον όμως ημπορώ να συμπεράνω από τας καταλήξεις των ονομάτων των ο μεν κ. Φλουρένς και λοιποί ανήκουσιν εις τον ευρωπαϊκόν, φαναριώτικον, επτανησιακόν, εις το ετερόχθον τέλος πάντων στοιχείον της πρωτευούσης σας, ενώ οι καταλήγοντες εις π ο υ λ ο ς, αν τα ονόματά των δεν λέγουν ψεύματα, είναι γνήσιοι Μωραΐται, και ως εκ τούτου έχουσι μέγα δίκαιον να κατηγορώσιν ως γυμνοτράχηλον την «Ιωάνναν». Διά να εννοήσετε καλλίτερα την ιδέαν μου συγχωρήσατε μοι, κύριε εκδότα, να σας διηγηθώ έν τελευταίον ανέκδοτον. Ο Ιησούς ωμίλει διά παραβολών και απολόγων, διά να τον εννούν οι χονδροκέφαλοι Ιουδαίοι· η μέθοδος αύτη μου φαίνεται καλή και διά τους Έλληνας εφημεριδογράφους· αντί όμως απολόγου θα σας διηγηθώ εγώ το εξής αληθές και πρόσφατον γεγονός. Προ μερικών ετών η πριγκήπισσα Σολμ, ευγενής κυρία της αυλής του Ναπολέοντος Γ' και ολίγον εξαδέλφη του, μεταβάσα χάριν της υγείας εις Ελβετίαν, ευρίσκετο εις απόκεντρόν τινα κωμόπολιν του Ουντερβάλτ. Οι κάτοικοι του μέρους εκείνου, περικυκλούμενοι από υψηλά βουνά διεφύλαξαν μέχρι σήμερον τα απλά και ενάρετα ήθη των προγόνων των· νυμφεύονται νέοι, την ημέραν κάμνουν ωρολόγια και την νύκτα παιδία, κατά δε τας μεγάλας εορτάς χορεύουν εις την αυλήν αρχαίου τινός αρχοντικού πύργου. Η άνω ρηθείσα δέσποινα λαβούσα, κατά δυστυχίαν της, την περιέργειαν να παρευρεθή εις μίαν των εσπερινών εκείνων διασκεδάσεων, μετέβη εκεί ενδυμένη ή μάλλον γυμνωμένη κατά τον τελευταίον συρμόν των Παρισίων και όλου του κόσμου. Αλλ' εις την θέαν των γυμνών εκείνων ώμων αι καλαί εκείναι επαρχιώτισσαι, αι οποίαι εις μόνους τους συζύγους των εδείκνυον τους ιδικούς των, ωπισθοδρόμησαν μετά φρίκης υπολαμβάνουσαι την κ. Σολμ ως εταίραν, διότι ήτο . . . γυμνοτράχηλος. Τι δηλοί ο μύθος περιττόν νομίζω να εξηγήσω, κ. εκδότα. Εις την επομένην μου θα σας ομιλήσω αποκλειστικώς περί Η θ ι κ ή ς. Εν τούτοις σας μετασπάζομαι και μένω.
Πρόθυμος δούλος σας.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΥΡΛΗΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ Δη
Αγρίνι 29 Μαΐου 1866.
Αξιότιμε κ. εκδότα της «Αυγής»
Διά των προηγουμένων μου περιωρίσθην απλώς εις το να καταστήσω όσον ηδυνάμην ψηλαφητόν ότι όλοι ανεξαιρέτως πάσης εποχής και παντός τόπου οι σατυρικοί υπήρξαν αθυρόστομοι, άσεμνοι και σαρκαστικοί· ώστε ή πρέπει να εξορίσωμεν την σάτυραν εκ της κοινωνίας, ως ο Πλάτων τους ποιητάς, ή να την παραδεχθώμεν με τα ελαττώματά της, άτινα είνε αναπόσπαστα απ' αυτής, ως αι άκανθαι από τα ρόδα. Ίσως μοι παρατηρήσετε ότι ο Άγ. Μεράρδος εύρεν επί της κορυφής των Άλπεων ρόδα χωρίς ακάνθας· αλλ' ούτε εγώ είδον τα ρόδα ταύτα ούτε υμείς, νομίζω, κ. εκδότα· ώστε την παρομοίωσίν μου επιμένω θεωρών ως λίαν κατάλληλον.
Μένει τώρα να ίδωμεν αν η σάτυρα, τοιαύτη ούσα, άσεμνος, ακανθώδης και κακεντρεχής συμφέρη ή όχι να εξοστρακισθή από την πολιτείαν των γραμμάτων, ο δε Εκκλησιαστής ο Αριστοφάνης, ο Λουκιανός, ο Βύρων και ο Μολιέρος να παραδοθώσιν εις τας φλόγας, «ω ς λ ο ι μ ώ δ ε ι ς, φ θ ο ρ ο π ο ι ο ί, έ χ ι δ ν α ι κ α ι κ α κ ο ύ ρ γ ο ι», κατά τας ευαγγελικάς εκφράσεις της Ιεράς Συνόδου μας. Αλλά πριν αποφασίσωμεν περί τούτου είναι ανάγκη, κ. εκδότα, να σας κάμω ολίγην φιλοσοφίαν.