Πριν επιθέσω τέλος εις τα ήδη μακρά ταύτα προλεγόμενα έπρεπεν ίσως, γράφων εν Ελλάδι, ν' απολογηθώ και διά την πολλαχού του βιβλίου μου επικρατούσαν ελευθερίαν, ότι δηλ. ωνόμασα ενίοτε τα πράγματα διά του ονόματος αυτών, αντί να καταφύγω εις τας περιφράσεις εκείνας δι’ ων οι σεμνοί συγγραφείς σκεπάζουσι τας ασέμνους εννοίας των, ως οι πρώτοι ημών γονείς διά φύλλων συκής την γυμνότητά των. Τούτο ηδυνάμην ευκόλως να κατορθώσω αντιγράφων τας φιλολογικάς θεωρίας, όσας ο Βολταίρος, ο Βύρων, ο Κάστης και οι άλλοι προέταξαν των τοιούτων βιβλίων των. Αλλά κατά την γαλατικήν παροιμίαν comparaison n’est pas raison, και έπειτα βαρύνομαι την ταυτολογίαν. Τούτο δε μόνον λέγω, ότι την ελευθερίαν ταύτην εθεώρησα αναγκαίαν και φυσικήν εις το είδος της διηγήσεώς μου ως το άλας εις την θάλασσαν. Ο αναγνούς την Α υ ρ η λ ι α ν ή ν Π α ρ θ έ ν ο ν, τον Δ ο ν Ζ ο υ ά ν ή τους Ιταλούς ποιητάς της ις' εκατονταετηρίδος δεν θέλει βεβαίως κατηγορήσει ως υπέρ το δέον γυμνοτράχηλον την Ι ω ά ν ν α ν, ο δε γνωρίζων τον μεσαιώνα, ο εγκύψας εις τους Χρονογράφους, τα Συναξάρια και τους Πατέρας της Εκκλησίας, θέλει εξάπαντος ομολογήσει ότι προς τα συγγράμματα αυτών παραβαλλόμενον το ανά χείρας ομοιάζει την παρθένον εκείνην, ην ωνειρεύετο ο Άγ. Βασίλειος «ισταμένην ως σεμνόν άγαλμα επί του μαρμαρίνου υποβάθρου της παρθενίας, ακίνητον προς πάσαν φαντασίαν ή επαφήν».
Βαρύτερον αμάρτημα θέλει βεβαίως μοι καταλογισθή παρά πολλών η τόλμη μεθ’ ης ανακινώ τον εκκλησιαστικόν βόρβορον του μεσαιώνος παρά τε τοις Δυτικοίς και εν Βυζαντίω, παρεκτρεπόμενος ενιαχού και εις παρεκβάσεις περί της παρούσης καταστάσεως της Εκκλησίας μας· αλλ’ ο αμερόληπτος αναγνώστης του βιβλίου μου περί τούτου τουλάχιστον θέλει πεισθή, ότι ουδ' ίχνος πολεμικής τάσεως υπάρχει εν αυτώ. Τα αίσχη των Φράγκων και των Ανατολιτών εκτίθενται μετά της αυτής απαθούς αμεροληψίας, αι οπτασίαι των μεσαιωνικών θεολόγων και τα όνειρα των γερμανών καθηγητών εμπαίζονται μετά της αυτής προθυμίας. Οπουδήποτε εύρισκον το δυνάμενον να παράσχη αφορμήν γέλωτος εδραττόμην αυτού, αδιαφορών αν εις μοναστήριον υπεκρύπτετο ή εις ακαδημίαν, υπό το ράσον μοναχού ή τον τρίβωνα φιλοσόφου. Αι από κτίσεως κόσμου μέχρις ημών θρησκευτικαί ή φιλοσοφικαί παραδοξολογίαι εκτίθενται μετά της αυτής απαθείας, μεθ’ ης σημειοί ο θαλασσοπόρος την διεύθυνσιν των ανέμων εν τω ημερολογίω του. Ο Άγ. Βασίλειος, ο Πασχάλης, και ο Σατωβριάνδος υπερήσπισαν τον χριστιανισμόν· ο Λιβάνιος, ο Βολταίρος και ο Στράους επετέθησαν κατ' αυτού εν ονόματι της ανθρωπότητας ή της φιλοσοφίας· πάντες δ’ έγραψαν μετά πάθους και, ως ισχυρίζονται οι ίδιοι, μετά πεποιθήσεως εις τας θρησκευτικάς ή φιλοσοφικάς αρχάς των. Αλλ’ οσάκις αναγινώσκω οιονδήποτε περί τοιαύτης ύλης μ ε τ ά σ κ ο π ο ύ κ α ι π ε π ο ι θ ή σ ε ω ς γεγραμμένον βιβλίον, ευθύς ενθυμούμαι το χωρίον του Ισιδώρου λέγοντος περί των συγχρόνων Θεολόγων «Π ε ρ ί π ρ ά γ μ α τ α θ ε ί α κ α ι λ ό γ ο υ κ ρ ε ί τ τ ο ν α δ ι α φ ω ν ε ί ν π ρ ο σ π ο ι ο ύ ν τ α ι υ π ό φ ι λ α ρ χ ί α ς ε κ β α χ ε υ ό μ ε ν ο ι » ανερυθριάστως δε ομολογώ ότι άλλον σκοπόν δεν είχον.
Unless it were to be a moment merry
Περί δε των κρίσεών μου περί των σημερινών τελετών της ορθοδόξου Εκκλησίας τούτο μόνον λέγω, ότι οιαιδήποτε και αν ώσιν αι ενδόμυχοι των ανθρώπων πεποιθήσεις, μία τις εξωτερική λατρεία του θείου πανταχού και πάντοτε εκρίθη αναγκαία. Ο απλούς χριστιανός εισέρχεται εις την εκκλησίαν, ίνα παρηγορηθή ελπίζων τους αδάμαντας και σμαράγδους του Παραδείσου της Αποκαλύψεως, ο δε φιλόσοφος σκέπτεται εκεί περί του απείρου, του ιδανικού, του προορισμού του ανθρώπου και των άλλων τοιούτων φιλοσοφικών κόμβων. Αμφοτέρων όμως η διάνοια ανυψούται εις θεωρίας ανωτέρας των επιουσίων πειρασμών, αμφότεροι εξέρχονται εκ του ιερού εκείνου περιβόλου κρείττονες εαυτών και κατανοούντες την αλήθειαν των λόγων του Ιησού «Ο υ κ ε ν ά ρ τ ω μ ό ν ω ζ ή σ ε τ α ι ά ν θ ρ ω π ο ς». Αλλ’ η τοιαύτη λατρεία, ίνα εκπληρώνη τον σκοπόν αυτής, πρέπει να είναι σύμφωνος προς τας ιδέας, τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων, τροποποιούμενα καθ’ εκάστην υπό του προοδεύοντος ή απλώς μεταβαλλομένου πολιτισμού. «Τ ο θ υ σ ι α σ τ ή ρ ι ο ν» λέγει ο χριστιανικώτατος Σατωβριάνδος, «π ρ έ π ε ι ν α μ έ ν η α κ λ ό ν η τ ο ν, α λ λ ά τ α κ ο σ μ ή μ α τ α α υ τ ο ύ ν α μ ε τ α β ά λ λ ω ν τ α ι κ α τ ά τ α ς ε π ο χ ά ς». Οι Δυτικοί πεισθέντες προ πολλού περί τούτου εφρόντισαν να εξορίσωσι των εκκλησιών των παν το μη συνάδον προς τας τάσεις των συγχρόνων. Η διάρκεια της λειτουργείας περιωρίσθη εις έν τέταρτον της ώρας, αι νηστείαι είναι υποφερταί, οι ιερείς εξευγενισμένοι, αι εικόνες αυτών ηδύνουσι τους οφθαλμούς και η μουσική κηλεί την ακοήν ώστε έκαστος δύναται άνευ μεγάλου τινός κόπου ή αηδίας να είναι καλός χριστιανός. Αλλ’ ημείς εκρίναμεν καλόν να μείνωμεν προσηλωμένοι εις τους τύπους του μεσαιώνος ως τα οστρείδια εις τον βράχον. Η ακολουθία μας διαρκεί δύο ώρας ως η επί του αγίου Βασιλείου, και ουδείς ακροάται αυτής· οι ιερείς εκλέγονται εκ των «π ε ρ ι κ α θ α ρ μ ά τ ω ν τ η ς γ η ς» ως κατά τους χρόνους του αποστόλου Παύλου, και ουδείς ακούει τας συμβουλάς αυτών· αι νηστείαι αρμόζουσιν εις μεγαλοσχήμους καλογήρους, και ουδείς νηστεύει· αι εικόνες είναι τερατόμορφοι και ουδείς ασπάζεται αυτάς, περί δε της εκλησιαστικής ημών ρινοφωνίας κρίνω περιττόν να είπω τι ενταύθα. Εκ τούτων πάντων συμβαίνει ότι μεταξύ των άλλων χριστιανικών εθνών, μόνοι ημείς, αι ανεπτυγμέναι τουλάχιστον παρ’ ημίν τάξεις, στερούμεθα, δεν λέγω της πίστεως, διότι η στέρησις αύτη κατήντησε γενικόν δυστύχημα, αλλά και πάσης εξωτερικής λατρείας, ήτις, ως ανωτέρω ερρέθη, έχει κακείνη τα καλά της, ενθυμίζουσα τον άνθρωπον ότι πλην των σαρκικών υπάρχουσι και άλλαι απολαύσεις. Το κατ’ εμέ οσάκις εγονυπέτησα υπό τους θόλους γοτθικής εκκλησίας, ησπάσθην εικόνα του Ραφαήλου ή έτεινα το ους εις ιεράν του Μοζάρτου ή Ροσσίνη μελωδίαν, ησθάνθην αείποτε το θρησκευτικόν αίσθημα αναγεννώμενον εν τη καρδία μου και, λησμονών την εκκλησιαστικήν ιστορίαν, «E pur si muove» ανέκραξα ως Γαλιλαίος, ενώ ο εισερχόμενος είς τινα των ημετέρων εκκλησιών, υφ’ ενός μόνου καταλαμβάνεται αισθήματος, της επιθυμίας να εξέλθη. Την ορθότητα ή τουλάχιστον την αλήθειαν πάντων τούτων τυφλός μόνον ή εκουσίως τυφλώττων δύναται ν’ αμφισβητήση. Αν δε υπάρχουσι παρ’ ημίν φρόνιμοι άνθρωποι νομίζοντες ότι πρέπει να έχωμεν εκκλησίας ερήμους και κλήρον αναλφάβητον και καταφρονημένον, ότι η μύτη είναι το καταλληλότατον όργανον προς ανύμνησιν του Υψίστου, η Κ α λ ο κ α ι ρ ι ν ή ηθικόν διά τας νεανίδας βιβλίον και το Ε ξ ο μ ο λ ο γ η τ ά ρ ι ο ν τ ο υ Ν ι κ ο δ ή μ ο υ κατάλληλον εγκόλπιον ιερέως, περιμένω καγώ να φρονιμεύσω, ίνα συμμερισθώ την γνώμην των. Άλλοι πάλιν, καίτοι ομολογούντες ότι ταύτα δεν έχουσι καλώς, διατείνονται ουχ ήττον ότι πρέπει να μένωσιν άθικτα δι’ ευγνωμοσύνην προς την λυτρώσασαν ημάς από του ξένου ζυγού Εκκλησίαν, δι’ ης ελπίζομεν τάχιον ή βράδιον και την πραγματοποίησιν των εθνικών ημών πόθων. Παράδοξον όμως τη αληθεία είναι το είδος τούτο της ευγνωμοσύνης, εξ ης αντί να θεραπεύσωμεν τας πληγάς και να ενδύσωμεν κοσμίων την σώτειραν Εκκλησίαν, αφίνομεν αυτήν άστεγον και περιφρονημένην υπό τα κατεσπιλωμένα ράκη του μεσαιώνος· οι δε βουλόμενοι να μεταχεισθώσιν αυτήν ως όργανον πολιτικών σκοπών λησμονούσι φαίνεται, ότι ο καιρός των θαυμάτων παρήλθε προ πολλού, και ούτε ο ήλιος σταματά πλέον ούτε τα χωρίζοντα ημάς από των δούλων αδελφών τείχη θέλουσι κρημνισθή διά της ρινοφωνίας των ιερέων μας, ως τα της Ιεριχούς εις τον ήχον των σαλπίγγων του Ιησού του Ναυή.
Πάντα τα ανωτέρω εξέθεσα προς αποφυγήν παρεξηγήσεων και ουχί βεβαίως προς δικαιολογίαν του βιβλίου, όπερ παραδίδω εις την επιείκειαν των αναγνωστών· τοις δε κριτικοίς ενθυμίζω ότι εν αυτώ πράγματα μόνον περιέχονται και γεγονότα στηριζόμενα εις μαρτυρίας αναμφισβητήτους· ώστε οι ορεγόμενοι να επικρίνωσι «res et non verba» πρέπει κακείνοι να μεταχειρισθώσιν· αι δε αόριστοι και αστήρικτοι διαμαρτυρήσεις εν ονόματι της η θ ι κ ή ς, η θ ι κ ό τ η τ ο ς, η θ ι κ ο π ο ι ή σ ε ω ς ή όπως άλλως καλούσι το πράγμα αι ημέτεραι εφημερίδες ού μόνον δεν σημαίνουσι τίποτε, αλλά και ενθυμίζουσι την φράσιν του Άγγλου ποιητού, καθ’ ον «μ ό ν ο ν ο ι α ν ή θ ι κ ο ι ο μ ι λ ο ύ σ ι π ε ρ ί η θ ι κ ή ς».
Έγραφον εν Αθήναις τη α' Ιανουαρίου 1867.
Η ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩΑΝΝΑ
ΜΕΡΟΣ Α'.
«Il y a bien de la difference entre
rire de la religion, et rire de ceux
qui la profanent par leurs opinions
extavagantes.»
(Pascal, lettre XI).
Από του μέσου άρχονται πάντοτε οι επικοί ποιηταί. Το αυτό πράττουσι και οι μυθιστοριογράφοι, όσοι υπέρ των δεκατόμων αυτών διηγήσεων διεκδικούσι τον τίτλον πεζής εποποιίας. Έπειτα ο ήρως, όταν εύρη ευκαιρίαν, εντός σπηλαίου ή ανακτόρου, επί ευώδους χλόης ή μαλακής κλίνης διηγείται τα προηγούμενα τη ερωμένη,
Επεί ευνής και φιλότητος εξ έρον έντο.
Τοιαύτη είναι η κοινή μέθοδος, ην συνιστώσιν οι κριτικοί. Αλλ’ εγώ, φίλος ων της τάξεως προτιμώ την των κυκλικών ποιητών και των εισαγγελέων, οίτινες τον υπ' αυτών βιογραφούμενον, είτε ήρωα είτε κακούργον, λαμβάνουσιν από της κοιτίδος παρακολουθούντες κατά χρονολογικήν σειράν πάντα αυτού τα βήματα προς την αθανασίαν ή την αγχόνην. Άρχομαι λοιπόν από της αρχής· ο δε αγαπών την κλασικήν αταξίαν δύναται ν' αναγνώση πρώτον τας τελευταίας και έπειτα τας πρώτας του βιβλίου μου σελίδας, μετασχηματίζων ούτω εκ του προχείρου εις επικόν μυθιστόρημα την απέριττον και φιλαλήθη διήγησίν μου.
Ο μέγας Βύρων έλαβε την υπομονήν ν' ακροασθή τας φλυαρίας των γραιών της Σεβίλλης, ίνα μάθη αν η μήτηρ του ήρωός του Δον Ζουάν έλεγε λατινιστί το Π ά τ ε ρ η μ ώ ν , αν ήξευρεν Εβραϊκά και εφόρει λινούν υποκάμισον και γαλανάς κνημίδας. Επιθυμών καγώ να είπω τω αναγνώστη, αν όχι πάντα ταύτα, τουλάχιστον, πώς ωνομάζετο της ηρωίδος μου ο γεννήτωρ, ανεδίφησα τους εις μέγα φύλλον λήρους των μεσαιωνίων Ηροδότων αλλ' ούτος είναι εκεί πολυώνυμος και ποικιλώνυμος ως ο Ζευς παρά τοις ποιηταίς και ο Διάβολος παρά τοις Ινδοίς. Δαπανών έτη τινά εις παραβολάς χειρογράφων, ηδυνάμην ίσως να εξακριβώσω αν ο γεννήσας την Ιωάνναν ωνομάζετο Βιλλιβάλδος ή Βαλλαφρείδος· αλλ' αμφιβάλλω αν το κοινόν ήθελε με ανταμείψει επαρκώς διά τον τοιούτον κόπον μου. Ακολουθών λοιπόν το παράδειγμα των σημερινών λογίων, οίτινες φοβούνται μήπως, αν έχανον καιρόν αναγινώσκοντες, ήθελον γράψει ολιγώτερα και ούτω ζημιώσει τους τε συγχρόνους και τους μετά ταύτα, εξακολουθώ ή μάλλον άρχομαι της ιστορίας μου.
Ο ανώνυμος λοιπόν πατήρ της ηρωίδος μου ήτο Άγγλος μοναχός· εκ τίνος δε επαρχίας δεν ηδυνήθην να μάθω, μη ούσης ακόμη διηρημένης της Βρεταννίας εις κομητάτα προς ευκολίαν των εισπρακτόρων. Κατήγετο δε εκ των Ελλήνων εκείνων αποστόλων, οίτινες εφύτευσαν τον πρώτον σταυρόν εις την χλοεράν Ιρλανδίαν, και υπήρξε μαθητής του Εριγενούς Σκώτου, όστις πρώτος εφεύρε τον τρόπον του κατασκευάζειν αρχαία χειρόγραφα, δι' ων ηπάτησε τους τότε λογίους, ως ο Σιμωνίδης τους τότε Βερολινείους.
Ταύτα μόνα διέσωσεν ημίν η ιστορία περί του πατρός της Ιωάννας. Η δε μήτηρ αυτής εκαλείτο Γιούθα, ήτο ξανθή και έβοσκε τας χήνας Σάξωνος βαρώνου. Ούτος καταβάς την παραμονήν συμποσίου ίνα εκλέξη την παχυτέραν, ωρέχθη και της ποιμενίδος, ην από του ορνιθώνος μετέφερεν εις τον κοιτώνα. Βαρυνθείς αυτήν μετ' ολίγον την έδωκεν εις τον οινοχόον, ο οινοχόος εις τον μάγειρον και ούτος εις τον χυτροκόρον, όστις, ευλαβής ων, αντήλλαξε την νεάνιδα προς τον μοναχόν, λαβών αντ' αυτής οδόντα του αγίου Γουτλάκου, του ζήσαντος και οσίως τελευτήσαντος εντός λάκκου τινός της Μερκίας. Ούτως εξέπεσεν η Γιούθα από της κλίνης δεσπότου εις τας αγκάλας καλογήρου, ως και σήμερον εν Αγγλία οι υψηλοί πίλοι από των κροτάφων διπλωμάτου εις την κεφαλήν επαίτου· καθότι εις τον ευνομούμενον εκείνον τόπον πολλοί μεν αποθνήσκουσι της πείνης, πολλοί δε προσβάλλουσι την αιδώ δι' έλλειψιν υποκαμίσου, αλλά πάντες, γερουσιασταί και νεκροθάπται, κόμητες και ψωμοζήται φέρουσι πίλον υψηλόν, όστις θεωρείται εκεί ως το παλλάδιον της συνταγματικής ισότητος.
Το συνοικέσιον υπήρξεν ευτυχές. Την μεν ημέραν περιήρχετο ο Μοναχός τους πέριξ πύργους, πωλών ευχάς και κομβολόγια, το δε εσπέρας επέστρεφεν εις το κελλίον έχων τας χείρας υγράς από τα φιλήματα των πιστών και την πήραν πλήρη άρτου, κρεάτων πλακούντων και καρύων, γεώμηλα δε δεν υπήρχον ακόμη εν Αγγλία, αλλ' εισήχθησαν βραδύτερον μετά του συντάγματος προς χρήσιν του ελευθέρου λαού, ότε επελθούσης της ισότητος έπαυσαν οι υπηρέται να τρώγουν καλά κρέατα εις την αυτήν τράπεζαν μετά του αυθέντου.
Η Γιούθα άμα ήκουε μακρόθεν εις την πεδιάδα το άσμα του επιστρέφοντος συζύγου, έστρωνε την τράπεζαν· έθετε δηλ. επί απελεκήτων σανίδων ξύλινον πινάκιον κοινόν αμφοτέροις, σιδηράν περόνην, κέρας βουβάλου ως ποτήριον και ξηρούς κλάδους εις τη εστίαν, ίνα φωτίζη το δείπνον· tα δε χειρόμακτρα, αι φιάλαι και τα κηρία ήσαν τότε εις μόνους τους επισκόπους γνωστά. Μετά το δείπνον ήπλωνον οι νεόνυμφοι προβείας επί σωρού ξηρών φύλλων, επί των προβείων ηπλούντο εκείνοι και επ' αυτών δασύμαλλον δέρμα λύκου. Όσω δριμύτερος εφύσα έξω ο βορράς, όσω πυκνοτέρα κατέπιπτεν η χιών, τόσω σφυγκτότερα ενηγκαλίζετο το όλβιον εκείνο ζεύγος, αποδεικνύον ούτω πόσω ηπατάτο ο Άγιος Αντώνιος, ισχυριζόμενος ότι το κρύον ψυχραίνει τον έρωτα, και οι αρχαίοι Έλληνες, οι παριστώντες τον χειμώνα ως γέροντα μισογύνην.
Τοιαύτας διήγον οι γονείς της Ιωάννας χρυσάς ημέρας
χλεροίσιν ιαινόμενοι μελέεσιν (2)
ότε πρωίαν τινά, ενώ ο μοναχός απετίνασσεν εκ των βλεφάρων τον ύπνον και εκ της μαύρης γενειάδος ξανθάς τινας τρίχας της γυναικός του, δύο Αγγλοσάξονες τοξόται, γυμνοί τας κνήμας και τους πόδας, μικράς φέροντες ασπίδας και βελοπληθείς επί των ώμων φαρέτρας, ενεφανίσθησαν προ της εισόδου της καλύβης, προσκαλούντες τον οικοδεσπότην εν ονόματι του Ε π τ ά ρ χ ο υ Εκβέρτου ν' ακολουθήσουν αυτούς, λαμβάνων τα προς μακράν πορείαν αναγκαία εφόδια. Έντρομος ο καλόγηρος, αναρτήσας το δισάκκιον εις τους ώμους, λαβών την γυναίκα διά της δεξιάς, την βακτηρίαν διά της αριστεράς και το ευχολόγιον υπό μάλης, ηκολούθησε τους σκυθρωπούς οδηγούς. Τρεις ημέρας και δύο νύκτας οδοιπορήσαντες διά φαλακρών ορέων και ερυκοφύτων κοιλάδων και πολλούς συναντήσαντες καθ’ οδόν ιερωμένους υπό την επιτήρησιν τοξοτών έφθασαν την τετάρτην εις την παραθαλάσσιον πολίχνην Γαριάνορον (3) . Μέγα πλήθος λαού ήτο επί της προκυμαίας συνηθροισμένον, επί θρόνω χλοερού ίστατο ο επίσκοπος Εβοράκου (4) Βόλσιος ευλογών τους πιστούς και ογκώδες σαξωνικόν πλοιάριον εσάλευεν εν τω λιμένι ανυπόμονον ν' αναπετάση το τετράγωνον ιστίον εις την απόγοιον αύραν. Ότε επλησίασαν οι πανταχόθεν της Αγγλίας στρατολογηθέντες μοναχοί, εξήκοντα τον αριθμόν, ο ευσεβής Βόλσιος εναγκαλισθείς αυτούς ανά ένα και εγχειρίσας εκάστω δύο δηνάρια (5) , «Π ο ρ ε ύ ε σ θ ε, είπε, κ α ι δ ι δ ά σ κ ε τ ε π ά ν τ α τ α έ θ ν η». Από της αγκάλης του επισκόπου μετέβησαν παραχρήμα οι ιεροκήρυκες εις τας σανίδας της κοίλης νηός και μετ' ου πολύ έσχισαν τα θολά κύματα του γερμανικού πελάγους, αγνοούντες προς ποίας έπλεον όχθας εις αναζήτησιν μαρτυρικού στεφάνου ή λιπαρού μοναστηρίου. Αλλ' ενώ ποντοπορούσιν ούτοι υπό την σκέπην του Σταυρού, θέλομεν ημείς πληροφορήσει τον αναγνώστην τι παθών ο επίσκοπος Βόλσιος παρέδιδεν εις το παλίμβολον των κυμάτων τους φωστήρας της Αγγλικής Εκκλησίας. Αλλά προς τούτο αποχαιρετώντες την νήσον των Βρεττανών ας μεταβώμεν εις την χώραν των Φράγκων.
Ο μέγας Κάρολος, αφού περιέδραμε την Ευρώπην θερίζων δάφνας και κεφαλάς διά της μακράς του σπάθης, αφού έπνιξεν, ετύφλωσεν ή εστρέβλωσε τα τρία τέταρτα των Σαξώνων, αποκτήσας ούτω την υποταγήν και το σέβας των επιζώντων, ανεπαύετο τέλος επί των τροπαίων του εις Ακυίσγρανον, πόλιν περίφημον διά τα άγια λείψανα και τας βελόνας. Τα πάντα εβάδιζον κατ' ευχήν εν τη απεράντω αυτοκρατορία· ο σοφός Αλκουίνος έλουεν εις το ύδωρ του βαπτίσματος τους ρυπαρούς του Καρόλου υπηκόους, έκοπτε τα κόκκινα των γένεια και τα μικρά ονύχια και ανοίγων αυτοίς της ανεξαντλήτου σοφίας του τον θησαυρόν έτριβε του ενός τα χείλη διά του μέλιτος του ιερού λόγου, έτρεφεν άλλον με της γραμματικής τας ρίζας και τρίτον εδίδασκεν ότι των χηνών τα πτερά, διά των οποίων καθίστα ταχύτερα τα βέλη, ήσαν και προς γραφήν επιτήδεια. Ο δ' ευτυχής Αυτοκράτωρ διήνυεν αφρόντιδας ημέρας, μετρών τα ωά των ορνίθων του, τακτοποιών τα ωρολόγια και τα κράτη του, παίζων μετά των θυγατέρων του και του ελέφαντος, ον έλαβε δώρον παρά του Καλίφου Αρούν, καταδικάζων εις μικρόν πρόστιμον τους φονείς και ληστάς και απαγχονίζων εις τα δένδρα του κήπου του όσοι των υπηκόων έτρωγον κρέας την Παρασκευήν ή έπτυον μετά την μετάληψιν.
Αλλ' ενώ ο ευσεβής Κάρολος, όστις, καίτοι μη εξέβρων να γράφη, εγνώριζεν όμως την κλασικήν αρχαιότητα, επανέλεγε καθ' εκάστην:
Haec mihi Deus otia fecit,
οι Σάξωνες ανήγειρον πάλιν την θρασείαν και ακτένιστον κεφαλήν των και βυθίζοντες την χείρα εις το αίμα ουχί ταυρείων, αλλ' ανθρωπίνων θυμάτων ώμνυον εις τον Τουίτονα, τον Ιρμινσούλ και Αρμίνιον, ή ν' αποσείσωσι τον Καρόλειον ζυγόν, ή διά του αίματος αυτών να φυράρωσι του Άλβιος και Βισούργιδος τας όχθας. Ήλθεν, είδε και ενίκησε κατά το σύνηθες ο άμαχος Αυτοκράτωρ διά της λόγχης εκείνης, ην κατά τους Ευαγγελιστάς εβύθισεν ο Ρωμαίος στρατιώτης εις του Σωτήρος την πλευράν, ο δε αρχάγγελος Μιχαήλ εμφανισθείς καθ' ύπνους τω Καρόλω εναπέθεσεν επί της κλίνης του, ίνα κατά τους χρονογράφους ανταμείψη αυτόν, διότι και από εψημένου και ωμού κρέατος απέχων την Τεσσαρακοστήν εκοιμάτο μόνος. Μετά την νίκην φοβούμενος ο άγιος Αυτοκράτωρ μη αναγκασθή και πάλιν από των αγριανθρώπων εκείνων να διακόψη τας ευσεβείς αυτού ασχολίας, απεφάσισεν ή πάντας τους νικηθέντας να εξολοθρεύση ή εκόντας άκοντας όλους να βαπτίση. Ουδείς ποτε ιεροκήρυξ κατόρθωσε πλείονας απίστους εν βραχεί χρόνω να χριστιανίση· αλλ' η ευγλωττία του Φράγκου κατακτητού ήτο ακαταμάχητος. «Π ί σ τ ε υ σ ο ν ή σ ε φ ο ν ε ύ ω», έλεγεν εις τον δεσμώτην Σάξωνα, εις ου τα όμματα ήστραπτεν ως πειστικώτατον επιχείρημα η μάχαιρα του δημίου, και όλος εκείνος ο όχλος επήδα εις την κολυμβήθραν, ως αι νήσσαι εις τους λάκκους, αφού βρέξη. Επειδή όμως, όσω παντοδύναμος και αν υποτεθή η πίστις, απαιτείται ουχ ήττον να γνωρίζη οπωσούν και ο χριστιανισμός εις τι πιστεύει, συνειθίζετο τότε εν Ευρώπη, ως σήμερον εν Οταΐτη και Μαλαβάρη, ίνα μανθάνωσιν οι νεοβάπτιστοι είδος τι κατηχήσεως, ην οι δεκανείς του Καρόλου εδίδασκον τους Σάξωνας, τάσσοντες αυτούς κατά σειράν ανά δέκα ως νεοσυλλέκτους και βαπτίζοντες ανηλεώς οσάκις προσέκοπτον εις δυσπρόφερτον τινα λέξιν του «Π ι σ τ ε ύ ω». Ούτω ελάμβανε δίκην ο Ιησούς παρά των ειδώλων δι’ όσα έπαθον υπ' εκείνων οι πρώτοι αυτού οπαδοί, ότε εκαίοντο επί Νέρωνος ή ωπτούντο επί Διοκλητιανού, κ' εντεύθεν των Γάλλων η παροιμία «Η ε κ δ ί κ η σ η ς ε ί ν α ι η η δ ο ν ή τ ω ν θ ε ώ ν» (6) .
Ενόσω μεν διήρκει ο πόλεμος, οι στρατιώται εξηκολούθουν εκπληρούντες έργα ιερέων· αλλ’ αφού ησύχασαν τα πράγματα και εξηντλήθησαν αι θεολογικαί γνώσεις των θωρακοφόρων εκείνων ιεροκηρύκων, πάντες και προ πάντων ο Αυτοκράτωρ ησθάνθησαν την ανάγκην σοβαροτέρων κατηχητών. Αλλά παρά τοις Φράγκοις καλόγηροι μόνον υπήρχον τότε και δεινότεροι περί την ζυθοποιίαν ή την δογματικήν, βαπτίζοντες τα βρέφη εις το όνομα της Π α τ ρ ί δ ο ς, τ η ς θ υ γ α τ ρ ό ς κ α ι τ η ς Α γ ί α ς Π ν ο ή ς, ισχυριζόμενοι ότι η Θεοτόκος συνέλαβεν εκ του ωτός, προγευματίζοντες προ της μεταλήψεως και αναγκάζοντες τον διάκονον να πίη το ύδωρ, δι' ου έπλυνον τας χείρας μετά την λειτουργία. Εις τοιούτων διδασκάλων τας χείρας ουδ' αυτούς τους Σάξωνας ετόλμησεν ο Κάρολος να εμπιστευθή, φοβούμενος μη αναγκασθή μετ' ολίγον να εκστρατεύση και πάλιν, ίνα νέα είδωλα κρημνίση, τα του Βάκχου και του Μορφέως. Απορών περί του πρακτέου εσυμβουλεύθη τον Αλκουίνον, εις ου τους χρησμούς κατέφευγον τότε οι Φράγκοι, ως οι Έλληνες εις την Πυθίαν. Ο Αλκουίνος ήτο Αγγλος, η δε Αγγλία είχε τότε το μονοπώλιον των θεολόγων ως σήμερον το των ατμομηχανών. Εκεί λοιπόν εστάλη πλοίον ίνα φορτωθή ιεροκήρυκας προς μύησιν των Σαξώνων εις της πίστεως τα μυστήρια.
Η σωτήριος εκείνη κιβωτός της χριστιανωσύνης, εφ' ης είδομεν επιβάντα και της Ιωάννας τον πατέρα μετά της γυναικός, εφέρετο οκτώ ημέρας επί των υδάτων, την δε ενάτην υπερβάσα το στόμιον του Ρήνου προσωρμίσθη ενώπιον της πόλεως Νοβιομάγου, όπου κατά πρώτον επάτησαν το γερμανικόν χώμα οι αγρευτήρες εκείνοι των ψυχών. Εκείθεν άλλοι επί όνων, άλλοι διά λέμβων και άλλοι αποστολικώς ανατρέξαντες εις τας πηγάς της Λίππης έφθασαν τέλος κεκμηκότες και πειναλέοι εις Παδέβορνον, όπου εσκήνου ο Κάρολος εν μέσω σταυρών και ασπίδων. Η Σαξωνία διενεμήθη παραχρήμα από του νικητού εις τους νεήλυδας καλογήρους, ων έκαστος έλαβεν εντολήν να κοσμήση διά του Σταυρού πάσαν καλύβην επαρχίας τινός της κατακτηθείσης χώρας, της δε Ιωάννας ο πατήρ διετάχθη να διευθυνθή προς νότον, ίνα κρημνίση το εν τη Ερισβούργη είδωλον του Ιρμινσούλ, περί το οποίον συνήρχοντο οι τότε επαναστάται, ως οι ημέτεροι εις τα Χ α υ τ ε ί α, προσφέροντας ανθρωπίνους θυσίας και νέας καθ' εκάστην χαλκεύοντας συνωμοσίας. Ο ταλαίπωρος μοναχός, φορτώσας επί οναρίου την γυναίκα του και τέσσαρας μαύρους σαξωνικούς άρτους, ήρξατο της νέας οδοιπορίας, σύρων το ζώον εκ του χαλινού και μετά δακρύων ενθυμούμενος τας αναπαύσεις της πατρώας καλύβης.
Οκτώ όλα έτη επλανήθη ο πατήρ της Ιωάννας από τα δένδρα της Βεσταλίας, βαπτίζων, διδάσκων, εξομολογών και θάπτων. Πολυπαθέστερος δε γενόμενος και αυτού του αποστόλου Παύλου πολλάκις ερραβδίσθη, δεκάκις ελιθάσθη, πεντάκις ερρίφθη εις τον Ρήνον και δις εις τον Άλβιν, τετράκις εκάη, τρις εκρεμάσθη και μεθ' όλα ταύτα επέζησε τη βοήθεια της Θεοτόκου. Τον δε υποπτευόμενον ότι απίθανα λέγω, παραπέμπω εις της εποχής εκείνης τα Συναξάρια, ίνα μάθη τίνι τρόπω η ξ α ν θ ή Π α ν α γ ί α υπεστήριζε διά των λ ευ κ ώ ν α υ τ ή ς χ ε ι ρ ώ ν τους πόδας των πιστών της, οσάκις απηγχονίζοντο, έσβυνε τας φλόγας της πυράς διά ριπιδίου εκ π τ ε ρ ώ ν Αγγέλου, οσάκις εκαίοντο, ή λύουσα την κυανήν ζώνην έτεινεν αυτήν εις τους καταποντιζομένους ως η Ινώ τω Οδυσσεί τον πέπλον.
Τα τόσα παθήματα δεν ίσχυσαν να ψυχράνουσι τον ζήλον ή ν' αλλοιώσωσι το φρόνημα του ακαμάτου αποστόλου· το σώμα όμως αυτού κατήντησε βαθμηδόν αγνώριστον, αφού οι μεν Φρίσονες τω αφήρεσαν τον δεξιόν οφθαλμόν, οι δε Λογγοδάρδιοι έκοψαν τα ώτα του, οι Θουρίγγιοι την ρίνα και οι ανήμεροι κάτοικοι του Ερκυνίου δάσους, θέλοντες να εξολοθρεύσωσι των ιεροκηρύκων την γενεάν εθυσίασαν προ του βωμού του Τουίτονος τα δυο τέκνα του και έπειτα διά της αυτής απανθρώπου μαχαίρας απέκοψαν αυτώ . . . πάσαν πατρότητος ελπίδα.
Η Γιούθα, ήτις και μετά την τελευταίαν ταύτην συμφοράν έμεινε πιστή τω ηκρωτηριασμένω συζύγω, επειράτο παντοιοτρόπως ν' ανακουφίση τας θλίψεις του. Οσάκις εξύπνων την νύκτα προσήλωνεν εις αυτήν μετά ματαίου πόθου τον ένα απομείναντα οφθαλμόν και έκλαιε την στέρησιν των τέκνων του και των πρώην ηδονών ησπάζετο αυτόν λέγουσα, «Καθ' ημέραν ανάπτω λαμπάδα προ της εικόνος του Αγίου Πατέρνου. Ίσως ο προστάτης ούτος της ευτεκνίας εφεύρη θαύμα τι, ίνα απολαύσωμεν και πάλιν τέκνα».
Η ευχή αύτη της καλής Γιούθας επληρώθη μετ' ου πολύ· ουχί φευ! διά θαύματος του Αγίου Πατέρνου, αλλ' υπό δύο τοξοτών του κόμητος της Ερφούρτης. Οι κακότροποι ούτοι, συναντήσαντες αυτήν παρά την όχθην της Φούλδας απλώνουσαν εις τον ήλιον τον χιτώνα του ανδρός της, όστις μη έχων άλλον εκρύπτετο ως ο Οδυσσεύς υπό τον σωρόν ξηρών φύλλων, περιμένων να ξηρανθή ο πλυθείς, ήπλωσαν κακείνην επί της χλόης και διά της βίας της υπενθύμισαν τον αληθή επί της γης προορισμόν της γυναικός. Αφού κουρασθέντες ανεχώρησαν οι στρατιώται, εξήλθε της κρύπτης ο ατυχής καλόγηρος και ενδυθείς υγρόν ακόμη το υποκάμισον απεμακρύνθη εκείθεν μετά της πεπονημένης γυναικός, καταρώμενος τους Σάξωνας, οίτινες πλην του μαρτυρικού επέθεσαν και άλλον στέφανον επί της φαλακράς κεφαλής του.
Εννέα μετά ταύτα μήνας, εν έτει 818, έτεκεν η Γιούθα εν Ιγγελχείμη ή κατ' άλλους εν Μογουντία την μέλλουσαν ν' αρπάση τας ουρανίους κλείδας Ιωάνναν. Ο δε πατήρ αυτής ή μάλλον ο σύζηγος της μητρός, ίνα συνειθίση άμα γεννηθείσα εις του πλάνητος βίου τας κακουχίας, εβάπτισεν αυτήν εις το ψυχρόν ρεύμα της Μεΐνης, όπου εβύθιζον και οι αυτόχθονες τα ξίφη, ίνα σκληρότερα αυτά καταστήσωσι.
Πάντων των ηρώων την κοιτίδα κοσμούσι κατ' έθος αρχαίον οι βιογράφοι διά τεραστίων σημείων προαγγελλόντων τας μελλούσας αρετάς. Ούτω νήπιος έτι ων έπνιξε τους δράκοντας ο Ηρακλής, ο δε Κριεζώτης την άρκτον, αι μέλισσαι επεκάθησαν εις του Πινδάρου το στόμα, ο Πασχάλης εφεύρε δεκαέτης την γεωμετρίαν, ο ήρως του Βύρωνος ακούων την λειτουργίαν εις της τροφού τας αγκάλας απέστρεφε τους οφθαλμούς από των ερρυτιδωμένων αγίων, ίνα προσηλώση αυτούς μετά κατανύξεως επί της Αγίας Μαγδαληνής, η δε ημετέρα ηρωίς, η μέλλουσα εις το εκκλησιαστικόν στάδιον να διαπρέψη, ουδέποτε Τετάρτην ή Παρασκευήν ηθέλησε να βυζάξη, αλλ' οσάκις προσφέρετο αύτη ο μαστός κατά νηστήσιμον ημέραν, απέστρεφε τους οφθαλμούς μετά φρίκης. Άγια λείψανα, σταυροί και κομβολόγια υπήρξαν τα πρώτα αυτής αθύρματα. Πριν φυτρώσουν οι οδόντες, εγνώριζε το Π ά τ ε ρ η μ ώ ν αγγλιστί, ελληνιστί και λατινιστί, πριν δε αλλάξη αυτούς, εβοήθει ήδη τον πατέρα εις το αποστολικόν έργον, κατηχούσα τας ομήλικας Σαξωνίδας. Μόλις οκταέτις ήτο, ότε απέθανεν η μήτηρ αυτής, η καλή Γιούθα, και επί του τάφου της μακαρίτιδος απήγγειλεν επικήδειον λόγον, αναβάσα επί των ώμων του νεκροθάπτου.
Αλλ' ενώ ηύξανεν η Ιωάννα κατά το κάλλος και την σοφίαν, ο πατήρ αυτής καταβεβλημένος υπό των πόνων και της στερήσεως της συντρόφου ησθάνετο τας δυνάμεις καθ’ εκάστην ελαττουμένας. Μάτην επεκαλείτο τον Άγιον Γήνον, ίνα στερεώση το κλονούμενον βήμα του, μάτην ανήπτε κηρία εις την αγίαν Λουκίαν, ίνα αποδώση εις τον οφθαλμόν του την δύναμιν να διακρίνη τα γράμματα του ψαλτηρίου και μάτην παρεκάλει τον άγιον Φόρτιον, ίνα ενισχύση την φωνήν του· αι δε χείρες αυτού τόσον έτρεμον, ώστε ημέραν τινά προσφέρων το σώμα του Σωτήρος εις την ηγουμένην του Μοναστηρίου Βιτερφείλδης, την ωραίαν Γίσλαν, αντί να εισαγάγη αυτό εις το ροδόχρουν στόμα της παρθένου, αφήκε να καταπέση εις τα λευκά στήθη της, άτινα η δούλη αύτη του θεού είχε πάντοτε γυμνά δι’ ιδιαιτέρας αδείας του Πάπα Σεργίου. Το σκάνδαλον υπήρξε μέγα· η μεταλαμβάνουσα ηρυθρίασεν, αι μοναχαί εκάλυψαν διά των χειρών το πρόσωπον, οι δε αυτόχθονες ιερείς ανέκραξαν Ιεροσυλία! Ιεροσυλία, επανέλαβον ως πιστή ηχώ αι μονάζουσαι παρθένοι, και ως Βακχίδες ορμήσασαι κατά του δυστυχούς γέροντος απέσπασαν τα ιερά κοσμήματα και κακώς έχοντα έρριψαν αυτόν έξω του Μοναστηρίου.
Επί δεκαπέντε ημέρας επλανάτο ο ατυχής απόστολος μετά της Ιωάννας εις τα μεταξύ Φραγκφούρτης και Μογουντίας άξενα δάση, διανυκτερεύων υπό το φύλλωμα των δένδρων και συντρώγων βαλάνους μετά των χοίρων της Βεσταλίας. Αλλ' η τροφή αύτη, ήτις τοσούτω παχείς καθιστά τους συντρόφους τούτους του Αγίου Αντωνίου, κατέστησε μετ’ ου πολύ αυτόν τε και την θυγατέρα του ισχνοτέρους των επτά σταχύων, ους είδε ο Φαραώ. Μάτην επειράθη ο καλόγηρος ν' ανανεώση το θαύμα του συμπατριώτου αυτού Αγ. Πατρικίου, όστις δι’ επικλήσεώς τινος μετεμόρφωσε τους τρέχοντας εις τα όρη της Ιρλανδίας αγριοχοίρους εις λιπαρά χοιρομήρια, και μάτην παρεκάλει τους ιπταμένους υπεράνω της κεφαλής του αετούς, ίνα φέρωσιν αυτώ τροφήν ως εις τον άγιον Στέφανον. Η δε Ιωάννα ανύψωνεν ενίοτε υγρά βλέμματα προς τον πατέρα κράζουσα «Πεινώ! ». Εν αρχή μεν ο φιλόστοργος γονεύς ανατείνων τους κατίσχνους βραχίονας εις ουρανόν απεκρίνετο ως η Μήδεια «Τας φλέβας μου θέλω ανοίξει, ίνα διά του αίματός μου σε χορτάσω». Αλλά βαθμηδόν τοσούτον εξήρανεν η πείνα τον λάρυγγα και την καρδίαν του, ώστε εις τους θρήνους της θυγατρός απεκρίνετο λακωνικώς «Πήδα».
Η κίνησις λυχνίας ωδήγησε τον Γαλιλαίον εις την κατασκευήν του ωρολογίου, ο δε πειναλέος μοναχός ωδηγήθη υπό λευκής άρκτου εις ανεύρεση νέου πόρου ζωής. Ειδών μίαν των πολυμάλλων τούτων θυγατέρων του πόλου ορχουμένην εν πανηγύρει και τον αυθέντην αυτής αργυρολογούντα τους θεατάς, εσκέφθη να μεταχειρισθή την πρόωρον σοφίαν της Ιωάννας, ως ο θηριοτρόφος την όρχησιν της άρκτου, ίνα πορίζηται δι' αυτής τον επιούσιον άρτον και ζύθον. Δικαίως άρα ισχυρίσθη ο σοφός Έρασμος ότι πας φρόνιμος δύναται και παρ' άρκτου πολλά χρήσιμα να μάθη. Ήρξατο λοιπόν να ετοιμάζη την θυγατέρα εις το νέον επάγγελμα, στοιβάζων εις την δεκαετή της κορασίδος κεφαλήν τας φλυαρίας, όσας οι τότε σοφοί ωνόμαζον Δογματικήν, Δαιμονολογίαν, Σχολαστικήν ή άλλως πως και ενέγραφον επί μεμβράνης, αφ' ης απέξεον ομηρικούς στίχους ή επιγράμματα του Ιουβενάλη. Ότε δε ενόμισεν αυτήν ικανώς προηλειμμένην εις τον καλόν τούτον αγώνα, ήρχισε να περιέρχηται τους πύργους και τα Μοναστήρια της παχυχλόου Βεσταλίας. Εισερχόμενος προσεκύνει εδαφιαίως τον άρχοντα, ηυλόγει την οικοδέσποιναν, έτεινε τας χείρας ή την ζώνην προς ασπασμόν τοις υπηρέταις, είτα δε ετοποθέτει την Ιωάνναν επί τραπέζης και, ήρχιζεν η παράστασις. «Θυγάτερ, ηρώτα αυτήν, τι είνε γλώσσα; — Η μάστιξ του αέρος. — Τι είναι αήρ; — Το στοιχείον της ζωής. — Τι είναι ζωή; — Ηδονή τοις ευτυχούσι, βάσανον τοις πτωχοίς, θανάτου προσδοκία. — Τι είναι θάνατος; — Αποδημία εις αγνώστους όχθας. — Τι είναι όχθη;— Το όριον της θαλάσσης. — Τι είναι θάλασσα;.— Η κατοικία των ιχθύων.— Τι είναι οι ιχθύες; — Της τραπέζης αρτύματα. — Τι είναι άρτυμα; — Κατόρθωμα μαγείρου.
Αφού εφ' ικανήν ώραν εξηκολούθει η κατ' ερωταπόκρισιν επίδειξις γνώσεων παντοδαπών, περί τε την θεολογίαν και την μαγειρικήν, προσεκάλει ο πατήρ τον πνευματικόν του φρουρίου ν' αποτείνη εις την παιδίσκην δυσκόλους ερωτήσεις περί οιουδήποτε κλάδου των ανθρωπίνων γνώσεων, η δε Ιωάννα ρίπτουσα το άγκιστρον εις τον ωκεανόν της μνήμης της ανείλκε πάντοτε την κατάλληλον απάντησιν, ην υπεστήριζε δι' εδαφίου της Γραφής ή του Αγίου Βονιφατίου. Μετά το τέλος της συζητήσεως επήδα ελαφρώς από της τραπέζης και λαμβάνουσα τας άκρας της ποδέας της μεταξύ των δακτύλων επαρουσίαζεν αυτήν εν είδει δίσκου εις έκαστον των παρεστώτων, επικαλουμένη διά γλυκερού μειδιάματος την μεγαλοδωρίαν των. Οι μεν έρριπτον εντός αυτής χαλκούν νόμισμα, οι δε αργυρούν, άλλοι ωά και έτεροι μήλα· όσοι δε δεν είχον τι να δώσωσιν απέθετον φίλημα επί του μετώπου της ξανθής ιεροδιδασκάλου.
Ούτω έζησαν πέντε ακόμη έτη, τρώγοντες καθ' ημέραν και πολλάκις δις της ημέρας και διανυκτερεύοντες οτέ μεν υπό τα δρύινα φατνώματα αρχοντικού πύργου, οτέ δε υπό την αχύρινον στέγην δασοφύλακος ή κυνηγού. Οι χρόνοι και η ανάμνηση των παθημάτων είχον μετρήσει οπωσούν τον ζήλον του αποστόλου, ώστε ουδέν επεχείρει πλέον άκοντα να κατηχήση, ουδένα άνευ της συγκαταθέσεως του εβάπτιζε πλην μόνων των νεκρών, όσους ανεύρισκε την επιούσαν μάχης παρά τας όχθας του Άλβιος και του Ρήνου· καθότι κατά την τότε επικρατούσαν γνώμην και εις νεκρούς απονεμόμενον το βάπτισμα ήνοιγεν αυτοίς τας ουρανίους πύλας.
Μετά τοσαύτας περιπλανήσεις απεδήμησε τέλος πάντων ο πολυπαθής γέρων εις τας αγνώστους εκείνας όχθας, αφ' ων δεν υπάρχει επιστροφή. Ο θάνατος κατέλαβεν αυτόν εις το κελλίον του καλού ερημίτου Αρκούλφου, όστις εμόναζε παρά την όχθην του Μαγάνου (7) πλέκων εγκώμια εις τους Αγίους και καλάθια εις τους αλιείς. Η Ιωάννα αφού έκλεισε τον οφθαλμόν του πατρός της, έθαψεν αυτόν βοηθουμένη υπό του ασκητού παρά το χείλος του ποταμού, υπό ιτέαν, εις ης το στέλεχος ενεχάραξεν επιγραφήν ενθυμίζουσαν τας αρετάς του μακαρίτου. Καταπεσούσα έπειτα η δύστηνος κόρη επί του χώματος εκείνου, του κρύπτοντος τον μόνον αυτής επί της γης προστάτην, ανέμιξεν ως η σύζυγος του Οθέλου α λ μ υ ρ ά δ ά κ ρ υ α εις το κύμα, όπερ έβρεχε τούς πόδας της. Αφού δε προσέφερε την ευσεβή εκείνην σπονδήν επί του πατρώου τάφου απέμαξε τέλος τους στειρεύσαντας οφθαλμούς. Η λύπη, ην αισθανόμεθα διά την στέρησιν του φιλτάτου όντος, ομοιάζει την εκρίζωσην οδόντος· σφοδρός ο πόνος, αλλά στιγμιαίος. Μόνοι οι ζώντες προξενούσιν ημίν διαρκείς λύπας. Τις ποτέ έχυσε επί του τάφου ερωμένης το ήμισυ, το εκατοστόν, το χιλιοστόν των δακρύων, αφ' όσα διά την κακίαν της έχυνε καθ’ ημέραν; Αφού λοιπόν απέκλαυσεν η Ιωάννα, έκυψεν επί του ύδατος, ίνα δροσίση τους καίοντας οφθαλμούς. Πρώτην τότε φοράν ενέβλεψε μετά προσοχής εις την εν τω ύδατι εικόνα αυτής, του μόνου εις τον κόσμον πλάσματος, όπερ τη απέμενε ν’ αγαπά. Κύπτοντες και ημείς άνωθεν του ώμου της, ίδωμεν τι αντηνάκλα το ρευστόν εκείνο κάτοπτρον. Πρόσωπον δεκαεξαετές μήλου στρογγυλώτερον, κόμην ξανθήν ως της Μαγδαληνής και ακτένιστον ως της Μηδείας, χείλη ερυθρά ως πίλον καρδιναλίου, υποσχόμενα ηδονάς ανεξαντλήτους και στήθη εύσαρκα, ως πέρδικος, πάλλοντα έτι υπό της συγκινήσεως. Τοιαύτην έβλεπεν εαυτήν εν τω ύδατι η Ιωάννα, τοιαύτην είδον καγώ εν τω χειρογράφω της Κολωνίας την εικόνα της. Η οπτασία εκείνη επράυνεν οπωσούν της ηρωίδος μου τον πόνον, ήτις απλωθείσα επί της χλόης και στηρίξασα επί της χειρός την κεφαλήν ήρξατο να σκέπτηται πως ήθελε μεταχειρισθή το κάλλος και την σοφίαν της· αν ήθελεν ενδυθή ράσον ή αναζητήση άλλον αντί του πατρός της προστάτην. Αφού εφ' ικανήν ώραν ερέμβασεν έξυπνος νικηθείσα υπό του καύσωνος και βαυκαλωμένη υπό των τεττίγων απεκοιμήθη υπό την σκιάν των δένδρων, άτινα προεφύλαττον αυτήν από τας ακτίνας του ηλίου και τα βλέμματα των περιέργων.
Αγνοώ αν είχεν αναγνώσει και τον Λουκιανόν η Ιωάννα, αλλά άμα έκλεισε τους οφθαλμούς, είδε κακείνη όνειρον ως του Σαμοσατέως. Δύο γυναίκες εφάνησαν αύτη εξερχόμεναι του ύδατος. Η μεν τούτων είχε γυμνά τα στήθη, άνθη επί της κεφαλής και μειδίαμα επί των χειλέων, η δε μαύρον ράσον, σταυρόν επί του στήθους και κατάνυξιν επί του προσώπου. Αμφότεραι ήσαν ωραίαι, αλλά της μεν το κάλλος ενεθύμιζεν ευθύμους εορτάς, ποτηριών συγκρούσεις και χορευτών ποδοκρουσίαν, της δε το υγρόν βλέμμα τας μυστηριώδεις των κοινοβίων απολαύσεις, αθόρυβα συμπόσια και σιγαλά φιλήματα. Εκείνης μεν ήθελε τις επιθυμήσει να εναγκαλισθή την οσφύν εις θορυβώδη αίθουσαν χορού, υπό τα βλέμματα πλήθους θεατών και την λάμψιν μυρίων λαμπάδων, προ ταύτης δε να γονυπετήση εντός σιωπηλού κελλίου εις το αμφίβολον φως λυχνίας κρεμάμενης προ της εικόνος Αγίου.
Ότε επλησίασαν, προτρέξασα η πρώτη, «Ιωάννα», είπε, συμπλέκουσα θωπευτικώς τους δακτύλους εις τους ξανθούς της ηρωίδος μας πλοκάμους, ««σε είδον διστάζουσαν αν ήθελες προτιμήσει του κόσμου τας απολαύσεις ή του μοναστηρίου την ησυχίαν και ευθύς έδραμον, ίνα οδηγήσω το άπειρον βήμα σου εις της αληθούς ευδαιμονίας την οδόν. Είμαι η αγία Ίδα· ουδενός έμεινα άγευστος του κόσμου των αγαθών· απήλαυσα δύο συζύγους, τρεις εραστάς και επτά τέκνα, πολλάς εκέννωσα φιάλας καλού παραρρηνίου οίνου, πολλάς διήλθον φαιδράς αΰπνους νύκτας· τους ώμους μου επέδειξα εις όλον τον κόσμον, την χείρα μου έτεινα εις όλα τα χείλη, την μέσην μου έσφιξαν όσοι ήξευρον χορόν και εν τούτοις συνδοξάζομαι και συμπροσκυνούμαι μετά των Αγίων. Απήλαυσα δε και τούτο φαγούσα καλούς ιχθύας την τεσσαρακοστήν, ρίψασα τα ψιχία της τραπέζης μου εις τα αδηφάγα στόματά των ιερέων και τας παλαιάς μου εσθήτας δωρήσασα εις τα αγάλματα της Παναγίας. Τοιούτον και εις σε, αν ακούσης τας συμβουλάς μου, υπόσχομαι μέλλον. Είσαι πτωχή, άστεγος και ρακενδύτις· αλλά καγώ πριν γείνω σύζυγος του κόμητος Εκβέρτου, εφύσων τον χειμώνα εις τα δάκτυλά μου, καγώ μόνην περιουσίαν είχον τα κόκκινά μου χείλη δι' ων απέκτησα πλούτον· τιμάς και αγιότητα. Θάρσει, λοιπόν, ξανθή μου Ιωάννα. Είσαι ωραία ως άνθος λειμώνος, σοφή ως βίβλος του Ινκμάρου, πανούργος ως αλώπηξ του Μαύρου δάσους. Διά τούτων δύνασαι ν’ αποκτήσης παν ό,τι ευφρόσυνον έχει ο βίος. Αλλά βάδισον την πεπατημένην οδόν και άφες εις τους μωρούς τας ακρωρείας. Ευρέ σύζυγον, ίνα σοι δώση το όνομά του και ισπανικά σανδάλια, έχε εραστάς ίνα ασπάζωνται τα σανδάλια ταύτα, έχε τέκνα ίνα παρηγορώσι το γήρας σου, έχε αν θέλης, και σταυρόν, ίνα υπ’ αυτόν καταφεύγης οσάκις βαρυνθής τους ζώντας ή σε βαρυνθώσιν εκείνοι. Μόνη η οδός αύτη άγει εις την ευτυχίαν· αυτήν ηκολούθησα επί τριάκοντα έτη εν μέσω ανθέων, συμποσίων, ίππων και ασμάτων, περικυκλουμένη υπό συζύγου, όστις μ' ηγάπα, υπό εραστών ανυμνούντων το κάλλος μου και υπηκόων ευλογούντων το όνομά μου· ότε δε ήλθε το πεπρωμένον τέλος, εξέπνευσα επί κλίνης πορφυράς, μεταλαβούσα διά χειρός Αρχιεπισκόπου και υπό των τέκνων μου υποστηριζομένη. Νυν δε αφόβως περιμένω την ημέραν της κρίσεως υπό καλλιμάρμαρον πλάκα όπου αι αρεταί μου είναι με χρυσά γράμματα κεχαραγμέναι»».
Ούτω ωμίλησεν η αγία Ίδα· τοιαύτας φρονίμους συμβουλάς ψιθυρίζουσι και σήμερον εις το ους των θυγατέρων αι πολύπειροι μητέρες, εμπνέουσαι αυτώ σωτήριον προς τας αηδίας των μυθογράφων αποστροφήν. Αφού δε εξετύλιξεν εκείνη εις τα όμματα της κορασίδας το απαστράπτον κομβολόγιον των κοσμικών ηδονών, προσήλθεν η ρασοφόρος αυτής σύντροφος και διά φωνής ρεούσης η σ υ χ ή, ως η πηγή του Σιλωάμ, ήρξατο να λέγη.
««Εγώ δε, Ιωάννα, ειμί η αγία Λιόββα, τέκνον ως και συ της Βρεττανίας, εξαδέλφη του προστάτου της χώρας ταύτης Αγίου Βονιφατίου και φίλη του υπό το χώμα τούτο αναπαυθέντος πατρός σου.
Τίνα είναι του κόσμου τ' αγαθά ήκουσας παρά ταύτης. Αναμίξασα γάμους, μητρότητας, έρωτας και ίππους κατεσκεύασε δι' αυτών επίχρυσον καταπότιον όπερ σοι επέρριψεν, ως οι αλιείς το δόλωμα εις τους ιχθύας. Αλλ’ ούτε την τιμήν ούτε τα ελαττώματα του εμπορεύματος σοι είπεν η ευσυνείδητος αύτη μεσίτρια. Ερώτησον αυτήν πόσα διά τας ύβρεις του συζύγου έχυσε δάκρυα, πόσα διά την απιστίαν εραστού, πόσα επί της κοιτίδος ασθενούντος τέκνου, πόσα προ του κατόπτρου, ότε αντί κρίνων και ρόδων ωχρότης και ρυτίδες αντανακλώντο. Ούτε φανατικοί ούτε ανόητοι ήσαν αι πρώται εκείναι παρθένοι, αίτινες απολακτίσασαι τον κόσμον εζήτησαν ησυχίαν υπό την στέγην Μοναστηρίου· αλλ’ εγνώριζον ότι οι γάμοι πλήθουσιν ανίας, ήκουσαν τας κραυγάς των γυναικών, ότε έτικτον ή εξυλοκοπούντο υπό του συζύγου, είδον τας γαστέρας αυτών εξοιδημένας και τα στήθη των γάλακτος αποστάζοντα, εμέτρησαν δε και τας ρυτίδας όσας αι αγρυπνίαι και οι πόνοι έσκαψαν επί του μετώπου των. Το αηδές θέαμα αζώστου, εγκυμονούσης ή θηλαζούσης γυναικός ώθησεν ημάς εις τα μοναστήρια, και ουχί Αγγέλων οπτασίαι ή όρεξις ξηρού άρτου, ως διηγούνται οι κρονόληροι αγιογράφοι. Εκεί εύρομεν ανεξαρτησίαν και ανάπαυσιν υπό σκιερά κελλία, όπου ούτε τέκνων κραυγαί ούτε αυθέντου απαιτήσεις ούτε μέριμνα οιαδήποτε διακόπτει την ησυχίαν μας. Αλλ' ίνα μη έρημος ο κόσμος καταντήση, ίνα μη αι γυναίκες τρέξωσι αθρόαι εις τα κοινόβια διεσπείραμεν αλλοκότους περί του βίου ημών φήμας, ότι διανυκτερεύομεν γονυπετείς, επί ψυχρών μαρμάρων, ποτίζομεν ράβδους μέχρις ου ανθίσωσι, κοιμώμεθα επί στάκτης και μαστιγούμεν το σώμα ανηλεώς. Ούτω και οι κιβδηλοποιοί, ίνα απομακρύνωσι τους περιέργους, διαδίδουσιν ότι φαντάσματα φρικαλέα και βρυκόλακες κακοποιοί συχνάζουσι τα σπήλαια, όπου χαλκεύεται ο νόθος χρυσός. Μη φοβηθής ούτε το επώνυμον του αγίου Παχωμίου π α ξ ι μ ά δ ι ο ν, το οποίον μόνον οι ανόητοι τρώγουσι, ούτε τον νυκτερινόν κώδωνα, όστις τας ευήθεις μόνον εξύπνα, ούτε του ενδύματος ημών την πενιχρότητα· ιδέ τι υπό το τραχύ τούτο ύφασμα υποκρύπτεται.»»
Ταύτα, λέγουσα απετίναξεν η Αγία Λιόββα από των ώμων το ράσον και εφάνη ενδεδυμένη αράχνινον χιτώνα της Κέω, α έ ρ α ε ξ υ φ α σ μ έ ν ο ν, ως ωνόμαζον τους τοιούτους οι ποιηταί, υπό τον οποίον το σώμα αυτής έλαμπεν ως γενναίος οίνος υπό κρύσταλλον της Βοημίας. Κύψασα είτα εις το ους της κοιμωμένης «Ιωάννα» εξηκολούθησεν, απαλύνουσα έτι μάλλον την φωνήν «σοι υπεσχέθη και ηδονάς η αντίζηλός μου αύτη· αλλ' ερώτησον αυτήν αν, περικυκλουμένη υπό κακοβούλων βλεμμάτων, αμιγή ησθάνετο ηδυπάθειαν, ότε παρεδίδετο εις τον εραστήν, τείνουσα το ους ουχί εις τους γλυκείς λόγους του, αλλ' εις πάντα περί αυτήν θόρυβον, και κάτωχρος αυτόν απωθούσα, οσάκις έτριζε θύρα ή εκινείτο φύλλον. Είδες ποτέ γαλήν αναβάσαν επί τραπέζης και πίνουσαν του αυθέντου το γάλα; λοξά τα βλέμματα αυτής, ανήσυχα τα ώτα, ορθαί αι τρίχες υπό του φόβου και έτοιμοι οι πόδες εις φυγήν. Ούτω γεύονται και αι κοσμικαί αύται δέσποιναι του απηγορευμένου καρπού. Ημείς δε ούτε υπό φροντίδων ούτε υπό κατασκόπων περικυκλούμεναι αλλ' υπό τοίχων υψηλών και δασών πολυδένδρων, την μεν ημέραν δαπανώμεν διαλεγόμεναι ως οι αρχαίοι φιλόσοφοι περί ηδονής, οπόταν δε σημάνη η ώρα αυτής, αποσυρόμεθα εις τα ήσυχα ημών κελλία, όπου εν σιωπή και κατανύξει προετοιμαζόμεθα εις την απόλαυσιν ως οι ιππόται εις την μονομαχίαν. Βυθίζουσαι εις χλιαρά αρώματα τον τριχόσακκον τούτον (8) , ον οι ανόητοι νομίζουσιν όργανον κακοπαθείας, τρίβομεν δι’ αυτού το σώμα μέχρις ου καταστή υπέρυθρον ως ρόδον ευαίσθητον εις πάσαν πρόσψαυσιν, ως ίππος εις τον πτερνιστήρα, λύομεν την κόμην, καλύπτομεν τας αγίας εικόνας και κατακλινόμεναι τον μεν χειμώνα παρά την λάμψιν ευθύμου πυράς, το δε θέρος πλησίον ανοικτού παραθύρου, ακροώμεναι το άσμα της αηδόνος ή ψιθυρίζουσαι το Ά σ μ α α σ μ ά τ ω ν, παραδιδόμεθα εις μειλίχια όνειρα, μέχρις ου ηχήσωσιν εις τον διάδρομον τα σανδάλια του ερχομένου, ίνα τα ονείρατα ταύτα ενσαρκώση. Οι ανατολίται εφεύρον τα διπλά μοναστήρια, όπου οι θεράποντες του Υψίστου και αι νύμφαι του Χριστού οικούσιν υπό την αυτήν στέγην, υφ' ενός χωριζόμενοι τοίχου, αλλ' ημείς ετελειοποιήσαμεν των Ελλήνων την εφεύρεσιν, ανοίξασαι εις τους τοίχους τούτους οπάς, δι’ ων αθορύβως και ακινδύνως δεχόμεθα τους εν αγίω Βενεδίκτω αδελφούς. Πρώται ημείς εκαλλιεργήσαμεν εις τους κήπους των κοινοβίων το ηδύπνουν πήγανον, το οποίον απαλλάττει από των κόπων της μητρότητος, την βαρύοσμον ερείκην, ήτις καθιστά ακόρεστα τα χείλη, και την οξείαν κνίδα, εξ ης οι ημέτεροι ερασταί αρύονται νέας αείποτε δυνάμεις, ως, ο Ανταίος εκ της γης.
Αλλά μη νομίσης, Ιωάννα, ότι πάντοτε εντός τεσσάρων τοίχων περιορίζομεν τον βίον και εις τοιαύτας απολαύσεις την ευδαιμονίαν. Ενίοτε η πλήξις επέρχεται εν μέσω της τρυφής· ο δρόμος του ηλίου φαίνεται ημίν βραδύς διά των κιγκλίδων του κελλίου, οι δε θωρακοφόροι ιππόται προτιμώτεροι των καλογήρων. Προφασιζόμεναι τότε ευσεβή αποδημίαν εις τάφον αγίου, περιερχόμεθα τον κόσμον, εμβαίνουσαι εις τα ανάκτορα και τας καλύβας, τα θέατρα και τα λουτρά και πανταχού ευρίσκουσαι φιλόφρονα υποδοχήν, αγκάλας ανοικτάς και μέτωπα προσκλινή. Ότε μετέβην εις την αυλήν του αυτοκράτορος Καρόλου εωρτάζοντο κατ' αυτήν εκείνην την εσπέραν οι γάμοι αυτού μετά της Ιλδεγάρδης. Κόμητες, δέσποιναι, ιππόται και ιεράρχαι συνωθούντο εν τη αιθούση του εν Ακυισγράνω ανακτόρου. Οι ραψωδοί έψαλλον τους άθλους του τροπαιούχου νυμφίου, οι μίμοι και αι ορχηστρίδες εκίνουν εις γέλωτα δι' αλλοκότων μορφασμών, οι κύβοι κατεκυλίοντο και ο οίνος εκυκλοφόρει εντός αργυροχείλων ποτηρίων. Αλλ' άμα το μαύρον μου ράσον εφάνη παρά την φλιάν της θύρας, άμα το όνομά μου, «Λιόββα η ηγουμένη! Λιόββα η αγία!» ήχησεν εν τη αιθούση, πάντες αφήκαν κύβους, ποτήρια και γυναίκας, ίνα ενατενίσωσιν εις εμέ. Οι μεν ησπάζοντο τα άκρα της ζώνης, οι δε των ποδών μου τα ίχνη, μόνος δε ο αυτοκράτωρ τας χείρας. Η τριχίνη μου εσθής επεσκίασε και της μετάξης και των αδαμάντων και των εψιμμυθιωμένων παρειών και των γυμνών ώμων την λάμψιν· μεταξύ δε του γονυπετούς εκείνου πλήθους διέκρινα τον δεκαοκταετή Ροβέρτον, όστις ανύψου προς εμέ κάθυγρα βλέμματα και ηνωμένας χείρας, απλήστως αναζητών το πρόσωπόν μου υπό την καλύπτραν. Αφού ετελείωσεν η εορτή, ωδηγήθην υπ’ αυτού του Αυτοκράτορος εις τον λαμπρότερον των ανακτόρων κοιτώνα, κοινωνούντα μετά του κήπου διά υελοφράκτου θύρας. Εξυπνήσασα περί μέσην νύκτα ήνοιξα την θύραν εκείνην, ίνα μετριάσω την οσμήν της αλόης και της σμύρνας, δι' ων αι αδελφαί του Καρόλου είχον αρωματίσει τον θάλαμον προς τιμήν μου, και αντικρύ μου είδον καθήμενον υπό μηλέαν τον Ροβέρτον, στηρίζοντα επί των γονάτων τους βραχίονας και επ' αυτών την έφηβον κεφαλήν του, τους δε οφθαλμούς απλήστως εις το παράθυρόν μου προσηλούντα. Ότε με είδεν, ηγέρθη, έντρομος, ίνα φύγη, αλλά δι' ελαφρού νεύματος προσεκάλεσα εαυτόν να εισέλθη. Ανασκιρτήσας τότε δι' ενός πηδήματος ευρέθη προ εμού γονυπετής, αλλ' ούτε να με εγγίση ούτε λέξιν να προφέρη, ούτε τους οφθαλμούς να σηκώση ετόλμα ο δυστυχής νεανίας. Ότε δε παραμερίσασα την μακράν κόμην του επέψαυσα διά των χειλέων το μέτωπόν του, φοβούμενος μη ηπατάτο υπό φάσματος νυκτερινού εψηλάφει την εσθήτα, τας χείρας και την λυτήν κόμην μου ίνα πεισθή ότι ήμην εγώ, ότι την αγίαν Λιόββαν είχεν ημίγυμνον και μειδιώσαν ενώπιον αυτού. Τις των του κόσμου δεσποινών ηξιώθη ποτέ τοιαύτης λατρείας και τίνος τα χείλη εις την τοιαύτην ευγνώμονα έκστασιν εβύθισαν τον εραστήν;