Δύο ολοκλήρους μήνας έμεινα εις του Καρόλου την αυλήν ότε δε κορεσθείσα συμποσίων, χειρασπασμών και θορύβου απεχαιρέτησα τα φιλόξενα εκείνα ανάκτορα, αυτός ο Αυτοκράτωρ εκράτησε της όνου μου τον χαλινόν, η αυτοκράτειρα και αι ηγεμονίδες με καθικέτευον μετά δακρύων να μείνω, ο δε Ροβέρτος απέσπα τας τρίχας υπό της απελπισίας. Τοιούτον και εις σε υπόσχομαι βίον, Ιωάννα· αμιγείς πόνου ηδονάς αντί των αμφιβόλων του κόσμου απολαύσεων, ανεξαρτησίαν αντί δουλείας, ράβδον ηγουμένης αντί ηλακάτης και τον Ιησούν αντί θνητού συζύγου. Ήκουσας την Ίδαν συνηγορούσαν υπέρ του γάμου, ήκουσας και εμέ υπέρ του μοναστηρίου, μεταξύ αυτής και εμού έκλεξον ήδη Ιωάννα.»»
Η εκλογή δεν ήτο δύσκολος, αλλά και διά κλειστών οφθαλμών ηδύνατο να γείνη. Διό ουδόλως διστάσασα η κοψωμένη ηρωίς έτεινεν αμφοτέρας τας χείρας εις την εύγλωττον ρασοφόρον, ενώ η σύντροφος αυτής κατησχυμμένη και ουδέν έχουσα αντειπείν διελύετο εις καπνόν, ως οι γυναικόμορφοι εκείνοι δαίμονες οίτινες διέκοπτον τας ευσεβείς μελέτας του αγίου Παχωμίου, παρενθέτοντες λευκά στήθη ή κόκκινα χείλη μεταξύ των οφθαλμών του και του ευχολογίου. Η δε αγία Λιόββα, ασπασθείσα την νέαν προσήλυτον επί της παρειάς, προσέθηκε περιχαρής. ««Ίνα πεισθώ ότι η προς τον μοναστικόν βίον προαίρεσίς σου είναι ειλικρινής, δεν σοι είπον οποίον σοι επεφύλαττον τρισένδοξον μέλλον, οποίαν ατίμητον αμοιβήν, η Σεμίραμις εγένετο βασίλισσα των Ασσυρίων, η Μοργάνη των Βρεττανών και η Βαθίλδη της Γαλλίας. Αλλά συ ίδε τι θέλεις γίνει, Ιωάννα! »»
Παράδοξος τότε οπτασία, όνειρον εν ονείρω, εθάμβωσε την ημετέραν ηρωίδα. Εφάνη ότι εκάθητο επί θρόνου τόσω υψηλού, ώστε η κεφαλή αυτής, υπό τριπλού κοσμουμένη διαδήματος, ήγγιζε τα νέφη, λευκή περιστερά ίπτατο περί αυτήν δροσίζουσα διά των πτερύγων, πολύς δε λαός συνωθείτο περί τους πόδας του θρόνου γονυπετών^ τινές τούτων έπαλλον άργυρα θυμιατήρια, ων οι ατμοί συνεπυκνούντο περί αυτήν εις εύοσμα νέφη, και άλλοι αναβαίνοντες εφ' υψηλών κλιμάκων ησπάζοντο ευσεβώς τους πόδας της.
Έτυχε ποτέ, καλέ μου αναγνώστα, να ονειρευθής ότι σε απαγχονίζουσιν ή ότι από μέρους υψηλού πίπτεις εις βάραθρον ακαταμέτρητον; Καθ' ην στιγμήν σφίγγει τον τράχηλον το σχοινίον ή μέλλει το σώμα σου να συντριβή, εξυπνάς και ευρίσκεσαι εντός θερμής κλίνης, έχων τον νυκτικόν πίλον επί της κεφαλής και τον κύνα σου παρά τους πόδας. Ουδέν γλυκύτερον της εγέρσεως εκείνης· ψηλαφείς τα μέλη σου και αγάλλεσαι ευρίσκων αυτά σώα, ανοίγεις έπειτα τους οφθαλμούς και το παράθυρον, ίνα μη σ' επισκεφθή πάλιν ο κακός όνειρος. Αλλ' αν έτυχε να ιδής όνειρον καλόν, ότι ανεύρες την φιλοσοφικήν λίθον ή γυναίκα φρόνιμον, και εξυπνήσης καθ' ην στιγμήν ήπλωνες την χείρα εις τα χιμαιρικά ταύτα κειμήλια, τότε όλα σοι φαίνονται δυσάρεστα και αηδή. Απωθών την οχληράν πραγματικότητα βυθίζεις την κεφαλήν υπό το εφάπλωμα, ζητών παντί τρόπω να συλλάβης και πάλιν τα φεύγοντα εκείνα φαντάσματα. Τοιούτον τι ησθάνθη και η Ιωάννα ότε, εξυπνήσασα με την γοητευτικήν εκείνην οπτασίαν ευρέθη άπορος, απροστάτευτος και μόνη πλησίον του νεοσκάπτου τάφου του πατρός της. Ο φιλόξενος Αρκούλφος προσήλθε μετ' ολίγον, ίνα προσφέρη τη ορφανή παραμυθίαν και τροφήν αλλ' αύτη και τας παρηγορίας και τα ανάλατα χόρτα απωθήσασα του καλού ασκητού. — «Ποίον είναι, ηρώτησε, το πλησιέστερον μοναστήριον;» -«Το της Αγ. Βλιθρούδης εν Μοσχάβη», απεκρίθη έκπληκτος ο γέρων, τείνων τον τρέμοντα δάχτυλον προς ανατολάς.— «Ευχαριστώ», απήντησεν η Ιωάννα, και σφίγξασα της εσθήτος τον ζωστήρα ηκολούθησε την υποδειχθείσαν διεύθυνσιν, σπεύδουσα εις κατάκτησιν των αγαθών, άτινα υπεσχέθη αυτή η αγία Λιόββα. Ο δε ευσεβής ερημίτης, βλέπων αυτήν μεγάλοις βήμασιν απομακρυνομένην, κατέγραψεν εις το ημερολόγιον ότι διά των παρακλήσεων αυτού τα επισκιάζοντα το ερημητήριόν του δένδρα απέκτησαν την ιδιότητά του να εμπνέωσιν ακράτητον προς τον μοναστικόν βίον ορμήν εις πάντα από την σκιάν αυτών αναπαυόμενον.
Η Ιωάννα, ήτις εν τη ανυπομονησία αύτης ουδέ περί της οδού εφρόντισεν ακριβώς να ερωτήση, εν όσω μεν ο δρόμος ηνοίγετο ευθύς ενώπιον της έτρεχεν ως διωκόμενη έλαφος· αλλά περιπλεχθείσα μετ' ου πολύ εις στενάς ατραπούς και αδιέξοδα μονοπάτια κατέπεσε τέλος ως η Δήμητρα παρά το χείλος φρέατος, ίνα πίη και σκεφθή υπέρ του πρακτέου. Εν τούτοις η νυξ εξηπλούτο ασέληνος και ζοφερά επί του δάσους, εις δε το σκότος εκείνο εσπινθήριζον απαισίως μεταξύ των φύλλων τα όμματα των γλαυκών και των λύκων. Η δύστηνος νεάνις μόνη εν τη φοβερά εκείνη ερήμω, ότε μεν συνεστέλλετο ακινητούσα παρά την ρίζαν γηραιάς δρυός, οτέ δε νέας δυνάμεις αντλούσα εκ φόβου έτρεχεν ως φάσμα νυκτερινόν μεταξύ των δένδρων. Ούτω πλανωμένη διέκρινε τέλος εις το πυκνότερον μέρος του δάσους αμυδρόν τι φως, προς ό κατηύθυνε τον κλονούμενον πόδα της, ελπίζουσα να εύρη εκεί φιλόξενον ασκητήριον ερημίτου. Αλλ’ αντί τούτου εύρε μόνον ξύλινον αγαλμάτιον της Θεοτόκου, εναποτεθειμένον εις κοίλωμα δένδρου, από το οποίον έκαιε μία των θαυμασίων εκείνων λυχνιών, ων το έλαιον ουδέποτε εξηντλείτο κατά τους τότε αγιογράφους ή κατ' άλλους ανενεούτο καθ’ εκάστην από των αγγέλων. Προ του, αγάλματος τούτου καταπεσούσα η Ιωάννα ηυχήθη εις την Παρθένον, ζητούσα προστασίαν και οδηγόν, ίνα εξέλθη του λαβυρίνθου. Αι ευχαί εισηκούσθησαν· τριπλοί όνων ογκηθμοί απεκρίθησαν εις της νεανίδος τας δεήσεις και μετ' ου πολύ εφάνησαν και τα ζώα, κύπτοντα από το βάρος τριών πολυσάρκων καλογήρων· είπετο δε και τέταρτος όνος σύρων μονότροχον άμαξαν, εφ' ης εφαίνοντο δύο επιμήκη κιβώτια, ευσεβώς δι' αργυροκεντήτου υφάσματος κεκαλυμμένα. Οι τρεις ονοβάται ήσαν πατρώοι της Ιωάννας φίλοι, οι πανοσιώτατοι Ραλήγος, Ληγούνος και Ρεγιβάλδος, μετακομίζοντες εις Μουλιγχείμην (9) τα σώματα των αγίων Μαρτύρων Πέτρου και Μαρκελλίνου, μεταξύ των οποίων έλαβε την άδειαν να καθήση η ημετέρα ηρωίς επί της αγιοφόρου αμάξης. Οι καλοί ούτοι πατέρες, αφού έμαθον τα περί της Ιωάννας, διηγήθησαν έπειτα αυτή ότι κατά διαταγήν του ηγουμένου αυτών Εγινάρδου μετέβησαν εις Ρώμην, ίνα αγοράσωσιν άγια λείψανα, αλλά μη δυνηθέντες να συμφωνήσωσι περί της τιμής εισήλθον την νύκτα, οδηγούμενοι υπό αγγέλου κρατούντος φανάριον, εις την υπόγειον εκκλησίαν του αγίου Τιβουρκίου και ανοίξαντες τους τάφους των εκεί αναπαυομένων αγίων Πέτρου και Μαρκελλίνου έκλεψαν τα οστά αυτών, άτινα διά μυρίων κινδύνων και κόπων κατώρθωσαν να μετακομίσουν εις Γερμανίαν. Οι εκταφέντες ούτοι Άγιοι εφαίνοντο εν αρχή δυσανασχετούντες ότι εταράχθη η ησυχία των· γοεροί στεναγμοί εξήρχοντο εκ των φερέτρων και άφθονον αίμα απέσταζεν εξ αυτών καθ εκάστην, βαθμηδόν όμως υπετάγησαν εις την νέαν τύχην των, και αναλαβόντες τας παλαιάς αυτών έξεις εθαυματούργουν, θεραπεύοντες χωλούς, τυφλούς και παραλυτικούς, διώκοντες τους πονηρούς δαίμονας και μεταβάλλοντες τον ζύθον εις οίνον, τους κόρακας εις περιστεράς και τους ειδωλολάτρας εις χριστιανούς. Τοιαύτα και άλλα πολλά διηγούντο οι πανοσιώτατοι τη Ιωάννα επαινούντες τα θαύματα των αγίων των ως οι κίναιδοι τα της Συρίας θεάς· αλλ’ αύτη εναύλους έτι έχουσα εις τα ώτα τας χρυσάς υποσχέσεις της αγίας Λιόββας ολίγον προσείχεν εις των συνοιδοιπόρων τα συναξάρια, δις δε και τρις χασμηθείσα απεκοιμήθη τέλος μεταξύ των αγίων Πέτρου και Μαρκελλίνου. Το ίδιον φοβούμενοι μη έπαθες και συ, αναγνώστρια, παραπέμπομεν εις το επόμενον κεφάλαιον την εξακολούθησιν της φιλαλήθους ημών ιστορίας.
ΜΕΡΟΣ Β'.
«"Regrettez vous le temps où nos vieilles romances
Ouvraient leurs ailes d'or vers un monde enchanté,
Où tous nos monuments et toutes nos croyances
Portaient le manteau blanc de leur virginité»
(Musset, R o l l a).
Έτυχέ ποτέ, αναγνώστα μου, αφού διήλθες την ημέραν αναγινώσκων μυθιστόρημά τι του μεσαιώνος, τα Κ α τ ο ρ θ ώ μ α τ α τ ο υ β α σ ι λ έ ω ς Α ρ θ ο ύ ρ ο υ ή τ ο υ ς Έ ρ ω τ α ς τ ο υ Λ α γ κ ε λ ό τ ο υ κ α ι της Γ ι ν έ β ρ α ς, ν’ αφήσης το βιβλίον να καταπέση και συγκρίνων την τότε εποχήν προς την παρούσαν να ποθήσης τους χρυσούς εκείνους χρόνους, ότε η ευσέβεια, ο πατριωτισμός και ο αγνός έρως επεκράτουν επί της οικουμένης; Ότε καρδίαι πισταί έπαλλον υπό θώρακας σιδηρούς και χείλη ευσεβή ησπάζοντο τους πόδας του Εσταυρωμένου; ότε αι βασίλισσαι, ύφαινον τους χιτώνας των συζύγων, αι δε παρθένοι έμενον έτη ολόκληρα εις τα δώματα των φρουρίων περιμένουσαι την επιστροφήν του μνηστήρος; ότε ο κλεινός Ρολάνδος απεσύρετο εις σπήλαιον αντικρύ του περικλείοντος την ερωμένην του Μοναστηρίου και εδαπάνα τριάκοντα έτη θεωρών το φως του παραθύρου της; Πολλάκις εκ τοιούτων αναμνήσεων εκυκλοφόρησε θερμότερον το αίμα και υγράνθησαν οι οφθαλμοί μου. Αλλ' ότε αφήσας τους ραψωδούς εζήτησα την αλήθειαν υπό την κόνιν των αιώνων, εις τα Χρονικά των συγχρόνων τους νόμους των βασιλέων, τα Π ρ α κ τ ι κ ά των συνόδων και τα διατάγματα των Παπών, ότε αντί του Ερσάρτου ανείλιξα τον Βαρόνιον και Μουρατόρην και είδον γυμνόν ενώπιον μου τον μεσαίωνα, εθρήνησα τότε ουχί ότι παρήλθον, αλλ' ότι ουδέποτε ανέτειλαν επί της οικουμένης της πίστεως και του ηρωισμού αι χρυσαί εκείναι ημέραι.
Αφήκαμεν την Ιωάνναν συνοδοιπορούσαν μετά δύο Αγίων, τριών μοναχών και τεσσάρων όνων. Ο δρόμος ήτο σκοτεινός και ανώμαλος ως το ύφος της Νέας Σχολής, ώστε άνθρωποι και ζώα απέκαμον μετά δίωρον πορείαν διά των δυσβάτων εκείνων ατραπών, ότε δε διέκριναν μακρόθεν επί της κορυφής λόφου το ερυθρόν φανάριον ξενοδοχείου, ετράπησαν προς το σωτήριον εκείνο φως, ως οι μάγοι προς τον υποδεικνύοντα την φάτνην του Σωτήρος αστέρα.
Από των χρόνων του Τακίτου μέχρι των καθ' ημάς η πολυφαγία και η πολυποσία είναι το θανάσιμον αμάρτημα των Γερμανών· αλλ' οι μεν φιλόξενοι κάτοικοι της πάλαι Γερμανίας εμέθυον εν ταις καλύβας των, προσφαίροντες δείπνον και στέγην εις τον κεκμηκότα οδοιπόρον, οι δε καλόγηροι του μεσαιώνος, αφού ο Άγ. Βενέδικτος αντικατέστησε τον οίνον διά του ζύθου επί της τραπέζης των κοινοβίων, έζων εν τοις καπηλείοις ως οι αρχαίοι Έλληνες εις την αγοράν. Μάτην αι Σύνοδοι και ο Πάπας Λέων ανεθεμάτιζον τους πωλούντας και πίνοντας τον οίνον και μάτην οι φιλόξενοι ερημίται εθεμελίουν ασκητήρια εις τας λεωφόρους και τα δάση, προσφέροντες τω οδοιπόρω άμισθον φιλοξενίαν, πράσινα χόρτα, ίνα φάγη και χόρτα ξηρά ίνα κοιμηθή. Οι περιηγούμενοι ιερείς εισήρχοντο μεν ενίοτε εις τα κελλία των ασκητών, όταν ο καιρός ήτο κακός, αλλ' άμα έπαυεν η βροχή, έτρεχον εις το πλησιέστερον καπηλείον. Σήμερον τα ξενοδοχεία είναι συστημένα χάριν των περιηγητών, κατά δε τον μεσαιώνα πολλοί μοναχοί εγίνοντο περιηγηταί χάριν των ξενοδοχείων.
Οι τρεις π α ν ο σ ι ώ τ α τ ο ι, αφού ετοποθέτησαν τους όνους εις τον σταύλον, τα λείψανα των αγίων επί της κλίνης του ξενοδόχου και εαυτούς προ της εστίας, διότι νύκτες θεριναί δεν υπάρχουσιν εις τον τόπον εκείνον, ήνοιξαν τους ρώθωνας, ίνα οσφρανθώσι την κνίσσαν του μαγειρείου. Παχεία χην εστρέφετο υπεράνω σπινθηριζούσης ανθρακιάς και ετέρα έβραζεν εντός καλού οίνου της Ιγκελχείμης. Η θέα του οβελού και το άσμα της χύτρας ηύφραναν την καρδίαν των καλών πατέρων, οίτινες καθήσαντες μετ' ου πολύ περί μαρμαρίνην τράπεζαν ηκόνιζον ήδη τας μαχαίρας και τους οδόντας ίνα σπαράξωσι την λείαν, ότε αίφνης οχληρά ανάμνησις ήπλωσε μέλαν νέφος επί της φαιδράς όψεως των δαιτυμόνων. «Παρασκευή!» είπεν ο Ραλήγος, απωθών το πινάκιον «Παρασκευή!» απεκρίθη ο Ληγούνος καταθέτων την περόνην· «Παρασκευή!» ανέκραξεν ο Ρεγιβάλδος, κλείων το πλατύ του στόμα, και πάντες εθεώρουν τας χήνας ως ο Αδάμ τον απολωλότα παράδεισον, τρώγοντες αντ' αυτών τους όνυχας εκ της απελπισίας. Οι τότε άνθρωποι ήσαν μεν διεφθαρμένοι, μέθυσοι, ασελγείς και απατεώνες, αλλά δεν είχον ακόμη καταντήσει ως οι σημερινοί να τρώγωσι κρέας κατά τας νηστησίμους ημέρας, εις τον τότε παράδεισον υπήρχον, ως εις τον Όλυμπον των αρχαίων, Άγιοι προστάται της μέθης, επί δε της γης επίσκοποι επιτρέποντες αυτήν κατά το παράδειγμα του Εκκλησιαστού και του ιερού Αυγουστίνου· αλλ' όστις δεν ετήρει τας νηστείας ή εκεραυνούτο από του θείου πυρός, ή ευθύς απηγχονίζετο υπό των δορυφόρων του Αυτοκράτορος εις δένδρον υψηλόν.
Η Ιωάννα γνωρίζουσα εκ πείρας τι έστι πείνα ελυπείτο τους πεινώντας συντρόφους, δεινή δε ούσα περί την κ α ζ ο υ ϊ σ τ ι κ ή ν επιστήμην άγνωστον εις τους ανατολίτας, αντικείμενον δ’ έχουσαν ν' αποδεικνύη το μέλαν λευκόν, την σελήνην τετράγωνον και την κακίαν αρετήν, επειράθη ν' ανεύρη δι' αυτής τίνι τρόπω ηδύναντο να δειπνήσωσιν αναμαρτήτως. Αφού δε επί ικανήν ώραν έξυσε την κεφαλήν, «Βαπτίσατε», είπε, «την χήνα ταύτην εις ιχθύν και φάγετε αυτήν αφόβως. Ούτω έπραξεν ο καλός πατήρ μου ότε συλληφθείς υπό των ειδωλολατρών ηναγκάσθη επί απειλή θανάτου να φάγη ολόκληρον αρνίον την παραμονήν του Πάσχα. Άλλως δε τα τε οψάρια και τα πτηνά επλάσθησαν κατά την αυτήν ημέραν ώστε η σαρξ αυτών συγγενεύει».
Το επιχείρημα αν ουχί καλόν, ήτο τουλάχιστον καλώς εξευρημένον· έπειτα δε η πείνα, ήτις καθιστά νόστιμον και τον ξηρόν άρτον, έχει, φαίνεται, την ιδιότητα να ενισχύη και τα αμφίβολα των επιχειρημάτων, παρά τοις ενόρκοις τουλάχιστον, οίτινες αθωούσι πολλάκις τους ληστάς, διότι ότε έπραξαν το έγκλημα ήσαν νήστεις προ πολλού. Διά τον αυτόν λόγον έπρεπεν ίσως ν' αθωώνται και οι ένοχοι βιασμού, οσάκις αποδείξουν ότι, κατά τον Θεόκριτον, « Ε ί χ ο ν α ν ά γ κ α ν».
Ο πάτερ Ραλήγος ευχαριστήσας την Ιωάνναν δι’ ηχηρού φιλήματος επί της παρειάς, έλαβεν ανά χείρας ποτήριον ύδατος και τρις ραντίσας τας χήνας, είπε μετά κατανύξεως «In nomine Patris, Filii et Spiritu Sancti, haec erit hodie no bis piscis». «Αμήν», απεκρίθησαν οι σύντροφοι αυτού, και μετ’ ου πολύ τα οστά μόνον απέμειναν των νεοβαπτίστων ιχθύων. Αφού δε εκόρεσαν την πείναν εσκέφθησαν οι καλοί πατέρες να σβέσωσι και την δίψαν, καθότι οι τότε μοναχοί, πρώτον έτρωγον μέχρι χορτασμού και έπειτα εζήτουν αλμυρά αρτύματα και οίνον, ίνα δροσίζωσι κατ ξηραίνωσι τον λάρυγγα εναλλάξ, αμιλλώμενοι τις πρό τινος περισσότερον να πίη. Η μέθη ήτο τότε η ευθυνοτέρα των απολαύσεων· επτά μόλις δηνάρια ετιμάτο το μέτρον του οίνου, όστις ου μόνον εις τα καπηλεία αλλά και εις τας εκκλησίας και τας οδούς και εις αυτούς τους γυναικώνας έρρεε ποταμηδόν, ουδόλως αναχαιτιζόμενος υπό των διαταγμάτων των Παπών και των Συνόδων, άτινα συμπαρέσυρεν εις τον ορμητικόν αυτού ρουν, ως οι χείμαρροι τα δένδρα. Οι ημέτεροι Πανοσιώτατοι πριν αρχίσωσι την πόσιν, έλαβον έκαστος, ως συνειθίζετο τότε, το όνομα αγγέλου τίνος, ο μεν Γαβριήλ, ο δε Μιχαήλ και ο τρίτος Ραγουήλ, είτα ήρξαντο κενούντες τα κεράτια ποτήρια εις υγείαν ουχί αλλήλων ή της πατρίδος ή των απόντων φίλων κατά την συνήθειαν των κοσμικών, αλλά της Παναγίας, του Αγ. Πέτρου και πάντων των κατοίκων του Παραδείσου. Τοιαύτα επέταττεν η ευσέβεια των χρόνων εκείνων, ήτις και αυτήν την μέθην καθίστα θεάρεστον έργον. Εντούτοις η νυξ επροχώρει, ο σ τ ρ α β ο υ λ ά ρ ι ο ς (10) είχεν αποκοιμηθή, το έλαιον της λυχνίας και ο οίνος της λαγήνου εξηντλούντο και μόνη η έξαψις των ρασοφόρων προέβαινεν αυξάνουσα ανά παν ποτήριον. Οι οφθαλμοί αυτών εσπινθηροβόλουν ως οι του Χάρωνος, εκ δε του στόματος εξήρχοντο άναρθροι μόνον ήχοι, βλασφημίαι και επικλήσεις εις την Παρθένον, τροπάρια και άσματα βακχικά. Η Ιωάννα, γνωρίζουσα ότι α κ ό λ α σ τ ο ς ο ί ν ο ς κ α ι υ β ρ ι σ τ ι κ ό ν μ έ θ η, ως έγραφεν ο Σολομών καταφερόμενος κατά της ακολασίας εν μέσω τριακοσίων γυναικών και επτακοσίων παλλακίδων, απεσύρθη ησύχως εις την σκοτεινοτέραν του θαλάμου γωνίαν αλλ' ουδ' εκεί εύρεν επί πολύ ησυχίαν καθότι οι καλοί πατέρες, αφού εκόρεσαν την πείναν και την δίψαν, ησθάνθησαν την ανάγκην να ευχαριστήσωσι και την έκτην εκείνην αίσθησιν, δι' ην δεν εύρον ακόμη όνομα οι φυσιολόγοι, οι δε αιδήμονες χρονογράφοι ωνόμαζον αυτήν ό ρ ε ξ ι ν ω μ ο ύ κ ρ έ α τ ο ς. Διό λαβόντες, κατά την καλογηρικήν συνήθειαν, το άκρον του ράσου μεταξύ των οδόντων ώρμησαν κατά της πολυπαθούς ημών ηρωίδος.
Μη βιασθής να ερυθριάσης, σεμνή μου αναγνώστρια· ο σιδηρούς κάλαμος, διά του οποίου γράφω την αληθή ταύτην ιστορίαν, είναι αγγλικής κατασκευής, εκ των εργοστασίων του Σμιθ, και ως εκ τούτου σεμνός ως αι ξανθαί εκείναι Αγγλίδες, αίτινες, ίνα μη ριπάνωσι την παρθενικήν αυτών εσθήτα υψούσιν αυτήν μέχρι μέσης κνήμης, δεικνύουσαι εις τους διαβάτας πλατείς πόδας εντός διπάτων σανδαλιών ώστε ουδείς κίνδυνος ν' ακούσης παρ' εμού όσα
παρθένω λέγειν ου καλόν (11)
Η Ιωάννα διωκομένη υπό των τριών μοναχών έτρεχε περί τον θάλαμον, υπερπηδώσα τραπέζας και καθίσματα, και οτέ μεν πινάκιον, οτέ δε ρητόν της Γραφής εκσφενδονίζουσα κατ' αυτών. Αλλ' η ιερά αυτής ευγλωττία και τα σκεύη της τραπέζης συνετρίβοντο ματαίως κατά των μεθύσων εκείνων, ως τα κύματα κατά των βράχων. Ήδη δε ήπλωνον επ' αυτής τας χείρας, ότε διακρίνασα επί της κλίνης τα περιέχοντα τα λείψανα των αγίων κιβώτια κατέφυγεν έντρομος όπισθεν αυτών. Οι πανοσιώτατοι ωπισθοδρόμησαν εν αρχή έμπροσθεν του ιερού εκείνου προπυργίου, ως οι λύκοι προ των πυρών, δι' ων προφυλάσσουσιν οι ποιμένες τας μάνδρας· αλλά μετ' ου πολύ λησμονήσαντες τον προς τα άγια εκείνα λείψανα σεβασμόν εχύθησαν κατά της κλίνης, εφ' ης η δύστηνος νεανίς έτρεμεν ως κορυδαλός υπό το δίκτυον του κυνηγού. Η σύγκρουσις ενταύθα υπήρξε τοσούτω σφοδρά, ώστε κατέπεσεν η κλίνη και μετ' αυτής αι θήκαι των Αγίων, ων τα μαρτυρικά οστά κατεκυλίσθησαν επί του εδάφους. Ενθυμηθείσα τότε η Ιωάννα ότι διά σιαγόνος όνου επάταξεν ο Σαμψών χίλιους Φιλισταίους εδεήθη του Υψίστου, ίνα κραταιώση την δεξιάν της, είτα δε δραξαμένη κακείνη μιας κνήμης του Αγ. Μαρκελλίνου ήρξατο δι' αυτής να κτυπά τους ασελγείς αυτής διώκτας. Αλλά τα κόκκαλα αυτών ήσαν φαίνεται σκληρότερα των του Αγίου, ώστε μετ' ου πολύ εθραύσθη το όπλον και εξηντλήθησαν αι δυνάμεις της σεμνής ημών ηρωίδος, ήτις μετά πεισματώδη αντίστασιν κατέπεσε τέλος επί του πεδίου της μάχης και κλείσασα τους οφθαλμούς υπετάγη εις το πεπρωμένον. Αλλ' εν ουρανώ υπήρχον τότε Άγιοι και Αγίαι υπέρ των εν κινδύνω παρθένων θαυματουργούντες. Καθ' ην στιγμήν ο πανοσιώτατος Ραλήγος, όστις ως προσβύτερος απήλαυσε των πρωτείων, έκυπτεν επί την Ιωάνναν, ενώ η δυσώδης και οινωμένη αυτού πνοή εμόλυνεν ήδη το ωχρόν πρόσωπον της κορασίδος, τεραστία αίφνης μεταμόρφωσις! ανήκουστον θαύμα έκαμεν αυτόν να οπισθοδρομήση μετά τρόμου. Ούτε εις δένδρον, ως η Δάφνη, είχε μεταμορφωθή η Ιωάννα, ούτε εις περιστεράν, ως η Αγ. Γερτρούδη, ή εις σκωληκόβρωτον σκελετόν, ως η Βασίνη εις τας αγκάλας του Δομ Ρουπέρτου, αλλ' εκ της παρθενικής αυτής επιδερμίδος εφύτρωσεν αιφνηδίως γενειάς μακρά, πυκνή και δασεία, οία η επισκιάζουσα τα πρόσωπα των Βυζαντινών αγίων. Ούτω έσωζε τότε η Παναγία τας παρθένους, οσάκις εστενοχωρούντο υπό βαναύσων καλογήρων, επαγρυπνούσα, κατά τον Αγ. Ιερώνυμον, ως ζηλότυπος π ε ν θ ε ρ ά επί της τιμής των συζύγων του υιού της.
Η Ιωάννα, ευχαριστήσασα από καρδίας την Παρθένον διά την σωτήριον επέμβασιν, ηγέρθη και επισείουσα την μακράν της γενειάδα ως κεφαλήν Μεδούσης κατά των πεφοβισμένων αυτής καταδρομέων εξήλθε του θαλάμου. Διαβαίνουσα δε προ των σταύλων έλυσεν ένα των όνων, εφ' ου αναβάσα απεμακρύνθη του μυσαρού εκείνου καταγωγίου, όπου εκινδύνευσε να χάση την μόνην προίκα, ην είχε να προσφέρη εις τον ουράνιον αυτής νυμφίον. Περιττόν δε να προσθέσω ότι, παρελθόντος του κινδύνου και η γενειάς αυτής συνηφανίσθη.
Αι σκιαί της νυκτός και τα δένδρα του δάσους ήρχισαν βαθμηδόν ν' αραιώνται. Μετ' ολίγον δε η πλανωμένη ημών ηρωίς ευρέθη εν μέσω ερεικοφύτου πεδιάδος έχουσα κατάλευκον ουρανόν υπεράνω της κεφαλής και μαύρον όνον μεταξύ των σκελών της. Η Ιωάννα μη γνωρίζουσα την οδόν έτρεχεν όπου οι τέσσαρες του υποζυγίου πόδες έφερον αυτήν αλλ' ανευρούσα μετ' ου πολύ το ρεύμα της Μεΰνης ηκολούθησε τους ελιγμούς του ρύακος, ως ο Θησεύς τον μίτον της Αριάδνης, μέχρις ου έφθασε δύοντος του ηλίου εις το τέρμα της οδοιπορίας.
Η μονή της Μοσβάχης υψούτο παρά τους πρόποδας αποτόμου όρους, υπό το οποίον ετοποθέτησεν αυτήν η αγία Βλιθρούδη, ίνα μη ψυχραίνηται ο ζήλος των καλογραιών από της πνοής του βορρά. Η εσπερινή προσευχή έληγε κατ' εκείνην την στιγμήν, αι δε μονάζουσαι παρθένοι εξήρχοντο της εκκλησίας κρατούμεναι εκ της χειρός και ομοιάζουσαι κομβολόγιον εκ μαύρων μαργαριτών. Ιδούσαι την Ιωάνναν περιεκύκλωσαν αμέσως αυτήν, ερωτώσαι τις ήτο, πόθεν ήλθε και τι εζήτει· αφού δε έμαθον ότι επεθύμει ράσον, σανδάλια και κελλίον, ωδήγησαν αυτήν προς την Ηγουμένην, ήτις εμνήστευσε την ημετέραν ηρωίδα μετά του Σωτήρος, απαλλάξασα αυτήν της δεκαμήνου δοκιμασίας χάριν των προς την θρησκείαν εκδουλεύσεων του μακαρίτου πατρός της.
Η αγία Βλιθρούδη αγαπήσασα παραχρήμα την νέαν μοναχήν διά την παιδείαν και το πνεύμα της, κατέστησεν αυτήν φύλακα της βιβλιοθήκης του κοινοβίου, περιεχούσης εξήκοντα επτά τόμους, πλούτον μυθώδη κατ' εκείνην την εποχήν. Η Ιωάννα, μόνη από πρωίας μέχρις εσπέρας εν τω κελλίω της, υπέπεσε κατά τας πρώτας ημέρας εις την μοναστηριακήν εκείνην χαύνωσιν, ήτις καταλαμβάνει τας νεήλυδας εις τα κοινόβια, ως η ναυτίασις τους κατά πρώτον πατούντας επί πλοίου. Εισήρχετο και εξήρχετο του κελλίου, εκαθάριζε τα βιβλία, τους ονύχας και την κόμην της, ηρίθμει τους κόκκους του κομβολογίου και εμέμφετο τον ήλιον ως βραδέως προχωρούντα προς την Δύσιν. Αι σύντροφοι αύτης ζηλεύουσαι την εύνοιαν, ην απήλαυε παρά τη Ηγουμένη, και φοβούμεναι μη κατεσκόπευε τους λόγους, και τα έργα των απεμακρύνοντο απ' αυτής μετά δυσπιστίας. Πολλάκις κατά την ώραν της διασκεδάσεως, ενώ αι λοιπαί παρθένοι διεσκορπίζοντο καθ' ομίλους εις τον κήπον, φαιδρώς διαλεγόμεναι, εμπαίζουσαι τας γραίας, διηγούμεναι τα όνειρα της νυκτός, δεικνύουσαι τα γραμμάτια των εραστών, παραβάλλουσαι το μήκος των ποδών και το χρώμα των χειλέων ή της κόμης των, η Ιωάννα έμενε μόνη ως οβελίσκος εν μέσω πλατείας μετρούσα το ύψος των δένδρων και αιτιωμένη την Αγ. Λιόββαν, ότι αντί ηδονών πλήξιν μόνον και χασμήματα εύρεν εν τω μοναστηρίω, ως καταρώνται και οι τυχοδιώκται τας εφημερίδας, οσάκις αντί χρυσού, πέτρας μόνον και πυρετούς ευρίσκουσιν εις την Καλλιφορνίαν.
Η πλήξις και αργία είναι, νομίζω, τα κυριώτερα ελατήρια της ευσεβείας. Εις ουρανόν ατενίζομεν τότε μόνον όταν δεν έχωμεν τι να κάμωμεν ή να ελπίσωμεν επί της γης, τας δε αγίας εικόνας ασπαζόμεθα, οσάκις δεν έχωμεν άλλο τι ν' ασπασθώμεν. Οπωσδήποτε η Ιωάννα, ήτις πρότερον μετεχειρίζετο τας θεολογικάς αυτής γνώσεις ως απλούν πόρον ζωής, αποστηθίζουσα την Γραφήν και τους πατέρας, ως η κυρία Ριστόρη τους στίχους του Αλφιέρη, ότε ευρέθη μόνη εντός των τεσσάρων τοίχων πνιγηρού κελλίου, ανούσιον ευρίσκουσα την παρούσαν ήρξατο να σκέπτηται περί της μελλούσης ζωής. Παράδοξος ενασχόληση διά νεανίδα δεκαεπταέτιν. Αλλά τα μοναστήρια είναι απ' αιώνων τα βασίλεια των ιδιοτρόπων ορέξεων. Οι Αιγύπτιοι καλόγηροι επότιζον ράβδους μέχρις ου καρποφορήσωσιν· αι αγίαι της Ουγγαρίας έτρωγον φθείρας οι Ησυχασταί έμενον έτη ολόκληρα, προσηλούντες το βλέμμα επί την κοιλίαν των, εκ της οποίας επερίμενον να ίδωσιν εκπορευόμενον το φως της αληθείας. Η δε Ιωάννα, παραδιδομένη εις μεταφυσικάς μελέτας, ότε μεν διημέρευε κύπτουσα επί των συγγραμμάτων του Αγ. Αυγουστίνου, όστις περιέγραψεν ως αυτόπτης τας απολαύσεις των μακάρων και τας φλόγας της Κολάσεως, ότε δε χώνουσα τους δάκτυλους εις την ξανθήν κόμην της απέτεινεν εις εαυτήν τας ερωτήσεις εκείνας περί της παρούσης ημών και μελλούσης υπάρξεως, τας οποίας πάντες οι κάτοχοι της κ ο ι λ ά δ ο ς τ ο υ κ λ α υ θ μ ώ ν ο ς αποτείνουσιν εις εαυτούς μετ' απελπισίας, οι δε πνευματικοί και θεολόγοι αποκρίνονται εις αυτάς δι' υπεκφυγών και κ ο ι ν ώ ν τ ό π ω ν, ως οι υπουργοί εις τους οχληρούς θεσιθήρας. Παράδοξα όνειρα ετάραττον της πτωχικής κορασίδος τον ύπνον, ουχί πλέον η καλή Λιόββα ηδονάς ανεξάντλητους υποσχομένη, αλλά δαίμονες επισείοντες κέρατα φοβερά ή άγγελοι κρατούντες διστόμους ρομφαίας. Οτέ μεν ήλπιζε τας αγαλλιάσεις του Παραδείσου, οτέ δε εφοβείτο τους όνυχας του Διαβόλου· επί μίαν ημέραν επίστευεν εις τας αληθείας του χριστιανισμού από του Ευαγγελίου μέχρι των θαυμάτων του Αγ. Μαρτίνου και επί τρεις εδίσταζε περί πάντων· άλλοτε έκυπτε την κεφαλήν εις την επιβαρύνουσαν ημάς θείαν καταδίκην και άλλοτε, αν είχε πέτρας, ήθελε ρίψει αυτάς κατά του ουρανού, ίνα τον σπάση. (12) Εν ενί λόγω είχε καταληφθή υπό της μονομανίας εκείνης, εις ην υποπίπτουσι πάντες όσοι μετ' ειλικρινείας ζητώσι την λύσιν του μυστηριώδους της υπάρξεως ημών προβλήματος. Τι είμεθα, πόθεν ερχόμεθα, ποία έσται η μέλλουσα ημών τύχη; Τοιαύτα ζητήματα, αδιάλυτα εν τω ανθρωπίνω εγκεφάλω, ως ο κηρός εν τω ύδατι, επειράτο να λύση. Εν τούτοις η κόμη της πτωχής Ιωάννας έμενεν ακτένιστος και οι οδόντες αργοί· οι οφθαλμοί ήσαν ερυθροί υπό της αϋπνίας, το πρόσωπον ωχρόν και οι όνυχες μαύροι. Κατά τον κλεινόν Πασχάλην τοιαύτη πρέπει να είναι επί της γης η φυσική κατάστασις του αληθούς χριστιανού, ζώντος διηνεκώς μεταξύ του φόβου της κολάσεως και της ελπίδος της σωτηρίας και μετά στεναγμών αναζητούντος εν τω σκότει την οδόν του Παραδείσου. Αλλά την κατάστασιν ταύτην, όσω αριστοκρατική και αν είναι, όσω και αν ιδιάζη εις τα έξοχα πνεύματα, δεν σοι την εύχομαι, καλέ μου αναγνώστα. Προτιμητέα πάλιν είναι η ιλαρά και αμέριμνος ευσέβεια των καλών εκείνων χριστιανών, οίτινες ψάλλοντες τροπάρια εις τους Αγίους και τρώγοντες οκταπόδια την Παρασκευήν περιμένουσιν αμερίμνως τας απολαύσεις του Παραδείσου. Πολλοί θέλοντες να επιδείξουσι πνεύματος υπεροχήν ταλανίζουσι τους μακαρίους τούτους θνητούς, αλλ’ εγώ ζηλεύω την γαλήνην της ψυχής των και το εύχρουν της παρειάς αυτών. Αν Τούρκος τις ή πυρολάτρης επρόκειτο να χριστιανισθή, ήθελον συμβουλεύσει αυτόν να προτιμήση προ πάσης άλλης την καθολικήν Εκκλησίαν, ης αι τελεταί είναι τόσον μεγαλοπρεπείς, η λειτουργία τόσω σύντομος και αι νηστείαι τόσω πολύοψοι, ης η μουσική ηδύνει την ακοήν και αι εικόνες ευφραίνουσι τους οφθαλμούς· πνευματικόν δε να εκλέξη ουχί άγριόν τινα Βοσσουέτον ή Λακορδαίρον, γυμνόν τον άδην και τους κατοίκους αυτού προ των οφθαλμών του παριστώντα, αλλ’ ηδυεπή τινα μαθητήν του Εσκοβάρου, ίνα επί α τ λ α ζ ί ν ο υ τ ά π η τ ο ς, τον οδηγήση εις τας μακάριους μονάς. Αφού ο Ύψιστος, κατά τον ιερόν Αυγουστίνον και Λακτάντιον, δ ε ν α π ο σ τ ρ έ φ ε τ α ι τ α ς α ν θ η ρ ά ς α τ ρ α π ο ύ ς ο σ ά κ ι ς α ύ τ α ι ο δ η γ ώ σ ι ν η μ ά ς π ρ ο ς α υ τ ό ν, διατί ν' αναζητώμεν τον Παράδεισον δι' ακανθών, τριβόλων και νεροβράστων χόρτων, ακροώμενοι έρρινα άσματα και ασπαζόμενοι δυσμόρφους εικόνας; Αλλ’ επανέλθωμεν εις το προκείμενον και έστω το σφάλμα των παρεκβάσεών μου εις τας πεντήκοντα επτά των Αθηνών εφημερίδας και τους τέσσαρας κώδωνας της Ρωσσικής εκκλησίας, διακόπτοντας ανά πάσαν στιγμήν το νήμα της διηγήσεώς μου.
Αι κακαί νόσοι, η πανώλης, η ευφλογία, ο έρως και τα εξ αυτού πηγάζοντα επώνυμα της ξανθής μητρός του πάθη, έχουσι τούτο τουλάχιστον το καλόν, ότι άπαξ μόνον υποκείμεθα εις αυτά. Τοιαύτη ήτο και η μεταφυσική ασθένεια της Ιωάννας. Αφού επί τρεις μήνας έξυσε την κεφαλήν, ζητούσα του αλύτου αινίγματος την λύσιν, έκλεισε τέλος πάντων τα βιβλία της και ανοίξασα το παράθυρον του κελλίου ωσφράνθη τα αρώματα της ανοίξεως. Ο Απρίλιος ήγγιζεν εις το τέλος και η φύσις πάσα, καταπράσινος, μειδιώσα και μυροβόλος ωμοίαζε νεανίδα στολισθείσαν υπό εμπείρου θαλαμηπόλου. Αι αναθυμιάσεις του έαρος εμέθυον τας αισθήσεις της νέας μοναχής, ήτις από τριών ήδη μηνών βυθισμένη εις τα σκότη του κελλίου και της μεταφυσικής ητένιζε και ωσφραίνετο μετ' αυξούσης απληστίας την χλόην των λειμώνων και των ίων την ευωδίαν. Μεταξύ της ανοίξεως και της καρδίας ημών, όταν είμεθα εικοσαετείς, υπάρχει κατά τους ποιητάς και τους ιατρούς σχέσις τις μυστηριώδης και δυσεξήγητος, οία η του Σωκράτους προς τον Αλκιβιάδην. Οσάκις βλέπομεν πράσινα δένδρα, μαλακήν χλόην ή σπήλαια σκιερά αισθανόμεθα ευθύς την ανάγκην συντρόφου εν τω παραδείσω τούτω. Η δε Ιωάννα ανεμνήσθη του ονείρου της και των ελπίδων, υφ' ων κατείχετο, ότε εισήλθεν εις το κοινόβιον εκείνο, όπου εύρε μόνον ανίαν, βιβλία παλαιά και σκέψεις οχληράς. «Λιόββα! Λιόββα! πότε θέλεις εκτέλεσει τας υποσχέσεις σου;» ανέκραξε τέλος, σείουσα τας κιγκλίδας της φυλακής της μετ' απελπισίας. Μη έχουσα έπειτα εν τω κελλίω ούτε σκύλλον να δείρη, ούτε σινικά αγγεία να σπάση έκρυψε μεταξύ των χειρών το πρόσωπον και ήρξατο να κλαίη. Ουδέν γλυκύτερον των δακρύων, οπόταν υπάρχη χειρ έτοιμη να τα σπογγίση ή χείλη πρόθυμα να ροφήσωσι την β ρ ο χ ή ν τ α ύ τ η ν τ η ς κ α ρ δ ί α ς, ως ονομάζουσι αυτά οι Ινδοί. Αλλ’ όταν κλαίη τις μόνος, τα δάκρυα τότε είναι αληθή και πικρά, ως πάσα εν τω κόσμω αλήθεια.
Κρότος βημάτων εις τον διάδρομον απέσπασε μετ’ ολίγον την Ιωάνναν των θλιβερών αυτής λογισμών, και ανοιχθείσης της θύρας, εισήλθεν η Ηγουμένη, κρατούσα εκ της χειρός αγένειον νεανίσκον, φέροντα το ένδυμα του Αγ. Βενεδίκτου, τους δε οφθαλμούς μετά σεμνότητος επί των σανδαλίων του προσηλούντα: «Ιωάννα», είπεν η προεστώσα, παρουσιάζουσα τον νέον μοναχόν εις την έκθαμβον ημών ηρωίδα, ««ο ηγούμενος της Φούλδας άγιος Ραβάνος ο Μαύρος, μέλλων ν' αποστείλη ιεροκήρυκας εις Θουρίγγην, ζητεί παρ’ εμού τας επιστολάς του Αγ. Παύλου, γεγραμμένας διά χρυσών γραμμάτων επί πολυτίμου μεμβράνης, ίνα διά της λάμψεως του χρυσού θαμβώση τα όμματα των απίστων, εμπνέων ούτω εις αυτούς περισσότερον σέβας προς τας αληθείας του Ευαγγελίου, ο νέος ούτος Βενεδικτίνος είναι ο πάτερ Φρουμέντιος, διαπρεπών ως και συ επί ευσεβεία και καλλιγραφία. Συνεργάσθητι μετ' αυτού, μέχρις ου εκτελεσθή η παραγγελία του αδελφού ημών Ραβάνου. Λάβε χρυσήν μελάνην· γραφίδας έχεις, τροφήν θέλω στέλλει υμίν εκ της ιδίας μου τραπέζης. Χαίρετε, τέκνα μου»». Ταύτα ειπούσα εξήλθεν η Αγ. Βλιθρούδη, κλείουσα όπισθεν αυτής την θύραν, ως οι χωρικοί εν Μολδαβία, οσάκις ο άρχων επισκέπτεται την καλύβην των. Αλλ' η Αγ. Βλιθρούδη ήτο εκ των εναρέτων εκείνων γυναικών, των οποίων ο νους αδυνατεί να υποθέση το κακόν. Αν έβλεπε διάκονον ασπαζόμενόν τινα των παρθένων του Μοναστηρίου, ήθελε πιστεύσει ότι πράττει τούτο, ίνα ευλογήση αυτήν (13) . Παιδιόθεν κατακοπείσα από της ευφλογίας αθώα μόνον φιλήματα είχε γνωρίσει, ουδ' ηδύνατο να πιστεύση ότι υπήρχον και άλλα εις τον κόσμον. Άλλως κατά τον αιώνα εκείνον οι οπαδοί του Αγ. Βενεδίκτου, άνδρες τε και γυναίκες, έζων εκκλησιαστική αδεία φύρδην μίγδην εν τοις μοναστηρίοις. Κατά τινας χρονογράφους αι σχέσεις αύται ήσαν αθώαι και άσπιλοι ως αι του ημετέρου Αγ. Αμούν, συγκατοικήσαντος δεκαοκτώ όλα έτη μετά της συζύγου του, ήτις απέθανε παρθένος· κατά τον Μουρατόρη όμως εκ της τοιαύτης επιμιξίας εγεννώντο πολλάκις σκάνδαλα και παιδία. Αλλά ταύτα ερρίπτοντο συνήθως εις το ρεύμα της Φούλδας. Ούτω εσώζετο η τιμή των Μοναστηρίων και επαχύνοντο οι ιχθύες.
Το νέον ζεύγος, άμα έμεινε μόνον, γνωρίζων πόσον πολύτιμος είναι ο χρόνος, ανύψωσε τας χειρίδας των ράσων και ήρξατο αμέσως της εργασίας, της αντιγραφής δηλ. των επιστολών του Αγίου Παύλου. Επί δεκαπέντε ημέρας ήρχετο ανά πάσαν πρωίαν ο νέος μοναχός εις το κελλίον της Ιωάννας, όπου συνεργάζετο μετ' αυτής μέχρι της εσπέρας. Αλλ' ο δεκαοκταέτης εκείνος νεανίας, ο ούτε την Γραφήν αναγνώσας ούτε του Αυγουστίνου τας εξομολογήσεις ούτε τον περί παρθενίας λόγον του Αγίου Βασιλείου ή άλλο ιερόν βιβλίον, ήτο ως εκ τούτου αγνός και άσπιλος ως η χιών, εφ' ης εκυλίετο ο Άγιος Φραγκίσκος, ίνα κατασιγάση τους πειρασμούς της σαρκός· ώστε η μεν αντιγραφή των επιστολών του Αγίου Παύλου προώδευε ταχέως, αι δε μετά της Ιωάννας σχέσεις αυτού έμενον στάσιμοι. Οσάκις η χειρ της ημετέρας ηρωίδος ήγγιζε την χείρα του ή αι κόμαι αυτών συνεπλέκοντο, ενώ έκυπτον επί της μεμβράνης, ησθάνετο την καρδίαν του πάλλουσαν ως κώδωνα φρουρίου εν ώρα κινδύνου, αλλ' ουδ' αυτός ηδύνατο να είπη, αν προς δεξιάν έπαλλεν ή προς αριστεράν. Η δε Ιωάννα, αναγνώσασα πολλάκις τον Ωριγένη, τον Χρυσόστομον και τους κανόνας του Νηστευτού, εγνώριζε τα πάντα θεωρητικώς· ηδύνατο μάλιστα και να συζητήση περί των τοιούτων, μεταχειριζομένη τας τεχνικάς εκείνας λέξεις, αίτινες εις μόνους τους ιατρούς, τας εταίρας και τους θεολόγους είναι γνωσταί. Αλλά μόνη μετ' ανδρός τότε πρώτην φοράν ευρίσκετο, η δε αμηχανία αυτής περί του πρακτέου ηύξανε καθ' εκάστην, ως η των Άγγλων περιηγητών, εν μέσω των νεκροπόλεων της Αιγύπτου, τας οποίας τόσον ακριβώς εσπούδασαν επί του χάρτου.
Η θέσις των δύο νεανίσκων κατήντα καθ' ημέραν μάλλον αφόρητος. Ούτε ο Φρουμέντιος εγνώριζε τι να ζητήση, ούτε η Ιωάννα τι πρώτον να προσφέρη.
Εν τούτοις η αντιγραφή επλησίαζεν εις το τέλος· μόνη υπελείπετο η προς Εβραίους επιστολή και έπειτα πικρός και αναπόφευκτος επήρχετο ο χωρισμός. Πολλάκις η Ιωάννα, ως άλλη Πηνελόπη, απέξεε την νύκτα όσα την προτεραίαν είχον γράψει. Ο σύντροφος αυτής ενόει το τέχνασμα, εμάντευε τον σκοπόν αυτού και ηρυθρία ή εξέπεμπε στεναγμούς, ικανούς να κινήσωσι τας πτέρυγας ανεμομύλου, αλλ' εις ταύτα μόνα περιωρίζετο, η δε ημέρα παρήρχετο, ως αι άλλαι, πλήρης πόθων ματαίων και ελπίδων διαψευδομένων. Αλλ' ούτε συ, αναγνώστα, ούτ' εγώ έχομεν τόσας ημέρας να χάσωμεν. Άλλως δε γράφων αληθή ιστορίαν δεν δύναμαι να μιμηθώ τους ποιητάς ή συγγραφείς εκείνους, οίτινες σωρεύοντες παλμούς, δάκρυα, ερυθήματα και άλλα πλατωνικά εφόδια ζευγνύουσιν ανά δύο τους μελίρρυτους στίχους των, ως οι γεωργοί εις το άροτρον τους βόας, ή τορνεύουσι περιόδους στρογγυλοτέρας των μαστών της Αφροδίτης. Ο μέγας Δάντης, ωνόμαζε τους τοιούτους μ α σ τ ρ ω π ο ύ ς, αλλ' εις εμέ ούτε το όνομα ούτε το επάγγελμα αρέσκει. Αφίνων λοιπόν αμφότερα ταύτα εις τον Πλάτωνα, τον Οβίδιον, τον Πετράρχην και τους γλυκαναλάτους οπαδούς των θέλω παριστά αείποτε την αλήθειαν γυμνήν και ακτένιστον, οία εκ του φρέατος εξήλθεν.
Οι δύο ερασταί είχον τελειώσει την αντιγραφήν της τελευταίας επιστολής του Αποστόλου, ο δε ήλιος, ον ο Γαλιλαίος δεν είχεν ακόμη καταδικάσει εις ακινησίαν, επέραινε την καθημερινήν αυτού περιστροφήν. Ήτον η ώρα καθ' ην οι βόες επιστρέφουσιν εις τον σταύλον, οι δε χριστιανοί ασπάζονται την Παρθένον διά του «Χ α ί ρ ε Μ α ρ ί α». Ο κώδων είχε προσκαλέσει τας καλογραίας εις την εσπερινήν προσευχήν και ουδείς ήχος ηκούετο πλέον εις τους διαδρόμους του Μοναστηρίου. Η Ιωάννα εκάθητο πλησίον του παραθύρου φυλλολογούσα τόμον της Γραφής, ο δε Φρουμέντιος ητένιζεν εν εκστάσει προς την σύντροφον αυτού, ην ο δύων ήλιος, διερχόμενος, διά των ερυθρών υαλίων του κελλίου, περιέστεφε διά κύκλου ακτινοβόλου, ως οι Ρώσσοι ζωγράφοι τας κεφαλάς των Αγίων. Η ημετέρα ηρωίς δεκαεπταέτις τότε ούσα δεν ωμοίαζε τας λευκάς και αγγελομόρφους εκείνας παρθένους, τας οποίας δεν τολμά τις να εγγίση, φοβούμενος μη ανοίξωσι τα πτερά των, ουδ' ηδύνατο προς κάλυκα ρόδου να παραβληθή αλλά μάλλον προς το φυτόν εκείνο της θερμής Παλαιστίνης, το οποίον προσφέρει επί του αυτού κλάδου ού μόνον εύοσμα άνθη, αλλά και ορεκτικούς καρπούς εις τον πεινώντα οδοιπόρον. Η σκιά του κελλίου και η καλή τράπεζα της Μονής είχον στερεώσει τας σάρκας και απαλύνει το δέρμα της καλής Ιωάννας, η δε κόμη αυτής άπαξ μόνον ψαλιδισθείσα εκυμαίνετο πυκνότερα ή πρότερον επί των στρογγυλών ώμων, πάντα ταύτα ήσαν τη αληθεία οπωσούν ακτένιστα, απεριποίητα και ημελημένα, αλλά, κατά τον ποιητήν (14) , ο ύ τ ε ο κ α θ α ρ ό ς χ ρ υ σ ό ς έ χ ε ι α ν ά γ κ η ν χ ρ υ σ ώ σ ε ω ς, ο ύ τ ε τ ο ρ ό δ ο ν π ρ ο σ θ έ τ ο υ ε υ ω δ ί α ς, ο ύ τ ε ο κ ρ ί ν ο ς ψ ι μ μ υ θ ί ο υ, ούτε δεκαεπταέτις, νομίζω, νεάνις μύρων και βοστρυχισμάτων. Ο Φρουμέντιος εξηκολούθει να σιωπά, η δε Ιωάννα να στρέφη φύλλα της Γραφής, οτέ μεν ψιθυριρίζουσα μεταξύ των οδόντων, οτέ δε εδάφιον τι αναγινώσκουσα μεγαλοφώνως. Αλλά μετ' ου πολύ έπαυσε να φυλλομετρή και διά φωνής μειλιχίου ως νέας Ινδής επαδούσης όφιν φαρμακερόν, ήρξατο ν' αναγινώσκη
««Άσμα ασμάτων, ο έστι Σολομών. Φιλησάτω με από φιλημάτων στόματος αυτού. Αγαθοί οι μαστοί σον υπέρ οίνον και οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα· μύρον εκκενωθέν όνομά σου· διά ταύτα αι νεανίδες ηγάπησάν σε. Ιδού ει καλός αδελφιδός μου και ωραίος προς κλίνη ημών· σύσκιος ανάμεσον των μαστών μου αυλισθήσεται, Ελθέ, αδελφιδέ μου, εξέλθωμεν εις αγρόν· ευρούσα σε έξω φιλήσω σε· εκεί δώσω τους μαστούς μου σοι. Στηρίξατέ με εν μύροις, στιβάσατέ με εν μήλοις, ότι τετρωμένη αγάπης εγώ. Θες με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου, ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου. Κρατερά ως θάνατος αγάπη· ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν»».
Ταύτα ήκουεν ο Φρουμέντιος και μη γνωρίζων ότι τα μήλα, οι μαστοί και τα φιλήματα, εκείνα ήσαν προφητικαί αλληγορίαι εικονίζουσαι την μέλλουσαν του Σωτήρος προς την Εκκλησίαν αυτού αγάπην, ησθάνετο ως άλλος Ιώβ τας σάρκας και τας τρίχας του φρισσούσας υπό της επιθυμίας. Ανά έκαστον στίχον της ουρανίας εκείνης επωδής επλησίαζεν έν βήμα προς την αναγνώστριαν, κατά δε το τελευταίον εδάφιον ευρίσκετο προ αυτής γονυπετής. Η Ιωάννα ανήγειρε τότε την κεφαλήν από του βιβλίου και τα βλέμματα αντικρύσθησαν των δυο εραστών. Όποτε ευρίσκεται τις εις το χείλος κρημνού (και τοιαύτη, νομίζω, ήτο η θέσις της ημετέρας ηρωίδος) πρέπει, λέγουσι, να κλείη τους οφθαλμούς, ει δε μή, ζαλίζεται και πίπτει, αλλ’ εκείνη δεν έκλεισε τους οφθαλμούς, ώστε έπεσε . . .. το βιβλίον εκ της χειρός της και
Quel giorno più non vi leggero avanti (15)
Ο αντιπρόσωπος της Πρωσσίας κατά την μετά τον Κριμαϊκόν πόλεμον ειρήνην εζήτει πτερόν αετού, ίνα υπογράψη το όνομα και τους τίτλους του εις την συνθήκην· εγώ δε εκ της πτέρυγος του Έρωτος επεθύμουν να έχω ως κάλαμον πτερόν, ίνα δι' αυτού περιγράψω του νέου ζεύγους την εφήμερον ευδαιμονίαν. Μοναξία, ησυχία, άφθονος τροφή, έαρος πνοαί, ουδέν έλειπεν αυτοίς εξ όσων καθιστώσιν ευδαίμονας τους εραστάς. Η Ιωάννα απαλλαγείσα χάριν της αντιγραφής από των όρθρων, των αναγνώσεων, προσκυνήσεων και άλλων μοναστικών αγγαρειών, ηδύνατο από πρωίας μέχρι νυκτός να μένη μετά του συντρόφου της. Αλλά καίτοι μεσούντος του Ιουνίου, πάλιν σύντομοι εφαίνοντο αι ημέραι εις τα ακόρεστα των νεανίσκοι χείλη. Πολλάκις κατά την ώραν του εσπερινού, καθήμενοι πλησίον του ανοικτού παραθύρου, ενώ οι κώδωνες αντηχούν πενθίμως, ως ει εθρήνουν την θνήσκουσαν ημέραν, εστέναζον κακείνοι και, ως ο Ιησούς του Ναυή, έλεγον· «Σ τ ή θ ι» τω ηλίω· αλλ' ούτος μεν επορεύετο να φωτίση τους αντίποδας, οι δε ερασταί απεχωρίζοντο περιμένοντες την επιούσαν.
Δέκα ακόμη ημέρας διήλθον εντός του στενού εκείνου κελλίου, γράφοντες, διαλεγόμενοι, φιλούμενοι και άλλο ελάττωμα μη ευρίσκοντες εις τον καιρόν, όστις ήτο ωραίος, ειμή μόνον ότι έφευγε ταχύς. Αλλά τέλος ανέτειλεν η αποφράς του χωρισμού ημέρα. Η αντιγραφή του αγίου Παύλου είχε τελειώσει προ πολλού, ο δε ηγούμενος έπεμπεν εις τον Φρουμέντιον ημίονον και ρητήν διαταγήν να επιστρέψη εις την μάνδραν. Ο δυστυχής νεανίσκος καταρώμενος τους όρκους του, τον προεστώτα και τους αγίους πάντας υπήγε να αποχαιρετήση την φίλην του, κρατών εις τας χείρας του την οδοιπορικήν βακτηρίαν, αλλά τα δάκρυα αυτού δεν ηδύνατο να κράτηση. Η Ιωάννα δεν έκλαιε, διότι τινές των συντρόφων της ήσαν παρούσαι, αι δε γυναίκες, όσω ευαίσθητοι και αν είναι, κλαίουσι μόνον οσάκις και όπου πρέπει. Παράδειγμα τούτου έστωσαν αι ευπαθείς εκείναι Αγγλίδες, αίτινες πορευόμεναι ν' ακούσωσι την Ριστόρη σημείουσιν εις το περιθώριον της Μ ύ ρ ρ α ς και Μ η δ ε ί α ς, πού πρέπει να δακρύσωσιν.
Αλλ’ άμα έμεινε και πάλιν μόνη η Ιωάννα, ησθάνθη το βάρος εκείνο εις τον στόμαχον, όπερ καταλαμβάνει ημάς, αφού πολυφαγήσωμεν ή χάσωμεν μητέρα, ερωμένην, περιουσίαν ή άλλο τι δυσαναπλήρωτον από μιας εις άλλην ημέραν. Κατά τον γέροντα Πλούταρχον του αληθούς έρωτος ουδέ την σκιάν γνωρίζουσιν αι γυναίκες. Εγώ δε φρονώ ότι ούτος είναι παρ' αυταίς συμπτωματική τις νόσος, μόνην αιτίαν έχουσα την πλήξιν και την μοναξίαν. Αι γυναίκες του κόσμου από ενός εις άλλου ανδρός την αγκάλην μεταβαίνουσαι καθ΄ εσπέραν (εις τον χορόν εννοώ) ούτε να στενάζωσιν έχουσι καιρόν ούτε ν' αγαπήσωσιν άλλο τι πλην του ριπιδίου των. Ομοιάζουσι τον όνον εκείνον, όστις έμεινε νήστις εν μέσω τεσσάρων σορών τριφυλλίου, μη γνωρίζων ποίον πρώτον να προτιμήση. Πιθανόν ν' απατώμαι, αλλ' όσας ερωτολήπτους εγνώρισα, ήσαν ή κατάκλειστοι κορασίδες, φρουρούμεναι υπό άγρυπνων γονέων ως τα μήλα των Εσπερίδων, ή ώριμοι δέσποιναι, αριθμούσαι ήδη περισσότερα έτη ή θαυμαστάς. Η αθυμία της πτωχής Ιωάννας μόνης μεταξύ των τεσσάρων εκείνων τοίχων, όπου χθες ακόμη αντήχουν τοσούτοι ερωτικοί όρκοι και φιλήματα ηύξανε καθ’ ημέραν. Ο Άγιος Αυγουστίνος, οσάκις εμελαγχόλει, ε κ υ λ ί ε τ ο ε ι ς τ ο ν β ό ρ β ο ρ ο ν ως εις εύοσμον λουτρόν, η Αγία Γενοβέφα εδάκρυε μέχρις ου ηναγκάζετο ν' αλλάξη υποκάμισον, ο άγιος Φραγκίσκος ενηγκαλίζετο χιονοσκεπή αγάλματα, η αγία Λιμπανία έσχιζε τας σάρκας της διά σιδηρού κτενίου και η Αγία Λιουτβίργη κατέπινε βελόνας. Η δε ημετέρα ηρωίς, φρονιμωτέρα πάντων τούτων, κατέκειτο εις γωνίαν τινά του κελλίου της και δι' ανεμιστηρίου εκ πτερών περιστεράς (των μόνων θεμιτών εν τοις Μοναστηρίοις) επειράτο να διώξη τας μυίας και τους οχληρούς λογισμούς. Η θερμότης του Ιουνίου καθίστα έτι καυστικωτέραν την λύπην της, αι δε ημέραι εφαίνοντο αύτη μακρότεραι της ζωής γέροντος θείου εις τους κληρονόμους. Κατά τους παροξυσμούς της απελπισίας της κατέφευγεν ενίοτε, ίνα απομακρύνη τα περικυκλούντα αυτήν οχληρά φαντάσματα, εις των Συναξαρίων τας ευσεβείς συνταγάς, οτέ μεν μαστιγουμένη διά της ζώνης, οτέ δε βρέχουσα τας σινδόνας της διά παγετώδους ύδατος ή ζητούσα να πνίξη την λύπην αυτής εις τον οίνον κατά την συμβουλήν του Εκκλησιαστού (16) . Αλλά πάντα τα θαυματουργά ταύτα αντιφάρμακα, και αυτό ακόμη το αγνόχορτον (17) , του οποίου μόνη η οσμή ήρκει, κατά τους αγιογράφους ίνα αποδιώξη πάντα πειρασμόν, ουδέν ίσχυον κατά της πικρίας του χωρισμού.
Ο καιρός, λέγουσι, θεραπεύει πάσας τας πληγάς· αλλ' ουχί, νομίζω, τον έρωτα και την πείναν. Απ' εναντίας όσω περισσότερον μένη τις σώφρων ή νήστις, τοσούτω η όρεξις αυτού αυξάνει, μέχρις ου καταντήση να φάγη τα υποδήματά του ως οι στρατιώται του Ναπολέοντος εν Ρωσσία, ή να αγαπήση τας αίγας του, ως οι ποιμένες των Πυρηναίων. Εις τοιαύτην περίπου κατάστασιν ευρίσκετο και η ημετέρα ηρωίς, ότε εσπέραν τινά, ενώ εκάθητο παρά το χείλος του ιχθυοτροφείου μοιράζουσα μελαγχολικώς το δείπνον της εις τους κυπρίνους, επλησίασεν αυτήν μυστηριωδώς ο κηπουρός της Μονής, και στρέψας κύκλω ανήσυχα βλέμματα, ενεχείρισεν αυτή μυστηριωδώς επιστολήν γεγραμμένην διά πορφυράς μελάνης επί λεπτού δερματος Θνησιγενούς αρνίου. Η Ιωάννα αναπτύξασα αυτήν, εν μέσω άνθινων στεφάνων, καρδιών τετρωμένων, ασπαζομένων περιστερών, φλεγουσών λαμπάδων και άλλων περιπαθών συμβόλων, δι’ ων οι τότε ερασταί εκόσμουν τας επιστολάς των, ως παρ’ ημίν οι θαλασσινοί τους βραχίονας και τας κνήμας των, ανέγνωσε τα εξής:
Φρουμέντιος τη αδελφή αυτού Ιωάννα χαίρειν εν Υψίστω.
««Ως η έλαφος επιποθεί τας πηγάς των υδάτων, ούτω και η ψυχή μου εδίψησε προς σε, αδελφή μου (18) . Θρήνος κατέλαβε με και ύδωρ ρέουσι τα βλέφαρά μου (19) . Τα δάκρυα είναι η τροφή της ημέρας και των νυκτών μου ο ύπνος (20) . Ο πεινών ονειρεύεται άρτους,
καγώ σε είδον καθ’ ύπνους, Ιωάννα (21) αλλ' εξύπνησα και δεν σε εύρον πλησίον μου. Αναβάς τότε τον όνον μου τον μαύρον ήλθον εις το σκήνωμά σου το άγιον. Παρά τον τάφον της Αγίας Βόμμας σε περιμένω. Ελθέ, περιστερά μου, εκλεκτή ως ο ήλιος (22) , ελθέ διά των ακτίνων σου να επισκιάσης την σελήνην.»»
Τοιαύτη ήτο η επιστολή του Φρουμεντίου. Σήμερον γράφοντες προς γυναίκα κλέπτομεν τον Φόσκολον και την Σάνδην, οι δε τότε ερασταί αντέγραφον τους Ψαλμούς και τους Προφήτας, ώστε αι επιστολαί αυτών ήσαν φλογεραί ως τα χείλη της Σουναμίτιδος και η άμμος της ερήμου.
Περί την πέμπτην ώραν της νυκτός, ότε ο κώδων προσεκάλεσε τας παρθένους εις τον όρθρον, η Ιωάννα κρατούσα διά της δεξιάς χειρός τα σανδάλια, διά δε της αριστεράς την καρδίαν της, ίνα κατασιγάση τους παλμούς αυτής κατέβη την κλίμακα του κοινοβίου, ολισθαίνουσα σιωπηλώς ως όφις επί της χλόης. Η σελήνη, η πιστή αύτη λαμπάς των λαθρεμπόρων και των μοιχαλίδων, ην οι ποιηταί ωνόμασαν αγνήν κατ' ευφημισμόν, ως και σεμνάς τας Εριννύας, ανατείλασα οσονούπω όπισθεν των επάλξεων της Μονής εφώτισε την πορείαν της δραπέτιδος ηρωίδος, ήτις έσπευδεν εις την συνέντευξιν, ασπλάγχνως καταπατούσα τα σέλινα και τα πράσα του μοναστικού κήπου. Αφού επί ημίσειαν περίπου ώραν εβάδισεν ούτω, έφθασε τέλος εις το νεκροταφείον, σκιαζόμενον υπό κυπαρίσσων και σμιλάκων, τοσούτω πυκνών, ώστε ούτε του ανέμου η πνοή ούτε του ηλίου αι ακτίνες ηδύναντο να εισδύσωσιν εις το σκυθρωπόν εκείνο εστιατόριον των σκωλήκων. Ο Φρουμέντιος είχε δέσει τον όνον του εις κλάδον δένδρου, επισκιάζοντος το μνήμα της Αγίας Βόμμας, επί του οποίου εκάθητο ανυψών εις την άκραν βακτηρίας κεράτινον φανάριον, ίνα χρησιμεύση ως φάρος εις την φιλτάτην του. Άμα δε είδε την Ιωάνναν προβαίνουσαν μετά δειλίας μεταξύ των τάφων, ώρμησε προς αυτήν ως Καπουκίνος προς χοιρομήριον κατά το τέλος της Τεσσαρακοστής. Αλλ' ο τόπος δεν ήτο κατάλληλος διά τοιαύτας φιλοφρονήσεις· διό κρεμάσας το φανάριον εις τον τράχηλον του όνου και επί των νώτων αυτού αναβάς μετά της Ιωάννας έσπευσε ν' απομακρυνθή των νεκρωσίμων εκείνων σκιών. Το δυστυχές ζώον, κύπτον υπό διπλούν φορτίον, αλλά και υπό τεσσάρων ενθαρρυνόμενον πτερνών, έκλινε τα μακρά του ώτα και ήρξατο να τρέχη, εκπέμπον εν είδει διαμαρτυρήσεως ογκηθμούς τοσούτω ηχηρούς, ώστε (κατ’ αξιόπιστον συναξαριστήν) πολλαί των κεκοιμημένων παρθένων, νομίσασαι ότι ήχησεν η σάλπιγξ της Κρίσεως, εξήγαγον τας φαλακράς κεφαλάς εκ των μνημείων.