WeRead Powered by ReaderPub
Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος cover

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος

Chapter 10: ΤΕΛΟΣ Β' ΤΟΜΟΥ
Open in WeRead

About This Book

A collection of satirical dialogues and short essays stages conversations among gods, river-spirits, sailors and mythic figures to expose superstition, romantic absurdity and philosophical pretension. Individual pieces examine transformations, the punishment of a titan, encounters with cyclopean folly, parodies of necromancy and divination, skeptical tales of deception, and a brief meditation on how historians should relate events. Irony, humor and rhetorical polish are used throughout to probe human credulity, literary vanity and the gap between appearance and truth.

Του συγγραφέως λοιπόν το καθήκον είνε έν, να διηγηθή τα πράγματα ως έγιναν. Αλλά δεν δύναται να πράξη τούτο, όταν φοβήται τον Αρταξέρξην, του οποίου είνε ιατρός{72}, ή ελπίζη να λάβη μανδύαν πορφυρούν και χρυσούν περιδέραιον και ίππον της Νίσης {73} ως αμοιβήν των εις την ιστορίαν του επαίνων. Τοιούτόν τι όμως δεν θα έπραττεν ένας Ξενοφών, δίκαιος συγγραφεύς, ούτε ένας Θουκυδίδης. Αλλά και αν προσωπικώς μισή τινας, θα θεωρήση πολύ αναγκαιότερον το κοινόν συμφέρον και πολύ περισσότερον θα φροντίση διά την αλήθειαν παρά διά την έχθραν του, και αν πρόκειται περί φίλου δεν θα παραβλέψη τα σφάλματά του• διότι, ως είπα, της ιστορίας αυτό είνε το καθήκον και μόνον εις την αλήθειαν πρέπει ναφοσιωθή ο θέλων να γράψη ιστορίαν, δι' όλα δε τα άλλα να μη φροντίζη• και εν γένει ως κανόνα πρέπει να έχη ότι γράφει όχι διά τους συγχρόνους του, αλλά διά τους μεταγενεστέρους και εις τούτους ναποβλέπη. Εάν δ' εξ εναντίας φροντίζη μόνον διά την εφήμερον εντύπωσιν, θα καταταχθή δικαίως εις τους κόλακας, τους οποίους η ιστορία αποστρέφεται ανέκαθεν όχι ολιγώτερον αφ' όσον η γυμναστική αποστρέφεται την καλλωπιστικήν τέχνην. Αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ο Αλέξανδρος είπε μίαν ημέραν τα εξής : Ήθελα, Ονησίκριτε {74}, αφού αποθάνω, ναναζήσω επ' ολίγον, διά να ίδω πώς οι άνθρωποι θα κρίνουν όσα θα ιστορούνται περί εμού. Εάν τώρα επαινούν και εγκωμιάζουν, τούτο δεν είνε παράδοξον, διότι έκαστος με αυτό το δόλωμα προσπαθεί να συλλάβη την εύνοιάν μου. Καίτοι όσα ο Όμηρος έγραψε περί του Αχιλλέως αποκλίνουσι τα πλείστα προς το μυθώδες, τινές σήμερον κλίνουν να τα πιστεύουν, διότι θεωρούν ως μεγάλην εγγύησιν αληθείας ότι δεν έγραφε περί ζώντος• και εις τοιαύτην περίπτωσιν δεν εννοούν διά ποίον λόγον θα εψεύδετο. Τοιούτον λοιπόν θέλω τον συγγραφέα, άφοβον, ανώτερον αμοιβών και δώρων, ελεύθερον, φίλον της ειλικρινείας και της αληθείας, ο οποίος, κατά τον κωμικόν, να λέγη τα σύκα σύκα και την σκάφην σκάφην• ούτε εις το μίσος ούτε εις την φιλίαν να χαρίζεται• να μη φείδεται ή να λυπήται ή να εντρέπεται να γράψη την αλήθειαν ή να την αποσιωπά, διά να περιποιηθή• να είνε ίσος προς όλους δικαστής και εξ ίσου φίλος προς όλους, ώστε να μη απονέμη εις κανένα περισσότερον αφ' ό,τι του ανήκει• να είνε ξένος προς τα βιβλία του και να μη θεωρή πατρίδα καμμίαν πόλιν {75}, ανεξάρτητος και μη υποκείμενος εις κανένα βασιλέα• να μη σκέπτεται δε πώς θα φανούν εις τον τάδε και τον τάδε όσα γράφει, αλλά να γράφη ό,τι έγινεν.

Ο Θουκυδίδης βλέπων πόσον εθαυμάζετο ο Ηρόδοτος, ώστε και Μούσαι να ονομασθούν τα βιβλία του, πολύ καλώς ώρισε και διέκρινε την τελείαν από την ελαττωματικήν ιστορίαν και, ως λέγει, έγραφε μνημείον αιώνιον και όχι προσωρινόν κατασκεύασμα, και δεν επιδιώκει τα μυθώδη, αλλά την αλήθειαν των γενομένων, χάριν των μεταγενεστέρων. Συμπεραίνει δε ποία θα είνε η χρησιμότης, πράγμα το οποίον πρέπει να θέτη ως σκοπόν της ιστορίας πας φρόνιμος, και λέγει ότι, εάν ποτε συμβούν τα όμοια, οι μεταγενέστεροι θα δυνηθούν οδηγούμενοι εκ των προηγουμένων να διεξαγάγουν καλώς τα ενεστώτα.

Τοιούτον λοιπόν χαρακτήρα πρέπει να έχη ο συγγραφεύς όστις θα έλθη προς εμέ• όσον δε αφορά εις την γλώσσαν και το ύφος του δεν πρέπει να είνε πολύ συνηθισμένα εις τον σφοδρόν και τραχύν λόγον με τας συνεχείς περιόδους και τα στρυφνά επιχειρήματα και την άλλην δεινότητα της ρητορικής• διά ν' αρχίση να γράφη ιστορίαν, πρέπει να έχη ηρεμωτέραν την διάθεσιν. Και αι μεν έννοιαί του πρέπει να έχουν τάξιν και να είνε πυκναί, η δε φράσις σαφής, και η πρέπουσα εις τας πολιτικάς υποθέσεις και ακριβέστατα να εκφράζη το σημαινόμενον. Διότι όπως εις την σκέψιν του συγγραφέως ως σκοπόν ωρίσαμεν την αλήθειαν και την παρρησίαν, ούτω και της γλώσσης πρώτος σκοπός πρέπει να είνε να εκφράση καθαρώς και να εκδηλώση τελείως το πράγμα, ούτε ακατανοήτους και αχρήστους λέξεις μεταχειριζόμενος, ούτε τας αγοραίας και χυδαίας, αλλά τοιαύτας ώστε και οι πολλοί να εννοούν και οι μορφωμένοι να επιδοκιμάζουν. Να στολίζη δε το ύφος του με σχήματα, αλλ' όχι φορτικά και επιτηδευμένα, άλλως τα έργα του θα ομοιάζουν με φαγητά καθ' υπερβολήν καρυκευμένα.

Το πνεύμα του ιστορικού ας προσεγγίζη ενίοτε εις την ποίησιν και ας δανείζεται παρ' αυτής μεγαλοπρέπειαν και ύψος, μάλιστα όταν περιγράφη παρατάξεις, μάχας και ναυμαχίας• διότι τότε είνε ανάγκη να πνεύση ούριος ποιητικός άνεμος, υπό την πνοήν του οποίου το πλοίον του να φεύγη ως ιπτάμενον και μόλις θίγον τας κορυφάς των κυμάτων. Η γλώσσα του όμως ας βαδίζη εις την γην• και να συνανυψούται μεν και όσον το δυνατόνν αφομοιούται με το κάλλος και το μέγεθος των περιγραφομένων, να μη εξέρχεται όμως από τον χαρακτήρα της, ούτε ακαίρως να ενθουσιάζεται• διότι εις τοιαύτην περίπτωσιν διατρέχει μέγαν κίνδυνον να εξέλθη από την τροχιάν της και πέση εις την ποιητικήν μανίαν• ώστε τότε μάλιστα πρέπει να την συγκρατή ο χαλινός εις φρόνησιν, καθότι και εις τα λογοτεχνικά έργα η αλαζονεία είνε ελάττωμα όχι μικρόν. Το καλλίτερον λοιπόν είνε, ενώ η σκέψις θα πορεύεται έφιππος, η έκφρασις να παρακολουθή πεζή και κρατουμένη από το εφίππιον, ούτως ώστε να μη υστερήση.

Αλλά και εις την σύνθεσιν των λέξεων πρέπει ο συγγραφεύς να τηρή μέτρον και ν' ακολουθή μέσην οδόν, και ούτε λίαν μεμακρυσμέναι και χωρισμέναι να είνε, ούτε χωρίς ρυθμόν να συνάπτωνται, όπως πράττουν οι πολλοί• διότι το μεν πρώτον είνε ελαττωματικόν, το δε δεύτερον δυσάρεστον εις την ακοήν.

Τα δε γεγονότα δεν πρέπει να συλλέγωνται όπως τύχουν, αλλ' αφού με επιμέλειαν και κόπον πολλάκις τα εξετάση ο συγγραφεύς να τα γράψη• ει δυνατόν δε να είνε παρών και να επιβλέπη, άλλως να λαμβάνη τας πληροφορίας του από τους μάλλον αμερολήπτους και από εκείνους οίτινες είνε ανώτεροι υπονοίας ότι προς χάριν ή από έχθραν θα ελαττώσουν ή θα μεγαλοποιήσουν τα γεγονότα. Τότε δε πάλιν να διακρίνη και να εκλέγη τα πιθανώτερα. Και όταν τα συναθροίση όλα ή τα περισσότερα, κατ' αρχάς να καταστρώση προσχεδίασμα, σώμα χωρίς κάλλος και ασυνάρθρωτον• έπειτα θα το τακτοποιήση, θα το καλλωπίση, θα δώση το χρώμα του ύφους, την μορφήν και την συμμετρίαν. Πρέπει δε τότε να είνε εντελώς όμοιος προς τον Ομηρικόν Δία, όστις οτέ μεν βλέπει εις την χώραν των ιπποτρόφων Θρακών, οτέ δε εις την χώραν των Μυσών• ομοίως και αυτός οτέ μεν θα βλέπη τα πράγματα της Πατρίδος του και θα μας λέγη πως του εφαίνοντο από περιωπής βλεπόμενα, οτέ δε τα των Περσών, έπειτα δε και τα δύο συγχρόνως, εάν πολεμήσουν. Αλλά και κατά την διάρκειαν της μάχης δεν πρέπει να παρατηρή προς το έν μέρος, ούτε προς ένα ιππέα ή πεζόν, εκτός αν ούτος είνε ο Βρασίδας, όστις πρώτος πηδά εις την απόβασιν {76} ή ο Δημοσθένης εμποδίζων την απόβασιν. Εις τους στρατηγούς πρέπει πρωτίστως να προσέχη και αν δώσουν καμμίαν διαταγήν, να την ακούση και να εξακριβώση τον λόγον και τον σκοπόν της. Όταν δε συμπλακούν, θα τους παρακολουθή όλους συγχρόνως• και τότε πρέπει να ζυγίζη όπως εις ζυγαριάν τα γινόμενα και να παρακολουθή τους διώκοντας και να φεύγη μετά των φευγόντων. Εις όλα δε ταύτα να επικρατή μέτρον, ώστε ν' αποφεύγη την απειροκαλίαν και την φορτικήν πολυλογίαν, εις την οποίαν η απειρία παρασύρει τους νέους, αλλ' ευκόλως να δίδη πέρας εις την διήγησιν των επεισοδίων και αφού διακόψη εδώ την αφήγησιν, ας μεταβαίνη εις τα άλλα, αν είνε επείγοντα• έπειτα δε αφήσας αυτά να επανέρχεται εις τα πρώτα, εάν είνε ανάγκη• και προς όλα να σπεύδη και ει δυνατόν συγχρόνως να διηγήται τα συγχρόνως συμβαίνοντα και να πετά από της Αρμενίας εις την Μηδίαν, εκείθεν δε ως βέλος να φθάνη εις την Ιβηρίαν, έπειτα εις την Ιταλίαν, ώστε να μη χάνη τίποτε ενδιαφέρον.

Πρέπει δε προ πάντων να καταστήση την κρίσιν του ομοίαν προς κάτοπτρον καθαρόν και στιλπνόν και ακριβές εις την ανάκλασιν, ώστε ναποδίδη απαραλλάκτους τας εικόνας των έργων, τας οποίας δέχεται, να μη παρουσιάζη δε τίποτε διεστραμμένον με διάφορον χρωματισμόν και αλλοιωμένον σχήμα• διότι ο ιστορικός δεν συνθέτει όπως οι ρήτορες, αλλ' εκείνα τα οποία θα είπη υπάρχουν διότι έγιναν ήδη• πρέπει δε και να τα κατατάξη και να τα είπη• ώστε η κυριωτέρα του φροντίς δεν είνε τι θα είπη, αλλά πώς θα το είπη.

Εν γένει δε δύναται τις να θεωρήση τον γράφοντα ιστορίαν όμοιον προς τον Φειδίαν, τον Πραξιτέλην ή τον Αλκαμένην ή άλλον οιονδήποτε γλύπτην. Διότι ούτε αυτοί κατεσκεύαζον τον χρυσόν, τον άργυρον και τον ελέφαντα ή τα άλλα υλικά τα οποία μετεχειρίζοντο. Αλλ' η ύλη υπήρχε, την επρομήθευσαν δε εις αυτούς οι Ηλείοι, οι Αθηναίοι ή οι Άργείοι και αυτοί μόνον την διέπλασαν, επριόνισαν τον ελέφαντα, έξυσαν, συνεκόλλησαν, ερρύθμισαν και εκόσμησαν διά χρυσού, η τέχνη των δε ήτο να συναρμόσουν καταλλήλως τα υλικά.

Τοιούτον περίπου είνε και το έργον του συγγραφέως, να κατατάξη καλώς τα γενόμενα και να τα παρουσίαση εις όλην αυτών την δύναμιν και την ενάργειαν. Όταν δε έπειτα όσοι τα αναγινώσκουν νομίζουν ότι τα βλέπουν και επαινούν την διήγησιν, τούτο θα είνε απόδειξις ότι το έργον έγινε καλώς και ακριβώς και ότι δικαίως επαινείται δι' αυτό ο Φειδίας της ιστορίας.

Αφού δε όλα ετοιμασθούν, ο συγγραφεύς δύναται ν' αρχίση και χωρίς προοίμιον, όταν δεν υπάρχη μεγάλη ανάγκη να διασαφήση τι εις την εισαγωγήν• και τότε δε το προοίμιον θα περιορισθή εις την διασάφησιν των ιστορηθησομένων. Εν γένει δε, όταν αρχίζη με προοίμιον, πρέπει ναρχίζη με δύο επικλήσεις και όχι με τρεις, όπως οι ρήτορες• παραλείπων την ευμένειαν, θα ζητήση την προσοχήν και το ενδιαφέρον των αναγνωστών• διότι θα προσέξουν εις αυτόν, εάν δείξη ότι θα πραγματευθή περί σπουδαίων ή αναγκαίων, ενδιαφερόντων και χρησίμων• θα καταστήση δε ευνόητα και σαφή τα κατόπιν, εάν εκθέση κατ' αρχάς τα αίτια και συγκεφαλαιώση τα γενόμενα.

Τοιαύτα προοίμια μετεχειρίσθησαν οι άριστοι των ιστορικών. Ο μεν Ηρόδοτος λέγει ότι έγραψε, διά να μη εξαλειφθώσιν υπό του χρόνου γεγονότα μεγάλα και θαυμαστά και μάλιστα αφού ήσαν νίκαι των Ελλήνων και ήτται των βαρβάρων ο δε Θουκυδίδης, επειδή και αυτός ήλπισεν ότι ο πόλεμος εκείνος θα ήτο μέγας, σπουδαιότερος και διαρκέστερος των προηγουμένων, διότι συνέβησαν κατ' αυτόν, μεγάλαι συμφοραί. Μετά δε το προοίμιον το οποίον αναλόγως των πραγμάτων γίνεται μακρόν ή συντομεύεται, η μετάβασις εις την διήγησιν γίνεται φυσική και αβίαστος. Επειδή δε ολόκληρον το λοιπόν σώμα της ιστορίας είνε μακρά διήγησις, πρέπει να στολισθή με όλας τας αρετάς της διηγήσεως, να προχωρή με λειότητα και ομαλότητα και να μη μεταβάλη ύφος, ώστε ούτε προεξοχάς να παρουσιάζη, ούτε κοιλότητας. Έπειτα η σαφήνεια να επανθή εις όλα, προσηρμοσμένη και εις την φράσιν, ως είπα, και εις την πλοκήν των γεγονότων. Διότι ο συγγραφεύς θα περιγράψη πάντα τα γεγονότα καθ' εαυτά και εντελή• αφού δ' επεξεργασθή το πρώτον, θα προσθέση το δεύτερον, συνδεδεμένον προς το προηγούμενον και ως άλυσιν αποτελούν μετ' αυτού, ούτως ώστε να μη διακόπτεται το νήμα, ούτε διηγήσεις πολλαί να είνε προστεθειμέναι αι μεν επί των δε, αλλά πάντοτε το πρώτον με το δεύτερον να μη γειτονεύουν μόνον, αλλά και να συγκοινωνούν και αναμιγνύωνται κατά τα άκρα.

Η συντομία είνε εις όλα χρήσιμος και μάλιστα όταν ο συγγραφεύς έχη να διηγηθή πολλά. Αλλ' η συντομία δεν πρέπει να εφαρμόζεται τόσον εις τας λέξεις και τας φράσεις, όσον εις τα πράγματα. Εννοώ να παρατρέχης τα μικρά και επουσιώδη και να γράφης αρκετά περί των σπουδαίων• αλλά μάλλον πρέπει να παραλείπης πολλά. Διότι, αν δίδης γεύμα εις τους φίλους σου και είνε τα πάντα έτοιμα, δεν θα παραθέσης εις το μέσον των γλυκισμάτων, των πουλερικών και των τόσων άλλων εκλεκτών φαγητών, των αγριοχοίρων, των λαγών, των υπογαστρίων του θύννου και των σαρδελλών, πινάκιον φάβας, διότι και τούτο έτυχε να έχη παρασκευασθή, αλλά θα παραλείψης τα ευτελέστερα.

Προ πάντων δε πρέπει να προσέχης εις τας περιγραφάς ορέων ή τειχών ή ποταμών, διά να μη φαίνεσαι ότι επιδεικνύεις ματαίαν τέχνην και φροντίζεις διά της ματαιοδοξίας σου επί ζημία της ιστορίας• αλλά μόλις θίγων τα αντικείμενα ταύτα, και τούτο διά χρησιμότητα και σαφήνειαν, να προχωρής εις το κύριον θέμα, διαφεύγων τους πειρασμούς των τοιούτου είδους περιγραφών, όπως βλέπεις, ότι κάνει και ο μεγαλόφρων Όμηρος. Καίτοι ποιητής, παρατρέχει τον Τάνταλον και τον Ιξίονα και τον Τιτυόν και τους άλλους• εάν δε έγραφε περί αυτών ο Παρθένιος ή ο Ευφορίων ή ο Καλλίμαχος,{77} πόσους νομίζεις στίχους θα εχρειάζοντο, διά να φέρουν το νερόν μέχρι του χείλους του Ταντάλου; και πόσους, διά να μας περιγράψουν τον Ιξίονα περιστρεφόμενον; Ο δε Θουκυδίδης έτι ολιγώτερον μετεχειρίσθη το είδος τούτο των περιγραφών και δύνασαι να παρατηρήσης με ποίαν βραχυλογίαν διέρχεται, όταν περιγράφει μηχάνημα ή όταν δίδη το σχέδιον πολιορκίας, το οποίον είνε αναγκαίον και χρήσιμον εις την διήγησιν, ή περιγράφη το σχήμα των Επιπολών ή τον λιμένα των Συρακουσών. Αλλά και όταν διηγήται τον λοιμόν και φαίνεται ότι μακρηγορεί, δύνασαι να εννοήσης ότι τρέχει μεν πάλιν και σπεύδει, αλλά τα γεγονότα τον αναχαιτίζουν, καθότι είνε πολλά.

Εάν δέ ποτε παραστή ανάγκη και να εισαγάγης εις την διήγησιν κανένα όστις να εκφωνήση λόγον, φρόντισε προ πάντων ώστε τα λεγόμενα ν' αρμόζουν εις το πρόσωπον και τα πράγματα, να εκφράζεσαι δε με πάσαν δυνατήν σαφήνειαν• μόνον υπό τοιούτους όρους σου επιτρέπεται να ρητορεύσης και επιδείξης την δεινότητά σου εις το λέγειν.

Οι έπαινοι και αι κατακρίσεις να είνε πολύ μετρημένοι και με περίσκεψιν, απηλλαγμένοι συκοφαντίας και συνοδευόμενοι υπό αποδείξεων, σύντομοι και επίκαιροι, αφού η κρίσις δεν γίνεται ενώπιον δικαστηρίου• άλλως θα κατηγορηθής όπως ο Θεόπομπος {78}, όστις εκ φυσικής κλίσεως προς το μίσος κατέκρινε τους πλείστους και είχε κάμει έργον το πράγμα, ότι γράφει μάλλον κατηγορητήριον παρά ιστορίαν.

Εάν δε εις την ρύμην της διηγήσεως τύχη και κανείς μύθος, δύνασαι να τον αναφέρης, χωρίς όμως να τον βεβαιώνης, αλλ' απλώς να τον παραθέτης, αφήνων τους αναγνώστας να σχηματίσουν περί αυτού οιανδήποτε θέλουν γνώμην και ούτω μη αποκλίνων προς μίαν ή προς άλλην αντίθετον δεν θα έχης τίποτε να φοβηθής.

Εν γένει τούτο σου συνιστώ να ενθυμήσαι — και θα σου το επαναλάβω πολλάκις— ότι γράφων δεν πρέπει μόνον να υπολογίζης εις το παρόν, δηλαδή πώς να επαινεθής και τιμηθής υπό των συγχρόνων σου, αλλ' αποβλέπων εις το παντοτεινόν, γράφε μάλλον διά τας επερχομένας γενεάς και παρ' εκείνων να προσδοκάς την αμοιβήν του έργου σου, διά να λέγουν και περί σου• «εκείνος ήτο ελεύθερος άνθρωπος και πλήρης παρρησίας, και ουδέν έγραψε κολακευτικόν, ούτε δουλοπρεπές, αλλ' εις όλα του διαλάμπει η αλήθεια». Τούτο πας σωφρονών πρέπει να θεωρή προτιμότερον από όλους τους επαίνους της εποχής του, οίτινες τόσον ολίγον διαρκούν. Γνωρίζεις την ιστορίαν του Κνιδίου αρχιτέκτονος και εκείνο το οποίον έπραξε διά την υστεροφημίαν του; Αυτός έκτισε τον επί του Φάρου πύργον, έργον εκ των μεγίστων και ωραιοτέρων, διά να οδηγή με την λάμψιν του από μακράν τους ναυτικούς, ώστε να μη εξοκέλλουν εις την Παραιτονίαν ακτήν, ήτις είνε λίαν επικίνδυνος, ως λέγεται, διά τας υφάλους της. Αφού δε ο πύργος επερατώθη, εχάραξεν επί των πετρών το όνομά του, επιχρίσας δε και καλύψας την επιγραφήν με γύψον επέγραψε το όνομα του τότε βασιλεύοντος, σκεπτόμενος, όπως και έγινεν, ότι εντός πολύ ολίγου χρόνου θα πέσουν τα γράμματα ομού με το επίχρισμα, θα εμφανισθή δε εκείνο το οποίον είχε χαράξει επί των πετρών «Σώστρατος Δεξιφάνους Κνίδιος θεοίς σωτήρσιν, υπέρ των πλωιζομένων». Βλέπεις ότι και εκείνος δεν απέβλεπεν εις την τότε εποχήν, ούτε εις την εφήμερον ζωήν του, αλλ' εις τους αιώνας, έως ότου θα έμενεν όρθιος ο πύργος του και θα διετηρείτο η τέχνη του.

Και η ιστορία λοιπόν ούτω πρέπει να γράφεται, μάλλον με την αλήθειαν, διά ναρέση εις τους μεταγενεστέρους, παρά με κολακείαν, διά να είνε ευχάριστος εις τους τώρα επαινουμένους. Τούτο να έχης ως κανόνα και στάθμην της ιστορίας• και αν μεν συμμορφωθούν τινες προς τον κανόνα τούτον, έχει καλώς και δεν εκοπίασα εις μάτην, διά να γράψω τανωτέρω• άλλως εκύλισα και εγώ τον πίθον εις το Κράνειον.

ΤΕΛΟΣ Β' ΤΟΜΟΥ

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Άπαντα ΤΟΜΟΣ Β'. Διάλογοι θαλασσίων θεών. — Αλκυών ή περί μεταμορφώσεως. — Προμηθεύς ή Καύκασος. — Νεκρικοί διάλογοι. — Μένιππος ή νεκρομαντεία. — Φιλομειδής ή απιστών. — πώς πρέπει να γράφεται η ιστορία.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506

ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10

{1} Εννοεί τον Άνουβιν, θεόν των Αιγυπτίων κυνοπρόσωπον, όστις ενομίζετο ως ο αυτός με τον Ερμήν των Ελλήνων.

{2} Διότι η όψις των Γοργόνων απελίθωνε.

{3} Με λευκόν λίπος.

{4} ΑΘώον κατηγορείς.

{5} Χώμα με ύδωρ αναμίξας.

{6} Πλήρεις δε του Διός είνε αι οδοί όλαι και των ανθρώπων αι αγοραί.

{7} Ομηρική φράσις : Εις την χώραν των χρηστών Αιθιόπων.

{8} Ποιητική έκφρασις: Δοτήρες των αγαθών.

{9} «Περιστρεφομένη εις τον καπνόν». Ομηρική φράσις επίσης.

{10} Το Κράνειον ήτο γυμναστήριον επί τινος λόφου, πλησίον της Κορίνθου, το οποίον περιέβαλλεν ιερόν άλσος. Το Λύκειον ήτο επίσης γυμναστήριον εις έν των προαστείων των Αθηνών, όπου οι νέοι συνηθροίζοντο διά τας ασκήσεις των, οι δε φιλόσοφοι διά τας συζητήσεις των. Ο Διογένης συνήθιζε να διέρχεται τον μεν χειμώνα εις τας Αθήνας, το δε θέρος εις την Κόρινθον, μιμούμενος κωμικώς τον βασιλέα της Περσίας, όστις τον μεν χειμώνα διέμενεν εις τα Σούσα, κατά δε το θέρος εις τα Εκβάτανα. Διά τούτο ο Διογένης παραγγέλλει εις τον Πολυδεύκη ναναζητήση τον μαθητήν του Μένιππον εις τα μέρη όπου αυτός εσύχναζε.

{11} Εις την αρχήν εκάστου μηνός, οι εύποροι συνήθιζαν να εξαγνίζουν τας οικίας των. Και όσα εδέσματα υπήρχον εις αυτάς προ της καθάρσεως εξετίθεντο εις τα σταυροδρόμια. Οι δε πτωχοί, τους οποίους η πείνα καθίστα ολιγώτερον δεισιδαίμονας, έκλεπτον τα φαγητά ταύτα, τα οποία ωνομάζοντο «δείπνα της «Εκάτης».

12} Σοφιστικός συλλογισμός: Έχετε ό,τι δεν εχάσατε• κέρατα δεν εχάσατε, άρα κέρατα έχετε». Ανάλογον σόφισμα ήσαν οι κροκόδειλοι.

{13} Σύντροφος του Ηρακλέους, τον οποίον η Ήβη ανενέωσεν.

{14} Ο εξ Αμφιπόλεως Δαμασίας έγινεν Ολυμπιονίκης κατά την 115 Ολυμπιάδα. Ο Ολυμπιονίκης περιήγετο εις το στάδιον προηγουμένου κήρυκος, όστις εξεφώνει το όνομα αυτού και του πατρός του.

{15} Ελέγετο ότι ηυτοκτόνησε.

{16} Ή σήκωσε με ή να σε σηκώσω.

{17} Ο Λουκιανός φαίνεται αγνοών ότι ο Αννίβας είχεν εκτός της Φοινικικής και Έλληνικήν παίδευσιν.

{18} Φυτόν του οποίου το αφέψημα εθεωρείτο ιαματικόν διά την παραφροσύνην.

{19} Εις την Οδύσσειαν B. V. 5,488.

{20} Ο οποίος να μη έχη μεγάλην περιουσίαν.

{21} Είτε ανδρείος ήτο, είτε άνανδρος.

{22} Φυτόν το οποίον εθωρείτο ως ιαματικόν της φρενοβλαβείας.

{23} Λόγοι των γερόντων της Τροίας επί τη διαβάσει της Ελένης : Δικαίως χάριν μιας τοιαύτης γυναικός υποφέρομεν τόσον καιρόν.

{24} Αποσυντεθειμένα κρανία

{25} Ο Πυθαγόρας, συνεπής εις τας περί μετεμψυχώσεως θεωρίας του διετείνετο ότι προϋπήρξεν ως Εύφορβος.

{26} Ο Πυθαγόρας εδίδασκεν αποχήν από των κυάμων και έλεγεν ότι το τρώγειν κυάμους ήτο ίσον με το τρώγειν τας κεφαλάς των γονέων.

{27} Ο Αλκιβιάδης.

{28} Οι κυνικοί ελέγοντο και απλώς κύνες.

{29} Δεν είχεν ανάγκην περισσοτέρας, διότι κατά την σχετικήν μυθικήν παράδοσιν η σύζυγος του απέθανεν εκ τρόμου άμα τον είδε.

{30} Ομήρου Ιλιάς, Β στ. 672: Ο υιός της Αγλαΐας και του Χάροπος, ο ωραιότερος των εκστρατευσάντων κατά της Τροίας Ελλήνων.

{31} Παρωδία στίχων του Ευριπίδου εις τον «Ηρακλήν μαινόμενον» : Χαίρετε στέγη και πρόθυρα του σπιτιού μου. Με τι χαρά σας βλέπω, τώρα που επανήλθα εις το φως.

{32} Ευριπίδου «Εκάβη» στ. 1: Έρχομαι από τα σκοτεινά βάραθρα του Άδου, όπου οι νεκροί κατοικούν μακράν των θεών.

{33} Εξ απολεσθείσης τραγωδίας του αυτού ποιητού : Όχι, αλλ' ολοζώντανον μ' εδέχθη ο Άδης.

{34} Εκ της «Ανδρομέδας» του Ευριπίδου απόσπ. ΙΑ: Με παρέσυρεν η νεότης και υπερβολική της σκέψεως τόλμη.

{35} Ομήρου «Οδύσσεια» Β, στ. 163 : Κατέβηκα εις τον Άδην, ω φίλε, διά να συμβουλευθώ τον εκ Θηβών Τειρεσίαν.

{36} Όπου κατά τους στίχους του Ησιόδου, ευρίσκεται η αρετή.

{37} Εκ της Οδύσσειας: Και φεύγομεν θλιβόμενοι, και χύνοντες χονδρά δάκρυα.

{38} Και την νυκτίαν Εκάτην και την φοβεράν Περσεφόνην.

{39} ΕφοβήΘη δε εις τον Άδην ο βασιλεύς των νεκρών Πλούτων.

{40} Είδος σιδηρού κλοιού με αρπάγην.

{41} Αποσυντεθειμένοι.

{42} θεατρικά υποδήματα.

{43} Επίθετον της Περσεφόνης.

{44} Παρωδία ομηρικού στίχου : Και ταύτα ειπών, επέστρεψεν εις τον λειμώνα των ασφοδέλων.

{45} Παροιμιώδεις ηλίθιοι. 46} Υποδήματα με ακατέργαστον δέρμα.

{47} Εννοεί, φαίνεται, κάποιον εκ των αποστόλων, ή πιθανώτερον τον μάγον Σίμωνα.

{48} Απολεσθείσα τραγωδία.

{49} Ο πόλεμος ούτος έγεινε κατά το δεύτερον έτος της βασιλείας του Μάρκου Αυρηλίου, 162 μ. Χ.

{50} Ο Εμπεδοκλής, όστις ενόει διά τούτου τον πόλεμον των στοιχείων ή την παγκόσμιον κίνησιν, ην εθεώρει ως δημιουργικήν και συντηρητικήν αιτίαν των όντων.

{51} Κατετίθεντο εις τους ναούς και τα ανάκτορα τα έργα, τα γενικώς εκτιμώμενα διά να φυλάσσωνται ασφαλέστερον και μετά μεγαλειτέρας τιμής.

{52} Ο αρχιτέκτων ούτος ωνομάζετο Δεινοκράτης. Αλλά, παρά τα λεγόμενα υπό του Λουκιανού, η πρότασίς του, κατ' άλλην παράδοσιν, έκαμεν ευχάριστον εντύπωσιν εις τον Αλέξανδρον. Και η μεν ανδριαντοποίησις του όρους δεν εξετελέσθη, του ανέθεσεν όμως ο βασιλεύς την ανέγερσιν της Αλεξανδρείας.

{53} Εκ της Ιλιάδος. Εδίωκε δε μιν μέγ' αμείνων.

{54} Ιωνικαί λέξεις.

{55} Ούτος αντιγράφει τον Ηρόδοτον.

{56} Ο ιστορικός εκείνος απεμιμείτο την περιγραφήν των όπλων του Αγαμέμνονος εις την Ιλιάδα.

{57} Ελέλιξε και εδούπησεν, Ομηρικαί λέξεις σημαίνουσαι, η μεν «εσείσθη» η δε «εκρότησε».

{58} Περιεσμαραγείτο (περιεβάλλετο υπό του θορύβου των όπλων), ποιητική λέξις, όπως και αι κατόπιν, ότοβος (θόρυβος) και κόναβος (κρότος) και εμερμήριζεν (εσκέπτετο).

{59} Παρασάγγης, Περσικόν μέτρον ίσον με 30 στάδια• σταθμός, διάστημα όσον δύναταί τις να διατρέξη εις μίαν ημέραν.

{60} Εννοεί το νερόν της κλεψύδρας, με την οποίαν εκανονίζετο η διάρκεια της ομιλίας των ρητόρων.

{61} Διά να ταφούν οι νεκροί.

{62} Πολίχνη μικρόν απέχουσα της Κορίνθου, το σημερινόν Καλαμάκι.

{63} Και ούτος αντιγράφει τον Ηρόδοτον, όστις λέγει τα αυτά εις βιβλ. 1 κεφ. 8.

{64} Οι Πάρθοι είχον ως σημαίας ομοιώματα δρακόντων εκ ξύλου ή άλλης ύλης, τους οποίους έφερον επί κοντών.

{65} Οι αρχαίοι έδιδον το όνομα Ιβηρία εις δύο διαφόρους χώρας• εις την σημερινήν Ισπανίαν και εις μίαν άλλην παρά τον Καύκασον, συμπίπτουσαν με την σημερινήν Γεωργίαν. Την δευτέραν δε ταύτην ενόει βέβαια ο ιστορικός• αλλά την τοποθετεί προς νότον της Περσίας, αντί προς βορράν.

{66} Δηλαδή από του Κρανείου της Κορίνθου μέχρι της πηγής Λέρνας, ήτις ευρίσκετο εις τα περίχωρα της αυτής πόλεως και ήτο διάφορος του ομωνύμου έλους, όπου ο Ηρακλής εφόνευσε την Ύδραν και το οποίον ήτο παρά το Άργος.

{67} Ο Λουκιανός παίζει εικάζων εκ της μακρολογίας του τίτλου ότι θα ενίκησε δόλιχον, δηλαδή μακρόν δρόμον.

{68} Τούτο δύναται να σημαίνη και νίκας των Πάρθων κατά των Ρωμαίων και νίκας των Ρωμαίων κατά των Πάρθων.

{69} Αι «Ατθίδες» ήσαν έργα του Φιλοχώρου, όστις έγραψεν επί Πτολεμαίου, του Φιλοπάτορος περί των ιστορικών αρχαιοτήτων της Αττικής. Ήτο εξ ίσου ποιητής και ιστορικός ευδόκιμος. Δυστυχώς τα έργα του, τα οποία μεγάλως ετιμώντο κατά την αρχαιότητα, απωλέσθησαν.

{70} Ο Λεωτροφίδης ήτο κακεντρεχής ποιητής Αθηναίος, του οποίου η μεγάλη ισχνότης κατήντησε παροιμιώδης. Ισχνός επίσης ήτο, φαίνεται, και ο Κόνων, διό ο Λ. τους θέτει αμφοτέρους εις αντίθεσιν δύο κολοσσών, του Τιτόρμου και του Μίλωνος.

{71} Δηλαδή το εναντίον εκείνου το οποίον έγινεν. Οι αιχμαλωτισθέντες Αθηναίοι, όσοι δεν εσφάγησαν, ερρίφθησαν εις τα λατομεία.

{72} Εννοεί τον Κτησίαν, όστις έγραψεν ιστορίαν της Περσίας, της οποίας, μόνον αποσπάσματά τινα εσώθησαν.

{73} Οι ίπποι της Νίσης εθεωρούντο οι ωραιότατοι και ευγενέστατοι των ίππων.

{74} Ναύαρχος του Αλεξάνδρου, όστις εγραψεν ιστορίαν, υπερακοντίσασαν πάντα τα τερατώδη μυθεύματα, τα οποία εγράφησαν περί του Αλεξάνδρου.

{75} Ο Λουκιανός μεταχειρίζεται την λέξιν «άπολις», προς απόδοσιν της οποίας θα ήτο ίσως υπερβολική η λέξις «άπατρις».

{76} θουκυδίδ. Βιβλ. Δ'.

{77} Ποιηταί των Αλεξανδρινών και Ρωμαϊκών χρόνων.

{78} Ο Θεόπομπος ο Χίος, σύγχρονος του Ισοκράτους και είς των περιφανεστέρων μαθητών αυτού. Η ιστορία του περιελάμβανε την συνέχειαν του Πελοποννησιακού πολέμου και τα μέχρι του Φιλίππου γεγονότα και διηρείτο εις 58 βιβλία, εξ ων ουδέν διεσώθη. Φαίνεται ότι η περί αυτής κρίσις του Λουκιανού είνε καθ' υπερβολήν αυστηρά. Τουλάχιστον Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς την επαινεί πολύ και δι' άλλας αρετάς και διά την ακρίβειαν και φιλαλήθειαν.