WeRead Powered by ReaderPub
Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος cover

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος

Chapter 8: ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ
Open in WeRead

About This Book

A collection of satirical dialogues and short essays stages conversations among gods, river-spirits, sailors and mythic figures to expose superstition, romantic absurdity and philosophical pretension. Individual pieces examine transformations, the punishment of a titan, encounters with cyclopean folly, parodies of necromancy and divination, skeptical tales of deception, and a brief meditation on how historians should relate events. Irony, humor and rhetorical polish are used throughout to probe human credulity, literary vanity and the gap between appearance and truth.

ΠΡΟΜ. Και συ, ω Ερμή, ως ο Όμηρος λέγει «αναίτιον αιτιάασαι», {4} αφού μου αποδίδεις κατηγορίας διά τας οποίας εγώ, εάν επεκράτει δικαιοσύνη, έπρεπε να αμειφθώ διά της εισαγωγής και διατροφής εις το Πρυτανείον. Εάν ηυκαίρεις ευχαρίστως θα απελογούμην διά τα εγκλήματα μου διά ν' αποδείξω ότι αδίκως με κατεδίκασεν ο Ζευς• συ δε ο οποίος είσαι ευφράδης και έμπειρος εις τα δικηγορικά, ανάλαβε την υπεράσπισίν του διά ν' αποδείξης αν δύνασαι, ότι δικαίως απεφάσισε να σταυρωθώ πλησίον των Κασπίων τούτων πυλών επί του Καυκάσου και να γείνω οικτρότατον θέαμα εις όλους τους Σκύθας.

ΕΡΜ. Η έφεσίς σου, ω Προμηθεύ, είνε εκπρόθεσμος και εις ουδέν θα σε ωφελήση• λέγε όμως• άλλως τε και είνε ανάγκη να περιμένωμεν έως ότου έλθη ο αετός διά να σου περιποιηθή το σηκότι. Το μεταξύ δε χρονικόν διάστημα-καλόν είνε να χρησιμοποιήσωμεν εις ακρόασιν ρήτορος σοφιστού, οποίος είσαι συ ο πανουργότατος εις τους λόγους.

ΠΡΟΜ. Να ομιλήσης πρώτον, συ, ω Ερμή, και να φανής αμείλικτος εις την κατηγορίαν, χωρίς να παραλείψης τίποτε από τα δίκαια του πατρός σου. Σε δε, Ήφαιστε, θέτω δικαστήν της υποθέσεώς μου.

ΗΦ. Μα τον Δία, αντί δικαστού κατήγορον μάθε ότι θα μ' έχης, συ ο οποίος κλέψας το πυρ μου αφήκες σβυσμένην και ψυχράν την κάμινον.

ΠΡΟΜ. Λοιπόν διαιρέσετε την κατηγορίαν• και συ μεν ομίλησε περί της κλοπής, ο δε Ερμής ας αναπτύξη το κατηγορητήριον διά την διανομήν των κρεάτων και την πλάσιν των ανθρώπων• και οι δύο δε είσθε τεχνίται και δεινοί ρήτορες.

ΗΦ. Ο Ερμής ας ομιλήση και δι' εμέ• διότι εγώ δεν έχω καμμίαν σχέσιν με λόγους δικηγορικούς• το έργον μου είνε γύρω εις το φυσερόν• ο Ερμής όμως είνε ρήτωρ και πολύ ασχολείται εις τα τοιαύτα.

ΠΡΟΜ. Εγώ λοιπόν δεν ήλπιζα ποτέ να αναφέρη την κλοπήν ο Ερμής και να με κατακρίνη δι' αυτήν, ενώ είμεθα ομότεχνοι. Αλλ' αν και τούτο αναλαμβάνης να υποστηρίξης, δεν είνε ανάγκη ν'αναπτύξης διά μακρών την κατηγορίαν.

ΕΡΜ. Βεβαίως όσα διέπραξες, ω Προμηθεύ, έχουν ανάγκην μακράς αναπτύξεως και αρκετής παρασκευής και δεν αρκεί ν' αναφέρω κεφαλαιωδώς τα εγκλήματά σου, ως λ. χ. ότι όταν ποτέ σου ανετέθη να μοιράσης τα κρέατα, διά τον εαυτόν σου μεν εφύλαξες την καλλιτέραν μερίδα, εξηπάτησες δε τον βασιλέα, και τους ανθρώπους έπλασες χωρίς να υπάρχη ανάγκη, και κλέψας εκ του ουρανού το πυρ το έδωκες εις αυτούς• και μου φαίνεται, φίλτατε, ότι πραγματικώς δεν εννοείς ότι αφού τόσα και τοιαύτα έπραξες ο Ζευς σου εφάνη πολύ επιεικής. Εάν λοιπόν αρνηθής ότι έπραξες αυτά, θα γείνη ανάγκη να τα αποδείξωμεν και να ομιλήσω διά μακρών προσπαθών να διαλάμψη όσον το δυνατόν η αλήθεια• εάν δε ομολογής ότι έκαμες τοιαύτην διανομήν των κρεάτων, ότι επενόησες τους ανθρώπους και έκλεψες το πυρ, η κατηγορία, την οποίαν σου απήγγειλα είνε αρκετή και δεν θα μακρηγορήσω περισσότερον, διότι τούτο άλλως θα ήτο πολυλογία περιττή.

ΠΡΟΜ. Εάν και αυτά τα οποία είπες είνε φλυαρία κενή, θα το μάθωμεν ολίγον ύστερον• εγώ δε, αφού λέγεις ότι είνε ικανή η κατηγορία, θα προσπαθήσω όσον δύναμαι να ανασκευάσω όσα μου κατηγορείς. Και εν πρώτοις ας ομιλήσω περί των κρεάτων μολονότι, μα τον ουρανόν, και τώρα που τα αναφέρω εντρέπομαι διά λογαριασμόν του Διός, όστις παρίσταται τόσον μικρολόγος και μεμψίμοιρος, ώστε διότι εύρεν εις την μερίδα του μικρόν κόκκαλον, έστειλεν εις ανασκολοπισμόν ένα θεόν τόσω παλαιόν, χωρίς μήτε την βοήθειαν την οποίαν του έδωκα άλλοτε ως σύμμαχος, να ενθυμήται, μήτε να εννοή πόσον γελοίον είνε το αντικείμενον αυτής της κατηγορίας και πόσον παιδαριώδες είνε να θυμώνη και ν' αγανακτή διότι δεν έλαβεν αυτός την μεγαλειτέραν μερίδα. Αλλ' εις τα τοιαύτα γελάσματα, ω Ερμή, τα οποία συμβαίνουν εις τα συμπόσια, δεν πρέπει νομίζω κανείς ναποδίδη σημασίαν, και αν συμβή τι μεταξύ συμποσιαζόντων, πρέπει να το νομίζουν αστειότητα και ν' αφίνουν τον θυμόν, τον οποίον τυχόν ησθάνθησαν, εις το συμπόσιον• να κρατούν όμως έχθραν και να μνησικακούν και να διατηρούν παλαιάν οργήν, τούτο ούτε εις θεούς ούτε εις βασιλείς αρμόζει. Διότι αν αφαιρέση κανείς από τα συμπόσια τους αστεϊσμούς τούτους, τα γελάσματα και τα σκώμματα, τα πειράγματα και τας αστειότητας, το υπολειπόμενον είνε μέθη και κόρος και σιωπή, πράγματα κατηφή και χωρίς τέρψιν, τα οποία ελάχιστα αρμόζουν εις συμπόσιον. Διά τούτο εγώ τουλάχιστον ενόμιζα ότι ουδέ θα ενεθυμείτο αυτά την επιούσαν ο Ζευς και κάθε άλλο επίστευα παρά ότι θα ηγανάκτει και θα ενόμιζεν ότι έπαθε μέγα κακόν διότι ο διανέμων τα κρέατα έπαιζε θέλων να ίδη εάν θα διέκρινε την καλλιτέραν μερίδα ο εκλέγων. Αλλ' υπόθεσε, ω Ερμή, την χειροτέραν περίπτωσιν, ότι αντί να του δώσω την μικροτέραν μερίδα, δεν του έδιδα τίποτε? λοιπόν διά τούτο έπρεπε, κατά το δη λεγόμενον, να αναστατωθή η γη και ο ουρανός και να επινοηθούν δεσμά και σταυροί και ολόκληρος Καύκασος και ν' αποσταλούν αετοί και να σπαράσσουν το ήπαρ; Πρόσεξε μήπως αυτά μαρτυρούν πολλήν μικροψυχίαν του αγανακτούντος και ευτέλειαν χαρακτήρος και πολλήν ευκολίαν θυμού. Διότι τι θα έπραττεν ούτος αν έχανε ολόκληρον βώδι, αφού χάριν ολίγου κρέατος τόσον πολύ θυμώνει; Οι άνθρωποι οι οποίοι, ως ήτο επόμενον, πολύ ευκολώτερα οργίζονται από τους θεούς, είνε εν τοσούτω τόσον ανεκτικώτεροι εις τα τοιαύτα. Και μεταξύ αυτών δεν θα ευρεθή κανείς όστις να τιμωρήση τον μάγειρόν του διά σταυρού διότι, ενώ έψηνε τα κρέατα έγλυψε διά του δακτύλου ολίγον εκ του ζωμού ή έφαγε αποκόψας μέρος των ψηνομένων κρεάτων, αλλά τον συγχωρούν και αν τύχη δε να θυμώσουν υπερβολικά ή τον γρονθοκοπούν ή τον ραπίζουν, δεν υπάρχει δε παράδειγμα ότι ανεσκολοπίσθη κανείς μεταξύ των ανθρώπων διά τοιαύτην αιτίαν.

Και διά μεν τα κρέατα αρκούν αυτά, τα οποία και εις εμέ απολογούμενον προξενούν εντροπήν, αλλ' είνε πολύ μεγαλειτέρα εντροπή διά τον Δία να με κατηγορή δι' αυτά• διά δε την πλάσιν και την δημιουργίαν των ανθρώπων είνε καιρός να ομιλήσω τώρα. Τούτο, ω Ερμή, αποτελεί διττήν κατηγορίαν και δεν γνωρίζω τι εκ των δύο μου κατηγορείτε, ότι δεν υπήρχε καθόλου ανάγκη να δημιουργηθούν οι άνθρωποι, αλλ' ότι ήτο προτιμότερον να τους αφήσω εις την αδράνειαν της άλλης γης εξ ης τους έπλασα, ή ότι έπρεπε να πλασθούν, αλλά διαφορετικοί και όχι οποίοι επλάσθησαν. Εγώ όμως θα απαντήσω και διά τα δύο. Και εν πρώτοις ότι ουδέν εζημιώθησαν οι θεοί διότι οι άνθρωποι ήλθον εις την ζωήν θα προσπαθήσω ν' αποδείξω• έπειτα δε ότι είνε και συμφέρον και καλλίτερον δι' αυτούς λίαν παρά εάν έμενεν η γη έρημος και χωρίς ανθρώπους. Εάν λοιπόν παλαιόθεν — διότι ευκολώτερα θ' αποδειχθή ούτω εάν εγώ κακώς έπραξα να σχηματίσω το ανθρώπινον γένος—εάν υπήρχε μόνον το θείον και επουράνιον γένος, η δε γη ήτο εις αγρίαν και άμορφον κατάστασιν, κατεχομένη όλη από δάση άγρια, ούτε βωμοί, ούτε ναοί θεών υπήρχον—και πώς ηδύναντο να υπάρχουν;-— ούτε αγάλματα ή ξόανα ή άλλο τι τοιούτον, εξ εκείνων τα οποία, πολυάριθμα φαίνονται τώρα παντού και μετά τόσης φροντίδος τιμώνται. Εγώ δε — διότι πάντοτε κάτι προνοώ χάριν του κοινού συμφέροντος και προσπαθώ πώς ν'αυξηθούν μεν τα ανήκοντα εις τους θεούς, προκόψουν δε και τα άλλα όλα εις αρμονίαν και ωραιότητα —εσκέφθηκα ότι ήτο καλλίτερον να λάβω ολίγον πηλόν και να πλάσω εξ αυτού ζώα τινα και να δώσω εις αυτά μορφάς προσομοιαζούσας προς τας ιδικάς μας• διότι ενόμιζα ότι κάτι έλειπεν από το θείον, επειδή δεν υπήρχε τι αντίθετον, προς το οποίον να δύναται να συγκριθή και ούτω να αναδεικνύεται ευδαιμονέστερον. Και να είνε μεν θνητόν το γένος τούτο, αλλ' ευφυέστατον κατά τα άλλα και νοημονέστατον και δυνάμενον να διακρίνη το καλλίτερον.

Λοιπόν, ως λέγουν οι ποιηταί, «γαίαν ύδει φύρας» {5} και μαλάξας έπλασα τους ανθρώπους, παρεκάλεσα δε και την Αθηνάν να με βοηθήση εις το έργον. Αυτά είνε τα μεγάλα εγκλήματά μου προς τους θεούς. Και βλέπεις ποία είνε η ζημία εάν εκ πηλού έκαμα ζώα και εις το πρώην ακίνητον έδωκα κίνησιν και φαίνεται ότι έκτοτε οι θεοί είνε ολιγώτερον θεοί, διότι και επί της γης έγειναν ζώα τινα θνητά• ο δε Ζευς τώρα αγανακτεί, ως εάν εκ της δημιουργίας των ανθρώπων ελαττούται η αξία των θεών, εκτός εάν φοβήται μήπως και αυτοί σκεφθούν να επαναστατήσουν εναντίον του και να κινήσουν πόλεμον κατά των θεών, όπως οι Γίγαντες. Αλλ' ότι ουδόλως εζημιώθητε, ω Ερμή, παρ' εμού και των έργων μου είνε φανερόν• ή συ απόδειξέ μου και την ελαχίστην ζημίαν και τότε εγώ θα σιωπήσω και θ' αναγνωρίσω ότι δίκαια έπαθα εκ μέρους υμών. Ότι δε τα έργα μου έγειναν χρήσιμα εις τους θεούς αρκεί, διά να το εννοήσης, να παρατηρήσης εξ' ύψους την γην όλην και να ίδης ότι δεν είνε πλέον ξηρά και ακαλλιέργητος, αλλά στολισμένη με πόλεις, αγρούς καλλιεργημένους και φυτά ήμερα, και την θάλασσαν διασχιζομένην υπό πλοίων και τας νήσους κατοικημένας, πανταχού δε βωμούς και θυσίας και ναούς και πανηγύρεις•

μεσταί δε Διός πάσαι μεν αγυιαί, πάσαι δ' ανθρώπων αγοραί {6}

Εάν εδημιούργουν τους ανθρώπους διά να είνε μόνον κτήμα μου, θα ηδυνάμην ίσως να κατηγορηθώ ως πλεονέκτης• αλλ' εγώ αφού τους εδημιούργησα τους κατέστησα κοινόν κτήμα των θεών• και ενώ παντού δύναταί τις να ίδη ναούς του Διός και του Απόλλωνος, της Ήρας και σου, ω Ερμή, του Προμηθέως ουδαμού φαίνεται ναός. Βλέπεις, ότι μόνον περί του συμφέροντός μου φροντίζω, τα δε κοινά καταπροδίδω και ζημιώνω.

Αλλά θέλω να μου είπης και τούτο, ω Ερμή, εάν νομίζης ότι δύναται να υπάρξη αγαθόν άγνωστον, κτήμα ή έργον το οποίον ουδείς βλέπει και ουδείς επαινεί και αν το τοιούτον δύναται να είνε εξ ίσου ευχάριστον εις τον κάτοχον αυτού. Διά τούτου θέλω να είπω, ότι αν δεν εδημιουργούντο οι άνθρωποι, θα έμενε χωρίς θεατάς το κάλλος του σύμπαντος και θα ήμεθα κάτοχοι πλούτου, ο οποίος ούτε υπό άλλων θα εθαυμάζετο, ούτε δι' ημάς θα ήτο όσον σήμερον πολύτιμος, διότι, δεν θα είχαμεν τίποτε κατώτερον προς το οποίον να τον συγκρίνωμεν, ούτε θα είχαμεν συνείδησιν όλης της ευτυχίας μας μη βλέποντες άλλους στερουμένους των όσων ημείς απολαμβάνομεν. Το μέγα φαίνεται τοιούτον μόνον όταν συγκρίνεται προς το μικρόν. Σεις, δε αντί να με τιμήσετε δι' αυτάς μου τας πράξεις, μ' εσταυρώσατε, και αυτήν την αμοιβήν μου εδώκατε διά την προνοητικότητά μου.

Αλλά θα είπης ότι μεταξύ των ανθρώπων υπάρχουν κακούργοι και μοιχεύουν και πολεμούν και τας αδελφάς των νυμφεύονται και επιβουλεύονται την ζωήν των γονέων των. Αλλά μήπως και μεταξύ ημών των θεών δεν είνε πολλή αφθονία τοιούτων εγκλημάτων; Και πρέπει κανείς διά τούτο να κατηγορήση την Γην και τον Ουρανόν διότι μας εγέννησαν; Αλλά δύνασαι να είπης και τούτο ακόμη ότι μας δίδει πολλάς φροντίδας η επιτήρησίς των. Ο ποιμήν όμως δεν θεωρεί δυστύχημα ότι έχει το ποίμνιον και ευρίσκεται εις την ανάγκην να φροντίζη δι' αυτό• διότι αι φροντίδες αποτελούν την ευτυχίαν του• άλλως και η φροντίς είνε τέρψις διότι συντελεί να διερχώμεθα τον καιρόν χωρίς πλήξιν. Διότι τι θα εκάναμεν εάν δεν είχαμεν να φροντίζωμεν περί των ανθρώπων;

Θα διηρχόμεθα τον καιρόν με αργίαν, θα επίναμεν το νέκταρ και θα εγεμίζαμεν την γαστέρα με αμβροσίαν χωρίς να έχωμεν κανένα πόθον. Εκείνο δε το οποίον προ πάντων με πνίγει από αγανάκτησιν, είνε ότι ενώ με κατηγορείτε ότι έκαμα τους ανθρώπους και μάλιστα τας γυναίκας, όμως τας ερωτεύεσθε και δεν παύετε να κατέρχεσθε εις την γην, άλλοτε μεν εις ταύρους, άλλοτε δε εις σατύρους και κύκνους μεταμορφούμενοι και καταδέχεσθε να γεννάτε εξ αυτών θεούς. Αλλ' ίσως θα είπης ότι έπρεπε μεν να πλασθούν οι άνθρωποι, διαφορετικοί όμως και όχι ομοιάζοντες προς ημάς. Και ποίον άλλο υπόδειγμα ηδυνάμην να προτιμήσω από εκείνο το οποίον εγνώριζα ως το τελειότερον; Ή έπρεπε να κάμω τον άνθρωπον ζώον ανόητον, άγριον και θηριώδες; Αλλά τότε πώς θα προσέφεραν θυσίας εις τους θεούς και πώς θα σας απένεμον τας άλλας τιμάς αν ήσαν τοιούτοι; Αλλά σεις όταν μεν σας προσφέρουν εκατόμβας προσέρχεσθε και δεν βαρύνεσθε ούτε και αν είνε ανάγκη να μεταβήτε μέχρι του Ωκεανού «μετ' αμύμονας Αιθιοπήας {7}»• τον δε αίτιον των προσφερομένων προς υμάς τιμών εσταυρώσατε. Ως προς το ζήτημα λοιπόν των ανθρώπων, όσα είπα είνε επίσης αρκετά.

Τώρα δε μεταβαίνω εις την υπόθεσιν του πυρός και την επονείδιστον εκείνην κλοπήν. Και σ' εξορκίζω εις τους θεούς να μην αρνηθής να μου αποκριθής εις την εξής ερώτησιν• μήπως ημείς εστερήθημεν το πυρ, αφ' ότου το έχουν και οι άνθρωποι; Βεβαίως όχι. Διότι η φύσις του πράγματος τούτου είνε, μου φαίνεται, να μη ολιγοστεύη, εάν και άλλος πάρη εξ αυτού• διότι δεν σβύνει αν ανάψη κανείς άλλος. Επομένως είνε φθόνος καθαρός το τοιούτον, διότι εμποδίζατε να δοθή εις τους έχοντας ανάγκην κάτι το οποίον σεις δεν θα εστερείσθε και ουδόλως θα εζημιώνεσθε. Και όμως αφού είσθε θεοί έπρεπε να είσθε αγαθοί και «δοτήρες εάων»{8} και απηλλαγμένοι παντός φθόνου. Άλλως τε και αν ολόκληρον το πυρ αφήρουν εκ του ουρανού και το εκόμιζα κάτω εις την γην, χωρίς ν' αφήσω εξ αυτού τίποτε, η ζημία σας δεν θα ήτο μεγάλη. Διότι ουδόλως έχετε ανάγκην αυτού, καθότι ούτε κρυόνετε, ούτε την αμβροσίαν ψήνετε, ούτε τεχνητόν φως χρειάζεσθε. Εις τοις ανθρώπους δε είνε απαραίτητον το πυρ και διά τας άλλας των ανάγκας, αλλά και διά τας θυσίας, διά να διαχύνουν εις τας οδούς την κνίσσαν των θυμάτων, να θυμιάζουν διά του λιβανωτού και να καίουν τα μηρία επί των βωμών. Γνωρίζω δε πόσον σας ευχαριστεί ο καπνός των θυσιών και ότι αυτήν την ευωχίαν νομίζετε ως την νοστιμωτέραν, όταν η κνίσσα φθάνη εις τον ουρανόν «ελισσομένη περί καπνώ {9}». Επομένως η κατηγορία αύτη είνε όλως εναντία προς τας διαθέσεις σας. Απορώ δε πώς δεν διατάσσετε και τον ήλιον να παύση να φωτίζη τους ανθρώπους• διότι και αυτός είνε πυρ, πολύ θαυμαστότερον και φλογερώτερον. Ή και εκείνον κατηγορείτε ότι ασωτεύει την περιουσίαν σας; Αυτή είνε η απολογία μου. Σεις δε, Ερμή και Ήφαιστε, εάν νομίζετε ότι είπα τίποτε, το οποίον δεν είνε ορθόν, ελέγξετε και επανορθώσετέ με, εγώ δε θα απολογηθώ εκ νέου.

ΕΡΜ. Δεν είνε εύκολον, ω Προμηθεύ, να συναγωνισθή κανείς προς δικηγόρον τόσον δυνατόν. Αλλά να είσαι ευχαριστημένος ότι ο Ζευς δεν ήκουσε την απολογίαν σου• διότι αντί ενός δέκα έξ αετούς θα έστελλε να σου σπαράσσουν τα εντόσθια. Τόσον φοβερόν κατηγορητήριον του έκαμες, ενώ εφαίνεσο απολογούμενος. Αλλά δεν εννοώ πώς, ενώ είσαι μάντις, δεν προέβλεπες ότι θα υποστής τοιαύτην τιμωρίαν.

ΠΡΟΜ. Εγνώριζα, ω Ερμή, και αυτό και ότι πάλιν θ' απολυθώ γνωρίζω. Εντός ολίγου καιρού θα έλθη κάποιος εκ Θηβών, αδελφός σου, ο οποίος θα τοξεύση και θα φονεύση τον αετόν, όστις, ως λέγεις, θα έλθη να με βασανίζη.

ΕΡΜ. Εύχομαι να γίνουν όλα αυτά, Προμηθεύ, και να σ' επανίδω ελεύθερον και συντρώγοντα με ημάς, αλλ' όχι και διανέμοντα τα κρέατα.

ΠΡΟΜ. Να είσαι βέβαιος ότι θα συμφάγω με σας. Ο Ζευς θα με λύση εις ανταπόδοσιν εκδουλεύσεως όχι μικράς, την οποίαν θα του κάμω.

ΕΡΜ. Ποίαν εκδούλευσιν; Δεν μου την λες, σε παρακαλώ;

ΠΡΟΜ. Γνωρίζεις, ω Ερμή, την Θέτιν; Αλλά δεν πρέπει να σου 'πω• πρέπει να φυλάξω το μυστικόν, διά να μου χρησιμεύση ως πληρωμή και λύτρον διά την καταδίκην μου.

ΕΡΜ. Φύλαξε το, Τιτάν, αφού αυτό νομίζεις καλλίτερον. Ημείς δε ας φύγωμεν, Ήφαιστε• διότι πλησιάζει ο αετός. Λοιπόν καλή υπομονή• και εύχομαι να έλθη ταχέως ο Θηβαίος τοξότης, που είπες, διά να σε σώση από τους σπαραγμούς του ορνέου.

ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ

1. &Διογένους και Πολυδεύκους.&

ΔΙΟΓ. Άκουσε, Πολυδεύκη, έχω μίαν παραγγελίαν να σου κάμω, άμα θα πας επάνω—και νομίζω πως αύριον είνε η σειρά σου να αναζήσης—αν ίδης πουθενά τον κυνικόν Μένιππον,—δύνασαι δε να τον εύρης εις την Κόρινθον κατά το Κράνειον {10} ή εις το Λύκειον να περιγελά τους φιλονεικούντας μεταξύ των φιλοσόφους — να του 'πης, ότι ο Διογένης, ω Μένιππε, σε καλεί, αν αρκετά εγέλασες με τα εγκόσμια, να έλθης εδώ, όπου έχεις να γελάσης πολύ περισσότερον. Διότι εκεί μεν ο γέλως είνε ακόμη διστακτικός και πολλή η αμφιβολία διά τα μετά θάνατον• εδώ όμως δεν θα παύσης να γελάς με όλη σου την καρδιά, όπως εγώ τώρα και μάλιστα όταν θα βλέπης τους πλουσίους, τους μεγιστάνας και βασιλείς τόσον ταπεινούς και ευτελείς, ώστε μόνον από το κλάψιμον διακρίνονται, και πόσον η ανάμνησις του επάνω κόσμου τους αρρωσταίνει και τους κάνει γελοίους. Αυτά να του 'πης και ακόμη όταν θα έλθη να μη λησμονήση να γεμίση την σακκούλα του λούμπινα και αν εύρη εις τας τριόδους κανένα δείπνον της Εκάτης ή αυγόν καθαρισμού ή άλλο τι τοιούτον. {11}

ΠΟΛ. Θα τα είπω όλα αυτά, Διογένη• αλλά διά να τον γνωρίσω ευκολώτερα, δεν μου λες πώς είνε το εξωτερικόν του;

ΔΙΟΓ. Είνε γέρων φαλακρός και φορεί ένδυμα μυριοτρύπητον, το οποίον είνε ανοικτόν εις κάθε άνεμον και έχει όλων των χρωμάτων τα μπαλώματα. Γελά δε πάντοτε και ως επί το πολύ εμπαίζει τους φαντασμένους εκείνους φιλοσόφους.

ΠΟΛ. Ευκολώτερον θα τον εύρω με αυτά τα χαρακτηριστικά.

ΔΙΟΓ. Θέλεις να σου παραγγείλω κάτι και διά τους ιδίους τους φιλοσόφους;

ΠΟΛ. Μάλιστα, διότι ουδέ τούτο θα μου δώση βάρος.

ΔΙΟΓ. Λοιπόν ειπέ τους εν γένει να παύσουν να φλυαρούν και περί όλων να φιλονεικούν και να φυτεύουν κέρατα {12} εις αλλήλους και κροκοδείλους να κατασκευάζουν και με τοιαύτα αλλόκοτα αινίγματα να εξασκούν τάχα τον νουν.

ΠΟΛ. Αλλά θα 'πουν ότι εγώ είμαι αμαθής και ανάξιος διά να κατακρίνω την σοφίαν των.

ΔΙΟΓ. Και συ να τους 'πης εκ μέρους μου να σκάσουν.

ΠΟΛ. Θα τα 'πω και αυτά.

ΔΙΟΓ. Εις τους πλουσίους δε, αγαπητόν Πολυδεύκιον, να 'πης και τα εξής εκ μέρους μου. Προς τι, ανόητοι, φυλάττετε τον χρυσόν; Διατί δε βασανίζετε τον εαυτόν σας να λογαριάζετε τους τόκους και να σωρεύετε τάλαντα επί ταλάντων, ενώ ένας μόνον οβολός θα σας χρειασθή διά να έλθετε εδώ μετ' ολίγον;

ΠΟΛ. Θα τα 'πω και αυτά προς εκείνους.

ΔΙΟΓ. Αλλά και εις τους ωραίους και δυνατούς να πης, εις τον Μέγιλλον λ. χ. τον Κορίνθιον και τον Δαμόξενον τον παλαιστήν, ότι εδώ ούτε τα ξανθά μαλλιά, ούτε τα λαμπρά ή μαύρα μάτια, ή το ερύθημα του προσώπου υπάρχει πλέον μετά θάνατον, ούτε νεύρα έντονα ή ώμοι δυνατοί, αλλ' όλοι είμεθα μία και η αυτή σκόνη, ως λέγει και η παροιμία, και κρανία γυμνά, από κάθε κάλλος.

ΠΟΛ. Δεν είνε δύσκολον να 'πω και αυτά εις τους ωραίους και ισχυρούς.

ΔΙΟΓ. Και εις τους πτωχούς, ω Λάκων, — διότι πολλοί μεταξύ αυτών είνε οι λυπούμενοι διά την τύχην των και καταρώμενοι την πενίαν — λέγε να μη κλαίουν, ούτε να οδύρωνται και να διηγηθής την ισοτιμίαν η οποία επικρατεί εδώ και ότι εδώ θα ίδουν τους εκεί πλουσίους κατ' ουδέν καλλιτέρους από αυτούς. Και εις τους δικούς σου δε τους Λακεδαιμονίους να 'πης, αν θέλης, εκ μέρους μου και να τους επιπλήξης ότι εχαυνώθησαν.

ΠΟΛ. Ά, μη λες τίποτε περί των Λακεδαιμονίων, Διογένη, διότι δεν θα το ανεχθώ. Όσα όμως παρήγγειλες διά τους άλλους θα τα 'πω.

ΔΙΟΓ. Αφού το θέλεις, ας αφήσωμεν τους Λακεδαιμονίους, αλλά μη παραλείψης να 'πης εις τους άλλους όσα σου παρήγγειλα.

2. &Πλούτων ή κατά Μενίππου.&

ΚΡΟΙΣΟΣ. Δεν υποφέρομεν πλέον, ω Πλούτων, να συγκατοική με ημάς αυτός ο σκυλάνθρωπος• ώστε ή αυτόν μετάθεσε ή ημείς να μετοικήσωμεν εις άλλο μέρος.

ΠΛΟΥΤ. Τι κακόν σας κάνει αφού και αυτός είνε νεκρός όπως σεις;

ΚΡ. Οσάκις ημείς κλαίομεν και στενάζομεν, ενθυμούμενοι όσα αφήκαμεν επάνω, ο μεν Μίδας αυτός τον χρυσόν, ο δε Σαρδανάπαλος τας πολλάς απολαύσεις και εγώ τους θησαυρούς, μας περιγελά και μας υβρίζει και μας αποκαλεί ανδράποδα και καθάρματα, ενίοτε δε και τραγουδεί και ταράσσει την θλίψιν μας και κατά πάντα τρόπον είνε οχληρός.

ΠΛ. Τ' είν' αυτά που λέγουν, Μένιππε;

ΜΕΝ. Είνε αληθινά, ω Πλούτων. Τους μισώ αυτούς διότι είνε χυδαίοι και απαίσιοι. Δεν αρκεί ότι έζησαν κακώς, αλλά και αφού απέθαναν ακόμη ενθυμούνται και ποθούν τα του κόσμου• ευχαριστούμαι λοιπόν να τους πειράζω.

ΠΛ. Δεν πρέπει όμως• διότι δεν εστερήθησαν μικρά πράγματα και η λύπη των δεν είνε αδικαιολόγητος.

ΜΕΝ. Και συ, είσαι ανόητος, ω Πλούτων, και συμφωνείς με τους στεναγμούς των;

ΠΑ. Καθόλου, αλλά δεν θέλω να ερίζετε.

ΜΕΝ. Και όμως, φαυλότατοι Λυδοί και Φρύγες και Ασσύριοι, μάθετε ότι δεν θα παύσω• διότι όπου και αν θα πάτε θα σας ακολουθήσω διά να σας πειράζω, να σας ξεκουφαίνω και να σας εμπαίζω.

ΚΡ. Δεν είνε ύβρεις αυταί;

ΜΕΝ. Όχι, ύβρεις είνε εκείνα τα οποία εκάνετε σεις, αξιούντες να σας προσκυνούν, εξευτελίζοντες ανθρώπους ελευθέρους και ουδόλως ενθυμούμενοι ότι υπάρχει και θάνατος. Λοιπόν κλαίετε τώρα διότι εστερήθητε όλα εκείνα.

ΚΡ. Αλλοίμονον, εχάσαμεν πολλά και μεγάλα.

ΜΙΔ. Πόσον χρυσόν εγώ.

ΣΑΡΔ. Πόσας δε απολαύσεις εγώ.

ΜΕΝ. Λαμπρά, έτσι σας θέλω, να οδύρεσθε, εγώ δε να τραγουδώ και να σας ενθυμίζω αδιακόπως το «γνώθι σαυτόν»• διότι ταιριάζει ως επωδός εις αυτούς τους κλαυθμούς.

3. &Μενίππου, Αμφιλόχου και Τροφωνίου.&

ΜΕΝ. Σεις, ω Τροφώνιε, και Αμφίλοχε, ενώ είσθε νεκροί δεν γνωρίζω πώς σας έκτισαν ναούς και θεωρείσθε μάντεις και οι ανόητοι άνθρωποι σας νομίζουν θεούς.

ΑΜΦ. Τι πταίομεν λοιπόν ημείς εάν εκείνοι εξ ανοησίας έχουν τοιαύτας ιδέας περί νεκρών;

ΜΕΝ. Αλλά δεν θα τας είχαν, εάν σεις όταν εζήτε δεν εκάνετε αγυρτείας διά να τους πείσετε ότι προβλέπετε τα μέλλοντα και ότι δύνασθε να τα 'πήτε -εις τους ερωτώντας.

ΤΡΟΦ. Ο Αμφίλοχος απ' εδώ, ω Μένιππε, ας σου απαντήση εις αυτά, εγώ δε είμαι ήρως και δίδω χρησμούς εις εκείνους οι οποίοι κατεβαίνουν εις το σπήλαιόν μου. Φαίνεται ότι δεν επήγες ποτέ εις την Λεβαδείαν, άλλως δεν θα εδυσπίστεις προς τα λεγόμενα παρ' εμού.

ΜΕΝ. Τι λες; Εάν δεν επήγα εις την Λεβαδείαν και τυλιγμένος εις σινδόνια κατά τρόπον γελοίον, κρατών δε εις τα χέρια προσφοράν δεν εισήλθα διά του χαμηλού στομίου εις το σπήλαιον, δεν θα μου ήτο δυνατόν να γνωρίζω ότι είσαι νεκρός καθώς ημείς και μόνον κατά την αγυρτείαν διαφέρεις; Αλλά σε εξορκίζω εις την μαντικήν σου, δεν μου λες τι είνε ήρως; διότι δεν το ξέρω.

ΤΡΟΦ. Κάτι σύνθετον εξ ανθρώπου και θεού.

ΜΕΝ. Το οποίον ούτε άνθρωπος είνε, ως λέγεις, ούτε θεός και είνε και τα δύο; Τώρα δε τι απέγεινε το θείον σου ήμισυ;

ΤΡΟΦ. Ευρίσκεται εις την Βοιωτίαν, ω Μένιππε, και δίδει χρησμούς.

ΜΕΝ. Αυτό το οποίον λέγεις, ω Τροφώνιε, δεν το ξέρω• αλλ' εκείνο που βλέπω καθαρά είναι ότι είσαι καθ' ολοκληρίαν νεκρός.

4. &Ερμού και Χάρωνος.&

ΕΡΜ. Έλα να λογαριάσωμεν, αν θέλης, ω πορθμεύ, πόσα μου χρεωστείς έως τώρα, διά να μη έχωμεν πάλιν φιλονεικίας δι' αυτά.

ΧΑΡ. Ας λογαριασθούμεν, ω Ερμή. Αυτό είνε το καλλίτερον και διά την ησυχίαν μας.

ΕΡΜ. Μου παρήγγειλες και σου έφερα μίαν άγκυραν πέντε δραχμών.

ΧΑΡ. Πολλά λες.

ΕΡΜ. Μα τον Πλούτωνα, πέντε δραχμάς την ηγόρασα, και ένα σπάγγον διά τους σκαρμούς δύο οβολών.

ΧΑΡ. Λοιπόν, βάλε πέντε δραχμάς και δύο οβολούς.

ΕΡΜ. Και μίαν σακκορράφαν διά το πανί• επλήρωσα πέντε οβολούς.

ΧΑΡ. Πρόσθεσε και αυτούς.

ΕΡΜ. Σου έφερα επίσης κερί διά να φράξης του πλοιαρίου τα ανοίγματα, προσέτι δε καρφιά και σχοινί με το οποίον έκαμες την υπέραν• όλα δύο δραχμάς.

ΧΑΡ. Και αυτά εις καλήν τιμήν τα ηγόρασες.

ΕΡΜ. Αυτά είνε, εκτός αν ελησμονήσαμεν τίποτε. Πότε λοιπόν λες να μου τα πληρώσης αυτά;

ΧΑΡ. Τώρα, ω Ερμή, είνε αδύνατον• αν δε κανένα θανατικόν ή πόλεμος μας στείλη κάτω πολλούς, θα γείνη τρόπος να κερδίσω, διότι θα δύναμαι να τους γελώ εις τον λογαριασμόν των πορθμείων.

ΕΡΜ. Λοιπόν εγώ διά να πάρω όσα έχω να λαμβάνω πρέπει να εύχωμαι να συμβούν συμφοραί;

ΧΑΡ. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, ω Ερμή. Τώρα δε όπως βλέπεις μας έρχονται ολίγοι, διότι εις τον κόσμον είνε ειρήνη.

ΕΡΜ. Προτιμότερον αυτό, αν έτσι αναβάλλεται η εξόφλησις. Αλλ' ενθυμείσαι, ω Χάρων, πώς ήσαν οι παλαιοί οι οποίοι μας ήρχοντο εδώ; Όλοι ανδρείοι, καταιματωμένοι και πληγωμένοι οι περισσότεροι; Τώρα δε όποιος έρχεται ή υπό του τέκνου του εδηλητηριάσθη ή υπό της γυναικός του ή έχει πρισμένην την κοιλιάν και τα σκέλη εκ της πολυφαγίας, όλοι δε είνε ωχροί και άθλιοι, ουδόλως ομοιάζοντες προς εκείνους• και οι πλείστοι εξ αυτών φαίνεται ότι έρχονται εξ αιτίας επιβουλών διά χρήματα.

ΧΑΡ. Ναι, είνε περιπόθητον το χρήμα.

ΕΡΜ. Λοιπόν δεν μου φαίνεται ότι και εγώ έχω άδικον να σου ζητώ όσα μου οφείλεις.

5. &Πλούτωνος και Ερμού.&

ΠΛΟΥΤ. Γνωρίζεις τον γέροντα, τον πολύ γέροντα, τον πλούσιον Ευκράτην, ο οποίος δεν έχει μεν παιδιά, αλλ' έχει πεντακισμυρίους κόλακας που θέλουν να τον κληρονομήσουν;

ΕΡΜ. Ναι, λέγεις τον Σικυώνιον. Λοιπόν τι;

ΠΛΟΥΤ. Αυτόν μεν, ω Ερμή, άφησε να ζήση και μετά τα ενενήντα έτη, τα οποία έζησε και να του χαρίσης άλλα τόσα, και αν δυνατόν ακόμη περισσότερα• τους δε κόλακάς του, τον νέον Χαρίνον και τον Δάμονα και τους άλλους όλους φέρε τους εδώ κάτω το ταχύτερον.

ΕΡΜ. Αυτό θα φανή άτοπον.

ΠΛΟΥΤ. Εξ εναντίας δικαιότατον• διότι διατί αυτοί εύχονται ν' αποθάνη εκείνος και διατί θέλουν να πάρουν τα χρήματά του, χωρίς να έχουν καμμίαν συγγένειαν προς αυτόν; Και το αισχρότερον είνε ότι, ενώ επιθυμούν τον θάνατόν του, εις το φανερόν τον περιποιούνται, και όταν ασθενή, οι σκοποί των είνε φανεροί εις όλους και όμως υπόσχονται να προσφέρουν θυσίας εις τους θεούς διά την ανάρρωσίν του και παντοιοτρόπως τον κολακεύουν. Δι' αυτά αυτός μεν ας μένη εις την ζωήν, αυτοί δε ας προαποθάνουν και ας μείνουν με το στόμα ανοικτόν.

ΕΡΜ. Το αξίζουν να πάθουν αυτό το παιγνίδι διά την πανουργίαν των. Αλλά και εκείνος δεν τους εμπαίζει ολιγώτερον• τους τρέφει με ελπίδας και ενώ φαίνεται ετοιμοθάνατος αντέχει περισσότερον από τους νέους. Αυτοί δε τώρα έχουν διαιρέσει μεταξύ των την περιουσίαν του και πλουτούν με την φαντασίαν των.

ΠΛΟΥΤ. Λοιπόν αυτός μεν ας αποβάλη το γήρας και, καθώς ο Ιόλεως {13} ας επανέλθη εις την νεότητα. Αυτοί δε ας αφήσουν τας ελπίδας και τον ονειροποληθέντα πλούτον και ας έλθουν εδώ διά να τιμωρηθούν επαξίως της κακίας των.

ΕΡΜ. Μη σε μέλει, ω Πλούτων• θα τους φέρω τον ένα μετά τον άλλον• είνε δε νομίζω επτά.

ΠΛΟΥΤ. Φέρε τους, ο δε Ευκράτης ας τους θάψη όλους και από γέρος ας γείνη πάλιν έφηβος.

6. &Τερψίωνος και Πλούτωνος.&

ΤΕΡΨ. Είνε δίκαιον αυτό, Πλούτων, ν' αποθάνω εγώ εις ηλικίαν τριάκοντα ετών, ο δε γέρων Θούκριτος να ζη ακόμη, ενώ έχει περάσει τα ενεννήντα;

ΠΛΟΥΤ. Δικαιότατον, ω Τερψίων, αφού αυτός μεν ζη χωρίς να εύχεται ν' αποθάνη κανείς εκ των φίλων του, συ δε καθ' όλον τον καιρόν επεβουλεύεσο την ζωήν του, περιμένων να τον κληρονομήσης.

ΤΕΡΨ. Και δεν έπρεπε αυτός, ο οποίος είνε γέρων και δεν δύναται πλέον ν'απολαύση τον πλούτον, να φύγη εκ της ζωής και να παραχωρήση την περιουσίαν του εις τους νέους;

ΠΛΟΥΤ. Νέους νόμους θέλεις να εισαγάγης, Τερψίων, ώστε ο μη δυνάμενος να μεταχειρισθή τον πλούτον προς τέρψιν ν' αποθνήσκη• αλλ' η Μοίρα και η φύσις άλλως ώρισαν.

ΤΕΡΨ. Λοιπόν, αυτήν την τάξιν κατακρίνω• έπρεπε να γίνονται τα πράγματα ούτω πως, ώστε ο γεροντότερος ν' αποθνήσκη προτήτερα και μετ' αυτόν ο κατόπιν ερχόμενος κατά την ηλικίαν• να μη γίνεται δε καμμία παράβασις αυτού του κανόνος, και να ζη μεν ο υπέργηρως, ο οποίος έχει τρία δόντια ακόμη, μόλις βλέπει, στηρίζεται επί τεσσάρων υπηρετών διά να βαδίζη και τρέχει η μύτη του, είνε δε τσιμπλιασμένα τα μάτια του και δεν έχει πλέον καμμίαν απόλαυσιν, οι δε νέοι τον εμπαίζουν ως ζωντανόν τάφον, και ν' αποθνήσκουν προ αυτού οι ωραιότεροι και ευρωστότεροι νέοι. Αυτό είνε άνω ποταμών. Τουλάχιστον έπρεπε να γνωρίζωμεν πότε θ' αποθάνη έκαστος γέρων, διά να μη περιποιούμεθα μερικούς εξ αυτών εις μάτην. Τώρα δε συμβαίνει το λεγόμενον υπό της παροιμίας, ότι η βωδάμαξα πολλάκις σύρει τα βώδια.

ΠΛΟΥΤ. Όπως γίνονται τα πράγματα είνε λογικώτερα παρά όπως τα θέλεις συ. Διατί επιδιώκετε τα ανήκοντα εις τους άλλους και διά κολακειών προσπαθείτε να καταφέρετε τους ατέκνους γέροντας να σας υιοθετούν; Ούτω γίνεσθε γελοίοι αποθνήσκοντες προτήτερα από εκείνους και ο κόσμος διασκεδάζει διά λογαριασμόν σας• διότι όσον σεις εύχεσθε ν' αποθάνουν εκείνοι, τόσον ευχαριστούνται οι άλλοι όταν προαποθαίνετε. Είνε νέα τέχνη αυτή την οποίαν σεις επενοήσατε, ν' αγαπάτε τας γραίας και τους γέροντας, όταν είνε άτεκνοι, ν' αδιαφορήτε δε δι' αυτούς, αν έχουν τέκνα. Ούτω δε πολλοί εκ των γερόντων, εννοούντες τους σκοπούς σας και αν τύχη να έχουν τέκνα, προσποιούνται ότι τα μισούν, διά να έχουν και αυτοί την αγάπην σας. Έπειτα δε εις τας διαθήκας των, αποκλείονται μεν οι φίλοι, επικρατούν δε τα τέκνα και η φύσις, όπως είνε δίκαιον, οι δε κόλακες βλέποντες ότι εγελάσθηκαν, τρίζουν από πείσμα τα δόντια.

ΤΕΡΨ. Αυτά είνε αληθινά. Πόσα μου έφαγεν εμένα ο Θούκριτος, που εφαίνετο ότι από στιγμής εις στιγμήν θ' αποθάνη ! Οσάκις εισηρχόμην να τον ιδώ εστέναζε και εξέπεμπε κάτι τι βαθύ από το στήθος του, ως νεοσσός ατελής, ο οποίος μικροκράζει μέσα από το αυγό του. Ούτω δε εγώ νομίζων ότι μετ' ολίγον θ' αναβή επάνω εις το φέρετρον, του έστελνα πολλά δώρα, διά να συναγωνίζωμαι προς τους αντεραστάς κατά την μεγαλοδωρίαν, και πολλάκις αγρυπνούσα, σκεπτόμενος και υπολογίζων και τακτοποιών τα της κληρονομίας. Αύται αι αγρυπνίαι και αι φροντίδες έγειναν και του θανάτου μου αφορμή• ο δε γέρων αφού μου κατέπιε τόσον δόλωμα, παρέστη εις την κηδείαν μου και εγέλα διά το πάθημα μου.

ΠΛΟΥΤ. Εύγε Θούκριτε, και να ζήσης πολύ ακόμη διά να εμπαίζης τους τοιούτους• να μη αποθάνης δε πριν ή συνοδεύσης τας κηδείας όλων των κολάκων.

ΤΕΡΨ. Τώρα και εγώ θα ευχαριστηθώ πολύ, ω Πλούτων, εάν ο Χαροιάδης αποθάνη προ του Θουκρίτου.

ΠΛΟΥΤ. Να είσαι βέβαιος, Τερψίων, ότι και ο Φείδων και ο Μέλανθος και όλοι οι άλλοι θα έλθουν εδώ προ αυτού, αποστελλόμενοι υπό των ιδίων φροντίδων.

ΤΕΡΨ. Τα επιδοκιμάζω αυτά ολοψύχως. Σου εύχομαι να ζήσης πολύ, πάρα πολύ, Θούκριτε.

7. &Ζηνοφάντου και Καλλιδημίδου.&

ΖΗΝ. Συ δε, Καλλιδημίδη, πώς απέθανες; Εγώ ήμουν παράσιτος του Δεινίου και επνίγηκα διότι έφαγα πάρα πολύ• τα ξέρεις, διότι ήσουν εκεί όταν απέθανα.

ΚΑΛ. Ναι, Ζηνόφαντε. Ο δικός μου θάνατος συνέβη κατά τρόπον παράδοξον. Μήπως και συ έτυχε να γνώρισες τον γέροντα Πτοιόδωρον;

ΖΗΝ. Τον άκληρον και πλούσιον, με τον οποίον είχες πολλάς σχέσεις.

ΚΑΛ. Τον επεριποιούμην τακτικά, αυτός δε μου υπέσχετο ότι όταν μετ' ολίγον θ' απέθνησκε θα με άφινε κληρονόμον. Αλλ' επειδή το πράγμα ετράβα εις μάκρος και ο γέρων έζη περισσότερον από τον Τιθωνόν, ευρήκα ένα σύντομον δρόμον διά να φθάσω εις την κληρονομίαν• επρομηθεύθηκα δηλητήριον και έπεισα τον οινοχόον, μόλις ζητήση ο Πτοιόδωρος να πιή — πίνει δε αρκετά και άκρατον— να ρίψη εις το ποτήρι το φάρμακον, το οποίον να έχη ήδη έτοιμον• και εις αμοιβήν του υπεσχέθην με όρκον να του δώσω την ελευθερίαν του.

ΖΗΝ. Τι λοιπόν έγινε; Διότι μαντεύω ότι συνέβη κάτι πολύ παράδοξον.

ΚΑΛ. Αφού λοιπόν ελούσθημεν και εκαθήσαμεν εις το τραπέζι, ο υπηρέτης ο οποίος είχεν ήδη έτοιμα δύο ποτήρια έδωκε το μεν ένα το οποίον περιείχε το δηλητήριον εις τον Πτοιόδωρον, το δε άλλο εις εμέ. Αλλά δεν γνωρίζω πώς έγεινε το λάθος και εγώ μεν επήρα εκείνο το οποίον περιείχε το δηλητήριον, ο δε Πτοιόδωρος εκείνο το οποίον δεν είχε. Και ο μεν Πτοιόδωρος ήπιε χωρίς να πάθη τίποτε εγώ δε αμέσως έπεσα κάτω νεκρός αντί εκείνου. Πώς, γελάς, Ζηνόφαντε; Δεν κάνεις καλά να γελάς διά το δυστύχημα του φίλου σου.

ΖΗΝ. Τι να κάνω, Καλλιδημίδη; Αυτά που έπαθες είνε αστεία. Ο δε γέρων τι έκαμε;

ΚΑΛ. Κατ' αρχάς εταράχθη ολίγον διά το αιφνίδιον, έπειτα όμως εννοήσας, υποθέτω, τι συνέβη, εγέλα και αυτός διά το λάθος του οινοχόου.

ΖΗΝ. Αλλά δεν έπρεπε να πάρης το παράστρατον• από τον κανονικόν δρόμον θα ήρχετο ασφαλέστερον η κληρονομιά αν και ολίγον αργότερα.

8. &Κνήμωνος και Δαμνίππου.&

ΚΝΗΜ. Μου συνέβη εκείνο που λέγει η παροιμία• έπεσα, στο λάκκο που έσκαψα.

ΔΑΜΝ. Διατί αγανακτείς, Κνήμων;

ΚΝΗΜ. Είνε να μην αγανακτώ; Αφήκα κληρονόμον χωρίς να τον θέλω και παρέλειψα εκείνους εις τους οποίους ήθελα ν' αφήσω την περιουσίαν μου, απατηθείς κατά τρόπον ελεεινόν.

ΔΑΜΝ. Και πώς συνέβη αυτό;

ΚΝΗΜ. Επεριποιούμην τον Ερμόλαον τον πολύ πλούσιον ελπίζων εις τον θάνατόν του• και αυτός δεν εδέχετο δυσαρέστως τας περιποιήσεις μου. Ενόμισα δε ότι θα ήτο έξυπνον και συντελεστικόν εις τον σκοπόν μου να κάμω φανεράν διαθήκην με την οποίαν να τον ανακηρύττω κληρονόμον μου, διά να τον φιλοτιμήσω να κάμη και αυτός το ίδιον.

ΔΑΜΝ. Εκείνος δε τι έκαμε;

ΚΝΗΜ. Αυτός τι διαθήκην έκαμε δεν γνωρίζω• εγώ όμως απέθανα έξαφνα, διότι έπεσεν η στέγη επάνω μου, και τώρα ο Ερμόλαος έχει τα υπάρχοντά μου, σαν λαβράκι, το οποίον μαζύ με το δόλωμα εκατάπιε και το αγκίστρι.

ΔΑΜΝ. Και όχι μόνον το αγκίστρι, αλλά και σε τον ψαρράν• ώστε πραγματικώς έπεσες εις τον λάκκον που έσκαψες.

ΚΝΗΜ. Δεν το είπα; Γι' αυτό κλαίω και οδύρομαι.

9. &Σιμύλου και Πολυστράτου.&

ΣΙΜ. Επί τέλους έρχεσαι και συ, Πολύστρατε, εδώ κάτω αφού έζησες σχεδόν εκατό χρόνια;

ΠΟΛ. Ενεννήντα οκτώ, Σιμύλε.

ΣΙΜ. Και πώς επέρασες τα τριάντα τα οποία έζησες κατόπιν από εμέ;
Διότι θα ήσουν εβδομήντα περίπου ετών όταν εγώ απέθανα.

ΠΟΛ. Λαμπρά, όσον παράδοξον και αν σου φαίνεται τούτο.

ΣΙΜ. Βέβαια παράδοξον μου φαίνεται ένας γέρων ασθενής και άτεκνος προσέτι να μπορέση να ζήση ευχάριστα.

ΠΟΛ. Εν πρώτοις έκανα ό,τι ήθελα• είχα δε εις την διάθεσίν μου πολλούς ωραίους παίδας και γυναίκας χαριτωμένας και αρώματα και οίνον ανθοσμίαν και τα τραπέζια μου ήσαν πλουσιώτερα από τα Σικελικά.

ΣΙΜ. Αυτά μου φαίνονται παράδοξα, διότι σε εγνώριζα πολύ φειδωλόν.

ΠΟΛ. Θα μ' εννοήσης, φίλε μου, άμα σου πω ότι οι άλλοι επλήρωναν. Από το πρωί άρχιζαν να κτυπούν την πόρτα μου οι ενδιαφερόμενοι δι' εμέ• έπειτα δε κατέφθαναν διάφορα δώρα προερχόμενα απ' όλα τα μέρη της γης.

ΣΙΜ. Μήπως εχρημάτισες τύραννος μετά τον θάνατον μου, Πολύστρατε;

ΠΟΛ. Όχι, αλλ' είχα πολυαρίθμους εραστάς.

ΣΙΜ. Με κάνεις να γελώ• εραστάς εις την ηλικίαν σου, που έχεις ακόμη μόνον τέσσαρα δόντια;

ΠΟΛ. Μα τον Δία είχα τους αρίστους της πόλεως. Μολονότι είμαι γέρων και φαλακρός, ως βλέπεις, και έχω τσιμπλιασμένα τα μάτια και η μύτη μου τρέχει, ετρελλαίνοντο να με περιποιούνται και ήτο ευτυχής εκείνος εξ αυτών, τον οποίον και μόνον ητένιζα.

ΣΙΜ. Μήπως και συ έκαμες εις κανένα εκδούλευσιν ομοίαν προς εκείνην που έκαμε ο Φάων προς την Αφροδίτην όταν εκ Χίου την επέρασε εις την απέναντι παραλίαν και εις αμοιβήν τον έκαμε εκ νέου νέον, ωραίον και αξιέραστον;

ΠΟΛ. Όχι, αλλ' όπως είμαι ήμουν περιπόθητος.

ΣΙΜ. Αυτά είνε ακατανόητα.

ΠΟΛ. Και όμως είνε γνωστός αυτός ο έρως προς τους πλουσίους και ατέκνους γέροντας.

ΣΙΜ. Α! τώρα εννοώ ότι το κάλλος σου, θαυμάσιε Πολύστρατε, προήρχετο από την χρυσήν Αφροδίτην.

ΠΟΛ. Λοιπόν, Σιμύλε, δεν απήλαυσα ολίγα από τους εραστάς, οι οποίοι σχεδόν μ' επροσκυνούσαν• έκανα δε και νάζια πολλάκις και απέπεμπα μερικούς εξ αυτών ενίοτε, αυτοί δε συνηγωνίζοντο και προσπαθούσαν ποίος να υπερβή τον άλλον εις τας προς εμέ περιποιήσεις των.

ΣΙΜ. Επί τέλους δε πώς διέθεσες την περιουσίαν σου;

ΠΟΛ. Εις μεν το φανερόν έλεγα εις έκαστον εξ αυτών ότι θα τον αφήσω κληρονόμον μου, αυτός δε επίστευε και εγίνετο κολακευτικώτερος, αλλ' εις την αληθινήν μου διαθήκην έλεγα εις όλους ότι τους έχω γραμμένους εκεί που ξέρεις.

ΣΙΜ. Και εις την αληθινήν σου διαθήκην ποίον αφήκες κληρονόμον ή μήπως κανένα συγγενή σου;

ΠΟΛ. Ά μπα ! κληρονόμον μου έκαμα ένα νεαρόν δούλον τον οποίον είχα προσφάτως αγοράσει, ένα ωραίον Φρύγα.

ΣΙΜ. Πόσον ετών, Πολύστρατε;

ΠΟΛ. Είκοσι περίπου.

ΣΙΜ. Εννοώ τίνος είδους υπηρεσίας σου παρείχεν αυτός.

ΠΟΛ. Άξιζε περισσότερον από αυτούς να κληρονομήση αν και ήτο βάρβαρος και διεφθαρμένος. Τώρα και οι επιφανέστεροι των συμπολιτών τον περιποιούνται και τον έχουν φίλον. Εκείνος λοιπόν μ' εκληρονόμησε και τώρα συγκαταλέγεται μεταξύ των ευγενών, ξυρίζει το πρόσωπον και βαρβαρίζει εις την γλώσσαν, αλλά θεωρείται ευγενέστερος του Κόδρου, ωραιότερος του Νιρέως και συνετώτερος του Οδυσσέως.

ΣΙΜ. Αδιάφορον• ας γείνη και αρχιστράτηγος της Ελλάδος, εάν θέλη, αρκεί ότι εκείνοι οι άλλοι δεν εκληρονόμησαν.

10. &Χάρωνος, Ερμού και νεκρών διαφόρων.&

ΧΑΡ. Ακούσετε πώς είνε η κατάστασίς μας. Το πλοιάριον είνε μικρόν, ως βλέπετε, και σαθρωμένον ολίγον και κάνει από παντού νερά και με την παραμικράν κλίσιν προς τα πλάγια ημπορεί να ανατραπή και να βυθισθή, σεις δε ήλθετε τόσοι πολλοί συγχρόνως και έχετε μαζή σας τόσα πράγματα? αν λοιπόν εμβήτε με αυτά φοβούμαι μήπως μετανοήσετε και μάλιστα όσοι δεν γνωρίζετε να κολυμβάτε.

ΕΡΜ. Πώς να κάμωμεν λοιπόν διά να ταξειδεύσωμεν με ασφάλειαν;

ΧΑΡ. Θα σας 'πω• πρέπει να εισέλθετε εις το πλοίον γυμνοί και να αφήσετε όλα αυτά τα περιττά εις την ακτήν, διότι και έτσι μόλις θα σας χωρέση το πλοιάριον. Συ δε, Ερμή, πρόσεξε, να μη δεχθής πλέον κανένα εξ αυτών που να μη είνε γυμνός και να μη έχη αφήση τα πράγματά του, καθώς είπα. Να σταθής εις την αποβάθραν, να τους εξετάζης ένα ένα και να τους παραλαμβάνης αφού τους αναγκάζεις να εισέρχωνται γυμνοί.

ΕΡΜ. Καλά λέγεις και αυτό θα πράξω. —Συ ο πρώτος ποίος είσαι;

ΜΕΝ. Είμαι ο Μένιππος εγώ. Ιδού η σακκούλα μου, ω Ερμή, και η βακτηρία ερρίφθησαν εις την λίμνην• την κάπα μου ούτε καν την έφερα και έκαμα καλά.

ΕΡΜ. Πέρνα, Μένιππε, λαμπρέ άνθρωπε, και έχε την πρώτην θέσιν πλησίον του πλοιάρχου, εις το υψηλότερον μέρος του πλοίου διά να βλέπης όλους τους συμπλωτήρας. Αυτός δε ο ωμορφονιός ποίος είνε;

ΧΑΡ. Χαρμόλεως από τα Μέγαρα, ο αξιέραστος, ο οποίος διά κάθε φίλημα ελάμβανε δύο τάλαντα.

ΕΡΜ. Εκδύσου λοιπόν το κάλλος και τα χείλη μαζύ με τα φιλήματα και την κόμην την πυκνήν και το ερύθημα των παρειών και ολόκληρον το δέρμα. Καλά είσαι τώρα• είσαι ελαφρός και δύνασαι να εισέλθης. Αυτός δε εδώ που φορεί την πορφύραν και το διάδημα και έχει το βλέμμα άγριον ποίος είνε;

ΛΑΜΠ. Λάμπιχος, ο τύραννος των Γελώων.

ΕΡΜ. Διατί λοιπόν, Λάμπιχε, ήλθες με τόσας αποσκευάς;

ΛΑΜΠ. Τι, έπρεπε να έλθω γυμνός, ω Ερμή, εγώ ένας βασιλεύς;

ΕΡΜ. Βασιλεύς πλέον δεν είσαι, αλλά νεκρός• ώστε να ταφήσης αυτά.

ΛΑΜΠ. Ιδού, απέρριψα τον πλούτον.

ΕΡΜ. Και την αλαζονείαν ν' απορρίψης, Λάμπιχε, και την υπεροψίαν διότι θα δώσουν βάρος εις το πλοιάριον και τα δύο μαζή.

ΛΑΜΠ. Τουλάχιστον να μου επιτρέψης να έχω το διάδημα και τον μανδύαν.

ΕΡΜ. Όχι, αλλά και αυτά να ταφήσης.

ΛΑΜΠ. Καλά, τι άλλο; Διότι όλα τα αφήκα, ως βλέπεις.

ΕΡΜ. Και την σκληρότητα και την μωρίαν και το θράσος και την οργήν, και αυτά να ταφήσης.

ΛΑΜΠ. Ιδού είμαι γυμνός κατά το θέλημά σου.

ΕΡΜ. Πήγαινε τώρα μέσα. Συ δε ο παχύς με τας πολλάς σάρκας ποίος είσαι;

ΔΑΜ. Δαμασίας ο αθλητής.

ΕΡΜ. Ναι, φαίνεσαι• σε αναγνωρίζω, διότι σε είδα πολλάκις εις τας παλαίστρας.

ΔΑΜ. Μάλιστα, ω Ερμή. Αλλά δέξου με αφού είμαι γυμνός.

ΕΡΜ. Δεν είσαι γυμνός, φίλε μου, αφού φορείς τόσα κρέατα. Λοιπόν να ταποβάλης, διότι μόνον το έν σου πόδι εάν πατήσης εις το πλοίον θα το βυθίσης. Αλλά και τους στεφάνους τούτους να ρίψης και τα κηρύγματα {14}.

ΔΑΜ. Ιδού, είμαι γυμνός, ως βλέπεις, πραγματικώς και ισοβαρής με τους άλλους νεκρούς.

ΕΡΜ. Έτσι ελαφρός είσαι όπως πρέπει, ώστε έμβαινε. Και συ, Κράτων, άφησε τον πλούτον και την χαύνωσιν και την τρυφηλότητα• και μη φέρης μαζύ σου τα πολυτελή σου σάβανα, ούτε των προγόνων σου τα αξιώματα, εγκατάλειψε δε και την ευγένειαν και την δόξαν σου και τους τίτλους τους οποίους σου απένειμε ποτέ η πόλις και τας επιγραφάς των ανδριάντων σου και να μη ενθυμήσαι ότι σου κατεσκεύασαν μέγαν τάφον• διότι και αυτά ακόμη βαρύνουν αν τα ενθυμήσαι.

ΚΡΑΤ. Θα τα απορρίψω αν και ακουσίως• διότι τι δύναμαι να κάμω;

ΕΡΜ. Μπα! μπα! Συ δε ο ωπλισμένος τι θέλεις; Και διατί φέρεις αυτό το τρόπαιον;

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Διότι ενίκησα, ω Ερμή, και ηνδραγάθησα και η πόλις με ετίμησε.

ΕΡΜ. Άφησε το εδώ το τρόπαιον διότι εις τον Άδην επικρατεί ειρήνη και δεν υπάρχει ανάγκη όπλων. Αυτός δε ο σοβαρός το ήθος και αγέρωχος, ο έχων τα φρύδια σηκωμένα, ο οποίος φαίνεται βυθισμένος εις σκέψεις και έχει δάσος από γένεια;

ΜΕΝΙΠ. Είνε κάποιος φιλόσοφος, ω Ερμή, ή μάλλον αγύρτης και γεμάτος από ψεύδη, ώστε γδύσε τον και αυτόν και θα 'δης πολλά και γελοία κρυπτόμενα κάτω από το ένδυμά του.

ΕΡΜ. Απόβαλε πρώτον την σοβαρότητα του ήθους και έπειτα όλα τα άλλα. ω Ζευ, πόσην αλαζονείαν φέρει μαζύ του, πόσην δε αμάθειαν και φιλονεικίαν και ματαιοδοξίαν και ερωτήσεις αινιγματώδεις και λόγους σκοτεινούς και εννοίας πολυπλόκους• αλλά και ματαιοπονίαν πάρα πολλήν και όχι ολίγην κενολογίαν και φλυαρίαν και μικρολογίαν, βλέπω δε να έχη και χρυσόν και ηδυπάθειαν και αναισχυντίαν και οργήν και τρυφηλότητα• τα βλέπω αυτά αν και με ιδιαιτέραν φροντίδα τα κρύπτεις. Άφησε δε και το ψεύδος και την έπαρσιν και την ιδέαν ότι είσαι καλλίτερος των άλλων διότι αν εισέλθης με όλα αυτά ποίον πλοίον με πενήντα κουπιά δύναται να σε χωρέση;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Τα αφίνω λοιπόν αυτά, αφού ούτω διατάσσεις.

ΜΕΝ. Αλλά και τα γένεια αυτά ν' αφήση, ω Ερμή, διότι είνε πυκνά και βαρειά, ως βλέπεις. Έχουν τουλάχιστον πέντε μνων τρίχας.