WeRead Powered by ReaderPub
Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος cover

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος

Chapter 9: ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΦΕΤΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ
Open in WeRead

About This Book

A collection of satirical dialogues and short essays stages conversations among gods, river-spirits, sailors and mythic figures to expose superstition, romantic absurdity and philosophical pretension. Individual pieces examine transformations, the punishment of a titan, encounters with cyclopean folly, parodies of necromancy and divination, skeptical tales of deception, and a brief meditation on how historians should relate events. Irony, humor and rhetorical polish are used throughout to probe human credulity, literary vanity and the gap between appearance and truth.

Δεν θα παύσετε, είπα εγώ, να λέγετε τοιαύτα τερατώδη ψεύδη, δεν εντρέπεσθε που είσθε γέροι άνθρωποι; Αν όχι δι' άλλο, αλλά τουλάχιστον χάριν αυτών των παιδιών αναβάλλετε εις άλλην ώραν αυτάς τας παραδόξους και φοβεράς διηγήσεις. Πρέπει να προσέχετε και να μη τ' αφήνετε ν'ακούουν τέτοια πράγματα, τα οποία καθ' όλην την ζωήν των θα τα παρακολουθούν και θα τα ταράσσουν, θα γεμίσουν τα μυαλά των με διαφόρους δεισιδαιμονίας και θα τους κάμη να φοβούνται την σκιάν των.

Καλά που μ' ενθύμισες με την δεισιδαιμονίαν που είπες. Τι φρονείς, αλήθεια, Τυχιάδη, διά τους χρησμούς και τας αποκαλύψεις και όσα αναγγέλλουν μερικοί θεόπνευστοι ή ακούονται λεγόμενα από τα άδυτα ή όσα λέγει η Πυθία εμμέτρως προλέγουσα τα μέλλοντα; ή και αυτά δεν τα πιστεύεις; Αλλ' εγώ δεν θ' αναφέρω ότι έχω και έν δακτυλίδι θαυματουργόν, το οποίον έχει επί της σφραγίδος τον Πύθιον Απόλλωνα, αυτός δε ο Απόλλων μου ομιλεί, — δεν το λέγω αυτό, διά να μη νομίσης ότι λέγω απίθανα πράγματα διά να καυχηθώ. Περιορίζομαι να σας διηγηθώ μόνον όσα μου συνέβησαν και είδα με τα μάτια μου εις την Μαλλόν, εις το ιερόν του Αμφιλόχου, ο οποίος φανερά μου ωμίλησε και μου έδωκε συμβουλάς διά τας υποθέσεις μου• έπειτα δε θα σας διηγηθώ και όσα είδα εις την Πέργαμον και ήκουσα εις τα Πάταρα. Όταν επέστρεφα από την Αίγυπτον και ήκουσα ότι το Μαντείον της Μαλλού είνε περίφημον και δίδει αληθείς και σαφείς απαντήσεις εις εκείνους οίτινες γράφουν τας ερωτήσεις των εις πινάκιον και τας παραδίδουν εις τον προφήτην, ενόμισα καλόν κατά την διάβασίν μου να ερωτήσω και εγώ το μαντείον και να ζητήσω την γνώμην του θεού περί του μέλλοντος. Ενώ ακόμη έλεγεν αυτά ο Ευκράτης, εγώ βλέπων ότι το πράγμα έμελλε να προχωρήση και ότι αι περί των μαντείων συζητήσεις θα ελάμβανον διαστάσεις, δεν ενόμισα πρέπον να εξακολουθήσω ν' αντιλέγω μόνος εις όλους. Τους αφήκα λοιπόν ενώ έπλεον εξ Αιγύπτου εις την Μαλλόν — διότι ενόουν ότι τους ενώχλουν με τας αντιρρήσεις μου εις τα ψεύδη των. — Εγώ, είπα, φεύγω, διά να ζητήσω τον Λεόντυχον, διότι έχω ανάγκην να τον συναντήσω. Σεις δε επειδή δεν νομίζετε, φαίνεται, ικανά τα ανθρώπινα, καλείτε τώρα και τους θεούς να σας βοηθήσουν εις τας μυθολογίας σας. Και άμα είπα αυτά εξήλθα. Αυτοί δε είδαν ευχαρίστως την αναχώρησίν μου, διότι έμειναν ελεύθεροι να γεύωνται και ν' απολαμβάνουν, κατά την συνήθειάν των, τα ψεύδη.

Αυτά, φίλε μου Φιλοκλή, ήκουσα εις του Ευκράτους και έρχομαι πρισμένος, όπως όσοι πίνουν μούστον, με ανάγκην να εμέσω. Ευχαρίστως δε και διά πολλών χρημάτων θα ηγόραζα φάρμακον εξ εκείνων τα οποία, ως ήκουσα, δίδουν την λησμοσύνην, διά να μη μου προξενήση τίποτε κακόν η ανάμνησις αυτών διατηρουμένη• διότι νομίζω έκτοτε ότι βλέπω τέρατα και δαίμονας και Εκάτας.

ΦΙΛ. Και εγώ, Τυχιάδη, κάτι παρόμοιον έπαθα από την διήγησίν σου• διότι, ως λέγουν, όχι μόνον όσοι δαγκωθούν υπό λυσσώντων σκύλων λυσσούν και φοβούνται το νερόν, αλλά και όσοι δαγκωθούν από αυτούς παθαίνουν τα ίδια, ως να τους εδάγκωσε σκύλος λυσσών, και έχουν τους αυτούς φόβους. Και συ λοιπόν εδαγκώθης εις του Ευκράτους υπό των πολλών ψευδολογημάτων, μετέδωκες δε και εις εμέ το δηλητήριον και μου εγέμισες την ψυχήν από δαίμονας.

ΤΥΧ. Ας μη ανησυχώμεν, φίλε μου, διότι έχομεν κατά των τοιούτων αλεξιφάρμακον την αλήθειαν και τον περί πάντων ορθόν λόγον• χάρις δε εις αυτά ουδόλως θα μας ταράξουν τα ανόητα και μάταια ταύτα ψεύδη.

ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΦΕΤΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ

Λέγεται, αγαπητέ Φίλων, ότι επί της βασιλείας του Λυσιμάχου ενέσκηψεν εις τα Άβδηρα μία τοιαύτη επιδημία. Όλοι οι κάτοικοι κατελήφθησαν υπό σφοδρού πυρετού, όστις εξηκολούθει με συχνούς παροξυσμούς επί επτά ημέρας. Κατά δε την εβδόμην ημέραν άλλοι μεν από τους αρρώστους επάθαιναν άφθονον αιμορραγίαν της μύτης, άλλοι δε εφίδρωσιν επίσης άφθονον και ούτω έπαυεν ο πυρετός. Αλλά το νόσημα έφερε και το πνεύμα αυτών εις μίαν κωμικήν κατάστασιν. Όλοι δηλαδή έκαμναν θεατρικάς κινήσεις και μεγαλοφώνως απήγγελλον ιαμβικούς στίχους, μάλιστα δε μέρη από την Ανδρομέδαν του Ευριπίδου {48} και ιδίως την επιφώνησιν του Περσέως:

συ δ' ω θεών τύραννε κανθρώπων Έρως,

και ήτο η πόλις γεμάτη εκ των ωχρών τούτων και εξησθενημένων υπό του εφθημέρου πυρετού τραγωδών. Διήρκεσε δε το γενικόν τούτο αναφώνημα επί πολύ, έως ου ο χειμών και ψύχος πολύ τους έκοψε την νοσηράν αυτήν φλυαρίαν. Αίτιος δε της παραφροσύνης μου φαίνεται ότι έγεινεν ο τραγικός ηθοποιός Αρχέλαος, ο οποίος τότε ήτο φημισμένος και εις τα μέσα του θέρους εν καιρώ μεγάλου καύσωνος έπαιξεν εις τα Άβδηρα την Ανδρομέδαν. Οι δε Αβδηρίται έπαθαν τον πυρετόν εις το θέατρον, όταν δε ανέρρωσαν, εξηκολούθουν να αναπολούν την τραγωδίαν• η Ανδρομέδα επί πολύ παρέμενεν εις την μνήμην των και ο Περσεύς με την Μέδουσαν εξηκολούθει να περιίπταται εις την φαντασίαν των.

Επειδή λοιπόν, κατά την παροιμίαν, το έν πράγμα δύναται να παραβληθή προς το άλλο, το νόσημα εκείνο των Αβδηριτών είνε όμοιον προς εκείνο, το οποίον έχει καταλάβει σήμερον τους περισσοτέρους των πεπαιδευμένων. Ούτοι είνε αληθές ότι δεν απαγγέλλουν τραγωδίαν,— θα ήτο μικρότερα παραφροσύνη, αν με ξένους στίχους ουχί ασχήμους επεδεικνύοντο — αλλ' αφ' ότου ήρχισεν ο εξακολουθών πόλεμος {49} κατά των βαρβάρων και συνέβη η ήττα εις την Αρμενίαν και ηκολούθησαν αι συνεχείς νίκαι, δεν έμεινε κανείς ο οποίος να μη γράψη ιστορίαν? όλοι έγειναν Θουκυδίδαι και Ηρόδοτοι και Ξενοφώντες, ούτως ώστε να αληθεύη εκείνο το οποίον είπεν ο φιλόσοφος {50}, «ο πόλεμος είνε των όλων ο πατήρ», αφού τόσους συγγραφείς εγέννησε διά μιας.

Αυτά λοιπόν, φίλτατε, βλέπων και ακούων, ενθυμήθηκα έν ανέκδοτον του Διογένους• όταν ηκούσθη ότι ο Φίλιππος εξεστράτευε κατά της Ελλάδος, οι Κορίνθιοι όλοι εταράχθησαν και ήρχισαν να εργάζωνται διά την άμυναν? άλλος διώρθονεν όπλα, άλλος εκόμιζε πέτρας, άλλος επεσκεύαζε το τείχος ή εστερέωνε πύργον και άλλος έπραττεν ό,τι χρήσιμον ηδύνατο• ο δε Διογένης βλέπων αυτά και μη έχων τι να πράξη και αυτός — διότι ουδείς του ανέθετε καμμίαν εργασίαν — περιέζωσε το ένδυμά του και με πολλήν δραστηριότητα ήρχισε να κυλίη το πιθάρι, το οποίον του εχρησίμευεν ως κατοικία, επάνω και κάτω εις το Κράνειον. Όταν δε κάποιος εκ των γνωστών του τον ηρώτησε, διατί το κάνεις αυτό, Διογένη; Κυλίω, είπε, και εγώ το πιθάρι, διά να μη φαίνωμαι ότι μόνος εγώ μένω αργός μεταξύ τόσων εργαζομένων. Και εγώ, αγαπητέ Φίλων, διά να μη μένω μόνος άφωνος εις εποχήν τόσον πολύφωνον και να μη παρουσιάζω κωμικόν θέαμα άνθρωπου έχοντος ανοικτόν το στόμα και μη λέγοντος τίποτε, ενόμισα καλόν να κυλίσω και εγώ όσον δύναμαι τον πίθον μου, όχι όμως διά να γράψω ιστορίαν και να διηγηθώ πολεμικά γεγονότα• δεν έχω τόσω μεγάλην τόλμην εγώ και μη φοβηθής ότι θ' αποτολμήσω τοιούτόν τι• διότι γνωρίζω πόσον μέγας είνε ο κίνδυνος, όταν κυλίη κανείς επάνω εις πέτρας και μάλιστα πιθάριον λεπτοκατασκευασμένον, οποίον το ιδικόν μου• μόλις προσκρούση εις μικράν πέτραν θα ευρεθώ εις την ανάγκην να περισυλλέγω τα κομμάτια του.

Πώς λοιπόν εσκέφθηκα και πώς θα λάβω μέρος εις τον πόλεμον με ασφάλειαν και μένων έξω βολής, θα σου είπω. Εγώ θα αποφύγω τους κόπους, τας φροντίδας και τους κινδύνους, τους οποίους έχει ο συγγραφεύς, θα περιορισθώ δε να δώσω μίαν μικράν συμβουλήν και ολίγα διδάγματα εις τους συγγράφοντας, διά να λάβω ούτω και εγώ μέρος εις την οικοδομήν, αν όχι διά της επιγραφής της πραγματείας μου, τουλάχιστον διότι θα θίξω με το άκρον του δακτύλου τον πηλόν τον οποίον μεταχειρίζονται. Το βέβαιον είνε ότι οι περισσότεροι εξ αυτών νομίζουν ότι δεν έχουν ανάγκην συμβουλής διά την εργασίαν των, όπως περίπου δεν έχουν ανάγκην διδασκαλίας διά να βαδίζουν, να βλέπουν ή να τρώγουν, αλλά θεωρούν ως λίαν εύκολον και πρόχειρον και δυνατήν εις όλους την συγγραφήν ιστορίας, ως δύναται τις να κρίνη εκ των συμβαινόντων. Αλλά γνωρίζεις και συ, φίλε μου, ότι η ιστορία δεν είνε από τα εύκολα και ακόπως συνθετόμενα έργα, αλλ' είνε από τα έχοντα περισσοτέραν ανάγκην φροντίδος, όταν, ως ο Θουκυδίδης λέγει, γίνεται διά να μείνη αθάνατος• «κτήμα ες αεί».

Γνωρίζω λοιπόν ότι δεν θα αποτρέψω πολλούς εξ αυτών, εις μερικούς δε θα φανώ και πολύ οχληρός και μάλιστα εις εκείνους των οποίων το έργον έχει ήδη τελειώσει και παραδοθή εις το κοινόν. Εάν δε και επηνέθη υπό εκείνων οίτινες το ανέγνωσαν, η ελπίς ότι θα μεταβάλουν και θα διορθώσουν κάτι εκ των ήδη θεσπισμένων και κατατεθειμένων, ούτως ειπείν, εις τα βασιλικά αρχεία {51}, είνε ματαία. Αλλ' όμως δεν είνε κακόν να λεχθή και προς αυτούς τούτους η αλήθεια, ώστε, εάν ποτε γείνη άλλος πόλεμος ή των Κελτών προς τους Γέτας ή των Ινδών προς τους Βακτρίους — διότι προς ημάς δεν θα τολμήση κανείς να κήρυξη πόλεμον, αφού ήδη όλους τους έχομεν υποτάξει — να μεταχειρισθούν τον κανόνα τούτον, εάν τον νομίσουν ορθόν προς καλλιτέραν σύνθεσιν της εργασίας των. Εάν δε πάλιν επιμείνουν εις τας μεθόδους των, ο ιατρός δεν θα παραστενοχωρηθή, διότι οι Αβδηρίται θα εξακολουθούν εκουσίως ν' απαγγέλλουν την Ανδρομέδαν.

Επειδή δε το έργον της συμβουλής είνε διττόν και διδάσκει ποία να προτιμώμεν και ποία ν' αποφεύγωμεν, ας είπωμεν πρώτα ποία πρέπει ν' αποφεύγη ο γράφων ιστορίαν και ποία ν' απορρίπτη προ πάντων, έπειτα δε ποία να μεταχειρίζεται, διά να μη εξέλθη της ορθής και ευθείας οδού, πώς ν' αρχίση και ποίαν τάξιν να εφαρμόση εις τα έργα του, και το μέτρον το οποίον θα τηρή διά κάθε τι, και όσα πρέπει ν' αποσιωπά και εις όσα να ενδιατρίβη, και όσα είνε προτιμότερον να παρατρέξη και πώς να τα εξηγή και τα συναρμόζη. Και αυτά μεν και τα τοιαύτα θ' αναπτύξωμεν κατόπιν• τώρα δε θ' αναφέρωμεν τα ελαττώματα, τα οποία παρακολουθούν τους κακούς συγγραφείς. Τα κοινά όμως εις όλα τα είδη του λόγου σφάλματα, εις την γλώσσαν, την αρμονίαν, την έννοιαν, και πάσα άλλη ατεχνία και μακράν ανάπτυξιν απαιτούν και της παρούσης πραγματείας τα όρια διαφεύγουν διότι, ως είπα, είνε κοινά όλων των ειδών του λόγου ελαττώματα.

Τα δε σφάλματά των εις την καθαρώς ιστορικήν εργασίαν δύνασαι να εύρης, αν προσέξης εις τα έργα αυτών, όπως εγώ πολλάκις παρατηρώ, οσάκις ακροώμαι τοιαύτας ιστορίας αναγινωσκομένας, και μάλιστα αν προσέξης εις όλους. Δεν είνε επομένως περιττόν να αναφέρω, ως παραδείγματα, τινά από τα κατ' αυτόν τον τρόπον συγγραφέντα. Αλλά προ τούτου ας εξετάσωμεν τα σπουδαιότερα αυτών ελαττώματα.

Οι πλείστοι εξ αυτών παραμελούντες να ιστορούν τα γεγονότα, καταγίνονται να επαινούν τους άρχοντας και τους στρατηγούς, και τους μεν ιδικούς των ανυψόνουν, τους δε εχθρούς καθ' υπερβολήν καταρρίπτουν. Αγνοούν ότι δεν χωρίζει την ιστορίαν από το εγκώμιον στενόν χώρισμα, αλλά μέγα τείχος υπάρχει μεταξύ των και, όπως λέγουν οι μουσικοί, ιστορία και εγκώμιον είνε δις διαπασών προς άλληλα. Ο μεν εγκωμιάζων φροντίζει μόνον πώς να επαινέση και ευχαριστήση τον επαινούμενον και αν είνε ανάγκη να ψευσθή διά να επιτύχη τον σκοπόν του, ολίγον θα σκοτισθή? η ιστορία όμως δεν δύναται ουδ' επί στιγμήν νανεχθή ψεύδος, ακριβώς όπως η τραχεία αρτηρία, κατά τους ιατρούς, δεν ανέχεται ό,τι εισέλθη εις αυτήν, ενώ καταπίνομεν. Φαίνονται προσέτι ν' αγνοούν οι τοιούτοι ιστορικοί ότι της ποιητικής τέχνης και των ποιημάτων είνε άλλος ο σκοπός και ιδιαίτεροι οι κανόνες, άλλοι δε της ιστορίας• εις μεν την ποίησιν είνε απεριόριστος η ελευθερία και είς ο νόμος, η θέλησις του ποιητού• διότι ο ποιητής, συνθέτει υπό το κράτος ενθουσιασμού και κατέχεται εξ ολοκλήρου υπό των Μουσών? ουδείς δε δύναται να τον κατηγορήση και αν θέλη να ζεύξη άρμα με ίππους πτερωτούς ή αν κάμη άλλους να τρέχουν επάνω εις το νερόν ή επί των κορυφών των φυτών, ούτε όταν ο Ζευς αυτών σύρη και ανυψόνη εις τον αέρα δι' ενός σχοινιού γην και θάλασσαν ομού, φοβούνται μήπως κοπή το σχοινί και καταπέσουν τα πάντα και γίνουν θρύμματα. Αλλά και αν θέλουν να επαινέσουν τον Αγαμέμνονα, ουδείς δύναται να τους εμποδίση, ώστε κατά την κεφαλήν και τους οφθαλμούς να τον κάμουν όμοιον προς τον Δία, κατά το στήθος όμοιον προς τον αδελφόν του Διός Ποσειδώνα και κατά την ζώνην όμοιον προς τον Άρην• και εν γένει εξ όλων των θεών σύνθετος πρέπει να γείνη ο υιός του Ατρέως και της Αερόπης• διότι δεν αρκεί μόνος ο Ζευς, ούτε ο Ποσειδών, ούτε ο Άρης χωριστά έκαστος, διά ναναπληρώση το κάλλος του. Η δε ιστορία, αν παραδεχθή τοιαύτην κολακείαν, μεταβάλλεται εις είδος τι πεζής ποιήσεως, η οποία δεν έχει την φραστικήν μεγαλοπρέπειαν της ποιήσεως, την λοιπήν δε τερατολογίαν παρουσιάζει χωρίς τον στολισμόν των μέτρων και επομένως φανερωτέραν.

Είνε λοιπόν μέγα ή μάλλον μέγιστον ελάττωμα, όταν δεν γνωρίζη κανείς να χωρίζη τα ανήκοντα εις την ποίησιν και τα αρμόζοντα εις την ιστορίαν, αλλ' εισάγη εις την ιστορίαν τα στολίδια της ποιήσεως, τον μύθον και το εγκώμιον και τας σχετικάς υπερβολάς. Ομοίως, αν ένα αθλητήν από τους δυνατούς εκείνους, οι οποίοι φαίνονται ως καμωμένοι από πρίνον, ενδύσετε με πολυτελή και αβρά ενδύματα και τον στολίσετε με άλλα πορνικά στολίδια και του ψιμυθιώσετε το πρόσωπον, θα τον κάμετε γελοίον και επαίσχυντον.

Δεν λέγω όμως ότι δεν έχει θέσιν και ο έπαινος ενίοτε εις την ιστορίαν αλλά πρέπει να γίνεται χρήσις αυτού, όταν πρέπη, και να έχη όρια το πράγμα, ώστε να μη γίνη φορτικόν εις εκείνους, οίτινες θ' αναγνώσουν εις το μέλλον το έργον? εν γένει δε αυτά πρέπει να γίνωνται κατά τους κανόνας, τους οποίους μετ'ολίγον θα υποδείξωμεν. Όσοι δε νομίζουν ότι καλώς διαιρούν εις δύο την ιστορίαν, εις το τερπνόν και το χρήσιμον, και διά τούτο εισάγουν εις αυτήν και το εγκώμιον ως τερπνόν και ευχάριστον, βλέπεις πόσον απομακρύνονται από το αληθές και το ορθόν. Πρώτον μεταχειρίζονται ψευδή διαίρεσιν διότι μία είνε η προσπάθεια και είς ο σκοπός της ιστορίας, το χρήσιμον, το οποίον μόνον από την αλήθειαν παράγεται. Αν δε δύναται να προστεθή εις το χρήσιμον και το τερπνόν, ακόμη καλλίτερα, όπως και το κάλλος εις τον αθλητήν. Αλλά δεν εμποδίζει τον Νικόστρατον Ισιδότου η μεγάλη ασχημία του να είνε αθλητής εκ των ισχυροτέρων, να νικά τους αντιπάλους του, είς εκ των οποίων ήτο ο εκ Μιλήτου ωραίος Αλκαίος, όστις, ως λέγεται, υπήρξε και ερωτικός φίλος του Νικοστράτου. Η ιστορία λοιπόν, και αν ακόμη παραμελήση το τερπνόν και ολίγον φροντίζη διά το κάλλος, θα προσελκύση πολλούς θιασώτας, αρκεί και μόνον να είνε τελεία εις το κύριόν της έργον, δηλαδή την έρευναν της αληθείας.

Πρέπει να είπωμεν και τούτο ακόμη, ότι ουδέ τερπνόν είνε εις την ιστορίαν το εντελώς μυθώδες και οι υπερβολικοί έπαινοι• ούτε το έν ούτε το άλλο δύνανται ν' αρέσουν εις τους αναγνώστας. Εννοώ δε όχι τον όχλον και τους πολλούς, αλλ' εκείνους οίτινες θ' αναγνώσουν την ιστορίαν ως δικασταί και μάλιστα ως κατήγοροι, τους οποίους δεν δύναται να διαφύγη τίποτε στραβόν και άτοπον, διότι βλέπουν καλλίτερα από τον Άργον και βλέπουν δι' όλου του σώματος, ως αργυραμοιβοί δε εξετάζουν τα καθέκαστα, και τα μεν κίβδηλα απορρίπτουν αμέσως, παραδέχονται δε τα σωστά, γνήσια και κανονικά. Προς τούτους πρέπει ν' αποβλέπης, όταν συγγράφης, διά δε τους άλλους ολίγον να σκοτίζεσαι όσον και αν σ' επαινούν. Εάν δε, μη προσέχων εις την γνώμην των ολίγων, στολίσης πέραν του μέτρου την ιστορίαν με μύθους και επαίνους και άλλας κολακείας, θα την καταστήσης ομοίαν με τον Ηρακλή, όταν ευρίσκετο εις την Λυδίαν. Διότι θα έτυχε να τον ίδης κάπου ζωγραφισμένον ως δούλον της Ομφάλης, με πολύ αλλόκοτον ενδυμασίαν. Η μεν Ομφάλη φορεί την λεοντήν αυτού και κρατεί το ρόπαλον, ως να είνε τάχα αυτή ο Ηρακλής, αυτός δε φορεί γυναικεία ενδύματα και ξαίνει έρια και η Ομφάλη τον κτυπά με το σάνδαλόν της. Και είνε το θέαμα εξουθενωτικόν, όπως τα ενδύματα δεν ταιριάζουν εις το σώμα του Ηρακλέους, του οποίου την ανδρικότητα εκθηλύνουν απρεπώς.

Οι πολλοί ίσως θα σ' επαινέσουν δι' αυτά• αλλ' οι ολίγοι, εκείνοι, των οποίων την γνώμην δεν έλαβες υπ' όψιν, θα γελάσουν πολύ εις βάρος σου, βλέποντες το ασύμφωνον, αταίριαστον και δυσάρμοστον του πράγματος. Ό,τι είνε ωραίον δι' έν πράγμα, ενδέχεται να είνε ασχημία δι' άλλο, εις το οποίον δεν ταιριάζει. Αφήνω ότι οι έπαινοι μόνον εις ένα, τον επαινούμενον, ίσως είνε ευχάριστοι• εις τους άλλους όμως είνε αηδείς και οχληροί, μάλιστα αν είνε πολύ υπερβολικοί, όπως συμβαίνει πολλάκις, όταν οι επαινούντες επιδιώκουν την εύνοιαν των επαινουμένων και τόσον το παρακάνουν, ώστε γίνεται φανερά εις όλους η κολακεία. Διότι ούτε με τέχνην γνωρίζουν να κολακεύσουν, ούτε περικαλύπτουν τα θωπεύματα, αλλ' αφού αρχίσουν επισωρεύουν επαίνους, όλους χονδροειδείς και απιθάνους. Ούτω δε ουδ' εκείνο το οποίον προ πάντων επιδιώκουν επιτυγχάνουν• διότι οι παρ' αυτών επαινούμενοι τους μισούν μάλλον και τους περιφρονούν, ως κόλακας, και δικαίως, μάλιστα αν τύχη να έχουν χαρακτήρα ανδροπρεπή. Τοιούτον τι έπαθεν ο Αριστόβουλος, όστις, αφού περιέγραφε την μονομαχίαν του Αλεξάνδρου με τον Πώρον, ανέγνωσεν εις αυτόν το μέρος τούτο της ιστορίας του—-διότι ενόμιζεν, ότι θα ευχαρίστει τον βασιλέα, αν εξώγκωνε την νίκην με ψεύδη και επινοήσεις υπερτέρας της αληθείας—. Αλλ' ο Αλέξανδρος έλαβε το βιβλίον —εταξείδευαν δε εις τον ποταμόν Υδάσπην— και το έρριψεν εις το νερόν. Και σε, είπε προς τον συγγραφέα, ούτω έπρεπε να σε μεταχειρισθώ, διότι τοιαύτας μονομαχίας κάνεις διά λογαριασμόν μου και δι'ενός ακοντισμού φονεύεις ελέφαντας. Και ήτο επόμενον ν' αγανακτήση ούτω ο Αλέξανδρος, όστις δεν ηνέχθη και την τόλμην του αρχιτέκτονος εκείνου, ο οποίος του επρότεινε να μεταβάλη το όρος Άθω εις ανδριάντα αυτού, να μεταμορφώση δηλαδή τοιουτοτρόπως το όρος, ώστε να ομοιάζη προς τον βασιλέα, αλλ' εννοήσας αμέσως ότι ήτο κόλαξ τον απέπεμψε και δεν τον εχρησιμοποίησε πλέον εις τίποτε {52}.

Πού λοιπόν υπάρχει το τερπνόν εις αυτά, εκτός αν είνε κανείς εντελώς ανόητος, ώστε να ευχαριστήται με τοιούτους επαίνους, των οποίων το ψεύδος είνε προφανές; Οι τοιούτοι ομοιάζουν με τους ασχήμους ανθρώπους, μάλιστα δε τα άσχημα γύναια, τα οποία παραγγέλλουν εις τους ζωγράφους να τα εξωραΐζουν εις την εικόνα των• διότι νομίζουν, ότι πραγματικώς θα εξωραϊσθούν, αν ο ζωγράφος βάψη τας παρειάς των με περισσότερον κόκκινον και μεταχειρισθή περισσότερον λευκόν χρώμα. Τοιούτοι είνε οι πλείστοι από τους σημερινούς συγγραφείς• διά της ιστορίας επιδιώκουν το ίδιον συμφέρον και την πλήρωσιν ατομικών αναγκών• και έπρεπε να τους μισώμεν, διότι εις μεν το παρόν είνε φανεροί και χυδαίοι κόλακες, εις το μέλλον δε θα καταστήσουν ύποπτον διά των υπερβολών όλην την υπόθεσιν της διηγήσεώς των. Εάν δε τις νομίζη ότι πάντως πρέπει το τερπνόν ν' αναμιγνύεται εις την ιστορίαν εν γένει, δεν έχω αντίρρησιν, αλλ' υπό τον όρον το τερπνόν να είνε και αληθές και όχι ανάρμοστον εις τον χαρακτήρα του έργου, όπως το μεταχειρίζονται οι περισσότεροι.

Εγώ δε θα διηγηθώ και όσα ήκουσα προ ολίγου καιρού εις την Ιωνίαν και εις την Αχαΐαν πρότερον περί τινων συγγραφέων, οίτινες έγραψαν διήγησιν του ειρημένου πολέμου• και εξορκίζω εις τας Χάριτας να μη απιστήση κανείς εις όσα θα είπω• διότι θα ηδυνάμην και να ορκισθώ ότι είνε αληθή, αν ήτο πρέπον να παρενθέτη κανείς όρκον εις σύγγραμμα. Είς λοιπόν εξ αυτών ήρχισε την ιστορίαν του με την επίκλησιν των Μουσών, παρακαλών τας θεάς να τον βοηθήσουν εις το έργον του. Βλέπεις πόσον κατάλληλος είνε η τοιαύτη αρχή και ταιριαστή εις την ιστορίαν και αρμόζουσα εις το τοιούτον είδος του λόγου; Έπειτα ολίγον κατωτέρω τον μεν ημέτερον άρχοντα προσωμοίαζε προς τον Αχιλλέα, τον δε βασιλέα των Περσών προς τον Θερσίτην, χωρίς να σκεφθή ότι ο Αχιλλεύς περισσότερον ανεδείχθη, διότι εφόνευσε τον Έκτορα και όχι τον Θερσίτην, και ότι, όταν τρέπεται εις φυγήν ανδρείος τις, τον καταδιώκει πολύ ανδρειότερος {53}. Έπειτα έστρεφεν εις τον εαυτόν του το εγκώμιον, ότι είνε άξιος να περιγράψη πράξεις τόσον ενδόξους. Προχωρών απηύθυνεν επαίνους και προς την πατρίδα του Μίλητον, προσθέτων ότι κατά τούτο έπραξε καλλίτερα από τον Όμηρον, όστις δεν ανέφερε καν την πατρίδα του. Εις δε το τέλος του προοιμίου υπέσχετο δητώς και σαφώς ότι θα ανυψώση τα ημέτερα, τους δε βαρβάρους θα πολεμήση και αυτός όσον δύναται. Και ήρχισε την ιστορίαν ως εξής• «Ο μιαρώτατος Ουολόγεσος, του οποίου το τέλος είθε να είνε οικτρότατον, ήρχισε τον πόλεμον διά την εξής αιτίαν». Και αυτός μεν τοιαύτα έγραψεν. Άλλος δε, μέγας θιασώτης του Θουκυδίδου, ώστε να θέλη να μιμηθή καθ' όλα το πρότυπον, ήρχισεν όπως και εκείνος με το όνομα του, θεωρών ότι τοιαύτη έναρξις είνε η ευγενεστέρα και μυρίζει θύμον αττικόν. Άκουσε και κρίνε• «Κρεπέριος Καλπουρνιανός, Πομπηιουπολίτης συνέγραψε τον πόλεμον των Παρθυαίων και Ρωμαίων, ως επολέμησαν προς αλλήλους, αρξάμενος ευθύς ξυνισταμένου». Μετά τοιαύτην δε αρχήν, προς τι να σου αναφέρω τα κατόπιν, δηλαδή τας δημηγορίας του εις την Αρμενίαν, όπου μας παρουσιάζει απαράλλακτον τον Κερκυραίον ρήτορα, ή τον λοιμόν τον οποίον έστειλε κατά των Νισιβηνών, οίτινες δεν ήσαν φίλοι προς τους Ρωμαίους, δανεισθείς αυτόν καθ' ολοκληρίαν από τον Θουκυδίδην, εκτός μόνον του Πελασγικού και των μακρών τειχών, όπου οι τότε προσβληθέντες υπό του λοιμού εγκατεστάθησαν. Ήρχισε δε και από την Αιθιοπίαν ο λοιμός αυτού, όπως του Θουκυδίδου, και εκείθεν κατέβη εις την Αίγυπτον και μετεδόθη εις το μεγαλείτερον μέρος της χώρας, ήτις ανήκει εις τον βασιλέα της Περσίας, ευτυχώς δε έμεινεν εκεί. Εγώ λοιπόν τον αφήκα να θάπτη τους δυστυχείς Αθηναίους εις την Νίσιβιν και ανεχώρησα, γνωρίζων εντελώς και όσα μετά την αναχώρησίν μου έμελλε να είπη. Είνε δε συνηθέστατον σήμερον και να νομίζουν οι συγγραφείς ότι εξισούνται προς τον Θουκυδίδην, αν με μικράς μεταβολάς μεταχειρίζωνται τας εκφράσεις εκείνου και διάφορα φρασίδια, ως «όπως και αυτός αν φαίης», «ού δι' αυτήν», «νή Δία κακείνο ολίγου δείν παρέλιπον». Ο ίδιος δε συγγραφεύς, όστις κατ' αυτόν τον τρόπον απομιμείται τον Θουκυδίδην, αναφέρει πολλά όπλα και μηχανήματα όπως οι Ρωμαίοι τα ονομάζουν, και την τάφρον όπως εκείνοι και την γέφυραν και άλλα τοιαύτα. Και δύνασαι πλέον να σκεφθής ποίαν σοβαρότητα έχει τοιαύτη ιστορία και πόσον είνε άξιον του Θουκυθίδου ναναμιγνύωνται αι Ιταλικαί αύται λέξεις με τας Αττικάς, και να παρίστανται ότι αρμόζουν και συνάδουν προς αυτάς.

Κάποιος δε άλλος εκ των ιστορικών τούτων έγραψε διήγησιν των γεγονότων κατά τρόπον όλως ξηρόν και πεζόν, όπως θα τα έγραφε και στρατιώτης, κρατών σημείωσιν των καθ' εκάστην συμβαινόντων, ή κτίστης ή κάπηλος παρακολουθών το στράτευμα. Αλλ' ο απλοϊκός ούτος είνε μάλλον συγγνωστός, διότι αυτός μεν φαίνεται αμέσως οποίος ήτο, ειργάσθη δε δι' άλλον πλέον φιλόκαλον και ικανόν να γράψη ιστορίαν. Το μόνον διά το οποίον τον κατέκρινα είνε ότι έδωκεν εις το έργον του τίτλον λίαν πομπώδη διά την αξίαν του περιεχομένου• «Καλλιμόρφου ιατρού της έκτης λεγεώνος των κοντοφόρων ιστορίαι των Παρθικών πολέμων»• και το σύγγραμμα είνε διηρημένον εις βιβλία αριθμημένα. Προέταξε δε και προοίμιον σαχλόν, εις το οποίον λέγει ότι εις τον ιατρόν προσήκει να γράφη ιστορίαν, καθότι ο μεν Ασκληπιός είνε υιός του Απόλλωνος, ο δε Απόλλων αρχηγός των Μουσών και πάσης παιδείας κύριος. Ενώ δε αρχίζει να γράφη εις την Ιωνικήν διάλεκτον, δεν γνωρίζω διατί μετ' ολίγον επανέρχεται εις την κοινήν• και λέγει «ιατρείην» και «πείρην» και «οκόσα» και «νούσοι» {54}, έπειτα δε μεταχειρίζεται λέξεις κοινάς και πολλάκις του δρόμου.

Εάν δε πρέπη ν' αναφέρω και ένα σοφόν μεταξύ των σημερινών ιστορικών, το μεν όνομά του ας αποσιωπήσωμεν• θα ομιλήσω δε μόνον περί των ιδεών και των έργων, τα οποία επ' εσχάτων συνέγραψεν εις την Κόρινθον και τα οποία υπερβαίνουν πάσαν προσδοκίαν. Ευθύς εν αρχή και εις την πρώτην περίοδον του προοιμίου του απευθύνει προς τους αναγνώστας του σοφώτατον συλλογισμόν, με τον οποίον θέλει ν' αποδείξη ότι μόνον εις φιλόσοφον αρμόζει να γράφη ιστορίαν. Ακολουθεί μετ' ολίγον άλλος συλλογισμός και έπειτα άλλος• και εν γένει το προοίμιον του γέμει συλλογισμών παντός είδους• και η κολακεία είνε άφθονος εις το έργον και τα εγκώμια φορτικά και πολύ ταπεινά, όχι όμως ασυλλόγιστα, αλλά με συλλογισμούς και αυτά.

Αλλ' ό,τι μου εφάνη άτοπον και πολύ ολίγον αρμόζον εις άνδρα σοφόν και με γενειάδα μεγάλην και λευκήν είνε το λεγόμενον εις το προοίμιόν του, ότι ο ημέτερος ηγεμών έχει την εξαιρετικήν τύχην ότι και φιλόσοφοι δεν θεωρούν ανάξιον αυτών να ιστορούν τας πράξεις του• διότι το τοιούτον έπρεπε μάλλον εις ημάς ν' αφήση να το σκεφθώμεν παρά να το είπη ο ίδιος.

Αλλ' ουδ' εκείνον πρέπει να παραλείψωμεν ν' αναφέρωμεν, όστις ήρχισεν ως εξής την ιστορίαν του• «Έρχομαι ερέων περί Ρωμαίων και Περσέων»• και ολίγον κατωτέρω• «έδεε γαρ Πέρσησι γενέσθαι κακώς»• και έπειτα πάλιν• «ην Οσρόης, τον οι Έλληνες Οξυρόην ονυμέουσι» {55}, και πολλά άλλα παρόμοια. Βλέπεις ότι ούτος δεν διαφέρει από τον άλλον εκείνον παρά μόνον κατά τούτο, ότι ο μεν μιμείται τον Θουκυδίδην, ο δε τον Ηρόδοτον.

Κάποιος άλλος περίφημος διά την συγγραφικήν του δύναμιν, ο οποίος επίσης ομοιάζει με τον Θουκυδίδην, αν δεν είνε ολίγον καλλίτερος, αφού περιγράφει όλας τας πόλεις, όλα τα όρη, τας πεδιάδας και τους ποταμούς με την μεγαλειτέραν ακρίβειαν και δύναμιν, ως νομίζει τουλάχιστον, λέγει• είθε ο αποτρέπων τα δυστυχήματα θεός να ρίψη πάντα ταύτα επί των κεφαλών των εχθρών μας• και η ψυχρότης του είνε ανωτέρα της Κασπίας χιόνος και του Κελτικού πάγου. Ολόκληρον κεφάλαιον μόλις του αρκεί διά την περιγραφήν της ασπίδος του αυτοκράτορος με την Γοργόνα, την οποίαν έχει εις το κέντρον, και τους κυανολεύκους οφθαλμούς της και τον γύρον τον μιμούμενον το ουράνιον τόξον και τους δράκοντας τους συμπεπλεγμένους και συστρεφομένους ως βόστρυχοι{56}. Και διά την αναξυρίδα του Ουολογέσου ή τον χαλινόν του ίππου του, ω θεέ μου, πόσος χείμαρρος λόγων εχρειάσθη• και πώς ήτον η κόμη του Οσρόου ενώ διέβαινε κολυμβών τον Τίγρητα, και εις ποίον σπήλαιον κατέφυγεν, όπου ο κισσός, η μυρτιά και η δάφνη εφύοντο ομού και εσχημάτιζον πυκνήν σκιάν. Βλέπεις πόσον αναγκαία εις την ιστορίαν είνε όλα αυτά και πώς χωρίς αυτά δεν θα εγνωρίζαμεν τίποτε από τα γενόμενα εκεί. Από αδυναμίαν να εκλέξουν τα χρήσιμα ή διότι δεν γνωρίζουν τι να γράψουν, ρίπτονται εις τας τοιαύτας μικρολόγους περιγραφάς• όταν δε συναντήσουν πολλά και σπουδαία γεγονότα, ομοιάζουν με δούλον νεόπλουτον, όστις προ ολίγου καιρού εκληρονόμησε τον αυθέντην του και ούτε να ενδυθή όπως πρέπει γνωρίζει, ούτε να δειπνήση κατά την τάξιν, αλλ' ενώ πολλάκις εις την τράπεζαν έχουν παρατεθή πτηνά και χοιρίδια και λαγοί, αυτός αρχίζει από κάποιον χυλόν οσπρίων ή παστόψαρον και τρώγει, τρώγει μέχρι σκασμού. Εκείνος λοιπόν, τον οποίον ανέφερα, περιέγραψε και τραύματα λίαν παράδοξα και θανάτους αλλοκότους, ως λ.χ. ότι κάποιος πληγωθείς εις τον μεγάλον δάχτυλον του ποδός αμέσως απέθανε και ότι μόνον διότι εφώναξεν ο στρατηγός Πρίσκος είκοσι επτά εκ των εχθρών απέθαναν. Ακόμη δε και εις τον αριθμόν των νεκρών και παρά τας επισήμους εκθέσεις εψεύσθη. Διότι εις την Εύρωπον λέγει ότι εκ των εχθρών εφονεύθησαν τριάκοντα επτά μυριάδες και διακόσιοι έξ, εκ δε των Ρωμαίων μόνον δύο και εννέα τραυματίαι.

Αυτά δεν γνωρίζω αν δύναται να τα παραδεχθή και τα υποφέρη κανείς άνθρωπος με τον κοινόν νουν. Αλλά πρέπει ν' αναφέρω και κάτι τι άλλο, το οποίον δεν είνε ασήμαντον. Επειδή φιλοδοξεί να φαίνεται ότι μεταχειρίζεται την καθαράν και ακριβεστάτην Αττικήν γλώσσαν, έφθασε μέχρι του να μεταποιήση και τα ονόματα των Ρωμαίων και δώση εις αυτά Έλληνικήν μορφήν ούτω δε λέγει Κρόνιον τον Σατουρνίνον, Φρόντιν τον Φρόντωνα, Τιτάνιον τον Τιτιανόν και άλλα πολύ κωμικώτερα. Ο ίδιος προσέτι έγραφε περί του θανάτου του Σευηριανού ότι όλοι οι άλλοι έσφαλαν νομίζοντες ότι εφονεύθη διά ξίφους, ενώ αυτός απέθανεν εξ εκούσιας ασιτίας• διότι τούτον τον θάνατον εθεώρησεν ως τον πλέον ανώδυνον. Αλλ' ο ιστορικός ούτος ηγνόει ότι ο Σευηριανός υπέφερεν ασιτίαν επί τρεις, νομίζω, ημέρας, ενώ όσοι στερούνται τροφής δύνανται να ζήσουν και επτά ημέρας οι πλείστοι, εκτός εάν υποθέσω μεν ότι ο Οσρόης παρέμεινε πλησίον του Σευηριανού περιμένων ν' αποθάνη ούτος εκ πείνης, διά τούτο δε ο Σευηριανός δεν έφθασε την εβδόμην.

Πού δε να κατατάξη κανείς, αγαπητέ Φίλων, τους μεταχειριζομένους εις την ιστορίαν ποιητικάς λέξεις και εκφράσεις, εκείνους λ. χ. οίτινες γράφουν «ελέλιξε μεν η μηχανή, το δε τείχος πεσόν μεγάλως εδούπησε»;{57} Εις άλλο μέρος της λαμπράς αυτής ιστορίας αναγινώσκομεν• «Έδεσσα μεν δη ούτω τοις όπλοις περιεσμαραγείτο και ότοβος ην και κόναβος άπαντα εκείνα» {58}• και «ο στρατηγός εμερμήριζεν, ω τρόπω μάλιστα προσαγάγοι προς το τείχος». Έπειτα μεταξύ των ποιητικών τούτων λέξεων συναντώνται πολλαί πρόστυχοι, χυδαίαι και ταπειναί λέξεις, ως λ. χ. «επέστειλεν ο στρατοπεδάρχης τω κυρίω»• «οι στρατιώται ηγόραζον τα εγχρήζοντα»• και «ήδη λελουμένοι περί αυτούς εγίγνοντο». Ούτω ο ιστορικός ομοιάζει με ηθοποιόν, ο οποίος εις μεν τον ένα πόδα φορεί κόθορνον υψηλόν, εις δε τον άλλον σάνδαλον.

Αλλά θα συναντήσης και άλλους, οι οποίοι γράφουν τα προοίμια των πομπώδη, μεγαλοπρεπή και υπερβολικώς εκτενή, ούτως ώστε να ελπίζη ο αναγνώστης ότι τα κατόπιν θα είνε πάντως θαυμαστά εξ ίσου• αλλ' αντί τούτου το κύριον μέρος της ιστορίας είνε συνοπτικόν και ευτελές, ούτως ώστε το όλον να ομοιάζη προς παιδίον, προς έρωτα π. χ. ο οποίος φορεί, διά να παίζη, προσωπίδα τεραστίαν Ηρακλέους ή Τιτάνος• και ευθύς έρχεται εις την μνήμην του αναγνώστου η παροιμία «ώδινεν όρος». Νομίζω δε ότι δεν πρέπει να γίνεται ούτω, αλλά όλα τα μέρη να είνε εις το αυτό ύφος και το άλλο σώμα ν' αναλογή προς την κεφαλήν, να μη είνε δε χρυσή η περικεφαλαία, ο δε θώραξ γελοίος, σχηματισμένος από ράκη και σαπρά δέρματα, η ασπίς πλεκτή από λυγαριάν, αι δε περικνημίδες από δέρμα χοίρου. Είνε δε πολλοί τοιούτοι συγγραφείς, οι οποίοι θέτουν την κεφαλήν του Ροδίου κολοσσού επί σώματος νάνου. Άλλοι εξ εναντίας παρουσιάζουν ακέφαλα τα σώματα, και χωρίς προοίμιον εισέρχονται αμέσως εις την διήγησιν. Ούτοι νομίζουν ότι ακολουθούν το παράδειγμα του Ξενοφώντος όστις ήρχισεν ούτω• «Δαρείου και Παρυσάτιδος παίδες γίγνονται δύο», και άλλων αρχαίων. Αγνοούν ότι η διήγησις πολλάκις έχει και δύναμιν προοιμίου, ήτις διαφεύγει την αντίληψιν των πολλών.

Αλλά πάντα ταύτα τα ελαττώματα, είτε της εκφράσεως είτε της συνθέσεως είνε υποφερτά. Αλλ' εκείνοι οίτινες ψεύδονται εις την γεωγραφίαν όχι κατά παρασάγγας, αλλά κατά σταθμούς{59} ολοκλήρους πώς δύνανται να δικαιολογηθούν; Είς εκ τούτων μετά τόσης αμελείας συνέλεξε τας πληροφορίας του, χωρίς να εύρη κανένα Σύρον και τον ερωτήση, ούτε καν ν' ακούση τα παραμύθια τα οποία λέγονται εις τα κουρεία, ώστε γράφων περί της Ευρώπου, λέγει τα εξής: «Η Εύρωπος ευρίσκεται εις την Μεσοποταμίαν και απέχει του Ευφράτου δύο σταθμούς• είνε δε αποικία των Εδεσσαίων». Και δεν ηρκέσθη εις τούτο μόνον, αλλά και την πατρίδα μου τα Σαμόσατα εις το αυτό βιβλίον εσήκωσεν ο γενναίος και ομού με την ακρόπολιν και τα τείχη της μετέφερεν εις την Μεσοποταμίαν, ούτως ώστε να την περιρρέουν οι δύο ποταμοί, να διέρχωνται εγγύτατα αυτής εκατέρωθεν και σχεδόν να γλύφουν τα τείχη της. Θα ήτο δε γελοίον, αγαπητέ Φίλων, εάν τώρα επεχείρουν να σου αποδείξω ότι δεν είμαι Πάρθος, ούτε εκ Μεσοποταμίας, όπου μ' έφερε και με απώκισεν ο θαυμαστός συγγραφεύς.

Αλλά και εκείνο το οποίον λέγει ο αυτός συγγραφεύς περί του Σευηριανού, ορκιζόμενος ότι το ήκουσεν από κάποιον εκ των επανελθόντων από τον πόλεμον, είνε πολύ πιθανόν• ούτε με ξίφος εφονεύθη, ούτε δηλητήριον έπιεν, ούτε εκρεμάσθη, αλλ' επενόησεν ένα θάνατον τραγικόν και πρωτοφανή διά την τόλμην• έτυχε να έχη υπερμεγέθη ποτήρια υάλινα από την καλλιτέραν ύαλον• όταν δε ενόησεν ότι δεν ηδύνατο ν' αποφύγη τον θάνατον, έθραυσε το μεγαλείτερον εξ αυτών και έν εκ των συντριμμάτων μετεχειρίσθη διά να σφαγή, κόψας δι' αυτού τον λαιμόν του. Ούτε εγχειρίδιον, ούτε λόγχην εύρε διά ν' αποθάνη με ευγενή και ηρωικόν θάνατον. Έπειτα, επειδή ο Θουκυδίδης παρεισάγει ένα επιτάφιον των πρώτων του Πελοποννησιακού πολέμου νεκρών, ενόμισε και αυτός ότι δεν έπρεπε να' μείνη χωρίς επιτάφιον ο Σευηριανός• διότι όλοι αυτού του είδους οι ιστορικοί αμιλλώνται προς τον ουδόλως πταίοντα διά τας εν Αρμενία συμφοράς Θουκυδίδην. Αφού λοιπόν έθαψε τον Σευηριανόν μεγαλοπρεπώς, αναβιβάζει επί του τάφου κάποιον Αφράνιον Σίλωνα εκατόνταρχον, ανταγωνιστήν του Περικλέους, όστις τοιαύτα και τοσαύτα ρητορεύει, ώστε μα τας Χάριτας πολύ εδάκρυσα από τον γέλωτα, μάλιστα όταν ο ρήτωρ Αφράνιος εις το τέλος του λόγου, δακρύων και στενάζων με περιπάθειαν ανέφερε τα πολυτελή γεύματα, εις τα οποία είχε παρακαθήσει με τον κηδευθέντα, και τας προπόσεις, αίτινες έγιναν εις αυτά. Επέστεψε δε τον επιτάφιον κατά τρόπον Αιάντειον• διότι ανελκύσας το ξίφος του με πολλήν γενναιότητα και ως ήρμοζεν εις ένα Αφράνιον, εσφάγη επί του τάφου και ενώπιον όλων. Αλλ' έπρεπε προ πολλού, μα τον Άρην, να έχη σφαγή, διά να μη εκφωνήση τοιούτον λόγον. Ο ιστορικός λέγει προσέτι ότι οι παρόντες όλοι εθαύμασαν και πολύ επήνεσαν τον Αφράνιον. Εγώ δε και διά τα άλλα τον κατέκρινα, διότι παρ' ολίγον ν' αναμίξη εις τον λόγον του ζωμούς και πινάκια και εδάκρυεν εις την ανάμνησιν των τηγανιτών• αλλ' εκείνο διά το οποίον προ πάντων τον εθεώρησα ασυγχώρητον είνε ότι πριν ή αυτοκτονήση δεν έσφαξε και τον συγγραφέα.

Είχα και άλλους πολλούς ομοίους συγγραφείς να σου αναφέρω, φίλε μου, αλλ' αρκούμενος εις τους ειρημένους ολίγους, θα μεταβώ τώρα εις την άλλην υπόσχεσίν μου, την συμβουλήν περί του πώς δύναται τις να συγγράφη καλλίτερα. Τινές εκ των ιστορικών τα μεν μεγάλα και αξιομνημόνευτα γεγονότα παραλείπουν ή παρατρέχουν, από αμάθειαν δε και απειροκαλίαν και άγνοιαν εκείνων τα οποία πρέπει ν' αναφέρωνται και εκείνων τα οποία πρέπει ν' αποσιωπώνται, περιγράφουν με πολλήν επιμέλειαν και χρονοτριβήν τα πλέον ασήμαντα. Ομοιάζουν δηλαδή μ' εκείνον όστις το μεν όλον κάλλος του Διός της Ολυμπίας, το οποίον είνε τόσον μέγα και εξαίσιον, δεν θα έβλεπεν, ούτε θα εθαύμαζεν, ούτε εις τους μη γνωρίζοντας θα εξήγει, θα εθαύμαζε δε του υποποδίου την καλήν και τεχνικήν κατεργασίαν και του βάθρου την ευρυθμίαν και αυτά όλα θα τα εξήγει με πολλήν επιμέλειαν και λεπτολογίαν. Ανέγνωσα το έργον ενός, όστις την μάχην της Ευρώπου μόλις εις επτά γραμμάς αναφέρει, καταναλίσκει δε είκοσι και πλέον μέτρα νερού {60} εις ψυχράν διήγησιν, ήτις ουδόλως μας ενδιαφέρει• πώς Μαύρος τις ιππεύς Μαυσάκας ονομαζόμενος, αναγκασθείς υπό της δίψης να πλανηθή εις τα όρη, συνήντησε Σορούς χωρικούς ετοιμαζομένους να προγευματίσουν• και ότι κατ' αρχάς μεν τον εφοβήθησαν, έπειτα όμως μαθόντες ότι ήτο εκ των φίλων, τον εφιλοξένησαν και του έδωκαν να φάγη• διότι και εξ αυτών κάποιος είχε μεταβή εις την χώραν των Μαύρων ως στρατιώτης. Ακολουθούν δε μύθοι μακροί και διηγήσεις• ότι και αυτός ο Σύρος εκυνήγησεν εις την Μαυρουσίαν, ότι είδε πολλούς ελέφαντας ομού βόσκοντας και ότι παρ' ολίγον να καταφαγωθή υπό λέοντος και πόσα ψάρια ηγόρασεν εις την Καισάρειαν. Και ο παράδοξος συγγραφεύς, αφήσας την τόσην αιματοχυσίαν, ήτις έγινεν εις την Εύρωπον, τας επελάσεις και τας αναγκαίας ανακωχάς {61}, τας φυλακάς και αντιφυλακάς, εκάθητο μέχρι βαθείας εσπέρας και έβλεπε τον Σύρον Μαλχίωνα ν' αγοράζη εις την Καισάρειαν εις μικράν τιμήν σκάρους υπερμεγέθεις• και αν δεν ενύκτωνεν, ίσως και θα επερίμενε να ψηθούν οι σκάροι, διά να δειπνήση μετ' αυτού. Αν αυτά δεν ανεφέροντο λεπτομερώς εις την ιστορίαν, θα εχάναμεν σπουδαία γεγονότα και η ζημία των Ρωμαίων θα ήτο υπερβολική, εάν ο Μαυσάκας ο Μαύρος διψών δεν εύρισκε να πίη και νηστικός επέστρεφεν εις το στρατόπεδον. Αλλά και πόσας άλλας λεπτομερείας του επεισοδίου πολύ αναγκαιοτέρας παρέλειψα εγώ εκουσίως• ως λ.χ. ότι και μίαν αυλητρίδα έφεραν εκ του πλησίον χωρίου και ότι αντήλλαξαν δώρα και ο μεν Μαύρος έδωκεν εις τον Μαλχίωνα μίαν λόγχην, ο δε Μαλχίων προς τον Μαύρον μίαν πόρπην, και άλλα πολλά τοιαύτα σπουδαία συμβάντα της μάχης της Ευρώπου. Αληθώς δύναταί τις να είπη περί των τοιούτων ιστορικών ότι δεν βλέπουν το ρόδον, αλλά μετά προσοχής παρατηρούν τας ακάνθας του στελέχους του.

Άλλος, Φίλων, πολύ γελοίος και ούτος, όστις ουδέποτε απεμακρύνθη από την Κόρινθον και ούτε μέχρι Κεγχρεών {62} εταξείδευσε και ούτε την Συρίαν ή την Άρμενίαν είδεν, ήρχισεν ως εξής την ιστορίαν του πολέμου, ως αυτολεξεί ενθυμούμαι• «Εις τα ώτα του πρέπει να δυσπιστή τις περισσότερον παρά εις τους οφθαλμούς. Γράφω λοιπόν όσα είδα, όχι όσα ήκουσα» {63}. Και με τόσην ακρίβειαν είδε τα πάντα, ώστε λέγει ότι αι δράκοντες {64} των Πάρθων — είνε δε οι δράκοντες σήματα στρατιωτικών μονάδων και έκαστος δράκων, νομίζω, ευρίσκεται επί κεφαλής μιας χιλιάδος—είνε πραγματικοί δράκοντες υπερμεγέθεις, οίτινες ζουν εις την Περσίαν ολίγον υψηλοτέρα της Ιβηρίας{65}, Τους όφεις τούτους έχουν δεμένους εις μεγάλα κοντάρια και κρατούν υψηλά, ούτως ώστε, όταν εφορμούν, και εκ μακράς αποστάσεως προξενούν φόβον• όταν δε συμπλέκωνται με τους αντιπάλους, τους εξαπολύουν κατά των εχθρών• πάρα πολλοί δε εκ των ημετέρων κατεπόθησαν ούτω υπ' αυτών και άλλοι περισφιχθέντες υπ' αυτών απεπνίγησαν και συνετρίβησαν τα κόκκαλά των. Αυτά δε παριστάμενος έβλεπεν ο συγγραφεύς, ο οποίος όμως προς ασφάλειαν είχεν ανέλθει εις δένδρον υψηλόν. Και καλώς έπραξε ναποφύγη την συνάντησιν των θηρίων, διότι άλλως δεν θα είχαμεν τώρα ένα τόσον θαυμάσιον συγγραφέα, όστις και ως μαχητής έπραξε μεγάλα και ένδοξα εις τον πόλεμον εκείνον• διότι και κινδύνους πολλούς διέτρεξε και επληγώθη παρά την Σούραν, δηλαδή ενώ μετέβαινεν από του Κρανείου εις την Λέρναν {66}. Και ανέγνωσε ταύτα εις επήκοον των Κορινθίων, οίτινες καλώς εγνώριζαν ότι μήτε εις τοιχογραφίαν είχεν ιδεί πόλεμον. Αλλ' ούτε τα όπλα εγνώριζεν, ούτε πώς είνε τα πολιορκητικά μηχανήματα, ούτε τα ονόματα των διαφόρων παρατάξεων και διαιρέσεων των στρατευμάτων• διά τούτο και πάντοτε λέγει πλαγίαν την ευθείαν φάλαγγα, κατά κέρως δε την κατά μέτωπον προσβολήν.

Άλλος δέ τις, επίσης εξαίρετος συγγραφεύς• περιέλαβε και ανεκάτωσεν εις πεντακοσίας και ίσως ολιγωτέρας γραμμάς όλα όσα συνέβησαν εξ αρχής του πολέμου εις την Αρμενίαν, την Συρίαν και την Μεσοποταμίαν, όσα συνέβησαν εις τον Τίγρητα και εις την Μηδίαν και αφού έπραξε τούτο λέγει ότι έγραψεν ιστορίαν. Παρ' ολίγον δε να κάμη μακρότερον του όλου βιβλίου τον τίτλον του• «Αντιοχιανού, νικητού εις τους ιερούς αγώνας του Απόλλωνος (θα είχε νικήσει ίσως δόλιχον {67} κατά τους παιδικούς του χρόνους), διήγησις των επ' εσχάτων πολεμικών πράξεων των Ρωμαίων εν Αρμενία και Μεσοποταμία και εν Μηδία».

Αλλ' ανέγνωσα και την ιστορίαν ενός άλλου, όστις έγραφε τα γεγονότα προφητικώς, δηλαδή ως μέλλοντα• και προανήγγειλε την σύλληψίν του Ουολογέσου και τον θάνατον του Οσρόου, λέγων ότι θα παρεδίδετο εις τους λέοντας, και επέστεψε το όλον έργον του με τον περιπόθητον εις ημάς θρίαμβον. Ούτω μαντικώς επροχώρει προς το τέλος με σπουδήν, αλλ' ανεκόπη εις τον δρόμον του, διά να κτίση εις την Μεσοποταμίαν μίαν πόλιν εκ των μεγαλειτέρων και ωραιοτέρων• ακόμη δε σκέπτεται και εξετάζει αν πρέπει να ονομασθή Νίκαια εκ της νίκης ή Ομόνοια ή Ειρηνία. Και το μεν ζήτημα τούτο μένει άλυτον, μένει δε ανώνυμος η ωραία πόλις και πλήρης φλυαρίας και μωρολογίας• υπεσχέθη δε ήδη να γράψη και περί των μελλόντων να γίνουν εις τας Ινδίας και να περιγράψη τον περίπλουν εις τον Ινδικόν ωκεανόν• και δεν περιωρίσθη μόνον εις την υπόσχεσιν, αλλά συνέταξεν ήδη και το προοίμιον της Ινδικής εκστρατείας και η τρίτη λεγεών, οι Κελτοί και μέρος των Μαύρων μετά του Κασσίου διέβησαν τον Ινδόν ποταμόν. Παν ό,τι δε θα πράξουν και πώς θα δεχθούν την έφοδον των ελεφάντων, δεν θα βραδύνη να μας τα γράψη ο θαυμαστός ιστορικός από την Μουζίριδα ή την χώραν των Οξυδρακών.

Πολλάς τοιαύτας μωρολογίας γράφουν εξ αμαθείας και τα μεν αξιοπαρατήρητα είτε δεν βλέπουν, είτε και αν βλέπουν δεν δύνανται να τα περιγράφουν όπως πρέπει• αντλούντες δε από την φαντασίαν των και πλάττοντες μύθους, γράφουν ό,τι φθάσουν, κατά το λεγόμενον, και υπερηφανεύονται διά τον αριθμόν των βιβλίων των και μάλιστα διά τας επιγραφάς αυτών, αίτινες επίσης είνε γελοιωδέσταται, ως λ. χ. «του δείνα Παρθικών νικών{68} βιβλία τόσα»• και έπειτα• «Παρθίδος πρώτον, δεύτερον» δηλαδή όπως Ατθίδος{69}. Άλλος έγραψεν έτι αμαθέστερον τίτλον εις το βιβλίον του, τον οποίον ανέγνωσα• «Δημητρίου Σαγαλασσέως Παρθονικικά». Δεν αναφέρω δε ταύτα, διά να εμπαίξω τους συγγραφείς εκείνους και γελάσω με τας ιστορίας των, αι οποίαι είνε τόσον διασκεδαστικαί, αλλά διά να δώσω μίαν χρήσιμον συμβουλήν, ότι, όστις κατορθόνει ν' αποφεύγη τα τοιαύτα, απέκτησεν ήδη κατά μέγα μέρος την αρετήν να συγγράφη ορθώς και πολύ ολίγα στοιχεία του λείπουν ακόμη, εάν αληθεύη εκείνο το οποίον διδάσκει η διαλεκτική, ότι μεταξύ δύο αντιθέτων και ασχέτων εάν απορρίψωμεν το έν, δεχόμεθα κατ' ανάγκην το άλλο.

Τώρα, θα μου είπη κανείς, εκαθάρισες εντελώς το γήπεδον, άκανθαι δε και βάτοι όσαι υπήρχον εις αυτό εξερριζώθησαν και των άλλων τα ερείπια απεκομίσθησαν και πάσα ανωμαλία ισοπεδώθη• ώστε καιρός να οικοδομήσης και συ, διά να δείξης ότι δεν είσαι ικανός μόνον να καταρρίπτης τα οικοδομήματα των άλλων, αλλ' ότι και κάτι δύνασαι να δημιουργήσης καλώς και τοιούτον ώστε ουδείς ουδ' αυτός ο Μώμος να δύναται να το κατηγορήση.

Λέγω λοιπόν ότι, διά να δύναταί τις να γράφη εις την εντέλειαν ιστορίαν, πρέπει να έχη εκ φύσεως δύο κυρίως αρετάς, πολιτικόν νουν και δύναμιν περιγραφικήν. Αλλ' εξ αυτών η μεν πρώτη είνε δώρον της φύσεως και δεν διδάσκεται, η δε άλλη αποκτάται διά πολλής ασκήσεως και συνεχούς εργασίας και μιμήσεως των αρχαίων. Αλλά και ταύτα δεν είνε τέχνη και εις ουδέν δύνανται αι συμβουλαί μου να συντελέσουν δι' αυτά• διότι το βιβλίον μου δεν υπόσχεται ότι θα καταστήση νοήμονας και ευφυείς εκείνους, οι οποίοι δεν είνε εκ φύσεως τοιούτοι. Θα ήτο μέγα χάρισμα ή μάλλον το πολυτιμότατον των χαρισμάτων, αν ηδύνατό τις να κάμνη τοιαύτας μεταβολάς ή να κατασκευάζη χρυσόν εκ μολύβδου ή άργυρον εκ κασσιτέρου ή ένα Τίτορμον εκ του Κόνωνος ή εκ του Λεωτροφίδου ένα Μίλωνα {70}.

Αλλ' εις τι λοιπόν θα χρησιμεύσουν η τέχνη και αι συμβουλαί σου; Δεν θα δημιουργήσουν προσόντα μη υπάρχοντα, αλλά θα οδηγήσουν εις την πρέπουσαν χρήσιν των υπαρχόντων. Ομοίως ο Ίκκος, ο Ηρόδικος, ο Θέων και οιοσδήποτε άλλος γυμναστής δεν θα σου έδιδον υπόσχεσιν ότι, αν παραλάβουν τον Περδίκκαν — εάν αληθώς αυτός είνε, και όχι ο Αντίοχος του Σελεύκου, ο ερασθείς την μητρυιάν του Στρατονίκην και καταντήσας εις την εσχάτην εξασθένησιν — θα τον καταστήσουν ικανόν να νικήση εις τους Ολυμπιακούς αγώνας και να γίνη αντίπαλος Θεαγένους του Θασίου ή Πολυδάμαντος του Σκοτουσσαίου• αλλά το πρόσωπον το οποίον θα παραδοθή εις αυτούς, εάν είνε κατάλληλον διά την γυμναστικήν, θα το καταστήσουν πολύ καλλίτερον με την τέχνην των. Ώστε ούτω πρέπει να εννοηθή και η επαγγελία ημών, όταν λέγωμεν ότι ευρήκαμεν τέχνην δι' έργον τόσο μέγα και δύσκολον• διότι δεν λέγομεν ότι οιονδήποτε αν παραλάβωμεν θα τον αναδείξωμεν συγγραφέα, αλλ' εις τον φύσει νοήμονα και εξησκημένον εις το να γράφη καλά δυνάμεθα να υποδείξωμεν οδούς τινας ευθείας, τας οποίας ακολουθών θα φθάση ταχύτερα και ευκολώτερα εις τον σκοπόν. Διότι δεν δύνασαι βέβαια να είπης ότι ο νοήμων άνθρωπος δεν έχει ανάγκην τέχνης και διδασκαλίας διά πράγματα τα οποία δεν γνωρίζει, άλλως θα έπαιζε κιθάραν και αυλόν και τα πάντα θα εγνώριζε χωρίς να τα διδαχθή. Τώρα δε χωρίς να διδαχθή ουδέν εκ τούτων δύναται να εκτελέση, ενώ, αν τον οδηγήση κανείς ευκόλως θα μάθη και καλώς θα χειρισθή τα ειρημένα όργανα.

Λοιπόν και εγώ θέλω τον μαθητήν μου να είνε δυνατός και εις την σκέψιν και εις τον λόγον, να έχη οξείαν την αντίληψιν και να είνε ικανός να διευθύνη τα δημόσια πράγματα, αν του ανατεθή εξουσία• να έχη γνώσεις στρατιωτικάς, και εκτός της πολιτικής πείρας, να γνωρίζη πώς διοικούνται οι στρατοί και μάλιστα να έχη μεταβή εις στρατόπεδον και να είδε στρατιώτας γυμναζομένους ή παρατασσομένους• να γνωρίζη δε και τα όπλα και τα πολεμικά μηχανήματα, προσέτι τι είνε η πλευρική και τι η κατά μέτωπον επίθεσις, πώς είνε οι λόχοι και πώς οι ιππείς, τι είνε έφοδος και τι υπερφαλάγγισις• εν γένει δε να μη είνε κανείς εξ εκείνων, οίτινες τον περισσότερον καιρόν διέρχονται εντός της κατοικίας των, ούτε να περιμένη να μανθάνη μόνον από τους άλλους τα συμβαίνοντα και να τα πιστεύη όπως του τα λέγουν. Κυρίως δε και προ πάντων να έχη ελεύθερον την γνώμην και ούτε κανένα να φοβήται, ούτε τίποτε να ελπίζη, άλλως θα είνε όμοιος με τους διεφθαρμένους οικαστάς, οίτινες κρίνουν κατά χάριν ή εχθρικώς, δωροδοκούμενοι. Αν ο Φίλιππος έχασε τον ένα οφθαλμόν εις την Όλυνθον, πληγωθείς υπό του Αστέρος του Αμφιπολίτου, να μη δυσκολευθή να μας τον παρουσιάση μονόφθαλμον, όπως ήτο• ούτε η δυσαρέσκεια του Αλεξάνδρου να τον εμποδίση να γράψη ακριβώς τον σκληρόν φόνον του Κλείτου εις το συμπόσιον ούτε να φοβηθή τον Κλέωνα, ως έχοντα μεγάλην δημοτικότητα και παρασύροντα τον λαόν διά του λόγου, και να μη γραφή ότι ήτο άνθρωπος ολέθριος και παράφρων• ούτε ολόκληρον την πόλιν των Αθηνών να φοβηθή, αν διηγηθή τας συμφοράς της εις Σικελίαν εκστρατείας, την σύλληψιν του Δημοσθένους και τον θάνατον του Νικίου, την δίψαν των στρατιωτών του Νικίου και τι ήτο το νερόν, το οποίον έπινον και πώς εφονεύθησαν οι περισσότεροι ενώ έπινον. Διότι πολύ ορθώς θα σκέπτεται ότι ουδείς των φρονίμων θα τον κατηγορήση, εάν διηγήται τα ατυχώς ή ανοήτως γενόμενα όπως έγιναν• δεν τα έπραξεν αυτός, αλλ' αναφέρει όσα έγιναν• ώστε, και αν ενικήθησαν εις ναυμαχίαν, δεν ήτο αυτός όστις εβύθισεν, αν ετράπησαν εις φυγήν, δεν τους κατεδίωκεν αυτός• θα ηδύναντο μόνον να τον μεμφθώσιν, αν παρέλειψε να ευχηθή υπέρ της πατρίδος του, ενώ ήτον ανάγκη. Αν ήτο δυνατόν να επανορθόνωνται τα πολεμικά ατυχήματα διά της αποσιωπήσεως ή αν τα διηγηθώμεν αντιθέτως προς την αλήθειαν, θα ήτο πολύ εύκολον εις τον Θουκυδίδην να καταρρίψη διά λεπτού καλάμου το εις τας Επιπολάς παρατείχισμα, να βυθίση την τριήρη του Ερμοκράτους, να λογχίση τον κατηραμένον Γύλιππον, ενώ κατεγίνετο ν' αποφράσση και αποκλείη τας οδούς, και τέλος τους μεν Συρακουσίους να ρίψη εις τα λατομεία {71}, οι δε Αθηναίοι να περιπλεύσουν την Σικελίαν και Ιταλίαν και να πραγματοποιηθούν αι πρώται του Αλκιβιάδου ελπίδες. Νομίζω όμως ότι ούτε η μοίρα Κλωθώ θα ηδύνατο ν' ανακλώση τα γενόμενα, ούτε η Άτραπος να τα μετατρέψη.